Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

 



ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Ισορροπώντας μεταξύ αναπηρίας και «κανονικότητας»

Αθηνά-Χριστίνα Τζένου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΞΙΣ



 

Πώς μπορεί να εξελιχθεί η ζωή ενός ανθρώπου με κινητική αναπηρία; Τι είναι αυτό που δίνει το κίνητρο σε έναν άνθρωπο με σπαστική τετραπληγία –εγκεφαλική παράλυση ή αλλιώς με απλά λόγια, βαριά κινητική αναπηρία– να παλεύει στη ζωή, όπως όλοι οι άνθρωποι; Θα σας απαντήσω ότι ούτε εγώ η ίδια το γνωρίζω ακριβώς! Αντιλαμβάνομαι ότι είναι κίνητρο εσωτερικό, που δεν χωράει εύκολα σε λέξεις. Ίσως βέβαια να έπαιξε ρόλο και μία φράση που άκουσα σε πολύ μικρή ηλικία από μία κυρία, περαστική από δίπλα μου στον δρόμο, καθώς ήμουν βόλτα στο καρότσι περιπάτου. «Τι όμορφο κοριτσάκι! Κρίμα να μην μπορεί να περπατήσει!» Αυτά τα λόγια χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Από τότε αποφάσισα ότι δεν θα επιτρέψω πότε σε κανέναν να με λυπηθεί για τίποτα και να μου στερήσει τα όνειρά μου…

 

 

Ισορροπώντας μεταξύ αναπηρίας και «κανονικότητας»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΞΙΣ

Αθήνα 2026, σελ. 256

ISBN: 978-618-5595-36-4

Τιμή: 14,00€

 

 

 

Κοιτάσματα ονείρων Ελισάβετ Κούκη Πρόλογος: Ελένη Βαροπούλου εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Κοιτάσματα ονείρων

 Ελισάβετ Κούκη

Πρόλογος: Ελένη Βαροπούλου

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια εσώκλειστη επικοινωνία • Fractal

 


 



Μια εσώκλειστη επικοινωνία

«Μιλώ για πέτρες που ανέκαθεν πλαγιάζαν στο ύπαιθρο ή που κοιμούνται στο ορυκτό στρώμα τους, στο έρεβος των κοιτασμάτων. […] Μαρτυρούν μοναχά τον εαυτό τους».

Ροζέ Καγιουά (1913-1978).

Η ψυχαναλύτρια Ελισάβετ Κούκη, στα Κοιτάσματα ονείρων, παρουσιάζει στο χαρτί, σε μια έκδοση «διαμάντι», τις πέτρες της, που τις συνέλεγε επί χρόνια, συντασσόμενη κι αυτή με όσους θαυμάζουν τα δημιουργήματα της φύσης, ανώτερα από κάθε ανθρώπινη σύλληψη. Η συλλέκτρια φωτογράφισε τα πετρώματα της συλλογής της και θέλησε να τα μοιραστεί μαζί μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο άφατου πλούτου, φαντασίας, φυσικής γεωλογικής εξέλιξης. Στην ουσία έναν γεωλογικό χάρτη που έχει πίσω του εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια χρόνια γήινης δημιουργίας, πολύ πριν η ανθρώπινη ζωή κάνει την εμφάνισή της στον πλανήτη. Θα έλεγε κανείς πως ένα τέτοιο πόνημα θα ενδιαφέρει ιστορικούς ή αρχαιολόγους, τουλάχιστον γεωλόγους. Ωστόσο, παρατηρώντας αυτά τα εξαίσιας ομορφιάς έργα φυσικής τέχνης, ο στοχασμός ξεδιπλώνεται, ο θαυμασμός μεταποιείται σε λέξεις, ο άνθρωπος από παρατηρητής γίνεται αποδέκτης του φυσικού θαύματος, επικοινωνεί με το παρελθόν του κόσμου, συναισθάνεται τη ζωή που, εγκιβωτισμένη στο πετρώδες σώμα, ακόμα αντηχεί, ψυχή ζώσα στο παρόν.

Τεκμηριώνοντας την παραπάνω αναπόφευκτη συνθήκη, η Ελισάβετ Κούκη συνειρμικά συνδέει τις εικόνες των πετρωμάτων της με κείμενα λογοτεχνικά που μοιάζει να τις αντικρίζουν και, καταργώντας τον χωροχρόνο ανάμεσά τους, να συνταυτίζονται μαζί τους. «Μια πέτρα κρύβει όλους τους συλλογισμούς» έγραψε ο Νίκος Καρούζος, και εδώ η Κούκη θα μας το θυμίσει αντικριστά στη σελίδα όπου παρουσιάζει μια παεζίνα, μια τοπιογραφική πέτρα. Ή αλλού, ο ντανταϊστής Τριστάν Τζαρά γράφοντας: «Κάτω από το ένδυμα/ Των λίθων/ Η κλειδαριά ανοίγει στα μυστήρια», μοιάζει να συνταιριάζει την αισθητική πρόκληση που του γεννούν οι λίθοι με τον αχάτη της διπλανής σελίδας, και όλο αυτό μαζί να δομεί μια σύλληψη που αναστατώνει τις αισθήσεις και τη σκέψη, πέρα από τη λογική, σε έναν ακατάλυτο δεσμό με το μυστήριο της φύσης και του ανθρώπου μέσα της.



