Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/25439-pio-pera-apo-ti-thalassa-tou-pol-lints-kritiki-yparksiaka-erotimata-se-xrono-enestota

 

Paul Lynch

Πιο πέρα από τη θάλασσα

Μετάφραση: Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου

Gutenberg

Σειρά Aldina

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Πιο πέρα από τη θάλασσα» του Πολ Λιντς (κριτική) – Υπαρξιακά ερωτήματα σε χρόνο ενεστώτα


 

 


Εγώ ένας ψαράς είμαι

 

Τι είναι άραγε πιο πέρα από τη θάλασσα; Χαμένοι στον Ειρηνικό ωκεανό, αντιμέτωποι με καταιγίδες, με την πείνα και τη δίψα, με την αφόρητη σιωπή γύρω τους, αλλά και την επίσης αφόρητη συνύπαρξή τους, ο Μπολίβαρ και ο Χέκτορ, εντελώς ανόμοιοι μεταξύ τους, θα αναρωτηθούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αν ο υγρός τόπος που τους περιβάλλει θα τελειώσει ποτέ. Στο νέο του μυθιστόρημα ο Paul Lynch, βραβευμένος ήδη με το βραβείο Booker για το βιβλίο του Το τραγούδι του προφήτη, διεισδύει ακόμη περισσότερο στον εσώτερο κόσμο του ανθρώπου, στα βαθιά και αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα. Οδηγώντας τους δύο μοναδικούς ήρωες της ιστορίας του στην πιο ακραία κατάσταση που θα μπορούσαν να βρεθούν, τους «καθοδηγεί» σταδιακά από τον έξω κόσμο –τόσο μακριά τους πλέον– σε ένα εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας. Κι αν θεωρηθεί αυτό ως ένα πρώτο στάδιο γνώσης, αναπόφευκτα θα φθάσουν και στην αναζήτηση της θέσης τους μέσα σ’ έναν κόσμο που αποκτά μια εντελώς προσωπική διάσταση γι’ αυτούς· πώς βλέπει ο καθένας το ανοίκειο, αφιλόξενο, απειλητικό τοπίο/πρόσωπο αυτού του κόσμου; Και η ανάγκη τους για επιβίωση, θα τους φέρει κοντά, ως μια ελπίδα συμπόρευσης και αλληλεγγύης, αυτούς τους δύο μόνους ανθρώπους μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας;  

Θα ήταν επιφανειακή η προσέγγιση του βιβλίου ως μιας ακόμη ιστορίας περιπέτειας. Η δράση, λόγω των εξωτερικών συνθηκών, είναι φυσικά υπαρκτή, ωστόσο ο Lynch θέλησε να προχωρήσει πιο πέρα. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η εσωτερική περιπέτεια του ανθρώπου, η πάλη του με τον δικό του, προσωπικό δαίμονα, απέναντι στον οποίο το θαλασσινό στοιχείο (με όλα τα δικά του στοιχειά) μοιάζει αδύναμο, και λειτουργεί μόνον ως αφορμή. Ο Μπολίβαρ, έμπειρος ψαράς, που θα ήθελε να δει κάποτε πώς συναντιέται το φως και το σκοτάδι στην επιφάνεια του νερού, αντιμετωπίζει αλόγιστα τον κίνδυνο της θάλασσας, κι όμως, όταν χρειαστεί ξέρει τρόπους να την αντιμετωπίσει. Ο Χέκτορ, νέος και άπειρος, ασυνήθιστος σε ακραίους κινδύνους, θα «μάθει» δίπλα του. Απέναντι, όμως, στον εαυτό του ο καθένας, έχει ένα δύσκολο ταξίδι με απρόβλεπτες εξελίξεις. Οι πρακτικοί τρόποι του Μπολίβαρ μοιάζουν αδέξιες κινήσεις μπροστά στο δράμα της προσωπικής του ζωής, όταν θα αντιληφθεί πως έτσι κι αλλιώς όλος ο πραγματικός κόσμος γι’ αυτόν ήταν ξένος. Και τότε θα πρέπει να έρθει πρόσωπο  με πρόσωπο με τα δικά του φαντάσματα. Ο Χέκτορ, έχοντας άλλες καταβολές, αναζητάει την υποστήριξη άνωθεν, ελπίζει στην αρωγή της αόρατης δύναμης, ερμηνεύει τυχαία συμβάντα ως θεϊκές παρεμβάσεις, κι όταν χάσει και τα τελευταία δείγματα «βοήθειας», θα αφεθεί στη μοίρα του.

Όσο η σύγχρονη λογοτεχνία αναζητά τις αφορμές της στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, φέρνοντας στην επιφάνεια αιτίες, αφορμές και δειλά (όσο και άστοχα) καμιά φορά τολμώντας να δείξει λύσεις, τόσο θα μένει στην ουσία αδούλευτο από τη συγγραφική πρόθεση και επιλογή το βάθος της ύπαρξης (εννοούμενο ως μέγιστο ερώτημα), καθώς αφήνεται στη δικαιοδοσία των φιλοσοφικών αναλύσεων ή, ακόμη πιο αναποτελεσματικά, των θρησκευτικών εξ αποκαλύψεως προσεγγίσεων. Μπορεί, φυσικά, έτσι να παίρνει τον ρόλο του συν-δημιουργού των εξελίξεων, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση μιας καλής γραφής που ξέρει να πρωτοτυπεί, να διακρίνει τα κύρια θέματα, να τα παρουσιάζει εν καιρώ και εν τέχνη. Κι όμως, τα «εργαλεία» της λογοτεχνικής γραφής έχουν τη δυναμική μέσα τους να αποδώσουν τις εσωτερικές διεργασίες, τον ψυχισμό και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της μοναχικής (κατ’ ουσίαν) ανθρώπινης ύπαρξης, που οι ακραίες καταστάσεις τις κινητοποιούν. Όπως ακριβώς στο βιβλίο αυτό. Η φράση που ο Μπολίβαρ επαναλαμβάνει, σαν να περικλείει μέσα της όλη του την ύπαρξη, «Ένας ψαράς είμαι», φανερώνει τη γνώση στα τρία της επίπεδα: την αυτογνωσία, τη γνώση του κόσμου που περιβάλλει την ύπαρξη, τέλος τη συνειδητοποίηση της θέσης μέσα σ’ αυτό τον κόσμο.  Όσο αυτή η γνώση τίθεται εν αμφιβόλω, τόσο η ζωή αποβαίνει τραγική. Στην προμετωπίδα/θύρα του βιβλίου η ερώτηση του Ευριπίδη: «Ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος, ή ο θάνατος ζωή;» συνοψίζει το όλον.



