Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Θηρίο ή Θεός" Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Θηρίο ή Θεός" Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

«Θηρίο ή θεός» της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Χριστίνα Λιναρδάκη Η πρώτη δημοσίευση στο STIGMALOGOU.GR

 

 

«Θηρίο ή θεός» της Διώνης Δημητριάδου

 ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Χριστίνα Λιναρδάκη

Η πρώτη δημοσίευση στο STIGMALOGOU.GR

Δύο βιβλία για το καλοκαίρι(;) - StigmaLogou

 



Οι (συγ)χρονισμοί είναι σημαντικοί, ακόμη και στη λογοτεχνία. Με αυτή την κάπως βαρύγδουπη φράση, θέλω να πω ότι έχει σημασία και το πότε διαβάζει κάποιος ένα βιβλίο, μέσα σε ποια προσωπική συνθήκη. Εγώ ας πούμε πήρα να διαβάσω το βιβλίο της Διώνης στις διακοπές μου, που φέτος ξεκίνησαν πολύ νωρίς. Λάθος, προφανώς – γιατί η χαρούμενη περίσταση των διακοπών ήρθε σε μετωπική σύγκρουση με την ατμόσφαιρα του βιβλίου που είναι αρκετά βαριά. Αυτό δεν λέει βέβαια τίποτα για το βιβλίο της Διώνης, το οποίο είναι αριστούργημα.

 

Η γενικά βαριά ατμόσφαιρα λοιπόν του βιβλίου οφείλεται στο γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής του, Ευγένιος, νιώθει βαθιά θλιμμένος εξαιτίας κάποιου ασήκωτου προσωπικού βάρους την ίδια στιγμή που στοχάζεται εντατικά για την ανθρώπινη ελευθερία. Μόνο πολύ αργά στο βιβλίο (στη σελίδα 91 από τις 95 συνολικά) μαθαίνει ο αναγνώστης ποιο είναι το βάρος που κουβαλάει ο Ευγένιος και δεν είναι άλλο από την απώλεια της συντρόφου του, Ελένης. Είναι μια αποκάλυψη που φωτίζει τον αναγνώστη και τον γεμίζει κατανόηση. Γιατί, ναι, είναι κατανοητό ότι μαζί με τον/την σύντροφο φεύγει ένα κομμάτι του εαυτού μας (ενδεχομένως το πιο λειτουργικό) και μένουμε λειψοί. Είναι κατανοητό ότι το φως του κόσμου μπορεί να σβήνει για μας, έτσι που να μοιάζει να μας περιστοιχίζει το σκοτάδι:

 

“Τώρα το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν μια μαύρη εικόνα που του σκέπαζε κάθε τι το ζωντανό και ελπιδοφόρο για το αύριο. Η μαύρη εικόνα που είχε επισκιάσει ό,τι μέχρι τότε μπορούσε να ονομάσει ζωή, ελπίδα, προοπτική. Το αύριο απλώς δεν υπήρχε. Η Αθήνα εξακολουθούσε να κοιμάται κι αυτό το μεσημέρι, τα μισόκλειστα παράθυρα και πάλι απέπνεαν κάποια διάθεση γαλήνης, ησυχίας, οι δρόμοι ήταν, όπως κάθε μεσημέρι χρόνια τώρα, όλα τα χρόνια της ζωής του, ίδιοι μέσα στην ηρεμία της ανάπαυσης. Αυτόν, όμως, δεν τον αφοροόυσε αυτή η σιωπή. Είχε να εξοικειωθεί με τη δική του σιγή και παύση, να συμφιλιωθεί με την προσωπική του χρωματική κλιμακα, όλη να βάφει το δικό του σκοτάδι” (σσ. 79-80).

 

Μέσα στο σκοτάδι, όλοι μπορούμε να χαθούμε. Ιδίως όσοι έχουμε συνηθίσει σε μια τόσο δραστική εσωτερίκευση του κόσμου, που να συγχέουμε τον εξωτερικό με τον εσωτερικό. Επιπλέον, όταν όλα είναι μαύρα μέσα και γύρω μας, τα πράγματα λειτουργούν σε φαύλο κύκλο γιατί είναι ανθρώπινο να θέλουμε να γαντζωθούμε από ό,τι έχουμε πιο κοντινό: τη διάνοιά μας, τη μελέτη, την έρευνα – δηλαδή να οδηγηθούμε σε περαιτέρω εσωτερικεύσεις. Έτσι και ο Ευγένιος στοχαζόταν, ολοένα. Κυρίως περί της, κατά Αριστοτέλη, φύσης εκείνου του ανθρώπου που δεν ανήκει στο κοινωνικό σύνολο και της κατάταξής του στην τάξη ή των θηρίων ή των θεών.

 

Ο Ευγένιος όμως δεν επιλέγει καμία από τις δύο τάξεις, αν και ίσως οι παλιοί του γνωστοί – ορμώμενοι από την απομόνωσή του  – να τον κατέτασσαν σε κείνη του θηρίου, εκτός από τους λίγους που πραγματικά τον εκτιμούσαν οι οποίοι θα τον κατέτασσαν στη θεϊκή. Αντίθετα, ο Ευγένιος αντιπροτείνει τον ελεύθερο άνθρωπο που ενδέχεται, ένεκα του πνεύματος της ελευθερίας που τον διακατέχει (παρεμπιπτόντως, διαβάστε και το χθεσινό μας ποίημα της Δευτέρας από τη Λένια Ζαφειροπούλου που μιλάει για τον άνθρωπο και την ελευθερία), να οδηγηθεί εντέλει στην τραγικότητα: τον νοήμονα άνθρωπο, τον έξυπνο και γνωστικό. Τον άνθρωπο που κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγει τη μοίρα η οποία στέκεται πάνω από θεούς και ανθρώπους, καθορίζοντας όλους, αλλά τελικά δεν την αποφεύγει. Τον άνθρωπο του οποίου πρότυπο, στον μύθο, ήταν ο Οιδίποδας.

 

Ο Ευγένιος είναι ένας χαρακτήρας μάλλον πλασμένος κατά τα πρότυπα του ρομαντισμού: με μια σκιά πάνω του που δεν επιθυμεί να αποτινάξει, αλλά μάλλον επιζητεί, την ίδια στιγμή που κάνει λόγο για ελευθερία σαν γνήσιος απόηχος των σκοτεινών ηρώων του Μίλτον. Με μόνη διαφορά ότι ο Ευγένιος έρχεται υποκινούμενος  από τη θέση της απώλειας και όχι από υπαρξιακά κινήτρα.

 

Η νουβέλα της Διώνης (Θηρίο ή θεός, εκδόσεις ΑΩ, 2023) χρησιμοποιεί διάφορους τύπους γραφής: το ημερολόγιο, τις ανοικτές επιστολές, τον δοκιμιακό λόγο, τις σημειώσεις. Όλα συναρμόζονται για να καθοδηγήσουν τον αναγνώστη στον δρόμο προς τη διαμόρφωση των μεγάλων ερωτημάτων, στον προβληματισμό επί των απαντήσεων, εντέλει στη βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης.

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Η Άννα Πετράκη διαβάζει το "Θηρίο ή Θεός"

 

 

Η Άννα Πετράκη διαβάζει το "Θηρίο ή Θεός"

«Το νέο βιβλίο της Διώνη Δημητριάδου «ΘΗΡΙΟ ή ΘΕΟΣ» (ΑΩ εκδόσεις, 2023)  είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο που σε πιάνει από το χέρι (ή σε αδράχνει από τον λαιμό…) και σε καταβυθίζει στη ψυχή του ήρωά του.


   Ο Ευγένιος, συντετριμμένος από τον χαμό της αγαπημένης του και απογοητευμένος από το πώς πορεύονται σήμερα οι άνθρωποι που κάποτε πίστεψαν με όλο τους το «είναι» στην αριστερή ιδεολογία, κλείνεται στον εαυτό του. Απόλυτα μονήρης, επιτρέπει μόνον στον φίλο του Γεράσιμο να διαπερνά πού και πού το κέλυφος που ο ίδιος έχει φτιάξει, αποφασισμένος να κόψει τους δεσμούς του με τον έξω κόσμο.

    Ο Οιδίποδας είναι η αγαπημένη του μορφή. Και η πιο τραγική. Ο ίδιος ο Ευγένιος παλεύει να κατακτήσει την αυτογνωσία, αγωνίζεται να ανακαλύψει τα όριά του και την αλήθεια. Φιλοσοφεί και γράφει (εν είδει ημερολογίου) για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη μοίρα, το θείον, τις έννοιες του χώρου και του χρόνου.

