Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία Μαρία Λιάκου εκδόσεις Κοβάλτιο – σειρά Τάιγκα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία

 Μαρία Λιάκου

 εκδόσεις Κοβάλτιο – σειρά Τάιγκα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

Αναγνώσεις με 500 + λέξεις | Η λογοτεχνία ως όχημα θεραπευτικό • Fractal

 


 

Η λογοτεχνία ως όχημα θεραπευτικό

Πόσο απέχει η ανάγνωση, ιδίως σιωπηλή και μοναχική, από τη βιωματική εμπειρία μιας «συνομιλίας» με το λογοτεχνικό κείμενο;  Το ότι η Τέχνη εν συνόλω, εν προκειμένω η λογοτεχνία, έχει τη δυναμική να λειτουργήσει ως ιαματική παρέμβαση είναι γνωστό. Ταυτόχρονα, όμως, εκ των τραυματικών βιωμάτων επίσης γνωστό πως αυτό το ιδιότυπο «φάρμακο» διαρκεί όσο η διαδικασία της γραφής είναι ενεργή, δηλαδή όσο γράφει ο συγγραφέας ή όσο διαβάζει ο αναγνώστης. Κατόπιν το τραύμα, όσο βαθύ, επιστρέφει. 

Ενδιαφέρουσα, ωστόσο, η προσέγγιση της Μαρίας Λιάκου στον θεραπευτικό λόγο και στην ενσωμάτωσή του στη λογοτεχνία, ή θα προέκρινα την αντίστροφη διατύπωση, δηλαδή την ενσωμάτωση της λογοτεχνίας στον θεραπευτικό λόγο και τις μεθόδους του. Με δεδομένο ότι διαβάζοντας επιτελείται (στην καλή λογοτεχνία) μια αυθεντική, όσο και υπόρρητη, προσέγγιση του αναγνώστη με τον ήρωα ή πιο σπάνια με τον δημιουργό του λόγου, εύκολα δεχόμαστε πως αυτή η έως τα όρια της πρόσκαιρης «μεταποίησης» της προσωπικότητας του ασθενούς, δημιουργεί μια νέα θέαση εαυτού με πιθανές υπερβάσεις εγγενών ή περιστασιακών προβλημάτων. Εύστοχα διατυπώνει η Λιάκου: «ο λόγος του άλλου γίνεται το όχημα ώστε να βρούμε ξανά τη δική μας φωνή». (σ. 11).

Καθοριστικός παράγοντας θα αποβεί η σύνδεση της αναγνωστικής πρόσληψης με το προσωπικό βίωμα. Αυτή η σύνδεση, ακόμη κι αν δεν εκφραστεί με λόγια, ακόμα κι αν δεν αποτελεί την πλήρη κατανόηση του κειμένου, θα είναι το «κλειδί» που θα ξεκλειδώσει την ταραγμένη συνείδηση, θα την απελευθερώσει (έστω και για λίγο, στην ουσία για όσο θα συνεχίσει να ακούγεται η γραφή μέσα της), είναι η στιγμή που θα πούμε πως η λογοτεχνία έχει επιτελέσει έναν σκοπό που ο συγγραφέας της δεν είχε φανταστεί, καθώς γράφοντας μοιάζει να επιθυμεί και τη νοητική σύμπλευση με τον αναγνώστη του.



Βρήκα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος το κεφάλαιο για τη σωματοποίηση του θεραπευτικού λόγου. Διαβάζω: «Ο ενσώματος αναγνώστης δεν είναι απλώς παρών· είναι μύστης. Το σώμα του γίνεται ο τόπος όπου εντυπώνεται η λογοτεχνική εμπειρία. Οι φράσεις δεν περνούν μονάχα από τη σκέψη, διαχέονται στους μυς, στα μάτια, στο δέρμα. Η ενσωμάτωση του λόγου γίνεται τότε κυριολεκτική: μια σωματική αποδοχή του άλλου μέσα από το λογοτέχνημα». (σ. 32).

Η Μαρία Λιάκου έγραψε ένα εγχειρίδιο, με όλη τη σημασία, καλύτερα τις δύο σημασίες της λέξης. Αφενός ένα ευσύνοπτο θεωρητικό κείμενο, εύχρηστο «προ χειρός», δηλαδή εκεί κοντά στο χέρι του,  σε κάθε άνθρωπο που ασχολείται με τις θεραπευτικές μεθόδους, αφετέρου πάλι «προ χειρός» ένα μαχαίρι για να διαρραγεί το πέπλο που εμποδίζει την επικοινωνία με τη λογοτεχνική γραφή, να ματώσει η ψυχή του βιβλίου για να μεταγγιστεί στη λανθάνουσα μνήμη ή στην τραυματική ακινησία. Και, για να φέρω ένα παράδειγμα, ας σκεφτούμε πώς μπορεί να λειτουργήσει σε μια διασπασμένη ή ελλείπουσα προσοχή, σε μια διαταραγμένη συνείδηση, μια συμβολική γραφή, που ενδεχομένως να θεωρηθεί και πιο δύσκολη στην πρόσληψή της. Αν εννοήσουμε στην κυριολεξία της τη λέξη σύμβολο, δηλαδή αποτελούμενη από τον σύνδεσμο συν και το ρήμα βάλλω, άρα ως δύο μέρη, δύο συμβαλλόμενα, τότε το ένα βρίσκεται στη λογοτεχνική γραφή, πρόκειται για το σύμβολο, και το άλλο θα το τοποθετήσει ο αναγνώστης με τη δική του ικανότητα πρόσληψης (που μπορεί να ποικίλλει από ανάγνωση σε ανάγνωση), ώστε να συμπληρωθεί η εικόνα, συχνά η έννοια ως εικόνα. Τότε ο αναγνώστης εισχωρεί δημιουργικά στο κείμενο, δεν είναι παθητικός αποδέκτης. Η συν-βολή (συμβολή) του αυτή σε κάθε περίπτωση αποβαίνει θετική.

Στην παραπάνω περίπτωση του «συμμέτοχου» αναγνώστη, θα μπορούσαμε να πούμε πως η αρχική ένσταση αυτού του κριτικού σημειώματος ως προς τη διάρκεια της ιαματικής λειτουργίας (κάμνουνε για λόγο να μη νιώθεται η πληγή, θα πει και ο Καβάφης), λειαίνει τις γωνίες της, αποδεχόμενη πως η ίσως πρωτόγνωρη αίσθηση αυτής της ιδιότυπης συμμετοχής είναι ικανή, δηλαδή αρκετή να δώσει ανάσες περισσότερες. Ένας θεραπευτής δικαιούται ως ειδήμων να μιλήσει για πολύ περισσότερες, για μια οιονεί διάρκεια θεραπευτική. Μακάρι.

