Με ανοιχτά βιβλία
Ετικέτες
- "Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής"
- Βιβλιοπροτάσεις
- Βραβεία Ζαν Μωρεάς για την Ποίηση
- Ειδήσεις
- Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας
- Νέες κυκλοφορίες
- Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες
- Περιοδικό Καρυοθραύστις
- Περιοδικό Οδός Πανός
- Προδημοσιεύσεις
- Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο
- Το βιβλίο της εβδομάδας
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΑΣ
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026
Ο κόσμος των σκιών είναι το βασίλειο των ονειροπόλων Πέτρος Τσαλιαγκός εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
Ο κόσμος των σκιών είναι το βασίλειο
των ονειροπόλων
Πέτρος
Τσαλιαγκός
εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ένας οδυνηρός βυθός ή μια άσκηση γραφής; • Fractal
Ένας
οδυνηρός βυθός ή μια άσκηση γραφής;
Προσπαθώ να μην παραδοθώ
ούτε στην επιλεκτικότητα της μνήμης, ούτε στην εκστατικότητα της φαντασίας,
όμως δεν μπορώ και να αποφύγω τη σταδιακή ανάδυση μιας παραισθητικής κατάστασης
που με απομακρύνει από την πραγματική ζωή που γευτήκαμε στο σπίτι δίπλα στη
θάλασσα.
(σ. 18).
Ποια τα όρια της αφήγησης, ποια συνθήκη τα επεκτείνει
ή τα περιορίζει, αλλά και ποιος ο ρόλος του αφηγητή μιας ιστορίας στην
αληθοφάνειά της ή στην αποκάλυψη του ψεύδους της; Αναπάντητα ερωτήματα, αν
φυσικά περιμένουμε μια απόλυτη απόκριση, περιοριστική από τη θεωρητική της φύση.
Κυρίως όταν η αφήγηση αγγίζει τον εσωτερικό βυθό, όταν φθάνει στο συμπαγές του
σώμα, εκεί η θεωρητική κριτική σκευή σιωπά.
Το αφήγημα του Πέτρου
Τσαλιαγκού μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Ο ένας σε συμπαρασύρει στον βυθό
του αφηγητή, με τη συνακόλουθη αποδοχή πως εδώ μετράει περισσότερο η βίωση μιας
σχέσης, μονόπλευρη συχνά, η συνειδητοποίηση πως η οδύνη είναι συνώνυμη του
έρωτα. Όσο κι αν μια περιρρέουσα ρομαντική ατμόσφαιρα παραπλανά, η αλήθεια
είναι πως το σκοτάδι πάντα καραδοκεί. Κάτω από αυτή την αναγνωστική εκδοχή, η
αφηγημένη ιστορία ανοίγεται σε φιλοσοφικό στοχασμό, περιστρέφεται γύρω από
περιστατικά διάσπαρτα, από κινήσεις, λέξεις, που αποτυπώθηκαν στη μνήμη, έτσι
όπως αταξινόμητες έρχονται και κυριεύουν τον αφηγητή. Η αίσθηση της μοναξιάς,
που καταλήγει επιλογή μοναχικότητας έντονη, η ματαίωση της ποθούμενης διάρκειας
των αισθημάτων οριστική. Η μόνη εξωκειμενική παρατήρηση που χωράει εδώ αφορά
την αναγνωστική αδιαφορία για το αν ο αφηγητής ιστορεί μια αληθινή σχέση ή όχι,
καθώς μας παρασύρει τόσο ο τρόπος όσο και οι τεχνικές της αφήγησης σε μια εν
δυνάμει ενσωμάτωση, να αποδεχθούμε τη θεωρούμενη λογοτεχνική αληθοφάνεια.
Ο δεύτερος τρόπος, κατά τη
γνώμη μου πιο ενδιαφέρων, παραπέμπει σε
μια εντελώς εξωκειμενική συνθήκη –εννοώντας την ιστορία αυτή καθεαυτήν– να
διαβάσουμε το όλον ως μια άσκηση αφηγηματική, που ερευνά ακριβώς τα όρια και
την ουσία της αφήγησης. Κατά τον δεύτερο αυτό τρόπο ανάγνωσης, η ίδια η ιστορία
λειτουργεί ως υλικό, προκειμένου να εκτεθεί, πίσω από τον λογοτεχνικό μανδύα, η
συγγραφική θεώρηση για τη δυναμική της αφήγησης, όσο αυτή μπορεί να συνεχίσει
μια ματαιωμένη σχέση μέσα σε ένα σκηνικό συγγραφής, αλλά και πώς μπορεί να
υποκαταστήσει τα αληθινά γεγονότα. Αλλιώς, η μαγεία της επινόησης.
