Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ποιήτριες του Κουρδιστάν Ανθολογία Έρευνα, επιλογή, πρόλογος, επιμέλεια και μετάφραση από τα κουρδικά: Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Ποιήτριες του Κουρδιστάν

Ανθολογία

Έρευνα, επιλογή, πρόλογος, επιμέλεια και μετάφραση 

από τα κουρδικά: 

Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί

ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Ποιήτριες του Κουρδιστάν» (κριτική) – Η περιπέτεια του κουρδικού λαού μέσα από την ποίηση και τη γυναικεία ματιά





 

 

«Ελάτε να περπατήσετε σε μια χώρα που δεν έχουμε»

 

Ο Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί είναι ένας αγωνιστής της πρώτης γραμμής για το κουρδικό κίνημα, που κυνηγημένος ζήτησε άσυλο στη χώρα μας το 1984 και που έκτοτε ζει και εργάζεται εδώ, Έλληνας πολίτης, με άψογη χρήση της ελληνικής γλώσσας, στην οποία και μεταφράζει κουρδική ποίηση. Ήδη το 2020 ανθολόγησε 19 Κούρδους ποιητές (Ανθολογία σύγχρονης κουρδικής ποίησης, ΑΩ, 2020). Νιώθοντας πως οφείλει μια εκτενή αναφορά και στις ποιήτριες από το Κουρδιστάν, παρουσιάζει τώρα σε έναν τόμο 26 ποιήτριες, με επιλογή από την ποίησή τους και κατατοπιστικά βιογραφικά σημειώματα. Σ’ αυτά ακριβώς γίνονται κατανοητές οι συνθήκες ζωής του κουρδικού λαού και ιδιαίτερα των γυναικών, που εκτός από τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, την αναγκαστική εξορία, αλλά και τις διώξεις που αγγίζουν μια μορφή γενικευμένης γενοκτονίας, έχουν να αντιμετωπίσουν και τις διακρίσεις λόγω φύλου. Οι γυναίκες του διαμελισμένου σε τέσσερις χώρες Κουρδιστάν στάθηκαν πάντα δίπλα στους άντρες στον δύσκολο αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη, για μια ζωή στην πραγματική τους πατρίδα. Κάποιες από τις ποιήτριες που ανθολογούνται εδώ δεν έχουν γνωρίσει τον τόπο καταγωγής τους.

Και να εξ αρχής κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ο τόμος ξεκινά με την εμβληματική μορφή της Ρεβσέν Μπεντιρχάν (1909-1992), η οποία δεν είναι ποιήτρια. Στο εκτενές βιογραφικό της κατανοούμε τον λόγο αυτής της διακριτής παρουσίασης, καθώς πρόκειται για τη γυναίκα που άνοιξε τον δρόμο της ποίησης, και γενικότερα της λογοτεχνίας, για τις Κούρδισσες. Διωγμένη δυο φορές από τον τόπο της, παίρνοντας την προσωπική της ελευθερία στα χέρια της, μαθαίνει γλώσσες, κάνει μεταφράσεις, αρθρογραφεί, τολμά να γράψει αραβικά με λατινικούς χαρακτήρες, ιδρύει ένωση γυναικών, εκπροσωπεί το Κουρδιστάν σε διεθνή συνέδρια, διευρύνει με κάθε δυνατό τρόπο τον πνευματικό ορίζοντα των γυναικών. Σωστά επισημαίνεται από τον Μπαζιντί πως πρόκειται για την πρώτη εκπρόσωπο του κουρδικού «διαφωτισμού», αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον αδόκιμο, πλην εύστοχο, όρο.

Στις ποιήτριες που ανθολογούνται (γεννημένες από το 1946 έως το 1997) βλέπουμε τη θεματική τους να εκτείνεται από τη βαθιά αγάπη για το Κουρδιστάν και τον πόνο της εξορίας, έως την ανάγκη αλλά και την ελπίδα για απελευθέρωση και για αξιοπρεπή ζωή σε μια κοινή πατρίδα, χωρίς να λείπουν και επιμέρους θέματα που αγγίζουν την ποίηση όπου γης, όπως ο θάνατος, η απώλεια, ο έρωτας· με κάποιο τρόπο, όμως, ακόμα κι αυτά εκβάλλουν σε έναν κοινό τόπο, την αγάπη τους για τη γη τους. Ο λόγος τους, συχνά επαναστατικός, σαν ένα μήνυμα για τους δικούς τους ανθρώπους, με έμφαση στις γυναίκες, αλλά και για όποιον μπορεί να υφίσταται ανάλογες διώξεις· είναι αλήθεια πως όποιος βιώσει τη δίωξη και την αδικία, νιώθει αλληλέγγυος με τα όμοια πάθη. Οι περισσότερες ποιήτριες ξεριζωμένες από τον τόπο τους, άλλες φυλακισμένες και βασανισμένες, όλες μυημένες στον αγώνα του κουρδικού λαού, συνειδητά ταγμένες στην ελπίδα μιας πατρίδας που πρέπει να υπερβεί και τον υποχρεωτικό διαμελισμό της αλλά και τις εσωτερικές διαμάχες που εμποδίζουν την παρουσία μιας ενιαίας οντότητας. Εύγλωττος ο στίχος της Γκιουλιζέρ: «Όταν δυο ποτάμια χωρίζονται/ πώς χωρίζουν τα νερά τους;»

Έχει, έτσι, ιδιαίτερη σημασία το έργο του Μπαζιντί, να ερευνήσει, να ανακαλύψει, να επιλέξει, να ανθολογήσει, να μεταφράσει την ποίηση αυτών των γυναικών. Ταυτόχρονα να δείξει τον προσωπικό τους αγώνα απέναντι σε πλείστες όσες απαγορεύσεις, τη απόφασή τους να μορφωθούν, να διαπρέψουν, και κυρίως να εκφραστούν μέσω της λογοτεχνίας. Γιατί, αν η λογοτεχνία (όπως και κάθε δραστηριότητα άλλωστε) διατηρεί άρρηκτους δεσμούς με την εποχή μέσα στην οποία δημιουργείται, τότε οι σύγχρονες αυτές ποιητικές φωνές μπορούν να αποδώσουν ολοκάθαρα πρόσωπα, γεγονότα, το κλίμα γενικότερα, της περιπέτειας του κουρδικού λαού. Αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, προκειμένου για την ποίηση, τον όρο «σκοπός», τότε η ανθολογία αυτή φέρει (όπως και η προηγούμενη για τους Κούρδους ποιητές) τη σφραγίδα του σκοπού της, δηλαδή τη συνειδητή της ένταξη στον αγώνα του λαού της, με έμφαση εδώ στη σημασία της γυναικείας συμβολής. Ακόμη, όμως, κι αν τη δούμε αποκομμένη (όσο γίνεται) από την αρχική κοιτίδα της, παραμένει διακριτή στην ευαισθησία της, στον καημό της, στην κραυγή για τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά και στα πανανθρώπινα αιτήματα για μια ζωή βιώσιμη και αξιοπρεπή. Όπως γράφει η νεότερη όλων των ανθολογούμενων ποιητριών, Μιντιέ Μερβάν Μπερεκάτ: «Τίποτα δεν είναι εύκολο. Τίποτα δεν μας χαρίζεται. Όλα είναι αγώνας. Κι εμείς οι Κούρδοι το ξέρουμε καλά αυτό».


Ο Μπαζιντί με έντεκα ήδη βιβλία του στην ελληνική γλώσσα (ήταν ο πρώτος Κούρδος  που έγραψε λογοτεχνικό έργο στην ελληνική γλώσσα) προσθέτει τώρα το δωδέκατο, σε μια πολύ προσεγμένη έκδοση. Στο εξώφυλλο το σκίτσο της Κούρδισσας γυναίκας, από την ποιήτρια Μαχ Σαράφ Μαστουρέχ Αρνταλάν.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα  

 

Η ανά χείρας ανθολογία δεν ήταν υπόσχεση αλλά υποχρέωση σε αυτές τις γυναίκες που η λέξη «azadi» (ελευθερία) δεν είναι μόνο σύνθημα μα και ανάσα, προϋπόθεση της ύπαρξης. Είναι η ιστορία των γιαγιάδων και των μανάδων τους που έστρεφαν γενναία την κάννη των όπλων τους απέναντι στους κατακτητές· είναι η ιστορία των γυναικών που έπεφταν στον γκρεμό για να μην αιχμαλωτιστούν από τον εχθρό.  Με αυτές τις αξίες μεγάλωσαν [και] οι σύγχρονες Κούρδισσες ποιήτριες, αλλά συμπλήρωσαν και κάτι ακόμα: ότι η ουσία της ελευθερίας βρίσκεται στην ισότητα των φύλων, στο δικαίωμα της μόρφωσης, στο δικαίωμα να μπορείς να μιλάς τη μητρική σου γλώσσα χωρίς φόβο, να ζεις και αν δημιουργείς στον γενέθλιο τόπο σου χωρίς αν κινδυνεύεις σε κάθε σου βήμα.

(Από τον Πρόλογο, σ. 11).

 

 

 

 

 

 

 

Όλα για την ανάπτυξη Πέτρος Μάρκαρης εκδόσεις Κείμενα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

 

 Όλα για την ανάπτυξη

 Πέτρος Μάρκαρης

εκδόσεις Κείμενα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Οι αστυνομικές ιστορίες ως όχημα για κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο • Fractal

 


Οι αστυνομικές ιστορίες ως όχημα για κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο

 

 

Ο τρόπος που ο Πέτρος Μάρκαρης χειρίζεται τη θεματική των αστυνομικών του ιστοριών τον κατατάσσει σε μια ιδιαίτερη κατηγορία συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έχει άλλο δείγμα σε τέτοια έκταση έργου και με τόση συνέπεια. Και δεν μιλώ για την τέχνη αυτήν καθεαυτήν της γραφής του – αναμφισβήτητη άλλωστε μέσα σε όλα τα χρόνια που έδωσε πλείστα όσα δείγματα της αξίας της. Περισσότερο εστιάζω στη βασική ιδέα που βρίσκεται στον πυρήνα των βιβλίων του, πίσω από την αστυνομική πλοκή, πίσω από τον μανδύα που την καλύπτει. Αλίμονο, όμως, αν κάποιος παρασυρμένος από τη γρήγορη εναλλαγή των «πλάνων», την άψογη ισορροπία δράσης και καθημερινότητας, δεν εισχωρήσει στην ουσία αυτών των ιστοριών. Όσοι γνωρίσαμε τον Μάρκαρη ως θεατρικό συγγραφέα, μεταφραστή, διανοούμενο, ξέρουμε ότι αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι η τοποθέτηση στα κοινωνικά προβλήματα, με ενσωματωμένο τον πολιτικό του σχολιασμό, πάντοτε εύστοχο. Μέσον γι’ αυτό προσφέρεται περίφημα η αστυνομική πλοκή.

Από τότε που ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος (1995) ξεκίνησε την «καριέρα» του μέσα στα βιβλία του Μάρκαρη, παρακολουθήσαμε από ιστορία σε ιστορία την ταυτόχρονη διαδρομή (ή καλύτερα περιπέτεια) της ελληνικής κοινωνίας εν μέσω αλλαγών, κρίσεων, επανεξέτασης των βασικών της δεδομένων σε τοπικό επίπεδο ή ως επακόλουθο των ευρωπαϊκών ή παγκόσμιων ανακατατάξεων. Ο Μάρκαρης κατόρθωνε, μέσα από ιστορίες εγκλημάτων, που δεν άγγιζαν μόνο τον κοινό ποινικό κώδικα, να μεταπλάθει μια δολοφονία ή μια σειρά δολοφονιών σε καίριο σχόλιο για τον τρόπο που η ελληνική κοινωνία αργά και σταθερά μετατρεπόταν σε επικίνδυνο τοπίο κινούμενης άμμου. Εγείρεται, φυσικά, το ερώτημα κατά πόσον η μεγάλη αφήγηση, δηλαδή το μυθιστόρημα, μπορεί να ταυτίζεται χρονικά με τα γεγονότα που συνιστούν τη θεματική του, καταργώντας την (ίσως) αναγκαία απόσταση από αυτά, προκειμένου να τα παρουσιάσει πιο σφαιρικά και πιο ψύχραιμα. Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι πως έτσι η λογοτεχνία, καθώς βρίσκεται μέσα στα τεκταινόμενα, είναι πιο αυθόρμητη, πιο αυθεντική, αλλά και εν δυνάμει συμμετέχουσα σ’ αυτά ως μια μορφή δράσης που φιλοδοξεί να καταστεί και επιδραστική. Ο Μάρκαρης, με πολιτική σκέψη και κοινωνική ευαισθησία, ακριβώς αυτή τη λογοτεχνία υπηρετεί.



Στο Όλα για την ανάπτυξη η ιστορία του αφηγείται την Ελλάδα της ανάπτυξης των λίγων και της φτώχειας των περισσοτέρων, τις δύο ταχύτητες που συγκρούονται αναπόφευκτα με συνέπειες που ακόμη δεν γίνεται να εκτιμηθούν στο εύρος και τη δυναμική τους. Μπορεί κανείς να προβλέψει έως πού θα φτάσει το πρόβλημα στέγης και διαβίωσης, εν μέσω προκλητικών δηλώσεων για ανάκαμψη και ανάπτυξη; Και η ίδια η ανάπτυξη έχει όρια; Όπως ξέρουμε, συχνά η λογοτεχνία έχει την ικανότητα να προπορευθεί των εξελίξεων, να υποψιαστεί ή να προαναγγείλει δράσεις ακόμα αφανείς. Ο Διευθυντής Ασφάλειας Αττικής, πλέον, Κώστας Χαρίτος θα έρθει αντιμέτωπος με μια δολοφονία που ίσως εύκολα μπορεί να ερμηνευθεί ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως συνέχεια, με μια άλλη δολοφονία που όταν εξιχνιαστεί θα αποκαλύψει μια διαφορετική παράμετρο της έννοιας «επανάσταση» ή έστω «αντίσταση». Σκέφτομαι πόσο βαθιά σε όλα του τα βιβλία έχει ο Μάρκαρης μιλήσει για αυτή την έννοια, με άμεσο τρόπο – για παράδειγμα μέσω του παλαιού αριστερού Λάμπρου Ζήση, που πέρασε από όλα τα στάδια, από την πλήρη και συνειδητή  δράση έως τη διάψευση, και που τώρα αδυνατεί να κατανοήσει πώς η επαναστατική ιδεολογία και η αντίσταση συνταιριάζουν με τον φόνο – ή με έμμεσο (μέσα από τα ίδια τα γεγονότα ή μέσα από τα ειρωνικά σχόλια του Χαρίτου) συχνά πολύ κατανοητό στην πολυσημία του. Και, όπως φαίνεται, δεν έχει εξαντλήσει ακόμη τις παρατηρήσεις του.  

Εν προκειμένω, αξίζει ξανά ένα σχόλιο για τον τρόπο που κατόρθωσε ο ήρωάς του να αγγίξει όλους όσοι μέσα στη συνείδησή μας είχαμε (ως απότοκο των πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες μεγαλώσαμε και ενηλικιωθήκαμε ιδεολογικά) την αστυνομική φιγούρα (τον «μπάτσο») ως αρνητική και φορτισμένη με αισθήματα αποστροφής. Αυτή η απολύτως δικαιολογημένη «προκατάληψη» (γιατί στην ουσία πρόκειται για ρόλο και όχι απλώς επάγγελμα) λειάνθηκε μέσω της προσέγγισης και απόδοσης στην εντέλεια της μικροαστικής οικογένειας, του περίγυρου του Χαρίτου. Θα λέγαμε αλλιώς, η τέχνη μιας άξιας γραφής.


Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

«Λάμπρο, υπάρχουν άνθρωποι που για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους είναι ικανοί να φτάσουν σε ακρότητες» του εξηγώ. «Αυτό συνέβη και τώρα. Έπλασαν ένα σενάριο με τους ίδιους σαν θύματα. Το μυαλό τους θόλωσε και από θύματα έγιναν θύτες».  

Ο Ζήσης ακούει σκεπτικός. «Κατά τα άλλα, το πρώτο θέμα στα κανάλια κάθε μέρα είναι η ανάπτυξη. Εκείνο που δε λένε είναι ότι η ανάπτυξη έφερε μαζί της και τις νεκροφόρες. Όλα για την ανάπτυξη» σχολιάζει. (σσ. 234-235).

 

 

 

 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

  

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Αδήριτη κοινωνική ανάγκη η πλατιά πληροφόρηση
και η ανοιχτή ενημέρωση για γεγονότα και καταστάσεις
να έχουν οι πολίτες γνώση και άποψη προσωπική
για τα συμβάντα της ημέρας και της νύχτας τα εντελλόμενα,
να είναι αυτογνωσίας πόνημα και δόκιμη συμμετοχή
σε μια αποδεκτή συνύπαρξη με αναγνώριση και αποδοχή.

Από του άμβωνος της δοκησισοφίας και τον προσηλυτισμό,
από του βήματος της επιστημοσύνης και των ιδεολογημάτων
και την εξέδρα των επετειακών πανηγυρικών και λογιδρίων,
εκπέμπουν ευφυολογήματα και δόκιμες προσαγορεύσεις,
δαψιλεύουν με προσχήματα πρόσωπα και καταστάσεις
και ωραιοποιούν στο κάλεσμα ομόφρονες συσπειρώσεις.

Μέσα από γραπτά κείμενα, πολύστηλα και μακροσκελή
σε ημερήσια και μηνιαία φύλλα, πολύτιτλα και πολύχρωμα,
σε πολυσέλιδα βιβλία ποικίλου και επίκαιρου περιεχομένου,
διαφεντεύουν ιδεολογίες, τάσεις και συμπεριφορές
να είναι η καθημερινότητα προσαρμογή και ευγνωμοσύνη ,
πειθάρχημα αδέκαστο σε νόμους και παραδόσεις.

Οι σκοπιμότητες στην υπηρεσία κρυφών συμφερόντων
με υποδειγματικές εξηγήσεις και δελεαστικές προτάσεις,
με διορατικότητα προτροπής και διαίσθηση επιβλητική,
υφέρπουν ανεμπόδιστα με επηρεασμό σε άτομα και ομάδες,
πιστώνουν καινοφανείς και επωφελείς δημιουργίες
και κατοχυρώνουν χωρίς αντίλογο προσωπικές αξιώσεις.

Ύψιστο λειτούργημα ο αυτοσεβασμός και η ευθύνη
στη διάκριση της αλήθειας από την ωμότητα του ψεύδους
με τη γνώση των εμπειριών και κίνητρο τη συνείδηση
να διασφαλιστούν η αξιοπρέπεια και το τίμημα του ήθους,
μ’ αντίλογο στην ατομική την πλάνη και την ομαδική παράσυρση,
με ιερό καθήκον και υποχρέωση στη γνωμάτευση της αλήθειας.

Γιώργος Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Hector Ballester Ballester, Φως στο βάθος του τούνελ)

Χαϊκού με τίτλο Έμμα Τσιβρά

 

Χαϊκού  με τίτλο

Έμμα Τσιβρά

 


Ελπίδα

 

Ξαφνικό δώρο

σε ανήλιαγη μέρα

-ένα σου βλέμμα.

 

***

Ανάμνηση

 

Άτολμο χάδι

το χέρι μετέωρο

-φωτογραφία.

 

***

Μοναξιά

 

Το όνομά σου

φώναξα στα κύματα

-άδειο το στήθος.

 

***

Μυστικό

 

Κόκκινο μήλο

των ματιών σου το έλα

-στα όνειρά μου.

 

***

Ανατροπή

 

Πράσινο πικρό

στα χείλη  σου λεμόνι

-η ματαίωση.

 

***

Μεταμέλεια

 

Κηλίδες φωτός

στων ματιών μου το βυθό

-λίμνες δακρύων.

 


***

Αποτύπωμα

 

Είσαι η πηγή

κυλάς μες στα τρίστρατα

-στου νου τα βάθη.

 

***

Σιωπή

 

Έρχεσαι συχνά

στης αγάπης την πλάνη

-με κλυδωνίζεις.

 

***

Νοσταλγία

 

Άγουρη νιότη

πατρίδα που γέννησες

-το όραμά μας.

 

***

Σκακιέρα

 

0 χρόνος τρέχει

πάντα σ’ ευθεία γραμμή

-πεδίο λαθών.

 

***

Ενηλικίωση

 

Τα στρατιωτάκια

δεν είναι μολυβένια

-έγιναν άντρες.

 

***

Υπέρβαση

 

 Μη μετράς το φως

με κουταλάκι μικρό

-μίζερη ζωή.

 

***


 

Προοπτική

 

Άγρυπνο πένθος

το ποτάμι βαθαίνει

 -αντιστέκομαι.


***

Απόδραση

 

Ονειρέψου πως

δεν υπάρχει θάνατος

-θυμήσου σώμα.

 

***

Υπόσχεση

 

 Λάμπουν ακόμα

τ’ άστρα όταν πεθάνουν

-δεν είναι πλάνη.