 Διώνη Δημητριάδου

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Ανάσα από πηλό Γιώργος Δουατζής Επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στίξις

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

Ανάσα από πηλό

Γιώργος Δουατζής

Επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στίξις

 


Ο Δουατζής με τη συνύπαρξη των αντιθέτων, τους συνεχείς μετασχηματισμούς των ηρώων, την εναλλαγή των οπτικών γωνιών, τη χρήση της τυχαιότητας και το συνεχές πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν, δημιουργεί ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, όπου οι ήρωες μετατρέπονται σε σύμβολα της καθημερινής εμπειρίας και της υψηλής τέχνης. Γνωρίζει πολύ καλά την ψυχολογία των ηρώων και την αναδεικνύει σε όλες τις περιπτώσεις. Η αντιπαράθεση δε ζωής-θανάτου δίνει στο κείμενο μια διάσταση αρχετυπική. Και αυτό, νομίζω, πως είναι το επίτευγμά του.

Απόστολος Μπενάτσης, καθηγητής λογοτεχνίας, παν. Ιωαννίνων

Ο Γιώργος Δουατζής αποκαλύπτεται ένας έξοχος ιχνηλάτης της ψυχικής σημειολογίας.... Μας παραδίδει το ανθρώπινο ον έτσι όπως είναι, σαν πηλός, ένα χαϊντεγκεριανό ανέστιο και πλανώμενο ον του οποίου η έλλειψη προορισμού το κάνει και επινοεί τον προορισμό του κατοικώντας στη γλώσσα... Τούτο το βιβλίο, με την ευγένεια και το ήθος του, με ένταση βάθους όση και η αγωνία της ύπαρξης, με γραφή κλασική στα χνάρια των διαχρονικών μεγάλων συγγραφέων γίνεται διαβατήριο που διανοίγει το μέλλον μιας άλλης ποιότητας στις ανθρώπινες σχέσεις, παραμερίζοντας την ηθική των αγορών.

Φώτης Καγγελάρης, συγγραφέας, Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Université de Paris

Οι ανθρώπινες σχέσεις τοποθετούνται κάτω από το συγγραφικό μικροσκόπιο φανερώνοντας κυριότατα τις πληγές των προσώπων και κατ’ επέκταση της κοινωνίας που δρουν. Η γλώσσα του Δουατζή χαρακτηρίζεται με τρεις λέξεις: λιτή, απέριττη, ανθρώπινη. Γλώσσα και ύφος υποκύπτουν στην πλοκή και την αφήγηση δίχως ιδιαίτερες εξάρσεις και υπερβολές. Η χρυσή τομή της «αρχής-μέσης-τέλους» παραβιάζεται είτε ακούσια είτε εκούσια προκειμένου να αποδοθεί ένα λογοτέχνημα πιο σύγχρονο προς τον αναγνώστη και πιο άμεσο προς ανάγνωση.

Νίκος Μαθιουδάκης, υφογλωσσολόγος, διδάκτορας Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

 

 

Ανάσα από πηλό

Γιώργος Δουατζής

Εκδόσεις Στίξις

Αθήνα 2026, σελ. 328

ISBN: 978-618-5595-35-7

Διαστάσεις: 14Χ21

Τιμή: 16€

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Τρίποντο και πιρουέτα Μάνος Κοντολέων μυθιστόρημα εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

 

 Τρίποντο και πιρουέτα

 Μάνος Κοντολέων

μυθιστόρημα

εκδόσεις Πατάκη

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Τρίποντα και πιρουέτες» του Μάνου Κοντολέων (κριτική) – Αναζητώντας επιλογές και ισορροπίες, σε ένα μυθιστόρημα για εφήβους και νέους

 


 

Για κάποιες δύσκολες επιλογές

 

Εσωτερικός δισταγμός ή υποταγή στους κανόνες των άλλων; Ένα ερώτημα που διατυπώνεται κάποια στιγμή στο βιβλίο, που όμως το διατρέχει από άκρη σε άκρη, με τα δύο σκέλη του –αν και διαφορετικά στην ποιότητά τους– να συγκλίνουν σε έναν κοινό τόπο, να γίνονται στην ουσία ένα, αν δεχθούμε πως ο εσωτερικός δισταγμός υπαγορεύεται συχνά κι αυτός από τη διάθεση υποταγής στις κυρίαρχες, στερεότυπες αντιλήψεις.  Οι δύο ήρωες του βιβλίου, ο Άλεκ/Αλέξανδρος και ο Κλείτος, κάτω από διαφορετικές συνθήκες δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ. Όμως η ζωή του καθενός τούς φέρνει απρόσμενα κοντά, στον παραθαλάσσιο επαρχιακό οικισμό, και μάλιστα στην άκρη του.

Δύο έφηβοι, συνομήλικοι, με ένα οικογενειακό πλαίσιο τελείως διαφορετικό, (με την αρσενική παρουσία να εκπροσωπείται, λόγω απουσίας της πατρικής φιγούρας, από την ακόμη προηγούμενη γενιά, τον παππού),  που τους οδηγεί σε διαφορετικά όνειρα (ο Άλεκ αγαπά το μπάσκετ, ο Κλείτος τον χορό), που ως κοινωνικές «καταγραφές» αποκλίνουν μεταξύ τους. Ωστόσο, μια εσωτερική διάθεση επαφής, μια έλξη του ενός για τον άλλον, αμφίδρομη, μοιάζει αρχικά να καταργεί τα τυποποιημένα σύνορα των δύο κόσμων. Ο Άλεκ γίνεται  Αλέξανδρος με δική του επιλογή, όνομα που αμέσως υιοθετεί ο Κλείτος, και εκεί που όλοι οι άλλοι βλέπουν το ταλαντούχο αστέρι του μπάσκετ, αυτός βλέπει ένα αγόρι που τον ελκύει. Ο Άλεκ/Αλέξανδρος, από την άλλη, νιώθει την ανάγκη να τον υπερασπιστεί απέναντι σε όσους τον ωθούν στο περιθώριο για τα φερσίματά του, γι’ αυτούς καθόλου αντρικά.  Ανάμεσά τους η Νίνα, που βρίσκει τον τρόπο να τους συνδυάσει, να γίνει φίλη και των δύο, να γεφυρώσει το φαινομενικό χάσμα. Γύρω τους όλοι οι «άλλοι», της οικογένειας ή του ευρύτερου χώρου, να βλέπουν, να διακρίνουν, να ξεχωρίζουν τον Κλείτο από την εικόνα του εφήβου που «οφείλει» να ακολουθήσει το πρότυπο της αρρενωπότητας, να τους φοβίζει η προσέγγιση του αρρενωπού Άλεκ με τη «μαζορέτα» Κλείτο, να τους αποτρέπουν από ό,τι φαίνεται γι’ αυτούς φυσικό όσο και αναπόφευκτο. Εξαιρέσεις συνιστούν η καθηγήτρια της μουσικής και ο παππούς του Κλείτου. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο ενθαρρύνει την εκλεκτή διαφορετικότητα.


