Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ Του Σίμου Ιωσηφίδη

 

 

 

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ

 

Του Σίμου Ιωσηφίδη

 

 


Με την Μουσική άγουσα σκέφτομαι πόσο όμορφα θα μπορούσε να εκδραματιστεί συμβολικά ο παράδοξος εκείνος αποχωρισμός που βρίσκεται στη ρίζα κάθε αληθινού έρωτα. Όχι μόνον αυτό: συνολικά με την Τέχνη ο θάνατος κυοφορεί το ίδιο το νόημα της ζωής, κάτι σαν ένα πανάρχαιο ζήτημα της κυριαρχικής θυσίας. Και είναι αυτό το σχήμα που ανιχνεύοντας ενδελεχώς βρίσκει, επιτέλους, σε έναν εύθετο χρόνο την έκφρασή του στην αθεράπευτη μελαγχολία.

Η διαχείριση του πένθους είναι κάπως παράξενη. Άλλοι πενθούν μια στιγμή και άλλη πενθούν μια ζωή. Ουδείς στάθηκε ικανός ώστε να βολιδοσκοπήσει το ακριβές βάρος, την ένταση και, ως εκ τούτου, την διάρκεια της λύπης. Πρετ-α-πορτέ υποδείξεις για την ρύθμιση του πένθους καλό είναι να ρίχνονται πάραυτα στον Καιάδα...

Στον θάνατο δεν πενθείται το σώμα, αλλά ο παρωχημένος δεσμός του με την ύλη, εκείνος ο δεσμός που μετατρέπεται από την χειρονομία της προσφοράς σε κάποιο όραμα καινούριου νοήματος. Μήπως, άλλωστε, η κηδεία καθαυτή, μέσα σε εκείνα τα μυρωμένα κύματα λουλουδιών, δεν ενέχει την ίδια την οσμή μιας ονειροπόλησης;

Μολαταύτα, υπάρχουν κι εκείνοι οι οποίοι καλούνται να υποδυθούν έναν «κόντρα ρόλο». Η ξανθιά κοπέλα της πολυκατοικίας που έπεσε οικειοθελώς μιαν άνοιξη από τον πέμπτο όροφο, αίφνης κάνει τον παραδεισένιο βίο ασύλληπτο. Το αδιανόητο ή απονενοημένο μετουσιώνεται σε προγραμματισμένο. Δεν νομίζω να υπάρχει κάτι συγκλονιστικότερο εδώ από το «γέλα παλιάτσο, γέλα».

Έτσι, και πάντα τηρουμένων των αναλογιών, το πεθαίνω το φθινόπωρο και θάβομαι τον χειμώνα, εκεί που η φύση μαραίνεται όταν απλώνεται το πορφυρό μισόφωτο κάποιου απογεύματος, πάει περίπατο. Εν πολλοίς, κι ενώ η καρδιά σου γίνεται εκατομμύρια κομμάτια, εσύ συνεχίζεις και συνεχίζεις να «προσφέρεις γέλιο». Άραγε, αναρωτιέμαι, θα υπάρξει ποτέ μια ακριβής καταμέτρηση των κλόουν που, εκείνη την τυραννική περίοδο, κλήθηκαν επί σκηνής να υποστούν αυτό το βασανιστήριο; Το περιλάλητο «κέφι» μπροστά στο απρογραμμάτιστο κακό μολώχ προφανώς θα έδινε «τραγωδίες» υποτιτλισμένες στην Επίδαυρο. Και η λυρική εποποιία ενός θανάτου που θα γονιμοποιούσε τον έρωτα, η τελετή μιας απώλειας που θα ενθάρρυνε την άνθιση στο λιβάδι χρησιμοποιώντας και εξιδανικεύοντας την ποίηση θα ήταν μια ουτοπία. Ο παλιάτσος θα ενδυόταν εκείνη την βασανιστική στολή παραλλαγής αυτοαναιρώντας την όποια υποχρέωση πένθους. Τούτο, εν ευθέτω χρόνω, θα γινόταν πραγματικότητα απ’ την ανάποδη. Ιδού η απόδειξη.

