Με ανοιχτά βιβλία
Ετικέτες
- "Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής"
- Βιβλιοπροτάσεις
- Βραβεία Ζαν Μωρεάς για την Ποίηση
- Ειδήσεις
- Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας
- Νέες κυκλοφορίες
- Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες
- Περιοδικό Καρυοθραύστις
- Περιοδικό Οδός Πανός
- Προδημοσιεύσεις
- Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο
- Το βιβλίο της εβδομάδας
Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
Πάνος Καρνέζης Το πάρτι των γενεθλίων Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Πάνος
Καρνέζης
Το
πάρτι των γενεθλίων
Εκδόσεις
Ελληνικά Γράμματα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Πάνος Καρνέζης: «Το πάρτι γενεθλίων»
Με
μια ιστορία δυνατής αφήγησης, στοιχείο που ο Πάνος Καρνέζης κατέχει καλά, σκιαγραφεί το πρόσωπο ενός ανθρώπου που με τη
δύναμη του πλούτου, αλλά και με τον ισχυρό του χαρακτήρα, κατορθώνει να
επιβάλλει διαρκώς τη θέληση του τόσο σε συνεργάτες (στην ουσία υφισταμένους
του) όσο και στο οικογενειακό του περιβάλλον. Ειδικά αυτό το τελευταίο, με την
εναλλαγή των συζύγων και τις δύσκολες σχέσεις με τα παιδιά του, αποδεικνύεται
πολύ πιο απαιτητικό πεδίο. Η τύχη συχνά δεν είναι με το μέρος του, ανατρέποντας
τα φιλόδοξα σχέδια που μηχανεύεται, προκειμένου να καθορίσει τη ζωή των άλλων.
Η πλοκή του μυθιστορήματος έχει ως κεντρικό θέμα ένα πάρτι που ο Μάρκος
Τιμολέων διοργανώνει για τα εικοστά πέμπτα γενέθλια της κόρης του Σοφίας, με
εκλεκτούς καλεσμένους στο ιδιόκτητο νησί του. Το κρυφό του σχέδιο, όμως,
στοχεύει ένα προσωπικό μυστικό της κόρης του, που αν πετύχει θα ανατρέψει τη
ζωή της, ακυρώνοντας την πεποίθησή της πως με όπλο τη θέλησή της μπορεί να βάλει
αντέρεισμα στις παρεμβάσεις του πατέρα της. Γύρω από αυτή την κεντρική
θεματική, και με πλήθος παρεκβάσεων, ο Καρνέζης θα χτίσει σιγά σιγά, με
στοιχεία από την προσωπική αλλά και την επιχειρηματική του ζωή, το πορτρέτο του
παντοδύναμου άνδρα, που ξεκινώντας από πολύ χαμηλά κατόρθωσε να γίνει
μεγιστάνας του πλούτου.
Όσο κι αν σε μερικά σημεία φαίνεται να κουράζει αυτός ο αποσπασματικός λόγος, που διακόπτει μια πλοκή που θα της αρκούσε ο χώρος μιας νουβέλας, εξυπηρετεί, όπως αποδεικνύεται, την πληρότητα του πορτρέτου του Τιμολέοντα, αλλά και τη δομή ενός μυθιστορήματος που απαιτεί το βάθος χρόνου και το ευρύτερο πλαίσιο γύρω από την κεντρική του ιστορία, γύρω από τον κεντρικό του ήρωα επίσης. Στην ουσία, επομένως, αυτός θα πρέπει να ήταν ο αρχικός σκοπός του Καρνέζη, να δείξει με όσο περισσότερα στοιχεία πώς στα πλαίσια μιας κοινωνίας (και, φυσικά, εποχής) η ισχυρή θέληση, η καταστρατήγηση κανόνων δικαίου και η συνδρομή των κατάλληλων κάθε φορά παραγόντων και συνθηκών, μπορεί να δομήσει μια πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας στέκεται ο ένας πανίσχυρος, αγνοώντας το δίκιο των ασθενέστερων και υποτάσσοντάς τους στη δική του βούληση με εκβιασμούς και ποικίλες εξαρτήσεις.