Ο Κοντολέων χειρίζεται το λεπτό αυτό θέμα με την ευθύνη που τον βαρύνει ως συγγραφέα που απευθύνεται εδώ σε νεανικό κοινό. Επιλέγει μια ανάλογη γλώσσα, με εκφράσεις κατανοητές για έναν έφηβο, χωρίς επιτήδευση, με μικρές εμβόλιμες «προτάσεις» για μουσικά ακούσματα και αναγνώσματα (που μακάρι να πιάσουν τόπο), εισχωρεί στον νοητικό και συναισθηματικό κόσμο των ηρώων του, προκειμένου να τους αγγίξει αποτελεσματικά· δεν είναι ο ενήλικας ειδήμων, ο έμπειρος που επιθυμεί να «διδάξει», δεν βλέπει από τα επάνω, βρίσκεται μέσα στην ιστορία, δίπλα και μέσα στους δύο ήρωές του. Χωρίζει τα κεφάλαια εστιάζοντας στην περίπτωση εναλλάξ του ενός και του άλλου, ισορροπώντας έτσι τις σκέψεις, τις αντιδράσεις, τις επιλογές τους, διαφορετικές και όμως συγκλίνουσες στη συναισθηματική γειτνίαση και, κυρίως, στη σωματική έλξη που νιώθουν.

Σε κρίσιμα σημεία της πλοκής, όταν οι δύο έφηβοι νιώθουν μέσα τους τις διακυμάνσεις των επιλογών τους, όταν αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σ’ αυτό που διαισθάνονται ως τη βαθύτερη επιθυμία τους και σ’ αυτό που από τους κοινωνικούς κανόνες επιβάλλεται, έχουμε σε διακριτή γραφή, πλαγιογράμματη, παρεμβάσεις που ισορροπούν στο μέσα και στο έξω της ιστορίας. Ο Κοντολέω, ως αφηγητής εξωκειμενικός, σχολιάζει, ενδυναμώνει την ιστορία του, άρα τα κομμάτια αυτά θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ευρύτερα κοινωνικά σχόλια που άλλοτε προτρέπουν σε μια διαφορετική διαδρομή φυσική και αυθόρμητη, και άλλοτε επισημαίνουν τον κίνδυνο που αυτή επιφυλάσσει. Βρισκόμενος, από την άλλη,  στη θέση ως συγγραφέας να καθοδηγεί τους ήρωές του (ή ίσως να τον καθοδηγούν αυτοί), προβάλλει την ενδόμυχη σκέψη τους, να φανεί ό,τι υποκρύπτεται πίσω από όσα λένε και δεν τολμούν να ολοκληρώσουν.

Αυτό, πιστεύω, που κατεξοχήν κατορθώνει ο Κοντολέων, με τον τρόπο που χειρίζεται τη θεματική του, είναι να δείξει πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποκλίσεις, κι ας έχουν καθιερωθεί ως κοινωνικός όρος σκόπιμα φορτισμένος ιδεολογικά. Η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει όλα τα διαφορετικά στοιχεία που συγκροτούν από κοινού την ανθρώπινη ύπαρξη, είτε εννοούμε την εσωτερική προδιάθεση, τον τρόπο σκέψης, την κοινωνική παρουσία, τον πολύμορφο κόσμο μας. Πολύμορφο και ενδιαφέροντα, αρκεί να αποσείσουμε από πάνω μας τις ιδεοληψίες, τις ασφυκτικές επιταγές, αρκεί να αποδεχθούμε την όποια εκδήλωση του διαφορετικού ως απόδειξη αυτής ακριβώς της πολύμορφης συνθήκης. Διαβάζοντάς την ιστορία του, προσπάθησα να μπω στη συνείδηση ενός έφηβου αναγνώστη (αναρωτιέμαι αν θα φτάσει στα χέρια του) και σκέφτηκα πως, αν ήμουν στη θέση του Άλεκ ή του Κλείτου, θα ήθελα κάποιος να γράφει έτσι για μένα, ή αν δεν ήμουν στη θέση τους, θα με βοηθούσε να  κατανοήσω κάποιους φίλους, συμμαθητές που μου φαίνονταν παράξενοι. Και, μακάρι, να κατανοούσα και την επιλογή των ονομάτων τους: Αλέξανδρος (όχι το εκποιημένο και ανούσιο Άλεκ), δηλαδή ο υπερασπιστής των ανθρώπων (ρόλο που επιλέγει ο Αλέξανδρος απέναντι στον Κλείτο), και Κλείτος, δηλαδή ο ευκλεής, ο φημισμένος, μια υπόμνηση πως συχνά όποιος ωθείται στο περιθώριο κρύβει μέσα του τη δύναμη να διακριθεί· μια διακριτή ομορφιά που λίγοι βλέπουν. Η γραφή του Κοντολέων, είτε γράφει για ενήλικες είτε για νέους, χρησιμοποιεί συχνά την προοικονομία, ένα σχήμα που δομείται μέσα από γεγονότα, ή τον προϊδεασμό, ένα σχήμα που εστιάζει σε λέξη ή φράση, με τα δύο αυτά να δομούν την πλοκή προετοιμάζοντας τον αναγνώστη να συλλάβει τις νοηματικές απολήξεις της ιστορίας. Όπως εδώ που προσεγμένη και η παραμικρή λέξη, σωστά τοποθετημένα στη θέση τους τα γεγονότα, οδήγησαν στην τελική πρόσληψη εν συνόλω.


