Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ Δώδεκα και ένα ψέματα Εκδόσεις Οδός Πανός Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Δώδεκα και ένα ψέματα

Εκδόσεις Οδός Πανός



Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου

 


Αλλότρια ψέματα για εμάς τους ίδιους

 

Τα ενδιαφέροντα βιβλία, τα σημαντικά, εμπνέουν· είναι φωτιά. Πυροδοτούν μια φλόγα μέσα μου κι αρχίζω να καίγομαι· να καίω λέξεις, τύπους, πνεύματα, τόνους άτονους, άξεστους παρατατικούς και μελλοντικούς μέλλοντες. Κάπως έτσι ένοιωσα διαβάζοντας τα εξαιρετικά αυτά μικρά διαμάντια· τα  «Δώδεκα και ένα ψέματα» του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, σε ένα κομψό και ιδιαίτερα επιμελημένο μικρό βιβλίο των εκδόσεων ‘Οδός Πανός’, με εξώφυλλο και σκίτσα της Σάντρας Χρήστου και πρόλογο της Μαργαρίτας Καραπάνου. Τόσες αλήθειες μέσα σ’ αυτά τα υπέροχα σύντομα κείμενα, τα ιχνογραφημένα με τέτοια λιτή μαεστρία… Μένω ενεή και μόνη. 

 

Χαράζω με το χέρι νοερά στον αέρα, ‘Κύκλους’, άδεια μηδενικά μακριά το έν’ απ’ τ’ άλλο· χαμένες υπάρξεις πια. Διαβάζω ‘Το γράμμα’ του ρημαγμένου ήρωα, αναζητώντας λύτρωση στα δάκρυα που ξέφυγαν απ’ το παράπονο των ματιών. Τελικά είναι μια δοσμένη ‘Συνταγή’ η ζωή, μέσ’ από γεγονότα σε αλληλουχία, ψυχής, σώματος, προσώπων, ζώων, φυτών; Χτυποκάρδια στο σύμπαν που εναλλάσσονται στις στιγμές; Μαζεύω αδέσποτα σ’ αγαπώ και ‘Σπόρους’ να φυτέψω κι εγώ κάποια στιγμή· μιας και στη ‘Ζαβολιά’, ακόμα κι ο Θεός κουράστηκε απ’ τους ανθρώπους και κρύφτηκε· κρύφτηκε εντός μας, να μην τον βλέπουμε. Και ποιος κοιτάζει μέσα του άραγε; Ψάχνουμε αέναα,  φυτεύουμε τις κραυγές, το είναι μας, και σπάνια φυτρώνει αγάπη. Σπέρνουμε λέξεις στα χαρτιά, και σπάνια αναδύεται Ποίημα. Όλα ψέμα; Μα κάπου θα ’ναι κι η αλήθεια. Στο μη άρτιο· στην αμαρτία; Σίγουρα όμως σε κάθε ‘ψέμα’ του Αδαμόπουλου ελλοχεύει και μια αλήθεια.

 

Ω Άνθρωπε, κρυμμένε μέσα σε ‘Χιτώνας Δερματίνους’! Γδύσου, απαλλάξου απ’ τη φήμη, γίνε ο Θεός σου· ο γυμνός κι αληθινός Θεός. Σου είπαν για τη συγχώρεση· πως έτσι μόνο θα σου χαριστεί Παράδεισος. Μην ακούς: Μια καλημέρα, μια αγκαλιά, λίγο ‘Αλάτι’ κι ένα χαμόγελο αγαπητικό μες απ’ την καρδιά, αρκούν... Διάφανα τα λόγια και τα ‘ψέματά’ σου καλέ μου Ποιητή, όσο κι αν ποτέ δεν φανερώνουν κάτι συγκεκριμένο και δεν έχουν καμιάν αναφορά σε τόπο, χρόνο, ονόματα. Σε τίποτα: Κάποιοι κάπου κάποτε· τώρα, τότε. Τίποτ’ άλλο. Τα βλέπω όμως όλα καθαρά. Φτάνω σιγά σιγά στην αλήθεια, που αχνοφαίνεται πέρα· στο βαθύ ‘Ψάρεμα’ που κάνεις μέσα σου. Εκεί· στο ξάγναντο όπου όλα τελικά βγαίνουν στο φως, ακόμα και τα πιο σκοτεινά. Ακόμα κι ένα ‘Φασόλι’ που πονάει όταν φυτρώνει· όπως πονάει ο άνθρωπος όταν γεννιέται. Και οι πολλοί γυρεύουν πάντα κάποιος ‘Μάγος’ να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής τους.

Πώς σωπαίνει εκείνος, απορώντας όταν πεθαίνει έχοντας αψηφήσει ‘Το φίδι’ κι όλοι γύρω του κλαίνε για λογαριασμό δικό τους. Πόσο συντρίβεται ο ‘Πάτερ Παΐσιος’ συνειδητοποιώντας κάποια σκοτεινά και άρρητα, όταν ένας Χριστός γυμνός και γήινος κρέμεται μπρος του γυρεύοντας μιαν ανθρώπινη αγκαλιά να τον ζεστάνει. Και δίχως σταματημό αιώνες τώρα, η ‘Ψυχή’ βασανίζεται και ξεγλιστράει εδώ κι εκεί γυρεύοντας πάντα τη λύτρωση. Περπατώ στα πλακόστρωτα κι αγκαθωτά ‘ψέματα’ του υπέροχου παραμυθά Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, φωνάζοντας κι εγώ ‘Ααα’ προσμένοντας ν’ ακούσω από κάπου ένα ‘Οαα’ κι αχνοφαίνονται μπρος μου αλήθειες σαν άνοιξη στον ορίζοντα· φως ανέσπερο.

