Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024

Η ιστορία του παιδιού Πέτερ Χάντκε Μετάφραση: Θεοδώρα Τσόκα Εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Η ιστορία του παιδιού

Πέτερ Χάντκε

 Μετάφραση: Θεοδώρα Τσόκα

Εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το μυστικό του κόσμου • Fractal (fractalart.gr)

 



 

Το μυστικό του κόσμου

 

Ήταν αυτή η  μοναδική στιγμή που δ ε ν έβλεπε τον εαυτό του σαν μονάδα· και μόνο μια τέτοια στιγμή κλείνει μέσα της τον μύθο: την αιώνια αφήγηση. Χάνεται η φώτιση του νου, αλλά παραμένει ένα μεγαλείο: και ο διαβάτης συνεχίζει ακόμα την πορεία του εκεί ψηλά στην πεδιάδα, προς την οροσειρά με το μελανό  πέπλο, με μια σκέψη στον νου του, που ποτέ δεν θα καταφέρει κανείς να αποτελειώσει: «Δουλεύω το μυστικό του κόσμου».   (σ. 71).

 

Γράφοντας ο Πέτερ Χάντκε την Ιστορία του παιδιού (Kindergeschichte), το 1981, έχει ως αφορμή την κόρη του (τότε δώδεκα χρονών), επιλέγει, ωστόσο, με την τριτοπρόσωπη αφήγηση και τις μικρές χαραμάδες στη μυθοπλασία, ώστε να χωρέσουν δοκιμιακά χαρακτηριστικά, να μιλήσει γενικότερα για την ιδιότυπη συνθήκη της ανατροφής ενός παιδιού ως διπλής, αμοιβαίας και αλληλοεπηρεαζόμενης ενηλικίωσης. Το παιδί, διαρκώς παρόν στην αφήγηση, μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο, μετρώντας παράλληλα τις επιδράσεις από τον στενό οικογενειακό χώρο (στην ουσία των δύο προσώπων: πατέρας-κόρη) όσο και τον ευρύτερο. Παρατηρεί, μιμείται, αντιγράφει, αφομοιώνει και αποδέχεται ή απορρίπτει, συγκρούεται ή συμφιλιώνεται· μια συνεχής εξέλιξη, συχνά απρόσμενη. Ο πατέρας, την ώρα που νομίζει πως ελέγχει την κατάσταση διαμορφώνοντας τον μικρόκοσμο του παιδιού, ώστε ομαλά να ενσωματωθεί στις συνθήκες της δεδομένης κοινωνίας, παρά τις αντιξοότητες που συναντά στο περιβάλλον του (απόρριψη και περιθωριοποίηση λόγω διαφορετικής καταγωγής), συνειδητοποιεί πως ταυτόχρονα διαμορφώνεται και ο ίδιος, αλλάζει και επαναπροσδιορίζει τη δική του ταυτότητα, βιώνοντας πλέον τη δική του ενηλικίωση.

Ο Χάντκε, σε όλο το έργο του (ποιητικό, θεατρικό, πεζό, δοκιμιακό), αγγίζει τη θεματική του χρόνου, που ως διάρκεια μορφοποιεί το άπιαστο, στην ουσία, σώμα της σε τόπους μνήμης, που έχουν υπόσταση, ακόμη κι όταν έχουν πλέον χαθεί από τον χάρτη. Διάρκεια είναι η επιστροφή, είναι η διάσωση του βλέμματος του μικρού παιδιού, που ακόμη εξετάζει τον κόσμο γύρω του και αποθηκεύει τη γεύση των τόπων, τα ακούσματα της φύσης δημιουργώντας τον δικό του χρόνο. Αυτή είναι η  δική του διάρκεια. Γράφοντας εδώ με το βλέμμα του πατέρα προσεγγίζει τη δική του διάρκεια, σε άρρηκτη σχέση με αυτήν του παιδιού· ενώ μιλά ο ίδιος, ακούγεται η φωνή και η σκέψη του παιδιού, που συχνά επισκιάζουν τη δική του οπτική για τον κόσμο. Δυο παράλληλες πορείες, σε διαρκή αλληλεπίδραση, μέχρι η κάθε μία να αποκτήσει τη δική της υπόσταση εν αυτονομία, μα και αυτή πάντα σχετική.


Και είναι ακριβώς η οπτική του παιδιού που θα τον καθοδηγήσει στην αλήθεια, στην επίγνωση της κρυφής ουσίας του κόσμου. Είναι η στιγμή που τα μάτια ενός μικρού παιδιού αν και με την αθωότητα της άγνοιας (ή κυρίως λόγω αυτής) φέρουν μέσα τους όλη την αιωνιότητα, αυτήν που πασχίζει με κάθε τρόπο να προσεγγίσει η φιλοσοφία και η λογοτεχνία. Όλη η ιστορία του κόσμου, σε τελευταία ανάλυση, μια αφήγηση είναι. «Αν ένα έθνος χάσει τους αφηγητές ιστοριών του, χάνει την παιδική του ηλικία», άλλωστε έχει πει ο ίδιος.

 

Και τότε κατάλαβε: «οι μοντέρνοι καιροί», που τόσες φορές είχε καταραστεί και απορρίψει, αυτοί δεν υπήρχαν· και η «συντέλεια του κόσμου» ήταν πλάσμα κακό της φαντασίας: με κάθε νέα επίγνωση ξεκινούν από την αρχή όλες πάλι οι δυνατότητες, και τα μάτια των παιδιών μέσα στο πλήθος – κοίταξέ τα τα μάτια τους!–  μεταφέρουν τον αιώνιο νου. Αλίμονο σ' εσένα που δεν θα αντιληφθείς αυτή τη ματιά. (σ. 98).

 

Στην Ιστορία του παιδιού (εύστοχος ο τίτλος εστιάζει στο παιδί και όχι στον αφηγητή/πατέρα) συναντάμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του Χάντκε, τη διείσδυση στον ψυχικό κόσμο των προσώπων, ακόμα και μέσα από λεπτές αποχρώσεις των λέξεων ή των εικόνων (σκέφτομαι το νόημα που κρύβεται πίσω από την έκφραση «ανήλικος σύντροφος» αντί για παιδί, που εξισώνει τους δύο), την αίσθηση της αποξένωσης του ανθρώπου από τον κοινωνικό περίγυρο που πια δεν τον εκφράζει (καθόλου τυχαία η βράβευσή του το 2009 με το «Βραβείο Φραντς Κάφκα»), την αντίδρασή του στον ορθολογισμό που δρα πιεστικά με τον απόλυτο χαρακτήρα του στις σύγχρονες κοινωνίες, τον διακαή πόθο για μια επιστροφή στη φύση, με όποιον τρόπο φανεί πρόσφορος. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα (σειρά: Κλασσικά κείμενα), σε μετάφραση της Θεοδώρας Τσόκα. Από τα πολύτιμα μικρά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


Διώνη Δημητριάδου

Σάββατο 13 Ιουλίου 2024

Ρέα Γαλανάκη Πού ζει ο λύκος; Εκδόσεις Καστανιώτη η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

 

Ρέα Γαλανάκη

Πού ζει ο λύκος;

Εκδόσεις Καστανιώτη

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Ρέα Γαλανάκη: «Πού ζει ο λύκος;» (diastixo.gr)

 


Ω λύκε, το δικό της σώμα γίνεται τώρα ελεύθερο και απαγορευμένο, αρσενικό και θηλυκό, βασανιστήριο και θαύμα, το μέσα και το έξω από το τζάμι, το άφοβο και φοβισμένο, τ’ αήθικο κι ασκητικό. (σ. 62).

