Το παιχνίδι της στάχτης
Βαγγέλης Αλεξόπουλος
Εκδόσεις Οδός Πανός
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr
Για το «Παιχνίδι της στάχτης» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου –
γράφει η Διώνη Δημητριάδου – frear
Η
αρχιτεκτονική του πένθους
Το
αρχιτεκτονικό σχεδίασμα των ποιημάτων του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, χαρακτηριστικό της
μορφής των ποιητικών του συλλογών από το 2017 μέχρι σήμερα, είναι ένα είδος
λογικής και ρυθμισμένης «παρέμβασης» σε όσα η ποίηση εκ του φυσικού της μοιάζει
να αρνείται. Κι όμως, το αποτέλεσμα, αντί να περιορίζει τον ποιητικό
αυθορμητισμό, παραδόξως τον ενισχύει. Η θεματική του Αλεξόπουλου γύρω από το
πένθος, με όποια ειδοποιό διαφορά από συλλογή σε συλλογή, συνιστά μια εξ αρχής
απόπειρα όχι μόνον καταγραφής των σκοτεινών του σημείων, αλλά μια εν δυνάμει
πορεία προς την υπέρβασή του. Ως προς αυτό το δεύτερο, δεν έχει καθόλου σημασία
η επίτευξη του στόχου, άλλωστε ο ποιητής γράφει, μοιράζοντας το μυστικό του: Η ποίηση
ακονίζει/ δε θεραπεύει το πένθος (Επίμετρο, «Μυστικό»). Αυτό που
περισσότερο μετράει εδώ είναι η ποιητική ανάσα κατά τη διάρκεια δημιουργίας,
ελάχιστη ή ικανή να διαπεράσει το έρεβος. Από την ώρα, όμως, που το ποίημα τελειούται (ιδανική συνθήκη), το πένθος
δηλώνει ξανά την παρουσία του. Ό,τι δομήθηκε στη διάρκεια της γραφής, συντονισμένο
σε μια αρχιτεκτονική σχεδίαση εξ αρχής, τώρα απελευθερωμένο διατηρεί όλη την
ποιητική του ουσία τόσο για τον ποιητή (αν το αντέχει) όσο και για τον
αναγνώστη, που εισχωρεί ως εσαεί παρείσακτος στον κόσμο του, αναγνωρίζοντας
πότε δικά του σημάδια και πότε του ποιητή· η δομή έχτισε ενότητα την ενότητα,
ως γραφή, τα όρια του πένθους, και τώρα χτίζει, ως ανάγνωση, ένα τοπίο ξεκάθαρα
ποιητικό.
Συχνό μοτίβο στην ποίηση του Αλεξόπουλου οι Άγγελοι, είτε τους δει από κάτω προς τα πάνω, ως μια ξεχωριστή «κοινότητα» με ανθρώπινες ιδιότητες ωστόσο, είτε τους ανακαλύψει, αν και αθέατες παρουσίες, ανάμεσα στους ανθρώπους. Στην πρόσφατη, όμως, συλλογή του ελάχιστη η παρουσία τους. Έχει σημασία το εμβόλιμο ποίημα ανάμεσα σε Προοίμιο και Εισαγωγή: Πόσοι δαίμονες χωράνε/ Να περάσουν απ’ το μάτι της βελόνας/ Πριν το σφραγίσει η κλωστή; («Είδα τον άγγελο να πέφτει»). Πεπτωκώς ο άγγελος, πρόλαβε να επανέλθει στη θνητή ζωή, μετά το πέρασμα έκλεισε. Τα όρια πλέον αδιαπέραστα. Κι όσοι νομίζουν πως στα χέρια τους είναι η διάσωση, απλώς για λίγο κρύβονται από το Μάτι και το Χέρι, που όλα τα ρυθμίζει: Μια μικρή αράχνη στον νεροχύτη/ Περπατάει αμέριμνη στον πάγκο/ Το μάτι του Θεού την εντοπίζει/ Ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας/ Γίνεται βολίδα και της επιτίθεται/ Σκοπός του να τη λιώσει/ Εκείνη αντιλαμβάνεται τη μεταβολή/ Στην πυκνότητα του αέρα και τρέχει/ Προλαβαίνει να χωθεί κάτω/ Απ’ την ψωμιέρα/ Ο Θεός βαριέται να σηκώσει την ψωμιέρα/ Η μικρή αράχνη νομίζει ότι γλίτωσε («Μια μικρή αράχνη φλερτάρει με τον θάνατο»). Ήδη εισχωρούμε στην ποίηση αυτή.
