Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΜΝΗΜΗ ΤΡΕΛΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΜΝΗΜΗ  ΤΡΕΛΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Μνήμη τρελή,
μνήμη αδέσποτη του καημού κι απείθαρχη του χρόνου,
υπέκυψες στον πειρασμό, σαν μου ’πε  εφηβάκι
και μ’ έσμπρωξες παιδί να πλανηθώ,
έφηβος να  παλινοστήσω,
στις παλιές και έρημες των προσδοκιών αφετηρίες
και στις πλημμυρισμένες των ονείρων κοίτες,
τότε που ασυντρόφευτος την αποζητούσα,
ανιχνεύοντας τη μορφή της σ’ όλους τους δρόμους
που έμοιαζαν με τ’ απλωμένα  χέρια του θεού,
για την πιο μακρινή και κοινή μας διαδρομή,
για  ένα ταξίδι ασύνορο και χωρίς  προορισμό.

Μνήμη τρελή,
μνήμη  φωτιά ανέλεγκτη και μνήμη ελπιδολύτρα,
υπέκυψες νοσταλγικά σαν μου ’πε εφηβάκι,
και θυμήθηκα που κράταγα στις ανοιχτές παλάμες
μικρούς κι αφτέρουγους θεούς με  στήθια λαχανιασμένα,
που έβλεπαν με τα μάτια της κι ανάσαιναν στην πνοή της
κι όταν φτεροκόπησαν και σπάθισαν τη μορφή της,
έμεινα στο καρτέρεμα και στην απαντοχή της
σαν το πουλί στην ανατολή, για τ’ουρανού τον κόρφο,
σαν άνεμος που μπερδεύτηκε στους φράχτες στα περβόλια,
σαν το παιδί που πρόσμενε στο σταυροδρόμι φίλους.

Μνήμη τρελή,
μνήμη κυρά καλή κι αναδρομάρισσα φωνή,
πώς ήσουν τόσο σίγουρη
πως αναγνώρισες την αδελφή ψυχή;

Γιώργος  Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Anup Shah)

Στο λαμπερό κρυμμένος Χριστόφορος Λιοντάκης Ποιήματα 1973-2019 εκδόσεις Κείμενα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Στο λαμπερό κρυμμένος

Χριστόφορος Λιοντάκης

Ποιήματα

1973-2019

 εκδόσεις Κείμενα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το αποκεκρυμμένον κάλλος • Fractal

 


 