 

Ήταν τέλη Αυγούστου στο καταπράσινο εκείνο νησί  και καθόμουν το βράδυ στο καφενείο περιστοιχισμένος από εκείνους τους ψυχολογικά προετοιμασμένους «ντόπιους». Οι τελευταίοι χασκογελούσαν μιλώντας για κάτι βρόμικες ημίγυμνες τουρίστριες που δεν είχαν ξεπλύνει το αλάτι από πάνω τους. Αντίκρισα τον τηλεοπτικό δέκτη  του μαγαζιού. Οι πυρκαγιές μαίνονταν και τα αγγελτήρια πένθους για κάποιους νεκρούς πυροσβέστες στοίχειωναν. Αίφνης διαπίστωσα πως η μετάδοση αναφερόταν στο νησί που διέμενα. Οι «προετοιμασμένοι» θαμώνες συνέχιζαν να φωνασκούν γελώντας ηχηρά...

Βγήκα στην πλατεία. Ανασηκώνοντας το βλέμμα είδα τις γιρλάντες φωτιάς που κατέστρεφαν τους ορεινούς οικισμούς απέναντί μου. Το αποτροπιαστικό θέαμα σύντομα συνοδεύτηκε ηχητικά από σειρήνες. Ένα μακάβριο, συνεχές κι εκκωφαντικό λάιτ μοτίφ που έβγαινε από κόκκινα οχήματα που κατευθύνονταν στην φωτιά.

Στο καφενείο κάποιοι χόρευαν ασταμάτητα ενώ τραγουδούσαν. Μια παράξενη μορφή αναισθησίας και «ακηδίας» είχε καταλάβει όσους μετείχαν στο greek kefi. Η φρίκη δεν σταματούσε την φιέστα.

Ώσπου μια ξαφνική προειδοποίηση ούρλιαξε από τα κινητά τηλέφωνα καλώντας την άμεση απομάκρυνση από την περιοχής. Δεν άργησε και η αστυνομία να απαιτεί την εκκένωση του χωριού. Οι επίδοξοι χορευτές διέκοψαν ανήσυχοι. Οι φλόγες που πλησίαζαν ολοένα και πιο πολύ είχαν σταματήσει την μουσική κλονίζοντας την ψυχολογία τους.

Μια νέα πρόταση για την διαχείριση του πένθους μόλις είχε γεννηθεί για μένα.

 

«Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν η μια με την άλλη, η κάθε δυστυχισμένη είναι δυστυχισμένη κατά τον δικό της τρόπο».

Έτσι ξεκινούσε η «Άννα Καρένινα» το 1877...

 

Σίμος Ιωσηφίδης


(Arturo Souto, Still life with Harlequin, 1960)

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

σαν α σαν ο διηγήματα Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου εκδόσεις Εύμαρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

σαν α σαν ο

διηγήματα

 Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

εκδόσεις Εύμαρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το πανάρχαιο κεντίδι • Fractal

 


Το πανάρχαιο κεντίδι

Οι αφορμές μιας γραφής ίσως πολλές. Οι πιο βαθιές χαράσσουν τις σελίδες, δεν επιτρέπουν καμία υποχώρηση στην ουσία του λόγου. Είναι αυτές που συν-κινούν, αυτές που τις μοιράζεσαι. Έξι και χωριστές οι αφορμές στα διηγήματα της Κατερίνας Παπαδημητρίου, όσες και τα κομμάτια-θραύσματα της συλλογής της. Κι όμως, σαν μαγικά να ενώνονται όσα εθραύσθησαν, κι έρχονται σε μια ανάγνωση να χτίσουν ξανά το αρχικό ακέραιο σώμα. Από τον λαβύρινθο των μύθων –πόσο παραμυθητικό το ψεύδος– που τείνουν προς μια ωραιοποίηση των προδιαγεγραμμένων ρόλων, να οδηγήσουν στο άφευκτο μιας ομοιομορφίας μέσω μιας προσομοίωσης, όλα όμοια να γίνουν, να μη χαθούν οι «ρόλοι». Κατόπιν η προσταγή, αφού γλυκά αφομοιώθηκε ο μύθος, να αποκαλυφθεί πως όλα ένα σκληρό στο επιμύθιό του παραμύθι ήταν. Κι όταν έρχεται η ώρα της επίγνωσης, και η πλάνη πλέον φανερή, έχει πλέον επιτευχθεί η αναμενόμενη υποταγή, και ποιος τολμάει τώρα την αποκαθήλωση των ιερών συμβόλων; Έχουν το τίμημά τους όλα αυτά, ανάμεσά τους και η γραφή, η έκθεση προς τα έξω. […] «θα γράψω» είπε «όσα έμαθα κι όσα έχω ξεχάσει θα τα θυμηθώ». («Σαν άλφα σαν όμικρον», σ. 63).