   Για τον επίλογο του έργου (και της ζωής του ήρωα) μας προϊδεάζει η συγγραφέας από την πρώτη σχεδόν σελίδα της. Αλλά, τελικά, ο επίλογος γράφεται απρόσμενα «αλλιώς»!!

   Νουβέλα ή φιλοσοφικό δοκίμιο; Δεν έχει σημασία η ειδολογική κατάταξη του έργου. Με το «ΘΗΡΙΟ ή ΘΕΟΣ» συνειδητοποιούμε πως το πιο δύσκολο (και πιο σημαντικό) είναι να αγωνιζόμαστε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας βαθιά και συγχρόνως να επι-κοινωνούμε με τους συν-ανθρώπους. Αυτά τα δύο μαζί, "ισοδύναμα" και οιονεί αξεδιάλυτα, νοηματοδοτούν ουσιαστικώς το πέρασμά μας από αυτή την τόσο σύντομη και συγχρόνως απέραντη ζωή…»

Άννα Πετράκη, Φιλόλογος


Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

Εδώ που είμαι Ακόμα Της Μαρίας Μοίρα ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Θηρίο ή Θεός, Εκδόσεις ΑΩ Η πρώτη δημοσίευση στις ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ της εφημερίδας ΑΥΓΗ, 7-4-24

 

 

Εδώ που είμαι Ακόμα

Της Μαρίας Μοίρα

 ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Θηρίο ή Θεός

 Εκδόσεις ΑΩ

 Η πρώτη δημοσίευση στις ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ της εφημερίδας ΑΥΓΗ, 7-4-24

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: Εδώ που είμαι Ακόμα (avgi-anagnoseis.blogspot.com)

 


Με αυτή τη φράση επιγράφει τις σύντομες ημερολογιακές σημειώσεις του ο Ευγένιος, ο ήρωας της σπονδυλωτής νουβέλας της Διώνης Δημητριάδου, δίνοντας το στίγμα της παρουσίας και της τελεσίδικα προαποφασισμένης εξόδου του. ‘Ένας άνθρωπος μοναχικός και αποσυνάγωγος από επιλογή, ένας ερημίτης που έχει απαρνηθεί την τύρβη των συναναστροφών και την παρηγορητική υποστήριξη των φίλων και συντρόφων. Έγκλειστος στο σπίτι του σαν σε κρύπτη, αποξενωμένος από το περιβάλλον, ακροβατεί μετέωρος σε ένα ελάχιστό όριο ανάμεσα στη ζωή και στη μη ζωή, σε κατάσταση παραίτησης, απόσυρσης και ανηδονίας. Ωσεί απών από τα εγκόσμια, ζει πάσχων από το αίσθημα της ήττας και της απόγνωσης, αναγκαστικά και υπό προθεσμία, παραδομένος σε μια παραλυτική αδράνεια. Εγκιβωτισμένος μέσα στα τείχη του μυαλού του αναζητά το σημείο μηδέν της ύπαρξής του, προεξοφλώντας το τέλος του. Συνοδοιπορεί και συμπάσχει, όπως αποδεικνύει και το δοκίμιο που συγγράφει, με τον Οιδίποδα του Σοφοκλή. Τον τραγικό ήρωα ο οποίος αγνοώντας την καταγωγή και τη βασιλική του γενιά γίνεται σύζυγος της μάνας του Ιοκάστης και πατέρας παιδιών που είναι αδέλφια του. Λύνει με τη δύναμη του μυαλού του το αίνιγμα της Σφίγγας σώζοντας την πόλη της Θήβας, και με τη δύναμη της θέλησης, αυτός ένας άνθρωπος, παίρνει την τύχη στα χέρια του.

Ο ήρωας της συγγραφέως ακολουθεί τα βήματα του Οιδίποδα που τυφλώνεται και οδηγείται εκούσια σε έναν άδηλο θάνατο. Εξεγείρεται με τα ανθρώπινα όρια, οργίζεται με τα πάθη και τους φόβους των κοινών θνητών για τα μελλούμενα. Αναστοχάζεται πάνω στην τραγική ειρωνεία οι θεατές, που νιώθουν αποστροφή και εξανίστανται μπροστά στο μέγεθος της ύβρεως, να γνωρίζουν εκ των προτέρων, όσα τρομερά και ανήκουστα το τραγικό πρόσωπο του δράματος αγνοεί. Εμπνέεται από το σθένος του Οιδίποδα να διαμορφώνει μόνος την πορεία του όταν η γνώση τον καταρρακώνει, να αψηφά την ειμαρμένη και τις βουλές των θεών και να αίρεται πάνω από την ανθρώπινη μηδαμινότητα.

Οι μικρές, άτολμες και αβέβαιες προσπάθειες του να ενσωματωθεί ξανά στη ροή της καθημερινότητας και στη καθησυχαστική ρουτίνα της επιβίωσης, θα αποτύχουν οικτρά. Θα μείνει στη σκιά να παρατηρεί και να ερμηνεύει όσα συμβαίνουν γύρω του, χωρίς να μπορεί να εμπλακεί ή να επικοινωνήσει με τον περίγυρό του. Χωρίς τη θέληση να συναντηθεί με τον παλιό του εαυτό. Λίγες μόνο φωτογραφίες αποτελούν τους παρηγορητικούς του δεσμούς με το παρελθόν και το παρόν: ’Όταν μικρό παιδί γεμάτο ελπίδα και αισιοδοξία κρατούσε το χέρι του παππού του χαμογελώντας, όταν συμμετείχε στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις της νεότητας με υψωμένη γροθιά, γεμάτος πίστη, μαχητικότητα και ενθουσιασμό. Όταν φωτογράφιζε ένα ερημωμένο σπίτι εστιάζοντας στην ανθισμένη πασχαλιά ή στην βυζαντινή αυστηρή μορφή του Ταξιάρχη Μιχαήλ, του Άρχοντα του θανάτου, ή όταν παγίδευε με το φακό του επίμονα και επαναληπτικά την θέα της πόλης που ράθυμα ησύχαζε κάτω το ιλαρό φως του μεσημεριού από την πίσω σκάλα του σχολείου του. Όταν κρυφά κατέγραφε την εικόνα της κοπέλας στο απέναντι μπαλκόνι μέσα από το παράθυρό του, το αβέβαιο βήμα ενός περαστικού καθισμένος σε ένα παγκάκι στην πλατεία ή τα φώτα της απέναντι παραλίας της Φώκαιας να αχνοφέγγουν στον νυχτερινό ουρανό. Όταν αποτύπωνε με συγκίνηση την χαρούμενη εξαίσια μορφή της αγαπημένης του που τώρα πενθεί, χωρίς να ξέρει.

Θα αφήσει ως παρακαταθήκη το ημερολόγιό του, το δοκίμιο για τον Οιδίποδα και το φάκελο με τις φωτογραφίες, για τον πιστό τελευταίο του φίλο. Κι αυτός, που δεν ήταν δυνατό να ζήσει μακριά από την κοινωνία των ανθρώπων σαν Θηρίο, ούτε πάνω και πέρα από τις αδυναμίες και τους φόβους των θνητών σαν Θεός. Κι αυτός που έχασε την λατρεμένη σύντροφό του, το πολυτιμότερο στήριγμα στη ζωή, χωρίς να μπορέσει να διαχειριστεί το ανεπούλωτο τραύμα της απώλειας και να συνεχίσει. Όταν το κενό και το σκοτάδι θα κατακλύσουν όλη του την ύπαρξη, θα αφεθεί να φύγει. Ίσως, επειδή τον πρόδωσε η καρδιά του. Ίσως πάλι, επειδή εκείνος ολόψυχα το θέλησε.

Μαρία Μοίρα

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Θ όπως Θέληση γράφει ο Γιάννης Κόκκινος* Θηρίο ή Θεός, Διώνη Δημητριάδου, ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

 

Θ όπως Θέληση

γράφει ο Γιάννης Κόκκινος*

 

Θηρίο ή Θεός, Διώνη Δημητριάδου, ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

Θ όπως Θέληση • Fractal (fractalart.gr) 




Η νουβέλα της Διώνης Δημητριάδου είναι ένα στοχαστικό μακροβούτι από το θηρίο στον θεό και πίσω. Ποιoς είναι ποιoς, και τα δύο άλλωστε αρχίζουν από Θ όπως ο θάνατος και η θέληση του ανθρώπου για το κακό ή το καλό. Μία εσωτερική διαδρομή, ο χώρος ανάμεσα (sic), το ζωτικό κενό που διανύεται, μια συστροφή γύρω απ’ την αδυνατότητα της αλήθειας κατά το πρότυπο του Ευγένιου, του κεντρικού ήρωα, αποτυπώνουν εύληπτα την απώτερη ουσία του γεγονότος της ύπαρξης. Συζητάμε για μακροβούτι, αφού αναδυόμενο το ευθύ βλέμμα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση θα πάγωνε από φρίκη στη θέα του πραγματικού. Εάν λόγος είναι ο θεός και θηρίο η τυφλή και αδηφάγος ενόρμηση, η προσχώρηση του ενός στο άλλο θα ήταν συντριπτική, καταργώντας τον εσωτερικό διχασμό και κατά συνέπεια τον ζωτικό χώρο εκτύλιξης του δράματος του εξανθρωπισμού της ζωής «...Σε όλα η απάντηση είναι ο άνθρωπος...» σελ.75.

Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στον Οιδίποδα; Αναζήτησε με πάθος την αλήθεια και συνετρίβη επάνω στο αδύνατο. Το «είναι» του, αδυνατώντας να βρει τρόπο να συνεχίσει να υπάρχει, τον ωθεί στην αυτοτιμωρητική εξόρυξη των ματιών του, ως υπαίτιων αυτής της καταστροφικής γνώσης. Είναι γιατί του έλειψε η «έλλειψη», το κενό, ο ενδιάμεσος αυτός χώρος του αναστοχασμού και του πένθους, της επιθυμίας, ακόμη, και της ελπίδας. Ο Ευγένιος όμως διαφωνεί. Αγαπά τον Οιδίποδα και του αναγνωρίζει ότι κατάφερε να πει την τελευταία λέξη, κόντρα στη Μοίρα, και να σταθεί δικαιωμένος μπροστά στους θεούς. Τις σκέψεις του για τον εμβληματικό ήρωα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας τις εκθέτει σε πέντε δοκιμιακά σχεδιάσματα με τον κατατοπιστικό τίτλο Θηρίο ή Θεός - Ο χώρος ανάμεσα. Τα κείμενα αυτά η συγγραφέας πολύ μελετημένα τα τοποθετεί ανάμεσα σε άλλες πρωτοπρόσωπες ή τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, πολλές εκ των οποίων αποτελούν ημερολογιακές καταγραφές.

Ο Ευγένιος λοιπόν, κατά το πρότυπο του Οιδίποδα, προσπαθεί να αγγίξει το όριο της ύπαρξης. Κι αν ο ήρωας του Σοφοκλή το κάνει προς τη μεριά του αιμομικτικού θηρίου, ο μετανεωτερικός Ευγένιος στρέφεται σε κάτι που μοιάζει με θεό, εξίσου επικίνδυνο. Απομονώνεται, κλείνεται στον εαυτό του. Προστατευμένος από ερεθίσματα κοινωνικά, απαλλαγμένος από τα πράγματα του κόσμου, αντικείμενα «μερικά», μεγάλα και μικρά, επιχειρεί με καθαρό στοχασμό να προσεγγίσει την καθαρή επιθυμία, πράγμα επίσης αδύνατο. Πονεμένος από τον χαμό της αγαπημένης του Ελένης και απογοητευμένος από την ήττα της αριστερής ιδεολογίας, αποσύρεται μαζί με τις απώλειές του σε έναν φιλοσοφικά τεταμένο «ησυχασμό». Διαισθάνεται πως εκεί, στην περιοχή της κερδισμένης απώλειας, συνάπτεται η καταστατική συνθήκη της ανθρώπινης φύσης.

Μάλλον δεν πρόκειται για μελαγχολική καταβύθιση ή ναρκισσιστική αναδίπλωση. Υποψιασμένος και ο ίδιος για τον ψυχωσικό κίνδυνο που ενδεχομένως ελλοχεύει, κατοχυρώνει τον μη αποκλεισμό του Άλλου από το «είναι» του, διατηρώντας μία και μόνη κοινωνική επαφή: τον Γεράσιμο, φίλο με τον οποίον μοιράζεται σκέψεις και στον οποίο εμπιστεύεται τις σημειώσεις και τις φωτογραφίες του. Αντίθετα, όμως, με τα όσα η κλειστοφιλία του ενδεχομένως υπαινίσσεται, πιστεύω πως ο Ευγένιος είναι ένας μάρτυρας. Στην υπερμοντέρνα εποχή της οιδιπόδειας κρίσης, χωρίς άνωθεν κρατήματα αλλά και επαναστατικά οράματα, ο μοναχικός αυτός ήρωας προσφέρει μια σύγχρονη μαρτυρία για τον αγώνα του ανθρώπου να αναλάβει υπευθύνως την περατότητά του. Η έκβαση αυτού του αγώνα, φυσικά,  δεν είναι γνωστή εξ αρχής, η ενδεχόμενη όμως ήττα επ’ ουδενί ακυρώνει το γεγονός αυτό καθαυτό της μαρτυρίας.

Η περίπτωση του Ευγένιου είναι εμπνευστική. Η συνάντηση μαζί του διεγείρει την επιθυμία για αλήθεια και γνώση, παρότι μες στην περιρρέουσα τραγικότητα η προσπάθειά του μοιάζει άπελπις. Μήπως η ελπίδα κρύφτηκε σ’ εκείνη τη φωτογραφία του, που ο πατέρας του τράβηξε από το μπαλκόνι, όταν ήταν μικρός και έπαιζε κάτω στον δρόμο ανέμελα; Αξιοποιώντας την αναγνωστική ελευθερία που ο τρόπος της γραφής της Διώνης Δημητριάδου προσφέρει, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι η ελπίδα επιστρέφει από τις χαραμάδες. Τη βρίσκουμε στον χώρο ανάμεσα, στη φράση «εδώ που είμαι ακόμα» των ημερολογιακών καταγραφών. Σε αυτό το ακόμα που δηλώνει ότι, όσο το τέλος δεν έρχεται, όλα μπορεί να ανατραπούν. Στα αποσιωπητικά της σελ.86...

Το τέλος που μας επιφυλάσσει η συγγραφέας είναι ευφυές. Είναι συμπαθής, πολύ συμπαθής ο Ευγένιος, Ευγένιος και ευγενής, κατά το ευγενές και υψηλό της γραφής της Διώνης Δημητριάδου.

Γιάννης Κόκκινος

 

* Ο Γιάννης Κόκκινος, με σπουδές στις Πολιτικές επιστήμες και τη Φιλοσοφία,  είναι μουσικός και ποιητής. Το Μαγικό Κορίτσι (εκδ. Σμίλη)  είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.

 

 

 

 

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Ο Άνθρωπος, λοιπόν. Ο ελεύθερος [Θηρίο ή Θεός, Διώνη Δημητριάδου] Η πρώτη δημοσίευση στο Literature.gr 19 March 2024 Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

 

Ο Άνθρωπος, λοιπόν. Ο ελεύθερος

[Θηρίο ή Θεός, Διώνη Δημητριάδου]

Η πρώτη δημοσίευση στο Literature.gr

19 March 2024

Θηρίο ή Θεός, Διώνη Δημητριάδου, Εκδόσεις ΑΩ (literature.gr)

 Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

Θηρίο ή Θεός, Διώνη Δημητριάδου, Εκδόσεις ΑΩ


Με σχετική καθυστέρηση διάβασα τη νουβέλα της Διώνης Δημητριάδου «Θηρίο ή Θεός» -έχει κυκλοφορήσει από τον Σεπτέμβριο του 2023.

 


Για τον κεντρικό ήρωα του έργου, η Δημητριάδου ελάχιστες πληροφορίες για την ταυτότητά του μας δίνει. Στην ουσία μόνο το όνομά του -Ευγένιος. Για όλα τα άλλα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν αφήνει ελάχιστες και καλά κρυμμένες πληροφορίες. Και μένει στον αναγνώστη να τα ανακαλύψει ή πιο σωστά να τα ανασυνθέσει μιας και αυτό θα είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να εισέλθει μέσα στον κόσμο που περιγράφεται εντός 95 μόνο σελίδων -καθόλου τυχαίο που η συγγραφέας χαρακτηρίζει το έργο της ως νουβέλα.

 

Ο Ευγένιος, λοιπόν, σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση είναι ένας άντρας που έχει περάσει τα εβδομήντα του χρόνια. Δεν μπόρεσα να καταλήξω στο ποια ήταν η εργασία του, σίγουρα όμως υπήρξε ένας όχι απλά μορφωμένος άνθρωπος, αλλά ένας βαθύς και σταθερός αναγνώστης φιλοσοφικών και πολιτικών έργων. Ιδιαίτερη εκτίμηση πρέπει να είχε προς τα αρχαία κείμενα -ο τίτλος άλλωστε παραπέμπει στον Αριστοτέλη- όπως και στις αρχαίες τραγωδίες - η μορφή του Οιδίποδα συνεχώς τον απασχολεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της ζωής του.