Στη συλλογή αυτή θα δούμε αχάτες, δενδρίτες, δουνίτες, ιάσπιδες, μάτι τίγρης, μαλαχίτες, οπάλια, πέτρες ονείρου κ. α. Όλα φωτογραφισμένα στην εντέλεια από τη συλλέκτρια, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά και την τέχνη (και όχι μόνο τεχνική) της γραφιστικής· η εικαστικός Τέτη Καμούτση επιμελήθηκε το απίστευτης τελειότητας γραφιστικό αποτύπωμα. Το όλον προλογίζεται από την κριτικό τέχνης Ελένη Βαρσοπούλου, με ένα κείμενο («Ζωγραφικές αντηχήσεις»), που συνδέει την ορυκτή ύλη με την έμπνευση και τη φαντασία των ζωγράφων, των αρχιτεκτόνων, των φιλοσόφων, των ποιητών. Γράφει η Βαροπούλου: «[…] πέρα από τη έξαρση του τεκτονικού και κατασκευαστικού στοιχείου, πέρα από τις γεωλογικές μετατοπίσεις ηπείρων και ωκεανών ή τις εικόνες Αποκάλυψης, οι παεζίνες μιλούν και για τη εγκαθίδρυση μιας μεταφυσικής ανησυχίας. Κυρίως όταν θυμίζουν Το νησί των νεκρών του Άρνολντ Μπέκλιν, με τις πέντε ζωγραφικές εκδοχές και τους πολλούς συμβολισμούς του».

Στο δικό της προλογικό κείμενο («Η αρχή της συλλογής μου»), η Ελισάβετ Κούκη αφηγείται την ευτυχή συγκυρία να συναντηθεί με τις ορυκτές πέτρες σε μια έκθεση στο Παρίσι το 1980, και έκτοτε να αφιερωθεί σ’ αυτές συνεπαρμένη από τους ιριδισμούς τους, τα δραματικά τους σχήματα, το απρόσμενο των μορφών που σχηματίζονται μέσα τους. Γράφει: «Σε πέτρες παρόμοιες με εκείνες που κεντρίζουν τη φαντασία μου κάθε φορά που επιστρέφω στα τρία βιβλία που τους έχει αφιερώσει ο Ροζέ Καγιουά, ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, σπάνιος διανοητής καθώς ξεδιπλώνει τη σκέψη του διαγώνια για να ανιχνεύσει συμμετρίες, αναλογίες, ακόμη και στα πιο ετερόκλητα μεταξύ τους πεδία της γνώσης». Στο βιβλίο παρατίθεται και το κείμενο («Αφιέρωση») με το οποίο ο Καγιουά έκανε την εισαγωγή στο βιβλίο του Πέτρες. Μια αφιέρωση με αποδέκτη ίσως τα ίδια αυτά πετρώματα που έγιναν η αφορμή για να ανακαλύψει, όπως γράφει η Κούκη, ένα νέο τρόπο θέασης και γραφής του κόσμου.

Αυτή, άλλωστε, είναι και η ουσία, το «μήνυμα» στο οποίο επικεντρώνεται όλη αυτή η ενασχόληση με τις ορυκτές πέτρες. Οδηγούν στο άνοιγμα ενός νέου τοπίου, στο οποίο η ανθρώπινη παρατήρηση και σκέψη αντλεί από τον φυσικό χώρο στις πιο βαθιές του χρονικές αφετηρίες, για να στοχαστεί και να δημιουργήσει, επιστρέφοντας ως αντικριστή εικόνα το δικό τους δημιούργημα πίσω στον φυσικό χώρο. Η επαφή του ανθρώπου με ό,τι υπήρξε πριν τον άνθρωπο, αλλά και με ό,τι ακόμα τον προκαλεί σε στοχασμό και δημιουργία.

Συγχαρητήρια στις εκδόσεις Κουκκίδα που, σε χαλεπούς καιρούς για το βιβλίο, τολμούν να προτείνουν στο κοινό ένα έργο τέτοιας αξίας. Μια απάντηση στην ευτέλεια που μας περιτριγυρίζει.

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Πολύπλευρη και πολυσύνθετη της κοινωνίας η δομή
ευδόκιμη συστέγαση ομοφροσύνης και διαφωνίας
με σεβασμό και αποδοχή στη διαφορετικότητα,
από τον οίστρο και τη διάκριση της ατομικότητας
στο μεγαλείο της επώνυμης και οργανωμένης τάξης
με την παράλληλη αποζήτηση και την κοινή διαδρομή.

Θολό τοπίο το συμβατό γίγνεσθαι και οι προσδοκίες
με την επίκληση της ιστορίας και της διδαχής,
απεμπόληση δικαιωμάτων και αποξένωση ευθυνών
η καταφυγή σε είδωλα, δόγματα και κοσμοθεωρίες
με πλήρη ταύτιση στα γνωστά και πεπραγμένα
και χωρίς στόχευση σε νέα οράματα και αναφορές.

Αρμονίας στέγασμα η συμπαιγνία και η σιωπή
με τις ιδεολογίες πρόσχημα κι επίταξη αναγκαία,
σε έπαρση οι αυθεντίες και οι δοκησίσοφοι ταγοί
να είναι η καθημερινότητα θρησκειολόγημα βαθύ,
σύναψη εμπειριών, γνώσης και κριτικής σκέψης,
άνθισμα ομολογιών, παραδοχών και βουλεύσεων.

