Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Το παιχνίδι της στάχτης Βαγγέλης Αλεξόπουλος Εκδόσεις Οδός Πανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr

 

Το παιχνίδι της στάχτης

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Εκδόσεις Οδός Πανός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr

Για το «Παιχνίδι της στάχτης» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου – 

γράφει η Διώνη Δημητριάδου – frear




Η αρχιτεκτονική του πένθους

 

Το αρχιτεκτονικό σχεδίασμα των ποιημάτων του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, χαρακτηριστικό της μορφής των ποιητικών του συλλογών από το 2017 μέχρι σήμερα, είναι ένα είδος λογικής και ρυθμισμένης «παρέμβασης» σε όσα η ποίηση εκ του φυσικού της μοιάζει να αρνείται. Κι όμως, το αποτέλεσμα, αντί να περιορίζει τον ποιητικό αυθορμητισμό, παραδόξως τον ενισχύει. Η θεματική του Αλεξόπουλου γύρω από το πένθος, με όποια ειδοποιό διαφορά από συλλογή σε συλλογή, συνιστά μια εξ αρχής απόπειρα όχι μόνον καταγραφής των σκοτεινών του σημείων, αλλά μια εν δυνάμει πορεία προς την υπέρβασή του. Ως προς αυτό το δεύτερο, δεν έχει καθόλου σημασία η επίτευξη του στόχου, άλλωστε ο ποιητής γράφει,  μοιράζοντας το μυστικό του: Η ποίηση ακονίζει/ δε θεραπεύει το πένθος (Επίμετρο, «Μυστικό»). Αυτό που περισσότερο μετράει εδώ είναι η ποιητική ανάσα κατά τη διάρκεια δημιουργίας, ελάχιστη ή ικανή να διαπεράσει το έρεβος. Από την ώρα, όμως, που το ποίημα  τελειούται (ιδανική συνθήκη), το πένθος δηλώνει ξανά την παρουσία του. Ό,τι δομήθηκε στη διάρκεια της γραφής, συντονισμένο σε μια αρχιτεκτονική σχεδίαση εξ αρχής, τώρα απελευθερωμένο διατηρεί όλη την ποιητική του ουσία τόσο για τον ποιητή (αν το αντέχει) όσο και για τον αναγνώστη, που εισχωρεί ως εσαεί παρείσακτος στον κόσμο του, αναγνωρίζοντας πότε δικά του σημάδια και πότε του ποιητή· η δομή έχτισε ενότητα την ενότητα, ως γραφή, τα όρια του πένθους, και τώρα χτίζει, ως ανάγνωση, ένα τοπίο ξεκάθαρα ποιητικό.

Συχνό μοτίβο στην ποίηση του Αλεξόπουλου οι Άγγελοι, είτε τους δει από κάτω προς τα πάνω, ως μια ξεχωριστή «κοινότητα» με ανθρώπινες ιδιότητες ωστόσο, είτε τους ανακαλύψει, αν και αθέατες παρουσίες, ανάμεσα στους ανθρώπους. Στην πρόσφατη, όμως, συλλογή του ελάχιστη η παρουσία τους. Έχει σημασία το εμβόλιμο ποίημα ανάμεσα σε Προοίμιο και Εισαγωγή: Πόσοι δαίμονες χωράνε/ Να περάσουν απ’ το μάτι της βελόνας/ Πριν το σφραγίσει η κλωστή; («Είδα τον άγγελο να πέφτει»). Πεπτωκώς ο άγγελος, πρόλαβε να επανέλθει στη θνητή ζωή, μετά το πέρασμα έκλεισε. Τα όρια πλέον αδιαπέραστα. Κι όσοι νομίζουν πως στα χέρια τους είναι η διάσωση, απλώς για λίγο κρύβονται από το Μάτι και το Χέρι, που όλα τα ρυθμίζει: Μια μικρή αράχνη στον νεροχύτη/ Περπατάει αμέριμνη στον πάγκο/ Το μάτι του Θεού την εντοπίζει/ Ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας/ Γίνεται βολίδα και της επιτίθεται/ Σκοπός του να τη λιώσει/ Εκείνη αντιλαμβάνεται τη μεταβολή/ Στην πυκνότητα του αέρα και τρέχει/ Προλαβαίνει να χωθεί κάτω/ Απ’ την ψωμιέρα/ Ο Θεός βαριέται να σηκώσει την ψωμιέρα/ Η μικρή αράχνη νομίζει ότι γλίτωσε  («Μια μικρή αράχνη φλερτάρει με τον θάνατο»). Ήδη εισχωρούμε στην ποίηση αυτή.



Με τη σειρά των ενοτήτων (Προοίμιο, Εισαγωγή, Game over, Rewind, Restart, Επίλογος, Επίμετρο) εικονοποιείται με ποιητικό τρόπο η διαδικασία της θνητότητας, το δίπολο ζωή-θάνατος (ποιητικά σε αμφίδρομη πορεία), χτίζεται το πένθος. Αρχικά ως πικρή συνειδητοποίηση, κατόπιν ως γνώση της κυριαρχίας του θανάτου, να χορεύουμε εμείς τάχα αυτόνομα και ο ίδιος να κρατάει τον ρυθμό, να χτυπάει παλαμάκια. Έρχεται μετά αυτούσιο το πένθος, όπως ο θάνατος το όρισε, άκαιρα συχνά (Στην οικονομία του Θεού/ υπάρχουν θάνατοι αδικαιολόγητοι/ αυτοί ανεβάζουν τον πληθωρισμό/ και βλάπτουν τη φήμη του, «Η υποτίμηση της αγοραστικής αξίας του Θεού»), για να μεγαλώνει η απόγνωση, να συσσωρεύονται οι απώλειες, να προσπαθεί ο ποιητής να τις καταγράψει, να μείνουν αποτυπώματα παρουσίας, κι ας εννοεί τη ματαιότητα, την εθελοτυφλία του εγχειρήματος: Σ’ αγαπώ/ γιατί μου μοιάζεις/ στρουθοκάμηλε (Άτιτλο»)· τι τίτλο να βάλεις, πώς να ονομάσεις αυτή τη διαρκή ψευδαίσθηση;

Σ’ αυτή τη σωρεία αδικαιολόγητων θανάτων ανήκει και το εμβληματικό ποίημα της συλλογής με τον μακροσκελή, όμως τόσο εύστοχο, τίτλο «Αρχιτεκτονική τοπίου ή Ιστορίες από το μπαούλο της γιαγιάς ή (ακόμα) Πώς βγήκε ο χαρακτηρισμός καταραμένοι ποιητές»: Το δωμάτιο της κουζίνας έχει σχήμα παραλληλόγραμμο/ Κατά μήκος της μεγάλης πλευράς/ παρατεταγμένα τα ντουλάπια, ο νεροχύτης/ το ψυγείο και ο φούρνος./ Στην απέναντι πλευρά ένα τραπέζι/ με τέσσερις καρέκλες.// Πίσω από την κεφαλή του τραπεζιού/ η μπαλκονόπορτα και ο τοίχος/ νομίζω γυμνός αν εξαιρέσεις/ έναν στρογγυλό ανεμιστήρα/ χωμένο μέσα του.// Στις καρέκλες κάθονται:/ η μαμά, η γιαγιά και τα δύο παιδιά./ Πάνω στο τραπέζι ένα πιάτο και/ μέσα φλούδες πορτοκάλι/ κομμένες σε σχήμα ελικοειδές ‘η κουζίνα μυρίζει πορτοκάλι’// Το κορίτσι ζητάει τσιγάρο να καπνίσει/ – είναι  η τελευταία της επιθυμία –/ και το αγόρι ζητά να καπνίσει/ αλλά όχι από ζήλεια:/  από ζήλεια// Στο τέλος/ Το κορίτσι έγινε άγγελος/ Το αγόρι ποιητής.

Από το σημείο αυτό και μετά, οι ρόλοι δοσμένοι, η ποίηση γράφεται σκοτεινή, το πένθος παρόν πάντοτε, η ποδιά του ποιητή, όπως του χασάπη, πάντα ματωμένη, αρχίζει η στροφή προς τα πίσω, μια απόπειρα να ειπωθεί αλλιώς η αλήθεια των πραγμάτων· μάταιο. Το ξέρει και το γράφει: […] Γνωρίζει άριστα ανατομία/ Ότι ψυχή και σώμα είναι/ ένα κουβάρι («Ποιμένας μελισσών»). Ξέρει ταυτόχρονα σχεδόν πως η κατάρα των ποιητών δεν τον αφήνει, οι λέξεις που σπαράζουν μέσα τους δεν έχουν άλλη διέξοδο, πάντα θα ηχούν γραμμένες.  Ξεκίνημα ξανά, διαρκές ποιητικό ταξίδι. Είσαι σπασμένος// Όμως// Πρέπει να κολλήσεις τα κομμάτια σου/ Να κινηθείς// Έστω// σαν// μαριονέτα («Όταν πρέπει να συνεχίζεις να κινείσαι»). Σ’ αυτή την πορεία θα αφιερώσει ποιήματα σε συνοδοιπόρους δημιουργούς, κάτι σαν το ίαμα της ομάδας, δεν είναι λίγο αυτό.

Το τέλος φυλάχτηκε ξανά για μια υπενθύμιση ματαιότητας, όπως κανείς δεν σώζεται, είτε στόχος ήταν κάποιος άλλος, μαζί θα καεί κι αυτός: Όταν τέλειωσε το καλοκαίρι/ Μαζέψαμε το νεκρό τζιτζίκι/ Το βάλαμε σ’ ένα σπιρτόκουτο/ Μετά ανάψαμε τα σπίρτα/ Και το κάψαμε// Παράπλευρη απώλεια/ Δύο μυρμήγκια/ Που είχαν κολλήσει πάνω του/ Νόμιζαν πως έτσι θα βγάλουν τον χειμώνα («Τέλος εποχής»). Η αρχική απώλεια και οι παράπλευρες, το πένθος, το ποίημα, ο ποιητής. Διαβάζω την αρχική, εκτός σειράς,  προμετωπίδα που αρκεί για να αγκαλιάσει όλα τα ποιήματα, τον ποιητή τον ίδιο, εμάς που τον διαβάζουμε: Βαρέθηκε  ο Θεός τον κόσμο και τον χαλάει./ Όπως ο ποιητής που ξαναδιαβάζει/ το ποίημά του και το σκίζει.

Το σκίζει, το καίει, δεν έχει καμία σημασία, ένα παιχνίδι είναι και η ποίηση, ένα άθυρμα στα χέρια του ποιητή και του αναγνώστη, που σαν τσιγάρο καίγεται, παρασύροντας κι εμάς μαζί, αφήνοντας τις στάχτες, θλιβερό απομεινάρι του παίγνιου ή του εμπαιγμού κι αυτές, υπόμνηση της μάταιης καύσης, είτε τη δεις ως στιγμιαία απόλαυση, είτε ως φάρμακο στον πόνο, είτε ως θάνατο, θεαματικό και αναπόφευκτο – ποιος να τα ορίσει όλα αυτά;  

Ολόκαυτη και η εικόνα του εξωφύλλου (από τον Στράτο Φουντούλη).

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Φτου σου, κοπελάρα μου! διηγήματα Χρυσούλα Σ. Γεωργούλα εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Φτου σου, κοπελάρα μου!

διηγήματα

 Χρυσούλα Σ. Γεωργούλα

 εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το «πέρασμα» • Fractal

 

 


 

Το «πέρασμα»

 

Γνώρισα τη γραφή της Χρυσούλας Γεωργούλα μέσα από το  Λέγε με Στράτο (Βακχικόν, 2022), ένα μυθιστόρημα που μοίραζε την πλοκή του σε μικρής έκτασης κεφάλαια. Πράγματι, όπως αποδεικνύει και με την πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της, η Γεωργούλα έχει την ικανότητα να συμπυκνώνει την πλοκή της ιστορίας της μέσα σε λίγες λέξεις, αποτυπώνοντας την ουσία της αρχικής ιδέας. Στις δώδεκα νέες ιστορίες της –οι περισσότερες σε ευθεία αναφορά με ό,τι χαρακτηρίζουμε ενηλικίωση– ανιχνεύει το «πέρασμα» προς μια ωριμότερη (συχνά σκληρή) ζωή, ένα πέρασμα που μπορεί να ανοίγει συμβολικά σαν μια χαραμάδα αθέατη και να εξαφανίζει ό,τι ώς τότε φαινόταν ανέμελη περιδιάβαση σε κόσμο απατηλά οικείο, όπως στο διήγημα «Προσοχή στο κενό».

 

Υπάρχουν στις μεγάλες πόλεις αθέατες χαραμάδες, όπου μπορείς να γλιστρήσεις σαν κέρμα από ξηλωμένη τσέπη και να εξαφανιστείς. Προτιμούν συνήθως τα υπόγεια και τις πίσω αυλές των σπιτιών ή την πυκνή βλάστηση των πάρκων, εκεί που κανένας δεν τολμά να πατήσει το βράδυ, αλλά και τοίχους παρόμοιους με αυτόν που άνοιξε για να περάσει ο Χάρυ Χάλερ στον παράξενο κόσμο του μαγικού θεάτρου. («Προσοχή στο κενό», σ. 27).  

 

Έχει, νομίζω, σημασία πως, για να μιλήσει διακειμενικά για τις χαραμάδες αυτές, επέλεξε τον ήρωα του Έρμαν Έσσε και όχι την αναμενόμενη ίσως Αλίκη στον δικό της λαβύρινθο, στη χώρα των θαυμάτων. Στο διήγημα «Ούλα Μπαμπάτσι», είναι το επικίνδυνο, κυριολεκτικό πέρασμα, το σημείο που αποχωρίζεται το παιδί τον εαυτό του, αιφνιδίως μεταλλασσόμενο σε ενήλικα.

 

 «Δεν μπορώ να γυρίσω μόνη μου» αρπάξαμε τον πατέρα από τον λαιμό κι εκείνος μας ρώτησε αν ήμαστε η Ούλα Μπαμπάτσι και, όταν του γνέψαμε ναι, ρουφώντας μύξες και δάκρυα, είπε πως για να συνεχίσουμε να είμαστε, έπρεπε να γυρίσουμε μόνες. («Ούλα Μπαμπάτσι», σσ. 25-26).

 

Η εναλλαγή ή η μείξη των υποκειμένων ενός και του αυτού προσώπου, αποδίδει άριστα το χρονικό σημείο της ενηλικίωσης. Γιατί, συχνά, αρκεί ένα μόνο γεγονός για τη μετάβαση, το πέρασμα σε άλλη ηλικία.   

 


Στις ιστορίες αυτές, οι ανήλικοι συγχρωτίζονται με τους ενήλικες, παρατηρούν, προσπαθούν να κατανοήσουν, αντιδρούν ή υποτάσσονται, παρουσιάζοντας έναν κόσμο διαφορετικό, το λίγο «πριν» του κόσμου στον οποίο θέλοντας και μη θα ενσωματωθούν. Διαβάζω στο οπισθόφυλλο: «ένα τοπίο που πλάστηκε από παιδιά για να διαβαστεί από ενήλικες», και αναρωτιέμαι πόσο πίσω μπορεί να πάει κανείς, προκειμένου να συναντήσει τον πρότερο εαυτό του, αυτόν που εγκατέλειψε για να εισχωρήσει (ως όφειλε) στον κόσμο των μεγάλων, σ’ έναν κατασκευασμένο «παράδεισο», όπου ο αυθορμητισμός, το παιχνίδι, η αθωότητα και η αλήθεια είναι εξ ορισμού υπό διωγμό, φανερά ή συγκαλυμμένα.   

Η Γεωργούλα καθιστά συν τω χρόνω αναγνωρίσιμα τα χαρακτηριστικά της γραφής της. Όπως το καταληκτικό, αποκαλυπτικό σχόλιο, τον συμβολισμό, για να αναφέρω τουλάχιστον δύο από αυτά που συνιστούν τον ιδιαίτερο τρόπο που χειρίζεται τη μορφή. Ως προς τη θεματική της, η έννοια του τραύματος είναι εμφανής, κυρίως ως προς τον χρόνο που αρχίζει τη διαβρωτική του διαδρομή, αλλά και ως προς τις βαθύτερες αιτίες (και όχι μόνον τις επιφανειακές αφορμές) που σκιαγραφούν την κοινωνική παθογένεια. Στο διήγημα «Ο δικτάτορας» ή στο «Η ζωή εν τάφω», βλέπουμε από τη μια τον τρόπο που νεαρά παιδιά, άτρωτα ακόμη από την ανοησία των μεγάλων, ατακτούν ή περιπαίζουν αυτό που οι ενήλικες με ευκολία αποδέχονται, μέσα από κοινωνικές, θρησκευτικές ή πολιτικές συνθήκες. Έτσι, μοιάζει να εννοούν (χωρίς να το ξέρουν) πόση υποκρισία κρύβεται πίσω από τις επιταγές μιας ήρεμης και αγαστής κοινωνικής συνύπαρξης.

Μένω στο διήγημα «Ο χωρισμός», το οποίο στη δική μου ανάγνωση είναι το καλύτερο της συλλογής Σκέφτομαι πως θα ήταν μια σωστότερη επιλογή για τον τίτλο ολόκληρου του βιβλίου, καθώς εμμέσως παραπέμπει στην κύρια θεματική του , δηλαδή τον αποχωρισμό του ανήλικου εαυτού, στη θέση του παραπλανητικού ως προς την αξία της συλλογής Φτου σου, κοπελάρα μου, μαζί με μια διαφορετική εικόνα εξωφύλλου, στη θέση του καθρέφτη, που παραπέμπει με έκδηλη κυριολεκτική, άρα αυτοαναφορική σχέση στο ομώνυμο διήγημα. Στον «Χωρισμό», αντίθετα, τίποτα δεν είναι κυριολεκτικό, όλα απαιτούν μια ερμηνεία. Με τις αποδιωγμένες στα αζήτητα κάλτσες χωρίς το ταίρι τους, η Γεωργούλα μιλάει με εύγλωττο τρόπο για τη διαφορετικότητα, τη μοναξιά χωρίς τη συνακόλουθη, θεσμική και ηθικά αποδεκτή συνύπαρξη, τον κορμό (όπως τον αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη, επικρατούσα άποψη/ιδεολογία) της οικογένειας με σαφώς δομημένη ιεραρχικά και πάντοτε κατοχυρωμένη θεσμικά κλίμακά της.

 

Κι έπειτα ακολουθούν μέρες σιωπής και περισυλλογής κι αφόρητης αναμονής και προσευχής. Θεέ των χαμένων καλτσών, φέρε μου πίσω το ζευγάρι μου, ν’ αναστηθώ και να γυρίσω στον κόσμο των ζωντανών. («Ο χωρισμός», σ. 47).

 

Πιστεύω πως η γραφή της Γεωργούλα δεν κυριολεκτεί, όσο κι αν, με την περιγραφή των χώρων και τη διακριτή ψυχογραφία των ηρώων της, δείχνει συχνά το αντίθετο. Έχει την ικανότητα να βρίσκει τον πυρήνα των προβλημάτων, προσωπικών και κοινωνικών, και να τον αποτυπώνει με έναν τρόπο τόσο επιφανειακά πλάγιο όσο και ευθύβολα αντιληπτό.


Διώνη Δημητριάδου

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΑΣ



ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΑΣ



Την Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2026, υποδεχθήκαμε στη Λέσχη μας την Κωνσταντία Σωτηρίου και απολαύσαμε μαζί της μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από το μυθιστόρημά της «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ», εκδόσεις Πατάκη. Ένα βιβλίο για τη μοίρα του ανθρώπου όταν βρίσκεται στο περιθώριο της ιστορίας αλλά και της ίδιας του της ζωής, για τη ροή του χρόνου που γράφει τη δική του πορεία, πότε με αληθινά γεγονότα και πότε με μύθους – όλα έτσι κι αλλιώς ένα όλον ενιαίο και αξεδιάλυτο. Έτσι ολοκληρώσαμε, με τον καλύτερο τρόπο, τις συναντήσεις μας της περιόδου 2025-2026. Θερμά ευχαριστούμε την Κωνσταντία Σωτηρίου για την παρουσία της, τον λόγο της, τη θετική της αύρα.

Η νέα περίοδος λειτουργίας της Λέσχης μας θα ξεκινήσει τον Οκτώβριο 2026.

Οι συντονίστριες της Λέσχης
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου














Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Ο κόσμος των σκιών είναι το βασίλειο των ονειροπόλων Πέτρος Τσαλιαγκός εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο κόσμος των σκιών είναι το βασίλειο 

των ονειροπόλων

 Πέτρος Τσαλιαγκός

 εκδόσεις ΑΩ

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ένας οδυνηρός βυθός ή μια άσκηση γραφής; • Fractal

 

 


 

Ένας οδυνηρός βυθός ή μια άσκηση γραφής;

 

Προσπαθώ να μην παραδοθώ ούτε στην επιλεκτικότητα της μνήμης, ούτε στην εκστατικότητα της φαντασίας, όμως δεν μπορώ και να αποφύγω τη σταδιακή ανάδυση μιας παραισθητικής κατάστασης που με απομακρύνει από την πραγματική ζωή που γευτήκαμε στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα. (σ. 18).

Ποια τα  όρια της αφήγησης, ποια συνθήκη τα επεκτείνει ή τα περιορίζει, αλλά και ποιος ο ρόλος του αφηγητή μιας ιστορίας στην αληθοφάνειά της ή στην αποκάλυψη του ψεύδους της; Αναπάντητα ερωτήματα, αν φυσικά περιμένουμε μια απόλυτη απόκριση, περιοριστική από τη θεωρητική της φύση. Κυρίως όταν η αφήγηση αγγίζει τον εσωτερικό βυθό, όταν φθάνει στο συμπαγές του σώμα, εκεί η θεωρητική κριτική σκευή σιωπά.

Το αφήγημα του Πέτρου Τσαλιαγκού μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Ο ένας σε συμπαρασύρει στον βυθό του αφηγητή, με τη συνακόλουθη αποδοχή πως εδώ μετράει περισσότερο η βίωση μιας σχέσης, μονόπλευρη συχνά, η συνειδητοποίηση πως η οδύνη είναι συνώνυμη του έρωτα. Όσο κι αν μια περιρρέουσα ρομαντική ατμόσφαιρα παραπλανά, η αλήθεια είναι πως το σκοτάδι πάντα καραδοκεί. Κάτω από αυτή την αναγνωστική εκδοχή, η αφηγημένη ιστορία ανοίγεται σε φιλοσοφικό στοχασμό, περιστρέφεται γύρω από περιστατικά διάσπαρτα, από κινήσεις, λέξεις, που αποτυπώθηκαν στη μνήμη, έτσι όπως αταξινόμητες έρχονται και κυριεύουν τον αφηγητή. Η αίσθηση της μοναξιάς, που καταλήγει επιλογή μοναχικότητας έντονη, η ματαίωση της ποθούμενης διάρκειας των αισθημάτων οριστική. Η μόνη εξωκειμενική παρατήρηση που χωράει εδώ αφορά την αναγνωστική αδιαφορία για το αν ο αφηγητής ιστορεί μια αληθινή σχέση ή όχι, καθώς μας παρασύρει τόσο ο τρόπος όσο και οι τεχνικές της αφήγησης σε μια εν δυνάμει ενσωμάτωση, να αποδεχθούμε τη θεωρούμενη λογοτεχνική αληθοφάνεια.

Ο δεύτερος τρόπος, κατά τη γνώμη μου πιο ενδιαφέρων,  παραπέμπει σε μια εντελώς εξωκειμενική συνθήκη –εννοώντας την ιστορία αυτή καθεαυτήν– να διαβάσουμε το όλον ως μια άσκηση αφηγηματική, που ερευνά ακριβώς τα όρια και την ουσία της αφήγησης. Κατά τον δεύτερο αυτό τρόπο ανάγνωσης, η ίδια η ιστορία λειτουργεί ως υλικό, προκειμένου να εκτεθεί, πίσω από τον λογοτεχνικό μανδύα, η συγγραφική θεώρηση για τη δυναμική της αφήγησης, όσο αυτή μπορεί να συνεχίσει μια ματαιωμένη σχέση μέσα σε ένα σκηνικό συγγραφής, αλλά και πώς μπορεί να υποκαταστήσει τα αληθινά γεγονότα. Αλλιώς, η μαγεία της επινόησης.

[…] θα κοιτάζω χαμένος στις σκέψεις μου τον ερημότοπο που εκτείνεται μέχρι την ακρογιαλιά και που κάποτε ήταν ένας φροντισμένος, ολάνθιστος κήπος. Ύστερα, σιγά σιγά θα προσθέσω τη θάλασσα με τα κύματά της, τη βεράντα όπου καθόμασταν τα βράδια πίνοντας παγωμένο κρασί, την πέργκολα. Θα φανταστώ τον κανίβαλο πλανήτη της και, στο τέλος, εκείνη. Τι με εμποδίζει να το κάνω; (σ. 71).

Στέκομαι στο τρίτο μέρος της ιστορίας (Η ανίατη νόσος της αφήγησης), στο οποίο συνυπάρχουν τα στοιχεία προς τεκμηρίωση και των δύο παραπάνω αναγνωστικών εκδοχών.

Διαβάζουμε αρχικά: Επισκέπτομαι πολύ συχνά τον εσωτερικό μου βυθό. Ο βυθός συνιστά το απώτατο άκρο της βασανισμένης μου ύπαρξης, έναν ατόφιο πυρήνα οδύνης. (σ. 67).


Εδώ η πρωτοπρόσωπη φωνή διεκδικεί όλο το βάρος της οδύνης, ο βυθός έχει οντότητα, είναι αληθινός ή έτσι φαίνεται. Μια παρέκκλιση από αυτή τη θεώρηση συνιστά στο τέλος του δεύτερου μέρους η αναφορά στον κόσμο των σκιών, στον κόσμο των απωθημένων και των ανείπωτων  πραγμάτων (πολύ εύστοχη επιλογή του χώρου των σκιών) που, όμως, πιστεύω πως αναιρείται από την εμβόλιμη έννοια των «ονειροπόλων». Η λέξη αυτή, τοποθετημένη και στον τίτλο του βιβλίου, εξασθενεί αρκετά τόσο τις πολύσημες σκιές όσο και τον «βυθό», που τόσο περίτεχνα η συγγραφική πρόθεση εστίασε στην οδύνη του. Στο εξώφυλλο το έργο του Nathan L., Lesiliato, παραπέμπει στη συνειδητή «εξορία» του αφηγητή/αφηγηματικού υποκειμένου, επιλογή που από την αρχή της ιστορίας διακριτή φαινόταν ως κατάληξη, και που ως προϊδεασμός φάνηκε στη φράση «cantavit extra corum» της σ. 72, ως χαρακτηρισμός που δημιούργησε αρχικά το ξάφνιασμά του, στη συνέχεια, όμως, πράγματι καθόρισε τη στάση του έξω και μακριά από τους άλλους ως σκέψη και ως στάση ζωής.  

Στη συνέχεια διαβάζουμε:  Σε ακολούθησα με τον τρόπο της αφήγησης όταν έφυγες, σε ακολούθησα με μικρούς και μεγαλύτερους αιφνιδιασμούς, σε ακολούθησα την ημέρα και σε ακολούθησα τη νύχτα παντού. Σε βρήκα να στέκεις σ’ ένα βιβλιοπωλείο, σε λεωφόρους πολύβουων πόλεων, σε είδα σε ερωτικές περιπτύξεις, σε παραστρατήματα, σε ένιωσα σε πίκρες και χαρές. Κατέγραψα κάθε ματαίωσή σου, κάθε πιθανό και κάθε απίθανο γεγονός. Το καταφύγιό μου είναι οι λέξεις μου. (σ. 76).

Εδώ κυρίαρχο ρόλο έχει η αφήγηση ως τρόπος ανάπλασης του πραγματικού ή αυτού που διεκδικεί την αλήθεια του πραγματικού, με την ίδια την ιστορία να έρχεται σε δεύτερο πλάνο. Μια «τοποθέτηση» του συγγραφέα για τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Αλλιώς, μια άσκηση γραφής.

 

Εν κατακλείδι. Η ιστορία που αφηγείται ο Πέτρος Τσαλιαγκός, με όποιον τρόπο κι αν διαβαστεί, αναδεικνύει αφενός τις αφηγηματικές τεχνικές (την οπτική γωνία, τον χρόνο και τον ρυθμό της αφήγησης), αφετέρου χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο ως βασικό αφηγηματικό τρόπο, ενσωματώνοντας μέσα του τόσο την αφήγηση αυτή καθεαυτήν ως τρόπο, όσο και την περιγραφή και τον διασταυρούμενο διάλογο. Η μείξη αυτή μέσα σε ένα κείμενο που ρέει αβίαστα, παράλληλα η εύστοχη χρήση της γλώσσας, συνιστούν  ένα ενδιαφέρον, από κάθε άποψη, εγχείρημα.  


Διώνη Δημητριάδου


Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Νικόλας Ζάννος Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Νικόλας Ζάννος

Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Νικόλας Ζάννος: «Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα»



 

Κοιτάζω γύρω μου/ αμφισβητώντας πάντα κάτι («Αμφισβητήσεις»). Ίσως στους δύο αυτούς στίχους να μπορούσε να απεικονιστεί το ποιητικό σύμπαν του Νικόλα Ζάννου (1963-2012). Έτσι όπως από την παρατήρηση της πραγματικότητας γύρω του, γράφονται μέσα του οι έξωθεν παραστάσεις, δημιουργώντας μια διαφορετική συνθήκη ζωής και σκέψης που  βιώνεται αλλά και αποτυπώνεται σε στίχους. Μια αμφίδρομη πορεία, ικανή να δώσει αυθεντική ποίηση. Μια διευκρίνιση αναγκαία εδώ. Στην ποίηση του Ζάννου δεν θα βρούμε ούτε τον εκθαμβωτικό ποιητικό λόγο, ούτε την περίτεχνη στιχουργική. Θα βρούμε, όμως, έναν αυθορμητισμό, μια ποιητική αθωότητα, που θα της ξεφεύγουν ποιητικές αστοχίες, ωστόσο η αξία της θα κρίνεται αλλού. Θα φέρω ένα παράδειγμα: Στο ποίημα «Το μέγα ρέμα της ζωής» κάποιες διάσπαρτες ομοιοκαταληξίες δεν αρκούν για να συγκαταλεγεί το ποίημα στη  παραδοσιακή μορφή, και ίσως να ήταν καλύτερα να λείπουν, αφήνοντας το ποίημα σε ελεύθερη στιχουργική να αναπνεύσει καλύτερα, να μην μπερδεύεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές. Ξαναδιαβάζοντας, όμως, αξίζει  να προσεχθεί ο τρόπος που λειτουργεί στο ποίημα η θεματική του χρόνου, θεωρούμενου ως αέναης ροής μέσα από τρεις συνεχόμενες ομοιοκατάληκτες λέξεις, και πιο κάτω με άλλες δύο λέξεις που θα κλείσουν το ποίημα: Μέγα ρέμα είν’ η ζωή,/ κυλάει το νερό/ σε διχάλα αφρίζει/ στην κατηφόρα μουρμουρίζει/ στη μέση το κοτσύφι τιτιβίζει […] σκέψεις, λέξεις, πράξεις/ περιμένουν τη ροή/ στο μέγα ρέμα, τη ζωή. Μετράει, επομένως, εδώ η αρχική ιδέα, αυτή που κατά τον καβαφικό «Δαρείο» πάει κι έρχεται, δεν εγκαταλείπει ποτέ τον ποιητή, με όποιον τρόπο κι αν αυτή εκφραστεί. Το ποίημα παρακολουθεί στιχουργικά τη ζωή όπως κυλάει μέσα στον χρόνο, χωρίς να μπορεί να τον κατανοήσει.

Ο Ζάννος στην  ποίησή του εκφράζει μια διαρκή πνευματική ανησυχία είτε για τον προσωπικό του αγώνα ζωής –μέγιστη αφετηρία, πιστεύω, της γραφής του– είτε για τη συνολική ανθρώπινη πορεία σε βαθύ σκοτάδι. Γι’ αυτό το δεύτερο, κυρίως, γράφει σχεδόν  νουθετώντας, σε μια προσπάθεια να απευθυνθεί σε όσους θα τον άκουγαν, αρνούμενοι την όποια συνθηκολόγηση, την όποια άκριτη κατάφαση σε ό,τι τους προσφέρεται ως μοναδική οπτική ζωής. Ή αλλού, σε κείμενο καταγγελτικό, όχι ποιητικό, μιλάει για την αναμέτρηση του αδύναμου με τον ισχυρό, μάταιη μάχη μέσα στο σκόπιμα κατασκευασμένο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα.


Η συνειδητή ένταξη της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον φυσικό κόσμο, τον οδηγεί σε στίχους που ενώνουν τις φυσικές αλλαγές με τις ανθρώπινες παλινδρομήσεις, από το σκοτάδι στο φως, από την απόγνωση στην ελπίδα και πάλι πίσω. Άλλωστε η ενασχόλησή του με τη βιοδυναμική αντιμετώπιση των παρεμβάσεων στον φυσικό χώρο (π.χ. καλλιέργειες) έρχεται να δέσει με τις ποιητικές του αποτυπώσεις της βασικής του θεώρησης για τον κόσμο εν συνόλω.

Έχω την αίσθηση πως ο Ζάννος γράφοντας ισορροπούσε ανάμεσα σε ένα προσωπικό αδιέξοδο, στο οποίο  πρόσφερε πότε πότε μικρές αναλαμπές ομορφιάς και έρωτα,  και στην επιθυμία του να γίνει η φωνή όσων αδυνατούσαν να μιλήσουν – ένα δίπολο που πότε τον καταβύθιζε και πότε τον απογείωνε. Έτσι, συναντάμε στίχους που απηχούν το κενό μέσα του (να σαλπάρουμε,/ να φύγουμε προς τον βοριά,/ παγωμένο, ξένο,/ στα κρύα ταλαιπωρημένο, «Μοναξιά στο λιμάνι του έρωτα»), ή που για λίγο ακουμπούν στην άλλη, την αγαπημένη ύπαρξη, ανάμεσα κι αυτή στην παρουσία και τη λήθη (Πέτρες σκόνη χαλίκια/ μες στα πεύκα/ και χορωδία τα τζιτζίκια./ Δύο καστανές πλεξούδες/ συλλογίζομαι κι αναφωνώ, «Χαρμάνης από έρωτα»). Ο στίχος του γίνεται πιο σίγουρος όταν στρέφει προς τους άλλους:  Όλοι έχετε θυμό/ μες στης ζούγκλας τον ρυθμό./ σαν έν’ άδειο κλουβί μέσα στη μοναξιά,/ μόνο /ένα δέντρο, παντού ερημιά, «Ο κατατρεγμός». Πάντα, όμως, επιστρέφει στην προσωπική του μοναξιά, που η ποίηση δεν κατόρθωσε να γαληνέψει. Εκεί που διαβάζεις: Τρίπτυχο ζωής:/ Αγάπη, Όραμα, Ελπίς («Χαρούμενες νότες στο “Ελπίς”»), έρχεται ο απόηχος από σαββοπουλικούς στίχους ή αλλού ένα ολόκληρο ποίημα («Μικρό αφιέρωμα στον Δον Κιχώτη») για να επιστρέψει πάλι το μοναχικό τοπίο (η άτρακτος της ζωής/ ακολουθεί τις ηλιαχτίδες/ και μας αφήνει/ άγνωστους μέσα στην πολλή/ βαρβαρότητα των θορύβων, «Τα ακούσματα της ψυχής»).

Ο Νικόλας Ζάννος με τα διάσπαρτα αυτά ποιήματα που φρόντισαν οι δικοί του άνθρωποι να συγκεντρώσουν σ’ αυτή τη συλλογή, δεν ανήκει, βέβαια, στη χορεία των μεγάλων ποιητών, ούτε, όμως, κρίνεται αναγκαίο κάτι τέτοιο για να εκτιμηθεί η αλήθεια της ποίησης του. Θα έλεγα, μάλιστα, κι ας φανεί αιρετικό ή έστω ακραίο, πως η ποίηση σήμερα δεν έχει ανάγκη τόσο τα μεγάλα μεγέθη (μακάρι να υπάρχουν κι αυτά) όσο την ειλικρίνεια, την αυθεντικότητα και την αθωότητα. Και μόνο η αμφισβήτηση που επέλεξε ως στάση ζωής ο Ζάννος (επανέρχομαι εν είδει κύκλου, στους δύο στίχους που ξεκίνησαν αυτό το κριτικό σημείωμα: Κοιτάζω γύρω μου/ αμφισβητώντας πάντα κάτι), είναι αρκετή για να εκτιμηθεί θετικά η ποίησή του.

 

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Σταρ Yukio Mishima Μετάφραση: Μαρία Αρώνη και Kyoko Shibayama Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

  Σταρ

  Yukio Mishima

Μετάφραση: Μαρία Αρώνη και  Kyoko Shibayama

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια θέα στο «θέαμα» • Fractal


 

 

Μια θέα στο «θέαμα»

 

Η σημαία κυμάτιζε στο αεράκι, μόλις έπεφτε χαμηλά, ξαφνικά πεταγόταν πάλι ψηλά μαστιγώνοντας τον ουρανό, τιναζόταν μεταξύ φωτός και σκιάς, λες και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να λυθεί από τον ιστό της και να πετάξει μακριά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όπως την παρατηρούσα με κυρίευσε μια λύπη που κατέκλυσε όλο μου το είναι και σκέφτηκα την αυτοκτονία. Το θέμα είναι πώς να πεθάνεις. (σ. 82). 

 

Πώς γεννιέται μια σκέψη θανάτου σε ένα νεαρό άντρα, είκοσι τριών χρονών, ανερχόμενο αστέρι του κινηματογράφου, που μοιάζει να έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του; Ο Μισίμα, στη νουβέλα του Σταρ, όχι από τα πιο διάσημα έργα του παρά την αναμφισβήτητη αξία του, μέσα σε λίγες σελίδες ξετυλίγει τον απατηλό κόσμο του θεάματος, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα μιας άλλης «απάτης», αυτής της λογοτεχνικής γραφής, με το μαγικό της ψεύδος να διεισδύει στην αναγνωστική πρόσληψη ως αληθινή πραγματικότητα.

Καθώς ο ήρωάς του, Μίζουνο Γιούτακα, αφηγείται την ιστορία του, βιώνοντας το πέρασμά του από τον «ρόλο» του στην πραγματική ζωή και πάλι πίσω, δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς για τη φύση του πραγματικού. Έτσι, πίσω από την επινοημένη μυθοπλασία, καθίσταται διακριτός ένας κόσμος με ρόλους και μάσκες, τόσο καθημερινός, τόσο συνηθισμένος, σαν όλοι να υποδυόμαστε ένα άλλο πρόσωπο, ηθελημένα ή όχι, κάτω από σκηνοθετικές οδηγίες που καθορίζουν το αποδεκτό και το «κανονικό». Σαν αρκετά χρόνια πριν (η νουβέλα του εκδόθηκε το 1961), ο Μισίμα να είδε προβαλλόμενο μπροστά του το μέλλον μιας κοινωνίας που δεν θα της ήταν αρκετή η εικόνα του θεάματος (έτσι κι αλλιώς ειλικρινής στις προθέσεις της) αλλά θα βίωνε την εικόνα σε μια οιονεί δική της πραγματικότητα. Το γεγονός πως εννέα χρόνια μετά το βιβλίο αυτό ο Μισίμα όντως αυτοκτονεί, και μάλιστα τελετουργικά και δημόσια, καθιστώντας τον ίδιο του τον θάνατο θέαμα, ίσως είναι ακραίο να θεωρηθεί μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καθώς πολλά στοιχεία της προσωπικής του ζωής συνέτειναν στο τέλος του, ωστόσο για να εστιάσουμε στην ίδια τη φύση της λογοτεχνίας, πρόκειται για την εκπλήρωση μιας πράξης που ως προϊδεασμός φαινόταν στη γραφή του, ακόμα και στην ιστορία του Σταρ που πλέκει το νήμα ανάμεσα στον κινηματογραφικό ρόλο και τη ζωή. Είναι εκπληκτική η σκηνή με τη νεαρή γυναίκα που εισβάλλει στο κινηματογραφικό πλατώ, καταργώντας την επινόηση και οδηγώντας τον ήρωα σε μια διαδοχική συνειδητοποίηση του ψεύτικου και του αληθινού.

Η έννοια του χρόνου, βασικό μοτίβο της νουβέλας του, βιώνεται από τον ήρωα διττά, σε δύο επίπεδα. Το ένα τού το προσφέρει η υποκριτική μέσω της κάμερας, εκεί που, όπως λέει:

 

Νιώθω ότι ο χρόνος κυλάει με τρόπο που μου είναι πολύ οικείος, μοιάζει με τη ροή του μη πραγματικού χρόνου όταν η κάμερα γράφει. Μόνο εκεί μπορώ ν’ αναπνέω ελεύθερα, να μιλώ για το θάνατο χωρίς φόβο, να πεθάνω χωρίς να υποφέρω. (σ. 83).

 

Ο χρόνος στο άλλο επίπεδο είναι βαρύς, ανυπόφορος, του φέρνει σκέψεις αυτοκτονίας, τον οδηγεί σε υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο σκηνοθετημένος χρόνος με τα ανάμεικτα πλάνα, καταργεί την γραμμική χρονική πορεία, προσφέρει την αιφνίδια ανατροπή, την ανάμειξη των συναισθημάτων, όσα δηλαδή απουσιάζουν από τον πραγματικό χρόνο.

 

Αν συνηθίσεις σ’ αυτόν τον τρόπο, η σταθερή ροή του πραγματικού χρόνου -που δεν γυρίζει πίσω- σου φαίνεται  αδιάφορη και ανιαρή. (σ. 60).

 


Εν προκειμένω, η φήμη, το θέμα της ιστορίας του Μισίμα, αποτέλεσε τον καμβά για να φανεί το αδιέξοδο ενός κόσμου που διατρέχει τη ζωή του μοναχικά, σε ουσιαστική αποξένωση, την ίδια στιγμή που νομίζει πως «επικοινωνεί». Η συνθήκη αυτή δεν αφορά μόνον όσους βρίσκονται μπροστά από την κάμερα, εκτεθειμένοι στο κοινό ή αυτούς που μαγεύονται από την οθόνη, αν και γνωρίζουν ότι η πραγματικότητα που βλέπουν και νιώθουν αντλεί από μια εξαπάτηση, αλλά πλέον έναν κόσμο που τον έχει καταπιεί κυριολεκτικά η εικόνα. Η επιλογή αυτή συνιστά το τέχνασμα της λογοτεχνίας να μιλάει για κάτι φανταχτερό (όπως το διακριτό μπλε του τίτλου σε μαύρο φόντο στο λιτό αλλά υπέροχο εξώφυλλο) ή ακραίο για να δείξει το καθημερινό και το σύνηθες που, ακριβώς για τα χαρακτηριστικά του αυτά, δεν γίνεται πάντοτε αμέσως αντιληπτό, παρά μόνον όταν έχει πλέον γίνει βίωμα. Κι αν τότε που γραφόταν ο Σταρ υπήρχε ίσως μόνο αμυδρά η προοπτική μιας τέτοιας εξέλιξης, τώρα αποτελεί ήδη βιωμένη πραγματικότητα.  Αλλά, αυτή είναι και η αξία της λογοτεχνίας, να διακρίνει, να «προβλέπει» ή να βλέπει καθαρότερα, ή όπως είχε δηλώσει ο Αλμπέρ Καμύ, να προσφέρει μια προνομιούχο θέα στον κόσμο, αθέατη διαφορετικά.  

 

Διώνη Δημητριάδου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ 
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΕΤΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΗΘΑΙΟ



Στης νύχτας τ’ ανα­γνώ­σματα,
με μια σαγη­νευ­τική νωχέ­λεια,
λιτα­νεύει των επο­χών το ψίκι,
γητεύει την ομορ­φιά και τη γηθο­σύνη,
σμι­λεύει την αλκή του χρό­νου
και ψηλα­φώ­ντας τις όχθες του,
αυτο­μο­λεί αυτά­ρε­σκα στο φλοί­σβο του
ν’ ακούει στις μου­σκε­μέ­νες άριες
να θερα­πεύ­ο­νται ειδύλ­λια κι εμπνεύσεις.


Πετριές τ’ ονει­ρο­πό­λημα και πλα­ταγή η σιωπή,
αφρό­σκε­ποι οι καη­μοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.


Στης ανα­το­λής τις γρα­φές και δεή­σεις,
με μια υπε­ρο­πτική ταπει­νό­τητα,
δαψι­λεύει της μέρας μακα­ρι­σμούς,
αμνη­στεύει το δικα­σμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγ­γα­νείες
κι επηρ­μέ­νος αγνώ­στων θεών προ­σκυ­νη­τά­ρης
αυθαι­ρε­τεί στον ορι­σμό του κάλ­λους
και τυμ­βω­ρυ­χεί σε ιστο­ρίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.


Πετριές στ’ άβαθα οι ευχές, τ’ ανά­θεμα το βουβό
όπως κι η λιο­βολή, φως πετριά μες στα νερά του.


Στα γεφυ­ρο­πε­ρά­σματα, ήθος κανο­νι­σμένο.
Αδέ­ξιες φωνές,αυθάδεια και ασφα­λής βια­σύνη,
ώμοι γερ­τοί προβλέψιμοι,είδωλα στραγ­γι­σμένα,
γενιές τ’ αγάλ­ματα και αδεια­νές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυ­μπλή­ρωτη ιστο­ρία,
εξέ­δρα που λιγο­στεύει της κοί­της την απλω­σιά,
που μικραί­νει τ’ ανά­στημα του κόσμου
και βλέ­πει στο κοντινό το ξάγνα­ντο τη ζωή
να μετριέ­ται λειψή,αιχμάλωτη και σημαδεμένη.


Πετριές τα άδεια βλέμματα,το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην από­γνωση και η μνήμη στην οργή.





ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ


Άγουρη κι ατίθαση η νιόφερτη άνοιξη,
γλιστρούσε τη βιασύνη της στην ακροποταμιά,
έριχνε τα μαλλιά της ξέπλεκα στ’ ανυπόταχτα νερά
και το φεγγάρι νιο κι αδέσποτο να σκύβει και να βουτά,
μαντίλι κόκκινο στη νύχτα, να βάφει και να κεντά.

Θράσευαν γύρω οι καημοί σε χολωμένα νιάτα,
μάτωναν στήθια οι στεναγμοί και κουρασμένα μάτια,
κρυφά να συναλλάσσεται η αρετή με την αμαρτία
και να ζυγιάζεται αδέκαστη η ζωή,
μια στην επιστροφή και μια στην προσδοκία.

Έσφιξαν τα χέρια τους και ψηλάφισαν τη γη,
κύκλωσαν ένα κομμάτι ανοιχτό ουρανό
και με το σουραύλι της σιωπής και το φλασκί του πόθου,
ξημέρωναν τη ζωή ανατολή ‚πλημμύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.

Αφήναν στην άκρη τις καρδιές κι οι λογισμοί στην κοίτη.
Γύμνωναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθήσεων ταπεινά να ομολογήσουν
πως είναι αλήθεια ο έρωτας και λευτεριά ο χρόνος. 

 Γιώργος Αλεξανδρής
(πίνακας: Pygmalion, Jean Baptiste Regnault)