 

Λόγος επιλεκτικά αλληγορικός, μεταφορικός, πεζός στη μορφή αλλά σε ευθεία επικοινωνία με την ποίηση. Πρόκειται για το έργο της Ρέας Γαλανάκη Πού ζει ο λύκος;, που πρωτοεκδόθηκε το 1982 και τώρα επανακυκλοφορεί, γιατί είναι από πολλά χρόνια εξαντλημένο αλλά γιατί έχει ακόμη και σήμερα (ή κυρίως σήμερα) τη σημασία του, διαφορετική φυσικά κάτω από διαφορετικές συνθήκες, ωστόσο με την ιδιαίτερη αξία της. Η αφιέρωση, Για τις παρέες από το ’67 ώς το ’74, σαφώς ορισμένη χρονικά από τα χρόνια της δικτατορίας, έχει ακόμη τη νοηματική δυναμική της τόσο ως μνήμη των συντρόφων της σκληρής εκείνης εποχής όσο και ως αναγκαία μνεία των προσωπικών ορίων, που καμιά φορά υπάρχουν ακριβώς για να υπερβαίνονται.

Το αφηγηματικό/ποιητικό κείμενο χωρισμένο στα δύο (Το σπίτι, Το διαμέρισμα), απηχεί το πέρασμα σε μια δύσκολη (λόγω συνθηκών) ενηλικίωση, με προσωπικές καταγραφές από την παρανομία και την αντιδικτατορική δράση· μια ζωή (μοιρασμένη κι αυτή σε ιδιωτικό και σε συλλογικό τοπίο) που περικλείεται μέσα σε λίγες σελίδες, στις οποίες τα νοήματα συμπυκνώνονται (ο ποιητικός τρόπος εμφανής) για να απλωθούν κατόπιν στα όρια της αναγνωστικής πρόσληψης (όσο οι μνήμες κρατούν) και να φανούν οι διαστάσεις τους σε όλη τους την έκταση. Ευφυής ο τίτλος, με τον λύκο να ξεφεύγει από τον παραδοσιακό του ρόλο, όπως μας τον δίδαξε το παραμύθι, για να αποδώσει με τον συμβολισμό του ένα άλλο νόημα στην «τοιχογραφία» της εποχής και στον χαρακτήρα της γενιάς εκείνης.



Έχοντας μελετήσει όλο το έργο της Γαλανάκη, ας μου επιτραπεί η διαπίστωση ότι σταδιακά πέρασε από τον ποιητικό στον πεζό λόγο, χωρίς ποτέ, ωστόσο, να γράψει καθαρόαιμα πεζά, ευτυχώς να πω. Πάντοτε στην πεζογραφία της ανιχνεύεται ένα πολύτιμο υπόγειο και υπόρρητο πέρασμα, που επιτρέπει την επικοινωνία ανάμεσα στο ρεαλιστικό πεδίο και στην αναίρεσή του, ανάμεσα στην κυριολεκτική και στη μεταφορική σημασία των γραφομένων, ανοίγοντας έτσι τον ορίζοντα μιας διττής ή πολλαπλής ερμηνείας. Και αυτό είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ευρηματικής αυτής γραφής. Θα έλεγα, επομένως, ότι η Γαλανάκη ουδέποτε εγκατέλειψε τον ποιητικό λόγο, όσο κι αν δοκιμάστηκε με επιτυχία στις δυσκολίες και τις απαιτήσεις της μικρής ή της μεγάλης αφήγησης. Έχοντας αρχίσει να γράφει μέσα στις ιδιόμορφες συνθήκες της δικτατορίας, με τον κίνδυνο συνυφασμένο με την καθημερινότητα, τις διαρκείς αναμετρήσεις με το αδύνατο που έπρεπε να καταστεί δυνατό, προκειμένου να κερδηθεί τόσο η επιβίωση όσο και η αναγκαία ηθική υποχρέωση της συμμετοχής σε έναν αγώνα που μακάρι να ήταν, αλλά δυστυχώς δεν ήταν, συλλογικός, το λογοτεχνικό ύφος δεν γινόταν παρά να είναι πολύτροπο. Άλλωστε, στην ουσία η γραφή μία είναι, πολλές οι μορφές της. Όταν λίγα χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας (το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1979) γράφει για την τότε εποχή, χρησιμοποιεί την αλληγορία του παραμυθιού, την υποκρυπτόμενη σημασία των λέξεων κάτω από υπαινιγμούς και μεταφορικότητα, αποδίδοντας έτσι το κλίμα που επικρατούσε και δεν επέτρεπε, με τίμημα τη δίωξη, την κυριολεξία αλλά ανάγκαζε σε μια δισημία.

 

Έξω από το μικρό διαμέρισμα της το δέντρο της πλατείας πράσινο. Έξω απ’ το μπάνιο οι σωλήνες του φωταγωγού. Δεν εσκαρφάλωσε ούτε την πρώτη, ούτε τη δεύτερη φορά που τη συνέλαβαν στα ξεραμένα τους κλωνάρια. Η Παύλα είναι κρυμμένο δέντρο, είναι λοιπόν η δυνατότητα να δραπετεύσει σκαρφαλώνοντας στο ίδιο της το σώμα. Άλφα ωμέγα ο πόθος του άντρα. Άλφα ωμέγα ήσυχος ο ύπνος ο μετά τον έρωτα. Καφές, τσιγάρο. Λύκε, ω λύκε, μοναξιά. Λύκε, ω λύκε, αγλωσσία. Λύκε, ω λύκε, άπειρη ενοχή. Βαθιά κι ηδονική. (σ. 45).

 

Διαβάζοντας και το εκτενές Υστερόγραφο, «προσωπικό υστερόγραφο» το ονομάζει η ίδια, νιώθω ότι αξίζουν δύο επισημάνσεις. Η μία αφορά την ανάγκη να δοθούν κάποιες «εξηγήσεις» στο κείμενο του βιβλίου αυτό καθεαυτό· θα έλεγα ότι είναι μια μικρή καθοδηγητική οδός που ξεδιαλύνει τη μεταφορικότητα και τις αλληγορίες, προκειμένου να αποδώσει με σημερινούς όρους τις μνήμες. Η άλλη, και πιο ενδιαφέρουσα στη δική μου ανάγνωση, απηχεί την ανάγκη να φανεί η διάσταση ανάμεσα στις απαιτήσεις της τότε εποχής για συλλογικό αγώνα και στη μικρή ανταπόκριση στους κόλπους του ελληνικού λαού. Είναι σαφής η φράση της Γαλανάκη: «Αυτοί οι “όλοι εμείς” ήμασταν λίγοι», που αλλού αποκτά μεγαλύτερη δραματικότητα προσεγγίζοντας καλύτερα την αλήθεια των πραγμάτων: «Αυτοί οι “όλοι εμείς” ήμασταν λίγοι, ήμασταν ελάχιστοι». Γιατί, προφανώς και ένα μεγάλο μέρος του λαού ήταν ιδεολογικά απέναντι στο ανελεύθερο καθεστώς, ωστόσο σε περιόδους κρίσης είναι η ενεργή συμμετοχή που μετράει. Κι αν θέλουμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα, εκτός από την πολιτική δράση, οι καιροί έδωσαν την ευκαιρία για αποστασιοποίηση από στερεότυπες αντιλήψεις που αφορούν την προσωπική ζωή, τις προσωπικές «επαναστάσεις» που συχνά οδηγούν και στις ευρύτερες. Πόσοι πραγματικά ακολούθησαν;

