Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025

 

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει 

για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα 

της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη

εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025


 

 

Τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη, πεζογράφο, ποιήτρια και εικαστικό, τη γνώρισα μέσω της πνευματικής κίνησης της Πάτρας και η γνωριμία μας αυτή καρπίζει σιγά σιγά, γεννώντας αλληλοεκτίμηση και αναγνώριση, η οποία καλλιεργεί φιλικά συναισθήματα και έγνοια. Η ποιητική συλλογή «Σπαράγματα» (εκδ. Το Δόντι, Πάτρα 2025, σ. 124), την οποία κρατώ στα χέρια μου, είναι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της, αλλά το πρώτο που μελέτησα, αν και στο διαδίκτυο είχε δημιουργηθεί επαρκής επικοινωνία με το έργο της, τόσο το ποιητικό όσο και το εικαστικό.

     Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη, των οποίων η ροή διακόπτεται από την εικαστική σειρά, «Ανδρικές μορφές», της δημιουργού, που και το εξώφυλλο κοσμεί, ενώ το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Σπαράγματα» και συνίσταται από εννέα αριθμημένα ποιήματα, τα οποία υποτάσσονται στον εν λόγω τίτλο που βάφτισε και τη συλλογή.

     Έτσι, μελετώντας σελίδα τη σελίδα τα ποιήματα, ο αναγνώστης προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα σπαράγματα που ποίηση γίνονται. Διότι αυτά μπορεί να είναι αποτελέσματα ψυχικού ή σωματικού πόνου, να ’ναι κομμάτια από παλιά χειρόγραφα ή περγαμηνές που μέσα από την ανθρώπινη μνήμη αιώνων ποίηση γίνονται ή ακόμα ακόμα λόγια που η ποιήτρια τα γράφει, όχι απαραίτητα αποσπασματικά, αλλά που ανοίγουν δρόμους για περαιτέρω ανάγνωση και επικοινωνία με τον καθένα.  

     Η ποίηση της Μαρίας, άλλωστε, ρέει σαν καθάριο νερό σε κοίτη χωρίς όχθες στιβαρές, ξεχύνεται και σε παρασύρει στις σκέψεις και τα συναισθήματά της, τα οποία  ο μέσα κόσμος της κρατεί, είναι πάρα πολλά και θέλουν από κει στον μάταιο τούτο κόσμο σάρκα και οστά να πάρουν, να γίνουνε φωνή, λέξεις που θα φωνάζουνε, για ν’ ακουστούνε.

     Και γράφει στο ποίημα, «Αγρίμι» (σ. 14): «Κάποτε… έγινα άνθρωπος! / Κι οι άνθρωποι με φώναζαν Αγρίμι. / Τότε ανθρωπινά φώναξα κι είπα: / Κάποτε και τα αγρίμια ημερώνουν / κι αποχτούν των αφεντικών τις συνήθειες… / μα το δικό μου αφεντικό είναι ο Θεός μου / και μ’ έμαθε να μιλώ ελεύθερα / με τη φωνή της συνείδησης, στη ζούγκλα των ανθρώπων!»

     Ο χειμαρρώδης συνήθως λόγος της, αρκετές φορές τιθασεύεται, γίνεται σύντομος, σχεδόν επιγραμματικός, θα έλεγα, με στίχους όμως που μιλούν  εύγλωττα για πολλά: «Έριξε δολωμένο αγκίστρι να ψαρέψει, / Η ψαρομάνα δεν τσίμπησε! / Το δόλωμα αστόχησε. / Για μια φορά ακόμη / το θήραμα γλύτωσε / από μύριες δολιότητες.» («Παραπλάνηση», σ. 111) Και ακόμα πιο επιγραμματικά, γράφει: «Κυμάτιζε σαν φλάμπουρο / μέχρι που έγινε η υποστολή σου / κι άρχισε το φαγοπότι της παρηγοριάς…» («Ταπείνωση», σ. 109).  

     Η Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη βυθίζεται με καθαρό βλέμμα και βαθιά ενσυναίσθηση στα πράγματα του κόσμου και αντικρίζοντας την άσχημη πλευρά τους, όπως η αδικία, η εκμετάλλευση, η εξαπάτηση, η ανέχεια, η πείνα, η αδράνεια, ο πόλεμος, ο ανθρώπινος πόνος, …, αν και δεν παύει να ελπίζει πως κάτι από αυτά μπορεί ν’ αλλάξει, κατακεραυνώνει τις αιτίες που τα προκαλούν, δηλώνοντάς το, εκτός από τους στίχους των ποιημάτων της, και στο μότο του δεύτερου μέρους της συλλογής ως εξής: «Λένε πως τα ωραία ποιήματα είναι γραμμένα με όμορφα λόγια… με λόγια που σου χαϊδεύουν τα αφτιά όταν τα ακούς ή όταν τα διαβάζεις… Μα βαρέθηκα να ωραιοποιώ τον πόνο για να τον κάνω πιο υποφερτό…».

     Η αίσθηση που δίνει η ποιητική γραφή της Μαρίας είναι πως συνιστά μέρος και συνέχεια της ύπαρξής της και μέσω αυτής καταθέτει τους στοχασμούς της για τ’ ανθρώπινα, ιδιαίτερα εκείνα που την πονούν, σχεδόν ως παρακαταθήκη στο παρόν και το μέλλον. Μοιάζει μάλιστα να αναζητά ευήκοα ώτα, πνευματικούς συνοδοιπόρους ή, απλά, ανθρώπους που θα τους ακούσουν, που θα προβληματιστούν κι ίσως μετά απ’ αυτό θα κάνουν κάτι, έστω μικρό, που θα γίνει η ζύμη, η οποία θ’ αλλάξει τα κακώς κείμενα για μια καλύτερη ζωή. Γνωρίζει ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να μιλάει θαρρετά γι’ αυτά, όχι μόνο από ιδεαλισμό, ή ρομαντισμό αν θέλετε, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά πως, αν οι άνθρωποι θελήσουν, μπορούν ν’ αλλάξουν τους όρους της ζωής τους, να ζήσουν ειρηνικά και ν’ αναζητήσουν την επί γης ευδαιμονία.

