Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Τρίποντο και πιρουέτα Μάνος Κοντολέων μυθιστόρημα εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

 

 Τρίποντο και πιρουέτα

 Μάνος Κοντολέων

μυθιστόρημα

εκδόσεις Πατάκη

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Τρίποντα και πιρουέτες» του Μάνου Κοντολέων (κριτική) – Αναζητώντας επιλογές και ισορροπίες, σε ένα μυθιστόρημα για εφήβους και νέους

 


 

Για κάποιες δύσκολες επιλογές

 

Εσωτερικός δισταγμός ή υποταγή στους κανόνες των άλλων; Ένα ερώτημα που διατυπώνεται κάποια στιγμή στο βιβλίο, που όμως το διατρέχει από άκρη σε άκρη, με τα δύο σκέλη του –αν και διαφορετικά στην ποιότητά τους– να συγκλίνουν σε έναν κοινό τόπο, να γίνονται στην ουσία ένα, αν δεχθούμε πως ο εσωτερικός δισταγμός υπαγορεύεται συχνά κι αυτός από τη διάθεση υποταγής στις κυρίαρχες, στερεότυπες αντιλήψεις.  Οι δύο ήρωες του βιβλίου, ο Άλεκ/Αλέξανδρος και ο Κλείτος, κάτω από διαφορετικές συνθήκες δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ. Όμως η ζωή του καθενός τούς φέρνει απρόσμενα κοντά, στον παραθαλάσσιο επαρχιακό οικισμό, και μάλιστα στην άκρη του.

Δύο έφηβοι, συνομήλικοι, με ένα οικογενειακό πλαίσιο τελείως διαφορετικό, (με την αρσενική παρουσία να εκπροσωπείται, λόγω απουσίας της πατρικής φιγούρας, από την ακόμη προηγούμενη γενιά, τον παππού),  που τους οδηγεί σε διαφορετικά όνειρα (ο Άλεκ αγαπά το μπάσκετ, ο Κλείτος τον χορό), που ως κοινωνικές «καταγραφές» αποκλίνουν μεταξύ τους. Ωστόσο, μια εσωτερική διάθεση επαφής, μια έλξη του ενός για τον άλλον, αμφίδρομη, μοιάζει αρχικά να καταργεί τα τυποποιημένα σύνορα των δύο κόσμων. Ο Άλεκ γίνεται  Αλέξανδρος με δική του επιλογή, όνομα που αμέσως υιοθετεί ο Κλείτος, και εκεί που όλοι οι άλλοι βλέπουν το ταλαντούχο αστέρι του μπάσκετ, αυτός βλέπει ένα αγόρι που τον ελκύει. Ο Άλεκ/Αλέξανδρος, από την άλλη, νιώθει την ανάγκη να τον υπερασπιστεί απέναντι σε όσους τον ωθούν στο περιθώριο για τα φερσίματά του, γι’ αυτούς καθόλου αντρικά.  Ανάμεσά τους η Νίνα, που βρίσκει τον τρόπο να τους συνδυάσει, να γίνει φίλη και των δύο, να γεφυρώσει το φαινομενικό χάσμα. Γύρω τους όλοι οι «άλλοι», της οικογένειας ή του ευρύτερου χώρου, να βλέπουν, να διακρίνουν, να ξεχωρίζουν τον Κλείτο από την εικόνα του εφήβου που «οφείλει» να ακολουθήσει το πρότυπο της αρρενωπότητας, να τους φοβίζει η προσέγγιση του αρρενωπού Άλεκ με τη «μαζορέτα» Κλείτο, να τους αποτρέπουν από ό,τι φαίνεται γι’ αυτούς φυσικό όσο και αναπόφευκτο. Εξαιρέσεις συνιστούν η καθηγήτρια της μουσικής και ο παππούς του Κλείτου. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο ενθαρρύνει την εκλεκτή διαφορετικότητα.


Ο Κοντολέων χειρίζεται το λεπτό αυτό θέμα με την ευθύνη που τον βαρύνει ως συγγραφέα που απευθύνεται εδώ σε νεανικό κοινό. Επιλέγει μια ανάλογη γλώσσα, με εκφράσεις κατανοητές για έναν έφηβο, χωρίς επιτήδευση, με μικρές εμβόλιμες «προτάσεις» για μουσικά ακούσματα και αναγνώσματα (που μακάρι να πιάσουν τόπο), εισχωρεί στον νοητικό και συναισθηματικό κόσμο των ηρώων του, προκειμένου να τους αγγίξει αποτελεσματικά· δεν είναι ο ενήλικας ειδήμων, ο έμπειρος που επιθυμεί να «διδάξει», δεν βλέπει από τα επάνω, βρίσκεται μέσα στην ιστορία, δίπλα και μέσα στους δύο ήρωές του. Χωρίζει τα κεφάλαια εστιάζοντας στην περίπτωση εναλλάξ του ενός και του άλλου, ισορροπώντας έτσι τις σκέψεις, τις αντιδράσεις, τις επιλογές τους, διαφορετικές και όμως συγκλίνουσες στη συναισθηματική γειτνίαση και, κυρίως, στη σωματική έλξη που νιώθουν.

Σε κρίσιμα σημεία της πλοκής, όταν οι δύο έφηβοι νιώθουν μέσα τους τις διακυμάνσεις των επιλογών τους, όταν αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σ’ αυτό που διαισθάνονται ως τη βαθύτερη επιθυμία τους και σ’ αυτό που από τους κοινωνικούς κανόνες επιβάλλεται, έχουμε σε διακριτή γραφή, πλαγιογράμματη, παρεμβάσεις που ισορροπούν στο μέσα και στο έξω της ιστορίας. Ο Κοντολέω, ως αφηγητής εξωκειμενικός, σχολιάζει, ενδυναμώνει την ιστορία του, άρα τα κομμάτια αυτά θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ευρύτερα κοινωνικά σχόλια που άλλοτε προτρέπουν σε μια διαφορετική διαδρομή φυσική και αυθόρμητη, και άλλοτε επισημαίνουν τον κίνδυνο που αυτή επιφυλάσσει. Βρισκόμενος, από την άλλη,  στη θέση ως συγγραφέας να καθοδηγεί τους ήρωές του (ή ίσως να τον καθοδηγούν αυτοί), προβάλλει την ενδόμυχη σκέψη τους, να φανεί ό,τι υποκρύπτεται πίσω από όσα λένε και δεν τολμούν να ολοκληρώσουν.

Αυτό, πιστεύω, που κατεξοχήν κατορθώνει ο Κοντολέων, με τον τρόπο που χειρίζεται τη θεματική του, είναι να δείξει πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποκλίσεις, κι ας έχουν καθιερωθεί ως κοινωνικός όρος σκόπιμα φορτισμένος ιδεολογικά. Η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει όλα τα διαφορετικά στοιχεία που συγκροτούν από κοινού την ανθρώπινη ύπαρξη, είτε εννοούμε την εσωτερική προδιάθεση, τον τρόπο σκέψης, την κοινωνική παρουσία, τον πολύμορφο κόσμο μας. Πολύμορφο και ενδιαφέροντα, αρκεί να αποσείσουμε από πάνω μας τις ιδεοληψίες, τις ασφυκτικές επιταγές, αρκεί να αποδεχθούμε την όποια εκδήλωση του διαφορετικού ως απόδειξη αυτής ακριβώς της πολύμορφης συνθήκης. Διαβάζοντάς την ιστορία του, προσπάθησα να μπω στη συνείδηση ενός έφηβου αναγνώστη (αναρωτιέμαι αν θα φτάσει στα χέρια του) και σκέφτηκα πως, αν ήμουν στη θέση του Άλεκ ή του Κλείτου, θα ήθελα κάποιος να γράφει έτσι για μένα, ή αν δεν ήμουν στη θέση τους, θα με βοηθούσε να  κατανοήσω κάποιους φίλους, συμμαθητές που μου φαίνονταν παράξενοι. Και, μακάρι, να κατανοούσα και την επιλογή των ονομάτων τους: Αλέξανδρος (όχι το εκποιημένο και ανούσιο Άλεκ), δηλαδή ο υπερασπιστής των ανθρώπων (ρόλο που επιλέγει ο Αλέξανδρος απέναντι στον Κλείτο), και Κλείτος, δηλαδή ο ευκλεής, ο φημισμένος, μια υπόμνηση πως συχνά όποιος ωθείται στο περιθώριο κρύβει μέσα του τη δύναμη να διακριθεί· μια διακριτή ομορφιά που λίγοι βλέπουν. Η γραφή του Κοντολέων, είτε γράφει για ενήλικες είτε για νέους, χρησιμοποιεί συχνά την προοικονομία, ένα σχήμα που δομείται μέσα από γεγονότα, ή τον προϊδεασμό, ένα σχήμα που εστιάζει σε λέξη ή φράση, με τα δύο αυτά να δομούν την πλοκή προετοιμάζοντας τον αναγνώστη να συλλάβει τις νοηματικές απολήξεις της ιστορίας. Όπως εδώ που προσεγμένη και η παραμικρή λέξη, σωστά τοποθετημένα στη θέση τους τα γεγονότα, οδήγησαν στην τελική πρόσληψη εν συνόλω.


 Διώνη Δημητριάδου


Απόσπασμα

 

Και τρέχοντας κατεβαίνει τα σκαλιά, χώνεται μέσα στο γήπεδο, σπρώχνει όσους τον εμποδίζουν να πλησιάσει τον δικό του Αλέξανδρο, τον φτάνει κάποια στιγμή, τον βλέπει πάντα άγαρμπα να συγκρατιέται στους ώμους οπαδών… Τα πόδια του Άλεκ ακουμπάνε στο στήθος του ενός της τρίτης λυκείου, ο Κλείτος προσέχει πως στο αριστερό παπούτσι το κορδόνι έχει λυθεί… Και απλώνει το χέρι, θέλει να πιάσει την άκρη του κορδονιού –κάτι δικό του να αγγίξει!– , κάποιος τον σπρώχνει, τα δάχτυλά του όμως έχουν προλάβει να χαϊδέψουν την κάλτσα του Αλέξανδρου κι αυτός –πώς έγινε και μέσα σε όλον αυτόν τον συνωστισμό αισθάνθηκε την επαφή;– ρίχνει προς τα κάτω το βλέμμα, τον Κλείτο τον έχουν ήδη κάποιοι άλλοι σπρώξει πιο πέρα, μόνο οι ματιές τους θα συναντηθούν…

Στο βλέμμα του ενός έχει αποκαλυφθεί ό,τι φοβάται να φανερωθεί στο βλέμμα του άλλου. (σ. 154).


 

 

 

 

Μια χλωρή ίαση στη φθορά του κόσμου [Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος Κήποι, Εκδόσεις ΑΩ, 2025] Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου


,

[Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος Κήποι, Εκδόσεις ΑΩ, 2025]


Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
η πρώτη δημοσίευση στο Booksitting


Μια χλωρή ίαση στη φθορά του κόσμου

Η ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου (ΑΩ Εκδόσεις, 2025) αποτελεί μια βαθιά υπαρξιακή, ελεγειακή κατάδυση στις περιοχές του χρόνου, της απώλειας και της καλλιτεχνικής μοίρας. Με αισθητική αυστηρής λιτότητας, η ποιήτρια μεταμορφώνει το καθημερινό και το προσωπικό βίωμα σε τελετουργική εμπειρία, όπου το ατομικό πένθος αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά ως μια αργή και εσωτερική διεργασία φθοράς, ενώ η μνήμη και η λήθη συνυπάρχουν σε μια διαρκή, επώδυνη διαπραγμάτευση. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση της λήθης: «Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική; … Μνήμη του αίματος, λήθη να γίνεις» (σ. 13), συμπυκνώνοντας την αγωνία του ποιητικού υποκειμένου ανάμεσα στη μνήμη και τη λυτρωτική λήθη.

Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στους αρχαίους «Κήπους του Αδώνιδος», τα μικρά δοχεία με σπόρους που βλάσταιναν γρήγορα και μαραίνονταν εξίσου γρήγορα, συμβολίζοντας τον κύκλο ζωής και θανάτου του νεαρού θεού. Η Δημητριάδου μεταφέρει αυτό το αρχαίο σύμβολο στο σήμερα, μετατρέποντάς το σε μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ποιητικής πράξης: το ποίημα ανθίζει ως μια εύθραυστη μορφή αντίστασης απέναντι στην εφήμερη μοίρα του, γνωρίζοντας εξαρχής την προσωρινότητά του. Όπως διατυπώνεται στο ποίημα «Άωρος Θάνατος» (σσ. 11–12), ο Άδωνις «…τη συμφιλίωση έμαθε / την αναγκαία προσαρμογή / ίαμα στη φθορά», στίχοι που συμπυκνώνουν το βασικό υπαρξιακό νόημα ολόκληρης της συλλογής.



Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή, Βυθός. Η μελαγχολική γυναικεία μορφή που κρατά ένα εύθραυστο άνθος ή σπόρο, μαζί με τα δύο ψάρια που αναδύονται από το σκοτεινό βάθος, συνθέτουν μια ισχυρή οπτική μεταφορά της μνήμης, της σιωπής και της αναμονής. Οι γήινοι τόνοι, οι πορφυρές ανταύγειες και η λιτή εξπρεσιονιστική γραφή συνομιλούν με την ποιητική ατμόσφαιρα της συλλογής, προαναγγέλλοντας την αποδοχή της φθαρτότητας ως βασικό της υπαρξιακό αίτημα. Η γυναίκα του εξώφυλλου κρατά τον δικό της «κήπο», γνωρίζοντας ότι θα μαραθεί, όπως ακριβώς η ποιήτρια δημιουργεί τα ποιήματά της έχοντας επίγνωση της θνητότητας. Τα ψάρια στη βάση της εικόνας υποδηλώνουν ότι η αλήθεια παραμένει κρυμμένη στα σκοτεινά βάθη της μνήμης και του ασυνειδήτου και ότι η μόνη ουσιαστική αντίσταση απέναντι στο χάος είναι η εφήμερη, αλλά γενναία, άνθηση της τέχνης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ομώνυμο ποίημα «Αδώνιδος Κήποι» (σ. 10) διαβάζουμε: «…Θεοί καινούργιοι και παλιοί. Η μοίρα τους η λήθη… Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, και τα τωρινά και τα μακρινά. Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών», μια εικόνα που φωτίζει τη συνάντηση μνήμης, μύθου και παρόντος.

Το ποιητικό σύμπαν της Διώνης Δημητριάδου οργανώνεται γύρω από τρεις θεμελιώδεις άξονες: τη μεταφυσική της φθοράς, το δίπολο μνήμης και λήθης και το ήθος της ποιητικής δημιουργίας. Στο ποίημα «Σήψη» (σ. 36), τα μήλα που σαπίζουν πάνω στο τραπέζι μετατρέπονται σε μια συγκλονιστική νεκρή φύση της μνήμης, ενώ η λήθη προβάλλει ως μια άηχη αλλά αβέβαιη σωτηρία. Παράλληλα, η γραφή απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική ψευδαίσθηση: το μολύβι γίνεται εργαλείο θυσίας και ο δημιουργός καλείται να σηκώσει το βάρος των λέξεων ως προσωπικό πεπρωμένο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το «Ποιητού το Ήθος» (σ. 9): «Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι / από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό… Ευχή κι όχι κατάρα… Ήθος του ποιητή / το άχθος του ανθρώπου», οι οποίοι λειτουργούν ως ποιητική διακήρυξη της δημιουργού.

Ιδιαίτερα γόνιμη είναι η συνάντηση της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας με τη χριστιανική παράδοση. Η «χλωρή φακή» στο ομώνυμο ποίημα «Αδώνιδος Κήποι» (σ. 10) τοποθετείται στο περβάζι την ώρα που πλησιάζει ο Επιτάφιος, γεφυρώνοντας τον θρήνο για τον Άδωνι με το Θείο Πάθος και αναδεικνύοντας τη διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη για αναγέννηση. Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος στο ποίημα «Κάποια Μικρή Παρασκευή» (σ. 48): «Μια μνήμη ορφανή / σ’ ένα περβάζι παραθύρου / … / σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή», ενώ η καταληκτική εικόνα του ποιητή που «αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι / κι έμεινε να θαυμάζει / το μαύρο θαύμα μέσα του» συνοψίζει με λιτότητα το υπαρξιακό βλέμμα της συλλογής.

Η ποιήτρια οικοδομεί αυτή την προβληματική μέσα από ένα πυκνό δίκτυο συμβόλων που οργανώνεται γύρω από την αντίθεση του χλωρού και του μεταλλικού, του ζωντανού και του άψυχου. Το παράθυρο γίνεται το όριο ανάμεσα στην προστασία και στο χάος, ο καθρέφτης τόπος επώδυνης αυτογνωσίας, τα χάπια σύμβολο της σύγχρονης τεχνητής παρηγοριάς, ενώ ο σκοτεινός άγγελος και το αλουμινένιο δέντρο αποτυπώνουν την εμπειρία της απώλειας και της αποξένωσης μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει αισθητικά άψογος αλλά συναισθηματικά παγωμένος. Το ποίημα «Παραμόρφωση» (σ. 17) συμπυκνώνει αυτή τη συνθήκη: «Λύκος το προτιμώ / στη ράχη σου να είμαι / και να χαθούμε / δεν σε φοβάμαι… / τα χάπια καταπίνοντας / υπόσχεση χαράς / αν κλείσω το παράθυρο / ο χρόνος κυλάει κανονικά…», όπου το καθημερινό αντικείμενο αποκτά υπαρξιακή και ψυχική διάσταση.

Η εσωτερική πορεία της συλλογής αποτυπώνεται σε κομβικά ποιήματα όπως το [Καθώς σιγόσβηνε το θαύμα μέσα μου] (σ. 31), όπου η ανάγκη για νέους δεσμούς παρουσιάζεται ως σφυρηλάτηση πάνω στο αμόνι της ύπαρξης: «Μόνο που τώρα να βρω σφυρί κι αμόνι πρέπει / απ’ την αρχή σφυρήλατα να φτιάξω νέα δεσμά», αναδεικνύοντας ότι η ελευθερία και η δέσμευση αποτελούν συνειδητή επιλογή του ποιητικού υποκειμένου. Αντίστοιχα, στη «Μια Μόνον» (σ. 56), η αναζήτηση της χαμένης λέξης ισοδυναμεί με ύστατη προσπάθεια αποκατάστασης του νοήματος του κόσμου, ενώ στο «Σήμα Ταπεινό» (σ. 42) η συμφιλίωση με το κενό μετατρέπεται σε λιτή παρακαταθήκη προς τους επόμενους.

