Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Θοδωρής Γκόνης Ove vai? Conte Nano, Ove vai? Το λεμονοπεριβόλι του Δαμαλά Εκδόσεις Μικρή Άρκτος η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Θοδωρής Γκόνης

Ove vai?

Conte Nano,

Ove vai?

Το λεμονοπεριβόλι του Δαμαλά

Εκδόσεις Μικρή Άρκτος

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Θοδωρής Γκόνης: «Ove vai? Conte Nano, Ove vai?»




Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας σε τρεις εικόνες θεατρικές. Ίσως με το θεατρικό τρόπο, συνάμα τον μουσικό, να μπορεί να φανεί πιο ξεκάθαρα η προσωπικότητα αλλά και η μοίρα αυτού του ξεχωριστού Έλληνα, του αμφιλεγόμενου για τις πρώιμες προσπάθειές του να στηρίξει το νεοσύστατο, μικρό κρατίδιο, με το όραμά του να συνταιριάζει τα αταίριαστα, όπως, για παράδειγμα την ίδρυση Πανεπιστημίου σε μια χώρα που η πλειονότητα ήταν αναλφάβητοι. Όμως, όλα αυτά ας τα κρίνει η ιστορία, με τις διασταυρούμενες απόψεις, την ανάλογη τεκμηρίωση, την ιδεολογία εν τέλει που διαμορφώνει τις εκάστοτε θέσεις. Εδώ έχουμε μια άλλη οπτική, δραματουργική, με την ευαισθησία του Θοδωρή Γκόνη, που ξέρει πώς να προσεγγίζει τις δυσδιάκριτες πολύτιμες στιγμές των προσώπων, να τις μεταπλάθει σε λέξεις, σε στίχους, σε εικόνες ζωντανές, όπως στο συγκεκριμένο μουσικο-θεατρικό έργο με τους δύο ηθοποιούς και τους πέντε μουσικούς. 

Πώς, διαβάζοντας τον τίτλο (Ove vai? Conte Nano, Ove vai?), να μην έρθει η σκέψη στο άλλο εμβληματικό: Πού πας, παλληκάρι, ωραίο σαν μύθος/ κι ολόισια στον θάνατο κολυμπάς; του άλλου ποιητάρη; Κι αμέσως η αντίθεση, από τη μια ο Κόντε Νάνο (χαϊδευτικό όνομα του Καποδίστρια) και από την άλλη το λεμονοπερίβολο του Δαμαλά, όπου έλαβε χώρα η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, που τον εξέλεξε Κυβερνήτη. Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα μυστήρια, όλα τα απίθανα χωρούν μαζί. «Πού πας; Σε ποιο χάος ετοιμάζεσαι να μπεις;» μοιάζει να αναρωτιέται η παράσταση.

 

Ove vai? Conte Nano

Ove vai?

Η Ύδρα και η Μάνη αγκάθινο στεφάνι σού κεντάει

Ove vai?

Μαύρος σκύλος στα ερείπια, στα πέτρινα σκαλιά σε κυνηγάει

Ove vai?

η πατρίδα σου ζητιάνα όλο ζητάει, τα «παιδιά σου»

το ένα τ’ άλλο πολεμάει

Ove vai? Conte Nano

Ove vai?

 

Ο Θοδωρής Γκόνης συνέλαβε την εικόνα του Κυβερνήτη σαν μια προσωπική του εσωτερική αίσθηση, όπως μια εικόνα από το εικονοστάσι, πέρα από κάθε ιστορική προσέγγιση, σαν μια δική του προσωπική υπόθεση.

 

Τ’ αρχοντικό περπάτημα

του πρώτου Κυβερνήτη

λίγο προτού να κοιμηθώ

στο πατρικό μου σπίτι

το άκουγα κ’ ανέβαινα

τρέχοντας στον φεγγίτη

 

Τον έβλεπα να περπατά

με το τριμμένο ρούχο

να φέγγει όλος σαν κερί

σε άγιο πολιούχο

τον έβλεπα μεσ’ στα στενά

στρατιώτη πολιούχο

 

Γυρίζω στο κρεβάτι μου

στο άσπρο προσκεφάλι

ξυπνάω κι είναι κόκκινο

απ’ τον Μαυρομιχάλη

 