Παράλληλα με τα πνευματικά ενδιαφέροντα, πρέπει να υπήρξε και ένας ενεργός πολίτης. Πολύ συχνά αναφέρονται μέσα στο κείμενο συμμετοχές του σε διάφορα συλλαλητήρια, σε μαζικές διαμαρτυρίες, όπως και πως στα χρόνια της νιότης και της πρώτης ωριμότητάς του είχε ενεργά ασχοληθεί με την πολιτική δράση συμμετέχοντας σε προοδευτικά σχήματα 

Μα πότε δεν εντάχθηκε σε ένα από αυτά, μήτε και θέλησε να εκμεταλλευτεί τις όποιες γνωριμίες του. Από ένα σημείο και μετά η όλη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα τον οδήγησε σταδιακά σε μια απομόνωση. Μα και σε μια ουσιαστικά υπαρξιακή ενδοσκόπηση.

Ένα ακόμα στοιχείο, που αν και κομβικό στην ουσία μόνο σε ένα σύντομο κεφάλαιο αναπτύσσεται, είναι το πως βιώνει το βαθύ πένθος του από τη σύντροφο της ζωής του.

Μόνος, λοιπόν και δίχως απογόνους, ολοένα και περισσότερο έχει απομονωθεί και καθώς τόσο βιολογικά όσο και ιδεολογικά βλέπει να πλησιάζει το τέλος και της ίδιας του της ζωής, μα και των όσων πίστεψε η γενιά του, αναζητά σε στοχασμούς βασισμένους στην παιδεία και την εμπειρία του να…

Να συμφιλιωθώ με την ιδέα του μη όντος… Αυτό μπορώ ίσως να το κάνω. Αν αυτή ήταν η τελευταία εικόνα ζωής, θα ήμουν ικανοποιημένος;»

Λίγες σελίδες πιο πριν, ο Ευγένιος έχει καταγράψει κάποιες άλλες του σκέψεις: «Από παντού εισβάλλει ο πόνος, η συνειδητοποίηση της ανυπαρξίας. Λάθος αυτό που είπαν ότι όποιον έφυγε τον κουβαλάς μέσα σου. Τίποτε δεν έχεις φυλάξει από την αληθινή του παρουσία. Μνήμες και πάλι μνήμες! Αλλά αυτό δεν είναι ο άνθρωπος»

Πορεία προς το κενό, λοιπόν; Θα μπορούσε να το είχε από την αρχή αποδεχτεί, αλλά η μελέτη των συμβόλων που μορφοποιούνται στη μορφή του Οιδίποδα, πολύ συχνά τον είχαν φέρει σε μια άλλη -πλέον αισιόδοξη- άποψη.

«Νίκη, αλήθεια, σκέφτομαι, καθώς συλλογίζομαι τον εμβληματικό ήρωα να αντιπαλεύει την τραγικότητά του, να μετράει το δικό του μέγεθος με τα δυσθεώρητα που αντιβαίνουν την ανθρώπινη οντότητα. Μπορεί, άραγε, κανείς να τον ακολουθήσει;»

Στα χρόνια της νεότητάς του και της πρώτης ωριμότητάς του, ο Ευγένιος είχε ζήσει σε κεντρικές αστικές συνοικίες της Αθήνας. Ως παιδί, μάλιστα, συνήθιζε να ατενίζει την Ακρόπολη από μπαλκονάκι μιας κουζίνας σε πολυκατοικία. Μα μεγαλώνοντας δεν αντιστάθηκε στο ρεύμα των εποχών και τώρα πλέον κυκλοφορεί -αν και αυτό ελάχιστες φορές- σε δρόμους και πάρκα κάποιου προάστειου.

Προτού να συνειδητοποιήσει την απομόνωση, την είχε επιλέξει. Και ο θάνατος της συντρόφου την επιδείνωσε. Ο μόνος φίλος που εξακολουθεί να εμπιστεύεται δεν είναι αρκετός να τον κάνει να επιστρέψει σε μια συντροφική δράση. Προτιμά, λοιπόν, να προετοιμάζεται -ή μήπως και να αμύνεται;- μελετώντας τη στάση του Οιδίποδα έτσι όπως τα κείμενα μας τον έχουν κρατήσει ζωντανό σύμβολο επαναστατημένου ανθρώπου.

Κρατά και ο ίδιος σημειώσεις-σχεδιάσματα φιλοσοφικών καταγραφών. Γραπτά που ο αποστολέας και ο παραλήπτης τους είναι το ίδιο πρόσωπο.

«Ο Οιδίποδας ποτέ δεν εισηγήθηκε με τη ζωή και τη σκέψη του την έννοια του μέτρου, ποτέ δεν θέλησε να είναι ένας από τον σωρό, ένας ίδιος και ίσος με τους πολλούς… Αυτόν τον άνθρωπο θέλησαν οι θεοί να συντρίψουν, να τον ισοπεδώσουν στο ύψος των υπολοίπων ανθρώπων, να παραδειγματίσουν μέσω αυτού όλους όσοι θα τολμούσαν να προχωρήσουν πιο πέρα και πιο πάνω από τα όρια τα συμφωνημένα»

Ο Άνθρωπος, λοιπόν. Ο ελεύθερος. Που αν και ο ίδιος δεν αποφάσισε τον ερχομό του στη ζωή, εντούτοις είναι αυτός που αμφισβήτησε τη μοίρα και επέλεξε ό ίδιος την τιμωρία για τις πράξεις του.

Θηρίο ή θεός, λοιπόν; Ο ίδιος ο Ευγένιος δεν θα προλάβει να τοποθετηθεί πάνω στο ερώτημα. Ένας απροσδόκητος όσο και ειρηνικός θάνατος θα κλείσει το θέμα… Ή μήπως σηματοδοτεί -με την τυχαιότητά του – την απάντηση;

Η Διώνη Δημητριάδου έγραψε ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα, από τα ελάχιστα που ίσως να γράφονται στις μέρες μας και από άλλους έλληνες συγγραφείς.

Ο δοκιμιακός της λόγος συμπορεύεται με τον λογοτεχνικό και η δομή όλου του έργου δείχνει να διαθέτει και αυτή μια αναζήτηση παρόμοια με το θέμα που φιλοξενεί.

Ιδιαιτέρως προσεγμένη έκδοση που το εξώφυλλό της το κοσμεί έργο της ζωγράφου Φωτεινής Χαμιδιελή.

 

Μάνος Κοντολέων

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ΘΗΡΙΟ ή ΘΕΟΣ Νουβέλα ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Ελένη Λάππα-Οικονόμου η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

                                             

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΘΗΡΙΟ  ή ΘΕΟΣ

Νουβέλα

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Ελένη Λάππα-Οικονόμου*

 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

«Εδώ που είμαι ακόμα» • Fractal (fractalart.gr)



Εδώ που είμαι ακόμα»

Με τίτλο την αριστοτελική ρήση «Θηρίο ή θεός» το τελευταίο βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου προϊδεάζει τον αναγνώστη για τη φιλοσοφική του διάσταση, παρά τη δηλούμενη κατάταξή του ως λογοτεχνικού είδους στο χώρο της νουβέλας.



Με εναλλασσόμενη αφηγηματική φωνή α΄ και γ΄ προσώπου, επιτελώντας εκάστη τον διακριτό της ρόλο, με κεντρικό πρόσωπο τον Ευγένιο και επικουρικά, για τις ανάγκες στοιχειώδους επικοινωνίας, τον φίλο Γεράσιμο, ο οποίος και θα επωμιστεί και τον τελικό ρόλο της αποκατάστασης της συνολικής εικόνας της μορφής του φίλου του βάσει των κειμένων και των φωτογραφιών, με στοιχειώδεις μεταξύ τους διαλόγους  και δράση σχεδόν ανύπαρκτη, η συγγραφέας μετέρχεται με πρωτότυπο τρόπο ένα θέμα καθαρά υπαρξιακό, εξ ου και η εμπλοκή και διαμεσολάβηση των πέντε «δοκιμιακών σχεδιασμάτων».

Να είναι άραγε αφορμή για τη συγγραφή η επιλεγμένη από τον ίδιο τον ήρωα απομόνωση, ασυμφιλίωτος με την πραγματικότητα, και η καθήλωσή του στην πολυθρόνα που μετακινεί ενίοτε κοντά στο παράθυρο για να παρατηρεί, χωρίς να συμμετέχει δραστικά, παρά μόνο  «ως έναυσμα για σκέψη» και ταξίδια νοερά;  Αλλά και όταν περνούσε από το πάρκο της γειτονιάς δεν είχε διάθεση να σταθεί περισσότερο και να χαζέψει τα παιδιά, το διέσχιζε βιαστικά και κατευθυνόταν στο σπίτι του, « το δικό του καταφύγιο».