 

Έμμα Τσιβρά

(φωτογραφίες: Pierre Pellegrini)

Διώνη Δημητριάδου Αδώνιδος Κήποι ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Δάφνη Μαρία Γκυ Βουβάλη

 Διώνη Δημητριάδου

Αδώνιδος Κήποι

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Δάφνη Μαρία Γκυ Βουβάλη

η πρώτη δημοσίευση στο περί ου

  Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Διώνη Δημητριάδου, «Αδώνιδος Κήποι», εκδόσεις ΑΩ – Περιοδικό Περί Ου

 


Άδωνης, θάνατος και ανάσταση

 

Πόνος, απόγνωση, πένθος. Τρία απόλυτα δυνατά συναισθήματα που κατακλύζουν την ποιητική συλλογή της Διώνης Δημητριάδου «Αδώνιδος Κήποι», (εκδόσεις ΑΩ), η οποία με μοχλό έναν εξαιρετικό αρχαιοελληνικό μύθο, τον μύθο του Άδωνη, επέλεξε ν’ αναπτύξει με μεγάλη λογοτεχνική εκφραστικότητα και πλαστικότητα τα κορυφαία για τον άνθρωπο ζητήματα του θανάτου και της ανάστασης.

Τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής δίνουν τον τόνο του αντικειμένου που θα συναντήσει μπροστά του ο αναγνώστης: το πρώτο, με τον τίτλο «Ποιητού το ήθος», καταθέτει την ψυχή του γράφοντος και όσα τον βασανίζουν με την διπλή ιδιότητά του ως  ποιητή και ανθρώπου, και δηλώνει, ευθύς εξ αρχής, σαν μια ανακοίνωση εκ των ων ουκ άνευ, πως «ήθος του ποιητή, το άχθος του ανθρώπου».

Και το δεύτερο, με την μορφή του πεζοποιήματος, και με τον τίτλο «Αδώνιδος κήποι» επεξηγεί πλήρως τον τίτλο του βιβλίου, ο οποίος μέσα από ένα αρχαίο έθιμο που αφορά στον Άδωνη και επιμένει στην διαχρονία του μέχρι σήμερα, ανοίγει την «πόρτα» στην πραγμάτευση από την ποιήτρια του ευαίσθητου θέματος της φθοράς και του θανάτου: οι Αδώνιδος Κήποι δεν είναι άλλοι από τα πιατάκια με την φυτρωμένη φακή που γέμιζαν οι γυναίκες στην αρχαιότητα κατά τη διάρκεια των Αδωνίων, γιορτής προς τιμήν του θεού Άδωνη. Η λιγόζωη φακή συμβόλιζε την σύντομη ζωή του θεού και τον θάνατό του, (την κάθοδό του στο χθόνιο βασίλειο της Περσεφόνης), και το έθιμο επιβίωσε μέσα στην χριστιανική θρησκεία: τηρείται ακόμη σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας κατά την Μεγάλη Εβδομάδα, και συγκεκριμένα την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την περιφορά του Επιταφίου. Συμβολίζει το πένθος αλλά και την Ανάσταση, αφού η ανάσταση του Άδωνη (η άνοδός του ξανά στην επιφάνεια της γης), ταυτίστηκε με την Ανάσταση του Χριστού.

Το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου όμως είναι ένα μεγάλο πένθος για την ανέκκλητη κατίσχυση του θανάτου στον άνθρωπο, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης. Η ανάσταση αφορά τον έναν, και όχι τους πολλούς κοινούς θνητούς. Τα πεζά, χωρίς σημεία στίξης κείμενα στο τέλος του κάθε ποιήματος εν είδει επιμέτρου, επεξηγούν, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν αυτόν τον συλλογισμό της.

Η ποιήτρια μέσα στο έργο της, συνδέει με χαρισματικό τρόπο τον μύθο του Άδωνη με τα Πάθη του Χριστού – με τον θάνατο και την Ανάστασή του. Και χρησιμοποιεί για γέφυρα την συμφιλίωση του αρχαίου θεού με τα σημάδια του παρόντος, ως αντίδοτο στην φθορά και την λήθη: «Γελάει ο Άδωνις / το νέο ρούχο του φορεί / τα νέα του σημάδια / δοξαστικά / λατρευτικά / καθόλου δεν τον νοιάζει / η νέα του μορφή / την συμφιλίωση έμαθε / την αναγκαία προσαρμογή / ίαμα στη φθορά» (ποίημα «Άωρος θάνατος»).

Παρακολουθώντας τους βαθύτερους συλλογισμούς της Διώνης Δημητριάδου, διαπιστώνουμε ότι πίσω από κάθε ένα από τα ποιήματά της βρίσκεται αυτό το μοναδικό θέμα, το οποίο αναπτύσσεται με πίκρα και πόνο σε χίλιους τόνους και με χίλιους τρόπους. Συμμέτοχη στην ποιητική της γραφή είναι ακόμη και η περσόνα του λύκου, την οποία η ποιήτρια χρησιμοποίησε ήδη με τόση επιτυχία στο βιβλίο της «Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή», που εκδόθηκε το 2021, πάλι από τις εκδόσεις ΑΩ.

Ενώ εδώ, ένα επιτυχημένο φραστικό αλλά και ουσιαστικό εύρημα της ποιήτριας αποτελούν οι «μικρές Παρασκευές» των κοινών θνητών όλου του χρόνου, που έρχονται σε αντιδιαστολή με την μια και μοναδική Μεγάλη Παρασκευή του Θεανθρώπου. Διότι αν αυτή η τελευταία καταργεί τον θάνατο, οι μικρές παραμένουν χωρίς ανάσταση, και τους αναλογεί, όπως γράφει η ποιήτρια σε μία εξαιρετική αποστροφή, ένα «σβησμένο φωτοστέφανο».

Έντονη μάλιστα εμφανίζεται στο βιβλίο και η παρουσία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, την οποία η ποιήτρια αναμιγνύει με την παρουσία του προσωπικού φύλακα-αγγέλου του κάθε ανθρώπου. Ο θνητός άνθρωπος αναμετριέται με την φιγούρα του Ταξιάρχη σε τρία δυνατά ποιήματα. Παραθέτουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του δεύτερου απ’ αυτά, που φέρει τον τίτλο «Ο άγγελός μου (επάνοδος ψυχοφθόρος)», και το οποίο με εξαιρετική εικονοποιία περιγράφει και φωτογραφίζει δυό πολύ γνωστές εικόνες – την πρώτη με τον Αρχάγγελο να ποδοπατεί τον νεκρό, και την δεύτερη, με τον Ταξιάρχη του Μανταμάδου στην Λέσβο:

 

«Ο Μιχάλης ο δικός μου / με τη ρομφαία του ακονισμένη / να με αγγίζει / κι όμως την κοφτερή την όψη / πώς γίνεται να την ζητώ; / σημάδι στον λαιμό μου / πάνω μου να πατήσει / την άφευκτη ορμή του / εικόνα ξύλινη πελεκητή / ας μένει εκεί στον τοίχο / η άλλη στο νησί αθώρητη / απ’ τα στολίδια / μηνύματα απελπισμένων / πως – δεν μπορεί – κάτι θ’ ακούει / ο τρομερός ο στρατηλάτης / λίγο να στρέψει να μας δει / στο ίσκιο του χαμένους» (και πανικόβλητους ίσως, συμπληρώνω εγώ).

 

Και πώς στέκεται η ποιήτρια μπροστά στο έργο της, στους ίδιους της τους στίχους; Συνήθως η ποιητική γραφή είναι λυτρωτική για τον δημιουργό της όπως και για τον αναγνώστη, εδώ όμως, μέσα από τα ποιήματά της η Διώνη Δημητριάδου διατυπώνει μια τελείως διαφορετική άποψη, με αποκορύφωμα το ποίημα «Σφαγή σωστή», όπου βλέπει το ποίημα σαν σφαγείο: σαν μια αιμοβόρα ύπαρξη, που από τα γραφόμενά του φαίνεται να θέλει τον θάνατο, (ενώ εκείνη υπονοεί ότι διαφοροποιείται, ποθώντας την ζωή): «Σφαγείο είναι το ποίημα / μην καρτεράς τη λύτρωση / δεν είναι ψυχοφάρμακο / των λέξεων φορτίο ιαματικό», ξεκινά χαρακτηριστικά στο «Σφαγή σωστή», και συνεχίζει, υπερτονίζοντας μιαν ανεξαρτητοποίηση του έργου της δημιουργού από την ίδια:

«Αίμα πλημμύρα της γραφής / συνάμα της ανάγνωσης / άχθος δυσοίωνο / που λαχταρά την τελειωμένη μέρα / όλο το είναι σου να ψυχοβγάλεις σε δυο τρεις στίχους - …/ κι όταν θαρρείς πως η ψυχή σου / στις λέξεις σου σφηνώθηκε / - ακόμα τότε - / ζητά τη σάρκα σου να σκίσεις / ουράνιο θόλο να του φτιάξεις / για να μπορεί έτσι ημιθανή / να σε εγκαταλείψει // Ποτέ δεν ήταν δικό σου».

Το συναίσθημα της ποιήτριας μάλιστα φτάνει στο αποκορύφωμά του στο λυρικό  ποίημα «Πήλινο», στο οποίο αντιστρέφει τους ρόλους ανθρώπου και Θεού: «Να φτιάξει θέλησε από πηλό / σώμα μικρό και ταπεινό / να το στολίσει έπειτα / του πόνου τα σημάδια…// Μόνο δικό του θα είναι αυτό / το σώμα το μικρό / το ταπεινό / το δάκρυα γεμάτο / να το κοιτάζει / και να χαίρεται / που σύντροφο / της μοναξιάς του βρήκε…// Σαν έψαχνε πώς να το πει / όνομα να του δώσει / όλο κι ερχόταν στο μυαλό του / μια λέξη τόση δα / μικρή / που του φαινόταν / να σέρνει ιστορία παλιά / Θεό το είπε / και ησύχασε πως επιτέλους / έφτιαξε κι αυτός / κάτι όμοιο εαυτώ».

Θα τελειώσουμε με ένα χαρακτηριστικό ποίημα, που δίνει το ακριβές στίγμα των «μικρών Παρασκευών»:

 

«Ποσότητες αμελητέες μάλλον

επώδυνα κυλούν τις ώρες τους

χωρίς να αποθηκεύονται ποτέ

μες σε θρησκευτικά

λατρευτικά κιτάπια

 

Είναι το πλήθος τους που φταίει

για το μικρό του ονόματός τους

και η ανωνυμία της θυσίας τους

για μια απούσα

-έστω μικρή-

ανάσταση»

 

(ποίημα «Μικρές Παρασκευές»).