Με τα κείμενα της παράστασης στηριγμένα σε αυθεντικές πηγές της εποχής (Ιστορικαί Αναμνήσεις του Νικολάου Δραγούμη, Απόλογα για τον Καποδίστρια του Γεωργίου Τερτσέτη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα του Νικολάου Κασομούλη, Ιστορική Ανθολογία του Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Thomas Gordon, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Βαβυλωνία του Δ. Κ. Βυζάντιου, Νέα ελληνική ιστορία του Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου κ.ά.), με τα τραγούδια (στίχοι: Θοδωρής Γκόνης, σύνθεση: Πέτρος Χρηστάκης)  να αποτυπώνουν μια αίσθηση επαπειλούμενης αιφνίδιας αλλαγής της μοίρας των πραγμάτων, με τον Κυβερνήτη να ισορροπεί ανάμεσα στη δύσκολη εξουσία και στην εσωτερική διάθεση όλα να τα αλλάξει ή αλλιώς να φύγει από τον τόπο, φτιάχνεται ένα έργο σπονδυλωτό με έντονη μουσικότητα, με τη γλώσσα στα καλύτερά της, σε όλη της τη δύναμη από τη ντοπιολαλιά μέχρι τον λόγο της εξουσίας, με διάλογο των δύο ηθοποιών που χτίζουν το πρόσωπο του Καποδίστρια μοναχικό και τραγικό εν μέσω μιας απίστευτης «Βαβυλωνίας», όπως ήταν τότε η Ελλάδα. 


Το έργο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο εκδηλώσεων «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, τον Αύγουστο του 2025 στο φρούριο Παλαμηδίου ενταγμένο στο πρόγραμμα του 2ου Φεστιβάλ Ακροναυπλίας. Και τώρα σε έκδοση από τη Μικρή Άρκτο.

 

Παραθέτω τον τελευταίο διάλογο των δύο ηθοποιών, που παρουσιάζει με τον πιο απέριττο όσο και εικονοπλαστικό τρόπο τη σκηνή της δολοφονίας του Κυβερνήτη, που αφήνει ταυτόχρονα να φανεί τόσο το προσωπικό του ήθος, η εμπιστοσύνη που είχε για όσους τον περιτριγύριζαν,  όσο και το εκτόπισμα που είχε στον απλό λαό με το αλάθητο συχνά κριτήριο:

 

Α. Λειτουργιώτανε στη μικρή  παλιά ενοριακή εκκλησία τον Άη Σπυρίδωνα, τον Κορφιάτη άγιο. Πήγαινε πολύ πρωί σ’ αυτή. Βγήκε από το Παλάτι πέντε η ώρα ντυμένος βαθυγάλαζη ρεντιγκότα με διπλά κουμπιά ασημένια, που παρασταίνανε τον Φοίνικα, μ’ άσπρο λινό παντελόνι και κασκέτο από τσόχα βαθυγάλαζη κι αυτό. Πέρασε από το Συντριβάνι, έστρεψε δεξιά, σε λίγα βήματα γύρισε κι’ ανέβηκε αριστερά, πάλι δεξιά και πάλι αριστερά και πρόβαλε στο πλάτωμα της εκκλησιάς. Μόλις φάνηκε από τ’ αγκωνάρι του ιερού, ανηφορικά στ’ άνοιγμα του μικρού δρομάκου που ανηφόριζε κατά το κάστρο, είδε τους Μαυρομιχάληδες να παραφυλάν αντικρύζοντας τη θύρα του καθολικού, όπου θάμπαινε. Μια στιγμή δίστασε και κοντοστάθηκε, μα ξανάπιασε το δρόμο του, πέρασε από κοντά τους και χαιρέτησε…

Β. Το φιλότιμο τον έφαγε, λέει ο λαός.

Μια μόνη γυναικούλα, που ήτανε στη εκκλησιά, έσκυψε με κλάματα και με το βαμβάκι μάζευε το αίμα.

 

Έτσι ολοκληρώνεται το θεατρικό έργο, με μια οιονεί κινηματογραφική ματιά, μια σκηνοθετική οπτική, να παρακολουθεί τα τελευταία βήματα πριν το τέλος, αφήνοντας στην πρόσληψη του θεατή (εδώ αναγνώστη) να εικάσει τις τελευταίες σκέψεις του κυβερνήτη, αυτό το «λίγο πριν».