Και πίσω από αυτή τη σύσταση και λειτουργία,
αυτομολούν ομάδες σύμπτυξης και προσηλυτισμού
με βεβαιότητες προσωποπαγείς και οδηγισμούς
απέναντι στην απάθεια, την απογοήτευση και τη φυγή
την ανένταχτη συμπεριφορά σε ασπασμούς και εκκλήσεις
επισκοπώντας σκόπιμα επί παντός θέματος και βαθμού.

Η επί παντός θέματος γνωμάτευση και κρίση
στον καθημερινό ορυμαγδό βέβηλων, ιερών και οσίων
να πλέκεται η ευθύνη σύνδρομο της άγνοιας και του χρέους,
αποτελεί σκοταδισμό, επίδειξη και αλλοφροσύνη
βόλεμα προσωπικό στης εξάρτησης την ανάγκη,
συνέχεια και συνέπεια ιερόσυλης αυθεντίας.


Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Roberto Corinaldesi, No words)

Τζέρεμι Άικλερ Η ηχώ του χρόνου Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης μετάφραση: Κατερίνα Σχινά εκδόσεις ΜΙΕΤ η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 



Τζέρεμι Άικλερ

Η ηχώ του χρόνου

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, το Ολοκαύτωμα

και η μουσική της μνήμης

μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

εκδόσεις ΜΙΕΤ

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr







«Η τέχνη θυμάται ό,τι η κοινωνία θα ήθελε να ξεχάσει». (σ. 205). Αυτές οι δέκα λέξεις συνοψίζουν την κεντρική θέση που διατρέχει όλο το βιβλίο του Άικλερ. Όσο μακραίνει από τη σύγχρονη πραγματικότητα ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, όσο η μνήμη του Ολοκαυτώματος ατονεί μπροστά στα νέα, πολιτικά φορτισμένα, δεδομένα της ιστορίας, τόσο είναι υπαρκτή η ανάγκη να μην επέλθει η λήθη (τόσο βολική συχνά) για κάποια από τα σημαντικότερα και τραγικότερα γεγονότα του προηγούμενου αιώνα. Η άποψη του Άικλερ, κριτικού της μουσικής και ιστορικού του πολιτισμού, με διδακτορικό στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, αναδεικνύει από όλες τις μορφές τέχνης τη μουσική ως ζωντανή παρουσία δια μέσου των χρόνων, ως ηχητικό αποτύπωμα ικανό να διεγείρει συνειδήσεις να θυμηθούν, να νιώσουν, να κατανοήσουν. Σαν να ανοίγει τις αναγκαίες χαραμάδες στο σύγχρονο πλέγμα, προκειμένου να εισχωρήσουν οι αλλοτινοί καιροί, οι άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα, αλλά και οι τόποι ως μνημεία, φανερά ή σκόπιμα κρυμμένα, όπου διαδραματίστηκαν οι τραγωδίες των ανθρώπων.

Θα εστιάσει σε τέσσερις μεγάλες μορφές της μουσικής (Ρίχαρντ Στράους, Άρνολντ Σένμπεργκ, Ντμίτρι Σοστακόβιτς και Μπέντζαμιν Μπρίτεν), θα αναδείξει τη σχέση ανάμεσα στην εποχή, τον τόπο και το έργο τέχνης, ως επιτόπιος ερευνητής (συνεχιστής της μεθόδου των αρχαίων ιστορικών) θα επισκεφθεί τους χώρους των τραγικών γεγονότων, θα καταγράψει με μια ολοζώντανη αφήγηση το παρελθόν και τα απομεινάρια του, αυθεντικά ή αλλοιωμένα όχι τόσο από τον χρόνο αλλά από την ανθρώπινη παρέμβαση. Αγάλματα που γκρεμίστηκαν, ταφικά μνημεία που χάθηκαν στον χρόνο, τάφοι με χιλιάδες νεκρούς που τους εξαφάνισαν τόνοι τσιμέντου, γιατί η πολιτική σκοπιμότητα προτίμησε τη λήθη. Γι’ αυτό το τελευταίο αξίζει να δούμε δύο παραδείγματα, το ένα αφορά τη ήπια συγκάλυψη που επέλεξε ο Τσώρτσιλ, υποστηρίζοντας πως για να προχωρήσει η ανθρωπότητα στο μέλλον θα πρέπει να ξεχάσει τα τραύματά της, το άλλο αφορά μια σκληρή καθεστωτική επέμβαση ώστε το φαράγγι Μπάμπι Γιάρ στο Κίεβο να θάψει για πάντα ό,τι θύμιζε την εξολόθρευση των Εβραίων (τριάντα τρεις χιλιάδες θύματα σε δύο μέρες) από τους Γερμανούς, ακριβώς γιατί, στοχεύοντας η τότε σοβιετική εξουσία ως βάση της μνήμης στη νίκη κατά του φασισμού, σκόπιμα δεν άφηνε χώρο για τη μνεία των Εβραίων. Αλλά και μουσικές που σίγησαν, συνθέτες που κυνηγήθηκαν ή αναγκάστηκαν σε μια ταπεινωτική ενσωμάτωση με την κυρίαρχη ιδεολογία και την κρατούσα αρχή. Το παράδειγμα του Σοστακόβιτς ενδεικτικό, όμως η μουσική του για όσους την εννοούσαν –και ο λαός την εννοούσε στα βαθιά της νοήματα αντίστασης– ερχόταν σε αντίθεση με την αναγκαστική του «υποταγή».