 Ο Lynch θέτει σε λειτουργία τον κοφτό Ενεστώτα χρόνο (άριστα εξυπηρετούμενο από τους δύο μεταφραστές), προσδίδοντας στην αφήγησή του την αναγκαία συγχρονία ήρωα και αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο ότι πουθενά δεν χρησιμοποιεί τους παρελθοντικούς  χρόνους, σαν η ιστορία να επινοείται και να γράφεται την ίδια ώρα που διαβάζεται. Είναι σαν να βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτή τη βάρκα που παρασύρεται χωρίς μηχανή στο άγνωστο, αντικρίζουμε μαζί με τους δύο ήρωες όχι το ρομαντικό απέραντο γαλάζιο αλλά το σκούρο, το μαύρο που απειλεί να τους καταπιεί. Αν η λογοτεχνία μπορεί να μας εισαγάγει στο δικό της τοπίο, όσο ζοφερό, τότε και το άχθος της ύπαρξης, έτσι όπως το βιώνουν οι ήρωες, αγγίζει κι εμάς. Η απομόνωση μέσα στη θάλασσα και πιο πέρα κι από αυτήν, μεταποιείται πλέον σε σύμβολο, με τη συγγραφική επινόηση να προσφέρει το ένα μισό από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη του συμβόλου, και τον αναγνώστη να προσθέτει με τη δική του βιωματική πρόσληψη το άλλο μισό, προκειμένου να φανεί τον όλον και να λειτουργήσει. Έτσι, πιο πέρα από τη θάλασσα, είναι ο κόσμος μας, ένα αφιλόξενο μέρος, με αποξενωμένους ανθρώπους που την ώρα που νομίζουν πως ζουν με όσα η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει, δεν νιώθουν πως πρόκειται μόνο για ένα υποκατάστατο ζωής, έναν τεχνητό οιονεί παράδεισο εγκατάλειψης και σιωπής, με τα επιπλέοντα γύρω από τη βάρκα της ιστορίας σκουπίδια να καταδεικνύουν την ουσία του πολιτισμού μας.

Στην εικόνα του εξωφύλλου (design by Ben Summers) ένα πλεούμενο μοιάζει να ισορροπεί στην κορυφή ενός θαλασσινού χώρου, τόσο που αν προχωρήσει θα κατακρημνιστεί στις παρυφές της εικόνας.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Η νύχτα πέφτει στον ωκεανό. Παρακολουθεί τον ήλιο να βουτάει στο νερό, ένα τσουχτερό πορτοκαλί που έρχεται προς τη βάρκα του, λες και φωτίζει ένα μονοπάτι μόνο γι’ αυτόν. Τα μάτια του παρακολουθούν το φως να βουλιάζει στις πιο βαθιές του αποχρώσεις, το σκοτάδι να στρώνει στη θάλασσα τα βελούδινα νυχτερινά της χρώματα, τη θάλασσα και τον ουρανό να γίνονται ένα και να χάνονται. Και τότε το βλέπει, βλέπει ακριβώς τη στιγμή, την τελευταία στιγμή της συνάντησης ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, πάνω στην επιφάνεια του νερού. Δεν μπορεί να το πιστέψει. Είναι σιωπή. Επιτέλους, σκέφτεται. Το είδες, το είδες με τα μάτια σου. Το ήξερες ότι θα τό ’βλεπες. Και τη νιώθει να υψώνεται στο κέντρο του είναι του, ν’ απλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη στο κορμί του, αυτήν την καθαρή τρεμουλιαστή ευτυχία. (σ. 219)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ







ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ

Να σε σημαδεύει τ’ απλωμένο χέρι του ζητιάνου
και συ να πορεύεσαι άτρωτος το δρόμο της ευθύνης,
απρόσβλητος κάτω από την πανοπλία της ψευδαίσθησης
κι ευτυχής στης ψυχής σου τη μακάρια δεσποτεία,
πως έδειχνε και στιγμάτιζε της πολιτείας το χρέος,
μη θαρρείς πως πρωτοτύπησες που ξέφυγε της προσοχής σου
ούτε πως εξιλεώθηκες που υπέκυψες στην οργή σου.
Ανύποπτοι, πριν από σένα διαβήκαν κι άλλοι.

Να σε γυμνώνει το γυμνασμένο βλέμμα του τσιγγάνου
και συ να υποπτεύεσαι ως αγυρτεία τις δοκιμές του,
οχυρωμένος στην ασφαλή μικρότητα του νου
κι αλώβητος στην άστεγη αλητεία της αλαζονείας,
πως ενίσχυε η εποπτεία του του κόσμου τη δυσπιστία,
μη νομίζεις πως απέφυγες στο δρόμο να δυστυχήσεις
ούτε και πως λυτρώθηκες με ειλικρινείς δεήσεις.
Αμύητοι, πριν από σένα προσευχηθήκαν κι άλλοι.