     Και γράφει: «Καβάλα στην Πήγασο / τον κόσμο να ονειρεύεσαι / γιορντάνι την αγάπη να φοράς / πουλιά ειρήνης / στο μέρος της καρδιάς σου να φωλιάζουν / σκορπίζοντας τους σπόρους της αγάπης σου / για να τραφούν οι πεινασμένοι!» («Μαθήματα ιππασίας», σ. 81).  

     Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στην ποιητική συλλογή, «Σπαράγματα», της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βουλιαγμένη Ηλείας, αλλά από τα δεκαοκτώ της ζει στην Πάτρα, όπου, πέραν άλλων, μετέχει στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης, εύχομαι από καρδιάς να ταξιδέψει αυτή σε πολλές καρδιές και η δημιουργός της να είναι πάντα υγιής και εμπνευσμένη!     

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

(ποιήτρια-πεζογράφος)




Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Λεβίνα Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Λεβίνα

Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για τη δύναμη της σάτιρας • Fractal

 

 


 

Για τη δύναμη της σάτιρας

 

Ένα έντυπο περιοδικό για τη σάτιρα στη λογοτεχνία, είναι κάτι που έλειπε. Και τώρα στα χέρια μας το 1ο τεύχος. Η Λεβίνα, η ηρωίδα του Ρωμαίου σατιρικού ποιητή Μαρτιάλη, δίνει τον τίτλο στο περιοδικό που εμπνεύστηκε και επιμελείται η Ευσταθία Δήμου, και το κάνουν πράξη οι εκδόσεις Κουκκίδα. Το ενδιαφέρον σ’ αυτή την έκδοση έγκειται στο γεγονός πως δεν πρόκειται μόνο για μια μνεία των παλαιότερων σατιρικών έργων (υπάρχει, φυσικά, και αυτή), αλλά στην επισήμανση πως και σήμερα γράφεται σατιρική λογοτεχνία. Είναι η συγγραφική διάθεση να ειπωθεί η πραγματικότητα με άλλον τρόπο, τον πιο αποκαλυπτικό μέσα στην ειρωνεία και την κωμικότητα, όχι του αυθεντικά κωμικού (αφού αυτό εμπεριέχει όλη την αυτοανάλυσή του) όσο του συχνά τραγικού και δραματικού, που όμως δεν φανερώνει από μόνο του την άλλη του όψη, αυτήν που αξίζει να διακωμωδηθεί σαν μια πιο ανάλαφρη (ουσιαστική ωστόσο) μορφή του· συχνά ένα ξόρκι του ζοφερού ή μια πιο «εύκολη» προσέγγισή του, μια παραμυθία.


Σημαντικός ο «παιγνιώδης» χαρακτήρας αυτής της λογοτεχνίας, που αρχικά αφορά τον τρόπο που οι ίδιοι οι δημιουργοί της αντιλαμβάνονται το έργο τους. Από εκεί και πέρα είναι ο τρόπος που ο αναγνώστης/αποδέκτης αναλαμβάνει την αποκρυπτογράφηση των γραφομένων. Γιατί, αποδεχόμενος το πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο δημιουργός θέτει τους δικούς του, αδιαπραγμάτευτους, όρους, εισέρχεται στο παιχνίδι της γραφής, και επικοινωνεί αρχικά με το  επιφανειακό πρώτο επίπεδο, για να προχωρήσει κατόπιν στα πολλαπλά επίπεδα που η σατιρική γραφή επιτρέπει. Στην ουσία η σάτιρα είναι ένα πεδίο έκφρασης που, πέρα από το ειρωνικό ή σαρκαστικό ύφος, αποκαλύπτει συχνά με τον υποκρυπτόμενο καταγγελτικό χαρακτήρα της (εντός και εκτός ορίων, κυρίως εκτός), τη διττή φύση του ανθρώπου, την άλλη όψη των πραγμάτων. Όχημα και εργαλείο για να το πετύχει αυτό, η ελευθερία στους γλωσσικούς κώδικες, η ικανότητα να πλήττει ευθύβολα τον στόχο της, αποδεσμευμένη από όποιους περιορισμούς – στη σάτιρα όλα επιτρεπτά. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως συγγραφείς που έχουν δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο ύφος, σε άλλα είδη γραφής, δοκιμάζουν τον σατιρικό τρόπο, αιφνιδιάζοντας το αναγνωστικό τους κοινό. Ως επί το πλείστον ευχάριστα. Αυτή την ανατροπή των δεδομένων εκφράζει και ο τίτλος του περιοδικού, καθώς η Λεβίνα, στη σατιρική ποίηση του Μαρτιάλη, αλλάζει όλη τη ζωή της, αποκομμένη από ό,τι έως τότε την προσδιόριζε, τις αυστηρές ηθικές αρχές, τον άντρα της, το σπίτι της, τον τόπο της:[…] «Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,/ είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη –/ πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.


Στο πρώτο τεύχος διαβάζουμε αποσπάσματα από το δοκίμιο του κριτικού και ιστορικού της λογοτεχνίας Gilbert Highet «Ανατομία της σάτιρας», σύγχρονη ελληνική σατιρική ποίηση και πεζογραφία, μια μελέτη του Γιάννη Στρούμπα για τον ακραίο σατιρικό τρόπο που ο Αλέξανδρος Σούτσος αντιμετώπισε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ξένη σατιρική ποίηση, δείγματα σατιρικών έργων από το παρελθόν, μια ανθολόγηση από το έργο του Γεωργίου Σουρή, τέλος κριτική προσέγγιση σύγχρονων σατιρικών. Στις σελίδες εύστοχα σατιρικά σχέδια του Γιάννη Πατίλη από την εφηβική του ηλικία. Στο εξώφυλλο μια σύνθεση που αποπνέει όλη τη διάθεση διακωμώδησης, κριτικού σκωπτικού πνεύματος, ίσως ακόμη και της αναγκαίας χαλάρωσης που χαρακτηρίζει τον σατιρικό τρόπο γραφής. Η διάθεση ανατροπής των καθιερωμένων, μια θέα στην άλλη όψη της ζωής. Όπως γράφει ο Highet στο δοκίμιό του για τη σύγκριση με τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη: «Εκεί που αυτά υιοθετούν την επιτήδευση, καλλιεργούμενα μέσα σε ένα καλά φωτισμένο εργαστήρι, ο σατιρικός διακηρύσσει: “Είμαι μια κάμερα! Είμαι ένα μαγνητόφωνο!».