Το βιβλίο της Γαλανάκη, όπως κι αν διαβαστεί, ως ροή ποιητικού λόγου με τις υπόρρητες αλήθειες του ή ως μια αφήγηση μιας δύσκολης, βίαιης ενηλικίωσης, η ουσία είναι ότι λειτουργεί σήμερα, πενήντα χρόνια μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος, σαν μια υπενθύμιση πως πολύ λίγο απέχει η προσωπική και συλλογική ελευθερία από την αναίρεσή της, κάτω από όποιες συνθήκες· όσο η μνήμη καταργείται ή, ακόμη χειρότερα, θυμάται και εννοεί μεν, αλλά διαστρέφει την αλήθεια, τόσο πιο απειλητικός ο ορίζοντας. Γράφει στο Υστερόγραφο:

 

[…] ένα δικό μου υστερόγραφο θα διευκόλυνε τον ανυποψίαστο σημερινό αναγνώστη να διασχίσει τον θεοσκότεινο λαβύρινθο εκείνης της εποχής, τον δε μνήμονα αναγνώστη να αναστοχαστεί. (σ. 100).

 

Κρατώ για το τέλος τη σημαδιακή κατάληξη του Υστερόγραφου:

 

Η δε αφιέρωση του βιβλίου «Για τις παρέες από το ’67 ώς το ’74» παραμένει για μένα ζωντανή και τρυφερή παρά τα πενήντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει.

 

Διαφαίνεται, έτσι, ένας ακόμη λόγος, ο πιο συναισθηματικός, που οδήγησε στην απόφαση της επανέκδοσης. Να μην ξεχαστεί, να μείνει ζωντανή και τρυφερή η μνήμη των ανθρώπων, της παρέας εκείνης, όσα πρόσωπα κι αν αριθμούσε. 

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

Η ομορφιά του πυράκανθου Έλενα Δαρούσου εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Η ομορφιά του πυράκανθου

Έλενα Δαρούσου

 εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ένα «ήσυχο βάθος» • Fractal (fractalart.gr)

 



Ένα «ήσυχο βάθος»

 

Πρώτο βιβλίο για την Έλενα Δαρούσου, δεκατρείς ιστορίες που αναζητούν, εν μέσω ασφυκτικά κλειστών τοπίων, την ανθρώπινη παρουσία, όπως ήταν κάποτε ή όπως θα έπρεπε ακόμη να είναι. Οι ήρωες ζουν στιγμές (αυτές αποτυπώνονται στις ιστορίες), σαν να «κόβεται» ο χρόνος και να τους αναλογεί ένα μικρό κομμάτι ζωής για να δείξουν ποιοι είναι. Είναι τέχνη, οπωσδήποτε, να καταφέρεις να δώσεις το περίγραμμα του κάθε προσώπου (ταυτόχρονα αχνό περίγραμμα ζωής) μέσα στο οποίο ομαλά θα ενταχθούν οι στιγμές που αποτελούν τον καμβά για να υφανθεί η πλοκή. Μέσα σε ένα κλίμα υπόκωφης θλίψης, οι ήρωες νοσταλγούν, ονειρεύονται, επινοούν αλλαγές, μονολογούν, εξομολογούνται. Αν και οι ιστορίες είναι όλες διαφορετικής θεματικής, ακολουθούν ένα αόρατο νήμα που τις κρατά στην ίδια ευθεία, να μην παρεκκλίνουν από μια αρχική ιδέα που φαίνεται να κατευθύνει τη γραφή αυτή, δηλαδή να παραμεριστεί με κάθε τρόπο  το υπαρκτό τοπίο για να αναδυθεί ο έσω κόσμος.

Στρέφομαι για λίγο στο εξώφυλλο (Κωνσταντίνος Μάσσος, What do you see when you look at me?, εικόνα ενταγμένη στη σχεδίαση του εξωφύλλου από τη Μιχαήλα Πλιαπλιά). Και μόνο το πλακάκι του δαπέδου παραπέμπει σε άλλη εποχή, με το κορίτσι να σταματά για λίγο την κίνηση της αιώρας για να μας κοιτάξει και να μας απευθύνει την άηχη ερώτηση. Έτσι και οι ιστορίες της Δαρούσου, μας κοιτάζουν κατευθείαν στα μάτια, με ειλικρίνεια, με αναμονή μιας απάντησης στο ερώτημα: «αλήθεια, όταν μας διαβάζεις, τι σκέφτεσαι; Οι ήρωες μέσα μας σου μοιάζουν;» Όλες μιλούν για ένα «ήσυχο βάθος», όπως αυτό αφήνεται να φανεί μέσα από μικρές ανατροπές, μικρές «επιστροφές» στο πριν της ζωής, όταν όλα μοιάζαν διαφορετικά, ή στο μετά (το όποιο μετά) μήπως κι όλα αλλάξουν, ή αλλού μέσα από μια μικρή συμφιλίωση με την πραγματικότητα.  

 

[…] Βούρτσισε πολλή ώρα τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της πριν τα δέσει ψηλά με την κορδέλα, που είχε περισσέψει από το φόρεμα μιας κούκλας. Καρφίτσωσε στο κουμπί του λαιμού το παλιό καμέο της γιαγιάς της, που το είχε τόσα χρόνια στο κουτί. Έσφιξε τη ζώνη στη μέση της· δεν ήταν πολύ λεπτή, όχι, αλλά ήταν η μέση της. Κι ένιωσε την ομορφιά να της ανταποδίδει το χαμόγελο μέσα απ’ τον καθρέφτη. Ναι. Ήταν το δικό της μικρό θαύμα. («The dolllmaker», σσ. 66-67).


 

 Η ιδιαίτερη γραφή της Δαρούσου βάζει την τελεία σε κάθε ιστορία, όταν πιστεύεις ότι έχει ακόμη κάτι να πει. Έχει δύο πλεονεκτήματα αυτό το «ξάφνιασμα» του τέλους. Το ένα αφορά τη διαπίστωση (κοινή πεποίθηση σε όλους, κι ας μην την ακολουθούν πολλοί) πως οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ· οι ιστορίες που αφηγούμαστε αποτελούν μικρές στάσεις στην αδιάκοπη ροή του χρόνου, ένα διήγημα (κυρίως αυτή η μορφή γραφής) δημιουργεί ένα στεγανό  χώρο, μέσα στον οποίο χτίζεται η ιστορία, δομείται η πλοκή, βρίσκουν τόπο να σταθούν οι ήρωες. Το δεύτερο αφορά τον αναγνώστη που, έτσι, προκαλείται (ή προσκαλείται) να συνεχίσει με τις δικές του προσλαμβάνουσες, τα δικά του βιώματα. Και στις δύο περιπτώσεις κερδισμένη η γραφή.

Ένα σχόλιο, τέλος, για τον τίτλο που στεγάζει όλα τα διηγήματα. Απηχεί την ελπίδα ότι δεν γίνεται όλα να τελειώνουν άδοξα, σαν να λειώνουν ο πάγοι και να μας καταπίνει το νερό. Πάντα θα υπάρχει η άλλη εικόνα του κόσμου, που θα συγκινείται με την ομορφιά ενός πυράκανθου, μιας ανθισμένης αυλής με τα πολύχρωμα πλακάκια στο δάπεδο, με τα κόκκινα μαλλιά ενός κοριτσιού, με την ανάγνωση ενός βιβλίου. Κι αν αυτή την ελπίδα μπορεί να μας τη δώσει η λογοτεχνία, με τους δικούς της ιδιαίτερους, μαγικούς, τρόπους, ας πούμε πως κι αυτό είναι κάτι σπουδαίο.

 

[…] Η ζωή είναι ζεστή ύλη – μια φωσφορίζουσα ζύμη, που κρατάω στα χέρια μου κάθε στιγμή. Η κοκκινομάλλα από την Τρίτη τάξη μού χάρισε μια χούφτα μολύβια· μου φάνηκαν τόσο όμορφα. Στο διάλειμμα ένας παπαγάλος ήρθε και κάθισε στο δέντρο, φώναξα τα παιδιά να τον δουν. Παίρνω μήνυμα από έναν ξεχασμένο φίλο. Η ομορφιά του πυράκανθου με κάνει να δακρύζω. Όχι, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί πριν μπούμε στο χώμα. («Ανοιχτοί ορίζοντες», σσ. 104-105).

 

Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 

 

ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



Και μη θαρρείς πως πραγματικά επαναστατείς

όταν εγκαλείς την προνοητικότητα του ψεύδους

πάνω από τα ερείπια των ήσυχων καιρών

ούτε κι όταν βίαιες ανατροπές καθαγιάζεις

σε μέρες ευφρόσυνες άδηλων συμφορών,

γιατί η συγχορδία ολοφυρμών και απειλών,

ενός πυροβολισμού και μιας αυτοκτονίας,

επανάληψη είναι κι ας μοιάζει πρωτοτυπία,

γνώριμες αθωότητες και της συνήθειας πιστώσεις,

συστράτευση αβίαστη κι εξαγνισμού παράσταση

για την ύποπτη φυγή και την αθώα επιστροφή.

 

Αλόγιαστη κι ασύνταχτη η υποτέλεια του νου,

η διαφάνεια στέγασμα στις ύστερες εκτιμήσεις

κι ευδόκιμη προσαρμογή η άσκηση της αλήθειας,

στου χρόνου την επανένταξη και τις μαρτυρίες.

 

Κι αν λεύτερο πνεύμα της ευταξίας αντιστέκεσαι,

την ευνομία των επινίκιων θεσμών αμφισβητείς

κι ο λόγος σου πρεσβεία ιδεών δοκιμάζεται

στην ιστορία που ρητόρευσε δίκες και θυσίες

και διαφέντεψε σε μνήμες και αλήθειες,

δύσκολο ν’ αρνηθείς την εποχή σου,

αυτή που ως ασκητισμός είχε προηγηθεί,

με τις επίνοιες, τα εφικτά και τ’ ατελέσφορα,

κι ακόμη δυσκολότερο ως ασκητής ν’ απαλλαχτείς

από τη σωτηρία της προσφοράς και της συντριβής

που η πλάνη της μοναδικότητας περιποιεί.

 

 Γιώργος  Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Lee Jeffries)

Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους Μιχάλης Αλμπάτης Εκδόσεις Νήσος [παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]

 

 

Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους

Μιχάλης Αλμπάτης

Εκδόσεις Νήσος

 

[παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]


 

 Ένα βιβλίο, που θα μπορούσε κάλλιστα να τροφοδοτήσει με τις ευρηματικές ιστορίες που περιγράφει σενάριο μιας κινηματογραφικής ταινίας με σκηνές διασκεδαστικές, αλλά και με προβληματισμό για τις σχέσεις των ανθρώπων, τις υποκριτικές, με τις κακίες και τις δολοπλοκίες τους, τις κρυφές επιθυμίες, τα ανέκφραστα και ανολοκλήρωτα όνειρα, τις σκέψεις, τα μυστικά, που, όπως λέγεται, συχνά «τα παίρνουν στον τάφο» οι άνθρωποι!...

  Αν μπορούσαμε να …ακούσουμε τι σκέφτεται ένας άνθρωπος, αφού πεθάνει, το πνεύμα του δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι αυτό δεν απόλλυται με το θάνατο του σώματος, πόσα μη αναμενόμενα για πολλούς από τους οικείους και τους φίλους του θα μαθαίναμε! Αν οι νεκροί σκέφτονταν και «μιλούσαν», πόσα θα μπορούσαν να συμβούν! Πόσοι θα δυσαρεστούνταν και πόσοι θα αισθάνονταν δικαίωση για όσα πίστευαν για τον εκλιπόντα! Αφού, απαλλαγμένοι πλέον από την άμεση σχέση και επικοινωνία με τους ζωντανούς οι νεκροί, δεν θα είχαν κανένα ενδοιασμό να αποκαλύψουν την αλήθεια τους, όλα όσα φοβούνταν να πουν ενώ ζούσαν, στα πλαίσια της κοινωνικής υποκρισίας ή από φόβο, υστεροβουλία και σκοπιμότητα. Και πόσο κάποιες φορές θα διασκέδαζαν οι πεθαμένοι διαπιστώνοντας τις διάφορες αντιδράσεις των οικείων τους, αν ήταν δυνατό να ακούσουν εκείνοι τις αλήθειες που κρύβονταν μια ζωή, ενώ άλλες φορές θα λυτρωνόταν το πνεύμα τους από το βάρος που έφεραν στη ζωή κρύβοντας πολλά από αγαπημένα τους πρόσωπα, αν έτσι αποκαλύπτονταν από τους ίδιους, ως εξομολόγηση, έστω μετά το θάνατο!...

    Ο Μιχάλης Αλμπάτης επινόησε τον ήρωα του βιβλίου, ένα νεαρό αγόρι στην Κρήτη, που ανακαλύπτει σε μια κηδεία πως έχει το «χάρισμα» να ακούει τη φωνή, τη σκέψη των νεκρών, χάρισμα, που κάποιες φορές σκέφτεται πως μπορεί να είναι «κατάρα» για τον ίδιο. Ένας θείος του σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την ιδιότητα του νεαρού και τον κάνει «διερμηνέα των πεθαμένων» περιοδεύοντας στα χωριά, παραβρισκόμενοι σε νεκροτομεία, και προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σε συγγενείς, αλλά και, όταν χρειαστεί, στις αστυνομικές αρχές, στην ιατρική επιστήμη προς έρευνα και μελέτη του φαινομένου, υπό την εποπτεία και των εκκλησιαστικών αρχών, προς επιβεβαίωση της θρησκευτικής πίστης περί αθανασίας της ψυχής!...