Διαβάζοντας τα διηγήματα της Κατερίνας Παπαδημητρίου, όλα σε μια συνεχή ροή, κι ας διακρίνονται το καθένα με τον τίτλο του, τοποθετημένο στην ενότητά του, μοιάζει να ακούγεται μια πανάρχαια ιστορία, γεμάτη από μύθους και επιφανειακές απομυθοποιήσεις, ίσα για να μη χαθεί ο αρχικός σκοπός, το αρχικό σχέδιο. Ας πούμε το Α ως αρχή και το Ω ως τέλος-σκοπός – θα ήταν αλλιώς η όψη του κόσμου αν είχαν αυτή τη μορφή, αν ολοκλήρωναν ένα σχήμα. Είναι όμως μικρά, με το πρώτο, το α, να μην χάνει (αν και μικρό) τη δύναμή του, έτσι που σαν πλάγια μορφή ταύρου σθεναρού (ιδιότυπο ανδρικής ισχύος) εμφανίζεται. Το Ω «μέγα» όμως, σαν γίνει μικρό και ευτελές, το λέει άλλωστε και η λέξη: ο «μικρόν», τότε μόνο οδύνη, ορφάνια και υποταγμένη όψη έχει. Είναι αυτά τα δύο γράμματα που κανοναρχούν τον κόσμο της αρσενικής ισχύος και της θηλυκής κατωτερότητας, με την κάθε υποχώρηση του ισχυρού απλώς να επιβεβαιώνει την κυριαρχία του. «Δύο πλευρά/ το ένα κεντημένο», διαβάζουμε στην προμετωπίδα. Κατάργηση της ισότητας, αρχή της αδικίας, θεόπνευστης μάλιστα προς επίρρωσιν του άνισου καταμερισμού. Όλα να γίνουν «σαν» όχι με την έννοια του δήθεν αλλά με την έννοια της ομοίωσης, που χτίστηκε μεθοδικά και αργά.  


Τα γραπτά αυτά διαβάζονται (και ερμηνεύονται ίσως) και μέσω των ποιητικών στάσιμων που προηγούνται των διηγημάτων και εισάγουν στον δικό τους χώρο. Μια επιλογή που συνταιριάζει άριστα το ποιητικό με το πεζό ως αλληλοσυμπλήρωση, καταργώντας την ειδολογική κατάταξη και ανοίγοντας τα όρια μιας γραφής που μόνον ως ενιαία μπορεί να εκληφθεί. Όπως το ποιητικό πριν την 5η ενότητα («Υποτακτικές»): Να θέλεις/ υποτακτική/ του ρήματος θέλω// Σε ελεύθερη μετάφραση/ – πάντα –/ χωρίς μεταπτώσεις// Ενδίδει/ σε/ κορμί δανεικό/ σε χέρι αρσενικό// Εκλύεται/ Προστάζει/ Θέλε,  που μπορεί να διαβαστεί ως ενιαίο όλον με το διήγημα «Kanun», ερμηνεύοντας καταλυτικά την τελευταία του παράγραφο: […] Τα άκρα της Βαλμίνα συγκολλήθηκαν. Χρειάστηκαν πολλές χειρουργικές επεμβάσεις. Στη δίκη κατάφερε να περιγράψει ελάχιστα. Πριν εγκαταλείψει την αίθουσα κατάφερε να ψελλίσει: «Έκοβε σιγά σιγά». (σ. 86).

