Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

      Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί 
           ένα αφήγημα του Κωστή Τζαγκαράκη






Ο διακονιάρης

          
Το χωριουδάκι το λέγανε Αρεβίτη. Από πού βγαίνει τ' όνομά του και τι σημαίνει, μη με ρωτάτε. Δεν ξέρω. Πάντως έτσι το λένε ακόμη, υπάρχει σαν τοποθεσία στον χάρτη και ακόμη κατοικείται. Τρόπος του λέγειν βέβαια το κατοικείται. Τώρα στις μέρες μας πρέπει να είναι δυο με τρία σπίτια κατοικημένα. Πριν καμιά πενηνταριά χρόνια που το επισκεπτόμουν συχνά, πάλι δεν έμεναν παραπάνω από οκτώ με δέκα οικογένειες. Αν ήθελα να κάνω σύγκριση, το χωριό μου, που είχε καμιά διακοσαριά σπίτια, ήταν πολιτεία ολόκληρη.

          Ήταν χτισμένο πάνω στις Μαδάρες των Λευκών Ορέων της Κρήτης, αρκετά ψηλότερα  από το δικό μου το χωριό. Για να πάει κανείς εκεί από το χωριό μου, έπρεπε να πάρει έναν ανηφορικό κατσικόδρομο, που σε πολλά σημεία, πάνω από χαράδρες και γκρεμούς, μόλις που χώραγε να περπατήσει κάποιος μόνος του. Τον χειμώνα τα πράγματα γινόντουσαν ακόμη πιο δύσκολα. Τα βράχια και οι πέτρες γλιστράγανε και τα ζώα ή οι άνθρωποι που ανεβοκατέβαιναν στις Μαδάρες έπρεπε να προσέχουν πιο πολύ να μη βρεθούν στον πάτο του γκρεμού.

          Όσοι ήταν αναγκασμένοι να ζουν εκεί πάνω, ήταν κτηνοτρόφοι, είχαν κοπάδια με πρόβατα και γίδες, και μερικοί ασχολούνταν και με τη μελισσοκομία. Τα βότανα στις Μαδάρες των Χανιών δίνουν το πιο ευωδιαστό μέλι. Η ζωή εκεί πάνω τώρα που υπάρχουν περισσότερες ανέσεις εξακολουθεί να είναι δύσκολη. Τώρα έχουνε και ηλεκτρικό ρεύμα και υδραγωγείο και δρόμους ν' ανεβοκατεβαίνουν αυτοκίνητα να τους εξυπηρετούνε. Φανταστείτε όμως πώς ήταν τα πράγματα πριν πενήντα χρόνια. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, νερό για χρήση δική τους και να ποτίσουν τα ζώα τους έπρεπε να τραβήξουν από τις στέρνες, ούτε δρόμος για αυτοκίνητο για να μεταφέρουν τις προμήθειές τους. Τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια ήταν απαραίτητα για τις δουλειές τους. Τα παιδιά που έπρεπε να πηγαίνουν στο σχολείο, έμεναν σε συγγενείς στα γύρω χωριά όσο διαρκούσε η σχολική χρονιά.

          Η σκληρή ζωή είχε κάνει και τους ανθρώπους σκληρούς και ατίθασους. Όλη μέρα στα βουνά, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο ίσιος δρόμος για να περπατήσεις, με μόνη συντροφιά τους το κοπάδι και τον σκύλο που το συνόδευε, σε αγριεύει. Χειμώνα καλοκαίρι στην απομόνωση από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να έχεις άλλον ν' ανταλλάξεις μια κουβέντα δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα.  Να φεύγεις από το σπίτι σου το πρωί, αξημέρωτα με το δισάκι στην πλάτη, να έχει δυο παξιμάδια, μερικές ελιές και λίγο κρασί να περάσεις τη μέρα σου και να περιμένεις το βράδυ να καθίσεις δίπλα στη φωτιά να ζεσταθείς και να στεγνώσεις πάνω σου τα ρούχα που φοράς κάθε μέρα και να φας ένα πιάτο ζεστό φαγητό, όσο να ‘ναι σε σκληραίνει.

          Παρ' όλες τις δυσκολίες οι άνθρωποι αυτοί δεν βαρυγκωμούσαν. Δεχόντουσαν τη ζωή τους όπως ήτανε, παλεύανε όσο μπορούσανε και τα βγάζανε πέρα. Και δεν χάνανε ποτέ την ανθρωπιά τους και το χιούμορ τους. Σε κάθε ευκαιρία, ειδικά τις καλοκαιρινές βραδιές που μπορούσαν να κάτσουν έξω, μαζευόντουσαν κι αποσπερίζανε, πίνανε κανένα κρασί παραπάνω, ανταλλάσσανε καμιά κουβέντα και πειράζανε ο ένας τον άλλο. Αυτή ήταν η διασκέδαση εκεί. Σιγά σιγά, όμως, τα παιδιά που μεγαλώνανε έφευγαν και φτιάχνανε σπιτικά σε μεγαλύτερα χωριά. Να έχουνε τουλάχιστον τις στοιχειώδεις ανέσεις, ευκολότερη πρόσβαση σε σχολείο, σε γιατρό, στον κόσμο. Οι πιο μεγάλοι, πεισματάρηδες, έφευγαν μια και καλή. Όσο ζούσαν, έδιναν λίγη ζωή στα σπίτια, με τους τοίχους τους γεμάτους με τις φωτογραφίες των ξενιτεμένων. Κι όταν έφευγαν και αυτοί, έμεναν μόνο οι τοίχοι με τις φωτογραφίες.