   Θα μπορούσαν να αποτελούν μια επιστημονική θεωρία όσα συμπεραίνει ή υποθέτει ο αρχίατρος, επικεφαλής μιας επιστημονικής επιτροπής που μελετά τη διαδικασία «διερμηνείας» της σκέψης των νεκρών στο νεκροτομείο του παλαιού Δημοτικού Πανάνειου Νοσοκομείου του Ηρακλείου – η ιστορία τοποθετείται στο 1950 – από το νεαρό Φανούρη, με την παρουσία, πάντα βεβαίως, του θείου του, δημοσιογράφων, αλλά και ενός ιερωμένου ως εκπροσώπου της Αρχιεπισκοπής. Μια θεωρία ενδιαφέρουσα, που δεν αποδέχεται την εκκλησιαστική άποψη περί αθανασίας της ψυχής, αλλά δέχεται την ύπαρξη αυτού που αποκαλούμε ψυχή, «όχι όμως σαν μια αθάνατη έξωθεν ουσία, αλλά σαν παράγωγο του ίδιου του σώματος, σαν κύημά του».

   Αντιγράφουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη συζήτηση στην επιτροπή και την …«επιστημονική» θεωρία:

     « ̶ Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα! παρενέβη αποφασιστικά ο ιερομόναχος. Η ψυχή υπάρχει! Ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα το σώμα του, όπως η επιστήμη πασχίζει τους τελευταίους αιώνες να αποδείξει! Ιδού! Είναι νεκροί κι όμως ακόμα μιλάνε, υπάρχουνε ακόμα!

̶  Δεν έχετε άδικο, αγαπητέ, απάντησε ο αρχίατρος χαμογελώντας με συγκατάβαση, αλλά ούτε ολοκληρωτικά δίκιο. Απ’ ό,τι αποδεικνύεται, είμαστε κάτι περισσότερο από το σώμα μας, αλλά όχι κάτι πέρα από αυτό. Όπως κι αν ονοματίσουμε αυτό που απομένει του θανάτου, παρατηρούμε ότι παραμένει προσδεμένο στο κορμί που το εκκόλαψε κι ότι είναι καταδικασμένο να εξασθενεί και να αποσυντίθεται προοδευτικά μαζί του, διαδικασία που η ψύξη της σάρκας δεν μπορεί να ανακόψει. Μακάρι να βρίσκαμε έναν τρόπο να διατηρήσουμε αναλλοίωτο αυτό που θα αποκαλούσαμε ψυχή, γιατί – ναι! – πρέπει να παραδεχτούμε πως υπάρχει, όχι όμως σαν μια αθάνατη έξωθεν ουσία, αλλά σαν παράγωγο του ίδιου του σώματος, σαν κύημά του. Αν παρομοιάζαμε το ανθρώπινο έμβρυο με έναν σπόρο και το ενήλικο άτομο μ’ ένα πλήρως αναπτυγμένο φυτό, θα λέγαμε ότι η ψυχή είναι το άρωμα που αναδίδουν τα άνθη του. Ακόμα κι αν το λουλούδι κοπεί, το άρωμά του θα εξακολουθεί για κάποιο διάστημα να διαχέεται στον αέρα, αλλά θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε ότι το άρωμα προϋπήρχε του φυτού ή ότι είναι δυνατόν να συνεχίσει να υπάρχει εις το διηνεκές μετά τον μαρασμό του υλικού κέντρου εκπήγασής του.

  »Για να χρησιμοποιήσω μιαν άλλη παρομοίωση, θα έλεγα πως η ψυχική μας δραστηριότητα, παραγόμενη προφανώς από τη λειτουργία του νου, προσιδιάζει σε μια αδιάκοπη εκπομπή εγκεφαλικών κυμάτων, τα οποία δεν είμαστε σε θέση ακόμα, δυστυχώς, να συλλάβουμε και να αναλύσουμε. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ψυχικοί αυτοί παλμοί συμπεριφέρονται όπως και κάθε άλλο παλμικό κύμα, διαχέονται δηλαδή προς όλες τις κατευθύνσεις με τη μορφή πολλών, ολοένα διευρυνόμενων κύκλων. Μπορούμε να φανταστούμε τον θάνατο σαν τη στιγμή εκείνη όπου ρίπτεται στο ακουάριο(*) του Νου το τελευταίο βότσαλο αυτοσυνειδήσεως, προξενώντας τις στερνές, κυκλοειδείς ρυτιδώσεις, τις ύστατες εκπομπές ψυχικού ρευστού, που με τη μορφή διευρυνόμενων δακτυλίων εξαπλώνονται ολοένα, μέχρι την οριστική τους διάλυση.

    »Τούτο πιστεύω, κύριοι, ότι συμβαίνει, ένα καθ’ όλα φυσικό φαινόμενο, το οποίο ως τώρα δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή μας και που κάποια στιγμή η εξέλιξη της επιστήμης θα μας επιτρέψει να μελετήσουμε διεξοδικά και να εντρυφήσουμε στους νόμους που το διέπουν…»

  Η φαντασία του συγγραφέα μάς προσφέρει ιστορίες διασκεδαστικές, πικάντικες κάποτε, συναρπαστικές και απροσδόκητες, με μόνο μειονέκτημα, κατά την άποψή μας το μακροσκελές κάποιων ιστοριών-αφηγήσεων των νεκρών, που καλό θα ήταν να είχαν κάποια συμπύκνωση λόγου.

   Σε συνέντευξή του στη lifo ο Μιχάλης Αλμπάτης στην ερώτηση “— Από πού ξεκίνησε η ιδέα για το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους»;” απαντά:

  “…χρειαζόμουν κάτι άλλο, μια ιδέα καινούρια, ξεχωριστή, κι αυτή με βρήκε αναπάντεχα στην κηδεία ενός συγγενή μου. Κατά τη διάρκεια της αγρύπνιας, ένας φίλος του, που συνήθιζαν να τα πίνουν παρέα, νιώθοντας ενοχές που εμείς απολαμβάναμε το κονιάκ μας ενώ κανείς δεν σκέφτηκε να δώσει λίγο στον μακαρίτη, του έσταξε μερικές σταγόνες στα χείλη και του παραπονέθηκε για το φευγιό του, γιατί οι ζωντανοί αισθανόμαστε πάντα εγκαταλειμμένοι μπροστά στον θάνατο.