Μένω στο τελευταίο, επιστολικής μορφής, «Το δέντρο», σσ. 119-120), που μόνο του στην τελευταία ενότητα, προλογιζόμενη από έναν «Ψαλμό» (Ψαλμός κπ΄1103 και κάτι), ολοκληρώνει, κατά τη δική μου ανάγνωση, το όλο εγχείρημα νοούμενο ως ενιαίο, με τα διηγήματα που προηγήθηκαν να αποτελούν την τεκμηρίωσή της αρχικής ιδέας. Όπως άρχισε με τις παραμυθίες, έτσι τελειώνει με τον πανάρχαιο μύθο που όρισε έκτοτε το αμαρτάνειν, θεμελίωσε την ανισότητα, διαχώρισε το ανθρώπινο είδος σε δύο: το ισχυρό «α» και το ασθενές «ο». Η Παπαδημητρίου στο εξαιρετικό στη σημειολογία του «δέντρο», βλέπει τη γυναικεία μορφή να αγνοεί, να καταργεί το πανάρχαια στημένο σκηνικό, να το ξεθεμελιώνει από τις ρίζες του, να βιώνει τη γέννηση και τη φθορά, για να καταλήξει σε μια ελπίδα άνθισης ξανά. Η φωνή που ακούμε ανάμεσα σε αλήθεια και όνειρο, δεν παίρνει απάντηση με λέξεις, παραμένει μοναχική· η άλλη παρουσία, η ανάκουστη, την έχει αλώσει ολοσχερώς.

Πιστεύω πως η ουσία στο πεζογραφικό εγχείρημα της Παπαδημητρίου δεν έγκειται τόσο στους τρόπους και τις τεχνικές της αφήγησης –όλα εύστοχα και άξια μνείας, καθώς αποδεικνύουν τη σοβαρή σκευή της–, συγγραφικά μέσα με τα οποία διαχειρίστηκε την αρχική ιδέα, όσο σ’ αυτή την ίδια την ιδέα, που επανεισάγει στη λογοτεχνία μας το θέμα της ανισότητας και της αδικίας με μια γραφή ιδιαίτερη, συνοψίζοντας χρόνους ιστορικούς και μη, μύθους και αλήθειες.

Στο εξώφυλλο, μινιμαλιστικό εικαστικό της Μαρίας Καντ (Καντωνίδου).

 

 Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ δύο ποιήματα από τη συλλογή Μετα-ελεγείες, Εξιτήριον, 2025

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ

δύο ποιήματα

από τη συλλογή Μετα-ελεγείες, Εξιτήριον, 2025



 

ΜΕ ΤΙΣ ΩΡΕΣ

 

Η συντροφιά

Ένας βαθμός στο εφόδιο

Έτσι που να προμηνύει την παρακμή.

 

Η συντροφιά

Δύο ατυχήματα στο βάθρο

Και μία πολύ άδικη οντότητα.

 

Η συντροφιά

Τρία σχήματα αγάπης σε ένα υπόγειο σύνολο

Ίσως πάντα συνέβαινε αυτό.

 

Η συντροφιά

Τέσσερις άμορφες κηλίδες σιωπής

Που η απόδειξή τους στέκει οριακή. ,

 

 

ΑΗΧΟ AMBIENT


Έχω καιρό

Ν’ αδειάσω τα τασάκια

Και τώρα

Το να μετακομίσεις

Δεν είναι εύκολο

Όπως και το να περπατήσεις.

 

Και τότε και τώρα και πάντα.

 

Μα πρόλαβα να μη μοιάσω

Σε ό,τι περιφρονώ.

 

Στα βράχια

Το κύμα

Χαραμίζεται ή στέκεται;

 

Τώρα βγαίνω

Για να μπω

Και πάντα θα αισθάνομαι πληγωμένος.


Μιχάλης Κατσιγιάννης

(φωτογραφία: Adrian Donoghue)


Ο Μιχάλης Κατσιγιάννης γεννήθηκε το 1997 στην Πάτρα όπου και ζει. Είναι ποιητής και ανεξάρτητος μελετητής της λογοτεχνίας. Κείμενά του κυκλοφορούν σε διάφορα περιοδικά και ιστοσελίδες. Έχει εκδώσει (ως ψηφιακά βιβλία) δύο μελέτες και πέντε ποιητικές συλλογές. Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο. [ https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/ ].