 Εκεί, όπου χωρίς αλλότριους περισπασμούς μπορούσε ανενόχλητα ακόμη να προβαίνει σε ενδοσκόπηση, σε αγώνα αυτογνωσίας, να αντιπαλεύει με τον δικό του «λύκο», τον μονιά, με τον φόβο της ήττας να καραδοκεί, και ίσως και γι’  αυτό να αρχίζει να αποδέχεται τα όριά του, χωρίς όμως να παύει να αναζητά συνεχώς τη γνώση του «επέκεινα», καταφεύγοντας ακόμα και στον «δικό μας άγιο», τον Άρχοντα Μιχαήλ.

Είναι τότε που θα  παρεμβληθεί στο κείμενο αρκετές φορές η συνδρομή του Οιδίποδα, υπό τη μορφή «δοκιμιακού σχεδιάσματος», –το ένα μετά το άλλο, πέντε συνολικά–, μήπως και βρει απάντηση στο βασικό φιλοσοφικό ερώτημα που τον απασχολεί και γενικότερα απασχολεί τον άνθρωπο διαχρονικά και πανανθρώπινα, ατομικά και συλλογικά,  λαούς και θρησκείες, χωρίς να παίρνει απάντηση, με το θείο μόνο να τη δικαιούται. Με αυτή την αφορμή θα μιλήσει για τη συγκεκριμένη τραγωδία του Σοφοκλή, τον Οιδίποδα, και το ρόλο της Αράς, της Δίκης και της Μοίρας, καθώς και για την Τραγική Ειρωνεία. Θα προσπαθήσει να διεισδύσει στην ανθρώπινη ψυχή και το ισχυρό ανθρώπινο μυαλό, που «πορεύεται αναπόδραστα προς τη γνώση της αλήθειας, ικανής να τον οδηγήσει στον χαμό».

Παράλληλα με τα δοκιμιακά σχεδιάσματα καταγράφονται σε ημερολογιακές σημειώσεις από τις 30 Απριλίου ως τις 23 Μαΐου αναδρομές στο παρελθόν του ή συνομιλίες με τον Γεράσιμο με αναμνήσεις από τα φοιτητικά του χρόνια, τις παρέες των φίλων, τους αγώνες της ομάδας, τoυς κινδύνους που διέτρεχαν σε γωνιές και ταράτσες, τις απογοητεύσεις και τέλος τις πολλαπλές φωτογραφίες που παρατηρεί και θυμάται, χωρίς να απαλλάσσεται από το βάρος τους, που τον οδηγεί στη τραγική σκέψη: « Όχι! Αρνούμαι τη βολή των αναμνήσεων».

«7 Μαΐου εδώ που είμαι ακόμα». Είναι η τρίτη φορά που μαζί με την ημερομηνία προτάσσει στην ημερολογιακή καταγραφή ως αινιγματική διαπίστωση τον χώρο και τον χρόνο της παρουσίας του με το κέντρο βάρους στο «ακόμη». Είναι παρών «ακόμα», σε σχέση με τι και με  ποιον; Η απάντηση σαφής, χωρίς υπεκφυγές. «Κοίταξα τη στροφή του δρόμου. Έτσι σε περίμενα τα βράδια που ερχόσουν. Άφηνες το αυτοκίνητο πριν τη στροφή ,κατηφόριζες τον δρόμο κι έμπαινες στο σπίτι. Πώς μου πέρασε από τον νου ότι θα μου απαντούσες;». Είναι η πρώτη φορά που υπαινίσσεται τον θάνατο της αγαπημένης (Ελένης) με τη συγκίνηση, που απορρέει από τον ρευστό λόγο, καταλυτική! Και στο σημείο αυτό, με το πολύ προσωπικό βίωμα, θα προβεί στο βασανιστικό ερώτημα: « Τι χώρος είναι αυτός που βρίσκεσαι; Είναι χώρος;».

Στις υπόλοιπες έξι ημερολογιακές καταγραφές θα συνεχίσει να προτάσσει το: «Είμαι ακόμα εδώ», με την προσθήκη στο τελευταίο: «για πόσο όμως;» Να πρόκειται άραγε για μια προεξαγγελτική ανακοίνωση; Να προετοιμάζει, να σκηνοθετεί ίσως την έξοδό του ή να τη θεωρεί αναπόφευκτη; Η υποψία αυτοχειρίας πλανάται, ενισχύεται από το ποίημα του Σικελιανού «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο μαθητή του Βούδα».

Το τέλος, αν και αναμενόμενο, εκπλήσσει!

 Το βιβλίο Θηρίο ή Θεός της Διώνης Δημητριάδου, καταξιωμένης φιλολόγου, λόγιας ποιήτριας με πολυσήμαντη την παρουσία της στον χώρο της Λογοτεχνίας, αποτελεί με πρωτότυπο τρόπο μια τολμηρή  κατάθεση ψυχής, χωρίς «μαλάματα»,  αφού κατά τον ποιητή «τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε το πρόσωπό της». Με γνήσιο, εύγλωττο, ποιητικό γλωσσικό ένδυμα, με ευφυή τεχνική και εύστοχη διακειμενικότητα η νουβέλα κερδίζει την καρδιά και τη σκέψη του αναγνώστη, προκαλώντας ποικίλα συναισθήματα και στοχασμούς.

*Ελένη Λάππα-Οικονόμου

Φιλόλογος, συγγραφέας.

Από τις εκδόσεις Μέδουσα  κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της  «Ισόβια Σχέση».

 

 

         

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Νέο Πλανόδιον Ανάμεσα στο Θηρίο της μοναξιάς και τον Θεό της δημιουργίας | ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (neoplanodion.gr) της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, ΑΩ, 2023

 

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Νέο Πλανόδιον

Ανάμεσα στο Θηρίο της μοναξιάς και τον Θεό της δημιουργίας | ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (neoplanodion.gr)

 

 

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

 

Διώνη Δημητριάδου

Θηρίο ή Θεός

ΑΩ, 2023

 

Το νέο πεζογράφημα της Διώνης Δημητριάδου είναι μια στοχαστική, φιλοσοφική νουβέλα που συνδυάζει αφηγηματικές σελίδες με   δοκιμιακά σχεδιάσματα και μας θέτει αντιμέτωπους με θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπινου βίου.


 

Τα αφηγηματικά μέρη, τριτοπρόσωπα (με δύο πλατωνικής έμπνευσης διαλογικά κεφάλαια) ή πρωτοπρόσωπα, εν είδει ημερολογιακών καταγραφών, θωρακίζονται με έντεχνα δοκίμια, αποτυπώνοντας την πνευματική περιπέτεια ενός καλλιεργημένου ανθρώπου, του Ευγένιου, ο οποίος σε ώριμη πλέον ηλικία, έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια και διάγει μοναχικό βίο, προσηλωμένος στην ανεύρεση της αλήθειας. Πάει καιρός που έχει αφήσει πίσω του τη δράση –συμμετοχή στα κοινά, συντροφικότητα /πολιτικοί αγώνες, ερωτική ζωή, φιλικές συναναστροφές και διασκεδάσεις–  σημαδεμένος από μια διπλή απώλεια, την ήττα της αριστεράς, σε συλλογικό επίπεδο, και τον θάνατο της αγαπημένης γυναίκας, σε προσωπικό επίπεδο).

 

Τώρα έχει βυθιστεί σε ένα «εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας», επιτρέποντας να βγει στην επιφάνεια «ο προσωπικός του “λύκος”, θεός και δαίμονας μαζί» (σελ. 8). Θεός γιατί τον οδηγεί σε μια εξυψωμένη ζωή, όπου αναζητάει το νόημα της ύπαρξης στις ύψιστες αξίες, προπαντός στην ομορφιά. Δαίμονας/θηρίο γιατί τον οδηγεί σε μια άγρια μοναχικότητα, που μοιάζει με αυτή του ζώου, σε μία απόσυρση, σε μία αδράνεια, αργή και βασανιστική, στο έρεβος της μη-ζωής, του ενστίκτου, που δεν είναι άλλο από το ένστικτο του θανάτου. Έτσι είναι καταδικασμένος να ζει ο Ευγένιος, και ο κάθε ευγενής, πνευματικός άνθρωπος.