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

ΣΤΟ  ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Εκείνοι,
με υψωμένα χέρια,
σημάδευαν την απεραντοσύνη της μικρότητας,
με ξέφρενους αλαλαγμούς
διαπόμπευαν την ορχηστρωμένη ανυπακοή τους
και με αλλόκοτα βλέμματα
ανίχνευαν την αντίσταση της υποχώρησης
των μπροστάρηδων στον αντίκλητο συμβιβασμό
με το δικαίωμα της άγνοιας και της πλάνης
και τη συμφιλίωση στην αποποίηση της ευθύνης,
στο αχανές περιθώριο της φυγής και της ανωνυμίας.

Ετούτοι,
με επιλεγμένη γραφίδα,
στηλίτευαν αντιλήψεις, αρχές και μακροημερεύσεις,
με συστημένο λόγο
εκποιούσαν τη μεγαλοσύνη της προσωπικότητας
και με ανοιχτές αλληλοκαλύψεις
μετουσίωναν σε καιροσκοπισμό τον ορθολογισμό τους,
αναδρομάρηδες της προβολής και υπεροψίας
με το σύνδρομο της απαξίας του συναισθηματισμού
και την ορθοδοξία του προβληματισμού και της κριτικής,
στο λευκό περιθώριο της επιταγής και μεθόδευσης.

Κι εμείς,
αυτόκλητοι ειδήμονες,
να επισημαίνουμε αλλότριες συνειδήσεις και συμπεριφορές,
αμφίθυμοι παρατηρητές
να παλινδρομούμε σε προσχήματα και ανάγκες
και μακρόθυμοι οραματιστές
να υπερασπιζόμαστε ιδανικά και αναφορές,
απόμακροι της βούλησης κι απόμαχοι της συμμετοχής,
της θεωρίας εύγονοι και εύδοξοι ζηλωτές,
ανέφελοι κι ελεύθεροι στην ενδοσκόπησή μας
κι αυτόχειρες στο στενό περιθώριο της σιωπής.

Γιώργος  Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Mike Dempsey)


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Αλληλέγγυα παιδικότητα (Δίκτυο Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής) Είκοσι ιστορίες αλληλεγγύης εκδόσεις Εύμαρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Αλληλέγγυα παιδικότητα

(Δίκτυο Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής)

Είκοσι ιστορίες αλληλεγγύης

 εκδόσεις Εύμαρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για την αθωότητα της αλληλεγγύης • Fractal

 

 


Για την αθωότητα της αλληλεγγύης

 

Ποιοι οι παράγοντες συνοχής των μελών μιας κοινωνικής ομάδας, μικρής ή μεγάλης; Οι θεσπισμένοι κανόνες –κυρίως αν μιλάμε για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο–οι επιβαλλόμενοι και αναγκαστικοί, που δομούν το κοινωνικό σώμα, δεν αποδεικνύονται πάντα ικανοί, δηλαδή τόσο δυνατοί όσο και επαρκείς, ώστε να εισηγηθούν, να διατηρήσουν και να εφαρμόσουν την ποθητή ισότητα, την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καταλήγοντας συχνά  κενοί στην πράξη. Αν μπορούμε να ελπίσουμε σε μια διαφοροποίηση των συνθηκών διαβίωσης με ανθρώπινους όρους, αυτό εν πολλοίς επαφίεται στην προσωπική πρωτοβουλία ή, ακόμα καλύτερα και πιο αποτελεσματικά, στη συλλογική δράση, στην από κοινού προσπάθεια να φανεί ένα πιο δίκαιο και αληθινό κοινωνικό πρόσωπο.  

Το Δίκτυο Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής (με σύνθημα «Μπορούμε κι αλλιώς») δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 2012 από  μια ομάδα πολιτών της Αγίας Παρασκευής Αττικής. Η ομάδα αυτή δρα εθελοντικά και χωρίς κανένα οικονομικό ή άλλο όφελος, οι αποφάσεις παίρνονται με ομοφωνία, σε μια προσπάθεια να διαφυλαχθεί η συλλογικότητα των δράσεων. Κύριοι σκοποί του Δικτύου είναι:

  • η αλληλεγγύη και η αλληλοϋποστήριξη, ιδιαίτερα η προστασία και βοήθεια των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
  • η ανάληψη πρωτοβουλιών που ενδυναμώνουν και ενισχύουν την κοινότητα
  • η προώθηση συλλογικών δράσεων

Για δεύτερη χρονιά, το 2025, πέρα από την  καθημερινή κοινωνική δράση, το Δίκτυο προκήρυξε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος με θέμα την «Αλληλέγγυα παιδικότητα», ακριβώς για να τονίσει την αθωότητα και την απουσία οποιασδήποτε σκοπιμότητας στην έννοια της συμπαράστασης προς τον όποιον πάσχοντα, αδικημένο, περιθωριοποιημένο. Για να θυμηθούμε και το Δελφικό παράγγελμα: «ατυχούντι συνάχθου», δηλαδή να μοιραστείς το βάρος του άτυχου, να του σταθείς δίπλα. Το χρονικό πλαίσιο για τις συμμετοχές ορίστηκε από την 1η Οκτωβρίου 2024 μέχρι και την 31η Ιανουαρίου 2025. Το όριο των λέξεων ορίστηκε στις 2.000. Δεν υπήρχαν περιορισμοί εθνικότητας ή τόπου διαμονής του διαγωνιζόμενου, και δεν έπρεπε να είχαν δημοσιευθεί σε οποιοδήποτε μέσο, ή με οποιονδήποτε τρόπο. Κατώτερο όριο ηλικίας για συμμετοχή στο διαγωνισμό ήταν η συμπλήρωση του 16ου έτους του διαγωνιζόμενου κατά την ημερομηνία λήξης του διαγωνισμού. Στον διαγωνισμό υπήρξαν 112 συμμετοχές από όλα τα σημεία της Ελλάδος, την Κύπρο και την Αγγλία, και η κριτική επιτροπή* προέκρινε 20 διηγήματα τα οποία περιλαμβάνονται στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εύμαρος**, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025.

Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση, με σχεδιασμό εξωφύλλου από την Αλίκη Κακουλίδου, με τα είκοσι διηγήματα και τα βιογραφικά των δημιουργών τους. Εμφανής, στον τρόπο  που διαμορφώνουν τη θεματική τους, η εσωτερική ανάγκη να δειχθεί η συμπαράσταση προς τον άλλο άνθρωπο, με τα χαρακτηριστικά που ταιριάζουν στην παιδική, άρα εκ προοιμίου αθώα, ματιά, είτε αφορά σε παιδιά είτε σε ενήλικες. Η χαμένη παιδικότητα, η ανάγκη επιστροφής σε όσα έχουν πλέον ισοπεδωθεί σε μια κοινωνία στεγασμένων «αστέγων»,  καθώς έχει απολεσθεί η κοινή στέγη, η συντροφικότητα της κοινότητας. Ταυτόχρονα ενδιαφέρουσες αφηγηματικές τεχνικές, που όλες αποσκοπούν στην ανάδειξη του κεντρικού θέματος, άλλοτε με ευθεία, κυριολεκτική αναφορά και άλλοτε με έμμεση, μεταφορική. Στην ουσία καταδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της αλληλεγγύης ως συνεκτικού παράγοντα του κοινωνικού σώματος. Γιατί πέρα από όσα ατυχή ή αναποτελεσματικά επιβάλλονται άνωθεν, υπάρχει μια δύναμη που εκκινεί από εσωτερική ανάγκη και βρίσκει την ευθεία και απρόσκοπτη οδό από άνθρωπο σε άνθρωπο.

 

*Την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού αποτελούσαν οι: Δεδούση-Πολυχρονοπούλου Βασιλική (φιλόλογος-συγγραφέας), Δημητριάδου Διώνη (συγγραφέας-κριτικός), Δημουλάς Δημήτριος (μεταφραστής), Καλογερόπουλος Άγγελος (φιλόλογος-ποιητής), Κοντολέων Μάνος (συγγραφέας-κριτικός), Μπάϊλα Τέσυ (συγγραφέας-κριτικός), Μπουκάλας Παντελής (συγγραφέας), Νόλας Δημήτρης (συγγραφέας), Πανταλέων Λίνα (κριτικός), Συργκάνη Κυριακή (εκπαιδευτικός), Χουρμουζιάδου Ελιάνα (συγγραφέας).

 

** Οι εκδόσεις Εύμαρος στηρίζουν τη Δωρεά Οργάνων και τις Μεταμοσχεύσεις. Από κάθε πώληση αντιτύπου των εκδόσεων δέκα λεπτά πηγαίνουν στον Σύλλογο Μεταμοσχευμένων Καρδιάς-Πνευμόνων «Η σκυτάλη».

 

 

 

Νίκος Βατόπουλος Από το Μουσείο στην Κυψέλη Διαδρομές στην Αθήνα Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Νίκος Βατόπουλος

Από το Μουσείο στην  Κυψέλη

Διαδρομές στην Αθήνα

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Νίκος Βατόπουλος: «Από το Μουσείο στην Κυψέλη»



Η αστική περιπλάνηση για τον Νίκο Βατόπουλο είναι πρωτίστως μια διαδικασία αυτογνωσίας. Το γράφει ο ίδιος ολοκληρώνοντας την αφήγησή του γύρω από την ευρεία περιοχή από το Μουσείο στην Κυψέλη, στο πρόσφατο ομώνυμο βιβλίο του. Οδηγώντας σε στοχαστικό εσωτερικό μονόλογο, καθόσον η περιπλάνηση είναι μια μοναχική πορεία, συχνά φέρει μέσα της και τη νοσταλγία για τις εικόνες που κάποτε ήταν και τώρα πλέον έχουν χαθεί. Εικόνες από γνώριμους δρόμους, με την απουσία πλέον όσων κτηρίων έπεσαν στον βωμό του κέρδους, την απουσία όμως και προσώπων που κάποτε διαβιούσαν σε γειτονιές γεμάτες από ζωή, αλλά και από βαθιά γνώση αισθητικής. Σκέφτομαι πως κυρίως αυτή η αισθητική των χώρων διαβίωσης, που ανακαλεί μέσα της, πέρα από τη γνώση, το ήθος των ανθρώπων, είναι που προκαλεί την πιο ουσιαστική νοσταλγία. Εκτός αυτών των παραμέτρων, βέβαια,  η συγκεκριμένη περιπλάνηση προσφέρεται για μια κοινωνιολογική προσέγγιση, καθώς μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του αστικού ιστού, σε γειτονιές όπως αυτές της Κυψέλης και εν μέρει αυτές γύρω από τη Πατησίων, που αποτέλεσαν για δεκαετίες (από την καρδιά του εικοστού αιώνα μέχρι περίπου τις αρχές του ’80) πόλο έλξης της μεσαίας τάξης.

Ο Βατόπουλος αναζητεί τα ίχνη αυτής της αστικής πολυτέλειας στις σωζόμενες πολυκατοικίες με το μάρμαρο και τις περίτεχνες εισόδους, ενδεικτικά στοιχεία ευμάρειας αλλά και μιας προκαταβολικής προσέλκυσης των κατάλληλων ενοίκων που θα τις κατοικούσαν. Πού και πού αποτυπώνει όσα νεοκλασικά κτήρια γλίτωσαν από τη λαίλαπα της αντιπαροχής. Στέκομαι σε μια περιγραφή μιας μονοκατοικίας που είναι σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο μοντέρνες πολυκατοικίες και, σε μια αντίστροφη εικόνα, θυμάμαι πως στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση της Κυψέλης, από τον πρώτο όροφο του σπιτιού που τότε στέγαζε την οικογένειά μου, έβλεπα κάθε μέρα τη σημαία να κυματίζει στον βράχο της Ακρόπολης. Ανοιχτός ορίζοντας, μια που η πολυκατοικία μας ήταν η μόνη εν μέσω μονοκατοικιών. Ας μου επιτραπεί αυτή η προσωπική μνήμη, καθώς, όπως γράφει και ο ίδιος, «το βλέμμα ενός περιηγητή φέρει τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας του». Μιλάει για τους πολλούς κινηματογράφους, χειμερινούς και θερινούς στην Πατησίων και στην Κυψέλη, τα ζαχαροπλαστεία τους, τα θέατρα, τα πολλά εμπορικά, σε μια αστική ζώνη που έσφυζε από ζωή, και στη διάρκεια της ημέρας αλλά και της νύχτας. Για τη Φωκίωνος Νέγρη (για τους παλιούς Κυψελιώτες, απλώς Φωκίωνος), το «βουλεβάρτο, όπως το ονομάζει ό ίδιος, τότε τον κοινό τόπο αναφοράς και συνάντησης όλων μας. Για την Πατησίων (Πατησίων πάνω κάτω, όπως έλεγε η Γώγου, κυκλοφορώντας μέσα της), με την παλιά της λειτουργικότητα ως πεμπτουσία της τότε αστικής ζωής. Μιλάει μέσα από εικόνες της μνήμης για ό,τι έχει χαθεί, αλλά και με εικόνες τωρινές, σε εξαιρετικής απόδοσης φωτογραφίες για ό,τι ακόμα ζωντανό.

Για όσους ζήσαμε σ’ αυτές τις περιοχές (τότε που ήταν στην ακμή τους) το βιβλίο του Βατόπουλου προξενεί μια σωρεία από μνήμες, ταυτόχρονα έναν σκεπτικισμό για την απολεσθείσα αισθητική, για την απουσία σεβασμού στον περιβάλλοντα χώρο –χώρο ανάσας για την ίδια μας τη ζωή–, για την ευκολία της μεταποίησης των πάντων με γνώμονα το συμφέρον, το κέρδος, ή και μια κακώς νοούμενη αίσθηση της συμπόρευσης με ό,τι μοντέρνο και νεωτερικό. Γιατί η αισθητική του χώρου μπορεί να διαμορφωθεί και με στοιχεία νεωτερικά, ακόμα και τα πιο σύγχρονα υλικά (κάποτε αδιανόητα για χώρους οίκησης)  μπορούν να αποδώσουν την αίσθηση του ωραίου. Κι όμως, υπάρχει και τώρα, ίσως για λίγο ακόμη, η ευκαιρία της διάσωσης όσων στοιχείων αυτής της ζωής επιμένουν να στέκονται όρθια. Γράφει:

«Αν ο διαβάτης πάρει μία προς μία τις πολυκατοικίες επί της οδού Πατησίων και τις φανταστεί συντηρημένες και  με όλα τα αρχιτεκτονικά και αισθητικά στοιχεία τους τονισμένα και προβεβλημένα, εύκολα θα αντιληφθεί πως βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ορυχείο το οποίο είναι ανάγκη να διασωθεί. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει πρώτα να κατανοηθεί. Να γίνει δηλαδή κοινώς αποδεκτό πως μία πόλη αξιολογείται, αγαπιέται και αποδίδει όχι μόνο μέσα από τα διάσπαρτα μνημεία της ή από τα μεμονωμένα κτίρια-έργα τέχνης ή ιδιαίτερης ιστορικής αξίας, αλλά και από το σύνολο που έχει αφήσει ως αποτύπωμα η αστική ζωή στην πόλη». (σσ. 87-88).

Και ακριβώς στην παραπάνω επισήμανση, θεωρώ πως βρίσκεται η αξία του έργου του Βατόπουλου, στις πολλές καταθέσεις που έχει μέχρι τώρα κάνει στα περιηγητικά βιβλία του. Όχι μόνο, δηλαδή, να καταγράφει ό,τι αξίζει να περισωθεί στη μνήμη, ό,τι εμπλουτίζει το τώρα με το τότε και τη δική του αξία, αλλά, κυρίως, να επισημαίνει ακατάπαυστα τι θα μπορούσε έστω και τώρα να γίνει· είναι μια μορφή «διδασκαλίας», μια μορφή ένταξης του προσωπικού στο κοινό, μια πρόταξη του ενός, του ιδιώτη, που νιώθει επάνω του, ίσως και ως μη όφειλε να το επωμιστεί αυτούσιο, όλο το βάρος μιας συλλογικής ευθύνης. Είναι, σε κάθε περίπτωση, πάντως, διαλεκτική η σχέση ανάμεσα στους, συχνά απροσδιόριστης έννοιας, «υπεύθυνους» των επάνω στρωμάτων του κοινωνικού (και πολιτικού) οικοδομήματος και στον ιδιώτη-μονάδα του συνόλου.

 Πρόκειται, εν τέλει, για ένα βιβλίο που αφορά το τότε αλλά και το τώρα, εν δυνάμει και το αύριο:

«Εμείς οι πολίτες του 21ου αιώνα έχουμε το προνόμιο να βιώνουμε μια πολυεπίπεδη κατανόηση όλων αυτών των στρώσεων της Ιστορίας και της συνείδησης και να αναλογιζόμαστε το τώρα σε μια οθόνη του χθες και του αύριο». (σ. 25). 

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠΕΙΛΕΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 

ΑΠΕΙΛΕΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



Μας σημαδεύει και μας απειλεί ο χρόνος
μ’ έναν αδυσώπητο συγχρονισμό
μακάριας ταχύτητας και δεσποτικής κυριαρχίας,
μα εμείς, με πλήρη επίγνωση της φθοράς και του τέλους,
αντιστεκόμαστε στο αναπόφευκτο με άδηλη υποταγή,
συμπαντικές κουκίδες με συνείδηση και δημιουργία.