Αναρωτήθηκα τότε τι θα σκεφτόταν ο θείος μου αν μπορούσε να ακούσει τα παράπονα του φίλου του, τι θα σκεφτόταν και τι θα μας έλεγε αν μπορούσε να μιλήσει, και η ιδέα του βιβλίου ξεπήδησε με μιας· ένα νεαρό αγόρι που μπορεί να αφουγκραστεί τις σκέψεις των νεκρών! Ήξερα πως θα είναι μυθιστόρημα ενηλικίωσης και περιπλάνησης, αλλά ταυτόχρονα, μέσα απ’ τις διηγήσεις των νεκρών, ιστορίες μέσα στην ιστορία, θα μπορούσε να είναι πολλά περισσότερα…”

Με μια τέτοια ιστορία αρχίζει το βιβλίο, με το θάνατο του θείου του Φανούρη, του Κρασογιώργη:

“…Όταν έφτασε ο Φανούρης, η αυλή ήταν ήδη γεμάτη κόσμο. Είχαν κουβαλήσει καρέκλες απ’ όλη τη γειτονιά, που τις είχαν τοποθετήσει περιμετρικά του αυλόγυρου, κι ο κόσμος, αφού έμπαινε να προσκυνήσει τον νεκρό και να δώσει τα συλλυπητήριά του, καθόταν εκεί για να κουτσομπολέψει ψιθυριστά, αργορουφώντας τους καφέδες κι αδειάζοντας τα ποτηράκια με το κονιάκ που η αδερφή του, η Φιλιώ, και άλλες συγγενοπούλες σερ­βίρανε αδιάκοπα, πηγαινοερχόμενες αεικίνητα ανάμεσα στο πλήθος…

Όλες αυτές οι εκφράσεις τρυφερότητας προς τον νεκρό ξάφνιασαν τον Φανούρη, που είχε συνηθίσει να ακούει τα ίδια χείλη να κατηγορούν αδιάκοπα τον μακαρίτη σαν μέθυσο, ανεπρόκοπο, γρουσούζη και ακαμάτη, και σκέφτηκε πως αυτή η μεταστροφή εξη­γούσε τη συνήθεια να αποκαλούνται οι νεκροί «συγχωρεμένοι», πως ο θάνατος έκανε να φαίνεται ασή­μαντο κάθε ελάττωμα και κάθε πρότερο αμάρτημά τους, απαλλάσσοντάς τους από κάθε μομφή και κάθε κατηγορία. Με τις σκέψεις αυτές, ζύγωσε πάνω απ’ το φέρετρο…

Τότε το άκουσε. Ήταν η φωνή του θείου του, με τη συνηθισμένη της χροιά, όμως σε έναν τόνο πολύ πιο χαμηλό κι από αυτόν του πιο αιθέριου ψιθύρου, χωρίς να χάνει ωστόσο σε διαύγεια ή σε σφρίγος, θυμίζοντας το απαλό βουητό που αφήνει ο άνεμος καθώς περνάει μέσα απ’ τα χωράφια με τα στάχυα.

— Καλώς το Φανουράκι μου! Ήρθες; Πώς και σ’ άφησε ο τσιγκούναρος ο Σπαγούλιος να φύγεις; Αυτός δεν ήρθε, ε; Εμ βέβαια! Σιγά μην κλείσει το μαγαζί του να ’ρθει να ανάψει μια λαμπάδα στον συγγενή του! Φοβάται μη χάσει καμιά δεκάρα ο σπαγγοραμμένος!

Ο Φανούρης, που δεν είχε προλάβει ακόμα να προσκυνήσει το εικόνισμα, έστρεψε τα γουρλωμένα από έκπληξη μάτια του προς το πρόσωπο του νε­κρού, πιστεύοντας πως είχε γίνει κάποιο θαύμα και πως ο θείος του είχε αναστηθεί, όμως όχι, τα χείλη του παρέμεναν σφαλιστά, έχοντας την μπλαβιά από­χρωση του σκοτωμένου αίματος.

— Αχ! Τι με κοιτάς, ανίψο μου, λες και μπορείς ν’ ακούσεις όσα λέω. Μακάρι να μπόραγες! Εσύ πάντα με νοιαζόσουνα και με καταλάβαινες κι όλο και κάνα ποτηράκι κρασί μου ’φερνες κρυφά απ’ τη γιαγιά σου. Αχ! Μακάρι να μ’ άκουγες και να μου ’δίνες κι εμένα λίγο κονιακάκι, που το ζήλεψα. Τόση ώρα πίνουνε οι κερατάδες και λένε «Μακαρία του», μα δεν εβρέθηκε ένας τους να στάξει λιγουλάκι απά στα χείλια μου, απού έχουνε πετρώσει!

Ο Φανούρης, σίγουρος πια πως ο θείος του ήτανε ζωντανός, μόνο που δεν μπορούσε να ανοίξει το στόμα του εμποδισμένος απ’ το μαντίλι, στράφηκε απότομα προς τα πίσω, άρπαξε ένα ποτηράκι με κονιάκ από τον δίσκο που η αδερφή του μετέφερε και ξαναγυρίζοντας πάνω από το φέρετρο έσταξε αργά αργά το περιεχό­μενό του πάνω στα παχιά, σφιγμένα χείλη, που όμως διόλου δεν σαλέψανε για να το υποδεχτούν, παρά το άφησαν να κυλήσει σε δυο λεπτές γραμμές πάνω στον ζαρωμένο λαιμό κι από κει να μουσκέψει τον γιακά του άσπρου πουκαμίσου. Μέσα στην αίθουσα επικράτησε ξαφνικά μια απόλυτη σιωπή, με κάθε κίνηση να μένει μετέωρη και με ολωνών τα βλέμματα συγκεντρωμένα επάνω του, ξαφνιασμένα από την παράδοξη σπονδή, που την ερμήνευσαν σαν έναν συμβολικό αποχαιρετι­σμό προς τον αγαπημένο του θείο.

Εκείνη τη στιγμή η αέρινη φωνή ακούστηκε ξανά:

— Αχχχ! Να’χεις την ευχή μου! Δεν μπορώ, βέβαια, να το καταπιώ, μα μου γλύκανε τα χείλη. Μα πώς μπορείς και με ακούς; Είσαι κι εσύ σαν τον παππού σου τον Φανούρη, ε; Κι αυτός λένε πως εμίλαγε με τους αποθαμένους…”

 

Πάλι από τη συνέντευξή του συγγραφέα στη lifo:

   “— Γιατί τοποθετείς το βιβλίο σε παλιότερη δεκαετία, του ’50, και όχι στη σημερινή εποχή;”

“Το «τώρα» του βιβλίου είναι οι αρχές της δεκαετίας του 1950, αλλά με τις διηγήσεις-αναμνήσεις των νεκρών ταξιδεύουμε ακόμα πιο πίσω. Ήταν εποχές που ο κόσμος δεν είχε ακόμα ολότελα απομαγευτεί, όπου, κυρίως στην επαρχία, πίστευαν ακόμα στα ξόρκια, στις μαγικές τελετές, στις νεράιδες και τα φαντάσματα. Ήταν ένας κόσμος όπου ο Φανούρης, με το αλλόκοτο χάρισμά του, μπορούσε, παρ’ όλες τις αρχικές επιφυλάξεις, να γίνει πιστευτός και σεβαστός. Αν εμφανιζόταν στην εποχή μας ένα παιδί που υποστήριζε ότι μπορεί να μιλήσει με τους νεκρούς, είναι σίγουρο ότι θα κατέληγε στο ψυχιατρείο…”

 

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε στο Ζαρό Κρήτης, στους πρόποδες του Ψειλορείτη, ζει στο Ηράκλειο.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «νήσος», Αθήνα 2022


(*) ακουάριο = ενυδρείο

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων έτος 43o, τχ. 203, Οκτώβριος-Δεκέµβριος 2024