 

Διώνη Δημητριάδου


ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Για την "Ξένη" της Claudia Durastanti η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου στη Λέσχη μας

 

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Για την "Ξένη" της Claudia Durastanti

η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου στη Λέσχη μας







Την Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2026, συζητήσαμε στη Λέσχη μας το βιβλίο «Η ξένη»  της Claudia Durastanti (εκδόσεις Gutenberg, σειρά Aldina), ένα εξαιρετικό βιβλίο αυτομυθοπλασίας. Μαζί μας είχαμε τη μεταφράστρια του βιβλίου και υπεύθυνη της σειράς Aldina Ζωή Μπέλλα-Αρμάου, με την οποία υπήρξε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από το ίδιο το βιβλίο αλλά και τη διαδικασία του μεταφραστικού έργου.



Η επόμενη συνάντηση στη Λέσχη μας ορίζεται για την Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2026, στις 18:00, στο κτήριο της κεντρικής Βιβλιοθήκης-Μουσείο Αλέκος Κοντόπουλος (Κοντοπούλου 13, Αγία Παρασκευή). Θα συζητήσουμε το μυθιστόρημα της Τζούλιας Γκανάσου «Δευτέρα Παρουσία» (εκδόσεις Καστανιώτη).

Όλοι οι φίλοι της καλής λογοτεχνίας ευπρόσδεκτοι.

 

Οι συντονίστριες της Λέσχης Ανάγνωσης

Διώνη Δημητριάδου

Δήμητρα Καραχάλιου

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΜΝΗΜΗ ΤΡΕΛΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΜΝΗΜΗ  ΤΡΕΛΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Μνήμη τρελή,
μνήμη αδέσποτη του καημού κι απείθαρχη του χρόνου,
υπέκυψες στον πειρασμό, σαν μου ’πε  εφηβάκι
και μ’ έσμπρωξες παιδί να πλανηθώ,
έφηβος να  παλινοστήσω,
στις παλιές και έρημες των προσδοκιών αφετηρίες
και στις πλημμυρισμένες των ονείρων κοίτες,
τότε που ασυντρόφευτος την αποζητούσα,
ανιχνεύοντας τη μορφή της σ’ όλους τους δρόμους
που έμοιαζαν με τ’ απλωμένα  χέρια του θεού,
για την πιο μακρινή και κοινή μας διαδρομή,
για  ένα ταξίδι ασύνορο και χωρίς  προορισμό.

Μνήμη τρελή,
μνήμη  φωτιά ανέλεγκτη και μνήμη ελπιδολύτρα,
υπέκυψες νοσταλγικά σαν μου ’πε εφηβάκι,
και θυμήθηκα που κράταγα στις ανοιχτές παλάμες
μικρούς κι αφτέρουγους θεούς με  στήθια λαχανιασμένα,
που έβλεπαν με τα μάτια της κι ανάσαιναν στην πνοή της
κι όταν φτεροκόπησαν και σπάθισαν τη μορφή της,
έμεινα στο καρτέρεμα και στην απαντοχή της
σαν το πουλί στην ανατολή, για τ’ουρανού τον κόρφο,
σαν άνεμος που μπερδεύτηκε στους φράχτες στα περβόλια,
σαν το παιδί που πρόσμενε στο σταυροδρόμι φίλους.

Μνήμη τρελή,
μνήμη κυρά καλή κι αναδρομάρισσα φωνή,
πώς ήσουν τόσο σίγουρη
πως αναγνώρισες την αδελφή ψυχή;

Γιώργος  Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Anup Shah)

Στο λαμπερό κρυμμένος Χριστόφορος Λιοντάκης Ποιήματα 1973-2019 εκδόσεις Κείμενα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Στο λαμπερό κρυμμένος

Χριστόφορος Λιοντάκης

Ποιήματα

1973-2019

 εκδόσεις Κείμενα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το αποκεκρυμμένον κάλλος • Fractal

 


 