 

Και εδώ η φύση του ανώτερου, ευγενούς ανθρώπου, έρχεται να αναμετρηθεί με την αριστοτελική διατύπωση, ότι ο άνθρωπος είναι “φύσει πολιτικό ζώον”. Τότε ποια είναι η φύση του εκτός κοινωνίας ανθρώπου, του ακοινώνητου συνειδητά ανθρώπου; “Ο άπολις δια φύσιν”, μας λέει ο Αριστοτέλης, (γιατί υπάρχει και “ο άπολις δια τύχην”, που θα μπορούσε να είναι ο εξόριστος, ο φυγάς, ο πρόσφυγας) είναι είτε ένας ανεπαρκής (“φαύλος”), όντας ανίκανος να ενταχθεί στην κοινωνία, καθώς νοιάζεται μόνο για το ίδιον όφελος. Είτε ένας ανώτερος από άνθρωπος (“κρείττων ή άνθρωπος”, Πολιτικά, 1253α1-4). Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του μοναχικού πνευματικού ανθρώπου, που έχοντας εκούσια απομακρυνθεί από την κοινωνία, στοχάζεται πάνω στο καλό, το δίκαιο και το αγαθό. Η μοίρα του είναι μία διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στην ερημιά του μοναχικού “θηρίου” και στην ανύψωση σε μια τολμηρότερη πνευματικότητα που προσεγγίζει την ανεξαρτησία και τη μεγαλοσύνη του “Θεού”.

 

Ο Ευγένιος από το παράθυρό του ή καθισμένος στο παγκάκι του μικρού πάρκου της γειτονιάς του γίνεται παρατηρητής του εξωτερικού κόσμου. Το μυαλό του δουλεύει εξουθενωτικά γρήγορα. Τότε τον κυριεύει ένας φόβος: μήπως το μυαλό του είναι «ένα σαλεμένο μυαλό ή ένα μυαλό που ψήλωσε στην προσπάθειά του να υψώσει τείχη απέναντι σε όποιον επιβουλευόταν την αυτονομία του;» (σελ. 11)  Έχοντας πλέον φτάσει σε μια επικίνδυνη καμπή, όπου αυτό που αμφισβητεί είναι «η ίδια η ζωή, η αξία της και, φυσικά, ο σκοπός της», επιζητεί να συναντήσει τον μοναδικό του φίλο, τον Γεράσιμο. Χρειάζεται τη συμπαράστασή του, τώρα που νιώθει «να αγγίζει το αχνό εκείνο όριο ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στο είναι και την αναίρεσή του» (σελ. 21). Ο φίλος του θέλει να τον βοηθήσει να ανοιχτεί και πάλι στη ζωή και τη δημιουργία. Και πράγματι ο Ευγένιος ανακαλεί από μέσα του μια παλιά του αγάπη, την τέχνη της φωτογραφίας. Ανασκουμπώνεται και αρχίζει να τραβάει φωτογραφίες: μία μοναχική γυναίκα στο απέναντι μπαλκόνι που καθαρίζει με τρυφερότητα τα αραδιασμένα μπιμπελό στο σκρίνιο, ένα παλιό σπίτι με μία πέτρινη μάντρα σκεπασμένη με πασχαλιές. Οι φωτογραφίες με τη σειρά τους γεννούν μέσα του στοχασμούς, για το ελληνικό Πάσχα, (σελ. 31) για τον θάνατο και την ανάσταση, με την πασχαλιά να αναζωογονεί με το άρωμά της αλλά και να στολίζει το νεκρικό κρεβάτι. Άλλοτε πάλι γίνονται αφορμή για να διερευνήσει τη σχέση τέχνης και πραγματικότητας, η τέχνη (εδώ της φωτογραφίας) ως αναπαράσταση της ζωής ή μάλλον ως δημιουργία μιας νέας, εξίσου αληθινής ζωής (σσ 34-35). Αμέσως όμως σπεύδει να αποσύρει τον ενθουσιασμό του από την χαρά της δημιουργίας, συμφωνώντας με τον Καρυωτάκη πως η καταφυγή στην τέχνη μας δίνει την ψευδαίσθηση της προστασίας, «η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε» (σελ. 35). Σταδιακά καταργεί όλα τα καταφύγια που του προσφέρει η τέχνη, αλλά και η αναπόληση της παλιότερης ζωής του, οι ευτυχισμένες ή οδυνηρές αναμνήσεις. Το μόνο στο οποίο εξακολουθεί να επιμένει είναι η ημερολογιακή καταγραφή των σκέψεών του. Έχει πλέον έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Γιατί μπορεί η μνήμη που διασώζεται στη φωτογραφία ή μετουσιώνεται στην τέχνη «να διεκδικεί ένα κομμάτι αθανασίας, όταν όλες οι ελπίδες της αιωνιότητας διαψεύδονται» (σελ. 27), όμως τώρα πρέπει να αναμετρηθεί με το δικό του τέρας, με το δικό του σκοτάδι, με τη μη-ζωή που πλησιάζει, να «εξοικειωθεί με τη δική του σιγή και παύση» (σελ. 80). «Να συμφιλιωθώ με την ιδέα του μη όντος. Αυτό μπορώ να το κάνω», λέει στην τελευταία καταγραφή του στο ημερολόγιο όπου αποτυπώνει μέρα με τη μέρα τη βασανιστική πορεία του προς τον θάνατο (“23 Μαΐου, εγώ ακόμα εδώ, για πόσο όμως;”)

 

Πέρα από τη συστηματική καταγραφή των πεισιθάνατων σκέψεών του στο ιδιότυπο ημερολόγιό του, ο Ευγένιος συνθέτει και πέντε δοκιμιακά κείμενα, με τον επαναλαμβανόμενο τίτλο “Θηρίο ή θεός – ο χώρος ανάμεσα”, όπου συνδέει την μοίρα του με εκείνη του Οιδίποδα, του εξεγερμένου ήρωα, του αντάρτη, που τα έβαλε με τη Μοίρα, παίρνοντας ο ίδιος στα χέρια του τη ζωή και την τιμωρία του. Ο Οιδίποδας τόλμησε να αντιπαραβάλει τη δική του, ανθρώπινη βούληση στην ανώτερη βούληση και να συνειδητοποιήσει τη μηδαμινότητά του. Θέλησε να ανοίξει ένα διάλογο με τον Θεό, αλλά το ερωτώμενο θείον ήταν και είναι αμέτοχο και “ατάραχον”. Η γνώση της αλήθειας που αποκτάει στο τέλος, τον συντρίβει. Η αποκάλυψη των εγκλημάτων που διέπραξε εν αγνοία του, τον συγκλονίζει. Τι τον περιμένει, λοιπόν; Ο αφανισμός του. Αυτό όμως που δεν προέβλεψαν οι θεοί είναι ότι αυτός θα αποφασίσει για την τελική πράξη της ζωής του, για την τιμωρία του, επιλέγοντας «να αφαιρέσει ο ίδιος το όργανο της απατηλής του γνώσης, την όρασή του» (σελ. 75).

 

Έτσι και ο Ευγένιος, προσπαθεί να εναρμονίσει τα βήματά του με εκείνα του Οιδίποδα, να επιλέξει τον θάνατό του, να τον προετοιμάσει, όμως η καρδιά του τον προδίδει και τελικά δεν προλαβαίνει να πάρει αυτή την πρωτοβουλία, όπως γράφει ο φίλος του Γεράσιμος στο κεφάλαιο με το οποίο κλείνει το βιβλίο. Αυτός, μόλο που το επιθυμούσε, δεν πρόλαβε να δικαιωθεί όπως ο Οιδίποδας.

 

Μα για ποια δικαίωση πρόκειται; Η δικαίωση δεν έρχεται μόνο από το τέλος αλλά και από την πορεία. Και η πορεία του Ευγένιου είναι ίδια με την πορεία του μοναχικού απόλιδος, του “αθέμιστου”, του “ανέστιου”, (σύμφωνα με τους χαρακτηρισμούς του Ομήρου, τους οποίους αναφέρει ο Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1253α5). Είναι ωστόσο και η πορεία του ξεχωριστού ανθρώπου, του ελεύθερου, που προσπαθεί να ορίσει ένα δικό του ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στο Θηρίο της μοναξιάς και τον Θεό της δημιουργίας. Τι κι αν αυτός ο χώρος δεν είναι υπαρκτός, αλλά υπάρχει ως διεκδίκηση, ως επιθυμητό εφαλτήριο για τις ανατάσεις του; Τι κι αν είναι φασματικός; Είναι ωστόσο «αναγκαίος ως όραμα για κάθε ελεύθερο φρόνημα» (σελ. 93). Και αυτό είναι που έχει σημασία.

 

Ο ενδιάμεσος χώρος είναι κάτι το ελάχιστο, το νοητό, που επιτρέπει μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερπλήρωση, στην άγνοια και τη γνώση, στην αδυναμία και την αλαζονεία, στην ευθραυστότητα και τη σκληρότητα. Είναι το πεδίο που διανοίγεται και προσφέρεται για τους ακροβολισμούς του θαρραλέου πνευματικού ανθρώπου, παρέχοντάς του θέσεις, οπτικές και θεάσεις για να υπερνικήσει τις ύψιστες αντιστάσεις, εσωτερικές και εξωτερικές. Το ίδιο πράγμα υπαινίσσεται ίσως και ο Νίτσε (Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο, μετφρ. Ζήσης Σαρίκας, Πανοπτικόν, τόμος Ι, Μέρος 4, 230-231), όταν αναρωτιέται γιατί το “ελεύθερο πνεύμα” είναι πάντοτε αδύνατο, ιδιαίτερα όσον αφορά τις πράξεις του. «Είναι γιατί γνωρίζει πάρα πολλά κίνητρα και οπτικές γωνίες, και γι’ αυτό το χέρι του είναι αβέβαιο, όχι εξασκημένο». Είναι γιατί έχοντας χάσει το δρόμο του μέσα στο δάσος, πασχίζει να βγει από αυτό ανακαλύπτοντας κάθε φορά καινούριους, άγνωστους δρόμους. Και η φλόγα της ευαισθησίας της ελεύθερης πνευματικότητας ενίοτε δυναμώνει τόσο που μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά, να πυρπολήσει και να πυρποληθεί. Σε αυτούς τους καινούργιους άγνωστους δρόμους, όπου οι άλλοι βλέπουν το φρικιαστικό, το αυθαίρετο, το ασυνήθιστο, το επικίνδυνο, το κενό, την τρέλα, την απουσία νοήματος, ο τολμηρός άνθρωπος απελευθερώνεται από τον καταναγκασμό του αναγκαίου, του ένσκοπου, του τετριμμένου, και παίζει και γελάει σαν ένας μικρός θεός.

 

Είναι επομένως «θέμα οπτικής» η στάση του Οιδίποδα, αλλά και του Ευγένιου, που αποτελεί ίσως περσόνα της συγγραφέως, Διώνης Δημητριάδου. Κι αυτή, όπως και κάθε ελεύθερο πνεύμα, μακριά από συντεχνίες και άσκοπες συναναστροφές, είναι αφοσιωμένη στον στοχασμό, τη μελέτη, τη συγγραφή. Και η φιλοσοφική της νουβέλα “Θηρίο ή Θεός”, με την εκφραστική δύναμη της γλώσσας, την υποβλητικότητα του ύφους, τον γοητευτικό δοκιμιακό λόγο, τη στοχαστική διάθεση, τη συγκινητική της ειλικρίνεια, ανακαλεί στη μνήμη μας ένα παλιότερο ποίημα, που την περιέχει, θα λέγαμε, εν σπέρματι, από τη συλλογή της Λέξεις απόκρημνες:

 

ΘΕΜΑ ΟΠΤΙΚΗΣ

 

Τον είδα που πλησίαζε με σταθερό το βήμα

φυλάγοντας το πρόσωπο με μάσκα σκοτεινή.

Να δω το βλέμμα σου να σε κοιτώ του είπα.

Σαν έβγαλε τη μάσκα είδα το πρόσωπό του.

Δυο μαύρες τρύπες στη θέση των ματιών.

Πώς βλέπεις; ρώτησα.

Τα μάτια είναι καθρέφτες γι’ αυτό κι εγώ

κοιτάζω προς τα μέσα  απάντησε.

Και ο κόσμος σου δεν σκοτεινιάζει

έτσι τυφλά που ψάχνεσαι;

Το τρύγησα το φως και γύρισα την όψη.

Τώρα μετράω αλλιώς τις οπτικές γωνίες.

Σαν φόρεσε τη μάσκα του ξανά

έσμιξε με το πλήθος

τυφλός μες στους τυφλούς.


Λίλα Τρουλινού

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

ΘΗΡΙΟ Η ΘΕΟΣ νουβέλα της Διώνης Δημητριάδου, εκδόσεις ΑΩ, 2023 ΓΡΑΦΕΙ Η ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΈΛΗ

 

 

ΘΗΡΙΟ Η ΘΕΟΣ

νουβέλα της Διώνης Δημητριάδου, εκδόσεις ΑΩ, 2023

ΓΡΑΦΕΙ Η ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΈΛΗ


 

Νουβέλα με χαρακτηριστικά δοκιμίου στην οποία

ο πρωταγωνιστής καταβυθίζεται στο νόημα της ζωής και προσπαθεί να βρει απάντηση σε όλα τα αναπάντητα ερωτήματα που ταλανίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη από καταβολής κόσμου..

Ποιος είναι λοιπόν ο χρησμός, ποια η ανθρώπινη μοίρα, ποια η αληθινή φύση του ανθρώπου, ποια η απάντηση στο ερώτημα της Σφίγγας;

Υπαρξιακό, φιλοσοφικό, βαθυστόχαστο βιβλίο που εν τέλει συνεχίζει τον  προβληματισμό που ήδη υπάρχει στα προηγούμενα βιβλία της Διώνης Δημητριάδου είτε έχουν χαρακτήρα ποιητικό είτε πεζογραφικό είτε δοκιμιακό. Η εσωτερική αναζήτηση της στην διερεύνηση των ορίων και των περιορισμών της ανθρώπινης φύσης είναι βαθιά και γόνιμη.

Ένα απόσπασμα:

«Πώς γίνεται ό,τι έχω χάσει, πάλι μέσα μου να είναι, πάλι να το νιώθω σαν το πιο “δικό μου”, σαν μια απώλεια κερδισμένη; Πώς να συμφιλιωθώ με την πραγματικότητα γύρω μου, πώς γίνεται να μπω μέσα της, χωρίς υπεκφυγές και εκπτώσεις, ζώντας ταυτόχρονα τη βεβαιότητα μιας απογοήτευσης, μιας απώλειας, μιας ήττας; Τι καθορίζει τις αντοχές μου; Κάποτε ήθελα να είμαι ολόκληρος μέσα στον κόσμο, να βρίσκω τη θέση μου κοντά στα πράγματα, μακάρι μέσα τους ως το μεδούλι, αν το άντεχα. Τώρα, όλο και πιο πολύ, θέλω να απομονωθώ».

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Νουβέλα, Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2023 Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου

 

 

Δέσποινα  Καϊτατζή-Χουλιούμη: 

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Νουβέλα, Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2023

Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου

Δέσποινα  Καϊτατζή-Χουλιούμη: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Νουβέλα, Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2023, σ. 104 – Περιοδικό Περί Ου (periou.gr)




«Περιπλάνηση στα μυστήρια της ζωής »

Η Διώνη Δημητριάδου παρουσιάζει τη νουβέλα της με τίτλο «Θηρίο ή Θεός» (2023), ένα καλαίσθητο βιβλίο των Εκδόσεων ΑΩ, το εξώφυλλο αλλά και σελίδες του οποίου κοσμούνται από εικαστικά έργα της Φωτεινής Χαμιδιελή.

Ήρωας της νουβέλας «Θηρίο ή Θεός» είναι ο εσωστρεφής Ευγένιος που συνδιαλέγεται με τον μοναδικό φίλο του, τον Γεράσιμο, αλλά πρωτίστως με τον εαυτό του. Το βιβλίο αποτελείται από δοκιμιακά και πρωτοπρόσωπα ή τριτοπρόσωπα αφηγηματικά κείμενα, ημερολογιακές καταγραφές και παλαιότερα κείμενα που χαρακτηρίζονται από λεκτική και νοηματική πύκνωση και βαθύ στοχασμό, το οποίο ολοκληρώνεται με τις σημειώσεις του Γεράσιμου. Ο ήρωας αποτελεί το alter ego της συγγραφέα, ενώ ο συνομιλητής του θα μπορούσε να παραβληθεί με έναν νοερό αναγνώστη. Η δράση εξελίσσεται κυρίως σε εσωτερικά πεδία του νου και του στοχασμού. Έξω συμβαίνουν ελάχιστα, ενώ στα εσωτερικά πεδία του νου και της καρδιάς κραυγάζουν τα αρχέγονα αναπάντητα ερωτήματα, όπως και ηθικά προστάγματα. Η μάχη του ανθρώπου με τον Θεό, με το θηρίο γύρω του, και κυρίως, κυρίως με το θηρίο μέσα του.