Το αποκεκρυμμένον κάλλος

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης (1945-2019), με συγκεντρωμένο το ποιητικό του έργο από τις εκδόσεις Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου, έρχεται ξανά στο προσκήνιο, σε μια εποχή πληθώρας ποιητών, κι όμως λίγων άξιων. Μια στροφή στο παρελθόν, όχι και τόσο μακρινού ωστόσο, αξίζει για να θυμηθούμε πώς γράφεται η καλή ποίηση. Μικρές προτάσεις, λιτός λόγος, μια ύπαρξη που ανιχνεύει την πορεία της με όλα τα ερωτήματα αναπάντητα. Η ποίηση του Λιοντάκη δεν προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις, όμως διατηρεί ζωντανά όλα τα ερωτήματα, για να μην ξεχαστούν μέσα στη γενικότερη χαλαρότητα και το αστικό βόλεμα (το ερώτημα θα κυματίζει πάντα/ ανάμεσα στα καύματα του μύθου/ και στο νιφετό του αληθινού/ στην κρυμμένη χάρη του αναπάντητου). Η φύση ως πρωταρχική αρχή, ως παρατήρηση και ως γόνιμος φλοιός που περιβάλλει τον ποιητή. Οι πολύμορφες παραμυθίες από την παιδική ηλικία που τροφοδότησαν τη φαντασία αλλά και έναν υπαρξιακό φόβο, που διαχέεται σε ποιητική μορφή, συνδέοντας το παλαιό με το νεωτερικό. Στον ίδιο στίχο θα βρούμε τον Φοίνικα, τον Άδωνι, τον Χριστό, με τις θρησκείες να  αλληλοσυμπληρώνονται και καμία στην ουσία να μην καταργείται – παλαιές, γερές οι ρίζες του ανθρώπινου φόβου και της κραταιής ελπίδας. Με την εναλλαγή των προσώπων, από το πρώτο ενικό στο δεύτερο και μετά στο συλλογικό εμείς, με όλα να απολήγουν στο ένα και το αυτό, το ποιητικό υποκείμενο, ταυτιζόμενο με του ποιητή. Αυτό το ένα πρόσωπο, σε όλα τα ετερώνυμά του, βρίσκεται σ’ αυτή την ποίηση, όπως την παρακολουθούμε από συλλογή σε συλλογή να αποκτά σταδιακά το εύρος της συνείδησής της. Από την πρώτη εμφάνιση του ποιητή, το 1973 (γενιά του ’70 άλλωστε) μέχρι το τελευταίο αποτύπωμά του στο Ένεκεν της ανωνυμίας σου, δημοσιευμένο το 2019, διαμορφώνεται η ποιητική φωνή του Λιοντάκη, τόσο διαφορετική στον τρόπο της από τις άλλες της ίδιας γενιάς. Ποίηση τόσο «κλειστή» και δισήμαντη (όπως η φύση, να κρύβομαι αγαπώ) όσο και «ανοιχτή» στην αναγνωστική πρόσβαση, μόλις βρεις τα βήματα του ποιητή, μόλις εννοήσεις τη «μνημοτεχνική» του, στον συμφυρμό των δύο εννοιών, το τώρα και το τότε, τη μνήμη και τη διάλυσή της. Άλλοτε φθάνοντας ως το βάθος/ κι άλλοτε γλιστρώντας/ Στο εφήμερο/ Που όλο τον αφαρπάζει. Στις σκηνές που αποτυπώνει από την πλατεία Συντάγματος, όλα έχουν δύο όψεις, την επιφανειακή και την πιο τραγική, αυτή που βλέπει ο ποιητής. Ο δικός του Μινώταυρος, σύμβολο πανάρχαιο, έχει άλλη όψη, γίνεται συνοδοιπόρος του ποιητή, σε ένα άχρονο τοπίο, επινοημένο. Προχωρώντας μέσα στον χρόνο η ποίηση του Λιοντάκη γίνεται πιο εκτενής, συχνά αφηγηματική, χωρίς να χάσει ούτε τις λυρικές της αποχρώσεις ούτε τον ποιητικό της ρυθμό. Οι εικόνες παίρνουν άλλες διαστάσεις συνταιριάζοντας το γήινο με το υπερβατικό, δύο όψεις ενός και του αυτού. Οι μύθοι και οι αρχαίες μνήμες πάντοτε εδώ, να δένουν με τους σύγχρονους ήχους, οι άγγελοι να αποτολμούν την κάθοδό τους στη γη, αθέατοι αλλά και ξένοι στο τοπίο. Μνήμες θρησκευτικές αλλοιώνονται μέσα στη σήψη του καταναλωτισμού, ο ποιητής περισσότερο τώρα εκκινεί από την κοινωνική κατάντια. Η Σαμαρείτις με σπασμένη στάμνα./ Εδώ τώρα λατρεύεται η Φωτεινή Επιγραφή. Ο τόμος ολοκληρώνει τη διαδρομή του ποιητή, την κατ’ αυτόν ανάγνωση του κόσμου, με το Ένεκεν της ανωνυμίας σου, 2019, το συγκλονιστικό εκτενές ποίημα για τον αγνοημένο από τους αποστόλους, πλην Μάρκου, τον περιβεβλημένον σινδόνα επί γυμνού, που μόνος ακολούθησε τον Ιησού, όταν όλοι οι άλλοι αποχώρησαν. Αυτόν βλέπει σε χρόνο και σε τόπους διαφορετικούς, πάντα τον ανώνυμο και όμως σημαντικό μέσα στην αδιαφορία των άλλων. Ένας μέσα στο πλήθος, αφανής ανώνυμος, να ενσαρκώνει πράξεις, να αποθηκεύει φωνές, πάντα παρών και πάντα αγνοημέν



Η επιμέλεια της Κοραλίας Σωτηριάδου, ο Πρόλογος του ποιητή, από την Εισαγωγή στον τόμο Εικόνες που επιμένουν, με τρεις συλλογές, στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012. Εκεί δηλώνει ο Λιοντάκης πως σε άλλα ποιήματα έχωσε πιο βαθιά το νυστέρι, ενώ σε άλλα επέλεξε την αφαίρεση, γιατί: τη αφαιρέσει μόνη το αποκεκρυμμένον αναφαίνεται κάλλος. Η εκκλησιαστική φράση αποδίδει τον τρόπο γραφής του ποιητή, τίποτα περίτεχνο, η απλότητα η πιο βέβαιη οδός για την έκφραση της ψυχής.

Έκδοση σημαντική από τις εκδόσεις Κείμενα που ήδη έχουν προχωρήσει σε επανέκδοση και άλλων έργων του Χριστόφορου Λιοντάκη. Μακάρι να τα ξαναδιαβάσουμε όλα τα έργα του, σε φροντισμένες επανεκδόσεις.  

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025

 

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει 

για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα 

της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη

εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025


 

 

Τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη, πεζογράφο, ποιήτρια και εικαστικό, τη γνώρισα μέσω της πνευματικής κίνησης της Πάτρας και η γνωριμία μας αυτή καρπίζει σιγά σιγά, γεννώντας αλληλοεκτίμηση και αναγνώριση, η οποία καλλιεργεί φιλικά συναισθήματα και έγνοια. Η ποιητική συλλογή «Σπαράγματα» (εκδ. Το Δόντι, Πάτρα 2025, σ. 124), την οποία κρατώ στα χέρια μου, είναι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της, αλλά το πρώτο που μελέτησα, αν και στο διαδίκτυο είχε δημιουργηθεί επαρκής επικοινωνία με το έργο της, τόσο το ποιητικό όσο και το εικαστικό.

     Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη, των οποίων η ροή διακόπτεται από την εικαστική σειρά, «Ανδρικές μορφές», της δημιουργού, που και το εξώφυλλο κοσμεί, ενώ το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Σπαράγματα» και συνίσταται από εννέα αριθμημένα ποιήματα, τα οποία υποτάσσονται στον εν λόγω τίτλο που βάφτισε και τη συλλογή.

     Έτσι, μελετώντας σελίδα τη σελίδα τα ποιήματα, ο αναγνώστης προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα σπαράγματα που ποίηση γίνονται. Διότι αυτά μπορεί να είναι αποτελέσματα ψυχικού ή σωματικού πόνου, να ’ναι κομμάτια από παλιά χειρόγραφα ή περγαμηνές που μέσα από την ανθρώπινη μνήμη αιώνων ποίηση γίνονται ή ακόμα ακόμα λόγια που η ποιήτρια τα γράφει, όχι απαραίτητα αποσπασματικά, αλλά που ανοίγουν δρόμους για περαιτέρω ανάγνωση και επικοινωνία με τον καθένα.  

     Η ποίηση της Μαρίας, άλλωστε, ρέει σαν καθάριο νερό σε κοίτη χωρίς όχθες στιβαρές, ξεχύνεται και σε παρασύρει στις σκέψεις και τα συναισθήματά της, τα οποία  ο μέσα κόσμος της κρατεί, είναι πάρα πολλά και θέλουν από κει στον μάταιο τούτο κόσμο σάρκα και οστά να πάρουν, να γίνουνε φωνή, λέξεις που θα φωνάζουνε, για ν’ ακουστούνε.

     Και γράφει στο ποίημα, «Αγρίμι» (σ. 14): «Κάποτε… έγινα άνθρωπος! / Κι οι άνθρωποι με φώναζαν Αγρίμι. / Τότε ανθρωπινά φώναξα κι είπα: / Κάποτε και τα αγρίμια ημερώνουν / κι αποχτούν των αφεντικών τις συνήθειες… / μα το δικό μου αφεντικό είναι ο Θεός μου / και μ’ έμαθε να μιλώ ελεύθερα / με τη φωνή της συνείδησης, στη ζούγκλα των ανθρώπων!»

     Ο χειμαρρώδης συνήθως λόγος της, αρκετές φορές τιθασεύεται, γίνεται σύντομος, σχεδόν επιγραμματικός, θα έλεγα, με στίχους όμως που μιλούν  εύγλωττα για πολλά: «Έριξε δολωμένο αγκίστρι να ψαρέψει, / Η ψαρομάνα δεν τσίμπησε! / Το δόλωμα αστόχησε. / Για μια φορά ακόμη / το θήραμα γλύτωσε / από μύριες δολιότητες.» («Παραπλάνηση», σ. 111) Και ακόμα πιο επιγραμματικά, γράφει: «Κυμάτιζε σαν φλάμπουρο / μέχρι που έγινε η υποστολή σου / κι άρχισε το φαγοπότι της παρηγοριάς…» («Ταπείνωση», σ. 109).  

     Η Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη βυθίζεται με καθαρό βλέμμα και βαθιά ενσυναίσθηση στα πράγματα του κόσμου και αντικρίζοντας την άσχημη πλευρά τους, όπως η αδικία, η εκμετάλλευση, η εξαπάτηση, η ανέχεια, η πείνα, η αδράνεια, ο πόλεμος, ο ανθρώπινος πόνος, …, αν και δεν παύει να ελπίζει πως κάτι από αυτά μπορεί ν’ αλλάξει, κατακεραυνώνει τις αιτίες που τα προκαλούν, δηλώνοντάς το, εκτός από τους στίχους των ποιημάτων της, και στο μότο του δεύτερου μέρους της συλλογής ως εξής: «Λένε πως τα ωραία ποιήματα είναι γραμμένα με όμορφα λόγια… με λόγια που σου χαϊδεύουν τα αφτιά όταν τα ακούς ή όταν τα διαβάζεις… Μα βαρέθηκα να ωραιοποιώ τον πόνο για να τον κάνω πιο υποφερτό…».