Το αποκεκρυμμένον κάλλος

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης (1945-2019), με συγκεντρωμένο το ποιητικό του έργο από τις εκδόσεις Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου, έρχεται ξανά στο προσκήνιο, σε μια εποχή πληθώρας ποιητών, κι όμως λίγων άξιων. Μια στροφή στο παρελθόν, όχι και τόσο μακρινού ωστόσο, αξίζει για να θυμηθούμε πώς γράφεται η καλή ποίηση. Μικρές προτάσεις, λιτός λόγος, μια ύπαρξη που ανιχνεύει την πορεία της με όλα τα ερωτήματα αναπάντητα. Η ποίηση του Λιοντάκη δεν προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις, όμως διατηρεί ζωντανά όλα τα ερωτήματα, για να μην ξεχαστούν μέσα στη γενικότερη χαλαρότητα και το αστικό βόλεμα (το ερώτημα θα κυματίζει πάντα/ ανάμεσα στα καύματα του μύθου/ και στο νιφετό του αληθινού/ στην κρυμμένη χάρη του αναπάντητου). Η φύση ως πρωταρχική αρχή, ως παρατήρηση και ως γόνιμος φλοιός που περιβάλλει τον ποιητή. Οι πολύμορφες παραμυθίες από την παιδική ηλικία που τροφοδότησαν τη φαντασία αλλά και έναν υπαρξιακό φόβο, που διαχέεται σε ποιητική μορφή, συνδέοντας το παλαιό με το νεωτερικό. Στον ίδιο στίχο θα βρούμε τον Φοίνικα, τον Άδωνι, τον Χριστό, με τις θρησκείες να  αλληλοσυμπληρώνονται και καμία στην ουσία να μην καταργείται – παλαιές, γερές οι ρίζες του ανθρώπινου φόβου και της κραταιής ελπίδας. Με την εναλλαγή των προσώπων, από το πρώτο ενικό στο δεύτερο και μετά στο συλλογικό εμείς, με όλα να απολήγουν στο ένα και το αυτό, το ποιητικό υποκείμενο, ταυτιζόμενο με του ποιητή. Αυτό το ένα πρόσωπο, σε όλα τα ετερώνυμά του, βρίσκεται σ’ αυτή την ποίηση, όπως την παρακολουθούμε από συλλογή σε συλλογή να αποκτά σταδιακά το εύρος της συνείδησής της. Από την πρώτη εμφάνιση του ποιητή, το 1973 (γενιά του ’70 άλλωστε) μέχρι το τελευταίο αποτύπωμά του στο Ένεκεν της ανωνυμίας σου, δημοσιευμένο το 2019, διαμορφώνεται η ποιητική φωνή του Λιοντάκη, τόσο διαφορετική στον τρόπο της από τις άλλες της ίδιας γενιάς. Ποίηση τόσο «κλειστή» και δισήμαντη (όπως η φύση, να κρύβομαι αγαπώ) όσο και «ανοιχτή» στην αναγνωστική πρόσβαση, μόλις βρεις τα βήματα του ποιητή, μόλις εννοήσεις τη «μνημοτεχνική» του, στον συμφυρμό των δύο εννοιών, το τώρα και το τότε, τη μνήμη και τη διάλυσή της. Άλλοτε φθάνοντας ως το βάθος/ κι άλλοτε γλιστρώντας/ Στο εφήμερο/ Που όλο τον αφαρπάζει. Στις σκηνές που αποτυπώνει από την πλατεία Συντάγματος, όλα έχουν δύο όψεις, την επιφανειακή και την πιο τραγική, αυτή που βλέπει ο ποιητής. Ο δικός του Μινώταυρος, σύμβολο πανάρχαιο, έχει άλλη όψη, γίνεται συνοδοιπόρος του ποιητή, σε ένα άχρονο τοπίο, επινοημένο. Προχωρώντας μέσα στον χρόνο η ποίηση του Λιοντάκη γίνεται πιο εκτενής, συχνά αφηγηματική, χωρίς να χάσει ούτε τις λυρικές της αποχρώσεις ούτε τον ποιητικό της ρυθμό. Οι εικόνες παίρνουν άλλες διαστάσεις συνταιριάζοντας το γήινο με το υπερβατικό, δύο όψεις ενός και του αυτού. Οι μύθοι και οι αρχαίες μνήμες πάντοτε εδώ, να δένουν με τους σύγχρονους ήχους, οι άγγελοι να αποτολμούν την κάθοδό τους στη γη, αθέατοι αλλά και ξένοι στο τοπίο. Μνήμες θρησκευτικές αλλοιώνονται μέσα στη σήψη του καταναλωτισμού, ο ποιητής περισσότερο τώρα εκκινεί από την κοινωνική κατάντια. Η Σαμαρείτις με σπασμένη στάμνα./ Εδώ τώρα λατρεύεται η Φωτεινή Επιγραφή. Ο τόμος ολοκληρώνει τη διαδρομή του ποιητή, την κατ’ αυτόν ανάγνωση του κόσμου, με το Ένεκεν της ανωνυμίας σου, 2019, το συγκλονιστικό εκτενές ποίημα για τον αγνοημένο από τους αποστόλους, πλην Μάρκου, τον περιβεβλημένον σινδόνα επί γυμνού, που μόνος ακολούθησε τον Ιησού, όταν όλοι οι άλλοι αποχώρησαν. Αυτόν βλέπει σε χρόνο και σε τόπους διαφορετικούς, πάντα τον ανώνυμο και όμως σημαντικό μέσα στην αδιαφορία των άλλων. Ένας μέσα στο πλήθος, αφανής ανώνυμος, να ενσαρκώνει πράξεις, να αποθηκεύει φωνές, πάντα παρών και πάντα αγνοημέν



Η επιμέλεια της Κοραλίας Σωτηριάδου, ο Πρόλογος του ποιητή, από την Εισαγωγή στον τόμο Εικόνες που επιμένουν, με τρεις συλλογές, στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012. Εκεί δηλώνει ο Λιοντάκης πως σε άλλα ποιήματα έχωσε πιο βαθιά το νυστέρι, ενώ σε άλλα επέλεξε την αφαίρεση, γιατί: τη αφαιρέσει μόνη το αποκεκρυμμένον αναφαίνεται κάλλος. Η εκκλησιαστική φράση αποδίδει τον τρόπο γραφής του ποιητή, τίποτα περίτεχνο, η απλότητα η πιο βέβαιη οδός για την έκφραση της ψυχής.

Έκδοση σημαντική από τις εκδόσεις Κείμενα που ήδη έχουν προχωρήσει σε επανέκδοση και άλλων έργων του Χριστόφορου Λιοντάκη. Μακάρι να τα ξαναδιαβάσουμε όλα τα έργα του, σε φροντισμένες επανεκδόσεις.  

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025

 

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει 

για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα 

της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη

εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025


 

 

Τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη, πεζογράφο, ποιήτρια και εικαστικό, τη γνώρισα μέσω της πνευματικής κίνησης της Πάτρας και η γνωριμία μας αυτή καρπίζει σιγά σιγά, γεννώντας αλληλοεκτίμηση και αναγνώριση, η οποία καλλιεργεί φιλικά συναισθήματα και έγνοια. Η ποιητική συλλογή «Σπαράγματα» (εκδ. Το Δόντι, Πάτρα 2025, σ. 124), την οποία κρατώ στα χέρια μου, είναι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της, αλλά το πρώτο που μελέτησα, αν και στο διαδίκτυο είχε δημιουργηθεί επαρκής επικοινωνία με το έργο της, τόσο το ποιητικό όσο και το εικαστικό.

     Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη, των οποίων η ροή διακόπτεται από την εικαστική σειρά, «Ανδρικές μορφές», της δημιουργού, που και το εξώφυλλο κοσμεί, ενώ το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Σπαράγματα» και συνίσταται από εννέα αριθμημένα ποιήματα, τα οποία υποτάσσονται στον εν λόγω τίτλο που βάφτισε και τη συλλογή.

     Έτσι, μελετώντας σελίδα τη σελίδα τα ποιήματα, ο αναγνώστης προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα σπαράγματα που ποίηση γίνονται. Διότι αυτά μπορεί να είναι αποτελέσματα ψυχικού ή σωματικού πόνου, να ’ναι κομμάτια από παλιά χειρόγραφα ή περγαμηνές που μέσα από την ανθρώπινη μνήμη αιώνων ποίηση γίνονται ή ακόμα ακόμα λόγια που η ποιήτρια τα γράφει, όχι απαραίτητα αποσπασματικά, αλλά που ανοίγουν δρόμους για περαιτέρω ανάγνωση και επικοινωνία με τον καθένα.  

     Η ποίηση της Μαρίας, άλλωστε, ρέει σαν καθάριο νερό σε κοίτη χωρίς όχθες στιβαρές, ξεχύνεται και σε παρασύρει στις σκέψεις και τα συναισθήματά της, τα οποία  ο μέσα κόσμος της κρατεί, είναι πάρα πολλά και θέλουν από κει στον μάταιο τούτο κόσμο σάρκα και οστά να πάρουν, να γίνουνε φωνή, λέξεις που θα φωνάζουνε, για ν’ ακουστούνε.

     Και γράφει στο ποίημα, «Αγρίμι» (σ. 14): «Κάποτε… έγινα άνθρωπος! / Κι οι άνθρωποι με φώναζαν Αγρίμι. / Τότε ανθρωπινά φώναξα κι είπα: / Κάποτε και τα αγρίμια ημερώνουν / κι αποχτούν των αφεντικών τις συνήθειες… / μα το δικό μου αφεντικό είναι ο Θεός μου / και μ’ έμαθε να μιλώ ελεύθερα / με τη φωνή της συνείδησης, στη ζούγκλα των ανθρώπων!»

     Ο χειμαρρώδης συνήθως λόγος της, αρκετές φορές τιθασεύεται, γίνεται σύντομος, σχεδόν επιγραμματικός, θα έλεγα, με στίχους όμως που μιλούν  εύγλωττα για πολλά: «Έριξε δολωμένο αγκίστρι να ψαρέψει, / Η ψαρομάνα δεν τσίμπησε! / Το δόλωμα αστόχησε. / Για μια φορά ακόμη / το θήραμα γλύτωσε / από μύριες δολιότητες.» («Παραπλάνηση», σ. 111) Και ακόμα πιο επιγραμματικά, γράφει: «Κυμάτιζε σαν φλάμπουρο / μέχρι που έγινε η υποστολή σου / κι άρχισε το φαγοπότι της παρηγοριάς…» («Ταπείνωση», σ. 109).  

     Η Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη βυθίζεται με καθαρό βλέμμα και βαθιά ενσυναίσθηση στα πράγματα του κόσμου και αντικρίζοντας την άσχημη πλευρά τους, όπως η αδικία, η εκμετάλλευση, η εξαπάτηση, η ανέχεια, η πείνα, η αδράνεια, ο πόλεμος, ο ανθρώπινος πόνος, …, αν και δεν παύει να ελπίζει πως κάτι από αυτά μπορεί ν’ αλλάξει, κατακεραυνώνει τις αιτίες που τα προκαλούν, δηλώνοντάς το, εκτός από τους στίχους των ποιημάτων της, και στο μότο του δεύτερου μέρους της συλλογής ως εξής: «Λένε πως τα ωραία ποιήματα είναι γραμμένα με όμορφα λόγια… με λόγια που σου χαϊδεύουν τα αφτιά όταν τα ακούς ή όταν τα διαβάζεις… Μα βαρέθηκα να ωραιοποιώ τον πόνο για να τον κάνω πιο υποφερτό…».

     Η αίσθηση που δίνει η ποιητική γραφή της Μαρίας είναι πως συνιστά μέρος και συνέχεια της ύπαρξής της και μέσω αυτής καταθέτει τους στοχασμούς της για τ’ ανθρώπινα, ιδιαίτερα εκείνα που την πονούν, σχεδόν ως παρακαταθήκη στο παρόν και το μέλλον. Μοιάζει μάλιστα να αναζητά ευήκοα ώτα, πνευματικούς συνοδοιπόρους ή, απλά, ανθρώπους που θα τους ακούσουν, που θα προβληματιστούν κι ίσως μετά απ’ αυτό θα κάνουν κάτι, έστω μικρό, που θα γίνει η ζύμη, η οποία θ’ αλλάξει τα κακώς κείμενα για μια καλύτερη ζωή. Γνωρίζει ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να μιλάει θαρρετά γι’ αυτά, όχι μόνο από ιδεαλισμό, ή ρομαντισμό αν θέλετε, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά πως, αν οι άνθρωποι θελήσουν, μπορούν ν’ αλλάξουν τους όρους της ζωής τους, να ζήσουν ειρηνικά και ν’ αναζητήσουν την επί γης ευδαιμονία.