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

 εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων

έτος 43o, τχ. 203, Οκτώβριος-Δεκέµβριος 2024




ΠEPIEXOMENA

Aφιέρωμα

στον Ρούντολφ Νουρέγιεφ

3 Γιώργος Χρονάς: Ο Νουρέγιεφ στον Όλυμπο

4 Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Βιογραφία

6 Έμυ Πανάγου: Στη δόξα του εφήμερου

8 Εφημερίδες

10 Ανδρέας Ρικάκης: «εἶναι παιδί, πολύ παιδί»

14 Eλένη Χέλμη-Μαρκεζίνη: Ένας περίπατος στη Βιέννη

20 Εφημερίδες

24 Θόδωρος Κρίτας: Ρούντολφ Νουρέγιεφ

30 Εφημερίδες

34 Η ζωή του Νουρέγιεφ άλλαξε

38 Ροζίτα Σώκου: Ο χορός πάνω από τη ζωή του

46 Ήρα Φελουκατζή: Κηδεύτηκε ο Νουρέγιεφ

*

48 Γιώργος Χρονάς: Ο Χάρης Μεγαλυνός κοιμάται

53 Μιχάλης Κατσαρός: Τράπεζα Ελλάδος

54 Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο

59 Στέλιος Λουκάς: Ο πόλεμος, το δέντρο και το πουλί

60 Αγγελική Πετροπούλου: Το μπαρ του Απότσου, ο Ώντεν και οι Αμερικάνοι «αυτοεξόριστοι»

 στη ‘Χαμένη Άνοιξη’ του Τσίρκα

82 Χρίστος Χριστοφής: Με την ματιά του συλλέκτη...

88 Αργυρώ Κεφάλα: Η ζωή στο αθόρυβο

90 Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος: Μαρία Λαϊνά.  Στον πυρήνα της ύπαρξης

93 Νεφέλη Γκάτσου: Ω έλατο!

94 Μία συνομιλία με τον Γιάννη Αντωνόπουλο:  Δήμος Μούτσης. Είμαι κατά βάση μοναχικός λύκος

102 Αμάντα Σκαμάγκα: Ο Τίτος Πατρίκιος και η ιταλική τέχνη – Μια σύντομη προσέγγιση

105 Κωνσταντίνος Βορβής: Από την Ρώμη στην  Νάπολη

108 Κώστας Θ. Ριζάκης: η σφήκα τής μελίσσης

110 Θωμάς Κοροβίνης: Έναν αιώνα σαν ξελογιασμένη

111 Βιβλία. Γράφουν οι: Διώνη Δημητριάδου, Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Βασίλης Γεωργιάδης,  Κωνσταντίνος Βορβής, Κωνσταντίνος Μπούρας, Γιώργος Χρονάς

139 Θέατρο. Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Μπούρας,  Αθανάσιος Βαβλίδας

145 Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές Ανταπο-κρίσεις

153 Μαρία Γαλανού: «Λας – Πέτρα»

154 Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα

155 Κωνσταντίνος Μπούρας: Ο πεσμένος κάλυκας

157 Τα νέα μας βιβλία του 2024

158 Δευτέρα

159 Τα 4 τεύχη μας του 2024 – 200, 201, 202, 203

Υπάρχει στα βιβλιοπωλεία:

Πολιτεία

Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)

Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)

Πατάκης

Αχιλλέας Σίμος

Ελευθέριος Τζανακάκης

Χρήστος Μαρίνης

Α. Κανάκης

Συμμετρία Α. Ε.

Τσιγαρίδας Α. Ε.

Ευριπίδης Α. Ε.

Σμυρνιωτάκης Greek books

Δ. Τσανάς – Σ. Δημόπουλος

Σκλαβούνος Παράσχης

Ηλίας Μαγγόπουλος

Κέντρο του Bιβλίου (Θεσσαλονίκη)

Μαλλιάρης (Θεσσαλονίκη)

Κεντρί (Θεσσαλονίκη)

Oblik Editions (Θεσσαλονίκη)

Πολύκεντρο Θαλασσινού (Κως)

Βιβλιοπωλείο Οδός Πανός, Διδότου 39 και Ιπποκράτους

106 80 Αθήνα, τηλ 2103616782

e-mail: chronas@otenet.gr

και όπου ζητηθεί με αντικαταβολή.

Διανομή από το Πρακτορείο Τύπου, Άργος Α.Ε., μόνο στην Αττική,

και στο αεροδρόμιο Αθηνών

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Νώε Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης Εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

 

Νώε

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Εκδόσεις Κίχλη

 η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Νώε» του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη (κριτική) – Ένας σύγχρονος Ροβινσόνας (bookpress.gr)




Ο μοναχικός βαρκάρης Νώε

 

Μπορεί ποτέ να εννοηθεί χρόνος χωρίς χρόνο; Η πρόσφατη ιστορία του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη ξεκινά με αυτή την παράδοξη συνθήκη ενός διαφορετικού χρόνου, χωρίς ημερομηνίες, λεπτοδείκτες, χρονόμετρα και ξυπνητήρια· ένας χρόνος άχρονος, μέσα σ’ έναν τόπο επίσης παράδοξο, αν τον δούμε με τα μάτια της λογοτεχνίας. Ωστόσο, αν, έστω και για λίγο, η σκέψη μας ξεφύγει από τη μαγεία του λογοτεχνικού ψεύδους, τόσο ο τόπος όσο και ο χρόνος αποκτούν διαφορετικές διαστάσεις, μοιάζουν γνώριμες συνθήκες, μια δυστοπία τόσο εφιαλτικά σημερινή. Αρκεί να δούμε το τώρα λίγο να επεκτείνεται στο μέλλον, το πολύ κοντινό. Ένας πλημμυρισμένος τόπος, με χαμένο πλέον τον ορίζοντα, όπως τον γνωρίζουμε να κόβεται ασύμμετρα από τα ανθρώπινα δημιουργήματα, μια απέραντη λίμνη, την οποία ο μοναχικός βαρκάρης και ο σκύλος του θα πρέπει να την περάσουν, μέχρι να βρουν στεριά.

Η αλήθεια είναι πως δεν με ελκύει ιδιαίτερα η λογοτεχνία της δυστοπικής θεματικής (με τη συνακόλουθη μελλοντολογία) ίσως γιατί έχω την αίσθηση, ολοένα και πιο έντονη, πως ήδη βρισκόμαστε μέσα στον εφιάλτη, μόνο που ακόμη ελπίζουμε πως, έστω την ύστατη στιγμή, θα διαβούμε τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής μας εξαφάνισης. Έχοντας, όμως, εμπιστοσύνη στη γραφή του Παναγιώτη, το διάβασα, αφήνοντας στην άκρη την όποια προκατάληψη. Και καλά έκανα. Γιατί, ένας συγγραφέας με εναργή κοινωνική συνείδηση, όπως αυτός, δεν θα επέτρεπε στη γραφή του να απομακρυνθεί τόσο από τη σύγχρονη προβληματική, από τις σημερινές αγωνίες, μόνο και μόνο για να μας οδηγήσει σε ένα απώτατο μέλλον με ένα βιβλίο φαντασίας. Ο Νώε του είναι σύγχρονος, περσόνα ρεαλιστική, με πολύ μακρινή απήχηση του βιβλικού προσώπου, σύμβολο του σημερινού, εν αγωνία διαβιούντος, ανθρώπου. Η ιστορία που αφηγείται ο Νώε στον σκύλο του, τον Παρασκευά (σύμβολο κι αυτός της άλαλης συντροφικότητας) περικλείει μέσα της την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, που όπως ξεκίνησε ως μοναχικός αγώνας επιβίωσης, έτσι πάλι κινδυνεύει να βρεθεί με μια σειρά από μοναχικούς βαρκάρηδες, με εκ θεμελίων διαλυμένο τον περίφημο τεχνολογικό κόσμο, που όλα τα προέβλεψε εκτός από τη δυναμική της αυτοκαταστροφής του, κρυμμένη εν δυνάμει από την αρχή μέσα του.