 Διώνη Δημητριάδου


Απόσπασμα

 

Και τρέχοντας κατεβαίνει τα σκαλιά, χώνεται μέσα στο γήπεδο, σπρώχνει όσους τον εμποδίζουν να πλησιάσει τον δικό του Αλέξανδρο, τον φτάνει κάποια στιγμή, τον βλέπει πάντα άγαρμπα να συγκρατιέται στους ώμους οπαδών… Τα πόδια του Άλεκ ακουμπάνε στο στήθος του ενός της τρίτης λυκείου, ο Κλείτος προσέχει πως στο αριστερό παπούτσι το κορδόνι έχει λυθεί… Και απλώνει το χέρι, θέλει να πιάσει την άκρη του κορδονιού –κάτι δικό του να αγγίξει!– , κάποιος τον σπρώχνει, τα δάχτυλά του όμως έχουν προλάβει να χαϊδέψουν την κάλτσα του Αλέξανδρου κι αυτός –πώς έγινε και μέσα σε όλον αυτόν τον συνωστισμό αισθάνθηκε την επαφή;– ρίχνει προς τα κάτω το βλέμμα, τον Κλείτο τον έχουν ήδη κάποιοι άλλοι σπρώξει πιο πέρα, μόνο οι ματιές τους θα συναντηθούν…

Στο βλέμμα του ενός έχει αποκαλυφθεί ό,τι φοβάται να φανερωθεί στο βλέμμα του άλλου. (σ. 154).


 

 

 

 

Μια χλωρή ίαση στη φθορά του κόσμου [Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος Κήποι, Εκδόσεις ΑΩ, 2025] Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου


,

[Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος Κήποι, Εκδόσεις ΑΩ, 2025]


Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
η πρώτη δημοσίευση στο Booksitting


Μια χλωρή ίαση στη φθορά του κόσμου

Η ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου (ΑΩ Εκδόσεις, 2025) αποτελεί μια βαθιά υπαρξιακή, ελεγειακή κατάδυση στις περιοχές του χρόνου, της απώλειας και της καλλιτεχνικής μοίρας. Με αισθητική αυστηρής λιτότητας, η ποιήτρια μεταμορφώνει το καθημερινό και το προσωπικό βίωμα σε τελετουργική εμπειρία, όπου το ατομικό πένθος αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά ως μια αργή και εσωτερική διεργασία φθοράς, ενώ η μνήμη και η λήθη συνυπάρχουν σε μια διαρκή, επώδυνη διαπραγμάτευση. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση της λήθης: «Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική; … Μνήμη του αίματος, λήθη να γίνεις» (σ. 13), συμπυκνώνοντας την αγωνία του ποιητικού υποκειμένου ανάμεσα στη μνήμη και τη λυτρωτική λήθη.

Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στους αρχαίους «Κήπους του Αδώνιδος», τα μικρά δοχεία με σπόρους που βλάσταιναν γρήγορα και μαραίνονταν εξίσου γρήγορα, συμβολίζοντας τον κύκλο ζωής και θανάτου του νεαρού θεού. Η Δημητριάδου μεταφέρει αυτό το αρχαίο σύμβολο στο σήμερα, μετατρέποντάς το σε μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ποιητικής πράξης: το ποίημα ανθίζει ως μια εύθραυστη μορφή αντίστασης απέναντι στην εφήμερη μοίρα του, γνωρίζοντας εξαρχής την προσωρινότητά του. Όπως διατυπώνεται στο ποίημα «Άωρος Θάνατος» (σσ. 11–12), ο Άδωνις «…τη συμφιλίωση έμαθε / την αναγκαία προσαρμογή / ίαμα στη φθορά», στίχοι που συμπυκνώνουν το βασικό υπαρξιακό νόημα ολόκληρης της συλλογής.



Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή, Βυθός. Η μελαγχολική γυναικεία μορφή που κρατά ένα εύθραυστο άνθος ή σπόρο, μαζί με τα δύο ψάρια που αναδύονται από το σκοτεινό βάθος, συνθέτουν μια ισχυρή οπτική μεταφορά της μνήμης, της σιωπής και της αναμονής. Οι γήινοι τόνοι, οι πορφυρές ανταύγειες και η λιτή εξπρεσιονιστική γραφή συνομιλούν με την ποιητική ατμόσφαιρα της συλλογής, προαναγγέλλοντας την αποδοχή της φθαρτότητας ως βασικό της υπαρξιακό αίτημα. Η γυναίκα του εξώφυλλου κρατά τον δικό της «κήπο», γνωρίζοντας ότι θα μαραθεί, όπως ακριβώς η ποιήτρια δημιουργεί τα ποιήματά της έχοντας επίγνωση της θνητότητας. Τα ψάρια στη βάση της εικόνας υποδηλώνουν ότι η αλήθεια παραμένει κρυμμένη στα σκοτεινά βάθη της μνήμης και του ασυνειδήτου και ότι η μόνη ουσιαστική αντίσταση απέναντι στο χάος είναι η εφήμερη, αλλά γενναία, άνθηση της τέχνης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ομώνυμο ποίημα «Αδώνιδος Κήποι» (σ. 10) διαβάζουμε: «…Θεοί καινούργιοι και παλιοί. Η μοίρα τους η λήθη… Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, και τα τωρινά και τα μακρινά. Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών», μια εικόνα που φωτίζει τη συνάντηση μνήμης, μύθου και παρόντος.

Το ποιητικό σύμπαν της Διώνης Δημητριάδου οργανώνεται γύρω από τρεις θεμελιώδεις άξονες: τη μεταφυσική της φθοράς, το δίπολο μνήμης και λήθης και το ήθος της ποιητικής δημιουργίας. Στο ποίημα «Σήψη» (σ. 36), τα μήλα που σαπίζουν πάνω στο τραπέζι μετατρέπονται σε μια συγκλονιστική νεκρή φύση της μνήμης, ενώ η λήθη προβάλλει ως μια άηχη αλλά αβέβαιη σωτηρία. Παράλληλα, η γραφή απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική ψευδαίσθηση: το μολύβι γίνεται εργαλείο θυσίας και ο δημιουργός καλείται να σηκώσει το βάρος των λέξεων ως προσωπικό πεπρωμένο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το «Ποιητού το Ήθος» (σ. 9): «Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι / από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό… Ευχή κι όχι κατάρα… Ήθος του ποιητή / το άχθος του ανθρώπου», οι οποίοι λειτουργούν ως ποιητική διακήρυξη της δημιουργού.

