Κομμένη ταυτότητα
Μαρία Εμ.
Μαραγκουδάκη
εκδόσεις Εύμαρος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το σκοτεινό της ψυχής τοπίο • Fractal
Το σκοτεινό της ψυχής τοπίο
Σε μια προηγούμενη συλλογή
διηγημάτων της (Μηδενική γωνία, Εύμαρος, 2017), η Μαρία Μαραγκουδάκη εστίασε
στο σκοτεινό τοπίο του πένθους και της απώλειας, εκεί που η ζωή συναντά την
άλλη όψη της, τον θάνατο. Τώρα, στην πρόσφατη συλλογή της, τα έντεκα διηγήματά
της τολμούν να εισχωρήσουν σε έναν άλλο σκοτεινό χώρο, αυτόν του εγκλήματος θα
λέγαμε, αν θέλαμε μόνο να τονίσουμε όσα εμπίπτουν στα αστυνομικά δελτία.
Ωστόσο, η Μαραγκουδάκη δεν γράφει ιστορίες αστυνομικής πλοκής, δεν επιλέγει
τους ήρωές της από μια ακραία ομάδα «γεννημένων» δολοφόνων, με τα εισαγωγικά
απαραίτητα. Γράφει για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, για αυτούς που θα
χαρακτηρίζονταν «κανονικοί», όσο κι αν αυτή η έννοια εμπεριέχει πολλές εκδοχές
ασυμμετρίας που κατ’ ανάγκη υποτάσσονται στα κοινωνικά στερεότυπα. Γράφει γι’
αυτούς που η ψυχή τους εναλλάσσει τα δύο χρώματά της, όταν συχνά αρκεί μια
στιγμή, μια φευγαλέα εικόνα, μια λέξη ή μια κίνηση για να βγει στην επιφάνεια
το πιο σκοτεινό κομμάτι της, να επισκιάσει το άλλο, το ποιο αθώο και λαμπερό –
γράφει για όλους μας.
Το βασικό δομικό σχέδιο που καθοδηγεί την πλοκή των διηγημάτων σταθερό: το πλαίσιο αρχικά (ευρύτερο κοινωνικό και στενό προσωπικό), κατόπιν το καθοριστικό γεγονός, κι ύστερα το «ψήλωμα» του νου, για να θυμηθούμε τον Σκιαθίτη της λογοτεχνίας μας. Η αφαίρεση της ζωής παραδόξως διατηρεί ως πράξη την αθωότητά της, κι αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη συγγραφική επιλογή. Αφενός, διατρέχει μεγάλα χρονικά διαστήματα αλλά και μοιράζει τις ιστορίες της τόσο σε επαρχιακό περιβάλλον (που τόσο άκομψα συχνά ταυτίζεται με στυγερά εγκλήματα) όσο και σε αστικό και πιο εκλεπτυσμένο, υπονοώντας πως παντού μπορεί ο νους να ξεφύγει. Αφετέρου, τα πρόσωπα των ιστοριών της δεν «σχεδιάζουν», δεν προετοιμάζουν την αφαίρεση της ζωής (μικρές εξαιρέσεις, όπως στο διήγημα «Το επτά κι εγώ», έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερης σημαντικής), αλλά η πράξη τους συχνά αιφνιδιάζει και τα ίδια.
Δημιουργώντας με τον τρόπο
αυτό η Μαραγκουδάκη μια οιονεί «κανονικότητα», φαινομενικά σε αντίστιξη με ό,τι
θεωρείται αποδεκτό, ουσιαστικά όμως ενταγμένη απολύτως μέσα σε ό,τι μπορεί να
εκληφθεί ως φυσιολογικό, χτίζει γύρω από τους ήρωές της έναν μανδύα ιδιόμορφης
αθωότητας, έτσι που να μην είναι καθόλου εύκολο να τους καταδικάσεις.
