Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

Νέες κυκλοφορίες - Ηλίας Κωνσταντίνου "Ποιήματα"

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων από τον πρόωρο θάνατο του Κύπριου ποιητή Ηλία Κωνσταντίνου (1957-1995), από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί ένας τόμος με τα Ποιήματά του, σε επιμέλεια και επιλεγόμενα από τον Λευτέρη Παπαλεοντίου (Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου). Είναι καιρός να γίνει ευρύτερα γνωστός αυτός ο ποιητής με τον «αναρχικό» αιρετικό στίχο, που αποτελεί μια ιδιαίτερη παρουσία στον χώρο όχι μόνο της κυπριακής αλλά και γενικότερα της νεοελληνικής ποίησης. Σύντομα εκτενέστερη αναφορά/ανάλυση. Εδώ ένα ποίημά του, πολυσήμαντο, ικανό να ταρακουνήσει τους εφησυχάζοντες.



 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ηλίας Κωνσταντίνου

 

Στην αρχή, λέει, έκαμε τη γη τον ήλιο το φεγγάρι

Τώρα, λέει, χτυπά τη γη, άγρια

μ’ έναν ήχο σκοτεινό που φτύνει μαλλιά

σαν λουλούδι

– όμως, αφρίζουν τα χώματα, γίνονται νερό,

η θάλασσα κρατά ανάστροφο ντουφέκι

ανελέητα χτυπά τη ρευστή γη – αλλά

άλλα δόντια δεν έχει το χώμα να κοπούν

με μανία αναπνέει καταπίνει τον ήλιο. Κοίτα!

Ξέρω ότι τα άσπρα μαλλιά ήταν καμένα φύλλα κάποτε

κλειστά σε μιαν αποθήκη

φρουρός, το ουράνιο τόξο

με δόντια κοφτερά πεινασμένα.

Τώρα, κάθε φορά που τελειώνουν τα νερά

ο ήλιος κατρακυλά λιγοθυμά στα χέρια μου. Εγώ

θα πω στα παιδιά να μην τον κλοτσούν

θα καούν.

Εγώ – τα θέλω να σκοτώνουν

με στοργή ατόφια καθαρή.

 

Γερνούν. Τα παιδιά πριν γεννηθούν γερνούν.

Τσαλακώνονται στα πρόσωπά τους

τα γόνατά τους σβήνουν

γονατούν, έτσι πολεμούν γονατιστά και πεθαίνουν.

Η γη ξαναγεννά τα μαλλιά τους σαν χόρτα.

Αν μπορούσε θα τα ’φτυνε

θα τα φώναζε «αλυσίδα-φυλακή-χρήμα»

Ποιος θα δέσει τα μαλλιά σχοινί – να πάει πού;

Δεν λέει όμως είν’ εύκολο βαθύ.

Έχουν μεγάλη σημασία τα δάχτυλα των ποδιών.

Πιο μεγάλη απ’ τους αμέτρητους συνδυασμούς

της σπασμένης αλφαβήτας.

Να αναστηθούν τα παιδιά – άφοβα αθώα δυνατά παιδιά

να πατούν τα πόδια παιδιά – να το ξέρουν.

 

[Ηλίας Κωνσταντίνου, Η Άμαξα 9 (Φεβρουάριος 1985) 14-15]

 

Ο Ηλίας Κωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1957. Στα χρόνια 1972-1982 έζησε στο Λονδίνο, όπου έκανε ανθρωπιστικές και θεατρικές σπουδές. Ακολούθως έμεινε κατά διαστήματα στην Αθήνα, ενώ το 1984 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λεμεσό, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο του περιοδικού Η Άμαξα. Το 1988 ίδρυσε στην ίδια πόλη το βιβλιοπωλείο «Αμοργός». Από τα νεανικά του χρόνια άρχισε να γράφει ποιήματα στα αγγλικά, αλλά στη συνέχεια εξέδωσε τέσσερις συλλογές με ποιήματα στα ελληνικά. Αρκετά από τα ποιήματά του τα διένειμε σε φίλους του, συγκεντρωμένα σε δακτυλογραφημένες συλλογές. Πέθανε πρόωρα το 1995.

 

 

 

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021

Δάσκαλε, φοβάμαι… Θανάσης Μαυρίδης ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη "ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ"

 

Δάσκαλε, φοβάμαι…

Θανάσης Μαυρίδης

ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη "ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ"

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μια θέα στο άρρητο | Fractal (fractalart.gr)




 

 

Μια θέα στο άρρητο

 

Οι καταθέσεις ψυχής, δεν προτιμούν τη σχοινοτενή γραφή· αρκούνται σε ολιγόλογα κείμενα, πεζά η ποιητικά – συχνά δεν είναι διακριτή η διαφορά τους και άρα καθόλου εύκολη η κατάταξή τους σε ένα μόνον είδος. Με τον ελάχιστο αριθμό των λέξεων, με τη συμπύκνωση του λόγου ως τα όρια της πρόσληψης του νοήματος από την πλευρά του αναγνώστη, καταγράφεται η ουσία της ανθρώπινης περιπέτειας, το ιδιωτικό πάθος, η αφορμή επομένως που ώθησε τον συγγραφέα να καταστήσει αναπόφευκτα μια προσωπική υπόθεση κοινό κτήμα. Στη γραφή του Θανάση Μαυρίδη, στο υβριδικό βιβλίο του Δάσκαλε, φοβάμαι…, η πεζότητα της μορφής αναμειγνύεται εύστοχα με την ποιητικότητα που με αφθονία εκχειλίζει από τα εκφραστικά μέσα. Ο υπαρξιακός χαρακτήρας αυτής της γραφής, με τα ερωτήματα που εσωκλείονται να ξεπερνούν την ατομική περίπτωση –χαρακτηριστικό άλλωστε γνώρισμα τόσο των ποιητικών κειμένων όσο και των φιλοσοφικών– δεν θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός εκτενέστερου κειμένου ούτε ενός σαφώς προσδιοριζόμενου ως προς το είδος. Έτσι όπως παραδίδεται από τον συγγραφέα επιτρέπει τις διαφορετικές προσωπικές αναγνώσεις, δείγμα πλούτου της γραφής.