 

Πολύ σπάνια τόσο λίγες σελίδες κρύβουν μέσα τους τόσα πολλά και υπαινίσσονται ακόμα περισσότερα, με τόση λεπτότητα και χάρη: Όπως ο ‘Πρόλογος’ για παράδειγμα που σχεδόν καταργεί τον Λόγο, λέγοντας όμως τα πάντα μέσα σ’ ελάχιστες μόνο γραμμές. Κι ακόμα, το ξάφνιασμα κι ο θαυμασμός μεγαλώνουν καθώς συνειδητοποιώ ότι τα ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ δεν είναι τωρινά, μα είναι κιόλας τριάντα πέντε χρόνων κι έχουνε κάνει μια μακρά πορεία, μεταφρασμένα σε τέσσερις γλώσσες. Καλύτερα έτσι: Έρχονται από πολύ μακριά· όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ήδη από τότε η Μαργαρίτα Καραπάνου, που τα μετέφρασε μάλιστα η ίδια στα γαλλικά.

 

Αθήνα 21 Ιουνίου 2026

©Τζένη Κουφοπούλου

tkoufopoulou@yahoo.com

 

 

 

 

 

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 


Σε μια κοινωνία γεμάτη αμφισβήτηση και αρνήσεις,
έτσι όπως την αποδεχτήκαμε στην άγνοια και το ψέμα
και να είναι η συνύπαρξη βόλεμα και προσαρμογή
με την αμετροέπεια  προτέρημα και συνέπεια αποδεκτή,
ευτύχησα ν’ ασπαστώ εικόνες προσώπων σωφροσύνης,
βαθιές ανάσες ν’ αφουγκραστώ και λόγους δικαιοσύνης.

Δίπλα μας, στον συρφετό της πλάνης και του σκότους
όπου η επίδειξη του αυταρχισμού και της συμπαιγνίας
αποτελεί ορόσημο βεβαιοτήτων και δόκιμων ισχυρισμών,
αυθαιρεσίας στέγασμα και καταφύγιο ανδραποδισμών,
διαβιούν συνάνθρωποι  με αισθήματα αγνά και προθέσεις
τον κόσμο να προλάβουμε στο δίκιο και τις αλήθειες.

Στεντόρεια φωνή υψώνουν απ’ τη μικρή τους τη γωνιά,
αδέκαστοι, λαοφιλείς κι ευπρόσδεκτοι σε κάθε γειτονιά,
ονειροπόλοι της ισότητας και λάτρεις της προσφοράς,
αλληλέγγυοι στα καθημερινά κι εθελοντές στις ανάγκες,
τις αντιθέσεις μας και τις διαφορές αφετηρία να δούμε
να ζήσουμε το αύριο με αλληλοσεβασμό κι αγάπη.

Γνώστες της συμπεριφοράς ειδικών και αρμοδίων
που θέλουνε πειθήνιους χειροκροτητές και ακολούθους,
μπροστάρηδες να γαλουχούν ατομισμούς και ομάδες
για να ‘ναι επανάληψη η ζωή, αντιγραφή και συμφέρον,
με λόγους και πράξεις σεβαστές διακονούν τη γνώση
αντίπερα να σταθούμε αυτόνομοι μύστες και συνοδοιπόροι.

Αθροίζουν βεβαιότητες, ενστερνισμούς κι αναρωτήσεις,
διαβλέπουν καιροσκοπισμούς, βεβήλωση και συνωμοσία,
δαχτυλοδείχνουν προκαθήμενους αφορισμών και δογμάτων,
σημάδια να έχουμε αποστροφής σε ύποπτες εντολές και ρήτρες.
Τους ταιριάζει η αναγνώριση, η επίτιμη δόξα και η μνεία
και μια υμνολογία λειτουργών μακαρισμού και συνεισφοράς.

Γιώργος  Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Tish Murtha)                          

Ο άνδρας που ήμουν κάποτε Αν Γουόλς Ντόννελλυ Μετάφραση: Θάλεια Παύλου η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο άνδρας που ήμουν κάποτε

 Αν Γουόλς Ντόννελλυ

Μετάφραση: Θάλεια Παύλου

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ο Ματ και ο Μάθιου • Fractal


 


 




Ο Ματ και ο Μάθιου



«Με φωνάζετε τρελο-Ματ. Τρελόγερο. Λέτε πως δεν έχω πρόσωπο. Θα νομίζετε πως δεν έχω ούτε αυτιά. Νιώθω τα μάτια σας πάνω μου, να κοιτάζουν την κορυφή του κεφαλιού μου, τις ψείρες να παίζουν κουτσό πάνω στο κρανίο μου και να πηδούν στους ώμους μου. Δεν είμαι τόσο τρελός όσο νομίζετε». (σ. 15).