[…] θα κοιτάζω χαμένος
στις σκέψεις μου τον ερημότοπο που εκτείνεται μέχρι την ακρογιαλιά και που
κάποτε ήταν ένας φροντισμένος, ολάνθιστος κήπος. Ύστερα, σιγά σιγά θα προσθέσω
τη θάλασσα με τα κύματά της, τη βεράντα όπου καθόμασταν τα βράδια πίνοντας
παγωμένο κρασί, την πέργκολα. Θα φανταστώ τον κανίβαλο πλανήτη της και, στο τέλος,
εκείνη. Τι με εμποδίζει να το κάνω; (σ. 71).
Στέκομαι στο τρίτο μέρος της
ιστορίας (Η ανίατη νόσος της αφήγησης), στο οποίο συνυπάρχουν τα στοιχεία προς
τεκμηρίωση και των δύο παραπάνω αναγνωστικών εκδοχών.
Διαβάζουμε αρχικά:
Επισκέπτομαι πολύ συχνά τον εσωτερικό μου βυθό. Ο βυθός συνιστά το απώτατο άκρο
της βασανισμένης μου ύπαρξης, έναν ατόφιο πυρήνα οδύνης. (σ. 67).
Στη συνέχεια
διαβάζουμε: Σε ακολούθησα με τον
τρόπο της αφήγησης όταν έφυγες, σε ακολούθησα με μικρούς και μεγαλύτερους
αιφνιδιασμούς, σε ακολούθησα την ημέρα και σε ακολούθησα τη νύχτα παντού. Σε
βρήκα να στέκεις σ’ ένα βιβλιοπωλείο, σε λεωφόρους πολύβουων πόλεων, σε είδα σε
ερωτικές περιπτύξεις, σε παραστρατήματα, σε ένιωσα σε πίκρες και χαρές. Κατέγραψα
κάθε ματαίωσή σου, κάθε πιθανό και κάθε απίθανο γεγονός. Το καταφύγιό μου είναι
οι λέξεις μου. (σ. 76).
Εδώ κυρίαρχο ρόλο έχει η
αφήγηση ως τρόπος ανάπλασης του πραγματικού ή αυτού που διεκδικεί την αλήθεια
του πραγματικού, με την ίδια την ιστορία να έρχεται σε δεύτερο πλάνο. Μια
«τοποθέτηση» του συγγραφέα για τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Αλλιώς, μια
άσκηση γραφής.
Εν κατακλείδι. Η ιστορία που
αφηγείται ο Πέτρος Τσαλιαγκός, με όποιον τρόπο κι αν διαβαστεί, αναδεικνύει
αφενός τις αφηγηματικές τεχνικές (την οπτική γωνία, τον χρόνο και τον ρυθμό της
αφήγησης), αφετέρου χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο ως βασικό αφηγηματικό
τρόπο, ενσωματώνοντας μέσα του τόσο την αφήγηση αυτή καθεαυτήν ως τρόπο, όσο
και την περιγραφή και τον διασταυρούμενο διάλογο. Η μείξη αυτή μέσα σε ένα
κείμενο που ρέει αβίαστα, παράλληλα η εύστοχη χρήση της γλώσσας, συνιστούν ένα ενδιαφέρον, από κάθε άποψη, εγχείρημα.
Διώνη Δημητριάδου
Σάββατο 30 Μαΐου 2026
Νικόλας Ζάννος Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Νικόλας
Ζάννος
Εικόνα
του μυαλού από έξω προς τα μέσα
Εκδόσεις
Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Νικόλας Ζάννος: «Εικόνα του μυαλού από έξω προς τα μέσα»
Κοιτάζω
γύρω μου/ αμφισβητώντας πάντα κάτι
(«Αμφισβητήσεις»). Ίσως στους δύο αυτούς στίχους να μπορούσε να απεικονιστεί το
ποιητικό σύμπαν του Νικόλα Ζάννου (1963-2012). Έτσι όπως από την παρατήρηση της
πραγματικότητας γύρω του, γράφονται μέσα του οι έξωθεν παραστάσεις,
δημιουργώντας μια διαφορετική συνθήκη ζωής και σκέψης που βιώνεται αλλά και αποτυπώνεται σε στίχους. Μια
αμφίδρομη πορεία, ικανή να δώσει αυθεντική ποίηση. Μια διευκρίνιση αναγκαία
εδώ. Στην ποίηση του Ζάννου δεν θα βρούμε ούτε τον εκθαμβωτικό ποιητικό λόγο,
ούτε την περίτεχνη στιχουργική. Θα βρούμε, όμως, έναν αυθορμητισμό, μια
ποιητική αθωότητα, που θα της ξεφεύγουν ποιητικές αστοχίες, ωστόσο η αξία της
θα κρίνεται αλλού. Θα φέρω ένα παράδειγμα: Στο ποίημα «Το μέγα ρέμα της ζωής»