Ιδιαίτερα γόνιμη είναι η συνάντηση της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας με τη χριστιανική παράδοση. Η «χλωρή φακή» στο ομώνυμο ποίημα «Αδώνιδος Κήποι» (σ. 10) τοποθετείται στο περβάζι την ώρα που πλησιάζει ο Επιτάφιος, γεφυρώνοντας τον θρήνο για τον Άδωνι με το Θείο Πάθος και αναδεικνύοντας τη διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη για αναγέννηση. Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος στο ποίημα «Κάποια Μικρή Παρασκευή» (σ. 48): «Μια μνήμη ορφανή / σ’ ένα περβάζι παραθύρου / … / σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή», ενώ η καταληκτική εικόνα του ποιητή που «αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι / κι έμεινε να θαυμάζει / το μαύρο θαύμα μέσα του» συνοψίζει με λιτότητα το υπαρξιακό βλέμμα της συλλογής.

Η ποιήτρια οικοδομεί αυτή την προβληματική μέσα από ένα πυκνό δίκτυο συμβόλων που οργανώνεται γύρω από την αντίθεση του χλωρού και του μεταλλικού, του ζωντανού και του άψυχου. Το παράθυρο γίνεται το όριο ανάμεσα στην προστασία και στο χάος, ο καθρέφτης τόπος επώδυνης αυτογνωσίας, τα χάπια σύμβολο της σύγχρονης τεχνητής παρηγοριάς, ενώ ο σκοτεινός άγγελος και το αλουμινένιο δέντρο αποτυπώνουν την εμπειρία της απώλειας και της αποξένωσης μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει αισθητικά άψογος αλλά συναισθηματικά παγωμένος. Το ποίημα «Παραμόρφωση» (σ. 17) συμπυκνώνει αυτή τη συνθήκη: «Λύκος το προτιμώ / στη ράχη σου να είμαι / και να χαθούμε / δεν σε φοβάμαι… / τα χάπια καταπίνοντας / υπόσχεση χαράς / αν κλείσω το παράθυρο / ο χρόνος κυλάει κανονικά…», όπου το καθημερινό αντικείμενο αποκτά υπαρξιακή και ψυχική διάσταση.

Η εσωτερική πορεία της συλλογής αποτυπώνεται σε κομβικά ποιήματα όπως το [Καθώς σιγόσβηνε το θαύμα μέσα μου] (σ. 31), όπου η ανάγκη για νέους δεσμούς παρουσιάζεται ως σφυρηλάτηση πάνω στο αμόνι της ύπαρξης: «Μόνο που τώρα να βρω σφυρί κι αμόνι πρέπει / απ’ την αρχή σφυρήλατα να φτιάξω νέα δεσμά», αναδεικνύοντας ότι η ελευθερία και η δέσμευση αποτελούν συνειδητή επιλογή του ποιητικού υποκειμένου. Αντίστοιχα, στη «Μια Μόνον» (σ. 56), η αναζήτηση της χαμένης λέξης ισοδυναμεί με ύστατη προσπάθεια αποκατάστασης του νοήματος του κόσμου, ενώ στο «Σήμα Ταπεινό» (σ. 42) η συμφιλίωση με το κενό μετατρέπεται σε λιτή παρακαταθήκη προς τους επόμενους.

Η γλώσσα της Δημητριάδου είναι απογυμνωμένη από περιττά στολίδια και χαρακτηρίζεται από μια δωρική αυστηρότητα που προσεγγίζει την τελετουργική κατάνυξη. Οι παρενθέσεις και οι αγκύλες λειτουργούν ως ένας δεύτερος εσωτερικός μονόλογος, ενώ οι σωματικές και οργανικές μεταφορές γειώνουν το υπαρξιακό στοιχείο στην καθημερινή εμπειρία, δημιουργώντας μια ποίηση όπου η σκέψη και η ύλη παραμένουν αδιάσπαστα συνδεδεμένες. Εμβληματικό είναι το απόσπασμα από τη «Σφαγή σωστή» (σ. 35): «Σφαγείο είναι το ποίημα / μην καρτεράς τη λύτρωση / δεν είναι ψυχοφάρμακο… Αίμα πλημμύρα της γραφής / συνάμα της ανάγνωσης / άχθος δυσοίωνο..», το οποίο αποτυπώνει με μοναδική δύναμη τη σωματικότητα της γραφής και τη μετατροπή της ανάγνωσης σε εμπειρία συμμετοχής στην οδύνη.

Το ύφος είναι ελεγειακό, χαμηλότονο, εξομολογητικό και διακριτικά τραγικό. Δεν υπάρχουν ρομαντικοί μελοδραματισμοί ή κραυγές. Η απόγνωση και το πένθος φιλτράρονται μέσα από μια στωική αποδοχή («Το πένθος ες αεί»). Παράλληλα, διακρίνεται ένα τελετουργικό ύφος, ιδιαίτερα στα ποιήματα που σχετίζονται με τον Άδωνι και το Πάσχα, το οποίο προσδίδει στην προσωπική οδύνη μια διάσταση πανανθρώπινη και συμπαντική.

Η ποιήτρια επιστρατεύει μια πλούσια αλλά ελεγχόμενη γκάμα εκφραστικών μέσων. Οι αντιθέσεις και τα οξύμωρα («ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο», «σκότους μέσα στο φως», «ευχή κι όχι κατάρα») υπογραμμίζουν τη διττή φύση της πραγματικότητας. Οι ισχυρές μεταφορές και προσωποποιήσεις («Σφαγείο είναι το ποίημα», «άηχη λέμβος σωστική», «κράμα της μνήμης… σαπίζουν») μετατρέπουν τις αφηρημένες έννοιες σε βιωμένη εμπειρία. Σύμβολα όπως το παράθυρο, το μολύβι και το πηγάδι με το μαύρο μελάνι αποκτούν κεντρική σημασία. Στη «Θέα Σκοτεινή» (σ. 61) διαβάζουμε: «Δεν βλέπω τίποτα / μόνο μελάνι μαύρο / στίχους να ταξιδεύουν / όσο ο κυματισμός στέργει να τους κρατεί / μη βυθιστούν κι αυτοί / κι όλο χαθεί το ποίημα», εικόνα που μετατρέπει το ίδιο το ποίημα σε εύθραυστο αντικείμενο διάσωσης. Τα ρητορικά ερωτήματα «Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του πνιγμού;» εντείνουν τον υπαρξιακό μετεωρισμό.