     Η αίσθηση που δίνει η ποιητική γραφή της Μαρίας είναι πως συνιστά μέρος και συνέχεια της ύπαρξής της και μέσω αυτής καταθέτει τους στοχασμούς της για τ’ ανθρώπινα, ιδιαίτερα εκείνα που την πονούν, σχεδόν ως παρακαταθήκη στο παρόν και το μέλλον. Μοιάζει μάλιστα να αναζητά ευήκοα ώτα, πνευματικούς συνοδοιπόρους ή, απλά, ανθρώπους που θα τους ακούσουν, που θα προβληματιστούν κι ίσως μετά απ’ αυτό θα κάνουν κάτι, έστω μικρό, που θα γίνει η ζύμη, η οποία θ’ αλλάξει τα κακώς κείμενα για μια καλύτερη ζωή. Γνωρίζει ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να μιλάει θαρρετά γι’ αυτά, όχι μόνο από ιδεαλισμό, ή ρομαντισμό αν θέλετε, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά πως, αν οι άνθρωποι θελήσουν, μπορούν ν’ αλλάξουν τους όρους της ζωής τους, να ζήσουν ειρηνικά και ν’ αναζητήσουν την επί γης ευδαιμονία.

     Και γράφει: «Καβάλα στην Πήγασο / τον κόσμο να ονειρεύεσαι / γιορντάνι την αγάπη να φοράς / πουλιά ειρήνης / στο μέρος της καρδιάς σου να φωλιάζουν / σκορπίζοντας τους σπόρους της αγάπης σου / για να τραφούν οι πεινασμένοι!» («Μαθήματα ιππασίας», σ. 81).  

     Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στην ποιητική συλλογή, «Σπαράγματα», της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βουλιαγμένη Ηλείας, αλλά από τα δεκαοκτώ της ζει στην Πάτρα, όπου, πέραν άλλων, μετέχει στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης, εύχομαι από καρδιάς να ταξιδέψει αυτή σε πολλές καρδιές και η δημιουργός της να είναι πάντα υγιής και εμπνευσμένη!     

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

(ποιήτρια-πεζογράφος)




Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Λεβίνα Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Λεβίνα

Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για τη δύναμη της σάτιρας • Fractal

 

 


 

Για τη δύναμη της σάτιρας

 

Ένα έντυπο περιοδικό για τη σάτιρα στη λογοτεχνία, είναι κάτι που έλειπε. Και τώρα στα χέρια μας το 1ο τεύχος. Η Λεβίνα, η ηρωίδα του Ρωμαίου σατιρικού ποιητή Μαρτιάλη, δίνει τον τίτλο στο περιοδικό που εμπνεύστηκε και επιμελείται η Ευσταθία Δήμου, και το κάνουν πράξη οι εκδόσεις Κουκκίδα. Το ενδιαφέρον σ’ αυτή την έκδοση έγκειται στο γεγονός πως δεν πρόκειται μόνο για μια μνεία των παλαιότερων σατιρικών έργων (υπάρχει, φυσικά, και αυτή), αλλά στην επισήμανση πως και σήμερα γράφεται σατιρική λογοτεχνία. Είναι η συγγραφική διάθεση να ειπωθεί η πραγματικότητα με άλλον τρόπο, τον πιο αποκαλυπτικό μέσα στην ειρωνεία και την κωμικότητα, όχι του αυθεντικά κωμικού (αφού αυτό εμπεριέχει όλη την αυτοανάλυσή του) όσο του συχνά τραγικού και δραματικού, που όμως δεν φανερώνει από μόνο του την άλλη του όψη, αυτήν που αξίζει να διακωμωδηθεί σαν μια πιο ανάλαφρη (ουσιαστική ωστόσο) μορφή του· συχνά ένα ξόρκι του ζοφερού ή μια πιο «εύκολη» προσέγγισή του, μια παραμυθία.


Σημαντικός ο «παιγνιώδης» χαρακτήρας αυτής της λογοτεχνίας, που αρχικά αφορά τον τρόπο που οι ίδιοι οι δημιουργοί της αντιλαμβάνονται το έργο τους. Από εκεί και πέρα είναι ο τρόπος που ο αναγνώστης/αποδέκτης αναλαμβάνει την αποκρυπτογράφηση των γραφομένων. Γιατί, αποδεχόμενος το πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο δημιουργός θέτει τους δικούς του, αδιαπραγμάτευτους, όρους, εισέρχεται στο παιχνίδι της γραφής, και επικοινωνεί αρχικά με το  επιφανειακό πρώτο επίπεδο, για να προχωρήσει κατόπιν στα πολλαπλά επίπεδα που η σατιρική γραφή επιτρέπει. Στην ουσία η σάτιρα είναι ένα πεδίο έκφρασης που, πέρα από το ειρωνικό ή σαρκαστικό ύφος, αποκαλύπτει συχνά με τον υποκρυπτόμενο καταγγελτικό χαρακτήρα της (εντός και εκτός ορίων, κυρίως εκτός), τη διττή φύση του ανθρώπου, την άλλη όψη των πραγμάτων. Όχημα και εργαλείο για να το πετύχει αυτό, η ελευθερία στους γλωσσικούς κώδικες, η ικανότητα να πλήττει ευθύβολα τον στόχο της, αποδεσμευμένη από όποιους περιορισμούς – στη σάτιρα όλα επιτρεπτά. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως συγγραφείς που έχουν δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο ύφος, σε άλλα είδη γραφής, δοκιμάζουν τον σατιρικό τρόπο, αιφνιδιάζοντας το αναγνωστικό τους κοινό. Ως επί το πλείστον ευχάριστα. Αυτή την ανατροπή των δεδομένων εκφράζει και ο τίτλος του περιοδικού, καθώς η Λεβίνα, στη σατιρική ποίηση του Μαρτιάλη, αλλάζει όλη τη ζωή της, αποκομμένη από ό,τι έως τότε την προσδιόριζε, τις αυστηρές ηθικές αρχές, τον άντρα της, το σπίτι της, τον τόπο της:[…] «Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,/ είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη –/ πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.