Ο θάνατος ως άφευκτη συνθήκη, ως προκαλούμενος φόβος μπροστά στο άγνωστο, παράλληλα ως ανάγκη συμφιλίωσης με το άρρητο και αφανές, κυριαρχεί εδώ. Μία μελέτη θανάτου, επομένως; Η εικόνα του εξωφύλλου (John Butler Yeats, A haunted chamber, 1899) συνάδει με τον θάνατο ως έννοια ενισχύοντας το κλειστοφοβικό κλίμα του βιβλίου. Είναι, όμως, αυτή η μοναδική δυνατή αναγνωστική προσέγγιση; Το αφηγούμενο πρόσωπο εν είδει εξομολόγησης καταθέτει όχι μόνο τον φόβο απέναντι στο άγνωστο που συνιστά ο «χώρος επέκεινα» αλλά και έναν υποφαινόμενο έρωτα (με όλες τις πιθανές μορφές του) ως αντίπαλον δέος σε ό,τι προκαλεί το (φαινομενικό έστω) τέλος της ορατής και αισθητής ζωής. Είθισται στη λογοτεχνία να συνυπάρχουν οι δύο έννοιες, σε μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης δημιουργώντας ένα τοπίο άλλοτε κυριολεκτικό μιλώντας για το εφήμερο και το αδύνατο κατ’ ουσίαν μοίρασμα του ερωτικού αισθήματος, και άλλοτε μεταφορικό ενισχύοντας την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που βαυκαλίζεται να πιστεύει σε μια δόση αιωνιότητας μέσω του έρωτα. Εδώ, στη συγκεκριμένη γραφή, συμπλέκονται ο δύο έννοιες πότε με διακριτό και πότε με υπόρρητο τρόπο.

Με συνεχή περάσματα από το ρεαλιστικό περιβάλλον μιας ασθένειας στον ασαφή και μη προσεγγίσιμο για τη λογική χώρο μιας φαντασιακής σύλληψης, ο Μαυρίδης προσφέρει σε κοινή θέα την πορεία από τη ζωή στον θάνατο, ως δυνατή κατάληξη, και ταυτόχρονα τη βίωση της επιστροφής – όσο αυτό μπορεί να καθίσταται πραγματική συνθήκη και όχι μόνο ιδεατό δημιούργημα, ευκταίο σε κάθε περίπτωση. Έτσι, συνομιλεί  με τον Δάσκαλο, εκφράζοντας τον φόβο, την ελπίδα, την απογοήτευση, την αδυναμία μπροστά στη θέα του άγνωστου μέλλοντος, που παραδόξως έγινε έστω και για λίγο ορατό. Βιώνει την ασύλληπτη έννοια του χρόνου ως μια διαρκή κίνηση, που μέσα της εν είδει σκιών κινούμαστε όλοι, χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα των δυνάμεων που διέπουν το σύμπαν και προκαθορίζουν τη ζωή.

Ένα βιβλίο πολυεπίπεδο, με πολλαπλές νοηματικές προσεγγίσεις και φιλοσοφικές προεκτάσεις, σε μια έκδοση εξαιρετικής αισθητικής, όπως πάντα από τις ΑΩ εκδόσεις.

 

[Αποσπάσματα:

 

Αργά-αργά και ύστερα γρήγορα-γρήγορα. Κι έπειτα πάλι αργά. Στέκομαι, κοιμάμαι, ξεχνιέμαι. Δεν θυμάμαι από πού έρχομαι και πού πηγαίνω. Την άλλη  μέρα ξεκινώ και πάλι σαν να είναι η πρώτη φορά, αλλά κάτι μου λέει μέσα μου ότι δεν είναι. Το ξέρω ότι δεν είναι. Μια μπροστά, μία πίσω, μάλλον γυρίζω γύρω-γύρω από κάπου που έχω ξεχάσει τι ακριβώς είναι. Θέλω να θυμηθώ, αλλά δεν έχω βρει ακόμη τον τρόπο. (σ. 22)

 

Μπορώ να δω το μέλλον. Να κρυφοκοιτάξω στο παρελθόν. Γι’ αυτό είμαι χαμένος στο παρόν. Είχα άλλες δουλειές να κάνω και έχασα τον εαυτό μου στα βαγόνια του χρόνου. (σ. 44)

 

Είδα τον θάνατό μου, Δάσκαλε, φοβάμαι. (σ. 46)]

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

 

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021

Ο έμπορος του φωτός Roberto Vecchioni μετάφραση: Δημήτρης Παπαδημητρίου εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Vakxikon.gr

 

Ο έμπορος του φωτός

Roberto Vecchioni

μετάφραση: Δημήτρης Παπαδημητρίου

εκδόσεις Κριτική

 η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Vakxikon.gr

"Ο έμπορος του φωτός" του Ρομπέρτο Βεκιόνι: Η φιλοσοφική θεώρηση της οδύνης - Vakxikon.gr - Vakxikon.gr Media & Publishing Group

 



Η φιλοσοφική θεώρηση της οδύνης

 


Είναι η ιδιαίτερης αξίας συγγραφική τέχνη που καθιστά ένα μικρό αφήγημα (μόλις 160 σελίδων) ισότιμο μεγάλων μυθιστορημάτων ως προς τη θεματική αλλά και τους τρόπους επεξεργασίας του αρχικού υλικού. Το δεύτερο βιβλίο με το οποίο ο Vecchioni κερδίζει την αναγνωστική πρόσληψη (έχει προηγηθεί από τις ίδιες εκδόσεις Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα) διεκδικεί μια θέση δίπλα  σε αυτά που συνδυάζουν την πλοκή και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων με τον φιλοσοφικό στοχασμό, οδηγώντας έτσι στην εντύπωση πως η μυθοπλασία ήταν μια εύσχημη αφορμή προκειμένου να αποτυπωθεί στη γραφή μια ολόκληρη κοσμοθεωρία ή αλλιώς μια στάση ζωής απέναντι στην οδύνη, την άφευκτη απώλεια, τη συντριβή. Οι δύο ήρωες της ιστορίας, ο Στέφανο και ο Μάρκο, πατέρας και γιος αντίστοιχα, θα ομοιάσουν με πρόσωπα τραγικού θεάτρου, έτσι όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης καθόρισαν τη σύγκρουση της ταπεινής θνητότητας με την προκαθορισμένη μοίρα της. Ο Μάρκο από τη μια πλευρά, καταδικασμένος από τη σπάνια ασθένεια της προγηρίας να οδεύει προς το τέλος της σύντομης ζωής του, με τη σοφία ενός ενήλικα. Και από την άλλη ο Στέφανο, πεπεισμένος για τη δύναμη των γραμμάτων και της ελληνικής σοφίας να προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει στον γιο του κάτι από αυτό το φως για να δώσει νόημα στη ζωή που του απομένει αλλά ταυτόχρονα για να ενδυναμωθεί και ο ίδιος – μια παράλληλη πορεία με προδικασμένο το τέλος της, και για τους δύο. Δύο ερωτήματα –ομοίως απαιτητικά– προκύπτουν σε αναγκαία αλληλοσυμπλήρωση συνιστώντας την ουσία του εξαιρετικού αυτού βιβλίου:

Το ένα αφορά αυτή καθεαυτή τη βίωση της οδύνης. Πώς αντιμετωπίζεται η συνειδητοποίηση της επερχόμενης απώλειας, πολύ περισσότερο αν αυτή αφορά ένα παιδί; Είναι ίσως η άρνηση της πραγματικότητας, τροφοδοτούμενη από μια πίστη με θεϊκή προκάλυψη αλλά με ανθρώπινες ρίζες, που μπορεί να βοηθήσει; Ή μήπως η συμφιλίωση με την άδικη μοίρα που υπερβαίνει την ανθρώπινη αξίωση για την ελάχιστη ζωή που αναλογεί στον καθένα; Ο πληττόμενος άνθρωπος αισθάνεται μόνος και ανυπεράσπιστος, έρμαιο των συνθηκών που ερήμην του καθόρισαν τις κινήσεις του. Το δεύτερο σχετίζεται με την απόπειρα όχι μόνον να αντιμετωπισθεί το πάθος αλλά και με την ελπίδα μιας πιθανής ερμηνείας του. Μήπως ανατρέχοντας στη σοφία των αιώνων, σε όσα έχουν γραφεί για τα ανθρώπινα «πήματα», δηλαδή τις συμφορές με τις οποίες άφευκτα συμβαδίζει η ζωή, υπάρχει κάπου ο τρόπος, η διαδικασία που οδηγεί σε μια λύτρωση; Αλλά και ποια η φύση αυτής της λύτρωσης, πόσο υποκειμενικός ο χαρακτήρας της, πόσο φαντασιακή η υπόστασή της;

Ο Στέφανο, δεινός μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, θεωρεί ικανό τον αρχαίο λόγο να φωτίσει τη ζωή, τη δική του αλλά και του Μάρκο· σ’ αυτό το φως γίνεται «έμπορος», γιατί προσδοκά την ανταμοιβή του βλέποντας τον νου του παιδιού του να δέχεται τον πλούτο που του προσφέρει και να δίνει νόημα, φυσιογνωμία, ξεχωριστό χαρακτήρα στη ζωή του. Όσο ο Μάρκο θα ανταποκρίνεται ανακαλύπτοντας και ο ίδιος τη μαγεία του αρχαιοελληνικού λόγου, την αντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο θεωρητικό της συμπλήρωμα, τόσο πατέρας και γιος θα μεταβαίνουν από τη σκληρή αλήθεια στη βίωση μιας άλλης εσωτερικής και προσωπικής εκδοχής της – όλα μπορεί να ερμηνεύονται, όλα να καθίστανται υποφερτά στη θεωρητική τους επεξεργασία. Ο τρόπος της Σαπφούς θα δείξει την ανεπάρκεια του ανθρώπου μπροστά στον αναπόφευκτο αποχωρισμό, και ο φόβος του Αρχίλοχου μέσα στη μάχη θα δώσει το μέτρο του αληθινού ηρωισμού: «Αυτός είναι ο Αρχίλοχος, Μάρκο. Πιστεύεις πως δεν νιώθει φόβο; Μα φυσικά φοβάται. Η μοίρα έχει χαράξει το δικό σου μονοπάτι έξω από κάθε πεπατημένη οδό, όμως εσύ είσαι εσύ κι αυτό είναι το μονοπάτι σου. […] Είσαι διαφορετικός απ’ όλους, είσαι η εξαίρεση. […] ένας ήρωας όμως ζει πάντα μόνος, όπως οι άγιοι, οι κακοποιοί, οι επαναστάτες, οι ποιητές· ο καθρέφτης τους είναι διαπερατός, η μορφή τους είναι για τους άλλους δυσανάγνωστη και η ψυχή τους ένα αίνιγμα. Μονάχα οι ίδιοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον αντικατοπτρισμό, αυτοί ξέρουν να ανασυνθέτουν την κατακερματισμένη τους ενότητα». (σ. 90). Μια σισύφεια πορεία (κατά τη φιλοσοφία του παραλόγου) διαγράφεται εδώ: […] ήταν μια παρηγοριά μπροστά στο ανεξήγητο, όταν πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να εξηγήσεις. Δεν βγαίνει νόημα και τέλος δεν υπάρχει κάτι να κατανοήσεις, παρά μόνο να ζήσεις. (σ. 46)· ή σε μια άλλη εκδοχή η συνειδητή οιδιπόδεια πορεία προς την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για τον επερχόμενο όλεθρο, που ανατρέπει έτσι την πρωτοκαθεδρία της μοίρας. Ο Μάρκο φθάνει στη συνειδητοποίηση του τέλους του με τα δικά του βήματα ξεπερνώντας τον Στέφανο· το φως έχει διαποτίσει τον νου και την ψυχή του πρόωρα γηρασμένου παιδιού, που αν και δεκαεπτά χρονών μοιάζει ογδόντα. Όταν έρχεται το τέλος, ο αναγνώστης δεν αιφνιδιάζεται· όλα γίνονται όπως πρέπει ακολουθώντας τη συγγραφική προοικονομία. Ακόμα και η λυτρωτική «έξοδος» του Στέφανο στο τελευταίο κεφάλαιο, προσλαμβάνεται από τον αναγνώστη ως η αναγκαία κάθαρση, η απόληξη της τραγικής πορείας.



Ο Vecchioni, δεινός μελετητής του αρχαίου λόγου ο ίδιος, γράφει εδώ όχι μόνον μια συγκλονιστική μυθοπλασία αλλά και ένα φιλοσοφικό δοκίμιο ιδιαίτερων αξιώσεων. Η γραφή του ευτύχησε στη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδημητρίου που απέδωσε το πολύμορφο και πολυεπίπεδο κείμενο με τις πολλαπλές αναφορές παρέχοντας ταυτόχρονα τις αναγκαίες βιβλιογραφικές πληροφορίες. Από τις εκδόσεις Κριτική με φροντίδα, όπως πάντα,  ως τη λεπτομέρεια.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2021

Οι αγωνιστές στον Μοριά 1821-1827 Ημερολόγιο 2021 εκδόσεις Θίνες Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 


 

Οι αγωνιστές στον Μοριά

1821-1827

Ημερολόγιο 2021

εκδόσεις Θίνες

Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη 

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ημερολόγιο ιδιαίτερης ιστορικής αξίας | Fractal (fractalart.gr)


 

Ημερολόγιο ιδιαίτερης ιστορικής αξίας

 

Με αφορμή τα 200 χρόνια από τη εθνική παλιγγενεσία μια σειρά από σημαντικές ως επί το πλείστον εκδόσεις προσθέτουν στις γνώσεις μας ή αποκαλύπτουν άγνωστες ως τώρα πληροφορίες γύρω από πρόσωπα και γεγονότα που προσδιόρισαν τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Ελλάδας. Απολύτως φυσιολογικό το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ανάμεσα στις σχετικές εκδόσεις ανακαλύπτουμε ένα πολύ ξεχωριστό ημερολόγιο, που η θεματική του εστιάζει στις μορφές των αγωνιστών του Μοριά από το 1821 έως το 1827. 