Η συλλογή ολοκληρώνεται με την ταπεινή εξομολόγηση του [Δεν έχω άλλο, Κύριε] (σ. 75), όπου το ποίημα μένει ατέλειωτο σαν ένα σημάδι σταυρού και η ζωή αποτιμάται ως μια διαρκής θυσία στο ευτελές. Οι Αδώνιδος Κήποι δεν υπόσχονται εύκολη ανάσταση ούτε προσφέρουν παρηγορητικές βεβαιότητες. Αντίθετα, στέκονται με νηφαλιότητα απέναντι στο «μαύρο θαύμα» της ύπαρξης και προτείνουν ως μοναδική δυνατότητα σωτηρίας μια εύθραυστη αλλά επίμονη άνθηση της τέχνης μέσα στη φθορά. Όπως δηλώνει το «Σήμα Ταπεινό» (σ. 42): «Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί / αφήνοντας τα ίχνη τους / λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς… / μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα… / κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς / μα για τους άλλους που έρχονται». Έτσι, η συλλογή αφήνει πίσω της ένα «σήμα τόσο δα», μια μικρή αλλά ακλόνητη μαρτυρία φωτός απέναντι στη λήθη του κόσμου.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Θωμάς Κοροβίνης Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Θωμάς Κοροβίνης

Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου

που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Θωμάς Κοροβίνης: «Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή»




 

«Καμιά φορά σαν να μιλάνε οι παραπονεμένοι άγγελοι. Ίσως κι ο ίδιος ο Θεός». (σ. 35).

Μέσα σε λίγες λέξεις –ποιος χρειάζεται περισσότερες;– όλη η ουσία της γραφής του Γιώργου Ιωάννου. Τι κρίμα που πολλοί σήμερα (όπως και τότε ακόμη) ξεχάσανε να ακούνε, και μαζί ξεχάσανε και τον ανθρωπογνώστη και δάσκαλο της ζωής, όπως τον ονομάζει ο Θωμάς Κοροβίνης στο χειμαρρώδες κείμενο-ανοιχτή επιστολή προς τον ίδιο αλλά και προς όσους ποτέ δεν τον ξεχάσαμε. Εστιάζοντας στον Ιωάννου, όπως και σε λιγοστούς ακόμη, ανοίγει ένα τοπίο, πικρό στη μνήμη αλλά απίστευτης ωραιότητας, που προκαλεί τη σύγχρονη αδιαφορία (μα και ανοησία) να αγγίξει το παλίμψηστο αυτού του τόπου που ανασαίνει με τις πολλαπλές του αναπνοές, ενώνοντας όσα επιφανειακά ανόμοια, όμως επίμονα καρφωμένα στο ίδιο σώμα. Η εκλεκτή αφορμή οδηγεί, άλλοτε με ευθείς και άλλοτε με παρακαμπτήριους δρόμους, στον στόχο ενός κειμένου που δεν αποτελεί απλώς  μια τιμητική μνεία στον Γιώργο Ιωάννου, αλλά συμπεριλαμβάνει όλα τα ακριβά μεταλλεύματα, τα κρυμμένα κάτω από τις κακοτοπιές μιας ζωής περίλαμπρης μα και κενής νοήματος. Έτσι, χτίζεται μια σύναξη ζώντων και, κυρίως, τεθνεώτων, που δεν μπορεί κάπου θα συναντώνται να μιλήσουν για τα ομολογημένα τους και τα ανομολόγητα, τις προσωπικές τους πίκρες, γέννημα μιας πατρίδας που τα χαλάει τα παιδιά της. Ο Μάρκος Μέσκος, ο Κωστής Μοσκώφ, η Διδώ Σωτηρίου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μάνος Ελευθερίου, κι άλλοι, κι άλλοι, μα όσο τους μετράς πάλι λίγοι βγαίνουν μέσα στο  πλήθος, το οιονεί ανοϊκό. Και η Θεσσαλονίκη, κάποτε κραταιά κοιτίδα των γραμμάτων, παρούσα κι αυτή (αν τη νιώθεις ως μάνα των προσφύγων), αλλά με αλλοιωμένη τη μορφή της, την ουσία της, το πνεύμα της – ο Κοροβίνης αμείλικτος όσο κι αληθινός:

«Δε μασάω στα σχόλια και στις ειδήσεις, ότι δήθεν η πόλη αυτή θα ’ρθει στα συγκαλά της. Ό,τι βλέπουν τα μάτια μου εκείνο πιστεύω». (σ. 51).

Σαν να το χρωστάει στον αδελφό Ιωάννου, σαν να μιλάει όπως θα μίλαγε κι εκείνος, αν ζούσε ακόμα σήμερα.



«Πάλι εψές πολιορκούσες τα όνειρά μου. Καθόσουν πάνω σ’ ένα σύννεφο και τραβούσες κουπί, να φτάσεις πού; Λαχανιασμένα έλαμνες. Ποιον πήγαινες να βρεις; Τον Διγενή; Τον Τρεμαντάχειλο; Τα σκυλιά του Σέιχ-Σου; Τη Λάμια του παραμυθιού; Τον Καλογερόπουλο; Τον Κακριδή; Τον Κουμανταρέα; Τον Παναγούλη; Έπιασες στεριά κι έδεσες σε μιαν άκρη. Βγήκες προς το άγνωστο. Τέσσερις πολιτείες! Οι μάνες μας! Ποια να διαλέξεις; Η Πόλη έσταζε αίμα! Η Σμύρνη έσταζε αίμα! Η Τραπεζούς έσταζε αίμα! Η Θεσσαλονίκη έσταζε αίμα!» (σ. 50).