Μας εκβιάζει και μας απειλεί ο εαυτός μας,
καθώς μας εγκαλεί για τη συντριβή της ευθύνης
και μας προτρέπει στην ταύτιση και την ισορροπία,
μα εμείς, δοκιμάζοντας αλήθειες κι αποδοχές,
ασκούμαστε στην άρνηση της προσποίησης
κι επιμένουμε στην υπερβολή της τελείωσης.

Μας εκθέτουν και μας απειλούν πρόξενοι και ταγοί,
με φοβέρες‚ εκθειασμούς  και παρήγορα λόγια,
το νου μας στεγνώνουν, την ψυχή μας στραγγίζουν,
μα εμείς περνάμε από την πλάνη στο φόβο,
τον ύποπτο λόγο στεγάζουμε επαίτη τυφλό
και προσφέρουμε ευγνωμοσύνη αντί για  σεβασμό.

Απειλή, ιεροφάντες άστεγοι και κήρυκες αγύρτες,
η έκκληση στην προσομοίωση και η ειρκτή της λήθης,
ομόχρωμοι να θεραπεύουμε κατεστημένες ρήσεις,
μα εμείς, αρνούμαστε τη συνενοχή και τη λατρεία,
ερωτοτροπούμε με το βέβαιο αδέκαστης προφητείας,
πως θα   ’ναι ο χρόνος ανοιχτός και ομότιτλοι οι άλλοι.

 Γιώργος  Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Moises Levy)

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ

 

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ




 

Στο δημοτικό είχα έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Σταμάτη. Ήταν γειτονόπουλο και παίζαμε μαζί στους χωματόδρομους και στις αλάνες της γειτονιάς. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, αλλά οι πατεράδες που ήταν ναυτικοί τότε, και γνώριζα μερικούς, ήταν πολύ ανοιχτόκαρδοι και φιλικοί απέναντι σε μας, τα παιδιά, πρόθυμοι να μας πουν αστεία και ιστορίες από τα ταξίδια τους. Ίσως τα ταξίδια τους αυτά και η γνωριμία με πολλές και τόσο διαφορετικές  χώρες και φυλές και γλώσσες και θρησκείες τούς είχε κάνει πολίτες του κόσμου, τότε που οι γειτονιές της Αθήνας μύριζαν ακόμα επαρχία. Ίσως πάλι νόμιζαν ότι αυτός ήταν ένας τρόπος να έρθουν πιο κοντά στα δικά τους παιδιά, να αναπληρώσουν τον χρόνο που στερούνταν και νοσταλγούσαν το σπίτι τους όσο ταξίδευαν. Επίσης,  όλοι τους είχαν ιδιαίτερα ωραίες γυναίκες. Ούτε κι αυτό ξέρω αν ήταν τυχαίο. Ίσως ήταν άλλη μια αναπλήρωση, μια αποζημίωση που επιζητούσαν, χωρίς κι οι ίδιοι να το καταλαβαίνουν, γι’ αυτή τη στέρηση. Ίσως πάλι ήταν οι γνωριμίες τους με τις εξωτικές καλλονές της φαντασίας μας στα μακρινά λιμάνια.

Αυτά, φυσικά δεν τα σκεφτόμουν τότε, που ήμουν παιδί, τα σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα. Και ομολογώ πως φταίει κι η λογοτεχνία γι’ αυτό. Η λογοτεχνία ως υποκατάστατο, ως πλασέμπο για την αγιάτρευτη νοσταλγία και τη λαχτάρα των μακρινών ταξιδιών που δεν κατάφερα, ή δεν τόλμησα να κάνω.

Ο Σταμάτης, ο μεγάλος γιος του καπετάνιου, ήταν ένα παιδί πολύ σοβαρό για την ηλικία του και κάπως μοναχικό. Μια μέρα, προς τη μέση του δημοτικού, την ώρα των θρησκευτικών, όταν ο δάσκαλος μάς μιλούσε για τον Αδάμ και την Εύα και τα μυστήρια της δημιουργίας, ο Σταμάτης σήκωσε το χέρι του και με φωνή δυνατή και καθαρή είπε, «ο άνθρωπος προέρχεται από τους πιθήκους». Στην τάξη έπεσε σιωπή. Ο δάσκαλος αιφνιδιάστηκε. «Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου τα λέει;». «Ο Δαρβίνος τα λέει», είπε ο Σταμάτης και ξανακάθισε ήσυχος στο θρανίο του

Ο δάσκαλός μας ήταν ένας άνθρωπος σκυφτός, αγχωμένος και νευρικός που στεκόταν πάντα σούζα μπροστά στον διευθυντή και με κάθε ευκαιρία, στην Ιστορία, στα Θρησκευτικά ή στη Γεωγραφία προσπαθούσε να μας αγχώσει κι εμάς. Όταν τον έπιανε ο οίστρος του, μας έλεγε για τους απαίσιους κομμουνιστές που μπορεί να κρύβονται παντού κι ανάμεσά μας και θα έπρεπε να προσέχουμε πολύ για να μην μας κάνουν κακό. Ήταν η πρώτη φορά που με απειλούσε κάτι πολύ διαφορετικό από τους παιδικούς μου φόβους, το σκοτάδι ή τους δράκους των παραμυθιών. Κάτι άγνωστο που ορμούσε καταπάνω μου από τον ακατανόητο κόσμο των μεγάλων. Όταν συγκρίνω εκείνον τον φόβο με τους φόβους των σημερινών παιδιών, τη βία, τη μοναξιά,  την κακοποίηση, δεν ξέρω τι να κάνω, να κλάψω ή να γελάσω;

