Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χλόη Κουτσουμπέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χλόη Κουτσουμπέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Μια ποιητική αθώωση




Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.

Χλόη Κουτσουμπέλη, «το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου», από τους «ομοτράπεζους της άλλης γης»


Διαβάζω από τη Χλόη Κουτσουμπέλη και σταματώ εδώ αδυνατώντας να πάω παραπέρα.  Γιατί εδώ δεν είναι η αθωότητα του ζυμαρένιου Χανς αλλά η αυθεντική και ανομολόγητη αθωότητα του ποιήματος, ικανή να ξεχρεώσει αναρίθμητες εικόνες σφάλματος προσωπικού μα και συλλογικού. Και λέω πως, αν αυτό μπορεί να το κάνει η ποίηση, έστω με αυτό το ελάχιστο εδώ, δεν είμαστε εντελώς χαμένοι.

(φωτογραφία της Noell S. Oszvald)

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

«Ο στρόβιλος»

(ένα ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη και ένα ελάχιστο σχόλιο)





Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματά της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνουν τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αγέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

Χλόη Κουτσουμπέλη
(από «Τα γυάλινα σπίτια», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», εκδόσεις Γαβριηλίδης)



Κι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγράφιζα αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμουν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.
(Δ.Δ.)

(νυχτερινό τοπίο στην πόλη των Βρυξελλών, πηγή: Reuters, Yves Herman)

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Διαβάζοντας και σχολιάζοντας (τα σιδερένια)



Η ανάγνωση:
(«Το σιδερένιο κρεβάτι», από την ποιητική συλλογή «Κλινικά απών» της Χλόης Κουτσουμπέλη, εκδόσεις Γαβριηλίδης)

«Δεν είχε παιδική ηλικία και αυτό του επέτρεπε να δια-
περνά τους τοίχους αλώβητος. Επίσης διατηρούσε την 
κατάλληλη θερμοκρασία ώστε να μην υπάρξει ποτέ ορ-
γιώδης βλάστηση στο θερμοκήπιο μέσα του. Κάποτε 
μια γυναίκα έβαλε το χέρι της μέσα στο κορμί του και 
κάτι σχίστηκε στο στέρνο του. Της έγραψε τότε ένα 
γράμμα. Αγαπημένη μου, της μήνυσε, θέλω να σε φω-
τογραφίσω για το αρχείο που κρατώ. Να έρθεις αύριο 
στο στούντιο, να φοράς ένα λευκό φουστάνι και λευκά 
εσώρουχα, να έχεις κότσο τα μαλλιά. Να κρατάς μια 
ομπρέλα και να διαλύεσαι απαλά όπως παλιά δαντέλα. 
Να μυρίζεις γιασεμί. Θα κάνουμε έρωτα σε ένα σιδε-
ρένιο κρεβάτι. Θα λύσεις τα μαλλιά σου και θα κλαις. 
Την ώρα του αποχαιρετισμού θα αρνηθώ κάθε ανά-
μειξη. Γιατί όταν εσύ θα μπαίνεις στην φωτογραφία, 
εγώ πάντα θα είμαι πίσω από τον φακό.»

Και ο σχολιασμός:

Ίσως αυτό είναι το πρόβλημα στον έρωτα. Η μοναχική στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν δύο θέσεις (ποτέ μία) και εσύ διαλέγεις, όπως πάντα, αυτήν μπροστά στον φακό. Και αφήνεσαι στην αυταπάτη ότι όλα τα όμορφα και τα εκστατικά γίνονται εκεί, στο άπλετο φως. Στη σκοτεινή πλευρά, όμως, συντελούνται τα άλλα θαύματα, τα αόρατα με γυμνό και εύπιστο μυαλό. Και αυτά είναι τα πιο σκληρά, τα σιδερένια και αδιαπέραστα για την αφελή οπτική. Που πάντοτε χάνει το παιχνίδι.

στη φωτογραφία ο Fred Boissonnas

(Διώνη Δημητριάδου)