Να σε καρφώνει η ασπούδαστη γλώσσα του μετανάστη
και συ ν ’αντρειεύεσαι σε μια περιτειχισμένη πατρίδα
ανέγγιχτος απ’ την καθημερινή εγχώρια εξορία
και συνεπής στην απόκρυφη εθνική μονομανία,
πως διέρρηξε το φόβο σου και την ιστορία,
μην αισθάνεσαι πως κέρδισες του πολίτη τη γοητεία
ούτε και πως κατέθεσες στην υστεροφημία μνεία.
Ασπόνδυλοι, πριν από σένα το καυχηθήκαν κι άλλοι.

Να σε διαβαίνει και να σε καθαιρεί η δόκιμη νιότη
και συ να στρατεύεσαι πιστός, μ’ αναφορές τυπολατρίας,
αυτόκλητος στην άρνηση, της τάξης συνταγμένος
και ευτυχής που πρόλαβες ασύμμετρες προκλήσεις,
πως ήταν επικίνδυνες κοινωνικές αναρριχήσεις,
μη νιώθεις πως δοκίμασες τις αντοχές της πίστης
ούτε και πως λειτούργησες στη συνοχή της φύσης.
Αυτόμολοι, πριν από σένα το αρνηθήκαν κι άλλοι.

Να σε μαυλίζουν οι μύστες του ήχου και της εικόνας
κι εσύ να απογοητεύεσαι στην αίσθηση της ανάγκης,
ανήσυχος που γλίστρησε η απορία στη σιωπή
και δυστυχής στην τυραννία της κοινής αποδοχής,
πως σε ρημάζουν και σου αδειάζουν την ψυχή,
να νιώθεις πως δε χάθηκε το πείσμα του ονείρου
ούτε και πως χρεώθηκες μόνος τη μοναξιά.
Πριν από σένα, μαζί με σένα, ονειρευτήκαν κι άλλοι.



ΠΟΙΗΣΗ


Του ’λεγε να καταφύγει στην ποίηση,
γιατί μπορούσε ως μύστης να την υπηρετήσει,
στην τέχνη της να υψωθεί,
να λυτρωθεί στη δημιουργία
και να μεταλάβει της ζωής την ομορφιά,
στίχο το στίχο,
κι απ’ τη θεία τούτη μετάληψη
τόσοι πιστοί προσκυνητές και λειτουργοί να πιούνε.

Αρνήθηκε τη σιωπή, φοβήθηκε και τον ύμνο,
γιατί η ποίηση δεν είναι του λόγου σμίλευμα
ούτε έμπνευση του απείθαρχου μυαλού.
Απέχει από την τέχνη και τη σπουδή
και δε συνθέτει πανδαισία
ούτε έκφραση είναι και επικοινωνία.

Είναι οργή και σπαραγμός,
άλγος και ορρωδία,
κατάβαση είναι στα σκοτεινά του θανάτου,
και μοίρασμα και σκόρπισμα της ψυχής.
Είναι κραυγή απ’ την άβυσσο,
ανάστασης πισωγύρισμα,
γεννησιμιού το φύτρο,
φως αστραπής που φλογίζει των αδύτων
και φαίνονται στο μεγαλείο τους,
τ’ ανθρώπινα τα πάθη.

Του ’λεγε ν’ αρμενίζει της ζωής,
με θάλασσα το στοχασμό και άνεμο το λόγο.
Οι λέξεις κόκκινα πανιά,
οι στίχοι του κατάρτια,
μακριά απ ́ αβάσταχτα λιμάνια
κι ανυπόφορες στεριές.

Ανεπιτήδευτα της νύχτας αδελφοποιτοί,
το βιώσατε κι οι δυο
με ταυτισμένη σκέψη.
Δεν είναι η ποίηση διαφυγή
και γλίστρημα στο χρόνο,
ούτε καταφυγή κι αρμένισμα ονείρου.
Οδύνη είναι στ’ αδιέξοδο
και παράδοση στη μοναξιά τ’ απείρου.
Γι’ αυτό και δεν διαβάζεται,
παρά ομολογείται.

Γιώργος Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Moises Levy)


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΑΣ


ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΑΣ




Χθες, Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2026, υποδεχθήκαμε στη Λέσχη μας τη Τζούλια Γκανάσου και συζητήσαμε μαζί της το μυθιστόρημά της "Δευτέρα παρουσία", εκδόσεις Καστανιώτη. Μια συζήτηση που, με αφορμή τα θεματικά κέντρα του βιβλίου, άγγιξε πολλά σύγχρονα θέματα και προκάλεσε το ενδιαφέρον των πολλών μελών και φίλων που γέμισαν τη Λέσχη μας.




























Ανανεώνουμε το ραντεβού μας, την Πέμπτη, 30 Απριλίου 2026, στις 18:00. Θα υποδεχθούμε τη Μαρία Στασινοπούλου και θα συζητήσουμε μαζί της τη συλλογή διηγημάτων της "Του καιρού που επιμένει", εκδόσεις Κίχλη.
Όλοι οι φίλοι της καλής λογοτεχνίας ευπρόσδεκτοι.
ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Οι συντονίστριες
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Μανόλης Αναγνωστάκης Εισαγωγή-ανθολόγηση: Δημήτρης Δασκαλόπουλος εκδόσεις Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Μανόλης Αναγνωστάκης

Εισαγωγή-ανθολόγηση: Δημήτρης Δασκαλόπουλος

 εκδόσεις Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη • Fractal

 



Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη


Το τριακοστό τέταρτο βιβλίο της σειράς «Δύο Αιώνες ελληνικής ποίησης» με εισαγωγή και ανθολόγηση του έργου του Αναγνωστάκη από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο εκδόθηκε από το «Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος-Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης», στο πλαίσιο ενός προγράμματος, στο οποίο σύγχρονοι Έλληνες ποιητές ανθολογούν και παρουσιάζουν σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής ποίησης των τελευταίων διακοσίων χρόνων, από τη μεγάλη ιστορική τομή του αγώνα της Ανεξαρτησίας έως τις απαρχές του 21ου αιώνα.

Και είναι ευχής έργο που ένας τόσο εμβριθής μελετητής, όπως ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος,  παρουσιάζει στον παρόντα τόμο έναν ποιητή όσο και στοχαστή εν τω λόγω, τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Η ανθολόγηση από όλο το έργο του ποιητή ακολουθεί, όπως είναι φυσικό αλλά και επιθυμητό, την προσωπική εκτίμηση του ανθολόγου για την επιλογή όσων σημαντικών και ενδεικτικών της ποιητικής του ανθολογούμενου, αλλά και του ιδεολογικού προσανατολισμού του, όσο και της ιδιοσυγκρασίας του. Άλλωστε, όπως δηλώνει ο ίδιος στο «Σημείωμα του ανθολόγου»: «Έτσι κι αλλιώς, ο εκάστοτε ανθολόγος εκφράζει τις δικές του απόψεις και προτιμήσεις. […] Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να εκτίθεσαι στην κρίση του επαρκούς αναγνώστη».

Διαβάζουμε στην Ανθολόγηση των σχεδόν διακοσίων σελίδων, ποιήματα του ολιγογράφου ποιητή, που σκιαγραφούν την ιδεολογική του πορεία με την επίγνωση της αξίας τόσο της φωνής του όσο και της σιωπής του εν καιρώ πρέποντι,  διακρίνουμε στα κριτικά του δοκίμια εμφανή την ωριμότητα (αν και όχι πάντα συνάδουσα με την ηλικία του, καθώς από νεαρός ασχολήθηκε με κριτική ευστοχία με τα γραπτά των άλλων), εκτιμούμε για μια φορά ακόμη το σατιρικό του πνεύμα στον Μανούσο Φάσση του, το ετερώνυμό του, συλλέγουμε πολύτιμες ψηφίδες για τη συνολική του παρουσία στην τέχνη του και στη ζωή του, πάντα σε πιστή ανταπόκριση με την εποχή του.


Της ανθολόγησης προηγείται μια πολύ ενδιαφέρουσα εκτενής και διεισδυτική Εισαγωγή, με τον τίτλο «Ο πιο ψηλός της παρέας», στην οποία ο Δασκαλόπουλος άλλοτε με την ιδιότητα του μελετητή-δοκιμιογράφου και άλλοτε με την απλότητα του αναγνώστη (πόσο ευεργετική και καθοριστική για το αποτέλεσμα η μείξη των δύο), προσεγγίζει τον άνθρωπο, τον ποιητή, τον ιδεολόγο της Αριστεράς, το κριτικό πνεύμα του καιρού του, τον εύστοχο πάντα στοχαστή. Η παρεμβολή καταγεγραμμένων σκέψεων του ποιητή δίπλα σε αποσπάσματα κριτικών για το έργο του, καθώς και ο συγχρονισμός των έργων του με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του, συνιστά, πέρα από μια ολοκληρωμένη εικόνα του Αναγνωστάκη, μια πρόκληση στον προσεκτικό αναγνώστη να τοποθετήσει τον ποιητή στη σωστή θέση, αυτή που του αρμόζει μέσα στην «τοιχογραφία» του καιρού του. Ταυτόχρονα να σκεφθεί την αξία μιας ποίησης που πηγάζει από τραυματικά βιώματα, ενός τολμηρού λόγου που θα ευχόταν να γίνει κατανοητός όχι μόνο για την αξία της ποίησης αυτής καθ’ εαυτήν, αλλά και για τη μεταποίησή της σε δράση που ταυτοποιεί μια ζωή άξια λόγου. Εντούτοις, και στην ποίησή του μόνον αν μείνουμε, θα δούμε τον τρόπο του να μεταφέρει στα ποιήματά του τον αέρα της εποχής, χωρίς κραυγαλέα συνθήματα, να συνομιλεί με τον άνθρωπο, όχι καθοδηγώντας τον αλλά παρουσιάζοντάς του τον προσωπικό του κόσμο, ήθος γεμάτο, σε αντιπαράθεση, σε αντίθεση και συχνά σε άρνηση με τον κόσμο που τον περιβάλλει, με τον οποίο συγκρούστηκε από τη νεαρή του ηλικία.

 

«Προερχόμενος από οικογένεια βενιζελικών φρονημάτων, ενταγμένος από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αριστερά, καταγράφει στα ποιήματά του με ευκρίνεια, και άλλοτε με σιωπές και αποσιωπήσεις, την αγωνία και τα προβλήματα που θα επιχειρήσουν να αποδώσουν και άλλοι ποιητές της ίδιας γενιάς, κάποτε με περισσότερο κραυγαλέους τρόπους». (Εισαγωγή, σ. 18).

 

Ως τεκμηρίωση για την πολυεπίπεδη προσέγγιση του Αναγνωστάκη από τον Δασκαλόπουλο, παραθέτω τους τίτλους των ενοτήτων της Εισαγωγής: Το πλαίσιο/Βοηθήματα, Οι απαρχές, Το Ξεκίνημα και ο Φοιτητής, Ο ποιητής, ο κριτικός, Ο ανθολόγος, Το περιοδικό Κριτική, Ο πολίτης, Ο αλληλογράφος, Ο μεταφραστής, Ο εικαστικός.

Η έκδοση συμπληρώνεται με το Επίμετρο, στο οποίο βλέπουμε Χρονολόγιο, Εργογραφία, Βασική βιβλιογραφία. Ακολουθεί το Εργοβιογραφικό σημείωμα για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και Εικονογραφικό παράρτημα. Μια πολύ προσεγμένη πλήρης έκδοση για τον Μανόλη Αναγνωστάκη που συμπίπτει με τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του.

Ευφυές το σχέδιο του εξωφύλλου με το σύμβολο ενός ολόκληρου ιδεολογικού κόσμου που στην εφαρμογή του κατέρρευσε (άραγε από τα λάθη του ή από εγγενείς αδυναμίες, είναι ένα ερώτημα που θα απασχολεί επί μακρόν την Αριστερά) να στέκει όρθιο ως ερωτηματικό.


Διώνη Δημητριάδου

Για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Λίλια Τσούβα

 



Για την ποιητική συλλογή 
Αδώνιδος Κήποι

της Διώνης Δημητριάδου

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Λίλια Τσούβα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal










Το ρυθμικό μοιρολόι της ύπαρξης





Ποιητική του τέλους και της φθοράς είναι η συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» (ΑΩ, 2025). Δομικό στοιχείο της ο θάνατος, θέμα διαχρονικό, με ποικιλία αισθητικής μετάπλασης, που αναδεικνύει τη διαρκή αναμέτρηση του ανθρώπου με τη νομοτέλεια. Η συλλειτουργία του με την ποίηση αφορά την ανάγκη μιας έστω φευγαλέας προσπέρασης. Παραμυθητική η τέχνη. Το μοτίβο συνδέεται συχνά με τη θρησκευτική πίστη. Όλες οι θρησκείες καταγίνονται με τον θάνατο. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη έχει αναγάγει τη γιορτή του Πάσχα σε κορυφαίο γεγονός. Πάνω στον Σταυρό ο Υιός του Θεού επικυρώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, όμως τη μετατρέπει σε ελπίδα. Τη Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση.

Η Δημητριάδου εστιάζει στο μοτίβο του θανάτου το οποίο συμπλέκει με αυτό της ποίησης. Μνήμη, λήθη, θρησκευτική πίστη συνυφαίνονται. Τον τίτλο αντλεί από την αρχαία μας παράδοση. Στην αρχαία Αθήνα, προς τιμήν του Άδωνη, οι γυναίκες καλλιεργούσαν φακή και άλλα φυτά σε πήλινες γλάστρες ή πιατάκια. Αυτούς τους μικρούς «κήπους του Αδώνιδος» πετούσαν τελικά στη θάλασσα ή σε πηγές. Το έθιμο σηματοδοτούσε το εφήμερο πέρασμα του θεού από τη γη, το παροδικό της ζωής, της νεότητας και της ομορφιάς, τη φθαρτότητα. Το αρχαίο έθιμο πέρασε στο χριστιανικό τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας. Τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας έβγαζαν αυτά τα πιατάκια με τη φυτρωμένη φακή.

Στους «Αδώνιδος κήπους» η Δημητριάδου συνομιλεί με τον θάνατο. Το αργόσυρτο και ρυθμικό μοιρολόι με το μαύρο και γκρίζο χρώμα που τεχνουργεί εσωκλείει την αγωνία και τον θρήνο της ανθρώπινης ύπαρξης για το τέλος. Την αέναη πορεία από την ακμή στην παρακμή, τη νεότητα στο γήρας, τη ζωή στον θάνατο, αναπαριστά σε αναλογία με την ανθοφορία και τον μαρασμό της φύσης, με επανάληψη των μοτίβων του Άδωνη και της Μεγάλης Παρασκευής, του Επιταφίου και της Ανάστασης, των λέξεων «πιατάκι», «φακή», «στάχτη», «φως», τις έννοιες του πένθους, της μνήμης, της λήθης.

ΑΔΩΝΙΔΟΣ ΚΗΠΟΙ

[…] Αναλογίστηκε χιλιάδες χρόνια πίσω εκείνον τον άλλο, τον όμορφο, τον νέο, τον ευλογημένο συνάμα και καταραμένο. Να ζει ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο. Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. Να γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιης μνήμης. Για να ξεχαστεί πάλι. Σε μιαν αέναη πορεία του σκότους μέσα στο φως, Θεοί καινούργιοι και παλιοί. Η μοίρα τους η λήθη.

Πήρε στο χέρι της το πιατάκι με τη φακή που είχε πια βγάλει φύτρα και μεγάλωνε. Φόρος τιμής παλιάς θεότητας στον νέο θεό. Το ακούμπησε στο περβάζι. Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, και τα τωρινά και τα μακρινά. Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών.

Από μακριά ήδη ακουγόταν η πρώτη μελωδία. Του Επιταφίου που όλο και πλησίαζε. (σελ. 10)

Ψέλνοντας τον κύκλο της ζωής και του θανάτου στη γη η Δημητριάδου διερμηνεύει το καθολικό αίσθημα, ένα αίσθημα αυθεντικό, βγαλμένο από το κατακάθι της ανθρώπινης ψυχής. Συμφιλιωμένη με την τραγικότητα της μοίρας, εκφράζει μια ρεαλιστική αποδοχή της φθαρτότητας, μια ηρωική θα λέγαμε μελαγχολία.

ΑΤΟΠΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Άωρος θάνατος

αφανισμός του νέου θεού

μέσα στην άνθιση της γης

οι πασχαλιές να σε μεθούν

να ξέρουν από μαρασμό

να ξέρουν από θάνατο

κι εκείνος να φθίνει αργά

να λιώνει

να μαραίνεται

να φεύγει

να ξεχνιέται

στη μάταιη πια

τη θεϊκή λατρεία



Απομεινάρια ταπεινά

κήποι εφήμεροι

του Αδώνιδος η μνήμη

καλά κρατεί

τον τόπο ετούτο

σαν Πάσχα

σαν Ανάσταση

ξαναγεννιέται νέα μορφή

κόκκινη μες στο αίμα

να κυβερνάει τους λαούς

να μη λαθέψουνε και πουν

πως όλα φθείρονται

πως καταργούνται

μες στη λήθη

Τη μοίρα τους ακολουθώντας

λεν πως πεθαίνουν οι θεοί



Γελάει ο Άδωνις

το νέο ρούχο του φορεί

τα νέα του σημάδια

δοξαστικά

λατρευτικά

καθόλου δεν τον νοιάζει

η νέα του μορφή

τη συμφιλίωση έμαθε

την αναγκαία προσαρμογή

ίαμα στη φθορά (σελ. 11-12)



Η νηφάλια αποδοχή της νομοτέλειας του τέλους μέσα από την ανακύκλωση και τη διαρκή αναγέννηση της φύσης συμπορεύεται με την απόρριψη κάθε θρησκευτικής πίστης. Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾿ οὐρανός, Ζεύς τοι τὰ πάντα χὤ τι τῶνδ᾿ ὑπέρτερον, γράφει ο αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής Αισχύλος. Η θεότητα δεν είναι παρά παραδόσεις, υπολείμματα παλιάς λατρείας που παίρνουν καθαρά συμβολική έκφραση. Αναδύεται από την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχθεί το τετελεσμένο. Από τον ζοφερό κόσμο του Άδη ξεπηδά. Ο ουρανός, αντίθετα, της ελληνικής παράδοσης αποδέχεται τον θάνατο, όπως αποδέχεται και «τον κόσμο τον εφήμερο, τον τραγικά ωραίο». Η πλέρια γεύση της ζωής και του θανάτου συμπλέει με την αρχαία ελληνική ελευθερία που δεν έχει ανάγκη από ψευδαισθήσεις, λόγια αναμονής κάποιου λυτρωμού. Για το ελεύθερο άτομο η συμφιλίωση με τον θάνατο είναι κέρδος ζωής.



ΣΗΜΑ ΤΑΠΕΙΝΟ

Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί

αφήνοντας τα ίχνη τους

λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς

που μάταια ψάχνουν

με τα κλειστά τους μάτια

να λιγοστέψει ο κόσμος – να σωθούν

το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν

μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα

ταιριάζοντας τη φύση τους με δυο μέτρα χώμα

κάτι να μείνει -όχι γι’ αυτούς

μα για τους άλλους που έρχονται

να το πιστέψουν έτοιμοι

ανίδεοι στη θέα του κενού (σελ. 42)





Δίχως ψευδαισθήσεις, ιερεμιάδες, παραιτήσεις, κοιτώντας τον χρόνο όπως και τον ψυχοπομπό άγγελο κατά πρόσωπο, το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται στην ποιητική γραφή που δίνει διέξοδο στις διαθέσεις της ψυχής:



Καθώς εσώκλεισα τον θάνατο στο ποίημα

ένιωσα πως τον νίκησα

κι ας ήτανε τόσο βαθύ το πένθος της ψυχής (σελ. 47)



Η γραφή όμως είναι σισύφειος μόχθος, μια δραστηριότητα μοναχική, θάνατος και ανάσταση μαζί.



ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΟ ΗΘΟΣ

Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι

από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό

τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο

ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι



Μόνο αυτό θα έχεις

των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή

πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι



Ευχή κι όχι κατάρα

με μια ελάχιστη φωνή

το πιο βαρύ στα ποιήματα

φορτίο που σηκώνεις



Ήθος του ποιητή

το άχθος του ανθρώπου (σελ. 9)



Στη συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» η ποίηση συμπλέει με την προβληματική του θανάτου, η αρχαία παράδοση με τη χριστιανική εικονοπλασία και τον υπαρξιακό στοχασμό. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί το τελετουργικό της χριστιανικής θρησκείας αφαιρώντας το μεταφυσικό του περιεχόμενο, κρατώντας μόνο την τραγική, γήινη ουσία του. Ο κήπος ένας ζωντανός οργανισμός που καθρεφτίζει την ανθρώπινη μοίρα, ο χρόνος παραμορφωμένος, το χώμα θα θάψει την οίηση.



ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ

Χρόνος παραμορφωμένος

ανοίγει πόρτες και παράθυρα

εισβάλλουν τέρατα δαίμονες και θεοί

εκλιπαρούν την προσοχή μου

πιάνω το πρώτο το στοιχειό απ’ το χέρι



Τι είσαι; το ρωτάω



Αν θέλεις να μαντέψεις, μου απαντά

πάρε με μέσα σου

και τότε γίνομαι ό,τι θες

λύκος ή αρνί



Λύκος το προτιμώ

στη ράχη σου να είμαι

και να χαθούμε

δεν σε φοβάμαι

λέω στον καθρέφτη μου

τα χάπια καταπίνοντας

υπόσχεση χαράς

αν κλείσω το παράθυρο

ο χρόνος κυλάει κανονικά



Γνωρίζω τη μορφή του

και δεν φοβάμαι πια (σελ. 17)



Στους «Αδώνιδος κήπους» τα συναισθηματικά τοπία αποτυπώνονται με δωρική οικονομία και πυκνότητα. Η γλώσσα και ο τόνος παραπέμπουν στον Σολωμό, υπενθυμίζουν την ανάγκη για υπερνίκηση της φθοράς μέσω του πνεύματος. Γίνεται χρήση λαϊκών εκφράσεων, στοιχείων παραμυθιού, διακειμενικότητας.

Ανυψώνοντας το πιατάκι με τη φακή σε σύμβολο συμπαντικής νομοτέλειας η Διώνη Δημητριάδου συνθέτει ένα έργο ανθρωποκεντρικό και χαμηλόφωνο, βαθιά ποιητικό και στοχαστικό. Μετατρέπει την απώλεια σε δημιουργία, το άχθος σε ήθος και υπενθυμίζει ότι η αποδοχή του εφήμερου είναι η μόνη οδός προς την αληθινή ελευθερία.



Λίλια Τσούβα

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Για τους «Αδώνιδος κήπους» της Διώνης Δημητριάδου – γράφει η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

 



Για τους «Αδώνιδος κήπους» 
της Διώνης Δημητριάδου – 
γράφει η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr 17/03/2026


Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, εκδ. ΑΩ, Αθήνα 2025

«Ήθος του ποιητή/το άχθος του ανθρώπου»


Η Διώνη Δημητριάδου μετά την τελευταία της προσωπική ποιητική συλλογή (Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, εκδ. ΑΩ, 2021) επανέρχεται με την παρούσα, με την αίσθηση μιας ποιητικής πραγματείας, εντός της οποίας κατοικεί η υπαρξιακή αγωνία, με κυρίαρχο συναίσθημα τη βεβαιότητα της γήινης φθαρτότητας, του θανάτου και της απώλειας. Ρεαλισμός, υπερρεαλισμός και διακείμενο συνεργάζονται στο ποιητικό σύμπαν της Διώνης Δημητριάδου. Εντός του ποιητικού της σύμπαντος συμπεριλαμβάνει αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία, καθώς και στη λαογραφική – λατρευτική παράδοση, όπως αυτή εξελίχθηκε ιστορικά και συνδέθηκε με το κοινό αίσθημα. Ο ποιητής αποτελεί συχνά το ποιητικό αίτιο αλλά και υποκείμενο, μέσω του οποίου συνδέεται βιωματικά και πρωτοπρόσωπα η ποιήτρια με του Ποιητού το ήθος, που ως εισαγωγικό ποίημα της συλλογής δηλώνει απερίφραστα την πρόθεση της να τον συνδέσει τραγικά με το «άχθος του ανθρώπου.»

Σε ένα δομημένο ενιαίο όλο, η Διώνη Δημητριάδου αναλύει την απώλεια ανοίγοντας την Αυλαία με τους Κήπους του Αδώνιδος και τα ταπεινά πιατάκια με φακή της Μ. Παρασκευής, που αν και «η μοίρα τους η λήθη» συνδέουν τραγικά τον άνθρωπο με τον θεάνθρωπο και με τη μοίρα του, «Να ζει ζωή ατέλειωτη και θάνατο αθάνατο. Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. Να γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιας μνήμης.» (σ. 10). Έτσι δηλώνει την πρόθεσή της η ποιήτρια να πραγματευτεί την απώλεια, τη κάθε είδους θυσία, το εφήμερο της Άνοιξης ως αναγέννηση, η οποία γίνεται σύμβολο και ρεαλιστική διαπίστωση, πως ο θάνατος αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα, ακόμα και για τους θεούς, αφού «Τη μοίρα τους ακολουθώντας/λεν πως πεθαίνουν οι θεοί» (σ. 12).

Η απώλεια και η υπαρξιακή καταβύθιση ακολουθεί κάθε φορά διαφορετικά μοτίβο, ωστόσο η κοινή θεματική δημιουργεί ένα στιβαρό ποιητικό παρόν. Οι ενότητες προσημαίνονται με προμετωπίδες, οι οποίες αποτελούν ποιητικές δηλώσεις. Κάπως έτσι εισάγει τη λήθη ως νέα παράμετρο, της μιλά, συνδιαλέγεται μαζί της, αποδίδοντάς της την αίγλη της ματαιότητας, του ψεύτικου φωτός, «Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική;», και της απευθύνεται δεόμενη «…απόσωσε το μοιρολόι πια/μαύρο στεφάνι του καημού» (σ. 16). Ο χρόνος παραμορφώνεται για να «…εισβάλλουν τέρατα δαίμονες και θεοί», καθώς συνδέεται με μια γνώριμη, για την Διώνη, υπαρξιακή μορφή, τον Λύκο της, το στοιχειό και τολμά να συνδιαλέγεται μαζί του, «Τι είσαι; το ρωτάω» τον προκαλεί, συμπράττει σ’ ένα κοινό μέτωπο έναντι του χρόνου και της μνήμης.

Η μνήμη, η μοίρα, ο χρόνος, ο φόβος, η ζωή και η ποίηση, οι φίλοι, οι εκλιπόντες, η ζωή, η απώλεια και ο επιτάφιος θρήνος, η θηλυκή καταγωγή της ελπίδας συνδέεται με την τραγική ειρωνεία της φύσης της, «Παμπάλαια η μήτρα/ απ’ όπου φύτρωσε η ελπίδα //Κι ο απόηχος/μιας τελειωμένης μέρας» (σ.33) μα πριν, μια τραγική αφιέρωση στον Δημήτρη (Μήτσο) Φύσσα, με τον σαφή τίτλο Σκόνη στον αέρα, όπου όλα δηλώνουν το αναπόδραστο, εκείνο το «ποτέ» που καμιά μνήμη δεν μπορεί να κατανοήσει, να αποφύγει τη βεβαιότητα του συντελεσμένου. Η Διώνη προτιμά τη μεταμόρφωση, τη μετουσίωση σε σκόνη, αφού έστω κι έτσι, το σώμα διεκδικεί το δικαίωμα της ελευθερίας, της συνδιαλλαγής με το σύμβολο της ελευθερίας και της ζωής, τον αέρα, «Κι αν πεις πως ίσως έτσι να μπορούσες/μέσα από σκοτεινά λαγούμια//…θα πω σκόνη καλύτερα/να ακούς τον ψίθυρο του αέρα/να σε σηκώνει/να τρέχεις/ατελείωτα» (σ.σ. 29-30).

Στην επόμενη προμετωπίδα, η Διώνη, σαν άλλος Σίσυφος αναμετράται με τα δεσμά της απώλειας, τα επαναδημιουργεί και κάπως έτσι επιτρέπει την εμφάνιση των Αγγέλων και της απατηλής γαλήνης και αργότερα του εκτυφλωτικού φωτός και της ελπίδας για να τονίσει κάθε φορά τη στιβαρή αντίθεση μεταξύ της ζωής και του θανάτου. Ωστόσο, εντός της αντίθεσης, κατοικεί και μια αντίφαση, η οποία με τη σειρά της κατοικεί σ’ εκείνες τις ρωγμές, απ’ όπου αναβλύζει η οδύνη αλλά και το φως και η ελπίδα, γιατί η ζωή αρπάζεται ακόμα κι από τις λέξεις για να επικρατήσει. Ο ποιητής αναζητά το φως, την ίαση εντός τους, μα η αμφιθυμία επικρατεί αφού, «…το ποίημα/ δεν είναι ψυχοφάρμακο/των λέξεων ιαματικό» (σ.35).

Στο ποιητικό σύμπαν της Δημητριάδου θα μπορούσε να κατοικεί και ο πεσιμισμός του Καρυωτάκη, με τη σκληρή δυσοίωνη διαπίστωση της επωδού στο ποίημα Σήμα ταπεινό). Μα δεν είναι μόνο οι άνθρωποι θνητοί, αλλά και οι θεοί, καθώς η ποιήτρια καταβυθίζεται, επιστρέφει να συναντήσει θρησκείες και θεούς που μεταλλάχθηκαν λατρευτικά, άλλαξαν ονόματα, μα την υπόστασή τους ποτέ, «Εκάτη μεταμορφωμένη/σε όλων Μητέρα/εσύ ίσως γνωρίζεις από/χθόνιες μεταλλάξεις» (σ. 48).

Μικρές Παρασκευές, διάσπαρτες και Σίσυφοι σε μια αιώνια πάλη με στόχο να επικρατήσουν απέναντι στο αιώνιο σκοτάδι, να αποτιμήσουν την οδύνη όσων απόμειναν για να θρηνούν, να υποδέχονται Συνδέσεις αφανείς σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εναλλαγής μεταξύ φωτός και απόλυτου ερέβους, μεταξύ ζωής και θανάτου, να ταλανίζουν το ποιητικό υποκείμενο σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει, να συνδεθεί με το θείο, να βρει απαντήσεις σε προαιώνια ερωτήματα, όπως επαναλαμβάνονται και οι επωδοί σε πολλά ποιήματα της, εν είδει ποιητικής απόσταξης.

Και η Ανάσταση; Μήπως κι αυτήν δεν την εφηύρε ο άνθρωπος μαζί με την ανάγκη του να εφεύρει έναν ή πολλούς θεούς; Ο ποιητής ταυτίζεται με το ποιητικό υποκείμενο βιώνοντας ανάλογη υπαρξιακή αγωνία, «Σκύβοντας στο πηγάδι πες τι βλέπεις» (σ. 61) με την ελπίδα να φωτίσει, να συντρέξει, να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, τα φθαρτά και τα θνητά, μα αλίμονο, ούτε κι αυτός… «[Πέρα μακριά χαρά \ζουν τα σκοτάδια και δύει το ανέσπερο φως]» (σ. 61). Το ποιητικό υποκείμενο, έμμεσα ταυτίζει το φως με το ποίημα. Επιθυμεί διακαώς, αγωνιά τουλάχιστον εκείνο να σωθεί, «Και τούτο το ορφανό/το στερημένο ποίημα/ατελείωτο απομένει/σταυρού σημάδι». Ετούτη η ποιητική συλλογή πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, τη φιλολογική, την ιστορική και τη λαογραφική της αποτίμηση είναι κυρίως ένας σύγχρονος Γολγοθάς, ο Γολγοθάς όσων απέμειναν πίσω, στην αντίκρυ πλευρά του επέκεινα, να μαρτυρούν την έκπτωσή τους από τον Παράδεισο, με μια αμυδρή ελπίδα να σιγοκαίει στην ψυχή…

Κι όταν Παρασκευή μεγάλη ξημερώνει
θρηνούν εκείνον και τον εαυτό τους
για όλες εκείνες τις μικρές Παρασκευές
που ανάσταση καμιά δεν καρτερούν
σφραγίδα ανελέητη στο κεφάλι τους
από άδικη αμαρτία πατρογονική
στερήθηκαν το αναστάσιμο το φως
το άφθαρτο θνητής ζωής
δεν έγινε γι’ αυτούς και δεν τους αφορά

Μόνο που μια στις τόσες συλλογιούνται
μήπως στην άκρη φυλαγμένο
κάτι ελάχιστο απομένει
ακόμη αμοίραστο
δικό τους
κι έτσι με αμυδρή ελπίδα συνεχίζουν
για να δοξάζεται η θεϊκή επιλογή.


⸙⸙⸙

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου