Χαρίδημος
Κιοστεράκης
ΜΕΤΡΌ
Εκδόσεις
Ενύπνιο
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Χαρίδημος Κιοστεράκης: «Μετρό»
Μου
αρέσει πάντα να λέω πως η ποίηση πρέπει να διαβάζεται (και μάλιστα δυνατά) για
να ακούγεται, να μπορείς να νιώσεις τον ήχο, τις διακυμάνσεις της φωνής ποιητή
και αναγνώστη. Έχοντας στα χέρια μου την ποιητική σύνθεση Μετρό του
Χαρίδημου Κιοστεράκη, όλο και γυρνάει στο μυαλό μου η υποψία μιας αναθεώρησης
της παραπάνω απόλυτης θέσης – τουλάχιστον η επιθυμία μιας διαφοροποίησης.
Ο Κιοστεράκης, ας ξεκινήσω από
αυτό, μοιάζει κατ’ αρχάς να μας «εξαπατά». Είναι, άραγε, ποίηση όλο αυτό;
Λέξεις, φράσεις και προτάσεις που λειτουργούν ως εικόνες, προσφέροντας μια
εκδοχή οπτικής ποίησης, visual
poetry. Ένας
συνδυασμός λόγου και εικόνας, με σημαντική τη συμβολή της γραφιστικής για να
επιτευχθεί το αποτέλεσμα. Η «σχηματοποίηση» του λόγου, άλλωστε, εμπεριέχει ως
όρος τα δύο ζητούμενα, εν προκειμένω: το σχήμα και την ποίηση· να, που η
λεκτική αποτύπωση καθοδηγεί στη νοηματική προσέγγιση. Η δήθεν απάτη
αποδεικνύεται, έτσι, ένας ποιητικός τρόπος, μέσα στην πρωτοτυπία του, καθώς
λίγα τέτοια δείγματα έχουμε ακόμη στον ελληνικό χώρο, αν και η μείξη λόγου και
εικαστικών τεχνών έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, αλλά και στα επαναστατικά
ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, όπως το κίνημα του ντανταϊσμού (Dada). Αρκεί να θυμηθούμε τις οδηγίες,
για παράδειγμα, που έδινε ο Tristan Tzara
για το πώς γράφεται ένα ποίημα- Dada, με τίτλους και αποκόμματα από
εφημερίδες σε τυχαία σειρά.
Θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε
νέες προτάσεις, κυρίως σε μια εποχή που οι δόκιμες μορφές βρίθουν από βαρετές
επαναλήψεις, μιμήσεις, αντιγραφές κ.λπ. Αντιμετωπίζοντας
θετικά το όλο εγχείρημα, εισχωρώ στο σχηματοποιημένο, οπτικοποιημένο σύμπαν
αυτής της ποίησης.
Ο «Ουρανός» αρχικά πάνω από την
πόλη-ποίημα. Οι βόμβες που πέφτουν, πώς θα μπορούσαν αλλιώς να δώσουν την
αίσθηση της καταστροφικής τους πτώσης, παρά ιδανικά να παριστάνονται σαν να
πέφτουν, πάνω στους ανθρώπους που τρέχουν να σωθούν, με τη μορφή γραμμάτων από
το βομβαρδιστικό σε κατακόρυφή ποιητική δομή. Ξεκινώντας το δικό του «Μετρό» ο
Κιοστεράκης σταματάει σε «στάσεις» για να σκεφτεί, να δει, να ερμηνεύσει, να
θυμηθεί, να καταγγείλει, να αντισταθεί· ναι, η ποίηση είναι μια μορφή
αντίστασης. Ακόμα κι αν αντιστέκεσαι απέναντι σε στερεότυπες αντιλήψεις του
επιτρεπτού και μη επιτρεπτού, πολύ περισσότερο αν έχεις ήδη επιλέξει τη δική
σου στάση, με όλο το κόστος της επιλογής σου. Ο έρωτας, οι σχέσεις, σε όποια
εκδοχή τους, εδώ χωρούν σ’ αυτή την ποίηση.
Η πτώση, ως ακέραιη έννοια που
αποδίδει τον υπό κατάρρευση πολιτισμό μας, αλλά και ως συν-πτώση (σύμπτωση), αν
κάποιοι θελήσουν να ενώσουν την ατομική τους περί-πτωση (ξανά η πτώση) με των
άλλων διαφορετικών, να κοιτάξουν από ψηλά, να σκύψουν επικίνδυνα και μοιραία στο
μπαλκόνι τους και να δείξουν έτσι την αντίστασή τους στη σαθρότητα, και την
υποκρισία. «[…] Σίγουρα πάντως δεν μπορείς/ να κακολογήσεις ένα παιδάκι/ που
του τελείωσε το ενδιαφέρον/ για το μπαλόνι του» («Αγόρι»).
Ένας δεύτερος «Ουρανός» θα σχηματιστεί, πιο δυτικά αυτός, με ανθρώπους που δεν φοβούνται τις βόμβες (εδώ δεν πέφτουν), ζουν ήρεμα αποκομμένοι και από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον. Μόνο που εδώ δεν ευδοκιμεί η ποίηση.
Στο εκτενές (και ελάχιστα
σχηματοποιημένο) ποίημα «Η κηδεία της ποίησης» ο Κιοστεράκης θα εγκιβωτίσει στα
δικά του κάποιους ομότεχνους, όπως τον Αμερικανο-βιετναμέζο Ocean Vuong, τον Γιάννη Στίγκα, Δημήτρη
Αγγελή, Νόα Τίνσελ. Σ’ αυτό το ποίημα ο ποιητής και η τέχνη του, σε μια παρέα
απομονωμένη από τη φασαρία των πολλών, κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά. «[…]
Ποίημα που γράφω στο αγαπημένο μου μπαρ για να μην/ πάρω κρατικό βραβείο// το
μόνο που ξέρω να κάνω είναι/ αυτό το ποίημα/ και επειδή/ ξέρω το κάνω/ απλώνω
ένα χέρι/ θα το πιάσουν εκείνοι που δεν πήραν κρατικό βραβείο/ αυτοί που πήραν/
δεν θα τους αρέσει αυτό το ποίημα/ γιατί ακόμα δεν έχω πάρει κρατικό βραβείο/
(αλήθεια, είναι αστείο)/ μετά, θα το ξαναδιαβάσουν/ θα το βρουν καλό/ και θα
λένε/ πως/ κάνω το μόνο που ξέρω». Ο ποιητής έκλεισε μέσα στο ποίημά του (όλη
την ποιητική σύνθεση εννοώ) έναν κόσμο δικό του, διαφορετικό σε μορφή και σε
νόημα, και ολοκληρώνει: «έξω από αυτό το ποίημα/ συνεχίζουν οι άνθρωποι/ να
σκοτώνουν ανθρώπους». Ένα ποίημα, ένας δομημένος (αν και σε ιδιότυπη αποδόμηση)
κόσμος. Όλα τα άλλα συμβαίνουν έξω από το ποίημα.
Και,
για να επανέλθω στα σχετικά με τη μορφή, καθώς, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι
αυτή που καθορίζει το περιεχόμενο και τον τρόπο της εισχώρησης σε αυτό. Μια
αποδόμηση της ποιητικής μορφής, αποδίδει γλαφυρά την αποδόμηση του υπαρκτού
κόσμου. Αυτό, κυρίως «σχεδιάζει» γράφοντας ο ποιητής, σχηματοποιώντας τον
ποιητικό λόγο, κατακρημνίζοντας σε κατακόρυφη πτώση τις λέξεις του, ή αλλού τοποθετώντας
τις λέξεις σε ανιούσες κλίμακες, αντιστρέφοντας τη λογική (όχι πάντα και
φυσική, όμως) σειρά τους, μόνον ελπίζοντας σε κάτι που θα είχε τη δύναμη να
δομήσει εκ νέου έναν άλλο κόσμο, καλύτερο. Το γράφει, άλλωστε: «Έχει πολύ
μεγάλη σημασία η θέση στα πράγματα […] έχει τεράστια σημασία και το τι
βλέπουμε». Ο Κιοστεράκης εδώ έχει πιάσει όλο το νόημα της ύπαρξης και, κυρίως, τη
συνειδητοποίηση της ύπαρξής της. Η στάση μας απέναντι σε ό,τι μας γεννά, μας
διαμορφώνει, μας προσδιορίζει, η στάση μας έξω από όσα μας χτίζουν ασφυκτικά
μέσα σε τοίχους, η απόπειρα να διαφοροποιηθούμε ή να καταξιώσουμε ο καθένας τη
διαφορετικότητά του, να βρούμε τη θέση μας.
Καταλήγω, έτσι, σε μια νέα θέση για
το πώς «ανοίγει» η ποίηση για να εισχωρήσουμε, ελπίζω όχι απόλυτη κι αυτή,
γιατί πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε ανατροπές παντός είδους: η ποίηση (η καλή
του είδους) διαβάζεται, ακούγεται, βλέπεται, με όποιον τρόπο πρόσφορο βρει τόσο
ο ποιητής όσο και ο αναγνώστης. Αρκεί να ορίσουμε το βάθος, καθώς γράφει ο
ποιητής: «-και πώς θα ορίσουμε το ύψος;/ -το βάθος να ορίσετε/ εδώ κάνουμε
καταδύσεις».
Διώνη Δημητριάδου