Δεν καταλάβαινα ούτε τι ήταν αυτοί οι κομμουνιστές, ούτε τι κακό θα μας έκαναν. Στο μυαλό μου, η μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα που αναπνέαμε μικροί μεγάλοι στο σπίτι, στο σχολείο, στην πόλη και στην εξοχή ανακατευόταν με τον φόβο για την πυρηνική βόμβα που έσκαγε στα πρωτοσέλιδα των καθημερινών εφημερίδων. Ήταν οι εποχές του ψυχρού πολέμου  και της κρίσης με την Κούβα, βλέπεις, αλλά όχι ότι οι σημερινές εποχές είναι και πολύ διαφορετικές. Ρώτησα τον πατέρα μου για τα λεγόμενα του δασκάλου. «Δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά έχει πάθει ζημιά. Τρομαγμένος είναι», μου είπε. Και πάλι δεν κατάλαβα. Ο πατέρας μου τσιγγουνευόταν πάντα τις απαντήσεις και τις εξηγήσεις του. Έπρεπε μόνοι μας να συνεχίσουμε το ψάξιμο. Γι’ αυτό πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι η «εξοχή», όπου είχαν συναντηθεί και παραθερίσει πολλοί από τους συγγενείς και φίλους και για την οποία μιλούσαν με συναισθήματα αμήχανα κι ανάμικτα μπροστά σε μας τα παιδιά, σήμαινε και κάτι άλλο εκτός από «διακοπές στη φύση». Ότι εξοχή σήμαινε και εξορία στα οικογενειακά συμφραζόμενα. Αλλά υπάρχει λέξη που να έχει μόνο μία σημασία;

Ο δάσκαλός μας, λοιπόν, είπε στον Σταμάτη να έρθει με τον κηδεμόνα του. Την άλλη μέρα, η μητέρα του Σταμάτη διέσχισε το προαύλιο καμαρωτή και αγέρωχη, αντάλλαξε δυο κουβέντες με τον διευθυντή και τον δάσκαλο και έφυγε το ίδιο αγέρωχη και χαμογελαστή, με εκείνη τη σπίθα πονηριάς και ειρωνείας που είχα δει πολλές φορές στο βλέμμα της. Ακόμα θυμάμαι την κομψή της σιλουέτα, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της. Δεν έμαθα ποτέ τι είπανε. Φαντάζομαι θα της συνέστησαν να προσέχει τις κακές επιρροές στον γιο της.

Κανένα άλλο παιδί δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο, πριν το φωνάξει ο Σταμάτης στην τάξη. Ακόμα και οι πιο μοντέρνες οικογένειες στη γειτονιά δεν αμφισβητούσαν και δεν αψηφούσαν τα ιερά και τα όσια. Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τον Επιτάφιο και την Ανάσταση, τη μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά, τον τακτικό σχολικό εκκλησιασμό, τη δύναμη της προσευχής και φυσικά τον Αδάμ και την Εύα, τον προπροπροπαππού και την προπροπρογιαγιά όλων μας.

Έτρεξα πάλι στον πατέρα μου. Έλεγε λίγα, αλλά αληθινά πάντα. Ποτέ δεν τον είχα πιάσει να ψεύδεται, να λαθεύει, να υπεκφεύγει ή να πάει να με ξεγελάσει. Ήταν τότε για μένα το γκουγκλ και όλοι οι τόμοι του Πάπυρου Λαρούς μαζί. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη. Άσχετο που αργότερα, στην εφηβεία μου, τον απέρριψα και έκανα χρόνια να του ξαναμιλήσω ή να τον ακούσω με την ίδια εμπιστοσύνη.

«Καταγόμαστε από τον πίθηκο;», τον ρώτησα. Με κοίταξε καλά, σαν να ζύγιζε κάτι στο μυαλό του και είπε «ναι». «Κι αυτός ο Δαρβίνος ποιος είναι;», ξαναρώτησα. «Ένας σπουδαίος επιστήμονας που έκανε έρευνες και μελέτες και πειράματα και το απέδειξε». «Κι εσύ πού τον ξέρεις;». «Τον γνώρισα στην εξοχή. Εκεί είχα λίγο καιρό να σκεφτώ και να διαβάσω γι’ αυτά τα πράγματα».

Αυτό το ελάχιστο επεισόδιο που συνέβη στην τάξη δεν άλλαξε κάτι στην παιδική μας καθημερινότητα, στη συμπεριφορά και στις συνήθειές μας. Σαν ένα βότσαλο που πέφτει στα ακύμαντα νερά μιας λίμνης και, μετά το πλαφ και τους λιγοστούς ομόκεντρους κύκλους στην επιφάνειά της, εξαφανίζεται αθόρυβα στον βυθό της. Στον δικό μου τον βυθό στάθηκε και έμεινε πάντως. Συνέχισα να κάνω την προσευχή μου στα δύσκολα και να σπαράζω στο κλάμα στο Σινεάκ, στα «Πάθη του Χριστού» κάθε Πάσχα. Δεν αισθανόμουν καμία αντίφαση σ’ αυτό. Τι σημασία είχε αν ο άνθρωπος κατάγεται από τον Αδάμ και την Εύα ή από τον πίθηκο; Κι αν ο Χριστός είναι γιος του Θεού ή του Ανθρώπου. Αλλάζουν μήπως τα βάσανα και οι καημοί  και οι φόβοι τους; Σε κάθε περίπτωση, σημασία δεν έχει από πού ξεκινάει κανείς, αλλά πού πάει και πού θα φτάσει.

Κι αυτά δεν τα σκεφτόμουν τότε, αλλά αργότερα που μεγάλωσα. Και φταίει και γι’ αυτά η λογοτεχνία. Όπως φταίει και για τις ατελείωτες παρεκβάσεις και τις παρεμβολές και τα λοξοδρομήματά μου, για τα οποία θα πρέπει να ζητήσω συγγνώμη κάποτε. Από ποιον αλήθεια όμως, από τον Σταμάτη, από σένα ή από μένα; Ξεκινάω να μιλήσω για τον συμμαθητή μου τον Σταμάτη κι όλο ξεφεύγω και απλώνομαι, και η ιστορία που θέλω να πω γίνεται δέντρο πολυπλόκαμο, με ρίζες και κλαριά που διακλαδώνονται και μπερδεύονται και δεν μπορώ ούτε να το κλαδέψω, ούτε να το ξεριζώσω. Κι εξάλλου, τι είναι ο κορμός σκέτος, χωρίς τις ρίζες του και χωρίς τα κλαδιά του, χωρίς τα πουλιά που φωλιάζουν πάνω τους και χωρίς τον αέρα που περνάει ανάμεσά τους Ένα κούτσουρο είναι, ένα ξύλο απελέκητο.