κάποιες διάσπαρτες ομοιοκαταληξίες δεν αρκούν για να συγκαταλεγεί το ποίημα
στη παραδοσιακή μορφή, και ίσως να ήταν
καλύτερα να λείπουν, αφήνοντας το ποίημα σε ελεύθερη στιχουργική να αναπνεύσει
καλύτερα, να μην μπερδεύεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές. Ξαναδιαβάζοντας,
όμως, αξίζει να προσεχθεί ο τρόπος που λειτουργεί
στο ποίημα η θεματική του χρόνου, θεωρούμενου ως αέναης ροής μέσα από τρεις
συνεχόμενες ομοιοκατάληκτες λέξεις, και πιο κάτω με άλλες δύο λέξεις που θα
κλείσουν το ποίημα: Μέγα ρέμα είν’ η ζωή,/ κυλάει το νερό/ σε διχάλα
αφρίζει/ στην κατηφόρα μουρμουρίζει/ στη μέση το κοτσύφι τιτιβίζει […] σκέψεις,
λέξεις, πράξεις/ περιμένουν τη ροή/ στο μέγα ρέμα, τη ζωή. Μετράει,
επομένως, εδώ η αρχική ιδέα, αυτή που κατά τον καβαφικό «Δαρείο» πάει κι
έρχεται, δεν εγκαταλείπει ποτέ τον ποιητή, με όποιον τρόπο κι αν αυτή
εκφραστεί. Το ποίημα παρακολουθεί στιχουργικά τη ζωή όπως κυλάει μέσα στον
χρόνο, χωρίς να μπορεί να τον κατανοήσει.
Ο Ζάννος στην ποίησή του εκφράζει μια διαρκή πνευματική ανησυχία είτε για τον προσωπικό του αγώνα ζωής –μέγιστη αφετηρία, πιστεύω, της γραφής του– είτε για τη συνολική ανθρώπινη πορεία σε βαθύ σκοτάδι. Γι’ αυτό το δεύτερο, κυρίως, γράφει σχεδόν νουθετώντας, σε μια προσπάθεια να απευθυνθεί σε όσους θα τον άκουγαν, αρνούμενοι την όποια συνθηκολόγηση, την όποια άκριτη κατάφαση σε ό,τι τους προσφέρεται ως μοναδική οπτική ζωής. Ή αλλού, σε κείμενο καταγγελτικό, όχι ποιητικό, μιλάει για την αναμέτρηση του αδύναμου με τον ισχυρό, μάταιη μάχη μέσα στο σκόπιμα κατασκευασμένο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα.
Η συνειδητή ένταξη της ανθρώπινης
ύπαρξης μέσα στον φυσικό κόσμο, τον οδηγεί σε στίχους που ενώνουν τις φυσικές
αλλαγές με τις ανθρώπινες παλινδρομήσεις, από το σκοτάδι στο φως, από την
απόγνωση στην ελπίδα και πάλι πίσω. Άλλωστε η ενασχόλησή του με τη βιοδυναμική
αντιμετώπιση των παρεμβάσεων στον φυσικό χώρο (π.χ. καλλιέργειες) έρχεται να
δέσει με τις ποιητικές του αποτυπώσεις της βασικής του θεώρησης για τον κόσμο
εν συνόλω.
Έχω την αίσθηση πως ο Ζάννος γράφοντας
ισορροπούσε ανάμεσα σε ένα προσωπικό αδιέξοδο, στο οποίο πρόσφερε πότε πότε μικρές αναλαμπές ομορφιάς
και έρωτα, και στην επιθυμία του να γίνει
η φωνή όσων αδυνατούσαν να μιλήσουν – ένα δίπολο που πότε τον καταβύθιζε και
πότε τον απογείωνε. Έτσι, συναντάμε στίχους που απηχούν το κενό μέσα του (να
σαλπάρουμε,/ να φύγουμε προς τον βοριά,/ παγωμένο, ξένο,/ στα κρύα ταλαιπωρημένο,
«Μοναξιά στο λιμάνι του έρωτα»), ή που για λίγο ακουμπούν στην άλλη, την
αγαπημένη ύπαρξη, ανάμεσα κι αυτή στην παρουσία και τη λήθη (Πέτρες σκόνη
χαλίκια/ μες στα πεύκα/ και χορωδία τα τζιτζίκια./ Δύο καστανές πλεξούδες/
συλλογίζομαι κι αναφωνώ, «Χαρμάνης από έρωτα»). Ο στίχος του γίνεται πιο σίγουρος
όταν στρέφει προς τους άλλους: Όλοι
έχετε θυμό/ μες στης ζούγκλας τον ρυθμό./ σαν έν’ άδειο κλουβί μέσα στη
μοναξιά,/ μόνο /ένα δέντρο, παντού ερημιά, «Ο κατατρεγμός». Πάντα, όμως,
επιστρέφει στην προσωπική του μοναξιά, που η ποίηση δεν κατόρθωσε να γαληνέψει.
Εκεί που διαβάζεις: Τρίπτυχο ζωής:/ Αγάπη, Όραμα, Ελπίς («Χαρούμενες
νότες στο “Ελπίς”»), έρχεται ο απόηχος από σαββοπουλικούς στίχους ή αλλού ένα ολόκληρο
ποίημα («Μικρό αφιέρωμα στον Δον Κιχώτη») για να επιστρέψει πάλι το μοναχικό
τοπίο (η άτρακτος της ζωής/ ακολουθεί τις ηλιαχτίδες/ και μας αφήνει/
άγνωστους μέσα στην πολλή/ βαρβαρότητα των θορύβων, «Τα ακούσματα της
ψυχής»).
Ο Νικόλας Ζάννος με τα διάσπαρτα
αυτά ποιήματα που φρόντισαν οι δικοί του άνθρωποι να συγκεντρώσουν σ’ αυτή τη
συλλογή, δεν ανήκει, βέβαια, στη χορεία των μεγάλων ποιητών, ούτε, όμως,
κρίνεται αναγκαίο κάτι τέτοιο για να εκτιμηθεί η αλήθεια της ποίησης του. Θα
έλεγα, μάλιστα, κι ας φανεί αιρετικό ή έστω ακραίο, πως η ποίηση σήμερα δεν
έχει ανάγκη τόσο τα μεγάλα μεγέθη (μακάρι να υπάρχουν κι αυτά) όσο την
ειλικρίνεια, την αυθεντικότητα και την αθωότητα. Και μόνο η αμφισβήτηση που
επέλεξε ως στάση ζωής ο Ζάννος (επανέρχομαι εν είδει κύκλου, στους δύο στίχους που
ξεκίνησαν αυτό το κριτικό σημείωμα: Κοιτάζω γύρω μου/ αμφισβητώντας πάντα
κάτι), είναι αρκετή για να εκτιμηθεί θετικά η ποίησή του.
Διώνη Δημητριάδου
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
Σταρ Yukio Mishima Μετάφραση: Μαρία Αρώνη και Kyoko Shibayama Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
Σταρ
Yukio Mishima
Μετάφραση: Μαρία
Αρώνη και Kyoko Shibayama
Εκδόσεις Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια θέα στο «θέαμα» • Fractal
Μια θέα στο «θέαμα»
Η σημαία κυμάτιζε στο
αεράκι, μόλις έπεφτε χαμηλά, ξαφνικά πεταγόταν πάλι ψηλά μαστιγώνοντας τον
ουρανό, τιναζόταν μεταξύ φωτός και σκιάς, λες και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να
λυθεί από τον ιστό της και να πετάξει μακριά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όπως την
παρατηρούσα με κυρίευσε μια λύπη που κατέκλυσε όλο μου το είναι και σκέφτηκα
την αυτοκτονία. Το θέμα είναι πώς να πεθάνεις. (σ. 82).
Πώς γεννιέται μια σκέψη
θανάτου σε ένα νεαρό άντρα, είκοσι τριών χρονών, ανερχόμενο αστέρι του
κινηματογράφου, που μοιάζει να έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του; Ο Μισίμα, στη
νουβέλα του Σταρ, όχι από τα πιο διάσημα έργα του παρά την αναμφισβήτητη
αξία του, μέσα σε λίγες σελίδες ξετυλίγει τον απατηλό κόσμο του θεάματος,
χρησιμοποιώντας τη γλώσσα μιας άλλης «απάτης», αυτής της λογοτεχνικής γραφής,
με το μαγικό της ψεύδος να διεισδύει στην αναγνωστική πρόσληψη ως αληθινή
πραγματικότητα.
Καθώς ο ήρωάς του, Μίζουνο
Γιούτακα, αφηγείται την ιστορία του, βιώνοντας το πέρασμά του από τον «ρόλο»
του στην πραγματική ζωή και πάλι πίσω, δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς για τη
φύση του πραγματικού. Έτσι, πίσω από την επινοημένη μυθοπλασία, καθίσταται
διακριτός ένας κόσμος με ρόλους και μάσκες, τόσο καθημερινός, τόσο
συνηθισμένος, σαν όλοι να υποδυόμαστε ένα άλλο πρόσωπο, ηθελημένα ή όχι, κάτω
από σκηνοθετικές οδηγίες που καθορίζουν το αποδεκτό και το «κανονικό». Σαν
αρκετά χρόνια πριν (η νουβέλα του εκδόθηκε το 1961), ο Μισίμα να είδε
προβαλλόμενο μπροστά του το μέλλον μιας κοινωνίας που δεν θα της ήταν αρκετή η
εικόνα του θεάματος (έτσι κι αλλιώς ειλικρινής στις προθέσεις της) αλλά θα
βίωνε την εικόνα σε μια οιονεί δική της πραγματικότητα. Το γεγονός πως εννέα
χρόνια μετά το βιβλίο αυτό ο Μισίμα όντως αυτοκτονεί, και μάλιστα τελετουργικά
και δημόσια, καθιστώντας τον ίδιο του τον θάνατο θέαμα, ίσως είναι ακραίο να
θεωρηθεί μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καθώς πολλά στοιχεία της προσωπικής
του ζωής συνέτειναν στο τέλος του, ωστόσο για να εστιάσουμε στην ίδια τη φύση
της λογοτεχνίας, πρόκειται για την εκπλήρωση μιας πράξης που ως προϊδεασμός φαινόταν
στη γραφή του, ακόμα και στην ιστορία του Σταρ που πλέκει το νήμα
ανάμεσα στον κινηματογραφικό ρόλο και τη ζωή. Είναι εκπληκτική η σκηνή με τη
νεαρή γυναίκα που εισβάλλει στο κινηματογραφικό πλατώ, καταργώντας την επινόηση
και οδηγώντας τον ήρωα σε μια διαδοχική συνειδητοποίηση του ψεύτικου και του
αληθινού.
Η έννοια του χρόνου, βασικό
μοτίβο της νουβέλας του, βιώνεται από τον ήρωα διττά, σε δύο επίπεδα. Το ένα τού
το προσφέρει η υποκριτική μέσω της κάμερας, εκεί που, όπως λέει:
Νιώθω ότι ο χρόνος κυλάει με
τρόπο που μου είναι πολύ οικείος, μοιάζει με τη ροή του μη πραγματικού χρόνου
όταν η κάμερα γράφει. Μόνο εκεί μπορώ ν’ αναπνέω ελεύθερα, να μιλώ για το
θάνατο χωρίς φόβο, να πεθάνω χωρίς να υποφέρω. (σ. 83).
Ο χρόνος στο άλλο επίπεδο
είναι βαρύς, ανυπόφορος, του φέρνει σκέψεις αυτοκτονίας, τον οδηγεί σε
υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο σκηνοθετημένος χρόνος με τα ανάμεικτα πλάνα, καταργεί την
γραμμική χρονική πορεία, προσφέρει την αιφνίδια ανατροπή, την ανάμειξη των
συναισθημάτων, όσα δηλαδή απουσιάζουν από τον πραγματικό χρόνο.
Αν συνηθίσεις σ’ αυτόν τον
τρόπο, η σταθερή ροή του πραγματικού χρόνου -που δεν γυρίζει πίσω- σου
φαίνεται αδιάφορη και ανιαρή. (σ. 60).
Εν προκειμένω, η φήμη, το
θέμα της ιστορίας του Μισίμα, αποτέλεσε τον καμβά για να φανεί το αδιέξοδο ενός
κόσμου που διατρέχει τη ζωή του μοναχικά, σε ουσιαστική αποξένωση, την ίδια
στιγμή που νομίζει πως «επικοινωνεί». Η συνθήκη αυτή δεν αφορά μόνον όσους
βρίσκονται μπροστά από την κάμερα, εκτεθειμένοι στο κοινό ή αυτούς που
μαγεύονται από την οθόνη, αν και γνωρίζουν ότι η πραγματικότητα που βλέπουν και
νιώθουν αντλεί από μια εξαπάτηση, αλλά πλέον έναν κόσμο που τον έχει καταπιεί κυριολεκτικά
η εικόνα. Η επιλογή αυτή συνιστά το τέχνασμα της λογοτεχνίας να μιλάει για κάτι
φανταχτερό (όπως το διακριτό μπλε του τίτλου σε μαύρο φόντο στο λιτό αλλά
υπέροχο εξώφυλλο) ή ακραίο για να δείξει το καθημερινό και το σύνηθες που,
ακριβώς για τα χαρακτηριστικά του αυτά, δεν γίνεται πάντοτε αμέσως αντιληπτό,
παρά μόνον όταν έχει πλέον γίνει βίωμα. Κι αν τότε που γραφόταν ο Σταρ υπήρχε
ίσως μόνο αμυδρά η προοπτική μιας τέτοιας εξέλιξης, τώρα αποτελεί ήδη βιωμένη
πραγματικότητα. Αλλά, αυτή είναι και η
αξία της λογοτεχνίας, να διακρίνει, να «προβλέπει» ή να βλέπει καθαρότερα, ή
όπως είχε δηλώσει ο Αλμπέρ Καμύ, να προσφέρει μια προνομιούχο θέα στον κόσμο,
αθέατη διαφορετικά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΠΕΤΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΗΘΑΙΟ
Στης νύχτας τ’ αναγνώσματα,
με μια σαγηνευτική νωχέλεια,
λιτανεύει των εποχών το ψίκι,
γητεύει την ομορφιά και τη γηθοσύνη,
σμιλεύει την αλκή του χρόνου
και ψηλαφώντας τις όχθες του,
αυτομολεί αυτάρεσκα στο φλοίσβο του
ν’ ακούει στις μουσκεμένες άριες
να θεραπεύονται ειδύλλια κι εμπνεύσεις.
Πετριές τ’ ονειροπόλημα και πλαταγή η σιωπή,
αφρόσκεποι οι καημοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.
Στης ανατολής τις γραφές και δεήσεις,
με μια υπεροπτική ταπεινότητα,
δαψιλεύει της μέρας μακαρισμούς,
αμνηστεύει το δικασμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγγανείες
κι επηρμένος αγνώστων θεών προσκυνητάρης
αυθαιρετεί στον ορισμό του κάλλους
και τυμβωρυχεί σε ιστορίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.
Πετριές στ’ άβαθα οι ευχές, τ’ ανάθεμα το βουβό
όπως κι η λιοβολή, φως πετριά μες στα νερά του.
Στα γεφυροπεράσματα, ήθος κανονισμένο.
Αδέξιες φωνές,αυθάδεια και ασφαλής βιασύνη,
ώμοι γερτοί προβλέψιμοι,είδωλα στραγγισμένα,
γενιές τ’ αγάλματα και αδειανές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυμπλήρωτη ιστορία,
εξέδρα που λιγοστεύει της κοίτης την απλωσιά,
που μικραίνει τ’ ανάστημα του κόσμου
και βλέπει στο κοντινό το ξάγναντο τη ζωή
να μετριέται λειψή,αιχμάλωτη και σημαδεμένη.
Πετριές τα άδεια βλέμματα,το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην απόγνωση και η μνήμη στην οργή.
ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ
Άγουρη κι ατίθαση η νιόφερτη άνοιξη,
γλιστρούσε τη βιασύνη της στην ακροποταμιά,
έριχνε τα μαλλιά της ξέπλεκα στ’ ανυπόταχτα νερά
και το φεγγάρι νιο κι αδέσποτο να σκύβει και να βουτά,
μαντίλι κόκκινο στη νύχτα, να βάφει και να κεντά.
Θράσευαν γύρω οι καημοί σε χολωμένα νιάτα,
μάτωναν στήθια οι στεναγμοί και κουρασμένα μάτια,
κρυφά να συναλλάσσεται η αρετή με την αμαρτία
και να ζυγιάζεται αδέκαστη η ζωή,
μια στην επιστροφή και μια στην προσδοκία.
Έσφιξαν τα χέρια τους και ψηλάφισαν τη γη,
κύκλωσαν ένα κομμάτι ανοιχτό ουρανό
και με το σουραύλι της σιωπής και το φλασκί του πόθου,
ξημέρωναν τη ζωή ανατολή ‚πλημμύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.
Αφήναν στην άκρη τις καρδιές κι οι λογισμοί στην κοίτη.
Γύμνωναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθήσεων ταπεινά να ομολογήσουν
πως είναι αλήθεια ο έρωτας και λευτεριά ο χρόνος.
Ελένη Γκίκα Sans voir Εκδόσεις Αρμός η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Ελένη
Γκίκα
Sans voir
Εκδόσεις
Αρμός
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
«Κι
είναι τρελό εσύ που ήσουν όλη η ζωή μου, να πρέπει επειγόντως να χωρέσεις σε
ένα βιβλίο για να μπορέσεις τελικά και να διασωθείς». (σ. 85).
Πολλές
φορές διαβάζοντας τη γραφή της Ελένης Γκίκα, ένιωθα μια φωνή που έμοιαζε να
βγαίνει από την άβυσσο, χωρίς ίσως να μπορώ να προσδιορίσω, από όσα αποκάλυπτε,
αν αυτή η καταβύθιση ήταν η αρχή, η αφορμή, ή το τέλος, η φυσική απόληξη. Πίστευα
πως θα ερχόταν η ώρα που θα έβρισκε το κουράγιο να καταγράψει με χρώμα, με
άκουσμα, με την αφή, με τις αισθήσεις της όλες, αυτή την άβυσσο. Το Sans voir, χαρακτηρίζεται στην έκδοση
μυθιστόρημα. Μα, κι αν ακόμη το δεχθούμε ως συγγραφική ή ως εκδοτική επιλογή,
μιλάει τόσο ευθύβολα, με τόσο κόκκινη, του αίματος, ειλικρίνεια, που αναιρεί
την καταχώρισή του στη μυθοπλασία. Άλλωστε, και η πιο περίτεχνη επινόηση στη
λογοτεχνική γραφή εμπεριέχει το προσωπικό βίωμα, εμφανώς ή όχι. Θα μπορούσα να
το ονομάσω μια θέα στην προσωπική
άβυσσο, γιατί ακόμη και ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας αναιρείται από τη στιγμή
που όσα έζησες και σε καθόρισαν, τώρα πρέπει να μπουν σε λέξεις. Πάντοτε θα
είναι αλλιώς, πάντοτε θα είσαι μέσα και ταυτόχρονα έξω της γραφής, πότε ως
αφηγηματικό υποκείμενο και πότε ως συγγραφέας-παρατηρητής της ίδιας σου της
ζωής. Και μάλιστα υπό την πίεση του χρόνου, που αυτός προσδιορίζει το πότε
ακριβώς το βίωμα θα γραφεί· αν η μνήμη είναι μια πολύ σχετική έννοια, που ποτέ
δεν ξέρεις πότε θα σε εγκαταλείψει ή πότε θα αλλοιώσει τα αποθηκευμένα της,
τότε η γραφή καθίσταται επιτακτική προτεραιότητα, απέναντι σε μια επαπειλούμενη
λήθη.
Η Γκίκα, καταργώντας τη γραμμική χρονική πορεία, που θα καθόριζε μια γραφή βασισμένη στην πλοκή όπως αυτή θα εξελισσόταν, επιλέγει τον πιο αυθεντικό δρόμο της μνήμης, όπως τα γεγονότα έχουν βρει τη θέση τους με κριτήριο την ένταση του αισθήματος, τις σημαντικές στιγμές που διαρρηγνύοντας τη συνέχεια του καθημερινού και συνήθους, αποκάλυψαν αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί «θαύμα». Όχι με την κοινότοπη θρησκευτική σημασία του –αυτή ανήκει σε μια άλλη σφαίρα του μη αισθητού– αλλά με αυτή του θαύματος που έχουμε μέσα μας, αυτού που έχει τη δυναμική να ανοίξει μια ρωγμή σε ό,τι θεωρείται ζωή υπό έλεγχο. Η ερωτική σχέση που αποτελεί τη θεματική του βιβλίου της Γκίκα σ’ αυτό το σημείο εστιάζει, στο ξάφνιασμα μιας παρουσίας που από πάντα ήξερε ότι θα εμφανιστεί σε χώρο και σε χρόνο, θα αποκτήσει σάρκα και οστά ως κάτι γνώριμο (αν και άγνωστο), ως κάτι οικείο (μια ταύτιση των δύο σε ένα), εν τέλει ως κάτι που «προοριζόταν» να βιωθεί· εν γνώσει της ή όχι, η Γκίκα εδώ προσέγγισε ως βίωμα και όχι ως θεωρητική αποδοχή, τον αριστοτελικό σκοπό, το «τέλος», ως έννοια προ-υπάρχουσα σε όσα έπονται σε ευθεία χρονική ακολουθία. Η έννοια του τέλους δεν καταλήγει, προϋπάρχει ως αρχική «προαίρεσις», ως αρχική επιλογή, είτε γίνεται αισθητή είτε όχι. Η αρχή εμπεριέχει το τέλος.
Θεωρώντας το παραπάνω κομβική
διαπίστωση, εκτιμώ τα υπόλοιπα της ιστορίας. Τον έρωτα ως παρουσία και ως
φαντασίωση –ποιος θα μπορούσε, αλήθεια, να διακρίνει τα όρια ανάμεσά τους–, τα
χρονικά πλαίσια μιας σχέσης, όταν υπάρχει η αίσθηση μιας αλλεπάλληλης αρχής και
τέλους, μιας διαρκούς εναλλαγής απογείωσης και καταβύθισης, γιατί έτσι βιώνεται
ο έρωτας, ολόκληρος, πολύμορφος, μαζί ζωή και θάνατος. Κι όταν έρχεται το τέλος
ως φυσική συνέπεια, τι απομένει, αν όχι η βεβαιότητα της ύπαρξης μιας συνέχειας
που παλινδρομεί από τον ρεαλισμό στη φαντασίωση; Ένας κύκλος όλα τα ανθρώπινα.
«[…] είκοσι χρόνια νεκρός ναι πια
τολμώ να το πω, κι ακόμα γράφω το βιβλίο μας, σαράντα χρόνια το βιβλίο μας
γράφω ακόμα και τότε που δεν είχαμε ακόμα συναντηθεί και ναι δεν έχει περάσει ούτε
μια μέρα πριν και μετά που να μην έχουμε εμείς κοινή ζωή, “sans voir”, επειδή “Οι εραστές δεν
συναντώνται, υπάρχουν ο ένας μέσα στον άλλον εξαρχής” κι αυτό είναι κάτι που
καλά το γνωρίζουν οι πολύ τυχεροί. Έτσι έλεγα προσπαθώντας να αισθανθώ τυχερή».
(σ. 217).
Η Γκίκα, γράφοντας μια δική της
ιστορία, κατάφερε να ανοίξει τον ορίζοντα του προσωπικού βιώματος για να
μιλήσει για τον άνθρωπο, τη μοναξιά του, ίσως και τη μοναχικότητά του, την
τέχνη που έρχεται ως αρωγός στη θλίψη, δίνοντας σχήμα στη σκέψη και το συναίσθημα,
αγγίζοντας με την αισθητική το ανθρώπινο ήθος, λειαίνοντας τις κοφτερές γωνίες.
Ταυτόχρονα, όμως, ακριβώς επειδή πλέον ορατό, περίοπτο, αυτό που νιώθεις, σε
απελπίζει φανερώνοντας το τραύμα που είναι διαρκώς παρόν, όσο κι αν για λίγο,
κατά το καβαφικό, έκαμε να μη νιώθεται η πληγή.
Η γραφή αυτή, εξομολογητική προς
εαυτόν, ένα ανελέητο κοίταγμα στον καθρέφτη, μια θέα στην άβυσσο, δεν επιζητά
μια συνηθισμένη κριτική θεώρηση, παρά μόνον από τη μια τον σεβασμό στην τόλμη
της, και από την άλλη τη νοητή συμπόρευση κοινών βιωμάτων. Όχι γιατί συμπίπτουν
ποτέ οι εμπειρίες ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι γιατί κοινός τόπος η
συσσωρευμένη πείρα ζωής, αλλά μόνο γιατί η λογοτεχνία, επινοημένη ή όχι, μπορεί
να φτιάχνει τον δικό της «χώρο» για να εισχωρήσουν μακάρι περισσότεροι. Ας
πούμε πως είναι υπόθεση αντοχής. Όπως γράφει, τελειώνοντας την ιστορία της η
Ελένη Γκίκα: «Ο καθένας, σκέφτεται, αντιλαμβάνεται ό,τι είναι διατεθειμένος για
να ζει και ν’ αντέξει αυτή τη ζωή». (σ. 239).
Διώνη Δημητριάδου
Τρίτη 26 Μαΐου 2026
Πολ Γουάσκ Ναπάλμ στην καρδιά Μετάφραση από τα καταλανικά: Ευρυβιάδης Σοφός Εκδόσεις Κείμενα η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Μια φυσική, εύθραυστη τάξη
-
Οδός χωράφια, αριθμός αγκάθια! αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά Γύρισε ο καιρός, νοτερός, διαπεραστικός, α...
-
εύθραυστον Γιώργος Σταυρακάκης εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ ΑΝΑ...
-
Οι αχθοφόροι διηγήματα Κωνσταντίνος Λίχνος εκδόσεις Υψικάμινος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 5...
-
Η Κωνσταντίνα Παυλάκου παρουσιάζει τον συγγραφέα Στέλιο Χαλκίτη Στέλιος Χαλκίτης Ο συγγραφέας και τα βιβλία του Υπάρχε...
-
Παραρλάμα 1 (διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά) Κάποτε του Φάρμα του ερχόντανε και αναμνήσεις. Και θυμόταν ό...
-
. Τα δεδομένα της Ελληνικής Βιβλιοπαραγωγής του 2025 από το BookPoint Ο συνολικός αριθμός των νέων τίτλων ξεπέρασε για ακόμα μια χρονιά...
-
Παρουσίαση χθες (12-5-2026) στο Bios Μιλήσαμε για ποίηση, για την ποιητική διαδρομή της Μαρίνας Μιχαήλ-Χρηστάκη μέσα από όλες τις ποιητικές...
-
Καλαμάς κι Αχέροντας του Χριστόφορου Μηλιώνη εκδόσεις Κίχλη (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/kalam...
-
Για το βιβλίο του Γιώργου Σταυρακάκη εύθραυστον (εκδόσεις Μετρονόμος) στο TOCA (11-5-2026)
-
ΕΦΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ Ανεπαίσθητα,ανάμεσα από ψυχικές ισορροπίες και πνευματικές ωριμότητες, τον προσπέρασε ο σύμμαχος χρό...


