«Είδε
το όνειρο. Ήταν πάλι παιδί στη Σμύρνη και στεκόταν στην προκυμαία ντυμένος με πιτζάμες, μα το ρεύμα
που την προηγούμενη νύχτα είχε παρασύρει τον νεκρό ναύτη προς το πέλαγος τώρα
τον έφερνε πίσω στο λιμάνι. Όταν έφτασε εκεί, ο νεκρός ζωντάνεψε, σκαρφάλωσε
στην προβλήτα και στάθηκε στην προκυμαία για να στύψει τον σκούφο του, ήρεμος –
ένα κάπως κωμικό θέαμα, σαν να μην είχε πεθάνει, μα να είχε γίνει απλώς μούσκεμα σε μια ξαφνική καταιγίδα. Ο
Μάρκος Τιμολέων κοίταξε τη λευκή στολή του θαλαμηπόλου, λεκιασμένη με τη μεγάλη
κηλίδα αίματος στο στήθος. Κοίταξε τα χέρια του φαντάσματος, που ήταν χλωμά από
την παγωνιά του θανάτου, και ύστερα κοίταξε το πρόσωπό του· ήταν ο Δανιήλ». (σ.
341).
Όσο κι αν τα παραπάνω στοιχεία (κάποια
με άμεσο και κάποια με έμμεσο, πλην εύγλωττο) τρόπο παραπέμπουν σε γνωστές
προσωπικότητες (κυρίως μία) που κάποτε δέσποζαν στον παγκόσμιο χώρο έχοντας
χτίσει μια «αυτοκρατορία» δύναμης και εξουσίας, ας δεχθούμε πως εδώ υπερισχύει
η μυθοπλασία, και πως ο Μάρκος Τιμολέων είναι ο εαυτός του και κανένας άλλος με
ομοειδή χαρακτηριστικά. Με αυτό το δεδομένο, επισημαίνεται η ικανότητα του
αφηγηματικού λόγου, οι λεπτομερείς περιγραφές που μας εντάσσουν απρόσκοπτα στην
ιστορία, οι αληθοφανείς χαρακτήρες, η ατμόσφαιρα χλιδής και οίησης που
επικρατεί σε χώρους αλλά και σε συμπεριφορές αντίστοιχα. Ειδικά το πρόσωπο του
Μάρκου Τιμολέοντα αποδίδεται με όλες τις αντιφάσεις του, τη σκληρότητα και την
υπεροψία να συμβαδίζει με κάποιες στιγμές ευαισθησίας και αίσθησης δικαίου, εν
τέλει να ισορροπούν όλα με την ικανότητά του να λειαίνει, όποτε πρέπει, τις
αιχμηρές γωνίες του χαρακτήρα του.
Μια καλή ιστορία, ωστόσο, πρέπει να
έχει και τις ανατροπές της, και αυτές είναι δύο. Η μία αφορά το παρελθόν, όταν
τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Μάρκου Τιμολέοντα θα καταρρεύσουν μαζί με το
δυστύχημα που θα του στερήσει τον μοναχογιό του, τον Δανιήλ, και διάδοχό του
στις επιχειρήσεις του. Το δεύτερο, πιο κοντά αυτό στο κεντρικό θέμα της πλοκής,
αφορά την κόρη του και τον δικό της αιφνιδιασμό στα σχέδια του πατέρα της.
Αυτό που μένει ως επιμύθιο, μετά
την ανάγνωση, είναι πως η αναμέτρηση των μεγεθών συχνά δεν ακολουθεί την
κατοχυρωμένη στη συνείδηση ανισότητα που δικαιώνει τον ισχυρό σε βάρος του
αδύναμου, αλλά συχνά επιφυλάσσει εκπλήξεις. Ταυτόχρονα, αν για λίγο βγούμε έξω
από την ανάλυση της μυθοπλασίας και δούμε την ιστορία αυτή ως επιλογή γραφής,
μπορούμε να πούμε πως είναι από αυτά τα βιβλία που γίνονται ταινίες (η σχετική
ταινία είναι πλέον γεγονός, σκηνή της οποίας κοσμεί, άλλωστε, και το εξώφυλλο),
και που ίσως εξ αρχής εκεί στόχευε αυτή τη φορά ο Καρνέζης.
Διώνη Δημητριάδου
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026
Ηλίας Φραγκάκης Τώρα Μυθιστόρημα Εκδόσεις Όταν η πρώτη δημοσίευση στο stigmalogou.gr
Ηλίας Φραγκάκης
Τώρα
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Όταν
η πρώτη δημοσίευση στο stigmalogou.gr
Γράφει η Διώνη Δημητριάδου
Μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση ή, αλλιώς,
το διηνεκές Τώρα
Μυθοπλασία,
αυτομυθοπλασία ή ό,τι υπερβαίνει και τα δύο αυτά δόκιμα είδη της λογοτεχνίας;
Αν μια κριτική ανάγνωση ξεκινάει με ερώτημα, τότε πρόκειται για κάτι
τουλάχιστον ενδιαφέρον· στην πορεία κατανοώ πως είναι και άλλα στοιχεία, περισσότερα, που κατατάσσουν το Τώρα του Ηλία Φραγκάκη σε μια
ευάριθμη ομάδα έργων που τολμούν να εισηγηθούν νέους τρόπους ανάπτυξης της
μεγάλης αφήγησης.