     Και γράφει: «Καβάλα στην Πήγασο / τον κόσμο να ονειρεύεσαι / γιορντάνι την αγάπη να φοράς / πουλιά ειρήνης / στο μέρος της καρδιάς σου να φωλιάζουν / σκορπίζοντας τους σπόρους της αγάπης σου / για να τραφούν οι πεινασμένοι!» («Μαθήματα ιππασίας», σ. 81).  

     Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στην ποιητική συλλογή, «Σπαράγματα», της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βουλιαγμένη Ηλείας, αλλά από τα δεκαοκτώ της ζει στην Πάτρα, όπου, πέραν άλλων, μετέχει στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης, εύχομαι από καρδιάς να ταξιδέψει αυτή σε πολλές καρδιές και η δημιουργός της να είναι πάντα υγιής και εμπνευσμένη!     

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

(ποιήτρια-πεζογράφος)




Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Λεβίνα Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Λεβίνα

Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για τη δύναμη της σάτιρας • Fractal

 

 


 

Για τη δύναμη της σάτιρας

 

Ένα έντυπο περιοδικό για τη σάτιρα στη λογοτεχνία, είναι κάτι που έλειπε. Και τώρα στα χέρια μας το 1ο τεύχος. Η Λεβίνα, η ηρωίδα του Ρωμαίου σατιρικού ποιητή Μαρτιάλη, δίνει τον τίτλο στο περιοδικό που εμπνεύστηκε και επιμελείται η Ευσταθία Δήμου, και το κάνουν πράξη οι εκδόσεις Κουκκίδα. Το ενδιαφέρον σ’ αυτή την έκδοση έγκειται στο γεγονός πως δεν πρόκειται μόνο για μια μνεία των παλαιότερων σατιρικών έργων (υπάρχει, φυσικά, και αυτή), αλλά στην επισήμανση πως και σήμερα γράφεται σατιρική λογοτεχνία. Είναι η συγγραφική διάθεση να ειπωθεί η πραγματικότητα με άλλον τρόπο, τον πιο αποκαλυπτικό μέσα στην ειρωνεία και την κωμικότητα, όχι του αυθεντικά κωμικού (αφού αυτό εμπεριέχει όλη την αυτοανάλυσή του) όσο του συχνά τραγικού και δραματικού, που όμως δεν φανερώνει από μόνο του την άλλη του όψη, αυτήν που αξίζει να διακωμωδηθεί σαν μια πιο ανάλαφρη (ουσιαστική ωστόσο) μορφή του· συχνά ένα ξόρκι του ζοφερού ή μια πιο «εύκολη» προσέγγισή του, μια παραμυθία.


Σημαντικός ο «παιγνιώδης» χαρακτήρας αυτής της λογοτεχνίας, που αρχικά αφορά τον τρόπο που οι ίδιοι οι δημιουργοί της αντιλαμβάνονται το έργο τους. Από εκεί και πέρα είναι ο τρόπος που ο αναγνώστης/αποδέκτης αναλαμβάνει την αποκρυπτογράφηση των γραφομένων. Γιατί, αποδεχόμενος το πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο δημιουργός θέτει τους δικούς του, αδιαπραγμάτευτους, όρους, εισέρχεται στο παιχνίδι της γραφής, και επικοινωνεί αρχικά με το  επιφανειακό πρώτο επίπεδο, για να προχωρήσει κατόπιν στα πολλαπλά επίπεδα που η σατιρική γραφή επιτρέπει. Στην ουσία η σάτιρα είναι ένα πεδίο έκφρασης που, πέρα από το ειρωνικό ή σαρκαστικό ύφος, αποκαλύπτει συχνά με τον υποκρυπτόμενο καταγγελτικό χαρακτήρα της (εντός και εκτός ορίων, κυρίως εκτός), τη διττή φύση του ανθρώπου, την άλλη όψη των πραγμάτων. Όχημα και εργαλείο για να το πετύχει αυτό, η ελευθερία στους γλωσσικούς κώδικες, η ικανότητα να πλήττει ευθύβολα τον στόχο της, αποδεσμευμένη από όποιους περιορισμούς – στη σάτιρα όλα επιτρεπτά. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως συγγραφείς που έχουν δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο ύφος, σε άλλα είδη γραφής, δοκιμάζουν τον σατιρικό τρόπο, αιφνιδιάζοντας το αναγνωστικό τους κοινό. Ως επί το πλείστον ευχάριστα. Αυτή την ανατροπή των δεδομένων εκφράζει και ο τίτλος του περιοδικού, καθώς η Λεβίνα, στη σατιρική ποίηση του Μαρτιάλη, αλλάζει όλη τη ζωή της, αποκομμένη από ό,τι έως τότε την προσδιόριζε, τις αυστηρές ηθικές αρχές, τον άντρα της, το σπίτι της, τον τόπο της:[…] «Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,/ είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη –/ πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.