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ





Με θρησκευτική κατάνυξη, ευλάβεια και σεβασμό,
με παθιασμένη νοσταλγία και έντονη επιθυμία
εισήλθε προσκυνητάρης στον ιερό ναό του χρόνου,
ασπάστηκε της μνήμης τις ιερές εικόνες,
γονάτισε μπροστά στον άμβωνα των παρακλήσεων
και είδε σε φως ιλαρό να λάμπουν οι αναμνήσεις.

Σειρήνεια άσματα της αναβίωσης οι προκλήσεις,
τα ενθυμήματα λαμπρή πομπή και γιορτάσι
και η αναζήτηση του μέλλοντος στα περασμένα
όμορφη περιπλάνηση στου χρόνου τα καρτέρια
χωρίς μετανιωμούς κι αναστολές, χωρίς παλινωδίες
παρά αναβάπτιση κι ανάνηψη στα περασμένα.

Ανακάλεσε στη μνήμη του πολλαπλά ταξίδια
σε τόπους μακρινούς, ασύνορους και της γης μεράδια,
σε πόλεις μικρομέγαλες με συγχρωτισμένα πλήθη
σε θάλασσες με ανοιχτούς ορίζοντες κι αγνάντια,
αρίθμησε περάσματα σε ωκεανούς και ηπείρους
και αγαλλίασε ευτυχής υπερπόντιος ταξιδιώτης.

Δυο γωνιές όλη η γη κι η γνωριμιάτης ένας δρόμος,
μια αγκαλιά οι κάτοικοι απλόχωρη και αδελφοκρατούσα,
του χρόνου μετεξέλιξη και φέγγισμα ευημερίας,
στα σταυροδρόμια των λαών και τις συναπαντήσεις
πολύτροπη περιπλάνηση απ’ την ανατολή στη δύση
για το κοινό τ’ απάντημα πολιτισμών και ιστορίας.

Άσμα ασμάτων το πρώτο τους γλυκοφίλημα
στην παρακείμενη αυλή των μυστηρίων του έρωτα
και στην ανοιχτή απλωσιά των θαυμάτων της αγάπης,
η αναθύμηση περιπλάνηση σε όρκους και υποσχέσεις
για τις ομορφιές και τις χαρές της συμβίωσης,
για το γλυκανασασμό και τα βαθιά νοήματα της ζωής.

 Γιώργος Αλεξνδρής
(φωτογραφία: Lawrence Chan, Catch of the day)

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Μοναξιά Γρηγόρης Σακαλής



Μοναξιά
Γρηγόρης Σακαλής




Κάθε βράδυ
ψάχνει η ψυχή μου λιμάνι.
Κάθε βράδυ
περπατάω σε βελόνες.
Τα απογεύματα
πίνω της μοναξιάς μου τον καφέ
περιμένοντας τους ομότεχνους
τις μικρότητες τους
και ενδιάμεσα
ταξιδεύουν τα μάτια μου
στα νεαρά κορίτσια
ακούω τα γέλια τους
δεν μπορώ να γελάσω
δεν μπορώ να κλάψω
τα στήθη τους ηλεκτροφόρα
οι γλώσσες τους σουβλερές
το σώμα μου ξύλινο,
βάρκα προς την Αχερουσία.

Γρηγόρης Σακαλής
(φωτογραφία: Enric Adrian Gener)

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΑΣΣΟΥ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΑΣΣΟΥ

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΑΣΙΑΧΤΟ

 



Άσιαχτο το σεντόνι στο κρεβάτι

Το ζούμε το σώμα μας

Πάνω στα σεντόνια

 

Άσιαχτο το μαξιλάρι στον καναπέ

Λίγη – ως αρκετή – σκόνη στο ράφι

Ένα ψίχουλο κάτω απ’ το τραπέζι

Δεν σκούπισα

Δεν έπλυνα

Δεν άπλωσα

 

Έγραψα. Γράφω. Ας είναι.