Μια μνεία σε κάθε «αγαθότητα», όπως τη διαβάζουμε στις ιστορίες του Ιωάννου, τώρα πιο επίκαιρη από ποτέ, που κάθε μορφή ιδιοτέλειας, ευτέλειας και συμφέροντος έχει επισκιάσει επικίνδυνα τον ουρανό μας. Μια κραυγή συνάμα, γιατί αλίμονο αν πάψει κάποτε, μην και ξυπνήσουν οι υπνώττουσες συνειδήσεις και νιώσουν τις αόρατες αλυσίδες, κάτι σαν τα κάγκελα που έβλεπε παντού ο Τζίμης Πανούσης. Μια κραυγή που ο Ιωάννου την είχε δει να «κονταίνει» στο ποίημά του «Σε επαρχία μακρυνή»:

[…] Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή/ “Ζήτω η ελευθερία” γιατί κι αυτή καλή·/ όμως γλυκό και το ψωμί.

Το αφήγημα, στην τωρινή του μορφή στην πρόσφατη έκδοση (Άγρα), είναι το αποτέλεσμα συστηματικής επεξεργασίας των αρχικών του μορφών, σημάδι πως επί σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου (από τη φυγή του στο νέο του καταφύγιο, την καταπακτή, την γκλαβανή του) ο Κοροβίνης έψαχνε διαρκώς μέσα του (και στα γραπτά του, ως εκλεκτός επίγονος) τη σκέψη, τις λέξεις, τις μνήμες εκείνου, τη θέα του στον κόσμο, να μη χαθεί τίποτα από τον «δάσκαλο» όχι μόνον της γραφής μα και της ζωής.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Νίκος Σκούφος Η αναχώρηση Εκδόσεις Επίμετρο

  ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Νίκος Σκούφος

Η αναχώρηση

Εκδόσεις Επίμετρο


 


Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Επίμετρο το συναρπαστικό μυθιστόρημα του Νίκου Σκούφου Η Αναχώρηση, ένα ταξίδι πέρα από τη Γη, προς μια κοινωνία χωρίς χρήμα, σύνορα, στρατούς, αστυνομίες και φυλακές.

Μπορεί να υπάρξει μία σύγχρονη κοινωνία, χωρίς να κυκλοφορούν χρήματα και με όλα να ανήκουν σε όλους; Είναι δυνατό όλοι οι άνθρωποι, από τη στιγμή που γεννιούνται, να έχουν δικαίωμα δωρεάν παροχών από τη Κοινότητα, απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν και είναι μέλη της;

Υπάρχει η πιθανότητα ο Ιωάννης στην Αποκάλυψή του να πρόβλεψε τις διαστάσεις ενός τεράστιου κυβικού διαστημόπλοιου, που μπορεί να σώσει όλους τους ανθρώπους της Γης από μια αναπότρεπτη κοσμική καταστροφή;

Θα μπορούσαν όσοι άνθρωποι δέχονταν να Αναχωρήσουν με τον Κύβο, να φτιάξουν στο νέο πλανήτη, όπου θα μεταφερθούν, αυτή τη νέα Κοινωνία, που θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς χρήματα, σύνορα, στρατούς, αστυνομίες και φυλακές;

Μπορούν να υπάρξουν τελικά οι προϋποθέσεις οι άνθρωποι να γίνουν «ως θεοί»;

Πόσο θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξέλιξη αυτή ο Πάπας, ο Δαλάι Λάμα και οι άλλοι θρησκευτικοί και πνευματικοί ηγέτες της Γης;

Θα τα καταφέρουν όλα αυτά, και πώς, ο Πορφύριος  (ένας ηγούμενος από το Άγιον Όρος), η Φατίμα (μία κακοποιημένη και κατατρεγμένη γυναίκα από το Αφγανιστάν), και όλοι οι άλλοι, που επιλέγουν να κάνουν αυτό το ταξίδι;

Αλλά και ο Αδάμ και η Εύα και όλοι οι άλλοι άνθρωποι, που γεννήθηκαν στη Νέα Γη, που την είπαν και Εντοπία;

Και πόση βοήθεια παίρνουν από τη Λούσυ και την Πανδώρα, τους πανίσχυρους κβαντικούς υπερυπολογιστές;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα, στα οποία προσπαθεί να δώσει απάντηση το βιβλίο, που κρατάτε στα χέρια σας...

 

Ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης σημειώνει στον πρόλογό του:

«Στην ουσία ο Σκούφος πραγματεύεται θέματα κοινά, διατυπώνοντας ξανά τα ίδια ερωτήματα που δεν βρίσκουν απάντηση. Η πλανητική απειλή και η συνακόλουθη λύση της εγκατάλειψης της Γης είναι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους  χωρούν τα πάντα: Θεσμοί, εκκλησία, κοινή γνώμη, τεχνητή νοημοσύνη, Τύπος, μαφία… Ο συγγραφέας βάζει τους πάντες στο παιχνίδι του.  Κι ο αναγνώστης μένει με την αίσθηση πως ταξιδεύει  σε ένα αφηγηματικό τοπίο φαινομενικά ήρεμο, όπου οι ανατροπές τον περιμένουν σε κάθε σελίδα. Η Αναχώρηση είναι ένας αποχαιρετισμός στον κόσμο που ξέραμε, ή καλύτερα η διόρθωση αυτού εδώ του κόσμου, αφού στην πραγματικότητα ο ανθρώπινος κόσμος είναι πάντοτε ο ίδιος.»

 

Βιογραφικό


Ο Νίκος Σκούφος γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα, ασκώντας το επάγγελμα του δικηγόρου. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Χωρίζοντας την ανάμνηση σε πηγαιμὀ και γυρισμό με φόντο κάθε αναλυμένη ηδονή μιας λεύτερης υπόστασης (1971) και Έξη προσπάθειες του Δον Κιχώτη για την τιμή της Δόνα Δουλτσινέα στον κάμπο με τους ανεμόμυλους (1972). Ο σπόρος της Αναχώρησης άρχισε να φυτρώνει στη διάρκεια της πανδημίας Covid
19.

 

Εκδόσεις Παπαζήση, Νικηταρά 2 & Εμμ. Μπενάκη, 106 78 Αθήνα, 210 3822496, 210 3838020

 

 

 

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ Δώδεκα και ένα ψέματα Εκδόσεις Οδός Πανός Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Δώδεκα και ένα ψέματα

Εκδόσεις Οδός Πανός



Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου

 


Αλλότρια ψέματα για εμάς τους ίδιους

 

Τα ενδιαφέροντα βιβλία, τα σημαντικά, εμπνέουν· είναι φωτιά. Πυροδοτούν μια φλόγα μέσα μου κι αρχίζω να καίγομαι· να καίω λέξεις, τύπους, πνεύματα, τόνους άτονους, άξεστους παρατατικούς και μελλοντικούς μέλλοντες. Κάπως έτσι ένοιωσα διαβάζοντας τα εξαιρετικά αυτά μικρά διαμάντια· τα  «Δώδεκα και ένα ψέματα» του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, σε ένα κομψό και ιδιαίτερα επιμελημένο μικρό βιβλίο των εκδόσεων ‘Οδός Πανός’, με εξώφυλλο και σκίτσα της Σάντρας Χρήστου και πρόλογο της Μαργαρίτας Καραπάνου. Τόσες αλήθειες μέσα σ’ αυτά τα υπέροχα σύντομα κείμενα, τα ιχνογραφημένα με τέτοια λιτή μαεστρία… Μένω ενεή και μόνη. 

 

Χαράζω με το χέρι νοερά στον αέρα, ‘Κύκλους’, άδεια μηδενικά μακριά το έν’ απ’ τ’ άλλο· χαμένες υπάρξεις πια. Διαβάζω ‘Το γράμμα’ του ρημαγμένου ήρωα, αναζητώντας λύτρωση στα δάκρυα που ξέφυγαν απ’ το παράπονο των ματιών. Τελικά είναι μια δοσμένη ‘Συνταγή’ η ζωή, μέσ’ από γεγονότα σε αλληλουχία, ψυχής, σώματος, προσώπων, ζώων, φυτών; Χτυποκάρδια στο σύμπαν που εναλλάσσονται στις στιγμές; Μαζεύω αδέσποτα σ’ αγαπώ και ‘Σπόρους’ να φυτέψω κι εγώ κάποια στιγμή· μιας και στη ‘Ζαβολιά’, ακόμα κι ο Θεός κουράστηκε απ’ τους ανθρώπους και κρύφτηκε· κρύφτηκε εντός μας, να μην τον βλέπουμε. Και ποιος κοιτάζει μέσα του άραγε; Ψάχνουμε αέναα,  φυτεύουμε τις κραυγές, το είναι μας, και σπάνια φυτρώνει αγάπη. Σπέρνουμε λέξεις στα χαρτιά, και σπάνια αναδύεται Ποίημα. Όλα ψέμα; Μα κάπου θα ’ναι κι η αλήθεια. Στο μη άρτιο· στην αμαρτία; Σίγουρα όμως σε κάθε ‘ψέμα’ του Αδαμόπουλου ελλοχεύει και μια αλήθεια.

 

Ω Άνθρωπε, κρυμμένε μέσα σε ‘Χιτώνας Δερματίνους’! Γδύσου, απαλλάξου απ’ τη φήμη, γίνε ο Θεός σου· ο γυμνός κι αληθινός Θεός. Σου είπαν για τη συγχώρεση· πως έτσι μόνο θα σου χαριστεί Παράδεισος. Μην ακούς: Μια καλημέρα, μια αγκαλιά, λίγο ‘Αλάτι’ κι ένα χαμόγελο αγαπητικό μες απ’ την καρδιά, αρκούν... Διάφανα τα λόγια και τα ‘ψέματά’ σου καλέ μου Ποιητή, όσο κι αν ποτέ δεν φανερώνουν κάτι συγκεκριμένο και δεν έχουν καμιάν αναφορά σε τόπο, χρόνο, ονόματα. Σε τίποτα: Κάποιοι κάπου κάποτε· τώρα, τότε. Τίποτ’ άλλο. Τα βλέπω όμως όλα καθαρά. Φτάνω σιγά σιγά στην αλήθεια, που αχνοφαίνεται πέρα· στο βαθύ ‘Ψάρεμα’ που κάνεις μέσα σου. Εκεί· στο ξάγναντο όπου όλα τελικά βγαίνουν στο φως, ακόμα και τα πιο σκοτεινά. Ακόμα κι ένα ‘Φασόλι’ που πονάει όταν φυτρώνει· όπως πονάει ο άνθρωπος όταν γεννιέται. Και οι πολλοί γυρεύουν πάντα κάποιος ‘Μάγος’ να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής τους.

Πώς σωπαίνει εκείνος, απορώντας όταν πεθαίνει έχοντας αψηφήσει ‘Το φίδι’ κι όλοι γύρω του κλαίνε για λογαριασμό δικό τους. Πόσο συντρίβεται ο ‘Πάτερ Παΐσιος’ συνειδητοποιώντας κάποια σκοτεινά και άρρητα, όταν ένας Χριστός γυμνός και γήινος κρέμεται μπρος του γυρεύοντας μιαν ανθρώπινη αγκαλιά να τον ζεστάνει. Και δίχως σταματημό αιώνες τώρα, η ‘Ψυχή’ βασανίζεται και ξεγλιστράει εδώ κι εκεί γυρεύοντας πάντα τη λύτρωση. Περπατώ στα πλακόστρωτα κι αγκαθωτά ‘ψέματα’ του υπέροχου παραμυθά Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, φωνάζοντας κι εγώ ‘Ααα’ προσμένοντας ν’ ακούσω από κάπου ένα ‘Οαα’ κι αχνοφαίνονται μπρος μου αλήθειες σαν άνοιξη στον ορίζοντα· φως ανέσπερο.

 

Πολύ σπάνια τόσο λίγες σελίδες κρύβουν μέσα τους τόσα πολλά και υπαινίσσονται ακόμα περισσότερα, με τόση λεπτότητα και χάρη: Όπως ο ‘Πρόλογος’ για παράδειγμα που σχεδόν καταργεί τον Λόγο, λέγοντας όμως τα πάντα μέσα σ’ ελάχιστες μόνο γραμμές. Κι ακόμα, το ξάφνιασμα κι ο θαυμασμός μεγαλώνουν καθώς συνειδητοποιώ ότι τα ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ δεν είναι τωρινά, μα είναι κιόλας τριάντα πέντε χρόνων κι έχουνε κάνει μια μακρά πορεία, μεταφρασμένα σε τέσσερις γλώσσες. Καλύτερα έτσι: Έρχονται από πολύ μακριά· όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ήδη από τότε η Μαργαρίτα Καραπάνου, που τα μετέφρασε μάλιστα η ίδια στα γαλλικά.

 

Αθήνα 21 Ιουνίου 2026

©Τζένη Κουφοπούλου

tkoufopoulou@yahoo.com