Ο τρόπος που εκτίθεται το υλικό του ημερολογίου το καθιστά στην ουσία ιστορικό ανάγνωσμα ιδιαίτερης αξίας. Ο κάθε μήνας αφορά έναν από τους επιφανείς αγωνιστές της επανάστασης με τη δράση του να εντοπίζεται στην Πελοπόννησο, με σύντομο βιογραφικό του προσώπου και εισαγωγικό κείμενο αντλημένο από τα ιστορικά αρχεία, όπως απομνημονεύματα, προκηρύξεις, διακηρύξεις, ομιλίες κ.λπ. αλλά και μεταγενέστερα κείμενα. Η κάθε μορφή απεικονίζεται εικαστικά φιλοτεχνημένη από τη Φωτεινή Στεφανίδη στην οποία ανήκει και η εικαστική αναπαράσταση στο εξώφυλλο της σημαίας των Φιλικών. Σε κάθε ημέρα του ημερολογίου παρουσιάζονται τα σημαντικότερα γεγονότα της Επανάστασης, όπως έχουν καταγραφεί στο έργο  «Χρονολογικός Πίναξ» του Κύπριου Σολομώντα Νικολαΐδη (τυπωμένο στο Εθνικό (Βασιλικό) Τυπογραφείο της Αίγινας το 1833). Ίσως και μόνον αυτή η ιδιοτυπία θα αρκούσε για να θεωρηθεί το ημερολόγιο ανάγνωσμα ξεχωριστής ιστορικής αξίας, καθόσον τα κείμενα του Νικολαΐδη αποτελούν μια πηγή σύγχρονη των γεγονότων, την προσωπική του δηλαδή επιλογή και αξιολόγηση τους και τον ανεπηρέαστο από τη μεταγενέστερη επεξεργασία της ιστορικής περιόδου προσωπικό επίσης έμμεσο σχολιασμό τους – έμμεσο, καθόσον στην ιστορική επιστήμη θεωρείται σχόλιο ακόμη και μόνη η παράθεση ιστορικών γεγονότων στη σειρά, πόσο περισσότερο η επιλογή τους.

Η πρωτοβουλία για την έκδοση ανήκει στον Φιλοτεχνικό Όμιλο Τρίπολης (με πολυάριθμες πολιτιστικές εκδηλώσεις στην αρκαδική πρωτεύουσα εδώ και πενήντα πέντε χρόνια), ως συμβολή/συμμετοχή στον επετειακό εορτασμό. Για την υλοποίηση της έκδοσης σημαντική η συμβολή, φροντίδα της Ζιζής Σαλίμπα (εκδόσεις Θίνες), η οποία όχι μόνον ως εκδότρια με ιδιαίτερη αισθητική αλλά και  ως ιστορικός προσέγγισε το υλικό (κείμενα και ανθολόγηση) και το ανέδειξε. Τέλος η οικονομική υποστήριξη του Σωτήρη Λαμπρόπουλου (σκηνοθέτη και σημερινού διευθυντή παραγωγής της ιστορικής Σχολής Κινηματογράφου-τηλεόρασης Σταυράκου) ήταν καθοριστική για την ολοκλήρωση του τόσο σημαντικού ημερολόγιου-βιβλίου.

Κατά μήνα τα πρόσωπα των αγωνιστών είναι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Παλαιών Πατρών Γερμανός, Νικηταράς, Παπαφλέσσας, Δημήτριος Υψηλάντης, ο φιλέλληνας Ολιβιέ Βουτιέ, Μπουμπουλίνα, Παναγιώτης Κεφάλας, Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, Νικόλαος Σπηλιάδης, Φωτάκος.

Μια έκδοση που εξυπηρετεί ως ημερολόγιο όλο τον χρόνο που διανύουμε, ωστόσο παραμένει πολύτιμο βιβλίο ιστορικής μελέτης στη βιβλιοθήκη.

 

[απόσπασμα από το ημερολόγιο:

 

«Ομογενείς φιλελεύθεροι Έλληνες,

… Όσοι  μεν ελάβατε τα όπλα υπέρ της ελευθερίας του ορθοδόξου ημών Γένους, φιλοτιμηθήτε να φανήτε άξιοι πολεμισταί, δεικνύοντες εις τον κατά του ασεβούς τυράννου πόλεμον, ανδρείαν ακαταμάχητον, ομόνοιαν αδιαίρετον και εις τους στρατηγούς, ευπείθειαν απαράβατον. Όσοι δε μέχρι τούδε εμείνατε ακίνητοι, εγέρθητε, αρπάσατε τα όπλα και πανταχόθεν τρέξατε να ελευθερώσητε την πατρίδα σας, και εντός ολίγου να ενωθώμεν όλοι, δια να καθυποτάξωμεν εξ ολοκλήρου τον τύραννον του Γένους… Το τέλος των αγώνων μας είναι η ελευθερία ή ο ένδοξος θάνατος». (απόσπασμα από την πρώτη προκήρυξη που εξέδωσε στις 12.6.1821, στην Ύδρα, ο Δημήτριος Υψηλάντης).]