          Μικρός ανέβαινα ταχτικά εκεί. Οι δυο ώρες περίπου ο δύσκολος δρόμος που χρειαζόταν για να φτάσω, δεν με πείραζαν καθόλου. Τις πιο πολλές φορές για να μεταφέρω κάποιο μήνυμα του πατέρα μου ή κάποια παραγγελιά, αλλά και άλλες φορές πάλι για να επισκεφτώ τα ξαδέρφια που είχα εκεί και που είχαν την ίδια περίπου ηλικία με μένα, και να μείνω μερικές μέρες μαζί τους. Μου άρεσε πολύ εκεί πάνω. Μου άρεσαν οι παρέες τους τα βράδια που μαζευόντουσαν όλοι, μου άρεσαν τα χωρατά τους και τα αστεία τους. Μα πιο πολύ απ' όλα, μου άρεσε τις καλοκαιρινές νύχτες, πριν ακόμη μας πάρει ο ύπνος πάνω στη χωμάτινη σκεπή όπου μας είχε στρώσει η θεια μου για να κοιμηθούμε, να χαζεύω τ' άστρα και να προσπαθώ να τα μετρήσω. Ο ουρανός ήταν τόσο καθαρός και τα άστρα σού φαίνονταν τόσο κοντά, που θαρρούσες πως θα τ' ακουμπούσες, αν άπλωνες το χέρι σου.

          Εκεί πάνω, λοιπόν, ξέπεσε κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ο Γιάννης. Ο Γιάννης ήταν ένας ζητιάνος, διακονιάρης όπως λέγαμε στην Κρήτη. Λιγδιάρης, άπλυτος και βρώμικος γύρναγε τα χωριά εκείνα τα χρόνια ζητώντας ελεημοσύνη. Πάντα καβάλα σ' ένα γαϊδουράκι ταλαίπωρο, πεινασμένο και ψωριάρικο. Πάντα απορούσα πώς μπορούσε ν' αντέχει το βάρος του. Και το νοικοκυριό του Γιάννη. Που όλο κι όλο ήταν ένα τσουβάλι γεμάτο παλιόρουχα και ένα ασκί όπου μάζευε τις ελεημοσύνες. Που ήταν πάντα λιγάκι λάδι, γιατί μετρητά εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν. Ο Γιάννης ζούσε με τις ελεημοσύνες, με κανένα πιάτο φαγητό, όταν έβρισκε, και το γαϊδουράκι με το χορταράκι που μάζευε κλεφτά στο δρόμο με τον Γιάννη στη ράχη του. Καμιά φορά το γαϊδουράκι ήταν πιο τυχερό. Αν τύχαινε να ‘χε κοιμηθεί ο Γιάννης αποβραδίς σε κανέναν αχυρώνα,  έπαιρνε το πρωί φεύγοντας και ένα τσουβάλι άχυρα, όταν δεν τον έβλεπαν. Και το γαϊδουράκι έκανε Πάσχα. Άλλες φορές όμως το γαϊδουράκι ήταν που πλήρωνε τη νύφη για τον Γιάννη. Όποτε έκανε την εμφάνισή του ζητιάνος στο χωριό, όλα τα σκυλιά, συνεννοημένα τον έπαιρναν στο κατόπι γαβγίζοντας και καταδιώκοντάς τον. Αν τα κατάφερναν του άρπαζαν και κανένα πόδι ή του έσκιζαν το πανταλόνι τα πιο τολμηρά. Ήταν μυστήριο για μένα η τόση απέχθεια και το μίσος που έδειχναν όλα τα σκυλιά για τους ζητιάνους. Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω στον εαυτό μου ήταν πως τα σκυλιά ήταν έξυπνα. Τα ταΐζαμε με κανένα ξεροκόμματο ψωμί ή με τίποτα αποφάγια. Αν όμως το ξεροκόμματο ή το περισσευούμενο φαγητό το δίναμε στον ζητιάνο, τότε το σκυλί θα ‘μενε νηστικό. Και το καταλάβαιναν αυτό τα σκυλιά. Τον Γιάννη όμως δεν τον έφταναν πάντα πάνω στον γάιδαρο για να τον αρπάξουν και έτσι την πλήρωνε ο καημένος ο γάιδαρος. Αν μάλιστα δεν προλάβαινε ή δεν μπορούσε να μοιράσει κλωτσιές.