Στο πρώτο τεύχος διαβάζουμε αποσπάσματα από το δοκίμιο του κριτικού και ιστορικού της λογοτεχνίας Gilbert Highet «Ανατομία της σάτιρας», σύγχρονη ελληνική σατιρική ποίηση και πεζογραφία, μια μελέτη του Γιάννη Στρούμπα για τον ακραίο σατιρικό τρόπο που ο Αλέξανδρος Σούτσος αντιμετώπισε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ξένη σατιρική ποίηση, δείγματα σατιρικών έργων από το παρελθόν, μια ανθολόγηση από το έργο του Γεωργίου Σουρή, τέλος κριτική προσέγγιση σύγχρονων σατιρικών. Στις σελίδες εύστοχα σατιρικά σχέδια του Γιάννη Πατίλη από την εφηβική του ηλικία. Στο εξώφυλλο μια σύνθεση που αποπνέει όλη τη διάθεση διακωμώδησης, κριτικού σκωπτικού πνεύματος, ίσως ακόμη και της αναγκαίας χαλάρωσης που χαρακτηρίζει τον σατιρικό τρόπο γραφής. Η διάθεση ανατροπής των καθιερωμένων, μια θέα στην άλλη όψη της ζωής. Όπως γράφει ο Highet στο δοκίμιό του για τη σύγκριση με τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη: «Εκεί που αυτά υιοθετούν την επιτήδευση, καλλιεργούμενα μέσα σε ένα καλά φωτισμένο εργαστήρι, ο σατιρικός διακηρύσσει: “Είμαι μια κάμερα! Είμαι ένα μαγνητόφωνο!».

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΣΤΟ  ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Εκείνοι,
με υψωμένα χέρια,
σημάδευαν την απεραντοσύνη της μικρότητας,
με ξέφρενους αλαλαγμούς
διαπόμπευαν την ορχηστρωμένη ανυπακοή τους
και με αλλόκοτα βλέμματα
ανίχνευαν την αντίσταση της υποχώρησης
των μπροστάρηδων στον αντίκλητο συμβιβασμό
με το δικαίωμα της άγνοιας και της πλάνης
και τη συμφιλίωση στην αποποίηση της ευθύνης,
στο αχανές περιθώριο της φυγής και της ανωνυμίας.

Ετούτοι,
με επιλεγμένη γραφίδα,
στηλίτευαν αντιλήψεις, αρχές και μακροημερεύσεις,
με συστημένο λόγο
εκποιούσαν τη μεγαλοσύνη της προσωπικότητας
και με ανοιχτές αλληλοκαλύψεις
μετουσίωναν σε καιροσκοπισμό τον ορθολογισμό τους,
αναδρομάρηδες της προβολής και υπεροψίας
με το σύνδρομο της απαξίας του συναισθηματισμού
και την ορθοδοξία του προβληματισμού και της κριτικής,
στο λευκό περιθώριο της επιταγής και μεθόδευσης.

Κι εμείς,
αυτόκλητοι ειδήμονες,
να επισημαίνουμε αλλότριες συνειδήσεις και συμπεριφορές,
αμφίθυμοι παρατηρητές
να παλινδρομούμε σε προσχήματα και ανάγκες
και μακρόθυμοι οραματιστές
να υπερασπιζόμαστε ιδανικά και αναφορές,
απόμακροι της βούλησης κι απόμαχοι της συμμετοχής,
της θεωρίας εύγονοι και εύδοξοι ζηλωτές,
ανέφελοι κι ελεύθεροι στην ενδοσκόπησή μας
κι αυτόχειρες στο στενό περιθώριο της σιωπής.

