Νικόλας
Ζάννος
Εικόνα
του μυαλού από έξω προς τα μέσα
Εκδόσεις
Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Νικόλας Ζάννος: «Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα»
Κοιτάζω
γύρω μου/ αμφισβητώντας πάντα κάτι
(«Αμφισβητήσεις»). Ίσως στους δύο αυτούς στίχους να μπορούσε να απεικονιστεί το
ποιητικό σύμπαν του Νικόλα Ζάννου (1963-2012). Έτσι όπως από την παρατήρηση της
πραγματικότητας γύρω του, γράφονται μέσα του οι έξωθεν παραστάσεις,
δημιουργώντας μια διαφορετική συνθήκη ζωής και σκέψης που βιώνεται αλλά και αποτυπώνεται σε στίχους. Μια
αμφίδρομη πορεία, ικανή να δώσει αυθεντική ποίηση. Μια διευκρίνιση αναγκαία
εδώ. Στην ποίηση του Ζάννου δεν θα βρούμε ούτε τον εκθαμβωτικό ποιητικό λόγο,
ούτε την περίτεχνη στιχουργική. Θα βρούμε, όμως, έναν αυθορμητισμό, μια
ποιητική αθωότητα, που θα της ξεφεύγουν ποιητικές αστοχίες, ωστόσο η αξία της
θα κρίνεται αλλού. Θα φέρω ένα παράδειγμα: Στο ποίημα «Το μέγα ρέμα της ζωής»
κάποιες διάσπαρτες ομοιοκαταληξίες δεν αρκούν για να συγκαταλεγεί το ποίημα
στη παραδοσιακή μορφή, και ίσως να ήταν
καλύτερα να λείπουν, αφήνοντας το ποίημα σε ελεύθερη στιχουργική να αναπνεύσει
καλύτερα, να μην μπερδεύεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές. Ξαναδιαβάζοντας,
όμως, αξίζει να προσεχθεί ο τρόπος που λειτουργεί
στο ποίημα η θεματική του χρόνου, θεωρούμενου ως αέναης ροής μέσα από τρεις
συνεχόμενες ομοιοκατάληκτες λέξεις, και πιο κάτω με άλλες δύο λέξεις που θα
κλείσουν το ποίημα: Μέγα ρέμα είν’ η ζωή,/ κυλάει το νερό/ σε διχάλα
αφρίζει/ στην κατηφόρα μουρμουρίζει/ στη μέση το κοτσύφι τιτιβίζει […] σκέψεις,
λέξεις, πράξεις/ περιμένουν τη ροή/ στο μέγα ρέμα, τη ζωή. Μετράει,
επομένως, εδώ η αρχική ιδέα, αυτή που κατά τον καβαφικό «Δαρείο» πάει κι
έρχεται, δεν εγκαταλείπει ποτέ τον ποιητή, με όποιον τρόπο κι αν αυτή
εκφραστεί. Το ποίημα παρακολουθεί στιχουργικά τη ζωή όπως κυλάει μέσα στον
χρόνο, χωρίς να μπορεί να τον κατανοήσει.
Ο Ζάννος στην ποίησή του εκφράζει μια διαρκή πνευματική ανησυχία είτε για τον προσωπικό του αγώνα ζωής –μέγιστη αφετηρία, πιστεύω, της γραφής του– είτε για τη συνολική ανθρώπινη πορεία σε βαθύ σκοτάδι. Γι’ αυτό το δεύτερο, κυρίως, γράφει σχεδόν νουθετώντας, σε μια προσπάθεια να απευθυνθεί σε όσους θα τον άκουγαν, αρνούμενοι την όποια συνθηκολόγηση, την όποια άκριτη κατάφαση σε ό,τι τους προσφέρεται ως μοναδική οπτική ζωής. Ή αλλού, σε κείμενο καταγγελτικό, όχι ποιητικό, μιλάει για την αναμέτρηση του αδύναμου με τον ισχυρό, μάταιη μάχη μέσα στο σκόπιμα κατασκευασμένο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα.
Η συνειδητή ένταξη της ανθρώπινης
ύπαρξης μέσα στον φυσικό κόσμο, τον οδηγεί σε στίχους που ενώνουν τις φυσικές
αλλαγές με τις ανθρώπινες παλινδρομήσεις, από το σκοτάδι στο φως, από την
απόγνωση στην ελπίδα και πάλι πίσω. Άλλωστε η ενασχόλησή του με τη βιοδυναμική
αντιμετώπιση των παρεμβάσεων στον φυσικό χώρο (π.χ. καλλιέργειες) έρχεται να
δέσει με τις ποιητικές του αποτυπώσεις της βασικής του θεώρησης για τον κόσμο
εν συνόλω.
Έχω την αίσθηση πως ο Ζάννος γράφοντας
ισορροπούσε ανάμεσα σε ένα προσωπικό αδιέξοδο, στο οποίο πρόσφερε πότε πότε μικρές αναλαμπές ομορφιάς
και έρωτα, και στην επιθυμία του να γίνει
η φωνή όσων αδυνατούσαν να μιλήσουν – ένα δίπολο που πότε τον καταβύθιζε και
πότε τον απογείωνε. Έτσι, συναντάμε στίχους που απηχούν το κενό μέσα του (να
σαλπάρουμε,/ να φύγουμε προς τον βοριά,/ παγωμένο, ξένο,/ στα κρύα ταλαιπωρημένο,
«Μοναξιά στο λιμάνι του έρωτα»), ή που για λίγο ακουμπούν στην άλλη, την
αγαπημένη ύπαρξη, ανάμεσα κι αυτή στην παρουσία και τη λήθη (Πέτρες σκόνη
χαλίκια/ μες στα πεύκα/ και χορωδία τα τζιτζίκια./ Δύο καστανές πλεξούδες/
συλλογίζομαι κι αναφωνώ, «Χαρμάνης από έρωτα»). Ο στίχος του γίνεται πιο σίγουρος
όταν στρέφει προς τους άλλους: Όλοι
έχετε θυμό/ μες στης ζούγκλας τον ρυθμό./ σαν έν’ άδειο κλουβί μέσα στη
μοναξιά,/ μόνο /ένα δέντρο, παντού ερημιά, «Ο κατατρεγμός». Πάντα, όμως,
επιστρέφει στην προσωπική του μοναξιά, που η ποίηση δεν κατόρθωσε να γαληνέψει.
Εκεί που διαβάζεις: Τρίπτυχο ζωής:/ Αγάπη, Όραμα, Ελπίς («Χαρούμενες
νότες στο “Ελπίς”»), έρχεται ο απόηχος από σαββοπουλικούς στίχους ή αλλού ένα ολόκληρο
ποίημα («Μικρό αφιέρωμα στον Δον Κιχώτη») για να επιστρέψει πάλι το μοναχικό
τοπίο (η άτρακτος της ζωής/ ακολουθεί τις ηλιαχτίδες/ και μας αφήνει/
άγνωστους μέσα στην πολλή/ βαρβαρότητα των θορύβων, «Τα ακούσματα της
ψυχής»).
Ο Νικόλας Ζάννος με τα διάσπαρτα
αυτά ποιήματα που φρόντισαν οι δικοί του άνθρωποι να συγκεντρώσουν σ’ αυτή τη
συλλογή, δεν ανήκει, βέβαια, στη χορεία των μεγάλων ποιητών, ούτε, όμως,
κρίνεται αναγκαίο κάτι τέτοιο για να εκτιμηθεί η αλήθεια της ποίησης του. Θα
έλεγα, μάλιστα, κι ας φανεί αιρετικό ή έστω ακραίο, πως η ποίηση σήμερα δεν
έχει ανάγκη τόσο τα μεγάλα μεγέθη (μακάρι να υπάρχουν κι αυτά) όσο την
ειλικρίνεια, την αυθεντικότητα και την αθωότητα. Και μόνο η αμφισβήτηση που
επέλεξε ως στάση ζωής ο Ζάννος (επανέρχομαι εν είδει κύκλου, στους δύο στίχους που
ξεκίνησαν αυτό το κριτικό σημείωμα: Κοιτάζω γύρω μου/ αμφισβητώντας πάντα
κάτι), είναι αρκετή για να εκτιμηθεί θετικά η ποίησή του.
Διώνη Δημητριάδου