Και θα προσθέσουμε εν είδει «πυξίδας» για τον αναγνώστη, ότι με όχημα την πρωτότυπη αφορμή για να αναπτύξει το αιώνιο θέμα του θανάτου, με γλώσσα λιτή, μεστή και συναισθηματική ταυτόχρονα, και με το κάθε της ποίημα να προσφέρει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για να το διαβάσει κανείς, η συλλογή «Αδώνιδος κήποι» αποτελεί ένα έργο μοναδικό, και άξιο να διαβαστεί, ν’ αγαπηθεί και ν’ αναλυθεί από τους θιασώτες της ποίησης.

 

 Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη

 

 

 

 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ (Οκτώβριος 2026-Μάιος 2027)



ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ 
ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ (Οκτώβριος 2026-Μάιος 2027)

Για 11η χρονιά συνεχίζουμε τις συναντήσεις μας στη Λέσχη μας. Μια ανοιχτή σε όλους Λέσχη ανάγνωσης για ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τους προσκεκλημένους μας συγγραφείς και μεταφραστές. Δείτε εδώ το Πρόγραμμα (Οκτώβριος 2026 - Μάιος 2027). Με το καλό να βρεθούμε!
Οι συντονίστριες της Λέσχης
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου





Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Χαρίδημος Κιοστεράκης ΜΕΤΡΌ Εκδόσεις Ενύπνιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Χαρίδημος Κιοστεράκης

ΜΕΤΡΌ

Εκδόσεις Ενύπνιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Χαρίδημος Κιοστεράκης: «Μετρό»



 

Μου αρέσει πάντα να λέω πως η ποίηση πρέπει να διαβάζεται (και μάλιστα δυνατά) για να ακούγεται, να μπορείς να νιώσεις τον ήχο, τις διακυμάνσεις της φωνής ποιητή και αναγνώστη. Έχοντας στα χέρια μου την ποιητική σύνθεση Μετρό του Χαρίδημου Κιοστεράκη, όλο και γυρνάει στο μυαλό μου η υποψία μιας αναθεώρησης της παραπάνω απόλυτης θέσης – τουλάχιστον η επιθυμία μιας διαφοροποίησης.  

Ο Κιοστεράκης, ας ξεκινήσω από αυτό, μοιάζει κατ’ αρχάς να μας «εξαπατά». Είναι, άραγε, ποίηση όλο αυτό; Λέξεις, φράσεις και προτάσεις που λειτουργούν ως εικόνες, προσφέροντας μια εκδοχή οπτικής ποίησης, visual poetry. Ένας συνδυασμός λόγου και εικόνας, με σημαντική τη συμβολή της γραφιστικής για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα. Η «σχηματοποίηση» του λόγου, άλλωστε, εμπεριέχει ως όρος τα δύο ζητούμενα, εν προκειμένω: το σχήμα και την ποίηση· να, που η λεκτική αποτύπωση καθοδηγεί στη νοηματική προσέγγιση. Η δήθεν απάτη αποδεικνύεται, έτσι, ένας ποιητικός τρόπος, μέσα στην πρωτοτυπία του, καθώς λίγα τέτοια δείγματα έχουμε ακόμη στον ελληνικό χώρο, αν και η μείξη λόγου και εικαστικών τεχνών έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, αλλά και στα επαναστατικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, όπως το κίνημα του ντανταϊσμού (Dada). Αρκεί να θυμηθούμε τις οδηγίες, για παράδειγμα, που έδινε ο Tristan Tzara για το πώς γράφεται ένα ποίημα- Dada, με τίτλους και αποκόμματα από εφημερίδες σε τυχαία σειρά.

Θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε νέες προτάσεις, κυρίως σε μια εποχή που οι δόκιμες μορφές βρίθουν από βαρετές επαναλήψεις, μιμήσεις, αντιγραφές κ.λπ.  Αντιμετωπίζοντας θετικά το όλο εγχείρημα, εισχωρώ στο σχηματοποιημένο, οπτικοποιημένο σύμπαν αυτής της ποίησης.

Ο «Ουρανός» αρχικά πάνω από την πόλη-ποίημα. Οι βόμβες που πέφτουν, πώς θα μπορούσαν αλλιώς να δώσουν την αίσθηση της καταστροφικής τους πτώσης, παρά ιδανικά να παριστάνονται σαν να πέφτουν, πάνω στους ανθρώπους που τρέχουν να σωθούν, με τη μορφή γραμμάτων από το βομβαρδιστικό σε κατακόρυφή ποιητική δομή. Ξεκινώντας το δικό του «Μετρό» ο Κιοστεράκης σταματάει σε «στάσεις» για να σκεφτεί, να δει, να ερμηνεύσει, να θυμηθεί, να καταγγείλει, να αντισταθεί· ναι, η ποίηση είναι μια μορφή αντίστασης. Ακόμα κι αν αντιστέκεσαι απέναντι σε στερεότυπες αντιλήψεις του επιτρεπτού και μη επιτρεπτού, πολύ περισσότερο αν έχεις ήδη επιλέξει τη δική σου στάση, με όλο το κόστος της επιλογής σου. Ο έρωτας, οι σχέσεις, σε όποια εκδοχή τους, εδώ χωρούν σ’ αυτή την ποίηση.

Η πτώση, ως ακέραιη έννοια που αποδίδει τον υπό κατάρρευση πολιτισμό μας, αλλά και ως συν-πτώση (σύμπτωση), αν κάποιοι θελήσουν να ενώσουν την ατομική τους περί-πτωση (ξανά η πτώση) με των άλλων διαφορετικών, να κοιτάξουν από ψηλά, να σκύψουν επικίνδυνα και μοιραία στο μπαλκόνι τους και να δείξουν έτσι την αντίστασή τους στη σαθρότητα, και την υποκρισία. «[…] Σίγουρα πάντως δεν μπορείς/ να κακολογήσεις ένα παιδάκι/ που του τελείωσε το ενδιαφέρον/ για το μπαλόνι του» («Αγόρι»).

Ένας δεύτερος «Ουρανός» θα σχηματιστεί, πιο δυτικά αυτός, με ανθρώπους που δεν φοβούνται τις βόμβες (εδώ δεν πέφτουν), ζουν ήρεμα αποκομμένοι και από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον. Μόνο που εδώ δεν ευδοκιμεί η ποίηση.



Στο εκτενές (και ελάχιστα σχηματοποιημένο) ποίημα «Η κηδεία της ποίησης» ο Κιοστεράκης θα εγκιβωτίσει στα δικά του κάποιους ομότεχνους, όπως τον Αμερικανο-βιετναμέζο Ocean Vuong, τον Γιάννη Στίγκα, Δημήτρη Αγγελή, Νόα Τίνσελ. Σ’ αυτό το ποίημα ο ποιητής και η τέχνη του, σε μια παρέα απομονωμένη από τη φασαρία των πολλών, κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά. «[…] Ποίημα που γράφω στο αγαπημένο μου μπαρ για να μην/ πάρω κρατικό βραβείο// το μόνο που ξέρω να κάνω είναι/ αυτό το ποίημα/ και επειδή/ ξέρω το κάνω/ απλώνω ένα χέρι/ θα το πιάσουν εκείνοι που δεν πήραν κρατικό βραβείο/ αυτοί που πήραν/ δεν θα τους αρέσει αυτό το ποίημα/ γιατί ακόμα δεν έχω πάρει κρατικό βραβείο/ (αλήθεια, είναι αστείο)/ μετά, θα το ξαναδιαβάσουν/ θα το βρουν καλό/ και θα λένε/ πως/ κάνω το μόνο που ξέρω». Ο ποιητής έκλεισε μέσα στο ποίημά του (όλη την ποιητική σύνθεση εννοώ) έναν κόσμο δικό του, διαφορετικό σε μορφή και σε νόημα, και ολοκληρώνει: «έξω από αυτό το ποίημα/ συνεχίζουν οι άνθρωποι/ να σκοτώνουν ανθρώπους». Ένα ποίημα, ένας δομημένος (αν και σε ιδιότυπη αποδόμηση) κόσμος. Όλα τα άλλα συμβαίνουν έξω από το ποίημα.

 

Και, για να επανέλθω στα σχετικά με τη μορφή, καθώς, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι αυτή που καθορίζει το περιεχόμενο και τον τρόπο της εισχώρησης σε αυτό. Μια αποδόμηση της ποιητικής μορφής, αποδίδει γλαφυρά την αποδόμηση του υπαρκτού κόσμου. Αυτό, κυρίως «σχεδιάζει» γράφοντας ο ποιητής, σχηματοποιώντας τον ποιητικό λόγο, κατακρημνίζοντας σε κατακόρυφη πτώση τις λέξεις του, ή αλλού τοποθετώντας τις λέξεις σε ανιούσες κλίμακες, αντιστρέφοντας τη λογική (όχι πάντα και φυσική, όμως) σειρά τους, μόνον ελπίζοντας σε κάτι που θα είχε τη δύναμη να δομήσει εκ νέου έναν άλλο κόσμο, καλύτερο. Το γράφει, άλλωστε: «Έχει πολύ μεγάλη σημασία η θέση στα πράγματα […] έχει τεράστια σημασία και το τι βλέπουμε». Ο Κιοστεράκης εδώ έχει πιάσει όλο το νόημα της ύπαρξης και, κυρίως, τη συνειδητοποίηση της ύπαρξής της. Η στάση μας απέναντι σε ό,τι μας γεννά, μας διαμορφώνει, μας προσδιορίζει, η στάση μας έξω από όσα μας χτίζουν ασφυκτικά μέσα σε τοίχους, η απόπειρα να διαφοροποιηθούμε ή να καταξιώσουμε ο καθένας τη διαφορετικότητά του, να βρούμε τη θέση μας.

Καταλήγω, έτσι, σε μια νέα θέση για το πώς «ανοίγει» η ποίηση για να εισχωρήσουμε, ελπίζω όχι απόλυτη κι αυτή, γιατί πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε ανατροπές παντός είδους: η ποίηση (η καλή του είδους) διαβάζεται, ακούγεται, βλέπεται, με όποιον τρόπο πρόσφορο βρει τόσο ο ποιητής όσο και ο αναγνώστης. Αρκεί να ορίσουμε το βάθος, καθώς γράφει ο ποιητής: «-και πώς θα ορίσουμε το ύψος;/ -το βάθος να ορίσετε/ εδώ κάνουμε καταδύσεις».

 

Διώνη Δημητριάδου