Με τη σειρά των ενοτήτων (Προοίμιο,
Εισαγωγή, Game
over, Rewind, Restart, Επίλογος, Επίμετρο)
εικονοποιείται με ποιητικό τρόπο η διαδικασία της θνητότητας, το δίπολο
ζωή-θάνατος (ποιητικά σε αμφίδρομη πορεία), χτίζεται το πένθος. Αρχικά ως πικρή
συνειδητοποίηση, κατόπιν ως γνώση της κυριαρχίας του θανάτου, να χορεύουμε εμείς
τάχα αυτόνομα και ο ίδιος να κρατάει τον ρυθμό, να χτυπάει παλαμάκια. Έρχεται
μετά αυτούσιο το πένθος, όπως ο θάνατος το όρισε, άκαιρα συχνά (Στην
οικονομία του Θεού/ υπάρχουν θάνατοι αδικαιολόγητοι/ αυτοί ανεβάζουν τον
πληθωρισμό/ και βλάπτουν τη φήμη του, «Η υποτίμηση της αγοραστικής αξίας
του Θεού»), για να μεγαλώνει η απόγνωση, να συσσωρεύονται οι απώλειες, να
προσπαθεί ο ποιητής να τις καταγράψει, να μείνουν αποτυπώματα παρουσίας, κι ας
εννοεί τη ματαιότητα, την εθελοτυφλία του εγχειρήματος: Σ’ αγαπώ/ γιατί μου
μοιάζεις/ στρουθοκάμηλε (Άτιτλο»)· τι τίτλο να βάλεις, πώς να ονομάσεις
αυτή τη διαρκή ψευδαίσθηση;
Σ’ αυτή τη σωρεία αδικαιολόγητων
θανάτων ανήκει και το εμβληματικό ποίημα της συλλογής με τον μακροσκελή, όμως
τόσο εύστοχο, τίτλο «Αρχιτεκτονική τοπίου ή Ιστορίες από το μπαούλο της γιαγιάς
ή (ακόμα) Πώς βγήκε ο χαρακτηρισμός καταραμένοι ποιητές»: Το δωμάτιο της
κουζίνας έχει σχήμα παραλληλόγραμμο/ Κατά μήκος της μεγάλης πλευράς/
παρατεταγμένα τα ντουλάπια, ο νεροχύτης/ το ψυγείο και ο φούρνος./ Στην
απέναντι πλευρά ένα τραπέζι/ με τέσσερις καρέκλες.// Πίσω από την κεφαλή του
τραπεζιού/ η μπαλκονόπορτα και ο τοίχος/ νομίζω γυμνός αν εξαιρέσεις/ έναν
στρογγυλό ανεμιστήρα/ χωμένο μέσα του.// Στις καρέκλες κάθονται:/ η μαμά, η
γιαγιά και τα δύο παιδιά./ Πάνω στο τραπέζι ένα πιάτο και/ μέσα φλούδες
πορτοκάλι/ κομμένες σε σχήμα ελικοειδές ‘η κουζίνα μυρίζει πορτοκάλι’// Το
κορίτσι ζητάει τσιγάρο να καπνίσει/ – είναι
η τελευταία της επιθυμία –/ και το αγόρι ζητά να καπνίσει/ αλλά όχι
από ζήλεια:/ από ζήλεια// Στο τέλος/
Το κορίτσι έγινε άγγελος/ Το αγόρι ποιητής.
Από το σημείο αυτό και μετά, οι
ρόλοι δοσμένοι, η ποίηση γράφεται σκοτεινή, το πένθος παρόν πάντοτε, η ποδιά
του ποιητή, όπως του χασάπη, πάντα ματωμένη, αρχίζει η στροφή προς τα πίσω, μια
απόπειρα να ειπωθεί αλλιώς η αλήθεια των πραγμάτων· μάταιο. Το ξέρει και το
γράφει: […] Γνωρίζει άριστα ανατομία/ Ότι ψυχή και σώμα είναι/ ένα κουβάρι
(«Ποιμένας μελισσών»). Ξέρει ταυτόχρονα σχεδόν πως η κατάρα των ποιητών δεν τον
αφήνει, οι λέξεις που σπαράζουν μέσα τους δεν έχουν άλλη διέξοδο, πάντα θα
ηχούν γραμμένες. Ξεκίνημα ξανά, διαρκές
ποιητικό ταξίδι. Είσαι σπασμένος// Όμως// Πρέπει να κολλήσεις τα κομμάτια
σου/ Να κινηθείς// Έστω// σαν// μαριονέτα («Όταν πρέπει να συνεχίζεις να
κινείσαι»). Σ’ αυτή την πορεία θα αφιερώσει ποιήματα σε συνοδοιπόρους
δημιουργούς, κάτι σαν το ίαμα της ομάδας, δεν είναι λίγο αυτό.
Το τέλος φυλάχτηκε ξανά για μια
υπενθύμιση ματαιότητας, όπως κανείς δεν σώζεται, είτε στόχος ήταν κάποιος
άλλος, μαζί θα καεί κι αυτός: Όταν τέλειωσε το καλοκαίρι/ Μαζέψαμε το νεκρό
τζιτζίκι/ Το βάλαμε σ’ ένα σπιρτόκουτο/ Μετά ανάψαμε τα σπίρτα/ Και το κάψαμε//
Παράπλευρη απώλεια/ Δύο μυρμήγκια/ Που είχαν κολλήσει πάνω του/ Νόμιζαν πως
έτσι θα βγάλουν τον χειμώνα («Τέλος εποχής»). Η αρχική απώλεια και οι
παράπλευρες, το πένθος, το ποίημα, ο ποιητής. Διαβάζω την αρχική, εκτός σειράς,
προμετωπίδα που αρκεί για να αγκαλιάσει
όλα τα ποιήματα, τον ποιητή τον ίδιο, εμάς που τον διαβάζουμε: Βαρέθηκε ο Θεός τον κόσμο και τον χαλάει./ Όπως ο
ποιητής που ξαναδιαβάζει/ το ποίημά του και το σκίζει.
Το σκίζει, το καίει, δεν έχει καμία
σημασία, ένα παιχνίδι είναι και η ποίηση, ένα άθυρμα στα χέρια του ποιητή και
του αναγνώστη, που σαν τσιγάρο καίγεται, παρασύροντας κι εμάς μαζί, αφήνοντας
τις στάχτες, θλιβερό απομεινάρι του παίγνιου ή του εμπαιγμού κι αυτές, υπόμνηση
της μάταιης καύσης, είτε τη δεις ως στιγμιαία απόλαυση, είτε ως φάρμακο στον
πόνο, είτε ως θάνατο, θεαματικό και αναπόφευκτο – ποιος να τα ορίσει όλα αυτά;
Ολόκαυτη και η εικόνα του εξωφύλλου
(από τον Στράτο Φουντούλη).
Διώνη Δημητριάδου

