Επειδή, όμως, όλα τα μπορεί η συγγραφική πρόθεση, εκτός από την αιφνιδιαστική «αυτονόμηση» της ίδιας της γραφής, που απρόσμενα και απροειδοποίητα αναλαμβάνει τα ηνία, καθοδηγώντας τις λέξεις σε πολυδαίδαλα μονοπάτια, έτσι και η ιστορία αυτή, κατά τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γραφής του Παναγιώτη, ανοίγει τα τοπία της σε διαφορετικούς ορίζοντες. Κωπηλατώντας ο Νώε θα θυμηθεί ακρογωνιαίους λίθους της ανθρώπινης πνευματικότητας, όπως εξελίχθηκε από την αρχαιότητα ώς την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ανοίγοντας (όπως όλα έδειχναν) τον δρόμο για έναν ελεύθερο άνθρωπο, έναν διεκδικητή των δικαιωμάτων του. Αυτή η μνεία δοκιμάζει περισσότερο τις αντοχές του, τον οδηγεί στο καταφύγιο των ονείρων –πού τελειώνει, όμως, η πραγματικότητα και πού αρχίζει η υπέρβασή της;– ή στην εκτίναξή του σε ένα απώτατο μέλλον, όπου εξωγήινοι πολιτισμοί θα «διαβάσουν» κάποτε την ιστορία των γήινων ανθρώπων. Η μνήμη του θα γυρίσει στα πιο πρόσφατα γεγονότα, όταν οι αρχές της πόλης ευελπιστούσαν με έργα της τελευταίας στιγμής να οχυρωθούν απέναντι στην καταστροφή που ερχόταν. Μνήμες συλλογικές αντλημένες από θρύλους, από μύθους, από θρησκευτικές δοξασίες, εισβάλλουν εμβόλιμα, καταργώντας έστω και πρόσκαιρα το εφιαλτικό παρόν. Πώς αναγεννήθηκε το γένος των ανθρώπων από τις ταπεινές πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας; Μήπως συμβεί το θαύμα ξανά; Αφηγείται παραμύθια (γνωστή η δύναμη της παραμυθίας, δηλαδή της παρηγοριάς) στον εν απορία Παρασκευά, που αποκτά την υπόσταση των απόντων πλέον ανθρώπων. Συγκρίνει με τον λογοτεχνικό Ροβινσώνα τον εαυτό του, μόνο και μόνο για να τον βρει δραματικά κατώτερο σε επινοητικότητα· ο συνειρμός εύκολος με τον σύγχρονο άνθρωπο που, βοηθούσης της τεχνολογίας, λησμόνησε τη δύναμη του επινοητικού μυαλού. Η ποντισμένη πλέον ανθρωπότητα συμπαρασύρει στον βυθό και στη λήθη όλα τα βήματα του πολιτισμού από τον πρώιμο έως τον σύγχρονο. Ο βαρκάρης Νώε είναι απελπιστικά μόνος.


Και είναι τότε η στιγμή που θα πρέπει να «χτίσει» από την αρχή τον πολιτισμό, σε έναν «ου τόπον», αυτός ο νέος «ούτις» να ιστορήσει (ο κόσμος όλος μια αφήγηση είναι), και η ιστορία του να έχει τον τίτλο Νώε. Ο Χατζημωυσιάδης, μέσα σε μόλις σχεδόν εβδομήντα σελίδες, καθοδηγούμενος από την προσωπική του αγωνία και την κοινωνική του συνείδηση, ιστόρησε, σε έναν νέο συλλαβισμό, τον τωρινό πολιτισμό και οραματίστηκε εξ αρχής έναν νέο, εν κύκλω στην ουσία, μόνο με την ελπίδα να υπερβεί την ύβριν του προηγούμενου. Καταλήγω πως το φαινομενικά δυστοπικό στη θεματική του βιβλίο, ήταν ένας ολικός επαναπροσδιορισμός, να βρούμε από τη αρχή ποιοι είμαστε, τι μας περιβάλλει και ποια η θέση μας σ’ αυτό. Όχι τυχαία, ολοκληρώνοντας ο ίδιος την ιστορία του, μιλά για έναν νέο ρεαλισμό, χωρίς στυγνό και απελπιστικά τετραγωνισμένο ορθολογισμό, που να επιτρέπει στην αξία άνθρωπος, σε συμφιλίωση με τον φυσικό κόσμο, να επιβιώσει και να χαρεί μια ισορροπημένη ζωή, χωρίς βαρβαρότητες, χωρίς βία, χωρίς την ψευδαίσθηση της δύναμης, χωρίς οίηση. Ακόμα κι αν, για να συμβεί αυτό, να πρέπει να διαλυθεί ο παρών κόσμος στα στοιχεία του. Τολμηρό, όσο και ευαίσθητο βιβλίο, ανοιχτό σε διαφορετικές αναγνώσεις. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη μια πολύτιμη συγγραφική «κατάθεση». Στο εξώφυλλο, σε σκοτεινά χρώματα, φωτογραφία της Χριστίνας Καραντώνη (Πνιγμός), παραπέμπει σε μια ζωή εν κινδύνω.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Ήρθε στον  νου μου ο Οιδίποδας, ο ήρωας του Σοφοκλή, που σκότωσε τον πατέρα του, έσμιξε με τη μητέρα του και έκανε τέσσερα παιδιά μαζί της. […] Τον φαντάζομαι μετά την τελευταία λέξη να κατεβαίνει από τη σκηνή και να βγαίνει από το κείμενο· τυφλός, ρακένδυτος και μόνος να περιφέρεται ανά τους αιώνες από ήπειρο σε ήπειρο και από χώρα σε χώρα, για να δείξει στην ανθρωπότητα τις συνέπειες της ύβρεως. (σ. 66).

 

Κι ύστερα με τον Παρασκευά θα οδοιπορούμε ολημερίς εξερευνώντας τα ενδότερα σκοτάδια. Αναζητώντας αποικίες πτηνών και ζώων και κυρίως πρωτόγονες φυλές ανθρωποφάγων. Όχι για να τις εξημερώσομε. Ούτε για να τις μελετήσουμε επιστημονικά. Μόνο για να διδαχτούμε απ’ αυτές την τεχνική της φωτιάς. Εκφωνώντας τους ως αντίδωρο ένα ποίημα του Ντύλαν Τόμας και ένα διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού.  (σ. 74.).