 

Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2021

Χωρικά ύδατα Μελέτες νεοελληνικής λογοτεχνίας Δημήτρης Δασκαλόπουλος εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Χωρικά ύδατα

Μελέτες νεοελληνικής λογοτεχνίας

Δημήτρης Δασκαλόπουλος

εκδόσεις Μελάνι

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Χωρικά ύδατα» (diastixo.gr)

 



Στα χωρικά ύδατα της προσωπικής του λογοτεχνικής επικράτειας οδηγεί τον αναγνώστη του ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, δημιουργός με πολυσχιδή δραστηριότητά στα ελληνικά γράμματα. Δεκατρία δοκίμια γραμμένα την πρόσφατη δεκαετία και δημοσιευμένα αρχικά με αφορμή επετείους ή αφιερώματα περιοδικών που αποτελούν, κατά τον γράφοντα ένα προσωπικό του εικονοστάσι. Ενδιαφέρουσα η προσωπική κατ’ αυτόν τον τρόπο τοποθέτηση, καθόσον αποδεικνύει ότι ο καλός κριτικός δεν οφείλει στανικώς να αποστασιοποιείται από το εξεταζόμενο έργο εγκαταλείποντας το προσωπικό του στίγμα, αλλά αντιθέτως προσφέρει στη γενικότερη θεώρηση της λογοτεχνίας, όταν επιτρέπει την παρείσφρηση των προσωπικών του κριτηρίων στην αξιολόγησή της. Ο Δασκαλόπουλος προλογίζοντας το βιβλίο διευκρινίζει το βασικό κριτήριο στη βάση του οποίου επέλεξε τα πρόσωπα που τον απασχολούν: Είναι φυσιογνωμίες με ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Δεν υπαινίσσομαι μόνον την ιδιαιτερότητα της γραφής και του ύφους καθενός αλλά, κυρίως, την ηθική στάση που διατήρησαν σε όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής και της δημόσιας παρουσίας τους – στάση που καθιστά την περίπτωσή τους από πολλές απόψεις παραδειγματική. (Πρόλογος). Αν η ηθική στάση τους είναι η κατευθυντήρια αφορμή για τον δοκιμιογράφο/κριτικό, δεν θα μπορούσε αυτή να μην εκφράζει και την προσωπική του εκτίμηση για την έννοια του ήθους, τόσο στη γραφή όσο και στη ζωή γενικότερα.



Δύο από τα δοκίμια αφορούν τον Κωνσταντίνο Καβάφη, με το πρώτο να  επικεντρώνεται στα ερωτικά ποιήματα – κυρίως στο ποια πρέπει να συγκαταλέγονται στην κατηγορία αυτή αλλά και στις αφορμές τους,  συνιστώντας έτσι ένα από τα εμβριθέστερα (παρά τη συντομία του) δοκίμια περί της καβαφικής ποίησης. Το δεύτερο, πρωτότυπο στη θεματική σύλληψή του, εξετάζει την εικαστική αποτύπωση της μορφής του ποιητή παραθέτοντας ταυτόχρονα τις αμφίδρομες, όπως τις ονομάζει, σχέσεις του ποιητή με ανθρώπους της Τέχνης.

Στον πατέρα του Γιώργου Σεφέρη, νομικό, Καθηγητή στην έδρα του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά και ποιητή Στέλιο Σεφεριάδη, αφιερώνεται το επόμενο δοκίμιο, στο οποίο παρουσιάζεται η σχέση γιου και πατέρα, σε κάθε περίπτωση σημαντική, ακόμη κι αν ελάχιστη συνάφεια ύφους υπάρχει στις ποιητικές τους δημιουργίες, ακόμη κι αν ο Στέλιος Σεφεριάδης έγινε γνωστός μεν ως πνευματική προσωπικότητα όχι όμως ως άξιος λόγου ποιητής.

Στον Γιώργο Σεφέρη, σε αναφορά εδώ κατά άμεσο τρόπο, διαβάζουμε δύο δοκίμια, στο πρώτο από τα οποία σκιαγραφείται η προσωπική του φιλία με τον Patrick Leigh Fermor, την εμβληματική αυτή προσωπικότητα που έδεσε με ποικίλους τρόπους τη ζωή του με την ελληνική πραγματικότητα.  Παράλληλοι δρόμοι, όχι εύκολα ορατοί στην ως τώρα δοκιμιογραφία, επισημαίνονται εδώ παρά τη διαφορά ηλικίας αλλά και τα διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα από τα οποία προέρχεται ο καθένας. Ο Δασκαλόπουλος μελετώντας την αλληλογραφία των δύο ανδρών θα δείξει μία από τις παραμέτρους που οδήγησαν στη σθεναρή και μακρόχρονη φιλία τους: Αψευδής μάρτυρας της εκατέρωθεν εγκάρδιας σχέσης είναι η αλληλογραφία τους, στην οποία διακρίνει κανείς την κάποτε τρυφερά επιπληκτική αλλά προστατευτική και καθοδηγητική στάση του Σεφέρη προς τον Fermor, ο οποίος, από τη δική του πλευρά, ανταποδίδει στο πρόσωπο του πιστού φίλου του τον σεβασμό που οφείλεται σ’ έναν σπουδαίο ποιητή. («Patrick Leigh Fermor – Γιώργος Σεφέρης, Περιγραφή μιας φιλίας», σ. 85). Στο δεύτερο δοκίμιο ανιχνεύεται η ποιητική (και όχι προσωπική) σχέση ανάμεσα στον Σεφέρη και τον Μιλτιάδη Μαλακάση, ποιητές διαφορετικού προσανατολισμού και εκ διαμέτρου αντίθετης προσωπικότητας, οι οποίοι ωστόσο έχουν κοινές αναφορές, επιδράσεις και προτιμήσεις.

Το πάθος με το οποίο υπηρέτησε τη γραφή, με την τελειότητα της έκφρασης ο «ποιητής από την Κρήτη», όπως τιτλοφορεί το σχετικό με αυτόν κείμενό του ο Δασκαλόπουλος, θεωρείται από τον δοκιμιογράφο ικανός λόγος για να στρέψει την έρευνα στον αδικημένο ως τώρα  και εν πολλοίς άγνωστο πολυπράγμονα δημιουργό Λευτέρη Αλεξίου.

Το δοκίμιο που αναφέρεται στον «ευπατρίδη» της γραφής Νάσο Δετζώρτζη εστιάζει στο ξεχωριστό του ήθος, καθόσον: Ανήκε σε μιαν άλλη εποχή – την εποχή της βαθιάς μόρφωσης, της έμφυτης ευγένειας και της εξαντλητικής επιμονής στις λεπτομέρειες. («Νάσος Δετζώρτζης, Ένας ευπατρίδης», σ.118)