Η νουβέλα πραγματεύεται το ένστικτο θανάτου που φέρει μέσα του ο άνθρωπος, τον προσωπικό του “Λύκο” για το οποίο διερωτάται: «Πόσο δυνατό, λοιπόν, αυτό το ένστικτο, το καταχωνιασμένο μέσα μου; Μπορεί να βγαίνει στην επιφάνεια κάθε που ο προσωπικός μου “λύκος”, θεός και δαίμονας μαζί, ξυπνάει από τον επιβεβλημένο λήθαργο;» (σ. 8). Γνωρίζουμε ότι ο λύκος ως σύμβολο, όπως και τα αναπάντητα ερωτήματα απασχόλησαν τη Δημητριάδου και στις προηγούμενες γραφές της[1].  Η αγωνία του ανθρώπου να ορίσει τη ζωή του, να οριοθετήσει και ή δυνατόν να βρει την αλήθεια του, να πετύχει ισορροπία, να μη κατακρημνιστεί γαντζωμένος από “λέξεις απόκρημνες[2]”, καθώς το στήθος πλαντάζει από αγωνία και τα ερωτήματα χτυπούν κατακέφαλα: «Και, αν ναι, τότε πού με οδηγεί, σε ποιο χάος, σε ποιο γκρεμό;» (σ. 8). Κυριαρχεί η επιθυμία και η ανάγκη του ανθρώπου να ελέγξει τη μοίρα του και να επιβάλει τη βούλησή του εισπράττοντας νόημα ή επιλέγοντας το χαμό του, καθώς η απραξία και το τέλμα γεννούν αφοριστικές και απόλυτες σκέψεις όπως: «Αν κάτι δεν γεννά ζωή, ζωή ας μη λογίζεται.» (σ. 9), ενώ μπρος στη δυσκολία για δράση για κάποιο πλησίασμα διερωτάται αν η φαντασία είναι πιο ενδιαφέρουσα από την πραγματικότητα: «Πού ξέρεις, μπορεί η φαντασία να είναι πιο ενδιαφέρουσα από την πραγματικότητα» (σ. 17).

Ο ήρωας Ευγένιος, ο οποίος βρίσκεται σε συνθήκη ψυχικής κρίσης και σε απόλυτη μοναξιά που αγγίζει τα όρια της απόσυρσης, καταβυθίζεται στα μεγάλα ερωτήματα προσπαθώντας να βρει κάποια διέξοδο στο τέλμα που τον ταλανίζει. Ο μόνος συνομιλητής του, ο φίλος του Γεράσιμος  θεωρεί ότι έχει ξεχάσει τον εαυτό του και του λέει: «Η ανοχή προς τον άλλον είναι που σου λείπει, αυτή η απροσδιόριστη, αλλά και τόσο σημαντική, πρόσκληση προς τον άλλο.» (σ. 24).

Στις πλούσιες διακειμενικές αναφορές της η συγγραφέας συνομιλεί με πολλούς λογοτέχνες και αρχετυπικές μορφές της αρχαιοελληνικής γραμματείας όπως τον Όμηρο, τον Ελύτη, τον Παπαδιαμάντη, κλπ, ενώ θέτει σε εξέχουσα θέση τον Σοφοκλή με τον Οιδίποδα να εκπροσωπεί τον μοιραίο και τραγικό άνθρωπο ο οποίος με ακριβό τίμημα προσπαθεί ο ίδιος του να διαγράψει την πορεία του και το τέλος του. Στο 2ο δοκιμιακό σχεδίασμα (σ.σ. 18-21) ο Οιδίποδας πορεύεται αναπόδραστα προς τη γνώση της αλήθειας που είναι ικανή να τον οδηγήσει στο χαμό, Στο 4ο δοκιμιακό σχεδίασμα (σ.σ.  61-63) μιλά για την προκαθορισμένη δύναμη της μοίρας και διερωτάται αν ο σοφός άνθρωπος, ο Οιδίποδας είναι ευτυχής στη γνώση ή στη άγνοια, ενώ στο 5ο δοκιμιακό σχεδίασμα  γράφει «Σε όλα η απάντηση είναι ο Άνθρωπος!» (σ. 75) παραπέμποντας στη ρήση του Αντρέ Μπρετόν και επισημαίνοντας την επιλογή της αυτοτιμωρίας του Ελεύθερου Ανθρώπου να αφαιρέσει το όργανο της απατηλής γνώσης του.

Ο ήρωας στην προσπάθειά του να διαχειριστεί το άγχος θανάτου συνομιλεί με τον Γιώργο Σεφέρη, «η υψηλότερη μορφή άνοιξης είναι μια ελληνική μεγάλη εβδομάδα.[3]» (σ. 31),  και τις θεολογικές υπερβατικές αναπαραστάσεις του θανάτου σε αναστάσιμη έκβαση και αναγέννηση σκιαγραφώντας  τον διακαή πόθο του θνητού ανθρώπου για αιωνιότητα. Στη μοναχική πορεία  και αναπόφευκτα την μοναξιά του αναφέρεται στη θεωρητική διένεξη των Σατρ και Γκαρωντί για το αν: «Κόλαση είναι, τελικά, οι άλλοι ή μήπως η απουσία των άλλων;» (σ. 26), ενώ προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι τον ίδιον δεν τον απασχολεί το ερώτημα, αντιπαραβάλλοντας σαν μηχανισμό άμυνας τη σχέση του ατόμου με τα αντικείμενα. Μιλώντας για την αμφιθυμία, δηλαδή την συνύπαρξη και εναλλαγή των συναισθημάτων αγάπης και φόβου ή ακόμη και μίσους αναφέρεται στον Καρυωτάκη διερωτώμενος αν η καταφυγή μπορεί να είναι ζωή για να καταλήξει να ισχυριστεί: «Ναι! Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε[4]» (σ. 35).

Η συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα της τέχνης ως αναπαράσταση της ζωής ή ως καταφυγή σε μια άλλη το ίδιο πραγματική ζωή. Την απασχολεί επίσης η τέχνη της φωτογραφίας και η σχέση ανάμεσα στο φωτογράφο και τον ηθοποιό, (σ. 33-35), και εστιάζει στις δισδιάστατες με τα σαφή χρωματικά όρια αγιογραφίες και την επιθυμία να αποδοθεί με μοναδικό τρόπο το «μέσα φως» χωρίς τη συμμετοχή του περιβάλλοντος κόσμου, (σ. 64).

Απέναντι στο άγχος θανάτου και τους στοχασμούς για τον θάνατο, στην ανυπαρξία και το επέκεινα, η Δημητριάδου αντιπαραθέτει τη μνήμη. Γράφει: «Η μνήμη, αυτή είναι που διασώζεται, αυτή που τελικά διεκδικεί ένα κομμάτι αθανασίας, όταν όλες οι ελπίδες της αιωνιότητας διαψεύδονται. Προσωπική, άλλωστε, υπόθεση η συνέχεια, η ελπίδα μιας πορείας από τη ζωή σε μια μη-ζωή, ζωή κι αυτή όμως ας λογίζεται, όταν καταπέσουν όλες οι θεωρίες, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές, για τη διατήρηση μιας κάποιας ουσίας. Όταν αυτή η μνήμη εκλείψει, τότε καταργείται οριστικά η ανθρώπινη υπόσταση, κάποιος είναι σαν να μην έζησε, αφού τίποτε δεν τον θυμίζει και κανείς δεν τον θυμάται.» (σσ. 27-28). Αντιπαραθέτει επίσης την καταφυγή και στροφή προς τα πίσω στην πρώτη παιδική ηλικία.

Η Δημητριάδου με το βιβλίο της «Θηρίο ή Θεός» καταθέτει βαθύ στοχασμό σχετικά με την αναζήτηση των ορίων του ατόμου, την ελεύθερη βούλησή του, την ικανότητα εγγύτητα ή την απόσταση με τον άλλον, την κοινωνική του υπόσταση και την είσπραξη νοήματος, ενώ αναμοχλεύει τα αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα και σκιαγραφεί την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου που αναζητά συμφιλίωση με την περατότητα και τον θάνατο.  Βεβαίως τα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και το Μέγα αίνιγμα παραμένει αίνιγμα. Συμπερασματικά παραθέτει το στίχο «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίνεται[5]» χαρακτηρίζοντάς τον Ελύτη ως «ο άλλος περιπλανώμενος στα μυστήρια της ζωής» (σ. 64). Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως η νουβέλα «Θηρίο ή Θεός» της Δημητριάδου αφορά σε μια περιπλάνηση στα μυστήρια της ζωής.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

[1]             Διώνη Δημητριάδου «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» (εκδ. ΑΩ 2021).   

[2]             Διώνη Δημητριάδου «Λέξεις απόκρημνες» (Μικρές Εκδόσεις  2017).      

[3]             Γιώργος Σεφέρης (Δοκιμές Β’, 1994)          

[4]             «[Είμαστε κάτι…] »: Κώστας Καρυωτάκης, Ελεγεία και Σάτιρες, 1927      

[5]          «Ρήμα το Σκοτεινόν»: Οδυσσέας Ελύτης, Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, εκδόσεις Ίκαρος, 1991.