 

 

ΜΙΑ ΚΑΠΩΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


 




Κ ό β ω

Δρόμο

Ξερά φύλλα

Λάσπη

Κλωστές

Ψωμί

Ομφάλιους λώρους

Συνήθειες

Ανάσες

Έρωτες

 

Π α ί ρ ν ω

Δρόμο

Φιλιά

Αγκαλιές

Ύψος

Χώρο

Χρόνο

Ανάσες

 

Τ ι ν ά ζ ω

Μαλλιά

Σεντόνια

Μυαλά

Σκόνη

Ζωές

Ολόκληρες

 

Β ρ ί σ κ ω

Διαμάντια

Σίδερα

Πέτρες

Ποτάμια

Ροές

Βρωμιές

Λεκέδες

Νόημα

Γ ε λ ά ω

Άτσαλα

Γάργαρα

Πικρά

Υστερικά

Κοφτά

Κλαίω γελώντας

Ή

Γελάω κλαίγοντας

Μπορώ ακόμη

Ευτυχώς.

 

Ενήλικη

Μεσήλικη

Νεαρά

Έφηβη

Παιδούλα

Νήπιο

Βρέφος

Έμβρυο

Από που αρχίζει η μνήμη

Φοβάμαι να ψάξω

Αιώνες πριν

Στο

δέντρο των γενεών μου

 

Αρνούμαι

Αποδέχομαι

Το σπέρμα του πατρός

Το ωάριο της μητρός

Όνομα πατρός: κενό

Όνομα μητρός: κανένα

Το γένος, ολόδικό μου

Νέας σποράς

Νέας εσοδείας

Δικαίωμα.


Δέσποινα Νάσσου

(φωτογραφίες: Izabella Urbaniak)

 

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ






Ηρέμησε στον ερχομό της αργοπορημένης νύχτας
και έγειρε στη βαθιά και ζεστή αγκαλιά της μοναξιάς
ατενίζοντας τους μακρινούς ορίζοντες των ονείρων
κι ακούγοντας αγγέλματα προσδοκιών και ελπίδας,
να είναι το καρτέρεμα βεβαιότητα και πίστη
και η ζωή θείο λειτούργημα ομορφιάς και δόξας.

Ανέτρεξε σε βιώματα, εμπειρίες και αναμνήσεις,
περισυνέλεξε θεωρίες, δόγματα και απόψεις,
περιτείχισε τις δικές του περιλάλητες και εξέχουσες
και ευτύχησε ακόμη μια φορά στην ένταση της δίνης
να δρέψει την τελείωση του σωστού και αναμφισβήτητου,
ύστερη ομολογία και αποδοχή στης γνώσης την καθεδρία.

Είχε ανοίγματα η ζωή, περιορισμούς και κατευθύνσεις,
στιγμές προσωπικής ανάκρισης κι ενδόμυχης σιγουριάς
πως τα όριά της είναι ευσύνοπτα, ορατά και κατεργασμένα
υποθήκες στα ένστικτα, την ενόραση και τις γνώσεις
του ορθολογισμού ανάγνωσμα και σοφίας μαρτυρίες,
περαίωση στις αντιλήψεις του και τις επιθυμίες.

Περίκλειστο κι αχαρτογράφητο της μοναξιάς το βασίλειο,
οχυρό καταφυγής της πλάνης και της αλήθειας,
των δοκιμασιών της ψυχής και των εμμονών του νου,
παραίτηση από την επίγνωση και τις κρυφές πεποιθήσεις
και είναι η ζωή κρυστάλλωμα απόγνωσης και βδελυγμίας,
αποστροφή στα κοινά, τα ομόγνωμα και τα επιθυμητά.

Με περισυλλογή, περίσκεψη και έντονη διάθεση
εκεί στης μοναχικότητας τον εγκλεισμό και τη σιωπή,
διείδε το στένεμα των ορίων του πνεύματος και της ψυχής,
τη στέρηση της χαράς στην απογοήτευση και τη θλίψη
και τόλμησε απ’ τη βάσανο του άγχους να απαλλαγεί,
της μοναξιάς δραπέτης απ’ την κλειστή γωνιά του να λευτερωθεί.


Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Τάκης Τλούπας, Η ξερή λίμνη Κάρλα, 1962)