Εκεί που η «επίσημη εκδοχή» της ιστορίας προτίμησε να σωπάσει, η μουσική δεν χάθηκε, ήταν πάντα εκεί, όπως είναι πάντα εδώ να μιλάει με τον δικό της τρόπο, να ιστορεί με τους ήχους της τα γεγονότα. Και, μάλιστα, έχει τη δική της διαδρομή για να συναντηθεί με άλλους ήχους, να συνοδοιπορήσει μαζί τους.



«[…] τα έργα τέχνης ενθυμούνται άλλα έργα τέχνης, σχηματίζοντας ένα είδος αυτόνομου χρονικού που κυλά παράλληλα αλλά –σε ένα βαθύτερο επίπεδο– και ανεξάρτητα από την πολιτική ιστορία των εθνών, τις περιπέτειες κάθε ζωής ξεχωριστά, ακόμα και από τη ζωντανή μνήμη ολόκληρων γενεών». (σ. 318).



Είναι, όμως, και η ξεχωριστή τέχνη γραφής του Άικλερ που ζωντανεύει τις μουσικές που επιλέγει να παρουσιάσει στο βιβλίο του. Ενδεικτικό παράδειγμα η εκτενέστατη αναφορά του στο έργο του Σένμπεργκ Ένας επιζών από τη Βαρσοβία, γραμμένο το 1947, έργο συμπυκνωμένης έντασης μέσα σε μόλις επτά λεπτά μουσικής, που ο Άικλερ το παρουσιάζει περιγράφοντας κάθε λεπτό του, με τρόπο που καθιστά τον αναγνώστη του ικανό να «ακούσει» το έργο, την ορχήστρα, τον αφηγητή, τη χορωδία, ακόμα κι αν δεν έχει εξοικείωση με τη δωδεκαφθογγική μουσική του Σένμπεργκ, σε σημείο που, αν θελήσει όντως να το ακούσει, να νιώσει πως ήδη το γνωρίζει σε βάθος.





«[…] αυτή η στυλιζαρισμένη, εξπρεσιονιστική φωνητική γραφή αποδίδει έναν τόνο αποξένωσης στις ίδιες τις λέξεις, σαν να φέρουν ακόμη το σημάδι αυτού του διαβολικού τόπου». (σ. 169).



Την ίδια αίσθηση θα έχει ο αναγνώστης αν ακούσει τα τρία άλλα έργα, που γύρω τους πλέκει την αφήγησή του ο Άικλερ, δηλαδή τις Μεταμορφώσεις του Ρίχαρντ Στράους, το Πολεμικό ρέκβιεμ του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και τη 13η Συμφωνία «Μπάμπι Γιάρ» του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Εκεί που το σοβιετικό καθεστώς έθαψε το μνημείο, η μουσική του Σοστακόβιτς το ορθώνει ζωντανό μπροστά μας.



Ακολουθώντας την ιδιοτυπία του Ζέμπαλντ να ενσωματώνει φωτογραφίες στη γραφή του, ο Άικλερ καταχωρίζει σε οικείους τόπους φωτογραφικό υλικό, το οποίο ωστόσο χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν του Ζέμπαλντ, που προσέδιδε ποιητικότητα στη γραφή του μέσω των εικόνων. Για τον Άικλερ οι φωτογραφίες των τόπων δεν αφορούν την αίσθηση της ποιητικότητας, ίσα ίσα κυρίως συντελούν στη λειτουργία της μνήμης, όσο σκληρή κι αν είναι, και έρχονται να συμπληρώσουν τις πληροφορίες και τους ήχους της μουσικής. Η φωτογραφία, για παράδειγμα, του καθεδρικού ναού στο Κόβεντρι, ισοπεδωμένου από τον βομβαρδισμό, οδηγεί κατευθείαν στην αίσθηση που είχε ο Μπρίτεν, όταν αντίκρισε το ερειπωμένο σύμβολο της πατρίδας του, αίσθηση ζωντανή ακόμα όταν θέλησε μουσικά να αποτυπώσει την τραγικότητα μιας καταστροφής, μερικά χρόνια από το τέλος του πολέμου, γράφοντας το 1961 το σπουδαίο έργο του Πολεμικό ρέκβιεμ, που αγκαλιάζει την τραγικότητα όπου γης.



Απέναντι σε πολιτικές επιλογές που είχαν επιλεκτική μνήμη, οι μουσικές συνθέσεις αναδείκνυαν τις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας, συντηρούσαν τη μνήμη, έγραφαν τη δική τους εκδοχή, όπως τη συνέλαβαν οι συνθέτες τους. Το έργο του Άικλερ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς προκαλεί τη μνήμη, τοποθετεί τη μουσική μέσα στην ιστορία, ως μνήμη πολιτισμού· αν ο πολιτισμός δεν υπάρχει εκτός της χωροχρονικής του σύνδεσης με την ιστορία, τότε και η μουσική ως έκφανση πολιτισμού (η μόνη με ηχητικό αποτύπωμα, με ενσωματωμένα τα γεγονότα στην πιο δυναμική τους διάσταση) δεν μπορεί παρά να αποτελεί διαχρονικό ιστορικό μνημείο η ίδια. Ο Άικλερ επισημαίνει, φέρνοντας στον νου το εμβληματικό έργο Ο άγγελος της ιστορίας (Angelus novus) του Πάουλ Κλέε, με τον άγγελο να στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω, «αυτός που μνημονεύει το παρελθόν είναι ένας ιστορικός στραμμένος προς το μέλλον» (σ. 28). Στην ουσία, μια υπόσχεση της τέχνης πως είναι παρούσα τόσο στην αποτύπωση γεγονότων και συναισθημάτων όσο και στη διαχρονική τους υπενθύμιση.



