Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΑΣΣΟΥ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΑΣΣΟΥ

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΑΣΙΑΧΤΟ

 



Άσιαχτο το σεντόνι στο κρεβάτι

Το ζούμε το σώμα μας

Πάνω στα σεντόνια

 

Άσιαχτο το μαξιλάρι στον καναπέ

Λίγη – ως αρκετή – σκόνη στο ράφι

Ένα ψίχουλο κάτω απ’ το τραπέζι

Δεν σκούπισα

Δεν έπλυνα

Δεν άπλωσα

 

Έγραψα. Γράφω. Ας είναι.

 

 

ΜΙΑ ΚΑΠΩΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


 




Κ ό β ω

Δρόμο

Ξερά φύλλα

Λάσπη

Κλωστές

Ψωμί

Ομφάλιους λώρους

Συνήθειες

Ανάσες

Έρωτες

 

Π α ί ρ ν ω

Δρόμο

Φιλιά

Αγκαλιές

Ύψος

Χώρο

Χρόνο

Ανάσες

 

Τ ι ν ά ζ ω

Μαλλιά

Σεντόνια

Μυαλά

Σκόνη

Ζωές

Ολόκληρες

 

Β ρ ί σ κ ω

Διαμάντια

Σίδερα

Πέτρες

Ποτάμια

Ροές

Βρωμιές

Λεκέδες

Νόημα

Γ ε λ ά ω

Άτσαλα

Γάργαρα

Πικρά

Υστερικά

Κοφτά

Κλαίω γελώντας

Ή

Γελάω κλαίγοντας

Μπορώ ακόμη

Ευτυχώς.

 

Ενήλικη

Μεσήλικη

Νεαρά

Έφηβη

Παιδούλα

Νήπιο

Βρέφος

Έμβρυο

Από που αρχίζει η μνήμη

Φοβάμαι να ψάξω

Αιώνες πριν

Στο

δέντρο των γενεών μου

 

Αρνούμαι

Αποδέχομαι

Το σπέρμα του πατρός

Το ωάριο της μητρός

Όνομα πατρός: κενό

Όνομα μητρός: κανένα

Το γένος, ολόδικό μου

Νέας σποράς

Νέας εσοδείας

Δικαίωμα.


Δέσποινα Νάσσου

(φωτογραφίες: Izabella Urbaniak)

 

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ






Ηρέμησε στον ερχομό της αργοπορημένης νύχτας
και έγειρε στη βαθιά και ζεστή αγκαλιά της μοναξιάς
ατενίζοντας τους μακρινούς ορίζοντες των ονείρων
κι ακούγοντας αγγέλματα προσδοκιών και ελπίδας,
να είναι το καρτέρεμα βεβαιότητα και πίστη
και η ζωή θείο λειτούργημα ομορφιάς και δόξας.

Ανέτρεξε σε βιώματα, εμπειρίες και αναμνήσεις,
περισυνέλεξε θεωρίες, δόγματα και απόψεις,
περιτείχισε τις δικές του περιλάλητες και εξέχουσες
και ευτύχησε ακόμη μια φορά στην ένταση της δίνης
να δρέψει την τελείωση του σωστού και αναμφισβήτητου,
ύστερη ομολογία και αποδοχή στης γνώσης την καθεδρία.

Είχε ανοίγματα η ζωή, περιορισμούς και κατευθύνσεις,
στιγμές προσωπικής ανάκρισης κι ενδόμυχης σιγουριάς
πως τα όριά της είναι ευσύνοπτα, ορατά και κατεργασμένα
υποθήκες στα ένστικτα, την ενόραση και τις γνώσεις
του ορθολογισμού ανάγνωσμα και σοφίας μαρτυρίες,
περαίωση στις αντιλήψεις του και τις επιθυμίες.

Περίκλειστο κι αχαρτογράφητο της μοναξιάς το βασίλειο,
οχυρό καταφυγής της πλάνης και της αλήθειας,
των δοκιμασιών της ψυχής και των εμμονών του νου,
παραίτηση από την επίγνωση και τις κρυφές πεποιθήσεις
και είναι η ζωή κρυστάλλωμα απόγνωσης και βδελυγμίας,
αποστροφή στα κοινά, τα ομόγνωμα και τα επιθυμητά.

Με περισυλλογή, περίσκεψη και έντονη διάθεση
εκεί στης μοναχικότητας τον εγκλεισμό και τη σιωπή,
διείδε το στένεμα των ορίων του πνεύματος και της ψυχής,
τη στέρηση της χαράς στην απογοήτευση και τη θλίψη
και τόλμησε απ’ τη βάσανο του άγχους να απαλλαγεί,
της μοναξιάς δραπέτης απ’ την κλειστή γωνιά του να λευτερωθεί.


Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Τάκης Τλούπας, Η ξερή λίμνη Κάρλα, 1962)

Με τον Ισού και το ρεβόλβερ Βασίλειος Χριστόπουλος, 2026 Εκδόσεις Ένεκεν Γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος

 

Με τον Ισού και το ρεβόλβερ

Βασίλειος Χριστόπουλος, 2026

Εκδόσεις Ένεκεν


Γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος



Με τον Ισού και το ρεβόλβερ

 

         

 

«Άκου Μπάμπη, η θεία πρόνοια είναι το ιερό φως που γεμίζει τα κενά του σύμπαντος, είναι το πανταχού παρών Άγιο πνέμα. Είναι η παγκόσμια ενέργεια που στερεώνει και κυβερνά τον κόσμο.»

            Οι απόψεις αυτές εκφράζονται όχι από ένα εκπρόσωπο της Εκκλησίας, όχι από ένα θεολόγο, αλλά από ένα λήσταρχο, τον Κώστα Πανόπουλο, που έδρασε στα βουνά Αχαΐας και Ηλείας. Βίωσε την ανέχεια και την κοινωνική αδικία από τα παιδικά του χρόνια, να στρέφεται εναντίον του ίδιου και της οικογένειάς του και με τον καιρό κατάλαβε πόσο βαθιά ριζωμένη είναι στις σχέσεις των ανθρώπων, ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και δεν υπάρχει ελπίδα ευημερίας για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

«Ενώ στο σχολείο ήμουν το πιο έξυπνο παιδί κι άρπαζα την πνευματική τροφή σαν πεινασμένο σκυλί, ο δάσκαλος με έβαζε να κάθομαι μόνος στην άκρη. Γιατί μου το έκανε αυτό; γιατί ήμουνα ξυπόλητος και τα πόδια μου λασπωμένα, γιατί τα ρούχα μου ήταν μπαλωμένα...»

Ήταν ένας διαφορετικός ληστής από τους άλλους, οπαδός του κινήματος του χριστιανοκοινωνισμού, το οποίο ήταν υπέρ ενός χριστιανισμού της Αγάπης και της Κοινοκτημοσύνης και είχε αναπτυχθεί στα τέλη του 19ου αιώνα συνδυάζοντας στοιχεία του σοσιαλισμού και του χριστιανισμού, κίνημα εμπνεόμενο από το κήρυγμα του Ιησού για αγάπη, ισότητα και φροντίδα προς τους φτωχούς και τους αδύναμους και αντιτιθέμενο στις ακραίες οικονομικές ανισότητες και στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης επιδιώκοντας την κοινωνική αλλαγή και τη βελτίωση της κοινωνίας μέσα από ειρηνικές χριστιανικές αξίες και μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι η διαφορά του κινήματος από τις αρχές των μπολσεβίκων και του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής εκείνης. Στο κίνημα αυτό του χριστιανοκοινωνισμού ανήκε ο περισσότερο ίσως γνωστός κοινωνικός επαναστάτης Μαρίνος Αντύπας (τέλη του 19ου αιώνα - αρχές του 20ού αιώνα). Ο Μαρίνος Αντύπας δολοφονήθηκε το 1907, η χρονική περίοδος δράσης του Κώστα Πανόπουλου ήταν 1890-1902.

«...Προσπάθησε να ξεσηκώσει τους χωριάτες του Χελμού και του Βοδιά κι ονειρεύτηκε χιλιάδες να τον ακολουθούν στο όνομά του και στο όνομα του Κυρίου. Να γίνει η Ελλάδα η πρώτη χώρα που κάνει τέτοια επανάσταση με αρχηγό τον Πανόπουλο, από ένα χαμόσπιτο των Μαζέικων. Χαμογέλασε με τρυφερότητα για κείνα τα νεανικά του όνειρα. Όταν είδε το ανέφικτο, εγκατέλειψε την ιδέα της επανάστασης και περιορίστηκε στην αποκατάσταση μεμονωμένων αδικιών...»

 

Τον Κώστα Πανόπουλο μάς παρουσιάζει ο Βασίλης Χριστόπουλος στο καινούργιο βιβλίο του «Με τον Ισού και το ρεβόλβερ», όπου πλάθει μυθιστορηματικά την προσωπικότητά του, αφού έχει προηγηθεί ενδελεχής έρευνα των δεδομένων της ζωής και της δράσης του. Ο ίδιος ο Πανόπουλος άλλωστε άφησε πολύτιμες πληροφορίες γράφοντας ο ίδιος απολογισμό της κοινωνικής του δράσης, που εκδόθηκε μάλιστα στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα με τον τίτλο «Η εξομολόγησις του Λήσταρχου Κ. Πανοπούλου προς την κοινωνίαν» από τον πατρινό εκδοτικό οίκο Χαραλ. Καγιάφα (19473). Από τον τρόπο γραφής του στο βιβλίο του διαπιστώνεται πως έγραφε σε λόγια γλώσσα και φαίνεται πως ο λήσταρχος είχε αρκετές γνώσεις, διάβαζε βιβλία. Γράφει, λοιπόν, σε ένα απόσπασμα της εξομολόγησής του:


            «Εις τας φυλακάς της Αιγίνης εκρατήθην επί τέσσερα έτη και τέσσερας ημέρας... Ο σκοπός της φυλακής είναι διττός. Να παραδειγματίσῃ τους ψυχικώς ασθενείς πολίτας δια της τιμωρίας του εγκληματίου, όπως τους αναχαιτίσῃ και προλάβῃ την υπ’ αυτών διάπραξιν εγκλήματος και όπως σωφρονήσῃ και θεραπεύσῃ τον ψυχικώς ασθενή εγκληματίαν. Διότι είναι φανερόν ότι, εάν δεν έπασχε ψυχικώς, δεν θα διέπραττεν έγκλημα, δια να χάσῃ το πολυτιμότερον των αγαθών, την ελευθερίαν του...

Κατά τον Ουγκώ, η περιέργεια είναι λαιμαργία και δύναμαι να βεβαιώσω ότι είναι πολύ οχληρά η λαιμαργία δια το αντικείμενον της περιεργείας. Διότι εφ’ όσον ευρισκόμην εις τας φυλακάς, όσοι ήρχοντο χάριν αναψυχής, ιδίως το καλοκαίρι εις την Αίγιναν είχον την περιέργειαν να ίδουν και τον Πανόπουλον. Και μη δυνάμενος ο δυστυχής να αρνηθώ, ήμην υποχρεωμένος να εξέρχωμαι εις το προαύλιον της φυλακής δια να κορέννυται το πάθος της περιεργείας των ανθρώπων εκείνων...»

Είναι αλήθεια πως ο διαβόητος για τις αρχές, περιβόητος και περιλάλητος για τους πολλούς από το λαό, λήσταρχος Πανόπουλος δεν είχε διαπράξει εγκλήματα. Το όπλο του, που επιμελώς έκρυβε στα ρούχα του, κάτω από τα ράσα μοναχού, όπως συνήθιζε να μεταμφιέζεται για να διαφεύγει τη σύλληψή του από τους διώκτες του, το χρησιμοποιούσε μόνο προς εκφοβισμό. Πολλοί από το λαό τον είχαν ηρωοποιήσει, οι πλούσιοι όμως, τους οποίους προσέγγιζε και πίεζε ζητώντας τους χρηματικά ποσά, για να βοηθήσει όσους είχαν οικονομικές δυσκολίες, συντάσσονταν με την αστυνομία που τον καταδίωκε.

Ο Βασίλης Χριστόπουλος παρουσιάζει τον λογοτεχνικό του Πανόπουλο να μιλά με λεξιλόγιο επηρεασμένο από τη λόγια γλώσσα και από τη συχνή ανάγνωση της Αγίας Γραφής που είχε πάντα μαζί του και διάβαζε αποσπάσματά της στον βοηθό και ακόλουθό του τσιγγάνο Πάνο Ρουμελιώτη, αλλά με λαϊκές παραλλαγές στην προφορά κάποιων λέξεων της Γραφής ή στη σύνταξη του λόγου, για παράδειγμα:

«Κύριε πρόεδρε, δεκαπέντε χρόνια απήλθον αφ’ όταν εκλείσθην εις τας φυλακάς. Κατά το διάστημα τούτο εκδύθην τον παλαιόν άνθρωπον και ενδύθην νέον. Ομολόγησα τας αμαρτίας μου... Εδώ ο Κύριος Ισούς Χριστός έδωκεν συγγνώμην τοις ανθρώποις όλοι, χωρίς καμίαν εξαίρεσις...»

Δεν είχε βεβαίως τις γνώσεις να κατανοεί πλήρως τα νοήματα, αλλά προσπαθούσε:

«Καπετάνο, αυτά είναι ακαταλαβίστικα.

Αυτά, Πάνο, είναι Αγιαγραφή. Τη διαβάζω όπως τη γράψανε τα παλιά χρόνια οι ίδιοι οι απόστολοι, παναπεί στα πρωτότυπα. Θα σου πω την αλήθεια, δεν ντρέπουμαι. Ούτε κι εγώ τα καταλαβαίνω. Κάποτε όμως θα τα καταλάβω και τότε θα στα ’ξηγήσω και σένα με δικά μου λόγια.

Αφού δεν καταλαβαίνεις, καπετάνο, τι διαβάζεις;

Μα γι’ αυτό διαβάζω συνέχεια, για να μπορέσω κάποτε να καταλάβω.»

Τον ενοχλεί η απληστία των πλουσίων, που με δυσκολία τούς αποσπά λίγα χρήματα για βοήθεια των μη εχόντων, τους οποίους νοιάζεται. «Ο Πανόπουλος θυμήθηκε την τσιγκουνιά του γέρου Σταυρουλόπουλου κι αγρίεψε περισσότερο. Του γράφει επιστολή και του ζητάει πεντακόσιες και χίλιες δραχμές να βολευτεί. Να βοηθήκει κάνα φτωχό από τους πολλούς που έχει έγνοια. Και όταν τον συναντά ο τσιγκούνης τού δίνει εκατό και διακόσια. “Δεν έχω άλλα, δεν ευκολύνομαι”. Ο τοκογλύφος που δεν ξέρει τι έχει στα χρηματιστήρια και στα σεντούκια του, όλο δεν ευκολύνεται.»

Έτσι λοιπόν, λειτουργώντας ως «Ρομπέν των δασών» (σε μια σπηλιά στα δασωμένα όρη της Αιγιαλείας μάλιστα είχε το κρυσφύγετό του) θα συλλάβει την ιδέα που θα του προσφέρει πολύ περισσότερα για τον «ιερό σκοπό του», την απαγωγή του γιου τού τσιγκούνη Αιγιώτη σταφιδέμπορου Λεωνίδα Σταυρουλόπουλου το 1902, για να ζητήσει «λύτρα για την απονομή δικαιοσύνης». Στην επιτυχία των σχεδίων του πίστευε πως συντέλεσε η θεϊκή συναίνεση, ερμηνεύοντας, κατά την κρίση του, ως θετικά διάφορα καιρικά φαινόμενα, που τα θεώρησε ως μηνύματα της θείας Πρόνοιας!...

Είχε πιστέψει ο Πανόπουλος πως θα αλλάξει η κοινωνία προς το δικαιότερο με την Επανάσταση στο Γουδί το 1909, πίστευε στην πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη φυλακή όμως δεν μάθαινε για τις πολιτικές εξελίξεις που μεσολάβησαν και, όταν απελευθερώθηκε το 1916, η χώρα βρισκόταν στη δύσκολη κατάσταση του Εθνικού Διχασμού, με το βασιλικό κράτος των Αθηνών και πρωθυπουργό τον Πατρινό δικηγόρο (που είχε σταθεί πολέμιος του Πανόπουλου) Δημήτριο Γούναρη, με τους τραμπούκους επίστρατους να τρομοκρατούν την κοινωνία και με ένα δεύτερο κράτος του βορρά με έδρα τη Θεσσαλονίκη και επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον «σατανά» και «προδότη», όπως τον αποκαλούσαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι και η Εκκλησία. Ο Πανόπουλος βρισκόταν σε αμηχανία μη κατανοώντας την επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Ευτυχώς είχε εποικοδομητικές συζητήσεις με τον γιατρό Χρήστο Κορύλλο, διευθυντή του Δημοτικού Νοσοκομείου στην Πάτρα και παλιότερο βενιζελικό βουλευτή «τότε που η ’πανάσταση ήτανε στα ντουζένια της», που τον διαφώτισαν.

Με έξυπνο τρόπο ο Βασίλης Χριστόπουλος, μέσω των συζητήσεων που πλάθει μεταξύ Πανόπουλου και Κορύλλου, αναφέρεται στα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της εποχής εκείνης και τα σχολιάζει έτσι, ώστε να φωτίζει και πλευρές και της σημερινής πραγματικότητας, αφού σε κάποια στοιχεία της η κοινωνία φαίνεται να μη διαφέρει τόσο από παλαιότερες μορφές της. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Με συγχωρείς, κυρ Χρήστο, μ’ όλο το σέβας που σου ’χω, αλλά αυτά τα λόγια γιατί ο κυρ Λευτεράκης δεν τα λέει πιο απλά; Αν τα είχε πει όπως μου τα ’πες και του λόγου σου, θα ’ταν για τον κοσμάκη ο λόγος του Κυρίου Ισού Χριστού. Θα ’ταν η Αγιαγραφή του Αγίου Βενιζέλου. Όλοι αυτοί που σήμερα τον πολεμάνε, το κάνουνε γιατί δεν καταλαβαίνουνε τη γλώσσα του, τι θέλει να πει...»

Μπορούμε να σκεφτούμε, λοιπόν, πόσοι, σε κάθε εποχή, ψηφίζουν ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, ενάντια στο δικό τους συμφέρον δηλαδή, επειδή παρασύρονται, αφού δεν κατανοούν τον πολιτικό λόγο και τι κρύβεται πίσω από τις ...ωραίες υποσχέσεις για «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», καταλήγοντας σε κυβέρνηση που διασφαλίζει τα συμφέροντα μιας κοινωνικής ομάδας των ισχυρών!...

Ένα τέτοιο παράδειγμα, που αντιπροσωπεύει τους εξαπατημένους πολίτες είναι στο μυθιστόρημα η Γιαννούλα, η οποία ήταν ερωμένη του λήσταρχου Πανόπουλου, και, ενόσω εκείνος ήταν για χρόνια στη φυλακή, παντρεύτηκε, ο δε φιλοβασιλικός σύζυγός της την έχει επηρεάσει να πιστεύει ότι ο βασιλιάς εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα, ενώ η πραγματικότητα ήταν πως τηρούσε ουδετερότητα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, για να μην εναντιωθεί στης Γερμανίας τα συμφέροντα, η σύζυγός του βασίλισσα Σοφία, άλλωστε, ήταν αδελφή του Γερμανού Κάιζερ!... Δυσκολεύτηκε αρκετά ο Πανόπουλος να της εξηγήσει την κατάσταση!

Η Γιαννούλα, λογοτεχνικό πρόσωπο και όχι υπαρκτό στη ζωή του πραγματικού λήσταρχου Πανόπουλου, τραγουδούσε στην ταβέρνα του Μπάμπη, στη συνοικία Ταμπάχανα της Πάτρας, ταμπαχανιώτικα τραγούδια (μη χορευτικά, αστικά τραγούδια, συγγενή με τον αμανέ και το ρεμπέτικο, που συνδέονται με τις περιοχές όπου υπήρχαν βυρσοδεψεία, ταμπαχανέδες), στη συνέχεια βρήκε δουλειά υπηρέτριας. Ήταν μια «...ντερμπερντέρισσα, ρε, μια ρεμπέτισσα...»

Με αφορμή την ιστορία του λήσταρχου ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα ιστορικό μυθιστόρημα με περιγραφές των τραγικών συμβάντων των Νοεμβριανών, τα οποία φέρεται να βίωσε στην Πάτρα ο Πανόπουλος στο μυθιστόρημα (πρόκειται βεβαίως για μυθοπλασία, στην Πάτρα τα «Νοεμβριανά» του 1916 δεν εκδηλώθηκαν με ένοπλες συγκρούσεις όπως στην Αθήνα, αλλά με τον αιφνιδιαστικό και αυστηρό ναυτικό αποκλεισμό της πόλης από τις δυνάμεις της Αντάντ στις 21 Νοεμβρίου 1916, ο οποίος προκάλεσε σοβαρή οικονομική ασφυξία, ελλείψεις τροφίμων). Ζωντανεύουν οι μέρες της πείνας στην πόλη, λόγω του αποκλεισμού της από τον γαλλικό στόλο, την εποχή του Εθνικού Διχασμού, όταν στην Αθήνα οι επίστρατοι λεηλάτησαν το σπίτι του δήμαρχου Εμμανουήλ Μπενάκη και συνέλαβαν τον ίδιο, όταν πρωτοστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών έστησαν με πέτρες στο πεδίο του Άρεως μνημείο αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ανάλογα γεγονότα πλάθει και ο συγγραφέας για την Πάτρα, με τη συμμετοχή και της Εκκλησίας και την ανοχή των αστυνομικών δυνάμεων!...

Γράφει ο Βασίλης Χριστόπουλος, με τη φωνή του Πανόπουλου:

«...Αυτά είναι τα Νοεμβριανά της Πάτρας... Κάποιους άτυχους τους βγάλανε στο δρόμο και μ’ απόφαση ’σαγγελέα, γύρευε τι ’σαγγελέας φερέφωνο ήτανε, τους εχτελέσανε επί τόπου. Επί εσχάτη προδοσία, εξύβριση βασιλέα, αντίσταση της αρχής και τα σχετικά, από δικαιολογίες άλλο τίποτα...

»...Κοίταξα ένα γύρω. Άνθρωποι μέσα στην τρέλα και την παραφροσύνη. Με μάτια θαμπά, σκοτεινά, ίδιοι τυφλοί... Ταλαιπωρημένοι, φτωχοί, πεινασμένοι, ντυμένοι με κουρέλια... Ζητούσανε να ξορκίσουνε τη φτώχεια και την αθλιότητά τους...»

Είναι οι πολίτες στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, που ψηφίζουν ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, ενάντια στο δικό τους συμφέρον δηλαδή, επειδή παρασύρονται από τους πολιτικούς και έτσι νομίζουν πως ...ξορκίζουν τη φτώχεια και την αθλιότητά τους, όπως γράφει ο Βασίλης Χριστόπουλος. Σε αυτούς στηρίζουν την εξουσία τους μάλιστα άδικα και αυταρχικά καθεστώτα. Ο Πανόπουλος δούλεψε να πληρωθεί τριάντα δραχμές για να συγκεντρωθούν πέτρες και να πουληθούν στο μαινόμενο πλήθος, παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του λόγω της ιδεολογικής διαφωνίας του με τους αντιβενιζελικούς, και αυτό του δημιουργούσε τύψεις, θεωρώντας εκείνη την πληρωμή ως τα «τριάκοντα αργύρια» της προδοσίας, ωραία λογοτεχνικό εύρημα του Βασίλη Χριστόπουλου!

Το βιβλίο περιγράφει τα γεγονότα με μια δομή διαρκούς εναλλαγής στο χρόνο, όσα διαδραματίζονται το 1902 εναλλάσσονται με κεφάλαια γεγονότων του 1916 και μετά, μια κινηματογραφική τεχνική θα μπορούσε να πει κανείς. Πληροφορούμαστε βήμα-βήμα τις δραστηριότητες του λήσταρχου το 1902 μέχρι τη μεγάλη απαγωγή και την είσπραξη των λύτρων, εναλλακτικά με τα δραματικά γεγονότα του 1916 μέχρι την πολιτική αλλαγή και την εκδίωξη του γερμανόφιλου βασιλιά, αλλά και την προσωπική ζωή του Πανόπουλου ως ελεύθερου πλέον στην Πάτρα όπου διαμένει. Η αφήγηση γίνεται άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο με αφηγητή τον συγγραφέα, κυρίως όμως σε πρώτο πρόσωπο με αφηγητή τον ίδιο τον Πανόπουλο, λογοτεχνική τεχνική που προσφέρει ιδιαίτερη ζωντάνια στο κείμενο.

Εκτός από την ικανότητα του Βασίλη Χριστόπουλου στην αφηγηματικότητα με ευχάριστο τρόπο, που δεν κουράζει τον αναγνώστη, ο συγγραφέας περιγράφει με ξεχωριστή φροντίδα και ενδιαφέρον το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο λήσταρχος στα βουνά, όπου είχε το κρησφύγετο του, τη σπηλιά του, έχοντας ιδιαίτερη αγάπη για τη φύση και πίστη στη δύναμή της:

«...Αναπνέοντας κάμποσες φορές αφέθηκε στην ευεργετική αύρα του δάσους, που σύντομα άρχισε να τη νιώθει να τον κατακλύζει εσωτερικά και να τον περιβάλλει εσωτερικά. Στην πολύχρονη ζωή του μέσα στη φύση ανακάλυψε μόνος του τη θεραπευτική της δύναμη, την επίδρασή της πάνω στο σώμα, στο πνέμα και στην ψυχή του. Καθώς η δασική αύρα εισχωρεί βαθιά στους πνεύμονές του, τη νιώθει να ποτίζει ολόκληρο το σώμα του και το μυαλό του. Έμεινε κάμποση ώρα σ’ αυτή την κατάσταση αναπνέοντας ήρεμα κι όταν κατάλαβε πως ηρέμησε, άνοιξε τα μάτια του. Σηκώθηκε, ευχαρίστησε τη φύση, βγήκε από το απομονωτήριό του και επέστρεψε στο λιθάρι του...»

Και ανάλογα σε άλλο απόσπασμα:

«...βγήκε έξω από τη σπηλιά. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά.

Ο πονοκέφαλος που τον βασάνιζε από το πρωί, νιώθει να τον τρελαίνει. Κοίταξε προσεκτικά το σκοτεινό δάσος και με αργό βήμα κατευθύνθηκε στο πιο  κοντινό του έλατο. Το πλησίασε με θολωμένο μυαλό και κάθισε μπροστά του ανακούρκουδα. Έκλεισε τα μάτια του κι αγκάλιασε τον κορμό του, ακουμπώντας απαλά το μέτωπό του πάνω στις σκληρές φλούδες του. Αφέθηκε στη ζωτική ενέργεια του δένδρου κι ένιωσε να του ποτίζει ολόκληρο το κεφάλι. Ο νυχτερινός παγωμένος αέρας που τον φυσούσε στο πρόσωπο με τις βαθιές εισπνοές του εισχωρούσε μέσα στα πνευμόνια του. Με κάθε εκπνοή ένιωθε να ξεφυσά και μέρος απ’ τον πονοκέφαλο και το θυμό του. Έμεινε αγκαλιασμένος με το δέντρο κάμποση ώρα μέχρι που το μυαλό του καθάρισε και το σώμα του ησύχασε...»

Αλλά ο Βασίλης Χριστόπουλος διακρίνεται κυρίως στην ικανότητά του να μετασχηματίζει σε λογοτέχνημα, ιστορικό μυθιστόρημα, δεδομένα και πληροφορίες που έχει αντλήσει από τις ενδελεχείς έρευνές του και δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας κάνει κάτι τέτοιο με το παρόν και πρόσφατο βιβλίο του. Την ικανότητά του αυτή επέδειξε με το παλιότερο βιβλίο του «Κάτοικος Πατρών»,  Κέδρος, 1998.

Ακόμα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις καλές γνώσεις του όσον αφορά στη γλώσσα των Ρομά, αφού χρησιμοποιεί πολλές λέξεις και φράσεις της στους διαλόγους του λήσταρχου με τον τσιγγάνο βοηθό του. Και πάλι αυτή την ικανότητά του έχει δείξει ο συγγραφέας σε προηγούμενα κείμενά του και μάλιστα στο βιβλίο του «Ρομανό Τσορουπέ», διηγήματα, ΕΝΕΚΕΝ 2022.



Το βιβλίο «Με τον Ισού και το ρεβόλβερ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ 2026.

 

Ο Βασίλης Χριστόπουλος (Πάτρα, 1951) πολιτικός μηχανικός, σπούδασε στην Αθήνα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη Γλασκώβη μεταπτυχιακά στη χωροταξία και την περιφερειακή ανάπτυξη. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα από το 1976.

Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη, κείμενα για το θέατρο σκιών,  μικρά πεζογραφήματα, νουβέλες, τέσσερα μυθιστορήματα και πολιτικά κείμενα σε ζητήματα επικαιρότητας.

10 δίγλωσσα χαϊκού του Κωνσταντίνου Μαρκογιάννη

 



10 δίγλωσσα χαϊκού 
του Κωνσταντίνου Μαρκογιάννη






1.



ποτάμι που ρέει

βουνό σιωπηλό

ένα και το αυτό



flowing river

silent mountain

one and the same





2.



γέρος πεθαίνει

πουλί φτερουγίζει

ευδαιμονία



bird flies

old man dies

no need to lament





3.



άνεμοι τέσσερις

έρχονται και παρέρχονται

αμετάβλητος μένει ο Εαυτός



four winds come

four winds go

the Self remains unchanged





4.



ποτάμι θα γίνω

για πάντα να ρέω

υπομονή



if patience is the way

I shall become a river

and flow forever





5.

ατέρμονη σπείρα

κενό φωτεινό

είμαι αυτό



luminous void

infinite spiral

I am that



6.



το μαύρο είναι άσπρο

η αγάπη είναι μίσος

το σύμπαν γελά



black turns to white

love turns to hate

the cosmic joke



7.



ο κόσμος καταρρέει

το καταφύγιο εντός

αιώνια στέκει



world in collapse

the shelter within

forever endures



8.



ανώφελη οχλαγωγία

ρόδα ανθίζουν

μέσα στη σιωπή



useless commotion

in silence

roses bloom



9.

με έγνοια καμία
λουλούδια φλερτάρει
η πεταλούδα

having no worries
she flirts with the flowers
a butterfly



10.



επαίνους μην ψάχνεις

ζεστή καρδιά

το ύψιστο δώρο



seek no praise

blissful heart

the ultimate gift


Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης
(έργο εικαστικό: Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης, Provoke)



Ο Ελληνοαυστραλός εικαστικός-ποιητής Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης γεννήθηκε στη Θεσ/νίκη στις 2 Ιουλίου 1977. Έχει κάνει πανεπιστημιακές σπουδές στην εικονογράφηση και τη φωτογραφία και κατέχει διδακτορικό τίτλο στις καλές τέχνες.

Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους καλλιτέχνες, συγγραφείς και αρχιτέκτονες. Έχει συμμετάσχει σε σημαντικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 'Έργα του έχουν διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε διάφορες γλώσσες. Κείμενά του έχουν παρουσιαστεί σε ελληνικά και ξένα έντυπα και ιστότοπους. Εικαστικά του δημιουργήματα κοσμούν συλλογές μουσείων και βιβλία του βρίσκονται στα ράφια γνωστών βιβλιοπωλείων.

Κύριο χαρακτηριστικό της δουλειάς του είναι η έντονη διάθεση πειραματισμού: εκφραστικά μέσα όπως η φωτογραφία, το κολάζ και η ποίηση συνομιλούν και παντρεύονται μεταξύ τους. Τα θέματα που κυρίως τον ενδιαφέρουν έχουν να κάνουν με την εξερεύνηση του ανθρώπινου ψυχισμού, τον υπαρξισμό, τα αρχέτυπα, τη μνήμη, την ταυτότητα, τον θάνατο, την πνευματική αναζήτηση, τον διαθρησκειακό διάλογο και τη διεύρυνση της συνείδησης.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Για τον Γιάννη Χρήστου 1926 - 2026 Ο Γιώργος Χρονάς συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο (πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211, 2026)

 

 

 

Για τον Γιάννη Χρήστου

1926 - 2026



 

 


 Ο Γιώργος Χρονάς συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο

(πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211, 2026)

 

Γ.Χ: Σκέφτομαι τώρα πως το βιβλίο σου για τον Γιάννη Χρήστου κυκλοφορεί έναν αιώνα μετά τη γέννησή του και πάνε κιόλας πενήντα έξι χρόνια από τον θάνατό του.

Α.Α: Δεν είναι και λίγα· περνάει ο καιρός. Τρομερός ο χρόνος· κυλάει αδυσώπητα χωρίς να το καταλαβαίνουμε, όμως ο Γιάννης Χρήστου εξακολουθεί να μας φαίνεται η ίδια νεανική φιγούρα πάντα, το ίδιο ζωντανός όπως άλλοτε.  


Γ.Χ: Θυμάμαι πολύ καλά πόσο με είχε εντυπωσιάσει τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, που τον έβλεπα στους ‘Πέρσες’ και στις Μέρες Σύγχρονης Μουσικής. Ήτανε κάτι τελείως πρωτόγνωρο.  Και σαν άκουσμα και σαν θέαμα. Δεν είχε τίποτα κοινό με ό,τι ξέραμε ως τότε. Δεν έμοιαζε με τίποτα. Η ίδια η έννοια της συναυλίας όπου όλοι πήγαιναν φορώντας τα καλά τους, είχε τιναχτεί στον αέρα. Για όλους, μα ιδιαίτερα για εμάς τους εικοσάρηδες ήταν κάτι εντελώς επαναστατικό. Μεγαλειώδες.

Α.Α:  Σωστά· εντελώς πρωτόγνωρο. Κανείς δεν είχε τολμήσει ως τότε να κάει κάτι τέτοιο: Να παρουσιάσει ο ίδιος μέσα στο ξενοδοχείο Χίλτον το 1967, την ‘Κυρία με τη Στρυχνίνη’ κι ένα χρόνο μετά τον ‘Επίκυκλο’. Με ιδιαίτερη έμφαση σ’ ένα αλλόκοτα τελετουργικό στοιχείο με ενεργό συμμετοχή όλων των εκτελεστών κι έχοντας ως στόχο να διαλύσει εντελώς την ψευδαίσθηση της σκηνής τοποθετώντας μουσικούς, ηθοποιούς, ακόμη και τον μαέστρο χύμα στο πάτωμα. Αδιανόητα πράγματα!

 

Γ.Χ: Εσύ τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;

Α.Α: Εγώ, μικρότερος κατά πέντε χρόνια, δεν πήγαινα σε συναυλίες τότε. Τον έβλεπα όμως απ’ το 1964, όταν εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη γωνιακή πολυκατοικία Βασιλίσσης Σοφίας 60 και Παπαδιαμαντοπούλου 1. Ακριβώς απέναντι απ’ το πατρικό μου στην Παπαδιαμαντοπούλου 4, που δεν είναι καθόλου φαρδύς δρόμος. Και μάλιστα στον 5ον όροφο, όπως κι εμείς. Λίγα μέτρα μόνο μας χώριζαν. Στην αρχή φυσικά δεν ήξερα ποιος ήταν, όμως μου έκανε εντύπωση που φορώντας άνετα σκούρα ρούχα και μαύρα γυαλιά βημάτιζε αργά πέρα δώθε στη μεγάλη βεράντα μόνος· αφηρημένος, χαμένος στις σκέψεις του. Λίγο μετά· από κάτι συζητήσεις στο σπίτι, έμαθα πως ήταν αυτός που είχε κάνει τη μουσική των ‘Περσών’ και το ενδιαφέρον μου φούντωσε, καθώς άκουγα από τότε αυτό που συνήθως λέμε ‘σοβαρή’, ‘κλασική’ μουσική. Κι όταν απόχτησα μια στερεοφωνική εγκατάσταση με πολύ ισχυρά ηχεία και άκουγα συμφωνική μουσική στη διαπασών, διευθύνοντας στον αέρα σαν τρελός μια φανταστική ορχήστρα, προφανώς άκουγε κι εκείνος και με επεσήμανε από απέναντι. Αποκτήσαμε έτσι οπτική επαφή κι αρχίσαμε να χαιρετιόμαστε απ’ τα μπαλκόνια μας, μ’ ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού, μ’ ένα νεύμα, καθημερινά σχεδόν ως τη μέρα που σκοτώθηκε.       

 

Γ.Χ: Τον εγνώριζες προσωπικά λοιπόν.

Α.Α: Όχι βέβαια· διότι πέρα απ’ αυτόν τον ιδιότυπο, έστω και συχνό χαιρετισμό δεν είχαμε καμιάν άλλη επαφή. Να όμως που τα ’φερε έτσι η ζωή και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, τον Δεκέμβρη του 1974, γνωριστήκαμε απ’ την ίδια βεράντα με τη Σάντρα, την κόρη του. Ερωτευτήκαμε βαθιά, παντρευτήκαμε και ζήσαμε πολλά χρόνια μαζί. Θέλοντας και μη λοιπόν έζησα πολύ κοντά, μέσα, στον κόσμο του.

 

Γ.Χ: Άρα είσαι πολύτιμη πρωτογενής πηγή.

Α.Α: Μ’ αυτή την έννοια ναι· γιατί απολύτως τίποτα δεν είχε αλλάξει στο σπίτι. Έβλεπα τους χώρους όπου εργαζόταν, τις παρτιτούρες, τα πιάνα, τα διάφορα  μηχανήματα που είχε στο στούντιο, τα ίδια έπιπλα, τα ίδια βιβλία και τα ίδια πολύτιμα αντικείμενα που τον τριγύριζαν. Γνώρισα όλους τους κοντινούς του ανθρώπους, όχι κατ’ ανάγκη μόνο μέσ’ απ’ τον χώρο της μουσικής· πέρ’ απ’ τους διάφορους συνεργάτες που έχουμε ακουστά. Είχα για χρόνια καθημερινή επικοινωνία -μα και πολύ σοβαρές συζητήσεις- με τη μητέρα του, με την πεθερά του, με τον αδελφό της γυναίκας του. Πολύ σημαντικές πηγές για τη σφαιρική κατανόηση της προσωπικότητας του δημιουργού, που μάλλον δεν έχουν ερευνηθεί πλήρως.

 

Γ.Χ: Πόσο σ’ έχει επηρεάσει αυτό;

Α.Α: Ευτυχώς, αν και ήμασταν πολύ νέοι, απ’ την πρώτη στιγμή τόσο η Σάντρα  όσο κι εγώ δεν είχαμε καθόλου ως στόχο ζωής ν’ ασχοληθούμε επαγγελματικά με τη Μουσική· άρα να έχουμε κάποιο άμεσο ή έμμεσο όφελος από τη σχέση μας με τον Γιάννη Χρήστου. Με τον πιο φυσικό τρόπο λοιπόν ακολουθήσαμε καθένας τον δικό του δρόμο. Ταυτόχρονα όμως ερευνούσαμε σε βάθος και με σεβασμό τη ζωή ενός πολύ σημαντικού δημιουργού που εκείνη την εποχή -μην ξεχνάμε πως μιλάμε για πενήντα χρόνια πριν- δεν είχε πάρει ακόμα τη θέση που έχει σήμερα, ούτε είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για να διαφυλαχτεί σωστά το έργο του.

 

Γ.Χ: Κινδύνευε πράγματι το έργο του;

Α.Α: Πολλά έχουν ακουστεί κατά καιρούς για ‘χαμένα’, ίσως και για ‘κλεμμένα’ έργα. Αν και δεν είμαι ειδικός, νομίζω πως αυτό είναι ένα ασαφές κεφάλαιο σχετικά με την εργογραφία του Γιάννη Χρήστου. Θεωρώ όμως πως είναι μάλλον απίθανο -αν όντως υπήρχαν- να έχουν χαθεί χωρίς ν’ αφήσουν απολύτως κανένα ίχνος όλα αυτά τα έργα, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος κρατούσε λεπτομερές αρχείο για τα πάντα, μα και στους χώρους του σπιτιού εδώ -και στη Χίο, όπως και στην Κύπρο- υπήρχε τάξη και κάθε τι απ’ το παρελθόν φυλασσόταν με ιδιαίτερη φροντίδα· ακόμη και παλιές αποκριάτικες παιδικές φορεσιές! Πριν αρχίσουμε ν’ ασχολούμαστε με τη Σάντρα, η οποία επέβλεπε πια το αρχείο, φυσικά δεν είναι δυνατό να ξέρω τι ακριβώς έγινε μέσα στο στούντιο και στα ντουλάπια όπου είχε τα διάφορα έργα του, τον πρώτο καιρό μετά τον ξαφνικό του θάνατο το 1970. Τότε όλα τινάχτηκαν στον αέρα και για πέντε χρόνια πολλοί και διάφοροι πήγαιναν εκεί, μελετούσαν ερευνούσαν και σκάλιζαν ελεύθερα, με μοναδικό υπεύθυνο τη γηραιά μητέρα του: Μια τραγική μάνα που είχε θάψει τα δυο αγόρια της· και τα δύο σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

Γ.Χ: Γι’ αυτό ίδρυσες την «Εταιρεία Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου»;

Α.Α: Ακριβώς· μαζί με τη Σάντρα: Μια μη κερδοσκοπική εταιρεία με σκοπό τη διάσωση και τη διάδοση του έργου του. Μέσα σε λίγα χρόνια έγιναν πολλά και σημαντικά πράγματα Για πρώτη φορά τότε, το 1985, παίχτηκαν στο Ηρώδειο· η ‘Μουσική του Φοίνικα’ και η ‘Εναντιοδρομία’. Δυο χρόνια μετά -πάλι στο Ηρώδειο- παίχτηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα η ‘2η Συμφωνία’ που μάλιστα κυκλοφόρησε και σε δίσκο LP. Επίσης σε δίσκους LP κυκλοφόρησαν τότε από παλαιότερες ηχογραφήσεις, το ‘Μυστήριον’ εδώ, και στο Βερολίνο τέσσερα έργα του (‘Εναντιοδρομία’ ‘Επίκυκλος’ ‘Πράξις για 12’ ‘Αναπαράστασις III’). Από τον εκδοτικό οίκο Νάκα κυκλοφόρησε η παρτιτούρα του νεανικού Prelude et Fuge pour deux pianos· το μοναδικό έργο του που εκδόθηκε στην Ελλάδα. Τότε εκδόθηκε το πρώτο καθαρά μουσικολογικό βιβλίο για τον Χρήστου: Η εργασία της Anne Martine Lucciano σε μετάφραση Γιώργου Λεωτσάκου. Τότε για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στην ΕΡΤ σχετική εκπομπή γι’ αυτόν. Λίγο μετά παρουσιάστηκε στο διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής της Βαρσοβίας το ορατόριο ‘Πύρινες γλώσσες’, που παίχτηκε λίγο αργότερα και στο Μέγαρο Μουσικής. Στη Βαρσοβία μάλιστα ήταν παρών και ο πολύς Πεντερέτσκι που χειροκροτούσε ενθουσιασμένος. Και τέλος -για να αναφέρω μόνο τα πιο σημαντικά- έγινε στο Αμβούργο ο μεγάλος κύκλος Brahms, Schönberg, Christou όπου μέσα σε μια βδομάδα παρουσιάστηκαν τα περισσότερα έργα του, από Γερμανούς εκτελεστές και ακολούθησε πολύ ενδιαφέρον συμπόσιο γι’ αυτόν. Πάνε τριάντα, σαράντα χρόνια πια. Χαίρομαι που τα θυμάμαι και νιώθω μέσα μου καλά που έγιναν όλα με τον πιο σοβαρό τρόπο, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, βγάζοντας τον Γιάννη Χρήστου έξω από έναν στενό κύκλο οπαδών, ακόμα και εκτός Ελλάδος.  

 

Γ.Χ: Δεν σταμάτησες ν’ ασχολείσαι όμως.

Α.Α: Άμεσα και ενεργητικά σταμάτησα τότε· μετά την κορυφαία εκείνη εκδήλωση στο Αμβούργο το 1993 και δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά. Μέσα μου όμως με απασχολούσε κάθε τόσο όλη αυτή η μακρά πορεία και γύρω στο 2020· τότε με τον αναγκαστικό εγκλεισμό μας, αποφάσισα να βάλω κάποια τάξη σε όλο αυτό το υλικό και να μιλήσω για τον Γιάννη Χρήστου. Έτσι πήρε σάρκα και οστά το βιβλίο.

 

Γ.Χ: Σε ποιους απευθύνεται το βιβλίο;

Α.Α: Σε όποιον ενδιαφέρεται. Ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο Γιάννης Χρήστου. Σίγουρα πάντως δεν είναι εξειδικευμένο, μουσικολογικό βιβλίο αφού εγώ ο ίδιος δεν είμαι ειδικός. Με απασχόλησε όμως ιδιαίτερα με τι τρόπο να το στήσω. Διότι δεν ήμουν εντελώς ελεύθερος να γράφω όπως έχω μάθει τόσα χρόνια να γράφω, μα ήμουν υποχρεωμένος να παρουσιάσω ένα απλό κείμενο που να είναι ενδιαφέρον μεν για τον αναγνώστη, μα και απολύτως τεκμηριωμένο· μαζί με όλα τα ντοκουμέντα που έπρεπε να δημοσιευτούν.   

 

Γ.Χ: Τί καινούργιο φέρνει;

Α.Α: Πριν απ’ όλα το ότι είναι το μόνο συνολικό βιβλίο για τη ζωή και το έργο του. Πέρ’ απ’ αυτό παρουσιάζονται για πρώτη φορά εντελώς άγνωστα ντοκουμέντα και απόψεις που νομίζω πως ενδιαφέρουν ακόμη και τους επαΐοντες: Ένα certificate of birth που τον εμφανίζει γεννηθέντα στις 9 -και όχι στις 8- Ιανουαρίου 1926 και μάλιστα στη Λευκωσία και όχι στην Ηλιούπολη του Καΐρου. Μαθαίνουμε τη γνώμη του Δημήτρη Μητρόπουλου για τη ‘Μουσική του Φοίνικα’, μα και γνώμες συγχρόνων του συνθετών Τη στάση του Μάνου Χατζιδάκι ως προς το έργο του. Διαβάζουμε την τελική αποτίμηση γι’ αυτόν από τον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Τσάτσο· ο οποίος τον εγνώριζε πολύ καλά, έχοντας κατοικήσει στο ίδιο οίκημα για κάμποσα χρόνια. Ακόμα, τη γνώμη του εκδότη και μεγάλου φιλόμουσου Χρήστου Λαμπράκη, που επίσης τον εγνώριζε πολύ καλά. Κι άλλα πολλά που έχουν νομίζω ιδιαίτερο βάρος. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν ήθελα να γράψω χιλιοειπωμένα κλισέ και μεγάλα λόγια που μάλλον δείχνουν αμηχανία, για να μην πω άγνοια και οδηγούν σε παρανοήσεις.

 

Γ.Χ: Θεωρείς πως έχουν γίνει παρανοήσεις;

Α.Α: Κατά καιρούς σίγουρα. Παρανοήσεις, υπερβολές, ενασχόληση ασχέτων, μυθοποίηση και δυστυχώς, ελλιπής παρουσίαση του  έργου του, που τελικά σίγουρα είναι η σημαντικότερη αν όχι η μόνη πηγή για το ποιος είναι πράγματι ο Δημιουργός.

 

Γ.Χ: Υπάρχουν άπαιχτα έργα;     

Α.Α: Όσο κι αν φαίνεται εξωπραγματικό, τώρα· το 2026. αυτή είναι η πικρή αλήθεια: Ναι υπάρχουν! Μα και όλα τα έργα του γενικά δεν παίζονται συχνά, ούτε έχουν γίνει ευρύτερα γνωστά Βέβαια από άρθρα, μελέτες, αναλύσεις, αφιερώματα και μεγάλα λόγια· άλλο τίποτα. Όμως το μεγάλο του ορατόριο ‘Μυστήριον’ δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ εδώ, εξήντα χρόνια μετά…

 

Γ.Χ: Πόσο έχει επηρεάσει ο Χρήστου τη σύγχρονη μουσική;

Α.Α: Ποτέ δεν με απασχόλησε κάτι τέτοιο. Δεν είμαι ιστορικός της Τέχνης κι αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω εγώ· ρώτα αν θες, κάποιον μουσικολόγο ‘Χρηστολόγο’.

 

Γ.Χ: Πόσο σ’ έχει επηρεάσει εσένα η μουσική και το έργο του;

Α.Α: Στη δισκοθήκη όπως και στη βιβλιοθήκη μου επικρατεί η δημοκρατική τάξη του αλφαβήτου: Α,Β,Γ,Δ, A,B,C,D… Άρα υπάρχουν και είναι στη θέση τους, καθένας με τα δικά του έργα: …Chabrier, Charpentier, Chausson, Chopin,  Cherubini, Christou… Και βέβαια δεν σημαίνει πως αφού έχεις Bach, δεν έχεις Beethoven ή Brahms μετά, ή πως αγνοείς τον Bruckner. Αυτά είναι αστειότητες. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που έχουν πει πως η Μουσική χωρίζεται σε π.Χ και σε μ.Χ εποχή· δηλαδή σε μουσική προ του Χρήστου και μετά τον Χρήστου. Το θεωρώ κι αυτό μια από τις άστοχες μεγαλοστομίες που έχουν ειπωθεί κατά καιρούς· όσο σημαντικό κι αν είναι το έργο του. Έργο που γνώρισα απ’ τα νιάτα μου χωρίς να είμαι ο ίδιος μουσικός μα ένας απλός φιλόμουσος. Άρα· αν κι έτυχε να συναντηθούν τα βήματά μας σ’ αυτήν εδώ τη ζωή, όσο κι αν ήταν σημαντική για μένα η συνάντηση αυτή, εγώ πορεύτηκα παράλληλα στον βίο μου. Και με ό,τι ήξερα, ό,τι μάθαινα, ό,τι ζούσα και συσσωρευόταν μέσα μου σιγά-σιγά δημιούργησα μόνος, γράφοντας τα βιβλία μου· χωρίς να υπάρχει κάποιος ή κάτι συγκεκριμένο που να σημάδεψε τόσο καθοριστικά την πορεία μου αυτή και να της άλλαξε τη ρότα.

 

Γ.Χ: Τελικά τί ήθελε να δώσει με τη μουσική του;

Α.Α: Πριν απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε πως δεν τον ενδιέφερε να κάνει μιαν απλή μουσική καριέρα· να γίνει γνωστός ή να βγάλει λεφτά με τη μουσική: Είχε όλα τα μέσα και τις γνώσεις να κάνει οτιδήποτε άλλο. Υπήρχε ο ίδιος μέσ’ απ’ τη μουσική και διοχέτευε το βαθύτερο είναι του σ’ αυτήν. Ο ‘φιλόσοφος της Μουσικής’. Το ζήτημα είναι πώς και τι ήθελε να εκφράσει, όταν άρχισε να συνθέτει βγαίνοντας μέσ’ απ’ τον ζόφο και τα ερείπια του 2ου Παγκοσμίου πολέμου. Προσωπική μου γνώμη είναι πως έχοντας όλα τα εφόδια -και ως μορφωμένος άνθρωπος μα και ως Έλλην- χάραξε έναν δικό του εκφραστικό τρόπο, απομακρυνόμενος σιγά-σιγά από τη Δύση. Ο ίδιος λέει άλλωστε: «…Ξεκόβουμε από την παράδοση που δημιούργησε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και γυρίζουμε στις αρχές τής παράδοσης, στις ρίζες, στα αρχέτυπά της. Ίσως πρόκειται για μια ανακύκληση, όπως την υπαινίσσεται ο Ηράκλειτος.»… «Εγώ πάντως, νοιώθω αποδεσμευμένος από την καταπίεση όλων αυτών που μάς κληροδότησε η Ευρωπαϊκή κουλτούρα, που συγκινούσε άλλοτε -και δικαιολογημένα- τον κόσμο.»

 

Γ.Χ: Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον που επισημάνεις εδώ με τα δικά του λόγια, την ‘ελληνικότητα’ του Χρήστου· αν κι ο ίδιος ήταν  αγγλοτραφής, είχε σπουδάσει στην Αγγλία και στην Ιταλία και ήταν αρκούντως ‘δυτικός’ στην εν γένει συμπεριφορά του. Τι ακριβώς ήθελε να δώσει όμως;

Α.Α: Αυτά ως προς τον τρόπο διαχείρισης του μουσικού του υλικού και ειδικότερα της σταδιακής του αποστασιοποίησης από τη Δύση. Πάρα πέρα όμως, τίθεται όντως θέμα ποια ήταν η δική του θέση του και τι ήθελε να εκφράσει με τη μουσική του. Νομίζω πως όσο προχωρούσαν τα χρόνια, πέρα απ’ την μελαγχολία, την πίκρα και την απογοήτευση, που είναι εξ αρχής διάχυτες παντού, στη βάση όλων αυτών είναι η Διάλυση, η Άρνηση. Ένοιωθε βαθιά μέσα του τα όλα υπαρξιακά αδιέξοδα της εποχής μας και τα εξέφραζε με τον πιο ωμό, έντονο και άμεσο τρόπο, και βέβαια με εξαιρετική συνθετική μαεστρία. Όπως στον ‘Πιανίστα’ για παράδειγμα, που απ’ την αρχή ως το τέλος προσπαθεί λυσσαλέα -μάταια όμως- να επικοινωνήσει με το κοινό και το πιάνο, ενώ γύρω του όλα καταρρέουν και διαλύονται μέσα στο εφιαλτικό χάος.

Όσο για την ‘Ορέστεια’, το τελευταίο του έργο που σχεδόν το είχε τελειώσει εκείνες τις μέρες πριν σκοτωθεί, ο ίδιος λέει:  «…Τίποτα δεν οδηγεί σε μια συγκεκριμένη και οριστική λύση του ανθρώπινου δράματος· που το εκφράζει ο Ορέστης. Κι οι Ερινύες δεν μεταβάλλονται σε Ευμενίδες όπως συμβαίνει στον Αισχύλο, που βρίσκει έτσι ένα «χάππυ εντ», αλλά αντίθετα πολλαπλασιάζονται· το κακό μεγαλώνει, ο πανικός απλώνεται, η λύση δεν έρχεται.» Δεν νομίζω να υπάρχουν πολλά περιθώρια για άλλες ερμηνείες πέρα από την Άρνηση.

Και μετά; Ποια θα μπορούσε να είναι ίσως η συνέχεια της δημιουργικής του πορείας πέραν της Αρνήσεως; Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να είχαμε έστω και κάποιο ίχνος δικής του απάντησης για το τι θα μπορούσε να είναι το μετά. Δεν έχουμε όμως απολύτως τίποτε. Δυστυχώς το ‘μετά’, γράφτηκε ακαριαία και τελεσίδικα με τον τραγικό του θάνατο τα χαράματα της 8ης Ιανουαρίου του 1970. Οπότε κι εμείς έχω την αίσθηση πως δεν μπορούμε να πούμε τίποτε άλλο.

 

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

alexadam48@hotmail.com

‘Οδός Πανός’ τχ. 211,  2026

 



Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953) σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠ, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα στην Αθήνα, και παρακολούθησε μεταπτυχιακά -Sociologie Politique- στη Σορβόννη· Paris II, Assas.                                                                  

Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’
με σκοπό τη διάσωση και διάδοση τού έργου τού συνθέτη. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως γενικός γραμματέας και ως πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και γενικός γραμματέας τού διοικητικού συμβουλίου τού Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε με την Ε.Ρ.Τ, Γ΄ πρόγραμμα, το Θέατρο Τέχνης, το Κ.Θ.Β.Ε, την Ε.Λ.Σ, το Εθνικό Θέατρο, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου, Β. Αιγαίου και Ιωαννίνων, με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, το χοροθέατρο ‘Ροές’, καθώς και με το Φεστιβάλ Αθηνών, το Υπ. Πολιτισμού, το Μέγαρο Μουσικής, το
Künstlerhaus Bethanien Berlin, το Warsaw International Festival ’91, την Norddeutscher Rundfunk Hamburg, το Indira Gandhi International Center for the Arts, την National Academy of Letters N.Delhi, την Frankfurter Buchmesse και το Boğaziçi University Istanbul· όπου εκλήθη και εδίδαξε δις ως επισκέπτης καθηγητής.

 

Έργα:

          

‘Γιάννης Χρήστου’, βιογραφικά (‘Το Τέταρτο’ τ. 3, 1985)

‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση Άγρα 2009, 3η Οδός Πανός 2026)

‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999).

‘Οι Δαιμονισμένοι’, θεατρική προσαρμογή του A Camus τού έργου τού Ντοστογιέφσκι, (μτφρ. ΚΘΒΕ, 1991)

‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 1993, 13η έκδοση.)

‘Η πόλη που πρίγκιπάς της είν’ ένα παιδί’, Henry de Montherlant, (μτφρ. Εθνικό Θέατρο, εκδ. Λιβάνη1993)

‘Γιάννης Χρήστου’, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του. (Μου.Σ.Α 2000)

The mask in the Hellenic classical theatre’ (SeminarMan mind and mask) Aryan books Int. N. Delhi 2001

‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001).

‘Δεν παίζουνε με την αγάπη’, θεατρικό Alfred de Musset, μετάφραση (Εστία 2003)

‘Ο θείος Όσβαλντ’, μυθιστόρημα τού Roald Dahl, μετάφραση (Άγρα 2004)

‘Διαθήκη’, Auguste Rodin, μετάφραση (Άγρα 2005, 2η έκδοση Οδός Πανός 2023)

‘Μισό ποτήρι νερό’, θεατρικό Tarik Günersel, μετάφραση, 2006

‘Η Δύναμις τού σκότους’, θεατρικό Leon Tolstoy, μετάφραση (Ροές 2007)  

‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’, Ηθιστόρημα (Άγρα 2008)

‘Μονομαχία γυναικών’, Eugène Scribe, μετάφραση-θεατρική προσαρμογή ‘Διάχρονο’ 2011

‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση (Ίκαρος 2011).

Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (Ίκαρος 2013)

‘Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’, σχόλιο για Documenta 14. (Diablog 8/7/2017)

‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (Κάκτος 2017, 2η έκδοση.)

‘Οι δυο Μαργαρίτες’, Μ. Λυμπεράκη - Μ. Καραπάνου, ολιγόλογη ακτινογραφία (Τα ΝΕΑ 6/7/2019)

‘Τα όχι τού ΝΑΙ’, μικρό χρονικό μιας άρνησης, (Οδός Πανός 2019, 2η έκδοση.)

‘Ο Αδάμ και το μήλο’, αφηγήσεις και διηγήματα (Οδός Πανός 2020, 4η έκδοση.)

‘Η ρόμπα’, διήγημα (Fractal 1/6/, Μονόκλ 3/6, Timesnews 4/6, Με ανοιχτά βιβλία 6/6, Ολόγραμμα 11/6/2021)

‘Οι Δαιμονισμένοι’, θέατρο - λιμπρέτο, Εθνική Λυρική Σκηνή 2001. (Οδός Πανός 2021)

‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, αφηγήσεις, θεατρικό αναλόγιο (Οδός Πανός 2022, 2η έκδοση.)

‘Χύμα’, Ηθιστόρημα (Οδός Πανός 2024)

‘Για τον Γιάννη Χρήστου’, σπονδυλωτό χρονικό (Οδός Πανός 2024, 5η έκδοση.)

‘Η Μονίκ, φιλέλλην ή μήπως το αντίθετο;, μονόλογος, θεατρικό αναλόγιο (Οδός Πανός 2025.)

 

Μεταφράσεις έργων του στο εξωτερικό:

 

‘Twelve and one lies’ Sahitya Akademi 1998 και 2η έκδοση, Samkeleen Prakashan, New Delhi 1999

‘On Iki arti Bir Yalan’ IMGE Kitabevi, Ankara 2000

‘Zwölf und eine Lüge’ Elfenbein Verlag, Heidelberg 2001

‘The Spiceman’ Ithaka editions, Melbourne 2004 (Wesley College Student Theater 2011)

‘Yeni AzizlerIMGE Öyküler, τ.4 Istanbul 2005

‘Douze et un mensonges’ Editions Alteredit, Paris 2005

‘Irmikoǧlan’ Albatros Yayinlari, Istanbul 2005 (Κρατικό Θέατρο τής Τουρκίας 2012-13)

‘Noyessaying’ ISBN 978-960-93-5016-7/ 2013

‘Der Lebkuchenmann’ Heidelberg 2014

‘Hayirevet diyerek Bence Kitap, Ankara 2015

‘Noch mehr Lügen’ Elfenbein Verlag, Berlin 2016

‘The never ending cycle’ Theater EN-A 2022

‘Vier Leugens’ Terras 23, Amsterdam 2023          

                                                  alexadam48@hotmail.com