Αρχικά η μορφή –γιατί αξίζει να δώσουμε προσοχή σε ό,τι περιβάλλει
το περιεχόμενο– όχι μόνον ως αναγκαία σχηματοποίησή του, αλλά και ως πολυσήμαντη
θύρα εισόδου στον κόσμο της συγκεκριμένης γραφής, ως προωθητικός παράγοντας για
την εννόησή του. Ο λόγος του Φραγκάκη, αν και προσομοιάζει με την αυτόματη (τεχνικά,
όμως, στην πραγματικότητα επεξεργασμένη, ιδίως αν μιλάμε για τους Έλληνες
υπερρεαλιστές) υπερρεαλιστική γραφή, νομίζω πως έχει πίσω της μια βαθιά τομή στον
κόσμο που τον περιβάλλει, με τις πηγές του έσωθεν και έξωθεν, προκειμένου να
καταγράψει όσο περισσότερα μπορεί από τις εκφάνσεις του, καλύπτοντας τόσο τον
προσωπικά βιωμένο χρόνο του, όσο και ό,τι έχει προηγηθεί, σημαντικό αλλά και
τραυματικό. Κι αν επιλέγει ως αφηγητή/ήρωα της ιστορίας του τον Ιούλιο Βερνίκο,
δεν είναι γιατί φοβάται να ονομάσει αυτοβιωματικό (συνειδητά αποφεύγω να πω αυτοβιογραφικό,
εφευρίσκοντας αυτόν τον αδόκιμο όρο) το περιεχόμενο, αλλά γιατί (έτσι κι
αλλιώς) ό,τι γράφουμε, όποιο όνομα κι αν του δώσουμε, έχει μέσα του αναπόφευκτα
τόσο την παρουσία μας όσο και την απουσία μας – γενικός κανόνας (ευτυχώς) της
γραφής.
Στηριγμένος στη λειτουργία των
συνειρμών –αλίμονο αν η γραφή δεν ακουμπήσει στη σκέψη και τη μνήμη που δεν
γνωρίζουν από αυστηρή λογική σειρά– αφηγείται μια ιστορία με πολύ χαλαρούς τους
νοηματικούς της δεσμούς, ωστόσο μέσα της διακλαδώνονται, συμπορεύονται,
αλληλοσυμπληρώνονται οντολογικά, υπαρξιακά ερωτήματα (αναπάντητα ως εκ της
φύσης τού ερωτώντος και του αθέατου ερωτώμενου) με πολιτικές παρεμβάσεις αλλά
και τη βάσανο μιας καθημερινότητας, που διαμορφώνει την τραγικότητα της
θνητότητας. Θα μπορούσα να πω ότι η «αταξία» της ιστορίας του Φραγκάκη
αποτυπώνει σε μικρογραφία την αταξία του σύμπαντος, όπως την προσλαμβάνει η
ατελής ανθρώπινη λογική, αποτελώντας μέρος της, και ως εκ τούτου ανίκανη να
εννοήσει την «εικόνα» εν συνόλω.
Ο Ιούλιος, προσπαθώντας να εντάξει όσα νιώθει σε μια λογική ακολουθία, ευθεία και γραμμική χρονικά, τόσο αντιλαμβάνεται πως η νοούμενη πραγματικότητα πόρρω απέχει ως αλήθεια από την ίδια την έννοια του αληθινού, που διαρκώς διαψεύδεται, με τις αισθήσεις να μην επαρκούν για μια λογική ορθότητα. Οδηγείται, έτσι, σε μια υπέρβαση του αισθητού και νοητού, σε ένα δυισμό ο ίδιος Αυτός και ο άλλος Αυτός, ή αυτός και η σκιά του, παρατηρώντας τον εαυτό του βρισκόμενος έξω από το σώμα του· ζωή και μη-ζωή, για να θυμηθούμε τον Ελύτη και τη σύνοψη όλης της ποίησής του σε μια πρόταση: «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται». Έτσι όπως βρίσκεται αίφνης αιωρούμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο τώρα και το τότε (εν δυνάμει και στο μελλοντικό «θα»), επανεκτιμά και επαναπροσδιορίζει πολιτικές ιδεολογίες ως θεωρίες και ως αναποτελεσματικές εφαρμογές, δημιουργεί έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι μουσικές, οι πολιτικές αμφισβητήσεις, οι παρέες, η μουσική της παρέας, τα στέκια, η Κυψέλη ως χώρος, γειτονιά, αλλά και ως ένα κουκούλι που μέσα του πάλλεται η ψυχή, ενδυναμώνεται από τη μνήμη και εκβάλλει στη γραφή.
Ναι, γιατί εδώ έχουμε και ένα
μυθιστόρημα υπό κατασκευήν, που ενώ ταυτόχρονα είναι γραμμένο και διαβάζεται,
κυκλοφορεί ως βασική ιδέα (πάντα παρούσα αυτή) που επιμένει να διαμορφώνεται,
να αναιρείται, να αναγεννιέται. Ακριβώς όπως η ρέουσα σκέψη που δεν φυλακίζεται
στο χαρτί και δεν αποκτά υλική υπόσταση παρά μόνον αν αποδεχθεί τη ρευστότητά
της. Με τον τρόπο αυτόν ο Φραγκάκης καταγράφει έναν πειραματισμό της γραφής,
υπενθυμίζοντας εμμέσως πως αυτή ποτέ δεν τελειούται, είναι πάντοτε ανοιχτή σε
διαμόρφωση συγγραφική, ή και αναγνωστική, γιατί με την αριστοτελική σημασία της
έννοιας του «τέλους», δεν έχει (οφείλει να μην έχει) αρχικό σκοπό, ο οποίος εδώ
διαφοροποιείται από την αρχική ιδέα (αυτή υπαρκτή, όπως ειπώθηκε παραπάνω), η
οποία βρίσκεται υπό διαρκή διαμόρφωση, προσθέτοντας και αφαιρώντας στοιχεία.
Κάτω από το πρίσμα του
πειραματισμού, αν δεχθούμε την παραπάνω κριτική θέση, πρόκειται για μια άσκηση
γραφής; Μια απόπειρα να ασκηθεί στα όρια του Μεταμοντερνισμού; Διχασμένοι
συγγραφείς και κριτικοί απέναντι στο ρεύμα αυτό, που ας μην ξεχνάμε πως
ξεκίνησε ως αποκάλυψη της κοινωνικής αταξίας, ως αντίδραση σε ό,τι
παρουσιαζόταν να είναι απαύγασμα της τελειότητας ενώ εμπεριείχε τη σύγχυση του
αδιανόητου, ταυτόχρονα ως ανάγκη
υπέρβασης του Μοντερνισμού, που πλέον είχε εξαντλήσει τα περιθώρια της δικής
του αμφισβήτησης. Αν και πολλές φορές οι εκφραστές του παρερμήνευσαν την αρχική
σκόπιμη αταξία (που αντιμαχόταν τη γύρω αταξία με τα ίδια της τα μέσα), έχει να
δείξει σπουδαίο έργο, σημαντικών δημιουργών που ακόμη εμπνέουν, τόσα χρόνια
μετά τις εμβληματικές δεκαετίες του ’50 και του ’60, τους σύγχρονους. Θεωρώ πως
ο Φραγκάκης έχει μέσα του αυτού του είδους την «αταξία», μια άποψη για τη
γέννηση του έργου, για τις απολήξεις του, για την πολυμορφία του. Ωστόσο, έχει
ταυτόχρονα μια σκηνοθετική ματιά που καταφέρνει να τοποθετεί το κάθε
διαφορετικό στοιχείο στη θέση του, μέσα σε ένα σύμπαν που ευνοεί τη διαφορετικότητα
όσο και τη σύμπλευση σε κοινούς τόπους. Αλλά και να χειρίζεται τις διακυμάνσεις
του χρόνου, ο οποίος «ακάμας» κατά τον Ευριπίδη, διαρκώς ρέει αδιάφορος για τα
δικά μας πάθη και είρων απέναντι στη δική μας αδυναμία να τον συλλάβουμε, εναγωνίως
μετρώντας τον με τις δικές μας διαιρέσεις για να μην τρελαθεί ο εγκέφαλός μας
εντελώς.
Αυτό το στοιχείο είναι που εν τέλει
δίνει την αίσθηση του συνόλου, κάτι που το εννοείς προς το τέλος του βιβλίου,
εκεί που θα φανεί ξεκάθαρα ο συγγραφέας αφηγητής, εναλλασσόμενος με τον ήρωά
του (ένα και το αυτό), να φτιάχνει το ένα σκηνικό, το θεατρικό, στο οποίο ο
καθένας από εμάς καλείται να υποδυθεί τον ρόλο ή τους ρόλους του, από πριν
γραμμένους στα μέτρα του. Τι είναι αυτό που θα ξεχωρίσει τον έναν, τους λίγους,
κατά περίσταση, από το υπάκουο πλήθος, τον θίασο; Πώς θα γίνει και ποιος
θα γίνει πρωταγωνιστής της ζωής του, ανοίγοντας νέους ορίζοντες και για τους
άλλους; Συνειρμικά έρχεται στον νου ο Κάφκα. Ο Ροζέ Γκαρωντύ έγραψε πως ο Κάφκα
οδήγησε τον άνθρωπο μέχρι τα όρια της αλλοτρίωσης και τον άφησε εκεί. Ναι,
ωστόσο, εκεί που τον άφησε ήταν τα όρια, άρα μπορούσε ίσως να τα υπερβεί, ας
θυμηθούμε τη γνωστή παραβολή που εμπεριέχεται στη Δίκη, με τον θυρωρό να
φυλάει την ανοιχτή πόρτα του κτηρίου, από την οποία ο δυστυχής άνθρωπος δεν
μπορεί να περάσει γιατί τη βλέπει κλειστή – θέμα οπτικής, θέμα δύναμης,
θέλησης, ιδιοσυστασίας;
Συνεκτιμώντας τις δύο παραπάνω
θεάσεις της γραφής αυτής, καταλήγω πως, πέρα από μια ίσως άσκηση ύφους και
τεχνικών, το Τώρα αποπνέει μια διάθεση διττή: από τη μια να προσφέρει
ανανέωση στη μυθοπλασία, έξω από κανόνες και δεσμεύσεις ως προς τη δομή κυρίως,
και από την άλλη να συμπυκνώσει τον δικό του κόσμο, να του δώσει μια μορφή που
να αποτυπώνει τις βασικές του πεποιθήσεις, με αποκλίσεις ή συγκλίσεις από και
προς τον κεντρικό πυρήνα. Και οι δύο περιπτώσεις σημαντικές, η μία γιατί έχουμε
ανάγκη μιας νέας «αταξίας», πιστής στην ιδέα πως όλα βρίσκονται διαρκώς εν
κινήσει, η άλλη γιατί χρειαζόμαστε γραφές που να δηλώνουν, πέρα από τη
λογοτεχνική τους αξία, την ιδεολογία του γράφοντος, ως εκδοχή θέασης του
κόσμου· πίσω από τον μυθοπλάστη βρίσκεται πάντα ένα νοήμον ον που γράφει γιατί
σκέφτεται και πρέπει να δηλώνει τη σκέψη του. Ο Φραγκάκης, πάντα σε εγρήγορση
και πάντα συμμέτοχος σε ό,τι θεωρείται συλλογικός αγώνας, δεν θα μπορούσε εδώ
να γράψει διαφορετικά.
Διώνη Δημητριάδου
Απόσπασμα
«[…]
διαφορετικοί, από κόκκινο πηλό και αίμα και αγάπη πάνω απ’ όλα και πάθος,
αληθινοί σαν τις μανάδες μας, αδέκαστοι σαν τους πατεράδες μας, με μιαν αλήθεια
που η ιδρυτική της συνθήκη θα υπογραφτεί στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς, από
όλους και για όλους, και θα με ελευθερώσουν, παρ’ όλο που ξέρω πως δεν υπάρχουν
σωτήρες, ούτε σωτηρία κι ο καθένας πρέπει μόνος του να πορευτεί, αυτοί ένα σπρώξιμο
θα δώσουν και αυτό θα αρκεί, μια πόρτα θα ανοίξουν και ύστερα πάλι θα
προσπεράσουν για να ξαναρθούν αρκεί να μείνω ζωντανός, να μείνω ζωντανός, να
μείνω ζωντανός σκεφτόταν, και σε εγρήγορση και θα ξαναρθούν γιατί τίποτα δεν
τελειώνει, όλα ξεδιπλώνονται διαρκώς στο διηνεκές ΤΩΡΑ». (σσ. 444-445).
