Με ανοιχτά βιβλία
Ετικέτες
- "Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής"
- Βιβλιοπροτάσεις
- Βραβεία Ζαν Μωρεάς για την Ποίηση
- Ειδήσεις
- Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας
- Νέες κυκλοφορίες
- Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες
- Περιοδικό Καρυοθραύστις
- Περιοδικό Οδός Πανός
- Προδημοσιεύσεις
- Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο
- Το βιβλίο της εβδομάδας
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026
"Εδώ θα μείνουμε - 44 κείμενα για την Παλαιστίνη
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026
ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ
ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ*
Αν και οι καιροί των προβληματισμών και της ευθύνης
αποτιμώνται με τη συνέπεια λόγων και έργων,
με δόκιμη συναίνεση και κριτική αποδοχή,
ανέστιοι μέντορες,αμνήμονες ταγοί κι επίδοξοι προφήτες,
της πλάνης πρεσβευτές και της χειραγώγησης λειτουργοί,
τον καλούσαν μπροστάρη σε κάθε τους επιλογή,
του τόνιζαν την υπακοή ως συνείδηση και αρετή,
του εικόνιζαν ως χρέος και δικαίωμα την προσαρμογή
και τον αποκαλούσαν ισότιμο,δημιουργικό συνομιλητή.
Ο δάνειος λόγος τους σύμφυρμα και η εμμονή πρωτείο,
δικαιοσύνη η προβολή και η προσφορά αξιοσύνης μέτρο,
φάσμα ιδεών η επίκληση και δόγματα η πίστη
με σύνδρομα ορθολογισμού κι αυθεντικές μονοφωνίες
για να 'ναι η αντίληψη κοινή της ιστορίας και της ανάγκης
γι' αυτό και δεν δικαίωναν στο φόβο την καταφυγή του,
στο όνειρο την παρόρμηση και το δειλό αναρώτημά του,
υποκριτικά του διέκριναν υπεύθυνες ομόγνωμες συμφωνίες
κι αυθαίρετα τον ενέτασσαν ομόλογο συνομιλητή.
Με πρόκριμα το στοχασμό και στέγασμα την αλήθεια,
η προτροπή ήταν κλήτευση και η ένταξη ασυλία,
ευπείθεια στ' ανερμάτιστο κι ασύμβατη μικροθυμία,
της μνήμης απαξίωση κι απ' τα όνειρα αποστασία,
γι' αυτό και αντιλόγησε με θέσμιες κι ευσύνοπτες απόψεις,
αντέτεινε το σχετικό στους αφορισμούς και τις γενικεύσεις
δόμησε την προαγωγή στην αντίθεση και τη διαφωνία
κι αφού οι καιροί τον στράτευαν στην προσωπική ευθύνη,
προσφέρθηκε, ένας από τους πολλούς, ανένταχτος συνομιλητής.
Γιώργος Αλεξανδρής
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026
12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου – Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026
12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών

Αγάθη Γεωργιάδου Λογοτεχνικές διαδρομές Μελέτες για τη Θεωρία, την Ερμηνεία και τη Διδακτική της λογοτεχνίας Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Αγάθη Γεωργιάδου
Λογοτεχνικές διαδρομές
Μελέτες για τη Θεωρία, την Ερμηνεία και τη
Διδακτική της λογοτεχνίας
Εκδόσεις Μεταίχμιο
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Θεωρία, Ερμηνεία και Διδακτική της
λογοτεχνίας
Σαφέστατος
ο υπότιτλος του πρόσφατου τόμου (Λογοτεχνικές διαδρομές) με μελετήματα
της Αγάθης Γεωργιάδου, παρουσιάζει τις τρεις σημαντικές λογοτεχνικές
παραμέτρους. Αρχικά η Θεωρία της λογοτεχνίας, η βάση επάνω στην οποία
στηρίζονται οι επιστημονικές προσεγγίσεις των λογοτεχνικών έργων, το απαραίτητο
εφόδιο για όποιον επιχειρεί να μιλήσει για τα τεκταινόμενα στο λογοτεχνικό
πεδίο. Κατόπιν η Ερμηνεία, η ερμηνευτική διαδικασία, με άλλα λόγια η εφαρμογή της
θεωρητικής σκευής στα μελετώμενα λογοτεχνικά έργα, η κατάθεση της θέσης/άποψης της
κριτικής εισχώρησης στο πνεύμα των έργων, με συνεκτίμηση της εποχής, των
συνθηκών (προσωπικών και συλλογικών) που διαμορφώνουν κάθε φορά το αναγκαίο
κλίμα, προκειμένου να ευδοκιμήσει μια γραφή. Τέλος, μια σημαντική παράμετρος, που
δεν θα μπορούσε να λείπει από την οπτική της Γεωργιάδου, καθώς έχει αφιερώσει
πλείστα όσα χρόνια στον τρόπο που η λογοτεχνία ως θεωρούμενη έννοια αλλά και τα
λογοτεχνικά έργα, και δη τα ποιητικά, μπορούν να αγγίξουν τη Διδακτική, και
αυτή ως θεωρία αλλά και ως πράξη, μέσα στις σχολικές αίθουσες.
Τα 51 κείμενα που
συμπεριλαμβάνονται στον τόμο προέρχονται από ομιλίες/εισηγήσεις σε συνέδρια ή έχουν
την πρώτη τους δημοσίευση σε έντυπα και ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά.
Εκτεινόμενα από το 2005 έως το 2025, συνιστούν τη φυσική συνέχεια του πρώτου
τόμου με τις Λογοτεχνικές διαδρομές (Ελληνικά γράμματα, 2005), που είχε
ως θεματική την αρχαία και τη σύγχρονη λογοτεχνία, συναντώμενες στο πνεύμα της
παράδοσης. Ο ανά χείρας τόμος αφορά αποκλειστικά τη νεοελληνική λογοτεχνική
γραφή και εξετάζει τις διαφορετικές φωνές, τα θεματικά μοτίβα και τους τρόπους
που οι σύγχρονοι λογοτέχνες εκφράζονται, ακολουθώντας τη χρονική σειρά από τους
παλαιότερους έως τους διακριτούς στο σημερινό τοπίο.
Ως αρχικό κείμενο επιλέγει η
Γεωργιάδου το θεωρητικό περί της γλώσσας της ποίησης αλλά και της ποίησης της
γλώσσας. Σημαντικό, καθώς δίνει το αναγκαίο «στίγμα», τον τρόπο που
προσεγγίζεται η ποίηση, διατηρώντας τον ρυθμό της, τη ροή της γλώσσας με πιο
σύγχρονους τρόπους από αυτόν της παραδοσιακής ομοιοκαταληξίας, τις συνηχήσεις,
την εναλλαγή των μέτρων, το προσωπικό ύφος του κάθε ποιητή.
Η Γεωργιάδου προβαίνει σε δημιουργικές συγκρίσεις ανάμεσα σε γραφές (με τη θεωρητική υποστήριξη της «διαλογικότητας» του Μιχαήλ Μπαχτίν και της «διακειμενικότητας» του Ρολάν Μπαρτ), όπως, για παράδειγμα, τα ίχνη της σολωμικής ποίησης στην ποίηση των ποιητών της γενιάς του ’70 ή τα συγγενικά στοιχεία ανάμεσα στην ποίηση του Κώστα Μόντη και του Νικηφόρου Βρεττάκου ή τον κοινό τόπο στον οποίο συναντώνται το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Εμβατήριο του ωκεανού» και η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι
θεματικές της προσεγγίσεις στο σύνολο του έργου ενός λογοτέχνη, γεγονός που
αναδεικνύει τη σφαιρική γνώση γύρω από τα πρόσωπα, την εποχή, τους τρόπους
έκφρασης. Για παράδειγμα εξετάζει τον Μίλτο Σαχτούρη μέσα από τη συχνή επιλογή
του ρήματος «καρφώνω», τον Κώστα Θ. Ριζάκη μέσα από τα αρχαιόθεμα μοτίβα της
πρώτης φάσης του έργου του, τον Μάρκο Μέσκο μέσα από το μοτίβο του θανάτου, τον
Γιώργο Βέη ως προς την εναλλαγή φθοράς και ανανέωσης, στην ουσία μια «διαχείριση»
των χρονικών διαστημάτων ή καλύτερα του χρόνου ως οιονεί «άχρονου».
Αποδεικνύοντας η Γεωργιάδου, σε
αντίστροφη πορεία τώρα, πώς εκ του μέρους αναφαίνεται ικανοποιητικά το όλον, προσεγγίζει
διεισδυτικά έναν ποιητή μέσω ενός ποιήματός του. Για παράδειγμα, τον «πολιτικό»
Γιώργο Σεφέρη (συγκεκριμένα την τοποθέτησή του απέναντι στην τότε αγγλική
πολιτική) μέσα από το ποίημά του «Στα περίχωρα της Κερύνειας», αναδεικνύοντας τον
πολιτικό πυρήνα του ποιήματος, άρα και της σκέψης του ποιητή, με άμεσο τρόπο ή
με έμμεσο (πώς το φως εκδικείται), μέσα από τη θεατρικότητά του με τη χρήση
διαλόγου, την σχεδόν «καβαφική» του ειρωνεία. Ένα ποίημα που, όπως σχολιάζει η
μελετήτρια, καταδικάζει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό με πρωτότυπα ποιητικά μέσα,
αποβαίνοντας στην ουσία προφητικό.
Προσεκτική η δομή των κειμένων του
βιβλίου, με μικρή θεωρητική εισαγωγή, με συμπερασματική και συνοπτική
κατακλείδα, και ενδιάμεσα όλη η ουσία, με ακρίβεια η θεματική του κάθε
μελετήματος. Ενίοτε, χωρίς ιδιαίτερη εισαγωγή, κατευθείαν στο εξεταζόμενο, αν
έτσι το απαιτεί η θεματική.
Στο εξαιρετικό κείμενο «Ο
ερμηνευτικός διάλογος και οι σιωπές του κειμένου», βλέπουμε πώς ένα λογοτεχνικό
κείμενο μπορεί να «διδαχθεί» μέσω δύο σημαντικών αξόνων: αρχικά όχι με τη χρήση
της αυθεντίας ως απόλυτης γνώσης του διδάσκοντος, αλλά με τη χρήση του
δημιουργικού, εξερευνητικού, ως προς το κείμενο, διαλόγου, καθιστώντας έτσι το
έργο «κτήμα» των διδασκομένων, που συνέβαλαν στην κατανόηση, ανταπόκριση,
ερμηνεία αλλά και την αισθητική (ιδιαίτερης σημασίας αυτή) του υπό εξέταση
έργου. Ο δεύτερος άξονας, συμπληρωματικός του πρώτου, αφορά τις σιωπές του
κειμένου, καθώς ένα ποίημα όσα δηλώνει με τις λέξεις του άλλα τόσα και
περισσότερα δηλώνει ανάμεσά τους, και είναι αυτά που ανακαλύπτει η κάθε μία
ανάγνωση, μακάρι πολλές. Στο θεωρητικό αυτό κείμενο ενσωματώνεται και η
«απόδειξη» μέσα από τη διδακτική ενός ποιήματος του Γιάννη Βαρβέρη.
Σκέφτομαι, ολοκληρώνοντας την
ανάγνωση αυτού του πολύ σημαντικού βιβλίου, ότι η Αγάθη Γεωργιάδου έχει στην
ουσία έναν τρόπο, και για να μιλήσει για τη λογοτεχνία και για να διδάξει τη
λογοτεχνία. Αυτός ο τρόπος συνίσταται στην απομάκρυνση από την αυθεντία, στη
διευκόλυνση της ανάγνωσης ώστε να βρει τον δικό της δρόμο μέσα στους
λαβυρινθώδεις της λογοτεχνικής κριτικής (ας δούμε και τον πίνακα του εξωφύλλου,
έργο του Θανάση Παναγιώτου, με τον εύγλωττο τίτλο Κωπηλατώντας).
Διαβάζουμε στον Πρόλογο του βιβλίου: «Ο κριτικός λόγος, όταν δεν λειτουργεί ως
αποτίμηση αλλά ως συνομιλία, αφήνει τον δημιουργό να αναπνέει μέσα στο κείμενό
του και τον αναγνώστη να βρίσκει τον δικό του δρόμο προς αυτό». (σ. 11). Αυτήν
ακριβώς την αίσθηση έχεις, διαβάζοντας τα μελετήματα της Γεωργιάδου. Παίρνεις
ανάσες, όπως ανασαίνουν στα χέρια της και τα λογοτεχνικά έργα που εξετάζει και,
πίσω από αυτά, ο δημιουργός τους.
Διώνη
Δημητριάδου
Απόσπασμα
Ο
Οδυσσέας Ελύτης είχε πει κάποτε: «Κολακεύομαι να πιστεύω ότι, αν δεν είχα γίνει
ποιητής, θα μπορούσα να είμαι ένας καλός ζωγράφος». Το ίδιο ακριβώς είχε
δηλώσει και ο Μίλτος Σαχτούρης. Η σύμπτωση αυτή δεν είναι τυχαία· μαρτυρεί πόσο
άρρηκτα οι ποιητές μας αντιλαμβάνονται τη συγγένεια της ποίησης με τη ζωγραφική,
μια άποψη που έχει ήδη διατυπωθεί από τον Σιμωνίδη τον Κείο τον 6ο
αι. π. Χ., ο οποίος, κατά τον Πλούταρχο, όρισε τη ζωγραφική ως «ποίηση που
σωπαίνει» και την ποίηση ως «ζωγραφική που μιλάει». («Ο εικαστικός Χαραλαμπίδης»,
σ. 253).
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026
Κίτρινη όχθη 9 θεατρικά έργα Γιώργος Χρονάς εκδόσεις Οδός Πανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
Κίτρινη όχθη
9 θεατρικά έργα
Γιώργος Χρονάς
εκδόσεις Οδός Πανός
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ώχρα στην όχθη του θανάτου • Fractal
Ώχρα στην όχθη του θανάτου
Υπάρχει ένα λεπτό νήμα που
συνδέει μεταξύ τους τα εννέα θεατρικά (κάποτε αυτόνομα) στην ίδια έκδοση. Όλα
γραμμένα στο διάστημα από το 1973 έως το 1981, με ένα από αυτά (γραμμένο το
1974) να αποκτά την τωρινή του μορφή το 2001. Κατ’ εξοχήν ποιητής ο Γιώργος
Χρονάς εμποτίζει με ποιητικότητα κάθε γραπτό του, όποια μορφή κι αν του δίνει.
Έτσι και τα θεατρικά του, ξεφεύγοντας από το άλλοθι του σκηνικού χώρου,
εκβάλλουν σε έναν τόπο όπου το κίτρινο της ώχρας θυμίζει μοναξιά, θλίψη, όλα βαμμένα στο χρώμα
του θανάτου. «Κοιμούνται βαθιά κάτω από το χώμα/ Με κείνα τα λόγια που
ψιθύρισαν όσοι ταξίδεψαν/ Το όνομά τους ανήκει σε μνήματα άλλων σβησμένων
εποχών/ Όπως βαθιά κοιμούνται ασήμαντα μοιάζουνε τ’ απογεύματα/ που δεν βγήκαν
έξω από τις λύπες τους» (Επεισόδιο στο σινεμά Ίλιον).
Οι απλοί άνθρωποι έχουν
πάντα θέση στις γραφές του Χρονά. Σαν να θέλει να τους δώσει ένα «βήμα» για να
μιλήσουν, το ελάχιστο έστω που τους αναλογεί στον αναγνωστικό ή θεατρικό χρόνο.
Ο ίδιος, σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει για το περιοδικό καρυοθραύστις,
το 2019, είχε επισημάνει για την επιλογή του αυτή: «Είναι δυνατά μυαλά. Καθαρά.
Δεν αποβλέπουν στη δόξα, στο χρήμα. Είναι από χώμα. Είναι ο χορός της αρχαίας
τραγωδίας σήμερα δίπλα μας. Για δύναμη καθαρή τους έβαλα στην τέχνη μου». Δεν
θα μπορούσαν να λείπουν από τα θεατρικά του αυτοί οι απλοί και συχνά
ταλαιπωρημένοι, αδικημένοι άνθρωποι, καθώς τους προσφέρεται και το ανάλογο
σκηνικό. Άλλοτε η αυλή ενός εργοστασίου, άλλοτε η σκοτεινή αίθουσα ενός
κινηματογράφου, ή ένα άδειο πλέον σπίτι, ερημωμένο από ζωή, σαν γήινη εξουσία
του θανάτου.
Αλλά και μια θέση στη μνήμη αναζητούν όσοι χάθηκαν και βρίσκουν πρόσφορο το έδαφος στη γραφή του Χρονά, που γνωρίζει τον τρόπο να μιλάει για την απώλεια, την ακριβή απουσία. Έτσι προσεγγίζει, μέσω των μάταιων πια πραγμάτων, τον θάνατο του δεκαεννιάχρονου, με τον αφηγητή/συγγραφέα/ποιητή να δηλώνει αρχικά το τετελεσμένο, την απουσία: «Τότε πέθανε ο Γιάννης/ και τον ακολούθησαν/ μια σειρά από μεγάλα σώματα/ βαθιά σημαδεμένα από τον Άδη. […] Κι έπεσε ταραχή στους δρόμους/ καθώς άρχισαν να διαδίδουν/ πως χάθηκε ο Γιάννης/ Έσβησε σε νοσοκομείο». Η σκηνική παρουσία του τραγικού απαιτεί και τον Χορό, εδώ ανδρών, για να συνοψίσει το κακό, καθώς αναγκαίος ο απόηχος: «Ξένε, διαβάτη, βιαστικέ,/ μη βλέπεις αυτό το άδειο σπίτι/ τα χόρτα στην αυλή/ τη φωνή του σκύλου που δεν έχει/ τα παράθυρα να χάσκουν./ Εδώ κάποτε ήτανε δόξα/ κι ο θάνατος ξένος». Κι απομένει να κλείσει τη σκηνή ο ίδιος ο νεκρός που έχει κάτι να πει σε όλους εμάς που ακούμε: «Ιωάννης είναι τ’ όνομά μου κι εδώ το σπίτι μου/ Να με θυμάστε». (Τα άδεια σπίτια).
Ο Χρονάς, έχει βαθιά
ριζωμένη την αίσθηση του τραγικού, στενά δεμένου με τη χωμάτινη αφή, με την
καθημερινότητα που ξαφνικά τη διασπά το «γεγονός». Σε όλα τα θεατρικά του οι
στίχοι ακολουθούν την αρχαία σε στίχους τραγική γραφή, προσομοιάζουν με
τραγωδίες, μικρές ή μεγάλες. Έτσι χτίζει και τη δομή μιας τραγωδίας στο
θεατρικό του (το εκτενέστερο όλων) Εμείς κορίτσια δεκατριώ δεκατεσσάρω
χρονών, μια τραγωδία σε 1118 στίχους. Ο Χορός, εδώ συμμαθήτριες της φίλης τους που
αυτοκτόνησε, μια φωνή, μια ιδιαίτερη παρουσία (κατά τις επιταγές του αρχαίου
δράματος), δίνει το έναυσμα του θρήνου, με τη Μητέρα, μόνη πραγματικά ζωντανή
να ακούει: «Εμείς είμαστε εδώ/ μια
σειρά από μικρά κορίτσια ξεχασμένα/ Εμείς κορίτσια δεκατριώ δεκατεσσάρω χρόνων/
κλεισμένα σε τούτο το οικόπεδο/ κάτω απ’ τα ψηλά φουγάρα/ δίπλα στα χυτήρια
σωλήνων/ στα στόματα καυστήρων/ που στάζουν σίδερο λιωμένο/ πέφτουμε στο χώμα
και μετράμε/ με μαύρα νύχια/ απ’ τα σκουριά/ τα σημάδια που δεν βρήκαμε/ τη
φίλη μας που χάθηκε/ που δεν βλέπει τον ήλιο». (στ. 44-57). Κι ύστερα ο άλλος Χορός, που θα οδηγήσει το νεκρό
κορίτσι σαν μια νέα Περσεφόνη, στον Κάτω κόσμο. Εκεί που ανήκει, εκεί από όπου
για λίγο, όσο διαρκεί η παράσταση, ξέφυγε για να ενωθούν οι δύο κόσμοι. Το έργο
τελειώνοντας κανοναρχεί τη θέση του θεατρικού δρώμενου στη συνείδηση του θεατή,
σαν μια τετελεσμένη ιεροπραξία που ορίζει τα τελούμενα ανάμεσα στη ζωή και τον
θάνατο: «Γιατί είναι νόμος αυτής της
τραγωδίας κάθε φορά που θα παίζεται να επιστρέφει η κόρη από τον Άδη».
Θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτό το μονόπρακτο ένα ανακάλημα, όπως αυτά της
δημώδους ποίησης που συνιστούν ταυτόχρονα μια ανάμνηση αλλά και μια θρηνητική
ανάκληση του προσώπου που έχει αναχωρήσει από τη ζωή. Σαν ο θρήνος να φτάνει
στον Κάτω Κόσμο και να προκαλεί το ρήγμα ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα – η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε,
θα πει η λαϊκή φωνή γεφυρώνοντας κι αυτή τους δύο κόσμους.
Αυτή είναι και η ξεχωριστή
σημασία που αποκτούν όλα τα θεατρικά του Γιώργου Χρονά. Έχουν μέσα τους ζωή,
μια ζωή που έχει οριστεί να ξυπνάει, κάθε που υποκριτές και χορός δίνουν την
ανάσα τους. Οι απλοί άνθρωποι αποκτούν φωνή, κύρος, οι αδικίες εξαλείφονται, οι
νεκροί επιστρέφουν.
Διώνη Δημητριάδου
(πρώτη δημοσίευση στο Fractal, 16-9-2026)
-
«Η ζητιάνα της οδού Ερμού» διήγημα της Αρσινόης Βήτα μαζί με δύο φωτογραφίες του Lee Jeffries Κάθε πρωί, ...
-
Με ανοιχτά βιβλία "Με ανοιχτά βιβλία" Το blog "Με ανοιχτά βιβλία" απευθύνεται σε σας που αγαπάτε το διάβ...
-
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ δύο ποιήματα από τη συλλογή Μετα-ελεγείες , Εξιτήριον, 2025 ΜΕ ΤΙΣ ΩΡΕΣ Η συντροφιά Ένας βαθμός στο...
-
12ο διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών ΤΕΤΑΡΤΗ 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, 19:30 ΠΡΟΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ: «ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΔΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕ...
-
Λία Σιώμου 9 ποιήματα μαζί με 8 φωτογραφίες του Robert Frank Εν τόπω χλοερώ Λίθο στον λίθο, τούβλο στο τούβλο, σκ...
-
12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου – Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026 Το 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, η μεγάλη λογο...
-
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Μετέωρη, αβέβαιη κι ασπούδαστη και η σημερινή ημέρα, αχαρτογράφητη στο διάβα των...
-
σαν α σαν ο διηγήματα Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου εκδόσεις Εύμαρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 5...
-
Μοναξιά Γρηγόρης Σακαλής Κάθε βράδυ ψάχνει η ψυχή μου λιμάνι. Κάθε βράδυ περπατάω σε βελόνες. Τα απογεύματα πίνω της μοναξιάς μου τον καφέ π...
-
1ο ΔΙΗΜΕΡΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΦΥΛΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΩΝ “Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ” Το Δίκτυο γυναι...