Διώνη Δημητριάδου





 

 

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Ποιητικής εγχειρίδιον πολλαπλών αναγνώσεων για τον Κώστα Θ. Ριζάκη επιμέλεια: Χριστίνα Καραντώνη εικονογράφηση: Φωτεινή Χαμιδιελή εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 Ποιητικής εγχειρίδιον

πολλαπλών αναγνώσεων

για τον Κώστα Θ. Ριζάκη

επιμέλεια: Χριστίνα Καραντώνη

εικονογράφηση: Φωτεινή Χαμιδιελή

εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Πολλαπλές αναγνώσεις μιας εξέχουσας ποίησης • Fractal 

 


 

Πολλαπλές αναγνώσεις μιας εξέχουσας ποίησης

 

Για τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη (1960-2026) τόμος αφιερωματικός με τριάντα πέντε συμμετοχές, που συνιστούν μια κατάθεση από καρδιάς στον πολυπράγμονα περί τα λογοτεχνικά δημιουργό. Ένα συλλογικό έργο που, έτοιμο από το 2019, παρέμενε ανέκδοτο, και μόλις πριν λίγο καιρό –και μετά τον θάνατο του τιμώμενου ποιητή– με τη συμβολή των εκδόσεων Κουκκίδα, βρήκε τη θέση του δίπλα στις πολλές μελέτες που είχαν ως θέμα την ποίησή του. Μια έκδοση άρτια φροντισμένη (σε επιμέλεια από τη Χριστίνα Καραντώνη), εικονογραφημένη από τη ζωγράφο Φωτεινή Χαμιδιελή, με τα έργα της σε εξώφυλλο και σελίδες να «συνομιλούν» με τον ποιητή και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ποιημάτων του.


Οι μελέτες του τόμου προσεγγίζουν διάφορες πλευρές του έργου του Κώστα Ριζάκη, την έννοια της απουσίας και της απώλειας, την τραυματική διάρκεια της προσωπικής του νύχτας, την επικράτεια του σκότους με τις ισχνές χαραμάδες φωτός, τις πολλαπλές ωδίνες για τη γέννηση του ποιήματος αλλά και την ηδονή της δημιουργίας που τροφοδοτούσε συνεχώς την έμπνευσή του, το σκληρό βίωμα που έχτιζε μια ιδιωτική τελετουργία, την έννοια του «θαύματος» σε μια αέναη πάλη με την κατάργησή του, την αναμέτρηση με τον πόνο και το πένθος, το βάρος της μοναχικής του ζωής που μόνον η ποίηση ελάφρυνε για λίγο, εντέλει τη βάδιση σε όλη του τη ζωή σε έναν δρόμο που μόνον ως «επιτάφιος» μπορεί να εκληφθεί.


Οι συμμετέχοντες είναι: Α. Αφεντουλίδου, Χ. Βλάχου, Π. Βούζης, Α. Γεωργοτά, Α. Γρίβα, Γ. Γώτης, Γ. Δελιόπουλος, Δ. Δημητριάδου, Ξ. Ζαχοπούλου, Δ.Ι. Καραμβάλης, Χ. Καραντώνη, Ν. Κεσμέτη, Η. Κεφάλας, Ε. Κόλλια, Δ. Κονιδάρης, Κ. Κούσουλα, Α. Κουστινούδη, Ε. Κοφτερού, Κ. Κρεμμύδας, Β. Λέτσιος, Κ. Λιννός, Ε. Λιντζαροπούλου, Κ. Μπούρας, Σ. Παντελιά, Χ. Παπακυριάκου, Δ. Παπαστεργίου, Μ. Πάτσης, Δ. Περοδασκαλάκης, Μ. Πολίτου, Ε. Πολυγένη, Π. Ράμμης, Γ. Ρούσκας, Ε. Σιγαλού, Χ. Σπυρέλη, Σ. Τσαγκαράκης. Η ποικιλία των θέσεων που εκφράζονται εδώ αποδεικνύει τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της ποίησης, που ο καθένας εισχωρεί στους τόπους της από διαφορετικό δρόμο, για να εκβάλουν, όμως, όλοι σε ένα κοινό σημείο, την αδιαπραγμάτευτη εκτίμηση της ποιητικής αξίας.



Ο τόμος περιλαμβάνει ακόμη μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Κώστας Ριζάκης στον Γιώργο Ρούσκα, καθώς και ποιήματα στο Επιμύθιο και στο οπισθόφυλλο, που  ποιητές αφιερώνουν στον τιμώμενο ποιητή.


Στον Πρόλογο του τόμου η Χριστίνα Καραντώνη σκιαγραφεί την ιδιαιτερότητα της ποίησης του Κώστα Ριζάκη, επισημαίνοντας τον τρόπο που ο ίδιος την υπερασπίστηκε, διάγων έγκλειστος επί τριάντα και πλέον έτη –με τα δικά του λόγια: «κατά κόσμον σας (τρομαγμένος;) ασκητής»– επιτυγχάνοντας το ταυτόχρονο παράδοξο, να προκαλεί και να δημιουργεί εξ αποστάσεως μια σειρά από σημαντικές συλλογικότητες και συνεργασίες. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που ενθάρρυνε νέους δημιουργούς να προχωρήσουν στο ποιητικό τους έργο, συνέβαλε σε ποιητικές εκδόσεις, ενώ παράλληλα σχεδίασε και οργάνωσε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά ξεχωριστής ποιότητας.


Ο παρών τόμος συνιστά ένα έργο αρωγό, μέσω του δοκιμιακού λόγου των συμμετεχόντων, στη διείσδυση σε ένα ποιητικό «τοπίο» που αναδεικνύει τόσο την πολυδαίδαλη προσωπικότητα του ποιητή όσο και την αξία της ίδιας της ποίησής του. Ένα «εγχειρίδιον» σύμφωνα με τον τίτλο, προ και εντός χειρός για μια σε βάθος γνωριμία με τον ποιητή.


Παραθέτω απόσπασμα από τη συνέντευξη (μια από τις σπάνιες) που παραχώρησε στον Γιώργο Ρούσκα, ενδεικτικό του τρόπου εκφοράς του λόγου, της εν συνόψει ουσίας και της ποιητικής του σοφίας: «[…] Η ποίηση προσβλέπει μεν στο όρος αλλά (σχεδόν πάντα) εκ του εδάφους (άρα το πι πεζό)· στο χώμα των πολλαπλών απωλειών της μισοθαμμένη λαγοκοιμάται, θα ’λεγα. Η βάτος όταν φλέγεται εξακολουθητικά προσδόκιμο κυκλώνει υλικόν γραφής· το πάθος απ’ αιώνων κανοναρχεί κάθε καλλιτέχνημα (ή το οφείλει, έστω). Κάποτε ωστόσο καθαιρεί –έως καταστροφής του– τον μη δυνάμενον ν’ ακολουθεί στις επιταγές του, δημιουργό». (σ. 313).


Σαν σε συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος παρατηρώ στο εξώφυλλο το έργο της Φωτεινής Χαμιδιελή, με την ανδρική μορφή να αποστρέφει το βλέμμα με απόγνωση, ίσως θρηνητική, και θεωρώ πως αποδίδει τον ποιητή και το έργο του, σε άριστη εικαστική συνεύρεση μαζί τους σε κοινό χώρο, αυτόν της υψηλής Τέχνης.

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Αντώνης Τουμανίδης Άντερσεν Ελληνικά Γράμματα

 


ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

Αντώνης Τουμανίδης
Άντερσεν


Ελληνικά Γράμματα






Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα το νέο μυθιστόρημα του Αντώνη Τουμανίδη Άντερσεν, που αποτελεί το πρώτο μέρος της «Τριλογίας των Δολοφόνων». Πρόκειται για ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό θρίλερ που καθηλώνει από την πρώτη σελίδα.



Τελετουργικές δολοφονίες με αναφορές στα παραμύθια του Άντερσεν συγκλονίζουν την Ευρώπη. Όταν η αλυσίδα του τρόμου φτάνει και στην Αθήνα, η έρευνα βυθίζεται σε έναν εφιάλτη όπου ο θρύλος, η φρίκη και η πραγματικότητα μπλέκονται επικίνδυνα. Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο; Ο βασικός ύποπτος είναι νεκρός εδώ και 150 χρόνια.

Από το οπισθόφυλλο:

Σήμερα τα ξημερώματα, σε εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό στην Πλάκα, η αστυνομία και το Τμήμα Ανθρωποκτονιών έγιναν μάρτυρες σε ένα πρωτοφανές για τα δεδομένα της Ελλάδος έγκλημα. Στο κέντρο ενός δωματίου, καθισμένο σε μια ξύλινη κουνιστή καρέκλα, βρέθηκε ανδρικό σώμα αγνώστων στοιχείων, περίπου 35 ετών. Η δεξιά πλευρά του θύματος έφερε βαθιά θερμικά εγκαύματα, ενδεικτικά της έκθεσης σε υψηλή θερμοκρασία. Η αριστερή πλευρά είχε μετατραπεί πλήρως σε κέρινο ομοίωμα.

Απέναντι από το θύμα ήταν τοποθετημένος ένας παλαιού τύπου καθρέφτης, το ραγισμένο γυαλί του οποίου θύμιζε περίτεχνο ιστό αράχνης.



Το έγκλημα θεωρείται τελετουργικού χαρακτήρα και παραπέμπει στα εγκλήματα που έλαβαν χώρα πρόσφατα σε Δανία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία – όλα με αναφορές σε παραμύθια του Άντερσεν.



Ο συγγραφέας σημειώνει:



«Έγραψα το βιβλίο θέλοντας να αποτίσω έναν φόρο τιμής, με τον δικό μου ιδιαίτερο τρόπο, στην πηγή έμπνευσής μου: τον παραμυθά των παραμυθάδων, στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Δεν επιθυμούσα να πειράξω τα παραμύθια του. Το αντίθετο. Ήθελα να τα ξαναγνωρίσει το κοινό στην αρχική τους πρωτόλεια μορφή −εκεί όπου η αθωότητα συνυπάρχει με τη σκληρότητα και το σκοτάδι δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις− και ταυτόχρονα να τα συνδυάσω με το μυστήριο και την ένταση της αστυνομικής λογοτεχνίας, με τον τρόμο πάντα να ελλοχεύει».





Έγραψαν για το βιβλίο:



«Ο Αντώνης Τουμανίδης έγραψε ένα βιβλίο πολύ διαφορετικό από το μέσο αστυνομικό βιβλίο, το οποίο δεν θέλεις να αφήσεις από το χέρι σου, αν έχεις αγαπήσει έστω και ένα παραμύθι στη ζωή σου».

Μανίνα Ζουμπουλάκη, Athens Voice



«Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή έχει χάσει μια ευκαιρία για την εγχώρια Σιωπή των Αμνών. Εδώ γίνεται ένας επαναπροσδιορισμός στο “παραμύθι”. Έχει, δε, ένα φινάλε που δεν το συλλαμβάνει ούτε ο υπαινιγμός...»

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, κριτικός κινηματογράφου



«Το βιβλίο αξίζει και θα ακολουθήσει το παραμυθένιο μονοπάτι που χάραξε ο δημιουργός του».

Άρης Σφακιανάκης, συγγραφέας



«Το αστυνομικό μυθιστόρημα Άντερσεν του Αντώνη Τουμανίδη κινείται με παλμό και καθαρή αφηγηματική στόχευση, χτίζοντας έναν κόσμο όπου το αστυνομικό μυστήριο συναντά τη σκοτεινή ουσία των παραμυθιών του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Δεν χρησιμοποιεί το παραμύθι ως διακόσμηση, το μετατρέπει σε μηχανισμό».

Αλεξία Βλάρα, Diastixo



«Όσο για μας, διαβάζοντας το βιβλίο, σκεφτόμασταν πως ο Άντερσεν έζησε στο μεταίχμιο του τέλους της μοναρχίας και της ανόδου της αστικής δημοκρατίας, ενώ πλέον ζούμε παγκοσμίως ακριβώς το αντίθετο κατ’ ουσίαν. Οπότε το ερώτημα προκύπτει αναπόφευκτα: Και ζήσανε αυτοί καλά…;»

Νόρα Ράλλη, efsyn.gr



«Με αφετηρία αυτή την ιδέα, ο συγγραφέας διαμορφώνει την πλοκή του, στην οποία βρίσκονται εγκιβωτισμένα ολόκληρα τα παραμύθια, όπως επίσης αποσπάσματα από το ταξιδιωτικό ημερολόγιο του σπουδαίου Δανού παραμυθά. Το εν λόγω βιβλίο είναι ο πρώτος τόμος μιας τριλογίας, αλλά ήδη στο τέλος του συνειδητοποιούμε ότι ο Τουμανίδης δεν θέλει να περιγράψει απλώς τους τελετουργικούς φόνους... »

Χίλντα Παπαδημητρίου, Book Press





Βιογραφικό

Ο Αντώνης Τουμανίδης γεννήθηκε στη Σκύδρα το 1979. Σπούδασε ιστορία της τέχνης και αρχαιολογία στην Ελλάδα, καθώς και τεχνοκριτική, κινηματογράφο και θρησκειολογία στη Γαλλία. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου θρησκευτικής γλυπτικής από το Πανεπιστήμιο του Μπορντό και μιλάει τέσσερις γλώσσες. Είναι συγγραφέας, βραβευμένος σεναριογράφος, παραγωγός, μέλος του Σωματείου Σεναριογράφων Αμερικής (WGA East) και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Ο Άντερσεν είναι το πέμπτο του βιβλίο και το πρώτο της «Τριλογίας των Δολοφόνων».





Εκδόσεις Πεδίο – Ελληνικά Γράμματα
Δαβάκη 10 & Μυλοποτάμου, Αθήνα, 11526, 210 339 0204



Πάνος Καρνέζης Το πάρτι των γενεθλίων Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Πάνος Καρνέζης

Το πάρτι των γενεθλίων

Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Πάνος Καρνέζης: «Το πάρτι γενεθλίων»




 

Με μια ιστορία δυνατής αφήγησης, στοιχείο που ο Πάνος Καρνέζης κατέχει καλά,  σκιαγραφεί το πρόσωπο ενός ανθρώπου που με τη δύναμη του πλούτου, αλλά και με τον ισχυρό του χαρακτήρα, κατορθώνει να επιβάλλει διαρκώς τη θέληση του τόσο σε συνεργάτες (στην ουσία υφισταμένους του) όσο και στο οικογενειακό του περιβάλλον. Ειδικά αυτό το τελευταίο, με την εναλλαγή των συζύγων και τις δύσκολες σχέσεις με τα παιδιά του, αποδεικνύεται πολύ πιο απαιτητικό πεδίο. Η τύχη συχνά δεν είναι με το μέρος του, ανατρέποντας τα φιλόδοξα σχέδια που μηχανεύεται, προκειμένου να καθορίσει τη ζωή των άλλων. Η πλοκή του μυθιστορήματος έχει ως κεντρικό θέμα ένα πάρτι που ο Μάρκος Τιμολέων διοργανώνει για τα εικοστά πέμπτα γενέθλια της κόρης του Σοφίας, με εκλεκτούς καλεσμένους στο ιδιόκτητο νησί του. Το κρυφό του σχέδιο, όμως, στοχεύει ένα προσωπικό μυστικό της κόρης του, που αν πετύχει θα ανατρέψει τη ζωή της, ακυρώνοντας την πεποίθησή της πως  με όπλο τη θέλησή της μπορεί να βάλει αντέρεισμα στις παρεμβάσεις του πατέρα της. Γύρω από αυτή την κεντρική θεματική, και με πλήθος παρεκβάσεων, ο Καρνέζης θα χτίσει σιγά σιγά, με στοιχεία από την προσωπική αλλά και την επιχειρηματική του ζωή, το πορτρέτο του παντοδύναμου άνδρα, που ξεκινώντας από πολύ χαμηλά κατόρθωσε να γίνει μεγιστάνας του πλούτου.

Όσο κι αν σε μερικά σημεία φαίνεται να κουράζει αυτός ο αποσπασματικός λόγος, που διακόπτει μια πλοκή που θα της αρκούσε ο χώρος μιας νουβέλας, εξυπηρετεί, όπως αποδεικνύεται, την πληρότητα του πορτρέτου του Τιμολέοντα, αλλά και τη δομή ενός μυθιστορήματος που απαιτεί το βάθος χρόνου και το ευρύτερο πλαίσιο γύρω από την κεντρική του ιστορία, γύρω από τον κεντρικό του ήρωα επίσης. Στην ουσία, επομένως, αυτός θα πρέπει να ήταν ο αρχικός σκοπός του Καρνέζη, να δείξει με όσο περισσότερα στοιχεία πώς στα πλαίσια μιας κοινωνίας (και, φυσικά, εποχής) η ισχυρή θέληση, η καταστρατήγηση κανόνων δικαίου και η συνδρομή των κατάλληλων κάθε φορά παραγόντων και συνθηκών, μπορεί να δομήσει μια πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας στέκεται ο ένας πανίσχυρος, αγνοώντας το δίκιο των ασθενέστερων και υποτάσσοντάς τους στη δική του βούληση με εκβιασμούς και ποικίλες εξαρτήσεις.



 

«Είδε το όνειρο. Ήταν πάλι παιδί στη Σμύρνη και στεκόταν στην  προκυμαία ντυμένος με πιτζάμες, μα το ρεύμα που την προηγούμενη νύχτα είχε παρασύρει τον νεκρό ναύτη προς το πέλαγος τώρα τον έφερνε πίσω στο λιμάνι. Όταν έφτασε εκεί, ο νεκρός ζωντάνεψε, σκαρφάλωσε στην προβλήτα και στάθηκε στην προκυμαία για να στύψει τον σκούφο του, ήρεμος – ένα κάπως κωμικό θέαμα, σαν να μην είχε πεθάνει, μα να είχε γίνει  απλώς μούσκεμα σε μια ξαφνική καταιγίδα. Ο Μάρκος Τιμολέων κοίταξε τη λευκή στολή του θαλαμηπόλου, λεκιασμένη με τη μεγάλη κηλίδα αίματος στο στήθος. Κοίταξε τα χέρια του φαντάσματος, που ήταν χλωμά από την παγωνιά του θανάτου, και ύστερα κοίταξε το πρόσωπό του· ήταν ο Δανιήλ». (σ. 341).

 

Όσο κι αν τα παραπάνω στοιχεία (κάποια με άμεσο και κάποια με έμμεσο, πλην εύγλωττο) τρόπο παραπέμπουν σε γνωστές προσωπικότητες (κυρίως μία) που κάποτε δέσποζαν στον παγκόσμιο χώρο έχοντας χτίσει μια «αυτοκρατορία» δύναμης και εξουσίας, ας δεχθούμε πως εδώ υπερισχύει η μυθοπλασία, και πως ο Μάρκος Τιμολέων είναι ο εαυτός του και κανένας άλλος με ομοειδή χαρακτηριστικά. Με αυτό το δεδομένο, επισημαίνεται η ικανότητα του αφηγηματικού λόγου, οι λεπτομερείς περιγραφές που μας εντάσσουν απρόσκοπτα στην ιστορία, οι αληθοφανείς χαρακτήρες, η ατμόσφαιρα χλιδής και οίησης που επικρατεί σε χώρους αλλά και σε συμπεριφορές αντίστοιχα. Ειδικά το πρόσωπο του Μάρκου Τιμολέοντα αποδίδεται με όλες τις αντιφάσεις του, τη σκληρότητα και την υπεροψία να συμβαδίζει με κάποιες στιγμές ευαισθησίας και αίσθησης δικαίου, εν τέλει να ισορροπούν όλα με την ικανότητά του να λειαίνει, όποτε πρέπει, τις αιχμηρές γωνίες του χαρακτήρα του.

Μια καλή ιστορία, ωστόσο, πρέπει να έχει και τις ανατροπές της, και αυτές είναι δύο. Η μία αφορά το παρελθόν, όταν τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Μάρκου Τιμολέοντα θα καταρρεύσουν μαζί με το δυστύχημα που θα του στερήσει τον μοναχογιό του, τον Δανιήλ, και διάδοχό του στις επιχειρήσεις του. Το δεύτερο, πιο κοντά αυτό στο κεντρικό θέμα της πλοκής, αφορά την κόρη του και τον δικό της αιφνιδιασμό στα σχέδια του πατέρα της.

Αυτό που μένει ως επιμύθιο, μετά την ανάγνωση, είναι πως η αναμέτρηση των μεγεθών συχνά δεν ακολουθεί την κατοχυρωμένη στη συνείδηση ανισότητα που δικαιώνει τον ισχυρό σε βάρος του αδύναμου, αλλά συχνά επιφυλάσσει εκπλήξεις. Ταυτόχρονα, αν για λίγο βγούμε έξω από την ανάλυση της μυθοπλασίας και δούμε την ιστορία αυτή ως επιλογή γραφής, μπορούμε να πούμε πως είναι από αυτά τα βιβλία που γίνονται ταινίες (η σχετική ταινία είναι πλέον γεγονός, σκηνή της οποίας κοσμεί, άλλωστε, και το εξώφυλλο), και που ίσως εξ αρχής εκεί στόχευε αυτή τη φορά ο Καρνέζης.

 

Διώνη Δημητριάδου