Στο πρώτο τεύχος διαβάζουμε αποσπάσματα από το δοκίμιο του κριτικού και ιστορικού της λογοτεχνίας Gilbert Highet «Ανατομία της σάτιρας», σύγχρονη ελληνική σατιρική ποίηση και πεζογραφία, μια μελέτη του Γιάννη Στρούμπα για τον ακραίο σατιρικό τρόπο που ο Αλέξανδρος Σούτσος αντιμετώπισε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ξένη σατιρική ποίηση, δείγματα σατιρικών έργων από το παρελθόν, μια ανθολόγηση από το έργο του Γεωργίου Σουρή, τέλος κριτική προσέγγιση σύγχρονων σατιρικών. Στις σελίδες εύστοχα σατιρικά σχέδια του Γιάννη Πατίλη από την εφηβική του ηλικία. Στο εξώφυλλο μια σύνθεση που αποπνέει όλη τη διάθεση διακωμώδησης, κριτικού σκωπτικού πνεύματος, ίσως ακόμη και της αναγκαίας χαλάρωσης που χαρακτηρίζει τον σατιρικό τρόπο γραφής. Η διάθεση ανατροπής των καθιερωμένων, μια θέα στην άλλη όψη της ζωής. Όπως γράφει ο Highet στο δοκίμιό του για τη σύγκριση με τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη: «Εκεί που αυτά υιοθετούν την επιτήδευση, καλλιεργούμενα μέσα σε ένα καλά φωτισμένο εργαστήρι, ο σατιρικός διακηρύσσει: “Είμαι μια κάμερα! Είμαι ένα μαγνητόφωνο!».

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΣΤΟ  ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Εκείνοι,
με υψωμένα χέρια,
σημάδευαν την απεραντοσύνη της μικρότητας,
με ξέφρενους αλαλαγμούς
διαπόμπευαν την ορχηστρωμένη ανυπακοή τους
και με αλλόκοτα βλέμματα
ανίχνευαν την αντίσταση της υποχώρησης
των μπροστάρηδων στον αντίκλητο συμβιβασμό
με το δικαίωμα της άγνοιας και της πλάνης
και τη συμφιλίωση στην αποποίηση της ευθύνης,
στο αχανές περιθώριο της φυγής και της ανωνυμίας.

Ετούτοι,
με επιλεγμένη γραφίδα,
στηλίτευαν αντιλήψεις, αρχές και μακροημερεύσεις,
με συστημένο λόγο
εκποιούσαν τη μεγαλοσύνη της προσωπικότητας
και με ανοιχτές αλληλοκαλύψεις
μετουσίωναν σε καιροσκοπισμό τον ορθολογισμό τους,
αναδρομάρηδες της προβολής και υπεροψίας
με το σύνδρομο της απαξίας του συναισθηματισμού
και την ορθοδοξία του προβληματισμού και της κριτικής,
στο λευκό περιθώριο της επιταγής και μεθόδευσης.

Κι εμείς,
αυτόκλητοι ειδήμονες,
να επισημαίνουμε αλλότριες συνειδήσεις και συμπεριφορές,
αμφίθυμοι παρατηρητές
να παλινδρομούμε σε προσχήματα και ανάγκες
και μακρόθυμοι οραματιστές
να υπερασπιζόμαστε ιδανικά και αναφορές,
απόμακροι της βούλησης κι απόμαχοι της συμμετοχής,
της θεωρίας εύγονοι και εύδοξοι ζηλωτές,
ανέφελοι κι ελεύθεροι στην ενδοσκόπησή μας
κι αυτόχειρες στο στενό περιθώριο της σιωπής.

Γιώργος  Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Mike Dempsey)