Ένα ερώτημα προκύπτει –στα
πλαίσια μιας κριτικής αναπάντητο ευλόγως– από τα παραπάνω. Αν αυτή η ακραία (εκ
του αποτελέσματος) συνθήκη μπορεί να θεωρηθεί «κοινός τόπος», τι είναι αυτό που
συνιστά το σημείο υπέρβασης, ή αντιθέτως, ποιο το ανάχωμα που υψώνεται και το αποτρέπει; Πού
είναι τα όρια του σκοτεινού τοπίου της ψυχής; Σε άσπρο και μαύρο οι φωτογραφίες
του Γιώργου Καπετανάκη τεκμηριώνουν το αληθές.
Πέρα από την αναπόφευκτη
φιλοσοφική θεώρηση της θεματικής του βιβλίου, η γραφή της Μαραγκουδάκη, όπως
και στις προηγούμενες πεζογραφικές της καταθέσεις, διακρίνεται από μια γλώσσα
που ελίσσεται επιδέξια ανάμεσα στις εναλλασσόμενες καταστάσεις που βιώνουν οι
ήρωές της, αποτυπώνοντας τόσο στην αφήγηση όσο και στην περιγραφή το κλίμα της
κάθε ιστορίας. Ρεαλιστικές οι εικόνες της, δεν επιτρέπουν παρά μόνον μικρές υπερβάσεις του πραγματικού, όχι
ικανές να μοιράσουν στα δύο την τεχνοτροπία που ακολουθεί στη γραφή της.
Άλλωστε, μια ακραία πράξη αποζητά τη ρεαλιστική της απεικόνιση. Κι εδώ έρχεται
το αναπάντεχο οξύμωρο: η επινοημένη μυθοπλασία να χρησιμοποιεί τον ρεαλισμό,
προκειμένου να αποτυπώσει κάτι που πραγματικά συμβαίνει αλλά δεν τολμά να βγει
στην επιφάνεια, καλυπτόμενο από κοινωνικά στερεότυπα, ηθικολογίες κυρίως
θρησκευτικές, ή αλλιώς από μύθους αγαστής κοινωνικότητας. Η αληθινή ζωή έχει τη
δύναμη να σε οδηγήσει τόσο στην πιο αγαθή πράξη όσο και στην πιο κατακριτέα· το
ζητούμενο είναι να αποδεχθούμε πως τα όρια είναι τόσο δυσδιάκριτα που πραγματικά
δεν ερμηνεύονται με τη λογική και μόνο.
Απόσπασμα
Ήταν απόλυτα παραδομένος στον
ύπνο όταν γύρισα από την κουζίνα και ήταν ακόμη νύχτα. Και κοιμισμένος ακόμη, η
φωνή του καμπάνα αντηχούσε «Είμαι ερωτευμένος με άλλη».
Τέσσερις λέξεις, δέκα
συλλαβές, είκοσι δύο γράμματα στροβιλίζονταν δαιμονικά γύρω μου, μέσα μου,
παντού, παντού, παντού, κι εγώ στη μέση ενός σίφουνα που με κατάπινε και με
ρουφούσε, με κατάπινε και με ρουφούσε, με κατάπινε και με ρουφούσε. Αυτό το
στόμα που ξεστόμιζε αυτές τις τέσσερις λέξεις έπρεπε να το βουλώσει. Να σκάσει,
να πλαντάξει. Να πλαντάξει επιτέλους. Πήρα το μαξιλάρι. Το έβαλα στο πρόσωπό
του. Κάθισα πάνω του. Πίεσα με όση δύναμη μπορούν να δώσουν τέσσερις λέξεις,
δέκα συλλαβές, είκοσι δύο γράμματα. Και σ’ εμένα έδιναν πολλή δύναμη.
Απέναντι η Έιμι Γουάινχαους
μού έκλεισε με νόημα το μάτι.
(«one night stand ή τέσσερις λέξεις», σ. 74).
