Η γλώσσα της Δημητριάδου είναι απογυμνωμένη από περιττά στολίδια και χαρακτηρίζεται από μια δωρική αυστηρότητα που προσεγγίζει την τελετουργική κατάνυξη. Οι παρενθέσεις και οι αγκύλες λειτουργούν ως ένας δεύτερος εσωτερικός μονόλογος, ενώ οι σωματικές και οργανικές μεταφορές γειώνουν το υπαρξιακό στοιχείο στην καθημερινή εμπειρία, δημιουργώντας μια ποίηση όπου η σκέψη και η ύλη παραμένουν αδιάσπαστα συνδεδεμένες. Εμβληματικό είναι το απόσπασμα από τη «Σφαγή σωστή» (σ. 35): «Σφαγείο είναι το ποίημα / μην καρτεράς τη λύτρωση / δεν είναι ψυχοφάρμακο… Αίμα πλημμύρα της γραφής / συνάμα της ανάγνωσης / άχθος δυσοίωνο..», το οποίο αποτυπώνει με μοναδική δύναμη τη σωματικότητα της γραφής και τη μετατροπή της ανάγνωσης σε εμπειρία συμμετοχής στην οδύνη.

Το ύφος είναι ελεγειακό, χαμηλότονο, εξομολογητικό και διακριτικά τραγικό. Δεν υπάρχουν ρομαντικοί μελοδραματισμοί ή κραυγές. Η απόγνωση και το πένθος φιλτράρονται μέσα από μια στωική αποδοχή («Το πένθος ες αεί»). Παράλληλα, διακρίνεται ένα τελετουργικό ύφος, ιδιαίτερα στα ποιήματα που σχετίζονται με τον Άδωνι και το Πάσχα, το οποίο προσδίδει στην προσωπική οδύνη μια διάσταση πανανθρώπινη και συμπαντική.

Η ποιήτρια επιστρατεύει μια πλούσια αλλά ελεγχόμενη γκάμα εκφραστικών μέσων. Οι αντιθέσεις και τα οξύμωρα («ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο», «σκότους μέσα στο φως», «ευχή κι όχι κατάρα») υπογραμμίζουν τη διττή φύση της πραγματικότητας. Οι ισχυρές μεταφορές και προσωποποιήσεις («Σφαγείο είναι το ποίημα», «άηχη λέμβος σωστική», «κράμα της μνήμης… σαπίζουν») μετατρέπουν τις αφηρημένες έννοιες σε βιωμένη εμπειρία. Σύμβολα όπως το παράθυρο, το μολύβι και το πηγάδι με το μαύρο μελάνι αποκτούν κεντρική σημασία. Στη «Θέα Σκοτεινή» (σ. 61) διαβάζουμε: «Δεν βλέπω τίποτα / μόνο μελάνι μαύρο / στίχους να ταξιδεύουν / όσο ο κυματισμός στέργει να τους κρατεί / μη βυθιστούν κι αυτοί / κι όλο χαθεί το ποίημα», εικόνα που μετατρέπει το ίδιο το ποίημα σε εύθραυστο αντικείμενο διάσωσης. Τα ρητορικά ερωτήματα «Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του πνιγμού;» εντείνουν τον υπαρξιακό μετεωρισμό.

Η συλλογή ολοκληρώνεται με την ταπεινή εξομολόγηση του [Δεν έχω άλλο, Κύριε] (σ. 75), όπου το ποίημα μένει ατέλειωτο σαν ένα σημάδι σταυρού και η ζωή αποτιμάται ως μια διαρκής θυσία στο ευτελές. Οι Αδώνιδος Κήποι δεν υπόσχονται εύκολη ανάσταση ούτε προσφέρουν παρηγορητικές βεβαιότητες. Αντίθετα, στέκονται με νηφαλιότητα απέναντι στο «μαύρο θαύμα» της ύπαρξης και προτείνουν ως μοναδική δυνατότητα σωτηρίας μια εύθραυστη αλλά επίμονη άνθηση της τέχνης μέσα στη φθορά. Όπως δηλώνει το «Σήμα Ταπεινό» (σ. 42): «Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί / αφήνοντας τα ίχνη τους / λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς… / μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα… / κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς / μα για τους άλλους που έρχονται». Έτσι, η συλλογή αφήνει πίσω της ένα «σήμα τόσο δα», μια μικρή αλλά ακλόνητη μαρτυρία φωτός απέναντι στη λήθη του κόσμου.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Θωμάς Κοροβίνης Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Θωμάς Κοροβίνης

Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου

που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Θωμάς Κοροβίνης: «Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή»




 

«Καμιά φορά σαν να μιλάνε οι παραπονεμένοι άγγελοι. Ίσως κι ο ίδιος ο Θεός». (σ. 35).

Μέσα σε λίγες λέξεις –ποιος χρειάζεται περισσότερες;– όλη η ουσία της γραφής του Γιώργου Ιωάννου. Τι κρίμα που πολλοί σήμερα (όπως και τότε ακόμη) ξεχάσανε να ακούνε, και μαζί ξεχάσανε και τον ανθρωπογνώστη και δάσκαλο της ζωής, όπως τον ονομάζει ο Θωμάς Κοροβίνης στο χειμαρρώδες κείμενο-ανοιχτή επιστολή προς τον ίδιο αλλά και προς όσους ποτέ δεν τον ξεχάσαμε. Εστιάζοντας στον Ιωάννου, όπως και σε λιγοστούς ακόμη, ανοίγει ένα τοπίο, πικρό στη μνήμη αλλά απίστευτης ωραιότητας, που προκαλεί τη σύγχρονη αδιαφορία (μα και ανοησία) να αγγίξει το παλίμψηστο αυτού του τόπου που ανασαίνει με τις πολλαπλές του αναπνοές, ενώνοντας όσα επιφανειακά ανόμοια, όμως επίμονα καρφωμένα στο ίδιο σώμα. Η εκλεκτή αφορμή οδηγεί, άλλοτε με ευθείς και άλλοτε με παρακαμπτήριους δρόμους, στον στόχο ενός κειμένου που δεν αποτελεί απλώς  μια τιμητική μνεία στον Γιώργο Ιωάννου, αλλά συμπεριλαμβάνει όλα τα ακριβά μεταλλεύματα, τα κρυμμένα κάτω από τις κακοτοπιές μιας ζωής περίλαμπρης μα και κενής νοήματος. Έτσι, χτίζεται μια σύναξη ζώντων και, κυρίως, τεθνεώτων, που δεν μπορεί κάπου θα συναντώνται να μιλήσουν για τα ομολογημένα τους και τα ανομολόγητα, τις προσωπικές τους πίκρες, γέννημα μιας πατρίδας που τα χαλάει τα παιδιά της. Ο Μάρκος Μέσκος, ο Κωστής Μοσκώφ, η Διδώ Σωτηρίου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μάνος Ελευθερίου, κι άλλοι, κι άλλοι, μα όσο τους μετράς πάλι λίγοι βγαίνουν μέσα στο  πλήθος, το οιονεί ανοϊκό. Και η Θεσσαλονίκη, κάποτε κραταιά κοιτίδα των γραμμάτων, παρούσα κι αυτή (αν τη νιώθεις ως μάνα των προσφύγων), αλλά με αλλοιωμένη τη μορφή της, την ουσία της, το πνεύμα της – ο Κοροβίνης αμείλικτος όσο κι αληθινός:

«Δε μασάω στα σχόλια και στις ειδήσεις, ότι δήθεν η πόλη αυτή θα ’ρθει στα συγκαλά της. Ό,τι βλέπουν τα μάτια μου εκείνο πιστεύω». (σ. 51).