Γιώργος  Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Mike Dempsey)


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Αλληλέγγυα παιδικότητα (Δίκτυο Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής) Είκοσι ιστορίες αλληλεγγύης εκδόσεις Εύμαρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Αλληλέγγυα παιδικότητα

(Δίκτυο Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής)

Είκοσι ιστορίες αλληλεγγύης

 εκδόσεις Εύμαρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για την αθωότητα της αλληλεγγύης • Fractal

 

 


Για την αθωότητα της αλληλεγγύης

 

Ποιοι οι παράγοντες συνοχής των μελών μιας κοινωνικής ομάδας, μικρής ή μεγάλης; Οι θεσπισμένοι κανόνες –κυρίως αν μιλάμε για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο–οι επιβαλλόμενοι και αναγκαστικοί, που δομούν το κοινωνικό σώμα, δεν αποδεικνύονται πάντα ικανοί, δηλαδή τόσο δυνατοί όσο και επαρκείς, ώστε να εισηγηθούν, να διατηρήσουν και να εφαρμόσουν την ποθητή ισότητα, την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καταλήγοντας συχνά  κενοί στην πράξη. Αν μπορούμε να ελπίσουμε σε μια διαφοροποίηση των συνθηκών διαβίωσης με ανθρώπινους όρους, αυτό εν πολλοίς επαφίεται στην προσωπική πρωτοβουλία ή, ακόμα καλύτερα και πιο αποτελεσματικά, στη συλλογική δράση, στην από κοινού προσπάθεια να φανεί ένα πιο δίκαιο και αληθινό κοινωνικό πρόσωπο.  

Το Δίκτυο Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής (με σύνθημα «Μπορούμε κι αλλιώς») δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 2012 από  μια ομάδα πολιτών της Αγίας Παρασκευής Αττικής. Η ομάδα αυτή δρα εθελοντικά και χωρίς κανένα οικονομικό ή άλλο όφελος, οι αποφάσεις παίρνονται με ομοφωνία, σε μια προσπάθεια να διαφυλαχθεί η συλλογικότητα των δράσεων. Κύριοι σκοποί του Δικτύου είναι:

  • η αλληλεγγύη και η αλληλοϋποστήριξη, ιδιαίτερα η προστασία και βοήθεια των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
  • η ανάληψη πρωτοβουλιών που ενδυναμώνουν και ενισχύουν την κοινότητα
  • η προώθηση συλλογικών δράσεων

Για δεύτερη χρονιά, το 2025, πέρα από την  καθημερινή κοινωνική δράση, το Δίκτυο προκήρυξε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος με θέμα την «Αλληλέγγυα παιδικότητα», ακριβώς για να τονίσει την αθωότητα και την απουσία οποιασδήποτε σκοπιμότητας στην έννοια της συμπαράστασης προς τον όποιον πάσχοντα, αδικημένο, περιθωριοποιημένο. Για να θυμηθούμε και το Δελφικό παράγγελμα: «ατυχούντι συνάχθου», δηλαδή να μοιραστείς το βάρος του άτυχου, να του σταθείς δίπλα. Το χρονικό πλαίσιο για τις συμμετοχές ορίστηκε από την 1η Οκτωβρίου 2024 μέχρι και την 31η Ιανουαρίου 2025. Το όριο των λέξεων ορίστηκε στις 2.000. Δεν υπήρχαν περιορισμοί εθνικότητας ή τόπου διαμονής του διαγωνιζόμενου, και δεν έπρεπε να είχαν δημοσιευθεί σε οποιοδήποτε μέσο, ή με οποιονδήποτε τρόπο. Κατώτερο όριο ηλικίας για συμμετοχή στο διαγωνισμό ήταν η συμπλήρωση του 16ου έτους του διαγωνιζόμενου κατά την ημερομηνία λήξης του διαγωνισμού. Στον διαγωνισμό υπήρξαν 112 συμμετοχές από όλα τα σημεία της Ελλάδος, την Κύπρο και την Αγγλία, και η κριτική επιτροπή* προέκρινε 20 διηγήματα τα οποία περιλαμβάνονται στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εύμαρος**, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025.

Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση, με σχεδιασμό εξωφύλλου από την Αλίκη Κακουλίδου, με τα είκοσι διηγήματα και τα βιογραφικά των δημιουργών τους. Εμφανής, στον τρόπο  που διαμορφώνουν τη θεματική τους, η εσωτερική ανάγκη να δειχθεί η συμπαράσταση προς τον άλλο άνθρωπο, με τα χαρακτηριστικά που ταιριάζουν στην παιδική, άρα εκ προοιμίου αθώα, ματιά, είτε αφορά σε παιδιά είτε σε ενήλικες. Η χαμένη παιδικότητα, η ανάγκη επιστροφής σε όσα έχουν πλέον ισοπεδωθεί σε μια κοινωνία στεγασμένων «αστέγων»,  καθώς έχει απολεσθεί η κοινή στέγη, η συντροφικότητα της κοινότητας. Ταυτόχρονα ενδιαφέρουσες αφηγηματικές τεχνικές, που όλες αποσκοπούν στην ανάδειξη του κεντρικού θέματος, άλλοτε με ευθεία, κυριολεκτική αναφορά και άλλοτε με έμμεση, μεταφορική. Στην ουσία καταδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της αλληλεγγύης ως συνεκτικού παράγοντα του κοινωνικού σώματος. Γιατί πέρα από όσα ατυχή ή αναποτελεσματικά επιβάλλονται άνωθεν, υπάρχει μια δύναμη που εκκινεί από εσωτερική ανάγκη και βρίσκει την ευθεία και απρόσκοπτη οδό από άνθρωπο σε άνθρωπο.

 

*Την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού αποτελούσαν οι: Δεδούση-Πολυχρονοπούλου Βασιλική (φιλόλογος-συγγραφέας), Δημητριάδου Διώνη (συγγραφέας-κριτικός), Δημουλάς Δημήτριος (μεταφραστής), Καλογερόπουλος Άγγελος (φιλόλογος-ποιητής), Κοντολέων Μάνος (συγγραφέας-κριτικός), Μπάϊλα Τέσυ (συγγραφέας-κριτικός), Μπουκάλας Παντελής (συγγραφέας), Νόλας Δημήτρης (συγγραφέας), Πανταλέων Λίνα (κριτικός), Συργκάνη Κυριακή (εκπαιδευτικός), Χουρμουζιάδου Ελιάνα (συγγραφέας).

 

** Οι εκδόσεις Εύμαρος στηρίζουν τη Δωρεά Οργάνων και τις Μεταμοσχεύσεις. Από κάθε πώληση αντιτύπου των εκδόσεων δέκα λεπτά πηγαίνουν στον Σύλλογο Μεταμοσχευμένων Καρδιάς-Πνευμόνων «Η σκυτάλη».

 

 

 

Νίκος Βατόπουλος Από το Μουσείο στην Κυψέλη Διαδρομές στην Αθήνα Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Νίκος Βατόπουλος

Από το Μουσείο στην  Κυψέλη

Διαδρομές στην Αθήνα

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Νίκος Βατόπουλος: «Από το Μουσείο στην Κυψέλη»



Η αστική περιπλάνηση για τον Νίκο Βατόπουλο είναι πρωτίστως μια διαδικασία αυτογνωσίας. Το γράφει ο ίδιος ολοκληρώνοντας την αφήγησή του γύρω από την ευρεία περιοχή από το Μουσείο στην Κυψέλη, στο πρόσφατο ομώνυμο βιβλίο του. Οδηγώντας σε στοχαστικό εσωτερικό μονόλογο, καθόσον η περιπλάνηση είναι μια μοναχική πορεία, συχνά φέρει μέσα της και τη νοσταλγία για τις εικόνες που κάποτε ήταν και τώρα πλέον έχουν χαθεί. Εικόνες από γνώριμους δρόμους, με την απουσία πλέον όσων κτηρίων έπεσαν στον βωμό του κέρδους, την απουσία όμως και προσώπων που κάποτε διαβιούσαν σε γειτονιές γεμάτες από ζωή, αλλά και από βαθιά γνώση αισθητικής. Σκέφτομαι πως κυρίως αυτή η αισθητική των χώρων διαβίωσης, που ανακαλεί μέσα της, πέρα από τη γνώση, το ήθος των ανθρώπων, είναι που προκαλεί την πιο ουσιαστική νοσταλγία. Εκτός αυτών των παραμέτρων, βέβαια,  η συγκεκριμένη περιπλάνηση προσφέρεται για μια κοινωνιολογική προσέγγιση, καθώς μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του αστικού ιστού, σε γειτονιές όπως αυτές της Κυψέλης και εν μέρει αυτές γύρω από τη Πατησίων, που αποτέλεσαν για δεκαετίες (από την καρδιά του εικοστού αιώνα μέχρι περίπου τις αρχές του ’80) πόλο έλξης της μεσαίας τάξης.

Ο Βατόπουλος αναζητεί τα ίχνη αυτής της αστικής πολυτέλειας στις σωζόμενες πολυκατοικίες με το μάρμαρο και τις περίτεχνες εισόδους, ενδεικτικά στοιχεία ευμάρειας αλλά και μιας προκαταβολικής προσέλκυσης των κατάλληλων ενοίκων που θα τις κατοικούσαν. Πού και πού αποτυπώνει όσα νεοκλασικά κτήρια γλίτωσαν από τη λαίλαπα της αντιπαροχής. Στέκομαι σε μια περιγραφή μιας μονοκατοικίας που είναι σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο μοντέρνες πολυκατοικίες και, σε μια αντίστροφη εικόνα, θυμάμαι πως στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση της Κυψέλης, από τον πρώτο όροφο του σπιτιού που τότε στέγαζε την οικογένειά μου, έβλεπα κάθε μέρα τη σημαία να κυματίζει στον βράχο της Ακρόπολης. Ανοιχτός ορίζοντας, μια που η πολυκατοικία μας ήταν η μόνη εν μέσω μονοκατοικιών. Ας μου επιτραπεί αυτή η προσωπική μνήμη, καθώς, όπως γράφει και ο ίδιος, «το βλέμμα ενός περιηγητή φέρει τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας του». Μιλάει για τους πολλούς κινηματογράφους, χειμερινούς και θερινούς στην Πατησίων και στην Κυψέλη, τα ζαχαροπλαστεία τους, τα θέατρα, τα πολλά εμπορικά, σε μια αστική ζώνη που έσφυζε από ζωή, και στη διάρκεια της ημέρας αλλά και της νύχτας. Για τη Φωκίωνος Νέγρη (για τους παλιούς Κυψελιώτες, απλώς Φωκίωνος), το «βουλεβάρτο, όπως το ονομάζει ό ίδιος, τότε τον κοινό τόπο αναφοράς και συνάντησης όλων μας. Για την Πατησίων (Πατησίων πάνω κάτω, όπως έλεγε η Γώγου, κυκλοφορώντας μέσα της), με την παλιά της λειτουργικότητα ως πεμπτουσία της τότε αστικής ζωής. Μιλάει μέσα από εικόνες της μνήμης για ό,τι έχει χαθεί, αλλά και με εικόνες τωρινές, σε εξαιρετικής απόδοσης φωτογραφίες για ό,τι ακόμα ζωντανό.

Για όσους ζήσαμε σ’ αυτές τις περιοχές (τότε που ήταν στην ακμή τους) το βιβλίο του Βατόπουλου προξενεί μια σωρεία από μνήμες, ταυτόχρονα έναν σκεπτικισμό για την απολεσθείσα αισθητική, για την απουσία σεβασμού στον περιβάλλοντα χώρο –χώρο ανάσας για την ίδια μας τη ζωή–, για την ευκολία της μεταποίησης των πάντων με γνώμονα το συμφέρον, το κέρδος, ή και μια κακώς νοούμενη αίσθηση της συμπόρευσης με ό,τι μοντέρνο και νεωτερικό. Γιατί η αισθητική του χώρου μπορεί να διαμορφωθεί και με στοιχεία νεωτερικά, ακόμα και τα πιο σύγχρονα υλικά (κάποτε αδιανόητα για χώρους οίκησης)  μπορούν να αποδώσουν την αίσθηση του ωραίου. Κι όμως, υπάρχει και τώρα, ίσως για λίγο ακόμη, η ευκαιρία της διάσωσης όσων στοιχείων αυτής της ζωής επιμένουν να στέκονται όρθια. Γράφει:

«Αν ο διαβάτης πάρει μία προς μία τις πολυκατοικίες επί της οδού Πατησίων και τις φανταστεί συντηρημένες και  με όλα τα αρχιτεκτονικά και αισθητικά στοιχεία τους τονισμένα και προβεβλημένα, εύκολα θα αντιληφθεί πως βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ορυχείο το οποίο είναι ανάγκη να διασωθεί. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει πρώτα να κατανοηθεί. Να γίνει δηλαδή κοινώς αποδεκτό πως μία πόλη αξιολογείται, αγαπιέται και αποδίδει όχι μόνο μέσα από τα διάσπαρτα μνημεία της ή από τα μεμονωμένα κτίρια-έργα τέχνης ή ιδιαίτερης ιστορικής αξίας, αλλά και από το σύνολο που έχει αφήσει ως αποτύπωμα η αστική ζωή στην πόλη». (σσ. 87-88).

Και ακριβώς στην παραπάνω επισήμανση, θεωρώ πως βρίσκεται η αξία του έργου του Βατόπουλου, στις πολλές καταθέσεις που έχει μέχρι τώρα κάνει στα περιηγητικά βιβλία του. Όχι μόνο, δηλαδή, να καταγράφει ό,τι αξίζει να περισωθεί στη μνήμη, ό,τι εμπλουτίζει το τώρα με το τότε και τη δική του αξία, αλλά, κυρίως, να επισημαίνει ακατάπαυστα τι θα μπορούσε έστω και τώρα να γίνει· είναι μια μορφή «διδασκαλίας», μια μορφή ένταξης του προσωπικού στο κοινό, μια πρόταξη του ενός, του ιδιώτη, που νιώθει επάνω του, ίσως και ως μη όφειλε να το επωμιστεί αυτούσιο, όλο το βάρος μιας συλλογικής ευθύνης. Είναι, σε κάθε περίπτωση, πάντως, διαλεκτική η σχέση ανάμεσα στους, συχνά απροσδιόριστης έννοιας, «υπεύθυνους» των επάνω στρωμάτων του κοινωνικού (και πολιτικού) οικοδομήματος και στον ιδιώτη-μονάδα του συνόλου.

 Πρόκειται, εν τέλει, για ένα βιβλίο που αφορά το τότε αλλά και το τώρα, εν δυνάμει και το αύριο:

«Εμείς οι πολίτες του 21ου αιώνα έχουμε το προνόμιο να βιώνουμε μια πολυεπίπεδη κατανόηση όλων αυτών των στρώσεων της Ιστορίας και της συνείδησης και να αναλογιζόμαστε το τώρα σε μια οθόνη του χθες και του αύριο». (σ. 25). 

 

Διώνη Δημητριάδου