Πώς αντιμετωπίζει ο κοινωνικός περίγυρος έναν άνθρωπο με νοητικό πρόβλημα; Αλλά και πώς ο ίδιος μιλάει για τον εαυτό του, πώς νιώθει, πώς αυτοπροσδιορίζεται; Θέλω να παρακάμψω το πρώτο ερώτημα, καθώς πιστεύω πως πολλαπλώς έχει απαντηθεί και έχει ερευνηθεί ως προς τις συνθήκες που οδηγούν στο περιθώριο άτομα που εύκολα και αβασάνιστα χαρακτηρίζονται ως «μη κανονικά», με κριτήριο πάντα την αποδεκτή κανονικότητα, ικανό ρυθμιστή μιας ανέφελης κοινωνικής ομοιομορφίας. Το πιο ενδιαφέρον έγκειται στον εσωτερικό κόσμο ενός περιθωριοποιημένου ατόμου, αρχικά, στο τι συνιστά γι’ αυτό «χώρο» στον οποίο μπορεί να επιβιώσει, χώρο στον οποίο τον τοποθέτησαν και από τον οποίο βλέπει καθαρά ή παραμορφωτικά ό,τι συνιστά τον κόσμο των άλλων, και κατόπιν, στο ποια είναι η απάντηση που δίνει, όταν το ερώτημα αφορά τον ίδιο, το πρόσωπό του ως υπαρκτή οντότητα με δικαιώματα και ανάγκες.

Η Ντόννελλυ στο πρώτο της μυθιστόρημα (αν και έχει διατρέξει τη συγγραφική της πορεία στην ποίηση, σε πεζογραφήματα και σε θεατρικά έργα) εστιάζει ακριβώς σ’ αυτό. Άλλωστε από την αρχή χρησιμοποιεί το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο, εισχωρώντας στον δικό του κόσμο, ώστε να προσεγγίσουμε τον Ματ, τον ήρωά της, με έναν ευθύ τρόπο, δυνητικά αφτιασίδωτο, χωρίς την παρείσφρηση της συγγραφικής παντογνωσίας. Ακούμε τη φωνή του, τη μνήμη του να επαναφέρει σκηνές και συναισθήματα από την παιδική του ηλικία μέχρι τότε που ακόμη δεν είχε τραυματιστεί με αποτέλεσμα το μη αντιστρεπτό της ασθένειάς του. Σαν να συγκεντρώνει στοιχεία για να δομήσει εκ νέου το «πρόσωπό» του. Ωστόσο, αυτό το «πριν», το «τότε» σκιαγραφεί έναν άνθρωπο διαφορετικό, που ακόμη και η οικογένειά του τον προσέγγιζε με ιδιαίτερη προσοχή ή και με αποστροφή, κυρίως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του, του Όουεν Πωλ· ένα ανεπούλωτο ψυχικό τραύμα πριν από το σωματικό και νοητικό.







Ο αποσπασματικός τρόπος που χειρίζεται η Ντόννελλυ τη μορφή που δίνει στη γραφή της, η γλώσσα που χρησιμοποιεί, ο ασύνδετος τρόπος που συχνά οι σκέψεις φανερώνονται, ανταποκρίνεται πλήρως στη διαταραγμένη νοητική λειτουργία του Ματ. Ο ίδιος, όμως, έχει τη συνείδηση του εαυτού του, όταν ήταν ο Μάθιου και όχι ο τωρινός τρελο-Ματ. Αυτός ο δισυπόστατος χαρακτήρας αποδίδεται από έναν διάλογο ανάμεσα στον Ματ και τον Μάθιου, με παρεμβάσεις εμβόλιμες στην αφήγηση, όταν έρχεται αντιμέτωπη η διαταραχή, εκείνο το «κομμάτι» του που περιτριγυρίζεται από τις θορυβώδεις και απειλητικές κάργιες, με το άλλο κομμάτι του που ασφυκτιά, όμως υπάρχει έχοντας τη βαθιά επίγνωση πως αυτά τα δύο συνιστούν την ενιαία ύπαρξή του.



«Τι θα ήμουν χωρίς τα ρο και τα έψιλον και τα λάμδα; Θα ήμουν ο άνδρας που έκανε δείπνο στη γυναίκα του για τα τριακοστά της γενέθλια και δεν έκαψε την μπριζόλα. Θα ήμουν ο άνδρας που έμαθε στον γιο του πώς να χτυπάει την μπάλα με το μπαστούνι του χέρλινγκ. Θα ήμουν ο άνδρας που βοηθούσε την κόρη του να φτιάξει κολιεδάκια από μαργαρίτες στο λιβάδι. Θα ήμουν ο άνδρας που φιλούσε τη μαμά κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο. Θα ήμουν ο άνδρας που… είχε έναν αδελφό που… »

Αλλά δεν είσαι αυτός ο άνδρας, Ματ.

Και για να λέμε την αλήθεια, ποτέ δεν ήσουν. (σ. 83).



Ίσως, διαβάζοντας την ιστορία του Ματ, να διαφαίνεται μια ποιητικότητα στη γραφή της Ντόννελλυ –άλλωστε μια φορά ποιητής, για πάντα ποιητής– όμως πρόκειται για καθαρά αφηγηματικό λόγο που εκτείνεται σε χώρο και χρόνο, που διαγράφει προσεκτικά το διττό πρόσωπο του ήρωα, που αποδίδει αριστοτεχνικά το πώς ο ίδιος «βλέπει» τον εαυτό του. Η ποίηση θα κατόρθωνε να δώσει ένα μέρος όλων αυτών, η Ντόννελλυ το εννόησε και αφέθηκε στην άλλη μαγεία, αυτή της μυθοπλασίας. Ο ποιητικός της εαυτός αναγνωρίζεται, έχοντας αφήσει ίχνη στη γραφή της, και της προσδίδει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αυτόν που διαφαίνεται από την πρώτη σελίδα, την «προλογική» της μακράς αφήγησης του Ματ:



«Κάθομαι πάνω στην ταφόπλακα που θα σκεπάσει τα κόκαλά μου. Σύντομα θα ανακαλύψετε αυτόν που ήμουν κάποτε, κάτισχνο, ξοφλημένο, με ζαρωμένο δέρμα. […]

Και με το ΤΡΕΛΟΣ τι θα γίνει;

Θα το ξεχάσετε πολύ εύκολα και θα πείτε: “Δεν ήμασταν ποτέ τόσο άκαρδοι!”

Και τον ΜΑΘΙΟΥ που δεν γνωρίσατε ποτέ;

Μετά από μερικές προσευχές, θα πιείτε τις μπίρες σας.

Ξεφυσάτε.

“Ο Θεός ν’ αναπαύσει την ψυχή του”.

Κι εγώ;

Θα καβαλήσω ένα άσπρο άλογο και θα πετάξω στο Νησί της αιώνιας νιότης». (σ. 11).



Σε μετάφραση και σημειώσεις της Θάλειας Παύλου, το απαιτητικό κείμενο της Ντόννελλυ στη σειρά ΚΛΑΣΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ των εκδόσεων Κουκκίδα. Άλλο ένα διαμαντάκι.



Διώνη Δημητριάδου



.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟ τχ. 9 ΤΗΣ ΣΤΑΦΥΛΗΣ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟ τχ. 9 ΤΗΣ ΣΤΑΦΥΛΗΣ

εκδόσεις Κουκκίδα




 

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε ΝΑ

 

ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

 

Η ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΘΗ

 

ΔΟΚΙΜΙΟ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ: Ίχνη δραματικού λυρισμού στην ποίηση του Άγγελου Σικελιανού

ΙΣΙΔΩΡΑ ΜΑΛΑΜΑ: Μάρκος Μέσκος, Άλφα Βήτα, Ένα ερμηνευτικό αλφαβητάρι για το ποιητικό αλφαβητάρι του Μάρκου Μέσκου

ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ: Οι πολλές «φωνές» της Βιρτζίνια Γουλφ: Ανατομία τριών έργων

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ: Λάμψη ανόλεθρη, Ο κοσμικός ύμνος του Δ. Π. Παπαδίτσα

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: Για τα Χρωμοτραύματα του Μίλτου Σαχτούρη

ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΚΑΤΣΙΔΗΜΑ-ΛΑΓΙΟΥ: Χρίστος Λάσκαρης

ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ: Η ποιητική τέχνη της μιας ανάσας στο παράδειγμα του Σπύρου Κατσίμη

 

ΠΟΙΗΣΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ: Ασκήσεις

ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ: Δύο ποιήματα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ: «Αγριομάραθα»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ: «Πλοκής σελιδοδείκτες»

ΕΤΑΜΠΕΛ ΝΙΩΠΑ: Δύο ποιήματα

ΘΑΝΑΣΗΣ Γ. ΜΙΧΟΣ: «Ρεματιές και γιοφύρια»

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: Πόρτες

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ: Τζέικ Μπάυρν, Ένα ποίημα

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ: Νιλς Χάου, Τρία ποιήματα

ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ: Αλμπέρτο Μοράβια, Δύο διηγήματα

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ: «Η χαρά και ο νόμος», Ο ποιητικός νεορεαλισμός του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα

ΑΣΗΜΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΟΥ: Ίνγκριντ Γιόνκερ, Τέσσερα ποιήματα

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ: Σάρα Ντανιέλ Ριβέρα, Τρία ποιήματα

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Φιλοδήμου του Επικούρειου, Επιγράμματα ερωτικά

ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ: Πωλ Ελυάρ, Πέντε ποιήματα

ΣΟΦΙΑ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ: Πωλ Ντάρκαν, Επτά ποιήματα

 

ΠΕΖΟ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ: Δύο διηγήματα

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ: «Συστατική επιστολή»

 

 

ΣΤΟ ΠΑΤΗΤΗΡΙ

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Ο βαθύς πυρήνας μιας κοινωνίας σε κρίση, όπως τον ιστορεί ο Δημήτρης Χριστόπουλος

 

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ: Στο φως του Αιγαίου, Για τον Βαγγέλη Ρήνα

 

 

 

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Κομμένη ταυτότητα Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη εκδόσεις Εύμαρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Κομμένη ταυτότητα

 Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη

 εκδόσεις Εύμαρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το σκοτεινό της ψυχής τοπίο • Fractal


 


Το σκοτεινό της ψυχής τοπίο

 

Σε μια προηγούμενη συλλογή διηγημάτων της (Μηδενική γωνία, Εύμαρος, 2017), η Μαρία Μαραγκουδάκη εστίασε στο σκοτεινό τοπίο του πένθους και της απώλειας, εκεί που η ζωή συναντά την άλλη όψη της, τον θάνατο. Τώρα, στην πρόσφατη συλλογή της, τα έντεκα διηγήματά της τολμούν να εισχωρήσουν σε έναν άλλο σκοτεινό χώρο, αυτόν του εγκλήματος θα λέγαμε, αν θέλαμε μόνο να τονίσουμε όσα εμπίπτουν στα αστυνομικά δελτία. Ωστόσο, η Μαραγκουδάκη δεν γράφει ιστορίες αστυνομικής πλοκής, δεν επιλέγει τους ήρωές της από μια ακραία ομάδα «γεννημένων» δολοφόνων, με τα εισαγωγικά απαραίτητα. Γράφει για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, για αυτούς που θα χαρακτηρίζονταν «κανονικοί», όσο κι αν αυτή η έννοια εμπεριέχει πολλές εκδοχές ασυμμετρίας που κατ’ ανάγκη υποτάσσονται στα κοινωνικά στερεότυπα. Γράφει γι’ αυτούς που η ψυχή τους εναλλάσσει τα δύο χρώματά της, όταν συχνά αρκεί μια στιγμή, μια φευγαλέα εικόνα, μια λέξη ή μια κίνηση για να βγει στην επιφάνεια το πιο σκοτεινό κομμάτι της, να επισκιάσει το άλλο, το ποιο αθώο και λαμπερό – γράφει για όλους μας.

Το βασικό δομικό σχέδιο που καθοδηγεί την πλοκή των διηγημάτων σταθερό: το πλαίσιο αρχικά (ευρύτερο κοινωνικό και στενό προσωπικό), κατόπιν το καθοριστικό γεγονός, κι ύστερα το «ψήλωμα» του νου, για να θυμηθούμε τον Σκιαθίτη της λογοτεχνίας μας. Η αφαίρεση της ζωής παραδόξως διατηρεί ως πράξη την αθωότητά της, κι αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη συγγραφική επιλογή. Αφενός, διατρέχει μεγάλα χρονικά διαστήματα αλλά και μοιράζει τις ιστορίες της τόσο σε επαρχιακό περιβάλλον (που τόσο άκομψα συχνά ταυτίζεται με στυγερά εγκλήματα) όσο και σε αστικό και πιο εκλεπτυσμένο, υπονοώντας πως παντού μπορεί ο νους να ξεφύγει. Αφετέρου, τα πρόσωπα των ιστοριών της δεν «σχεδιάζουν», δεν προετοιμάζουν την αφαίρεση της ζωής (μικρές εξαιρέσεις, όπως στο διήγημα «Το επτά κι εγώ», έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερης σημαντικής), αλλά η πράξη τους συχνά αιφνιδιάζει και τα ίδια.


Δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό η Μαραγκουδάκη μια οιονεί «κανονικότητα», φαινομενικά σε αντίστιξη με ό,τι θεωρείται αποδεκτό, ουσιαστικά όμως ενταγμένη απολύτως μέσα σε ό,τι μπορεί να εκληφθεί ως φυσιολογικό, χτίζει γύρω από τους ήρωές της έναν μανδύα ιδιόμορφης αθωότητας, έτσι που να μην είναι καθόλου εύκολο να τους καταδικάσεις.

Ένα ερώτημα προκύπτει –στα πλαίσια μιας κριτικής αναπάντητο ευλόγως– από τα παραπάνω. Αν αυτή η ακραία (εκ του αποτελέσματος) συνθήκη μπορεί να θεωρηθεί «κοινός τόπος», τι είναι αυτό που συνιστά το σημείο υπέρβασης, ή αντιθέτως, ποιο το ανάχωμα που υψώνεται και το αποτρέπει;   Πού είναι τα όρια του σκοτεινού τοπίου της ψυχής; Σε άσπρο και μαύρο οι φωτογραφίες του Γιώργου Καπετανάκη τεκμηριώνουν το αληθές.

 

Πέρα από την αναπόφευκτη φιλοσοφική θεώρηση της θεματικής του βιβλίου, η γραφή της Μαραγκουδάκη, όπως και στις προηγούμενες πεζογραφικές της καταθέσεις, διακρίνεται από μια γλώσσα που ελίσσεται επιδέξια ανάμεσα στις εναλλασσόμενες καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωές της, αποτυπώνοντας τόσο στην αφήγηση όσο και στην περιγραφή το κλίμα της κάθε ιστορίας. Ρεαλιστικές οι εικόνες της, δεν επιτρέπουν παρά  μόνον μικρές υπερβάσεις του πραγματικού, όχι ικανές να μοιράσουν στα δύο την τεχνοτροπία που ακολουθεί στη γραφή της. Άλλωστε, μια ακραία πράξη αποζητά τη ρεαλιστική της απεικόνιση. Κι εδώ έρχεται το αναπάντεχο οξύμωρο: η επινοημένη μυθοπλασία να χρησιμοποιεί τον ρεαλισμό, προκειμένου να αποτυπώσει κάτι που πραγματικά συμβαίνει αλλά δεν τολμά να βγει στην επιφάνεια, καλυπτόμενο από κοινωνικά στερεότυπα, ηθικολογίες κυρίως θρησκευτικές, ή αλλιώς από μύθους αγαστής κοινωνικότητας. Η αληθινή ζωή έχει τη δύναμη να σε οδηγήσει τόσο στην πιο αγαθή πράξη όσο και στην πιο κατακριτέα· το ζητούμενο είναι να αποδεχθούμε πως τα όρια είναι τόσο δυσδιάκριτα που πραγματικά δεν ερμηνεύονται με τη λογική και μόνο.

 

Διώνη Δημητριάδου


Απόσπασμα

 

Ήταν απόλυτα παραδομένος στον ύπνο όταν γύρισα από την κουζίνα και ήταν ακόμη νύχτα. Και κοιμισμένος ακόμη, η φωνή του καμπάνα αντηχούσε «Είμαι ερωτευμένος με άλλη».

Τέσσερις λέξεις, δέκα συλλαβές, είκοσι δύο γράμματα στροβιλίζονταν δαιμονικά γύρω μου, μέσα μου, παντού, παντού, παντού, κι εγώ στη μέση ενός σίφουνα που με κατάπινε και με ρουφούσε, με κατάπινε και με ρουφούσε, με κατάπινε και με ρουφούσε. Αυτό το στόμα που ξεστόμιζε αυτές τις τέσσερις λέξεις έπρεπε να το βουλώσει. Να σκάσει, να πλαντάξει. Να πλαντάξει επιτέλους. Πήρα το μαξιλάρι. Το έβαλα στο πρόσωπό του. Κάθισα πάνω του. Πίεσα με όση δύναμη μπορούν να δώσουν τέσσερις λέξεις, δέκα συλλαβές, είκοσι δύο γράμματα. Και σ’ εμένα έδιναν πολλή δύναμη.

Απέναντι η Έιμι Γουάινχαους μού έκλεισε με νόημα το μάτι.

 

one night stand ή τέσσερις λέξεις», σ. 74).

 

 

 

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Η Οντολογία του Κενού στη συλλογή «Αδώνιδος κήποι» της Διώνης Δημητριάδου Γράφει ο Κωνσταντίνος Λίχνος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211

 

Για τη συλλογή 

«Αδώνιδος κήποι»

 της Διώνης Δημητριάδου

γράφει ο Κωνσταντίνος Λίχνος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211

 



Η Οντολογία του Κενού 

Στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο, το οποίο συχνά διολισθαίνει σε έναν εύπεπτο, εξομολογητικό ιμπρεσιονισμό, η πρόσφατη σύνθεση της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» (Εκδόσεις ΑΩ, 2025), παρουσιάζεται ως μια κλειστοφοβική οντολογική πραγματεία. Το έργο δεν προσεγγίζει τη βιολογική φθορά ως απλό ελεγειακό μοτίβο, αλλά ως τη μοναδική, αδιαπραγμάτευτη νομοτέλεια εντός της οποίας εγκλωβίζεται η ανθρώπινη συνείδηση. Η ποιήτρια εγκαθιδρύει ένα περίκλειστο σύμπαν, ένα εργαστήριο του αναπόδραστου, όπου η ύπαρξη τελεί υπό τη διαρκή και αμείλικτη πολιορκία του μηδενός.

     Ο εννοιολογικός άξονας του βιβλίου εδράζεται σε μια βαθύτατη πολιτισμική σύνθεση. Η παραδεδομένη αγροτική τελετουργία των εφήμερων φυτεύσεων προς τιμήν της αρχαίας θεότητας της βλάστησης συνυφαίνεται οργανικά με το πένθιμο ορθόδοξο τελετουργικό των Παθών. Εντούτοις, η δημιουργός προβαίνει σε ριζοσπαστική αποδόμηση αυτού του υλικού, απογυμνώνοντας πλήρως το τελετουργικό βίωμα από κάθε εσχατολογική προσδοκία ή λυτρωτική υπόσχεση. Στο ποιητικό της σύστημα, η Ανάσταση δεν υφίσταται ως μεταφυσική προοπτική, παρά ως μια οδυνηρή αυταπάτη. Ο ετήσιος, κυκλικός ρυθμός της φύσης (η βλάστηση και ο μαρασμός) μετατρέπεται στο απόλυτο αρχέτυπο της θνητότητας. Η ζωή λογίζεται αποκλειστικά ως μια φευγαλέα, ατελής προετοιμασία για την οριστική επιστροφή στο ανόργανο.  

     Υπό αυτό το πρίσμα, η ίδια η καλλιτεχνική πράξη αποβάλλει κάθε θεραπευτική ή παραμυθητική ιδιότητα. Ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί ως ίαμα απέναντι στο ψυχικό τραύμα, ούτε προσφέρει παρηγοριά. Αντιθέτως, η γραφή περιγράφεται ως σισύφειο μαρτύριο, μια βασανιστική διαδικασία αναμέτρησης με το κενό. Το υποκείμενο της δημιουργίας αναλαμβάνει το βάρος να διασώσει τα ίχνη όσων καταποντίστηκαν στη λησμονιά και βυθίστηκαν στη σιωπή, γνωρίζοντας εξαρχής την ολοκληρωτική ματαιότητα τούτου του εγχειρήματος. Συνεπώς, η ποίηση δεν είναι βάλσαμο, οι λέξεις δεν λυτρώνουν· απλώς συγκροτούν το ύστατο, τραγικό ανάχωμα απέναντι στην οριστική λήθη.

«Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί // αφήνοντας τα ίχνη τους // λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς // που μάταια ψάχνουν // με τα κλειστά τους μάτια // να λιγοστέψει ο κόσμος – να σωθούν // το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν // μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα // ταιριάζοντας τη φύση τους με δύο μέτρα χώμα // κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς // μα για τους άλλους που έρχονται // να το πιστέψουν έτοιμοι // ανίδεοι στη θέα του κενού.»

Το εν λόγω ποίημα, με τίτλο «Σήμα ταπεινό», διακρίνεται για την αυστηρή πεζολογική του εκφορά, η οποία αποφεύγει συνειδητά τον συναισθηματικό πληθωρισμό. Η απουσία στίξης δεν συνιστά απλώς μια μοντερνιστική σύμβαση, αλλά υπηρετεί τη συνεχή, αδιατάρακτη ροή μιας στοχαστικής συλλογιστικής. Τα επιλεγμένα ρήματα υποδηλώνουν τη ματαίωση και τον εγκλωβισμό, ενώ η σύνταξη βασίζεται σε αλλεπάλληλους προσδιορισμούς που περιορίζουν δραστικά τον χώρο και τον χρόνο, δημιουργώντας μια αίσθηση σταδιακής συμπίεσης. Η ποιήτρια αξιοποιεί έντονες αντιθέσεις. Από τη μία πλευρά τα λαμπρά σημάδια και το άπειρο χάος, κι από την άλλη τα κλειστά μάτια και το απειροελάχιστο σήμα. Το ρυθμικό βάδισμα διατηρείται αργό, βαρύ και πένθιμο, παραπέμποντας στην ίδια την τελετουργία του ενταφιασμού. Η αποφυγή λυρικών εξάρσεων προσδίδει στον λόγο μια κατηγορηματική ψυχρότητα που εντείνει τη δραματικότητα.

     Νοηματικά, το ποίημα εκκινεί με μια τελεσίδικη, εμβληματική δήλωση πως το υπερβατικό έχει οριστικά εκλείψει. Η μεταφυσική διάσταση έχει καταρρεύσει ιστορικά, αφήνοντας πίσω της μόνον απατηλά πολιτισμικά υπολείμματα. Οι άνθρωποι, ανίκανοι να διαχειριστούν τον ίλιγγο του συμπαντικού κενού, επιλέγουν την εθελούσια τύφλωση. Η επιθυμία τους να λιγοστέψει ο κόσμος μαρτυρά την υπαρξιακή αγωνία ενώπιον του αχανούς, καθώς το υποκείμενο προτιμά τον περιορισμό προκειμένου να νιώσει ασφαλές. Η κορύφωση του δράματος εντοπίζεται στη στιγμή του ενταφιασμού, όπου τα «δυο μέτρα χώμα» καταλήγουν να αποτελούν την απόλυτη εναρμόνιση του ανθρώπου με τον φυσικό κανόνα. Ο τάφος δεν λογίζεται ως πύλη μετάβασης, αλλά ως η ύστατη υλική υπογραφή της ανυπαρξίας.

     Στο θεματικό αυτό πλαίσιο, η ποιήτρια στρέφεται καταληκτικά στη διαγενεακή μεταβίβαση της αυταπάτης. Ο αγώνας να διατηρηθεί ένα μνημειακό ίχνος δεν αφορά τη σωτηρία του θνήσκοντος, αλλά τη συντήρηση μιας προστατευτικής παραίσθησης για τους επιγόνους, οι οποίοι εισέρχονται στο ιστορικό προσκήνιο ανίδεοι και απροετοίμαστοι να αντικρίσουν το οντολογικό χάος. Μέσω αυτού του πρίσματος, το ποίημα καθίσταται μια αδυσώπητη ανατομία της ανθρώπινης κουλτούρας, αναδεικνύοντας πώς ολόκληρο το οικοδόμημα του πολιτισμού εγείρεται πάνω στην απεγνωσμένη ανάγκη συγκάλυψης της απόλυτης και αναπόφευκτης εκμηδένισης.

     Οι «Αδώνιδος κήποι» της Διώνης Δημητριάδου δεν αποτελούν μια απλή ποιητική συλλογή, αλλά μια ανατομία της ανθρώπινης περατότητας. Η γραφή εδώ δεν λειτουργεί ως διαφυγή ή απόδραση, αλλά ως απόπειρα να αναδειχθεί η δημιουργία ως η μοναδική πράξη ελευθερίας μέσα σε ένα σύμπαν αχανές και νομοτελειακά φθαρτό. Παρά την απουσία εσχατολογικής προοπτικής, η Δημητριάδου κατορθώνει να μετατρέψει την απόγνωση σε αισθητική μαρτυρία, αναπέμποντας ταπεινά σήματα αισιοδοξίας στην απεραντοσύνη του κενού. Εν τέλει, η συλλογή επιβεβαιώνει πως η μόνη δυνατή νίκη επί του θανάτου είναι η νηφάλια και ηρωική αποδοχή της κυκλικής του κυριαρχίας, η οποία μετατρέπει το εφήμερο σε μνημειώδη υπαρξιακή παρακαταθήκη.

 

Λίχνος Κωνσταντίνος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





ΕΠΙΛΟΓΕΣ


Πληθώρα οι δοκησίσοφες και πολύγνωμες συμβουλές
σε προγράμματα, αρχές , αξίες και υποδείξεις
από ιθύνοντες του πνεύματος και δόκιμης σχολής,
από κρατούντες το κηρύκειο της προτροπής
να είναι οι μέρες μας ξέφωτο και ανοιχτό αγνάντι
στης ευτυχίας το σύνδρομο και της χαράς.

Αυτόκλητοι και σύστοιχοι ταγοί ιδεολόγοι,
τις εξουσίες νέμονται και την ισχύ κηρύσσουν
από του άμβωνος την ολκή και το θεωρείο,
μπροστάρηδες να φανούν σε δύσβατα μονοπάτια
κι εμείς ακόλουθοι και συναγμένο πλήθος
να τους θαρρούμε πρόκριμα στις επιλογές μας.

Πυκνή η καθημερινότητα από ονόματα και ιδέες ,
οι αυθεντίες ευδοκιμούν σε ομόλογους θιασώτες
με νεύματα χαιρετισμούς και πειθαρχίας λόγια,
να έχει η απλωμένη ομήγυρη επιλογές και ευθύνες
σε δήθεν αυτοδίδακτες χρήσεις και εμπειρίες,
βεβαίωση ομαδικού συλλογισμού και σωφροσύνης.

Αδέκαστοι ειδήμονες και λαοπρόβλητοι αρχηγοί,
δικάζουν την ευτέλεια και την προσαρμογή
σε θέσεις δουλοπρέπειας και τυφλής υπακοής,
με υπαινιγμούς, εξάρσεις και υπερβάσεις
να είναι οι επιλογές μας ρήτρες αυτοτελείς,
γράφημα προσωπικό και ολοκλήρωσης σκοπός.

Περιχαρή τ’ ακούσματα για τις κρυφές αλήθειες
αμφίδρομο το αναρώτημα στην αίσθηση του αγαθού,
να υψωθεί η σύμπτωση σε ταύτιση του λογισμού,
αισθήματα να αφομοιωθούν στη γνώση και την πίστη
να είναι οι επιλογές μας θέλημα διαπροσωπικό
κι ομόσπονδης αυτογνωσίας προσήκον γνωμικό.



ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



Εωθινός ευλογίας ψαλμός ο ευδόκιμος ερχομός
του κάθε νεογέννητου στην ανοιχτή τη ζήση
να έχει μέλλον μακρινό με αγλάισμα την τύχη,
μέρες λιόφαντες κι ανέσπερες γεμάτες ευτυχία,
με την ψυχή στην ευφορία του γέλιου και της χαράς
κι ορθό να στέκει απέναντι σε εμπόδια και προκλήσεις.

Γιατί είναι η ζωή κατάθεση προσδοκιών και ονείρων
με πρόσβαση στην ομορφιά της πρόβλεψης και της γνώσης,
ταξίδι καλοπροαίρετο σε πεθυμιές και εμπειρίες,
γλυκιά περιπέτεια με βιώματα και επινοήσεις,
πείσμα και επιμονή στην ανάδυση του αγνώστου
και να μην είναι η ζωή ανακύκλωση και γρίφος.

Γιατί είναι επιφύλαξη σε ρήσεις καινοφανείς,
δισταγμός στα απόκρυφα και τα άδυτα των καιρών
απόσταση να κρατά από ύποπτες μεγαθυμίες,
ν’ αμφισβητεί τη σιγουριά , τα εύκολα ν’ αποφεύγει,
σε ομολογίες να αντιδρά και σε χρησμούς να απορεί,
για να ‘χει τον εαυτό του σύμμαχο στις αλήθειες.

Δρόμοι λοξοί, ανίσκιωτοι και ανηφορικοί
είναι για πολλούς η ζωή και σ’ άλλους κατηφόρα
με την επίκληση στεναγμό και ψυχική οδύνη,
βάσανο τα πρωινά και οι νύχτες απελπισία
καθώς οι προσευχές δεν έχουν άκουσμα και μαρτυρία
στη μοίρα τους την επώδυνη και την αγωνία.

Δίδυμοι γεννησιμιού ο χρόνος και ο τόπος,
να έχει διάρκεια η ζωή, προορισμό και στόχους
δώθε από τα πέρατα και κείθε από τα γνωστά,
δημιουργία προσιτή κι αυθόρμητη συνήθεια,
να είναι το ταξίδι τελετή με τέλος λυτρωτικό,
σπούδαγμα ανθρωπιάς αγνής και θέλημα θεϊκό.


Γιώργος Αλεξανδρής

(Φωτογραφία Realidad fragmentada, Ruben Caceres)