Η κοινωνική ευαισθησία καθώς και η συνεπής πολιτική στάση σε καίρια ζητήματα της ελληνικής ιστορίας καθιστούν τον Ρόδη Ρούφο μια προσωπικότητα στην οποία ο δοκιμιογράφος επιθυμεί να αναφερθεί εκτενώς, συνδυάζοντας μάλιστα τη συγγραφική του πορεία με τη φιλία που τον συνέδεε με τον Lawrence Durrell.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δοκίμια που αναφέρονται στον Νίκο Γκάτσο και στον Μανόλη Αναγνωστάκη. Το πρώτο γιατί παραθέτει στοιχεία για τον Γκάτσο στην πρώιμη εμφάνισή του στα γράμματα με δείγματα πεζογραφίας, ποίησης και κριτικής (κατά τον Edmund Keeley «ο καλύτερος άτυπος κριτικός, που πέρασε ποτέ από τους κύκλους της ελληνικής κριτικής»), όλα δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, όπως για παράδειγμα τα έξι προπολεμικά του ποιήματα, πέντε στη  Νέα Εστία και ένα στον Ρυθμό, ενδεικτικά της παραδοσιακής φόρμας που τότε προτιμούσε ο μετέπειτα καταχωρισμένος ως υπερρεαλιστής ποιητής της «Αμοργού». Στο δοκίμιο για τον Μανόλη Αναγνωστάκη επισημαίνεται η, παρά τα φαινόμενα,  σχέση του με τη σεφερική ποίηση ως προς τον τρόπο γραφής ή καλύτερα ως προς τον «τόνο της φωνής», όπως χρησιμοποιώντας τον όρο του Peter Levi για τον ιδιαίτερο τρόπο της ποιητικής του Σεφέρη ο δοκιμιογράφος θα εντοπίσει το σημείο τομής των δύο ποιητών. Προχωρώντας πιο πέρα από τον συνήθη χαρακτηρισμό του Αναγνωστάκη ως πολιτικού ποιητή (χωρίς φυσικά να τον αναιρεί) θα επισημάνει την κατ’ αυτόν κατηγοριοποίηση του ποιητή ως ερωτικού κυρίως, χρησιμοποιώντας τα λόγια του ποιητή «είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί», που δικαιολογούν εν προκειμένω την άρνηση από τον ίδιο του όρου «ποιητής της ήττας» που συχνά τον ακολουθεί. Αναφερόμενος στον Μανούσο Φάσση (ετερώνυμο του Αναγνωστάκη) θα επισημάνει ως δευτερεύον κοινό σημείο των δύο ποιητών τη σατιρική τους φλέβα. 

Στο δοκίμιό του αναφερόμενο στη σχέση λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας  επικεντρώνει στην περίπτωση του Γ.Π. Σαββίδη και στην πλούσια όσο και ενδιαφέρουσα επιφυλλιδογραφία του με κείμενα που, εκτός από την εύστοχη και ευφυώς παρακάμπτουσα τη λογοκρισία της δικτατορίας υπαινικτική αναφορά τους στα κακώς κείμενα, όπως γράφει: συνιστούν εύχημα και αστραφτερά δείγματα ύφους γραφής, που εκόμισαν φρέσκο, ζωογόνο αέρα με τον οποίο προίκισαν τη νεότερη επιφυλλιδογραφία μας. («Λογοτεχνία και δημοσιογραφία, Ο επιφυλλιδογράφος Γ.Π. Σαββίδης», σ. 152).

Το τελευταίο δοκίμιο («Η στήλη αλληλογραφίας των λογοτεχνικών περιοδικών»), σε διαφορετική θεματική από τα προηγούμενα, σταχυολογεί από τις στήλες λογοτεχνικών περιοδικών την απρόσμενη αλληλογραφία μετέπειτα καταξιωμένων δημιουργών, όταν ακόμη άγνωστοι έστελναν κείμενά τους προς δημοσίευση χωρίς πάντοτε να βρίσκουν την ευκταία ανταπόκριση.


Επισημάνθηκε στη  αρχή του κειμένου αυτού το κριτήριο του ήθους, που επιλέγει ο δοκιμιογράφος για να αναφερθεί στους δημιουργούς ξεχωρίζοντας  αυτό το γνώρισμα πέρα και πάνω από την ποιότητα του έργου τους – ήθος που (μαζί με την οξύνοια) αναμφίβολα χαρακτηρίζει και τον ίδιο για τις λεπτομέρειες που αναδεικνύει ως σημαίνουσας αξίας, για τις λεπταίσθητες παρατηρήσεις, αφανείς για τους περισσότερους μελετητές. Ας προστεθεί εδώ και μία παρατήρηση που αφορά τον δικό του τρόπο, τόσο προσιτό λόγω ύφους και γλωσσικής επιλογής στον μέσο αναγνώστη, που καθιστά εν συνόλω τη συλλογή αυτή ιδιαίτερης αξίας στον χώρο της δοκιμιακής γραφής, με τα προσωπικά του «χωρικά ύδατα» να αφορούν αναγνωστικά πολύ περισσότερους.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2021

Χρήστος Κεραμίδης 2 ανέκδοτα κείμενα

 

Χρήστος Κεραμίδης

2 ανέκδοτα κείμενα

μαζί με 2 φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα


 


Το δικαίωμα στο όνειρο

 

Και χθες το βράδυ, στις όχθες του Έβρου, τα προσφυγόπουλα πλάγιασαν  στις λάσπες και  ονειρεύτηκαν, όπως όλα τα παιδιά του κόσμου που έχουν το αδιαπραγμάτευτο  αυτό δικαίωμα.

 


 Η γλάστρα

 

Πρωί Κυριακής.

Πήγε στην παρέα του,  κι ήταν ανάμεσά τους  ο μικρότερος.

«Θα πάμε το απόγευμα σινεμά», είπαν, κι όλοι συμφώνησαν. Έπρεπε όμως να βρουν χρήματα κι αποφάσισαν να βγουν στους δρόμους.

Άρχισαν να βηματίζουν  στα γνώριμα στενά, ανάμεσα  στα παλιά τούρκικα  σπίτια.

Κοιτούσαν τις σαθρές κεραμοσκεπές, που μέσα τους έφτιαχναν φωλιές τα κιρκινέζια. Κοιτούσαν και κατάχαμα να βρουν μπακίρια και μολυβένια σύρματα. Δυστυχώς δεν υπήρχε τίποτα.

«Θα τα είχαν μαζέψει άλλοι, που βγήκαν πιο μπροστά από μας» σκέφτηκε. «Θα τα βρήκαν άλλοι!»

Ο μεγαλύτερος, που ήταν κουρεμένος «γουλί», τον άρπαξε από το σβέρκο και του έδειξε μια γλάστρα έξω από το μικρό σπίτι.  Ήταν από κείνα τα σκεύη, που φέρανε  μαζί τους οι  πρόσφυγες φτιαγμένα από χαλκό.

—Πήγαινε, πάρ’ την γρήγορα, είπε.

Κατέβηκε τα σκαλάκια φοβισμένος. Τη σήκωσε στα χέρια κι έμεινε ακίνητος!  Μια γυναίκα αγριεμένη, άρχισε να φωνάζει:

—Αλήτες! Κλέφτες! Άφησε κάτω τη γλάστρα μου!

Την ξανάβαλε στη θέση της,  κόκκινος από ντροπή.

Ήταν έτοιμος να φύγει, όταν από τη διπλανή πόρτα τον πλησίασε απειλητικά  ένας συνομήλικός του. 

Ο μικρός περίμενε, δεν έκανε πίσω. Εκείνος είχε κρυμμένο στο χέρι του ένα μεταλλικό γαλλικό κλειδί.  Τον πλησιάζει,  και τον χτυπά στο κεφάλι  ύπουλα  με ταχύτητα ψυχρού δολοφόνου.

Αισθάνθηκε ένα δυνατό κρανιακό πόνο, διπλώθηκε στα δύο, βλέποντας την παρέα του να έχει  ήδη απομακρυνθεί.

Γύρισε σπίτι του — δεν μίλησε κανέναν. Μπήκε στο μικρό  δωμάτιο·  άνοιξε τα βιβλία, ακούγοντας φωνές  παιδιών που έφευγαν για τους  κινηματογράφους!

 

Χρήστος Κεραμίδης

[από τα «Βόρεια ακρωτήρια»]


[Ο Χρήστος Κεραμίδης γεννήθηκε στην Καβάλα, στη χερσόνησο του συνοικισμού της Παναγίας, στην οποία συχνά «επιστρέφει» και αναφέρεται. Μεγάλωσε σ’ ένα από τα παλιά τούρκικα σπίτια των προσφύγων, τα ανταλλάξιμα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο. Έχασε τον πατέρα του στην πολύ μικρή ηλικία των πέντε ετών, γεγονός που τον σημάδεψε στη μετέπειτα ζωή του. Τελείωσε την Αριστοτέλειο Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης (Μικρό Πολυτεχνείο). Από το 1975 ζει μόνιμα στην Καβάλα. Εργάστηκε στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα με την ιδιότητα του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1995 με την ποιητική συλλογή Ταξιδευτές. Το 1996 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Στα πέλαγα του ονείρου. Απόσπασμα από το ποίημα «Το όνειρο», δημοσιεύτηκε, ως προμετωπίδα, σε περιοδικό προβολής της πόλης του, μεταφρασμένο σε τρεις γλώσσες. Το ποίημα «Αόρατοι στόχοι» (από τη συλλογή Δρόμοι της βροχής 1998) τιμήθηκε από τη Νέα Κίνηση Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1999). Το ποίημα «Ερωτικό» (από τη συλλογή Ο Αύγουστος που περιμένω) ανθολογήθηκε στο Ποιητικό Ημερολόγιο 2018 των εκδόσεων Ιωλκός. Συμμετείχε στο συλλογικό έργο Παλίμψηστο Καβάλας 2009 (επιμέλεια και ανθολόγηση των Ευριπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ) με το ποίημα «Χαμένες μουσικές», που γράφτηκε για τη μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε το περιαστικό δάσος της πόλης, το 1985. Το ποίημα «Αναζήτηση» ανθολογήθηκε στο Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2020. Έχει επιλεγεί, ιστορικά, από επιστήμονες νεοελληνιστές, ως ένας από τους «ποιητές του καπνού» της πόλης του (1ο Επιστημονικό Συνέδριο- Πρακτικά συνεδρίου, Καβάλα Δεκέμβριος 2018). Έχει γράψει κυρίως ποίηση. Ποιήματα αλλά και πεζά κείμενά του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες.]

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2021

Φωτεινό σκοτάδι Κείμενα για τον κινηματογράφο Αχιλλέας Κυριακίδης Εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Φωτεινό σκοτάδι

Κείμενα για τον κινηματογράφο

Αχιλλέας Κυριακίδης

Εκδόσεις Πατάκη

 η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

Φωτεινό σκοτάδι: Κείμενα για τον κινηματογράφο, του Αχιλλέα Κυριακίδη (bookpress.gr)

 


Ο θεατής αναγνώστης – Ο λάτρης της εικόνας και της γραφής

 

Φυσικά και δεν είναι τυχαίο κείμενα τέτοιας ξεχωριστής ματιάς (τριάντα τέσσερα στον αριθμό), τέτοιας ευαισθησίας αλλά και πολυεπίπεδα στις νοηματικές τους προεκτάσεις, να έχουν πίσω τους έναν επίσης πολύτροπο  δημιουργό όπως ο πολυσχιδής Αχιλλέας Κυριακίδης. Συγγραφέας ξεχωριστών συγκινήσεων, μεταφραστής που αποδίδει το πρωτότυπο έργο με μια ποιότητα γλώσσας ανάλογη του αρχικού, αλλά και κινηματογραφιστής μικρών θαυμάτων, που εγκιβωτίζουν μέσα στη σύντομη διάρκειά τους όσα πολλές φλύαρες μεγάλου μήκους ταινίες αδυνατούν να προσεγγίσουν. Πώς εκτιμά, λοιπόν, αυτός ο κριτικός/αναγνώστης –ή να πούμε καλύτερα ο λάτρης της σκοτεινής αίθουσας– όχι μόνον όσα τον ικανοποίησαν στη διάρκεια σαράντα χρόνων αλλά μάλλον όσα τον μάγεψαν;

Η αποτίμηση αυτής της μακράς πορείας κινηματογραφικής ανάγνωσης δεν μπορεί παρά να είναι και αυτή μια μαγική καταβύθιση. Ο αναγνώστης των κριτικών δοκιμίων ως θεατής πλέον παρακολουθεί την πορεία του δημιουργού ως τον βυθό των πραγμάτων –γιατί η εμβριθής παρατήρηση, ως αρχική συνθήκη δημιουργίας, οδηγεί στη βαθύτερη δυνατή ανάλυση– και κατόπιν συνοδοιπορεί με τη δική του ερμηνεία σε όσα η γνωστική του πρόσληψη κατόρθωσε να ενσωματώσει ως αντικαθρέφτισμα προσωπικών βιωμάτων πλέον. Ετούτη η συνύπαρξη λειτουργεί αμφίδρομα, όσο ο θεατής θα παρέχει στον δημιουργό όσα ελπίζει, όσα φοβάται, όσα θέλει να δει αποτυπωμένα στην οθόνη μέσα από τον φακό του κινηματογραφιστή. Όπως διαβάζουμε στην κατακλείδα του έξοχου «Η μοναξιά του παρατηρητή μακρινών αποστάσεων»: Μόνον όταν είσαι στο βυθό μπορείς να ονειρεύεσαι και να πραγματώνεις σιγά σιγά την ανάδυση. Η μοναξιά του καλλιτέχνη τρέφει και τρέφεται από τις ελπίδες μας. (σελ. 48).

Στην περίπτωση του Κυριακίδη δεν έχουμε μόνο τον εύστοχο κριτικό αλλά τον θεατή που παρακολουθεί τις ταινίες και παράλληλα τις διαβάζει με την απόλαυση που χαρίζει η ανάγνωση της λογοτεχνίας· οι λέξεις μεταποιούνται σε εικόνες, οι εικόνες σαρκώνονται σε λέξεις. Έτσι, η αίσθηση που έχεις διαβάζοντας το Φωτεινό σκοτάδι είναι πως είσαι ταυτόχρονα θεατής και αναγνώστης σε μια επαναλαμβανόμενη πορεία κατάδυσης-ανάδυσης στις ταινίες και στις αναγνώσεις με οδηγό/συνοδοιπόρο (από ένα σημείο κι έπειτα) τη ματιά όχι μόνο του αρχικού δημιουργού αλλά και του συνδημιουργού κριτικού. Ο Ουέλλς, ο Ταρκόφσκι, ο Μπερτολούτσι, ο Γκοντάρ, ο Κόππολα, φυσικά ο Βέντερς, η Λιάππα και ο Παναγιωτόπουλος –για να αναφέρουμε κάποια ονόματα που συγκροτούν τον κινηματογραφικό θόλο του Κυριακίδη– συνομιλούν με τον Κόνραντ, τον Μπόρχες (ήταν δυνατόν να λείπει;) και άλλους, όχι μόνο με γνώμονα την προσωπική του σύλληψη αλλά και, όπως αποδεικνύεται, την αρχική ιδέα του δημιουργού της ταινίας· κι ας μην είναι ορατές οι συνδέσεις δια γυμνού οφθαλμού, κι ας απαιτούνται τα ειδικής ευαισθησίας γυαλιά προκειμένου η γλώσσα και η εικόνα να δέσουν σε αγαστή συνύπαρξη. Πώς, για παράδειγμα, συναντάμε τον Σαίξπηρ στο έργο του Ακίρα Κουροσάουα; Γράφει ο Κυριακίδης: Ο Κουροσάουα δεν παραθέτει τον Σαίξπηρ – τον ‘ερμηνεύει’. Και τον ερμηνεύει, όπως μόνον οι μεγάλοι καλλιτέχνες δύνανται: καταδυόμενοι ως το βυθό του Λόγου και της Ιστορίας, εκεί όπου ενδημεί η ανθρώπινη υπόσταση, η ευλογία και η κατάρα του Είναι, το «εικός ή αναγκαίον» που υπαγορεύει συμπεριφορές, εκεί όπου ο φωτοτυπικός ρεαλισμός δε διανοήθηκε ποτέ να ψάξει, εκεί όπου εντέλει κρύβεται, περίβλεπτη, η αληθινή Ποίηση. (σ.210-211). Θα μπορούσε να δοθεί καλύτερα η σύνδεση του σαιξπηρικού Βασιλιά Ληρ με το αριστουργηματικό Ραν; Το χάος (στο οποίο παραπέμπει η λέξη Ραν, ποιητικά δοσμένο στην επική ταινία, μοιάζει να ισοπεδώνει κάθε ανθρώπινη οίηση μεγαλείου. Η βία, εκτυλίσσεται άηχη για δώδεκα λεπτά στη σκηνή της πολιορκίας του κάστρου επιβεβαιώνοντας την έμπνευση του αρχαίου τραγικού, όταν στον Προμηθέα Δεσμώτη θέλει τη Βία βουβό πρόσωπο – ποια ανάγκη έχει άλλωστε να μιλήσει; Λεπτές συνδέσεις, συνειρμοί αναπόφευκτοι.


Στη ματιά του Κυριακίδη ο σκηνοθέτης δεν είναι μόνον ο οξύνους παρατηρητής του κόσμου που τον περιβάλλει, δεν είναι μόνον ο αναγνώστης που μεταποιεί τον λόγο σε εικόνα, είναι και ένας δυνάμει ανατόμος της ανθρώπινης ύπαρξης (ή της ανθρώπινης περιπέτειας)  με όλο το ρίσκο που έχει ένα ανάλογο εγχείρημα από την απόλυτη επιτυχία στην εύρεση της αρχέγονης αιτιοκρατίας που κανοναρχεί τη σύνδεση της θνητότητας με τους συμπαντικούς νόμους, ως τη διαρκή (φαινομενικά αδιέξοδη ωστόσο πλούσια σε προσφερόμενες εκδοχές) αναζήτησή της. Μιλώντας για την περίπτωση της Τώνιας Μαρκετάκη και της ταινίας της Ιωάννης ο βίαιος θα γράψει: […] η Μαρκετάκη κατορθώνει να πραγματοποιήσει το μέγα οξύμωρο: να πείσει για τη βαθιά αμφιβολία της ως προς την πειστικότητα των φαινομένων και να περάσει με εκπληκτική σιγουριά στον θεατή τη «δαιμόνια αμηχανία» ενός σκηνοθέτη που ανα-πλάθει τον κόσμο με την αναποφασιστικότητα ενός αδόκιμου, ελάσσονος θεού. (σελ.248).

Τα κείμενα του βιβλίου, έτσι συγκεντρωμένα εδώ, μετά τις πρώτες δημοσιεύσεις τους μέσα στα σαράντα προηγούμενα χρόνια σε βιβλία ή σε περιοδικά και εφημερίδες, αποτελούν τις ψηφίδες του κινηματογραφικού κόσμου του Αχιλλέα Κυριακίδη· μια ευκαιρία για συνολική εποπτεία, αν φυσικά μπορεί να νοηθεί ποτέ στο σύνολό της η εξαιρετική θέα στον μαγικό κόσμο της οθόνης αλλά και του λόγου, που αποκτήθηκε από αυτόν τον λάτρη της εικόνας και της γραφής. Γιατί, όπως γράφει ο ίδιος: Μήπως, τελικά, η τέχνη δεν είναι νοητή παρά δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι; (σελ. 311). Πολλαπλοί καθρέφτες, αντικατοπτρισμοί, προσωπικές θεωρήσεις, όπως και  ερμηνείες μέσω των δικών μας βιωμάτων· αναπόφευκτη υποκειμενικότητα, σωτήρια εν προκειμένω, καθώς προσδίδει πολυσημία και στην εικόνα αλλά και στον λόγο.

 

Διώνη Δημητριάδου