Σαν να το χρωστάει στον αδελφό Ιωάννου, σαν να μιλάει όπως θα μίλαγε κι εκείνος, αν ζούσε ακόμα σήμερα.



«Πάλι εψές πολιορκούσες τα όνειρά μου. Καθόσουν πάνω σ’ ένα σύννεφο και τραβούσες κουπί, να φτάσεις πού; Λαχανιασμένα έλαμνες. Ποιον πήγαινες να βρεις; Τον Διγενή; Τον Τρεμαντάχειλο; Τα σκυλιά του Σέιχ-Σου; Τη Λάμια του παραμυθιού; Τον Καλογερόπουλο; Τον Κακριδή; Τον Κουμανταρέα; Τον Παναγούλη; Έπιασες στεριά κι έδεσες σε μιαν άκρη. Βγήκες προς το άγνωστο. Τέσσερις πολιτείες! Οι μάνες μας! Ποια να διαλέξεις; Η Πόλη έσταζε αίμα! Η Σμύρνη έσταζε αίμα! Η Τραπεζούς έσταζε αίμα! Η Θεσσαλονίκη έσταζε αίμα!» (σ. 50).

Μια μνεία σε κάθε «αγαθότητα», όπως τη διαβάζουμε στις ιστορίες του Ιωάννου, τώρα πιο επίκαιρη από ποτέ, που κάθε μορφή ιδιοτέλειας, ευτέλειας και συμφέροντος έχει επισκιάσει επικίνδυνα τον ουρανό μας. Μια κραυγή συνάμα, γιατί αλίμονο αν πάψει κάποτε, μην και ξυπνήσουν οι υπνώττουσες συνειδήσεις και νιώσουν τις αόρατες αλυσίδες, κάτι σαν τα κάγκελα που έβλεπε παντού ο Τζίμης Πανούσης. Μια κραυγή που ο Ιωάννου την είχε δει να «κονταίνει» στο ποίημά του «Σε επαρχία μακρυνή»:

[…] Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή/ “Ζήτω η ελευθερία” γιατί κι αυτή καλή·/ όμως γλυκό και το ψωμί.

Το αφήγημα, στην τωρινή του μορφή στην πρόσφατη έκδοση (Άγρα), είναι το αποτέλεσμα συστηματικής επεξεργασίας των αρχικών του μορφών, σημάδι πως επί σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου (από τη φυγή του στο νέο του καταφύγιο, την καταπακτή, την γκλαβανή του) ο Κοροβίνης έψαχνε διαρκώς μέσα του (και στα γραπτά του, ως εκλεκτός επίγονος) τη σκέψη, τις λέξεις, τις μνήμες εκείνου, τη θέα του στον κόσμο, να μη χαθεί τίποτα από τον «δάσκαλο» όχι μόνον της γραφής μα και της ζωής.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Νίκος Σκούφος Η αναχώρηση Εκδόσεις Επίμετρο

  ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Νίκος Σκούφος

Η αναχώρηση

Εκδόσεις Επίμετρο


 


Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Επίμετρο το συναρπαστικό μυθιστόρημα του Νίκου Σκούφου Η Αναχώρηση, ένα ταξίδι πέρα από τη Γη, προς μια κοινωνία χωρίς χρήμα, σύνορα, στρατούς, αστυνομίες και φυλακές.

Μπορεί να υπάρξει μία σύγχρονη κοινωνία, χωρίς να κυκλοφορούν χρήματα και με όλα να ανήκουν σε όλους; Είναι δυνατό όλοι οι άνθρωποι, από τη στιγμή που γεννιούνται, να έχουν δικαίωμα δωρεάν παροχών από τη Κοινότητα, απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν και είναι μέλη της;

Υπάρχει η πιθανότητα ο Ιωάννης στην Αποκάλυψή του να πρόβλεψε τις διαστάσεις ενός τεράστιου κυβικού διαστημόπλοιου, που μπορεί να σώσει όλους τους ανθρώπους της Γης από μια αναπότρεπτη κοσμική καταστροφή;

Θα μπορούσαν όσοι άνθρωποι δέχονταν να Αναχωρήσουν με τον Κύβο, να φτιάξουν στο νέο πλανήτη, όπου θα μεταφερθούν, αυτή τη νέα Κοινωνία, που θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς χρήματα, σύνορα, στρατούς, αστυνομίες και φυλακές;

Μπορούν να υπάρξουν τελικά οι προϋποθέσεις οι άνθρωποι να γίνουν «ως θεοί»;

Πόσο θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξέλιξη αυτή ο Πάπας, ο Δαλάι Λάμα και οι άλλοι θρησκευτικοί και πνευματικοί ηγέτες της Γης;

Θα τα καταφέρουν όλα αυτά, και πώς, ο Πορφύριος  (ένας ηγούμενος από το Άγιον Όρος), η Φατίμα (μία κακοποιημένη και κατατρεγμένη γυναίκα από το Αφγανιστάν), και όλοι οι άλλοι, που επιλέγουν να κάνουν αυτό το ταξίδι;

Αλλά και ο Αδάμ και η Εύα και όλοι οι άλλοι άνθρωποι, που γεννήθηκαν στη Νέα Γη, που την είπαν και Εντοπία;

Και πόση βοήθεια παίρνουν από τη Λούσυ και την Πανδώρα, τους πανίσχυρους κβαντικούς υπερυπολογιστές;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα, στα οποία προσπαθεί να δώσει απάντηση το βιβλίο, που κρατάτε στα χέρια σας...

 

Ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης σημειώνει στον πρόλογό του:

«Στην ουσία ο Σκούφος πραγματεύεται θέματα κοινά, διατυπώνοντας ξανά τα ίδια ερωτήματα που δεν βρίσκουν απάντηση. Η πλανητική απειλή και η συνακόλουθη λύση της εγκατάλειψης της Γης είναι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους  χωρούν τα πάντα: Θεσμοί, εκκλησία, κοινή γνώμη, τεχνητή νοημοσύνη, Τύπος, μαφία… Ο συγγραφέας βάζει τους πάντες στο παιχνίδι του.  Κι ο αναγνώστης μένει με την αίσθηση πως ταξιδεύει  σε ένα αφηγηματικό τοπίο φαινομενικά ήρεμο, όπου οι ανατροπές τον περιμένουν σε κάθε σελίδα. Η Αναχώρηση είναι ένας αποχαιρετισμός στον κόσμο που ξέραμε, ή καλύτερα η διόρθωση αυτού εδώ του κόσμου, αφού στην πραγματικότητα ο ανθρώπινος κόσμος είναι πάντοτε ο ίδιος.»

 

Βιογραφικό


Ο Νίκος Σκούφος γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα, ασκώντας το επάγγελμα του δικηγόρου. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Χωρίζοντας την ανάμνηση σε πηγαιμὀ και γυρισμό με φόντο κάθε αναλυμένη ηδονή μιας λεύτερης υπόστασης (1971) και Έξη προσπάθειες του Δον Κιχώτη για την τιμή της Δόνα Δουλτσινέα στον κάμπο με τους ανεμόμυλους (1972). Ο σπόρος της Αναχώρησης άρχισε να φυτρώνει στη διάρκεια της πανδημίας Covid
19.

 

Εκδόσεις Παπαζήση, Νικηταρά 2 & Εμμ. Μπενάκη, 106 78 Αθήνα, 210 3822496, 210 3838020

 

 

 

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ Δώδεκα και ένα ψέματα Εκδόσεις Οδός Πανός Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Δώδεκα και ένα ψέματα

Εκδόσεις Οδός Πανός



Γράφει η Τζένη Κουφοπούλου

 


Αλλότρια ψέματα για εμάς τους ίδιους

 

Τα ενδιαφέροντα βιβλία, τα σημαντικά, εμπνέουν· είναι φωτιά. Πυροδοτούν μια φλόγα μέσα μου κι αρχίζω να καίγομαι· να καίω λέξεις, τύπους, πνεύματα, τόνους άτονους, άξεστους παρατατικούς και μελλοντικούς μέλλοντες. Κάπως έτσι ένοιωσα διαβάζοντας τα εξαιρετικά αυτά μικρά διαμάντια· τα  «Δώδεκα και ένα ψέματα» του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, σε ένα κομψό και ιδιαίτερα επιμελημένο μικρό βιβλίο των εκδόσεων ‘Οδός Πανός’, με εξώφυλλο και σκίτσα της Σάντρας Χρήστου και πρόλογο της Μαργαρίτας Καραπάνου. Τόσες αλήθειες μέσα σ’ αυτά τα υπέροχα σύντομα κείμενα, τα ιχνογραφημένα με τέτοια λιτή μαεστρία… Μένω ενεή και μόνη. 

 

Χαράζω με το χέρι νοερά στον αέρα, ‘Κύκλους’, άδεια μηδενικά μακριά το έν’ απ’ τ’ άλλο· χαμένες υπάρξεις πια. Διαβάζω ‘Το γράμμα’ του ρημαγμένου ήρωα, αναζητώντας λύτρωση στα δάκρυα που ξέφυγαν απ’ το παράπονο των ματιών. Τελικά είναι μια δοσμένη ‘Συνταγή’ η ζωή, μέσ’ από γεγονότα σε αλληλουχία, ψυχής, σώματος, προσώπων, ζώων, φυτών; Χτυποκάρδια στο σύμπαν που εναλλάσσονται στις στιγμές; Μαζεύω αδέσποτα σ’ αγαπώ και ‘Σπόρους’ να φυτέψω κι εγώ κάποια στιγμή· μιας και στη ‘Ζαβολιά’, ακόμα κι ο Θεός κουράστηκε απ’ τους ανθρώπους και κρύφτηκε· κρύφτηκε εντός μας, να μην τον βλέπουμε. Και ποιος κοιτάζει μέσα του άραγε; Ψάχνουμε αέναα,  φυτεύουμε τις κραυγές, το είναι μας, και σπάνια φυτρώνει αγάπη. Σπέρνουμε λέξεις στα χαρτιά, και σπάνια αναδύεται Ποίημα. Όλα ψέμα; Μα κάπου θα ’ναι κι η αλήθεια. Στο μη άρτιο· στην αμαρτία; Σίγουρα όμως σε κάθε ‘ψέμα’ του Αδαμόπουλου ελλοχεύει και μια αλήθεια.

 

Ω Άνθρωπε, κρυμμένε μέσα σε ‘Χιτώνας Δερματίνους’! Γδύσου, απαλλάξου απ’ τη φήμη, γίνε ο Θεός σου· ο γυμνός κι αληθινός Θεός. Σου είπαν για τη συγχώρεση· πως έτσι μόνο θα σου χαριστεί Παράδεισος. Μην ακούς: Μια καλημέρα, μια αγκαλιά, λίγο ‘Αλάτι’ κι ένα χαμόγελο αγαπητικό μες απ’ την καρδιά, αρκούν... Διάφανα τα λόγια και τα ‘ψέματά’ σου καλέ μου Ποιητή, όσο κι αν ποτέ δεν φανερώνουν κάτι συγκεκριμένο και δεν έχουν καμιάν αναφορά σε τόπο, χρόνο, ονόματα. Σε τίποτα: Κάποιοι κάπου κάποτε· τώρα, τότε. Τίποτ’ άλλο. Τα βλέπω όμως όλα καθαρά. Φτάνω σιγά σιγά στην αλήθεια, που αχνοφαίνεται πέρα· στο βαθύ ‘Ψάρεμα’ που κάνεις μέσα σου. Εκεί· στο ξάγναντο όπου όλα τελικά βγαίνουν στο φως, ακόμα και τα πιο σκοτεινά. Ακόμα κι ένα ‘Φασόλι’ που πονάει όταν φυτρώνει· όπως πονάει ο άνθρωπος όταν γεννιέται. Και οι πολλοί γυρεύουν πάντα κάποιος ‘Μάγος’ να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής τους.

Πώς σωπαίνει εκείνος, απορώντας όταν πεθαίνει έχοντας αψηφήσει ‘Το φίδι’ κι όλοι γύρω του κλαίνε για λογαριασμό δικό τους. Πόσο συντρίβεται ο ‘Πάτερ Παΐσιος’ συνειδητοποιώντας κάποια σκοτεινά και άρρητα, όταν ένας Χριστός γυμνός και γήινος κρέμεται μπρος του γυρεύοντας μιαν ανθρώπινη αγκαλιά να τον ζεστάνει. Και δίχως σταματημό αιώνες τώρα, η ‘Ψυχή’ βασανίζεται και ξεγλιστράει εδώ κι εκεί γυρεύοντας πάντα τη λύτρωση. Περπατώ στα πλακόστρωτα κι αγκαθωτά ‘ψέματα’ του υπέροχου παραμυθά Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, φωνάζοντας κι εγώ ‘Ααα’ προσμένοντας ν’ ακούσω από κάπου ένα ‘Οαα’ κι αχνοφαίνονται μπρος μου αλήθειες σαν άνοιξη στον ορίζοντα· φως ανέσπερο.

 

Πολύ σπάνια τόσο λίγες σελίδες κρύβουν μέσα τους τόσα πολλά και υπαινίσσονται ακόμα περισσότερα, με τόση λεπτότητα και χάρη: Όπως ο ‘Πρόλογος’ για παράδειγμα που σχεδόν καταργεί τον Λόγο, λέγοντας όμως τα πάντα μέσα σ’ ελάχιστες μόνο γραμμές. Κι ακόμα, το ξάφνιασμα κι ο θαυμασμός μεγαλώνουν καθώς συνειδητοποιώ ότι τα ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ δεν είναι τωρινά, μα είναι κιόλας τριάντα πέντε χρόνων κι έχουνε κάνει μια μακρά πορεία, μεταφρασμένα σε τέσσερις γλώσσες. Καλύτερα έτσι: Έρχονται από πολύ μακριά· όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ήδη από τότε η Μαργαρίτα Καραπάνου, που τα μετέφρασε μάλιστα η ίδια στα γαλλικά.

 

Αθήνα 21 Ιουνίου 2026

©Τζένη Κουφοπούλου

tkoufopoulou@yahoo.com

 

 

 

 

 

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 


Σε μια κοινωνία γεμάτη αμφισβήτηση και αρνήσεις,
έτσι όπως την αποδεχτήκαμε στην άγνοια και το ψέμα
και να είναι η συνύπαρξη βόλεμα και προσαρμογή
με την αμετροέπεια  προτέρημα και συνέπεια αποδεκτή,
ευτύχησα ν’ ασπαστώ εικόνες προσώπων σωφροσύνης,
βαθιές ανάσες ν’ αφουγκραστώ και λόγους δικαιοσύνης.

Δίπλα μας, στον συρφετό της πλάνης και του σκότους
όπου η επίδειξη του αυταρχισμού και της συμπαιγνίας
αποτελεί ορόσημο βεβαιοτήτων και δόκιμων ισχυρισμών,
αυθαιρεσίας στέγασμα και καταφύγιο ανδραποδισμών,
διαβιούν συνάνθρωποι  με αισθήματα αγνά και προθέσεις
τον κόσμο να προλάβουμε στο δίκιο και τις αλήθειες.

Στεντόρεια φωνή υψώνουν απ’ τη μικρή τους τη γωνιά,
αδέκαστοι, λαοφιλείς κι ευπρόσδεκτοι σε κάθε γειτονιά,
ονειροπόλοι της ισότητας και λάτρεις της προσφοράς,
αλληλέγγυοι στα καθημερινά κι εθελοντές στις ανάγκες,
τις αντιθέσεις μας και τις διαφορές αφετηρία να δούμε
να ζήσουμε το αύριο με αλληλοσεβασμό κι αγάπη.

Γνώστες της συμπεριφοράς ειδικών και αρμοδίων
που θέλουνε πειθήνιους χειροκροτητές και ακολούθους,
μπροστάρηδες να γαλουχούν ατομισμούς και ομάδες
για να ‘ναι επανάληψη η ζωή, αντιγραφή και συμφέρον,
με λόγους και πράξεις σεβαστές διακονούν τη γνώση
αντίπερα να σταθούμε αυτόνομοι μύστες και συνοδοιπόροι.

Αθροίζουν βεβαιότητες, ενστερνισμούς κι αναρωτήσεις,
διαβλέπουν καιροσκοπισμούς, βεβήλωση και συνωμοσία,
δαχτυλοδείχνουν προκαθήμενους αφορισμών και δογμάτων,
σημάδια να έχουμε αποστροφής σε ύποπτες εντολές και ρήτρες.
Τους ταιριάζει η αναγνώριση, η επίτιμη δόξα και η μνεία
και μια υμνολογία λειτουργών μακαρισμού και συνεισφοράς.

Γιώργος  Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Tish Murtha)                          

Ο άνδρας που ήμουν κάποτε Αν Γουόλς Ντόννελλυ Μετάφραση: Θάλεια Παύλου η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο άνδρας που ήμουν κάποτε

 Αν Γουόλς Ντόννελλυ

Μετάφραση: Θάλεια Παύλου

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ο Ματ και ο Μάθιου • Fractal


 


 




Ο Ματ και ο Μάθιου



«Με φωνάζετε τρελο-Ματ. Τρελόγερο. Λέτε πως δεν έχω πρόσωπο. Θα νομίζετε πως δεν έχω ούτε αυτιά. Νιώθω τα μάτια σας πάνω μου, να κοιτάζουν την κορυφή του κεφαλιού μου, τις ψείρες να παίζουν κουτσό πάνω στο κρανίο μου και να πηδούν στους ώμους μου. Δεν είμαι τόσο τρελός όσο νομίζετε». (σ. 15).

Πώς αντιμετωπίζει ο κοινωνικός περίγυρος έναν άνθρωπο με νοητικό πρόβλημα; Αλλά και πώς ο ίδιος μιλάει για τον εαυτό του, πώς νιώθει, πώς αυτοπροσδιορίζεται; Θέλω να παρακάμψω το πρώτο ερώτημα, καθώς πιστεύω πως πολλαπλώς έχει απαντηθεί και έχει ερευνηθεί ως προς τις συνθήκες που οδηγούν στο περιθώριο άτομα που εύκολα και αβασάνιστα χαρακτηρίζονται ως «μη κανονικά», με κριτήριο πάντα την αποδεκτή κανονικότητα, ικανό ρυθμιστή μιας ανέφελης κοινωνικής ομοιομορφίας. Το πιο ενδιαφέρον έγκειται στον εσωτερικό κόσμο ενός περιθωριοποιημένου ατόμου, αρχικά, στο τι συνιστά γι’ αυτό «χώρο» στον οποίο μπορεί να επιβιώσει, χώρο στον οποίο τον τοποθέτησαν και από τον οποίο βλέπει καθαρά ή παραμορφωτικά ό,τι συνιστά τον κόσμο των άλλων, και κατόπιν, στο ποια είναι η απάντηση που δίνει, όταν το ερώτημα αφορά τον ίδιο, το πρόσωπό του ως υπαρκτή οντότητα με δικαιώματα και ανάγκες.

Η Ντόννελλυ στο πρώτο της μυθιστόρημα (αν και έχει διατρέξει τη συγγραφική της πορεία στην ποίηση, σε πεζογραφήματα και σε θεατρικά έργα) εστιάζει ακριβώς σ’ αυτό. Άλλωστε από την αρχή χρησιμοποιεί το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο, εισχωρώντας στον δικό του κόσμο, ώστε να προσεγγίσουμε τον Ματ, τον ήρωά της, με έναν ευθύ τρόπο, δυνητικά αφτιασίδωτο, χωρίς την παρείσφρηση της συγγραφικής παντογνωσίας. Ακούμε τη φωνή του, τη μνήμη του να επαναφέρει σκηνές και συναισθήματα από την παιδική του ηλικία μέχρι τότε που ακόμη δεν είχε τραυματιστεί με αποτέλεσμα το μη αντιστρεπτό της ασθένειάς του. Σαν να συγκεντρώνει στοιχεία για να δομήσει εκ νέου το «πρόσωπό» του. Ωστόσο, αυτό το «πριν», το «τότε» σκιαγραφεί έναν άνθρωπο διαφορετικό, που ακόμη και η οικογένειά του τον προσέγγιζε με ιδιαίτερη προσοχή ή και με αποστροφή, κυρίως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του, του Όουεν Πωλ· ένα ανεπούλωτο ψυχικό τραύμα πριν από το σωματικό και νοητικό.







Ο αποσπασματικός τρόπος που χειρίζεται η Ντόννελλυ τη μορφή που δίνει στη γραφή της, η γλώσσα που χρησιμοποιεί, ο ασύνδετος τρόπος που συχνά οι σκέψεις φανερώνονται, ανταποκρίνεται πλήρως στη διαταραγμένη νοητική λειτουργία του Ματ. Ο ίδιος, όμως, έχει τη συνείδηση του εαυτού του, όταν ήταν ο Μάθιου και όχι ο τωρινός τρελο-Ματ. Αυτός ο δισυπόστατος χαρακτήρας αποδίδεται από έναν διάλογο ανάμεσα στον Ματ και τον Μάθιου, με παρεμβάσεις εμβόλιμες στην αφήγηση, όταν έρχεται αντιμέτωπη η διαταραχή, εκείνο το «κομμάτι» του που περιτριγυρίζεται από τις θορυβώδεις και απειλητικές κάργιες, με το άλλο κομμάτι του που ασφυκτιά, όμως υπάρχει έχοντας τη βαθιά επίγνωση πως αυτά τα δύο συνιστούν την ενιαία ύπαρξή του.



«Τι θα ήμουν χωρίς τα ρο και τα έψιλον και τα λάμδα; Θα ήμουν ο άνδρας που έκανε δείπνο στη γυναίκα του για τα τριακοστά της γενέθλια και δεν έκαψε την μπριζόλα. Θα ήμουν ο άνδρας που έμαθε στον γιο του πώς να χτυπάει την μπάλα με το μπαστούνι του χέρλινγκ. Θα ήμουν ο άνδρας που βοηθούσε την κόρη του να φτιάξει κολιεδάκια από μαργαρίτες στο λιβάδι. Θα ήμουν ο άνδρας που φιλούσε τη μαμά κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο. Θα ήμουν ο άνδρας που… είχε έναν αδελφό που… »

Αλλά δεν είσαι αυτός ο άνδρας, Ματ.

Και για να λέμε την αλήθεια, ποτέ δεν ήσουν. (σ. 83).



Ίσως, διαβάζοντας την ιστορία του Ματ, να διαφαίνεται μια ποιητικότητα στη γραφή της Ντόννελλυ –άλλωστε μια φορά ποιητής, για πάντα ποιητής– όμως πρόκειται για καθαρά αφηγηματικό λόγο που εκτείνεται σε χώρο και χρόνο, που διαγράφει προσεκτικά το διττό πρόσωπο του ήρωα, που αποδίδει αριστοτεχνικά το πώς ο ίδιος «βλέπει» τον εαυτό του. Η ποίηση θα κατόρθωνε να δώσει ένα μέρος όλων αυτών, η Ντόννελλυ το εννόησε και αφέθηκε στην άλλη μαγεία, αυτή της μυθοπλασίας. Ο ποιητικός της εαυτός αναγνωρίζεται, έχοντας αφήσει ίχνη στη γραφή της, και της προσδίδει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αυτόν που διαφαίνεται από την πρώτη σελίδα, την «προλογική» της μακράς αφήγησης του Ματ:



«Κάθομαι πάνω στην ταφόπλακα που θα σκεπάσει τα κόκαλά μου. Σύντομα θα ανακαλύψετε αυτόν που ήμουν κάποτε, κάτισχνο, ξοφλημένο, με ζαρωμένο δέρμα. […]

Και με το ΤΡΕΛΟΣ τι θα γίνει;

Θα το ξεχάσετε πολύ εύκολα και θα πείτε: “Δεν ήμασταν ποτέ τόσο άκαρδοι!”

Και τον ΜΑΘΙΟΥ που δεν γνωρίσατε ποτέ;

Μετά από μερικές προσευχές, θα πιείτε τις μπίρες σας.

Ξεφυσάτε.

“Ο Θεός ν’ αναπαύσει την ψυχή του”.

Κι εγώ;

Θα καβαλήσω ένα άσπρο άλογο και θα πετάξω στο Νησί της αιώνιας νιότης». (σ. 11).



Σε μετάφραση και σημειώσεις της Θάλειας Παύλου, το απαιτητικό κείμενο της Ντόννελλυ στη σειρά ΚΛΑΣΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ των εκδόσεων Κουκκίδα. Άλλο ένα διαμαντάκι.



Διώνη Δημητριάδου



.