          Κάποιος λοιπόν στο χωριό μου, μίλησε στον Γιάννη και του ‘δειξε τον δρόμο για το πλούσιο και μεγάλο χωριό στις Μαδάρες. Και έτσι βρέθηκε ο Γιάννης στον Αρεβίτη ένα καλοκαιρινό βράδυ. Και έγινε το σημαντικότερο πρόσωπο στο χωριό για κείνο το βράδυ. Ευκαιρίες για διασκέδαση δεν υπήρχαν πολλές στο μικρό χωριό και τώρα που παρουσιάστηκε μια, δεν θα την άφηναν να πάει χαμένη. Μαζεύτηκαν όλοι σε μιαν αυλή, οι γυναίκες έφεραν φαγητά, τυριά και κρέατα υπήρχαν πάντα στο χωριό, οι άντρες έφεραν κρασί, έτρωγαν και έπιναν όλοι, έβαλαν τον Γιάννη να τους λέει τις ιστορίες του, και αυτός αισθανόταν πως ήρθε στη γη της επαγγελίας.
Τόσο πολύ του άρεσε και τόσο πολύ τον συμπάθησαν που του έλεγαν πως δεν θα τον αφήσουν να φύγει. Θα τον κάνουν γαμπρό να μείνει εκεί στον τόπο τους να τους λέει τις ιστορίες του. Του έδειξαν μάλιστα και την νύφη. Μια μεσόκοπη νταρντάνα που καθόταν λίγο πιο πέρα συμμετέχοντας στην παρέα. (Για την ακρίβεια ήταν η γυναίκα κάποιου από την  παρέα και είχε μπει κι αυτή στο παιγνίδι). Του Γιάννη του καλάρεσε και η γυναίκα έδειξε και αυτή κάποιο ενδιαφέρον. Αφού τα βρήκανε λοιπόν σκέφτηκαν πως δεν υπήρχε λόγος να περιμένουνε τον παπά να τους παντρέψει, και θα μπορούσε ο Γιάννης από την ίδια βραδιά,  να πάει να μείνει στο σπίτι της. Θα ‘πρεπε όμως ο Γιάννης να πλυθεί λιγάκι πρώτα και να φορέσει καθαρά ρούχα. Κάποιος έφερε ένα καθαρό πανταλόνι και ένα πουκάμισο να τα φορέσει, και τον γδύσανε, τον δέσανε μ' ένα σκοινί και τον κατέβασαν μέσα σε μια στέρνα για να πλυθεί.
Τον Γιάννη τον ξεχάσανε μέσα στην στέρνα. Ευτυχώς δεν είχε πολύ νερό για να πνιγεί. Ίσα ίσα που του ‘φτανε μέχρι τη μέση. Οι άντρες, ακόμη μεθυσμένοι έφυγαν για τις δουλειές τους το πρωί και μέχρι το βράδυ που γύρισαν δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει να βγει έξω. Μόλις τον έβγαλαν άρπαξε τα κουρέλια του και εξαφανίστηκε σέρνοντας τον γάιδαρό του.

          Περάσανε κάμποσα χρόνια και μια συντροφιά χωριανοί μου βοσκοί οδηγούσαν το κοπάδι τους χαμηλότερα στα χειμαδιά κοντά στο Ρέθυμνο αρχές του χειμώνα. Συνάντησαν τον Γιάννη, πάλι καβάλα στο γαϊδουράκι του. Καθόταν ανάποδα, και άφηνε τον γάιδαρο να τον οδηγεί, ενώ αυτός είχε την πλάτη του γυρισμένη προς τα βουνά, προς τα χωριά μας. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάθεται έτσι χωρίς να είναι σε θέση να βλέπει πού τον οδηγεί ο γάιδαρος, αυτός απάντησε:
“Δε θέλω μωρέ να θωρώ του κερατά τη χωργιουλέ”.

Κωστής Τζαγκαράκης
(Μάης 2011)

(Γεννημένος σ' ένα χωριό στα βουνά των Χανίων το 1948, παρακολούθησα και τελείωσα το (τότε) γυμνάσιο στα Χανιά το 1966.. από τότε και μετά έφυγα ψάχνοντας δουλειά στην Αθήνα. Από τις αρχές του 1973 και ύστερα, μέχρι τη σύνταξή μου εργαζόμουν στην Ολυμπιακή Αεροπορία σε διάφορες ειδικότητες. 1974-1975 παρακολούθησα μια σχολή επαγγελματική στην Αγγλία με έξοδα της Ολυμπιακής  και για ένα διάστημα η ΟΑ έκανε χρήση των γνώσεων που μ' έστειλαν ν' αποκτήσω εκεί.  Παντρεμένος, με δυο κόρες, ζω στη Γλυφάδα. Πιο πολύ ασχολούμαι με την φωτογραφία σαν χόμπυ και τη χρησιμοποιώ σαν αφορμή να κάνω καμιά βόλτα και να ξεκολλώ από την καρέκλα και τον υπολογιστή Με το γράψιμο ασχολήθηκα λίγο παλιότερα αλλά τώρα τελευταία λιγότερο, επειδή δεν είναι πως λείπει η έμπνευση αλλά επειδή κάπως έχει κοπεί η όρεξη.. μ' όλα όσα μας ταλανίζουν. Όσο τα σκέφτομαι νομίζω πως αν πω κάτι θα ‘ναι μέσα στη θλίψη και την οργή και δεν το θέλω αυτό...)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου