Η
ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ
Του Σίμου Ιωσηφίδη
Με την Μουσική άγουσα σκέφτομαι
πόσο όμορφα θα μπορούσε να εκδραματιστεί συμβολικά ο παράδοξος εκείνος
αποχωρισμός που βρίσκεται στη ρίζα κάθε αληθινού έρωτα. Όχι μόνον αυτό:
συνολικά με την Τέχνη ο θάνατος κυοφορεί το ίδιο το νόημα της ζωής, κάτι σαν
ένα πανάρχαιο ζήτημα της κυριαρχικής θυσίας. Και είναι αυτό το σχήμα που
ανιχνεύοντας ενδελεχώς βρίσκει, επιτέλους, σε έναν εύθετο χρόνο την έκφρασή του
στην αθεράπευτη μελαγχολία.
Η διαχείριση του πένθους είναι κάπως παράξενη. Άλλοι
πενθούν μια στιγμή και άλλη πενθούν μια ζωή. Ουδείς στάθηκε ικανός ώστε να
βολιδοσκοπήσει το ακριβές βάρος, την ένταση και, ως εκ τούτου, την διάρκεια της
λύπης. Πρετ-α-πορτέ υποδείξεις για την ρύθμιση του πένθους καλό είναι να
ρίχνονται πάραυτα στον Καιάδα...
Στον θάνατο δεν πενθείται το σώμα, αλλά ο παρωχημένος
δεσμός του με την ύλη, εκείνος ο δεσμός που μετατρέπεται από την χειρονομία της
προσφοράς σε κάποιο όραμα καινούριου νοήματος. Μήπως, άλλωστε, η κηδεία
καθαυτή, μέσα σε εκείνα τα μυρωμένα κύματα λουλουδιών, δεν ενέχει την ίδια την
οσμή μιας ονειροπόλησης;
Μολαταύτα, υπάρχουν κι εκείνοι οι οποίοι καλούνται να
υποδυθούν έναν «κόντρα ρόλο». Η ξανθιά κοπέλα της πολυκατοικίας που έπεσε
οικειοθελώς μιαν άνοιξη από τον πέμπτο όροφο, αίφνης κάνει τον παραδεισένιο βίο
ασύλληπτο. Το αδιανόητο ή απονενοημένο μετουσιώνεται σε προγραμματισμένο. Δεν
νομίζω να υπάρχει κάτι συγκλονιστικότερο εδώ από το «γέλα παλιάτσο, γέλα».
Έτσι, και πάντα τηρουμένων των αναλογιών, το πεθαίνω το
φθινόπωρο και θάβομαι τον χειμώνα, εκεί που η φύση μαραίνεται όταν απλώνεται το
πορφυρό μισόφωτο κάποιου απογεύματος, πάει περίπατο. Εν πολλοίς, κι ενώ η
καρδιά σου γίνεται εκατομμύρια κομμάτια, εσύ συνεχίζεις και συνεχίζεις να
«προσφέρεις γέλιο». Άραγε, αναρωτιέμαι, θα υπάρξει ποτέ μια ακριβής καταμέτρηση
των κλόουν που, εκείνη την τυραννική περίοδο, κλήθηκαν επί σκηνής να υποστούν
αυτό το βασανιστήριο; Το περιλάλητο «κέφι» μπροστά στο απρογραμμάτιστο κακό
μολώχ προφανώς θα έδινε «τραγωδίες» υποτιτλισμένες στην Επίδαυρο. Και η λυρική
εποποιία ενός θανάτου που θα γονιμοποιούσε τον έρωτα, η τελετή μιας απώλειας
που θα ενθάρρυνε την άνθιση στο λιβάδι χρησιμοποιώντας και εξιδανικεύοντας την
ποίηση θα ήταν μια ουτοπία. Ο παλιάτσος θα ενδυόταν εκείνη την βασανιστική
στολή παραλλαγής αυτοαναιρώντας την όποια υποχρέωση πένθους. Τούτο, εν ευθέτω
χρόνω, θα γινόταν πραγματικότητα απ’ την ανάποδη. Ιδού η απόδειξη.
Ήταν
τέλη Αυγούστου στο καταπράσινο εκείνο νησί
και καθόμουν το βράδυ στο καφενείο περιστοιχισμένος από εκείνους τους
ψυχολογικά προετοιμασμένους «ντόπιους». Οι τελευταίοι χασκογελούσαν μιλώντας για
κάτι βρόμικες ημίγυμνες τουρίστριες που δεν είχαν ξεπλύνει το αλάτι από πάνω
τους. Αντίκρισα τον τηλεοπτικό δέκτη του
μαγαζιού. Οι πυρκαγιές μαίνονταν και τα αγγελτήρια πένθους για κάποιους νεκρούς
πυροσβέστες στοίχειωναν. Αίφνης διαπίστωσα πως η μετάδοση αναφερόταν στο νησί
που διέμενα. Οι «προετοιμασμένοι» θαμώνες συνέχιζαν να φωνασκούν γελώντας
ηχηρά...
Βγήκα στην πλατεία. Ανασηκώνοντας
το βλέμμα είδα τις γιρλάντες φωτιάς που κατέστρεφαν τους ορεινούς οικισμούς
απέναντί μου. Το αποτροπιαστικό θέαμα σύντομα συνοδεύτηκε ηχητικά από σειρήνες.
Ένα μακάβριο, συνεχές κι εκκωφαντικό λάιτ μοτίφ που έβγαινε από κόκκινα οχήματα
που κατευθύνονταν στην φωτιά.
Στο καφενείο κάποιοι χόρευαν ασταμάτητα
ενώ τραγουδούσαν. Μια παράξενη μορφή αναισθησίας και «ακηδίας» είχε καταλάβει
όσους μετείχαν στο greek kefi. Η φρίκη δεν σταματούσε την φιέστα.
Ώσπου μια ξαφνική προειδοποίηση
ούρλιαξε από τα κινητά τηλέφωνα καλώντας την άμεση απομάκρυνση από την
περιοχής. Δεν άργησε και η αστυνομία να απαιτεί την εκκένωση του χωριού. Οι
επίδοξοι χορευτές διέκοψαν ανήσυχοι. Οι φλόγες που πλησίαζαν ολοένα και πιο
πολύ είχαν σταματήσει την μουσική κλονίζοντας την ψυχολογία τους.
Μια νέα πρόταση για την διαχείριση
του πένθους μόλις είχε γεννηθεί για μένα.
«Όλες οι ευτυχισμένες
οικογένειες μοιάζουν η μια με την άλλη, η κάθε δυστυχισμένη είναι δυστυχισμένη
κατά τον δικό της τρόπο».
Έτσι ξεκινούσε η «Άννα
Καρένινα» το 1877...