Ηλίας Γκρής Περί ποιήσεως Εκδόσεις Τόπος η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Ηλίας Γκρής
Περί ποιήσεως
Εκδόσεις Τόπος
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
«Ο ποιητής είναι ένας καθολικός άνθρωπος». Με τη φράση αυτή του Σοπενχάουερ να λειτουργεί αμφίδρομα, με τον ποιητή να δέχεται όλες τις εκφάνσεις της ανθρωπότητας μέσα του, για να τις επιστρέψει κατόπιν μεταποιημένες σε λόγο που όλα τα εμπεριέχει και όλα εν δυνάμει τα μοιράζεται, «προλογίζεται» η δεύτερη (συμπληρωμένη) έκδοση του έργου Περί ποιήσεως, στο οποίο ο Ηλίας Γκρής διατυπώνει μια δέσμη ιδεών με επίκεντρο την ποίηση. Και, βέβαια, ο κόσμος της ποίησης όσο διατυπώνεις θέσεις, όσο κλωθογυρίζουν μέσα σου ιδέες, τόσο ανοίγει το τοπίο του για να συμπεριλάβει την ίδια την έννοια της ποίησης ως ευρύτερο εμπεριέχον, κατόπιν το ποίημα ως αποτύπωση του εκάστοτε περιεχομένου/μέρους της ποίησης, τον ποιητή ως ανατόμο του ποιητικού σώματος για να προκύψει το ποίημα, ακόμη τον κόσμο του ποιητή, τον κόσμο γύρω από τον ποιητή, τους κρίνοντες τον ποιητή (αυστηρούς κήνσορες από τη μια, αλλά και από την άλλη, ευαίσθητους κριτές που εννοούν σε βάθος τόσο την ποιητική όσο και την κριτική ως αξίες), και, βέβαια, τόσο τον αποδέκτη/αναγνώστη με τον δικό του κόσμο, που ως οιονεί παρείσακτος «ερμηνεύει» κατά το δοκούν το ποίημα, όσο και τους υπόλοιπους αδιάφορους για το όλο ποιητικό εγχείρημα, ή, καλύτερα, δράμα. Σε ένα τόσο δαιδαλώδες τοπίο, που οι διακριτές ποιότητες αληλοσυμπληρώνονται ή αλληλοκαταργούνται, ο Γκρής στοχάζεται, αναστοχάζεται, διατυπώνει, αναλύει, καταγράφει, δημιουργώντας ένα όλον, ένα σύμπαν ποιητικό, μια ρωγμή στο εννοούμενο από πολλούς ως απροσπέλαστο σώμα της ποίησης. Καθώς χειρίζεται όλες αυτές τις έννοιες, στοχεύοντας ακριβώς την καρδιά αυτού του σώματος, τόσο διευρύνεται ο ορίζοντας, τόσο διαβάζοντας νιώθεις να ταυτίζεσαι ή να ανοίγεις έναν γόνιμο διάλογο που, σε κάθε περίπτωση, εμπλουτίζει την ποίηση· το ενδιαφέρον σε μια τέτοια ενασχόληση βρίσκεται συχνά στις διαφορετικές παραμέτρους της πρόσληψης, στον πολυσήμαντο χαρακτήρα του ποιήματος. Δεν θα περιμέναμε, όπως είναι φυσικό, κάτι λιγότερο από έναν ποιητή από τους γνωστότερους της γενιάς του ’70, ο οποίος έχει αφήσει το στίγμα του και στη δοκιμιακή γραφή, πάντα σε σχέση με τη λογοτεχνία και μάλιστα την ποίηση.
Μένω στο πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο
για τον Μεταμοντερνισμό («Ο Μεταμοντερνισμός στην ποίηση»), στο οποίο συνδέεται
η αποδόμηση του Μοντερνισμού με «τον αλλοτριωτικό κομφορμισμό της αμερικανικής
κι εν γένει δυτικής κοινωνίας» (σ. 164). Είναι αλήθεια πως οι ίδιοι οι
εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος, για παράδειγμα ο Φρανκ Ο’ Χάρα από τη Σχολή της
Νέας Υόρκης ή ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, κορυφαίος των μπητ ποιητών, αυτόν ακριβώς τον
κομφορμισμό αντιστρατεύονται, την εικόνα του αστικού κόσμου αποδομούν μέσω της
αποσπασματικότητας, της ατελούς (υπό ερώτηση αυτό) ποιητικής μορφής ή της
διάχυτης διακειμενικότητας που διασπά το συνεχές, ακόμα και με τη μείξη του
ποιητικού με το πεζό ως προς τη μορφή. Ο Γκρης στο κεφάλαιο αυτό, εκφράζει ξεκάθαρα
την αντίρρησή του στο ρεύμα του Μεταμοντερνισμού, που μπορεί να έχει πάμπολλες
παρεκτροπές, ωστόσο διατηρεί μέχρι σήμερα τα ψήγματα των ποιοτικών ποιητικών
φωνών της εποχής του ’50 και του ’60, που αν μη τι άλλο, θέλησαν να ανοίξουν
μια ρωγμή στο συντηρητικό και τετριμμένο, στοχεύοντας, ως απότοκο των χρόνων
που είχαν προηγηθεί, κάθε δογματικό στερεότυπο, του εφαρμοσμένου μαρξισμού συμπεριλαμβανομένου.
Όπως, όμως, κι αν το δει κανείς, θα σύστηνα ανεπιφύλακτα την ανάγνωση της θέσης
του συγγραφέα. Με τον τρόπο που την τεκμηριώνει, οδηγεί σε μια ακόμη πιο
ενδιαφέρουσα προσέγγιση ενός αμφιλεγόμενου και ακόμη ζωντανού ποιητικού
ρεύματος.
Σε συγκεκριμένα κεφάλαια, αλλά και
με διάσπαρτες διατυπώσεις, ο Γκρής προσεγγίζει τη σύνδεση της ποίησης με την
κριτική, καταθέτοντας δύο σημαντικές παραμέτρους για την αξία των κριτικών
κειμένων, την απαραίτητη γνωστική σκευή και το προσωπικό ήθος του κρίνοντος, με
τα δύο αυτά να εκβάλλουν στη διαμόρφωση της αισθητικής του. Φυσικώ τω λόγω, ο
κριτικός δεν παύει να έχει διαμορφωμένο τον δικό του κόσμο, γεγονός που
αποκλείει την απόλυτη αντικειμενικότητά του. Υπόθεση διάθεσης, θα έλεγα, να
ανοίξει μια χαραμάδα στον δικό του κόσμο, προκειμένου να εκτιμήσει ακριβοδίκαια
τον αλλότριο κόσμο, αυτόν του ποιήματος, όχι κατ’ ανάγκη και του ποιητή. Ομοίως
σωστά επισημαίνει την έννοια της δημιουργίας που διατρέχει τόσο τον ποιητή όσο
και τον κριτικό, ακόμα κι αν «η κριτική αναπαράγει το παραχθέν από την ποίηση»,
σ. 70). Αξίζει να επισημανθεί ότι και το κριτικό δοκίμιο, κάτω από ικανές
συνθήκες, συνιστά μια μορφή δημιουργίας, εφόσον σέβεται μεν το ποίημα, αλλά
ερμηνεύοντάς το δημιουργεί μια νέα περί αυτού πραγματικότητα. Άλλωστε, το άπαξ
παραχθέν ποίημα, στην ουσία υπερβαίνει και τον ίδιο τον δημιουργό του, καθώς η
αφορμή του θνητή, με το ίδιο να ζει μέσα από τις πολλές και διαφορετικές
αναγνώσεις του.
Θεωρώ πως μία από τις πιο
σημαντικές επισημάνσεις είναι η αναφορά του στο τραγικό του ποιητικού εγχειρήματος,
δηλαδή στην ενσωμάτωση του δραματικού στοιχείου στο ποίημα, καθώς (γνωστό αυτό)
η επίγνωση της θνητότητας με τα εσαεί αναπάντητα ερωτήματα μπροστά σε ένα
σύμπαν που σιωπά και η συνακόλουθη μοναξιά (εξαιρετική η ποιότητα της μοναξιάς
του δημιουργού, όπως σκιαγραφείται στο οικείο κεφάλαιο) είναι που «ποιούν» τον
λόγο. Και μάλιστα, έναν λόγο που υπερβαίνει τον χώρο του ατομικού πόνου για να
συνδεθεί με το συλλογικό πάθος. Το γεγονός πως ο Γκρής σωστά επιμένει σ’ αυτή
τη διάσταση του ποιητικού λόγου, προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη αξία στο δοκιμιακό
του πόνημα· πρέπει να αποκαλύπτεται η εγγενής σύνδεση του ποιήματος με την
τραγική υπόσταση τόσο του ποιητή όσο και του ποιητικού αποτελέσματος.
«[…] ο ποιητής που ρέπει στο δράμα,
τηρεί από ψυχολογική άποψη μια συμφιλιωτική στάση απέναντι στο τραγικό.
Γνωρίζει ότι το ποιητικό υποκείμενο έχει φύση τραγική. Που αντιστοιχεί άλλωστε σε
κάθε άνθρωπο. Και γι’ αυτό η εκδραμάτιση πρέπει να υπερβαίνει το ατομικό βίωμα
και να το αντικειμενοποιεί. […] Η ποιητική πράξη για τον ποιητή είναι εμπειρία
αυτογνωσίας. Στον βαθμό βέβαια που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται την ποίηση σαν
υπαρξιακή εμπειρία, όπως αντανακλά και τη δική του εσωτερική ύπαρξη». (σσ. 28,
91).
Ο τόμος χωρισμένος σε τέσσερα μέρη:
Αποχρώσεις και αναστοχασμοί, Ο δρόμος προς τα μέσα, Επέκεινα της ποιητικής,
Ιχνογραφήσεις. Στα τρία πρώτα μέρη διατυπώνονται οι θέσεις του για την ποίηση,
ενώ στο τέταρτο, «ιχνογραφεί» (δεν μπορώ να βρω καλύτερη λέξη από αυτή που ο
ίδιος επιλέγει) τους: Σολωμό, Καβάφη, Ρίτσο, Βρεττάκο, Κατσαρό, Σινόπουλο,
Παπαδίτσα, Δάλλα, Κωσταβάρα.
Ο Γκρής, στα δοκίμια αυτού του
τόμου, διατυπώνει με ευθύτητα έναν λόγο που διατηρώντας την υποκειμενικότητά
του, ακριβώς γιατί επιδιώκει να μιλήσει με αυθεντική φωνή, που πάντοτε έχει πίσω
της τη γνώση, την επιλογή και την κρίση, ωθεί (καλύτερα να πω, προκαλεί) σε
διάλογο γύρω από το ποίημα, τον ποιητή και την ποίηση εν συνόλω. Νομίζω πως
αυτό είναι και το σπουδαιότερο, κυρίως σήμερα, σε μια εποχή που σχεδόν όλοι
γράφουν, πολύ λιγότεροι διαβάζουν, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω του έργου
τους οι ποιητές, αρκούμενοι στην προσωπική τους φωνή, αποκομμένη από τις φωνές
των άλλων. Δεν είναι, όμως, αυτή η μοναξιά για την οποία εύστοχα μιλάει, όπως
ειπώθηκε παραπάνω, ο Γκρής. Κάτω από αυτό το πρίσμα, αξιολογείται αυτή η
συγκέντρωση δοκιμίων (προϊόν πολύχρονης μελέτης) ως μια από τις σημαντικότερες
καταθέσεις γύρω από την ποιητική υπόθεση.
Διώνη Δημητριάδου
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026
ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Κυκλοφόρησε το 2ο τεύχος του σατιρικού περιοδικού ΛΕΒΙΝΑ
ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ
8 νέες προτάσεις ανάγνωσης Επιλέγει και σχολιάζει η Διώνη Δημητριάδου η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 8 νέες προτάσεις ανάγνωσης • Fractal
8
νέες προτάσεις ανάγνωσης
Επιλέγει και
σχολιάζει η Διώνη Δημητριάδου
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
8 νέες προτάσεις ανάγνωσης • Fractal
Έμιλυ
Ντίκινσον, Τολμάς να δεις ψυχή σε πυράκτωση λευκή; 100 ποιήματα, μετάφραση:
Δέσποινα Λαλά-Κριστ, Βασιλική Σιαφάκα. Εκδόσεις ΑΩ
Εδώ
θα μείνουμε, 44 κείμενα για την Παλαιστίνη, ανθολόγηση-επιμέλεια: Ηλίας
Φραγκάκης, Εκδόσεις Εύμαρος
Ελένη
Πριοβόλου, Η βίβλος της Ιώβ,
μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη
Γιώργος
Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, νουβέλα, εκδόσεις Μεταίχμιο
Άκης
Παπαντώνης, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη
Franz Werfel, Ο άνθρωπος που νίκησε τον
θάνατο, μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός, νουβέλα, Εκδόσεις Κριτική
Κοραής
Δαμάτης, καλοήθη παράσιτα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βακχικόν
Γιούλη
Χρονοπούλου, Άρωμα φουζέρ, διηγήματα, εκδόσεις Νήσος
Διώνη
Δημητριάδου
-
Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τεύχος 17 (Δεκέμβριος 2019) με αφιέρωμα στη Ηρώ Νικοπούλου ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ...
-
ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Ανάσα από πηλό Γιώργος Δουατζής Επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στίξις Ο Δουατζής με τη συνύπαρξη των αντιθέτω...
-
Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία Μαρία Λιάκου εκδόσεις Κοβάλτιο – σειρά Τάιγκα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ...
-
12 προτάσεις για ανάγνωση από το ιστολόγιο Με ανοιχτά βιβλία Paul Celan Καμπή πνοής ποίηση μετ...
-
Η Κωνσταντίνα Παυλάκου παρουσιάζει τον συγγραφέα Στέλιο Χαλκίτη Στέλιος Χαλκίτης Ο συγγραφέας και τα βιβλία του Υπάρχε...
-
εύθραυστον Γιώργος Σταυρακάκης εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ ΑΝΑ...
-
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ Δώδεκα και ένα ψέματα Εκδόσεις Οδός Πανός Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου Αλλότρια ψέματα για εμάς τους ί...
-
ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Νίκος Σκούφος Η αναχώρηση Εκδόσεις Επίμετρο Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Επίμετρο το συναρπαστικό μυθιστόρ...
-
ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟ τχ. 9 ΤΗΣ ΣΤΑΦΥΛΗΣ εκδόσεις Κουκκίδα Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε ΝΑ ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ Η ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΘΗ ΔΟΚΙΜΙΟ ...
-
Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού Oδός Πανός® εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων έτος 45o, τχ. 211 Με σελίδες για τον Γιάννη Χρήστου ...