Στο σχολείο δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο που κάποια παιδιά φώναζαν τον Σταμάτη, Δαρβίνο και κάποια άλλα, πίθηκο. Εκείνος δεν έδινε καμία σημασία. Αλλά κι αυτό δεν κράτησε πολύ, ξεχάστηκε γρήγορα. Την επόμενη χρονιά κάποιοι συμμαθητές έφυγαν, άλλοι καινούριοι ήρθαν. Στο γυμνάσιο άλλαξα κι εγώ σχολείο. Τον Σταμάτη τον συναντούσα αραιά και πού στη γειτονιά. Όταν μιλούσαμε, μου φαινόταν ότι συνεννοούμασταν διαφορετικά από ό,τι με τα άλλα γειτονόπουλα. Οι λέξεις αποκτούσαν άλλη ειλικρίνεια και βάρος. Τον γνώριζα από μακριά από το βάδισμά του. Ένα βήμα σταθερό και γρήγορο, με μαζεμένους τους ώμους, σαν να ήξερε πού πήγαινε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει. Κι αυτό ήταν παράξενο για παιδί της ηλικίας μας, στο κατώφλι μιας εφηβείας που ερχόταν κατά πάνω μας με φόρα, φυσώντας ανησυχίες κι αβεβαιότητες. Καθώς μεγάλωνε και το οστεώδες πρόσωπό του άλλαζε γωνίες και μετασχηματιζόταν σιγά σιγά σε αντρικό, έμοιαζε όλο και πιο πολύ στον Ιβ Μοντάν, στο «μεροκάματο του τρόμου». Κι αυτό αργότερα το σκέφτηκα, όταν είδα την ταινία.

Προς το τέλος του λυκείου τον ρώτησα πού θα δώσει εξετάσεις.

«Θα πάω στη σχολή μηχανικών του ναυτικού».

«Νόμιζα ότι σε ενδιαφέρουν οι φυσικές επιστήμες».

«Θέλω να ταξιδέψω. Βιάζομαι να ταξιδέψω».

«Στο καλό και στέλνε μας καμιά καρτ ποστάλ, ιδίως άμα πας κατά Γκαλαπάγκος μεριά».

Γέλασε και γέλασα κι εγώ, αλλά ένιωσα κι ένα τσίμπημα ζήλιας καθώς περνούσαν απ’ το μυαλό μου εξωτικές εικόνες, γκέισες και χαβανέζες. Πάντως του ευχήθηκα «καλά και ωραία ταξίδια» και το εννοούσα με όλη μου την καρδιά.

Μετά το λύκειο δεν τον ξαναείδα με σάρκα και οστά. Τον έβλεπα καμιά φορά στον ύπνο μου, άυλο και με το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν. Κι αλήθεια, πώς μπορείς να πεις «βλέπω» κάποιον, έστω και στον ύπνο σου, όταν έχεις ξεχάσει το πρόσωπό του; Αλλά εδώ βλέπω ακόμα στον ύπνο μου, καμιά φορά, τον άνθρωπο που σταμάτησε τα αυτοκίνητα που σφύριζαν γύρω μου στη λεωφόρο Κηφισίας, να με λιώσουν σαν χαλκομανία πάνω στην άσφαλτο, κατέβηκε από το δικό του, με έπιασε από το χέρι, το έσφιξε, με ξεκοκκάλωσε, με τράβηξε, και με άφησε ασφαλή στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο πανικός που με είχε παραλύσει, μικρό παιδί στη μέση του δρόμου, δεν  με άφησε να ρίξω ούτε μια ματιά στο πρόσωπό του, ούτε να του πω ευχαριστώ. Και όμως τον «βλέπω» πολύ καθαρά, ιδίως όταν η πίστη μου στους ανθρώπους κλονίζεται σοβαρά.

Από τους γονείς του μάθαινα πού και πού νέα του, ότι ο Σταμάτης είναι καλά, τελείωσε τη σχολή, μπάρκαρε στο πρώτο του ταξίδι, είναι κάπου στην Άπω Ανατολή. Και δώστου απέραντες θάλασσες, ανθισμένες κερασιές και γκέισες με κιμονό να κυματίζουν στο μυαλό μου. Κάποτε ο πατέρας του, που είχε βγει πια στη σύνταξη και στη στεριά, μου είπε, «Γιατί δεν του γράφεις ένα γράμμα; Εσείς είσαστε φίλοι από μικρά παιδιά. Καμιά φορά η μοναξιά γίνεται αποπνικτική στο καράβι».

Μετά από πολλές σκέψεις και αμφιβολίες και πισωγυρίσματα, αποφάσισα  να του γράψω. Κόλλησα όμως στην πρώτη πρόταση, στην πρώτη λέξη. Πώς να τον αποκαλέσω; Το «αγαπητέ Σταμάτη» ήταν τυπικό και ψυχρό, το «αγαπημένε μου Σταμάτη» ήταν υπερβολικό, σαν να του υπέβαλα και να του επέβαλα κάτι με το έτσι θέλω, το «καλέ μου Σταμάτη» ήταν γλυκανάλατο, το «φίλε μου» δεν μου έφτανε και ούτω καθεξής. Όταν κατέληξα στο σκέτο «Σταμάτη» δεν μπορούσα να προχωρήσω παρακάτω. Έγραψα και έσβησα και ξανάγραψα και τσαλάκωσα και έσκισα αρκετά φύλλα χαρτί και πέρασα αρκετές άγρυπνες νύχτες. Κι ενώ εγώ πάλευα με το πρώτο μου συγγραφικό μπλοκάρισμα, έφτασε στη γειτονιά η είδηση του θανάτου του.

Είχε ανέβει στην αντένα του ασυρμάτου του πλοίου για να την επιδιορθώσει και από εκεί πάνω γλίστρησε, έπεσε και έσκασε στο κατάστρωμα. Είπανε ότι στο καράβι υπήρχε μια αναταραχή, μια ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη του πληρώματος και ο θάνατός του μπορεί να οφειλόταν σε κακόβουλη ενέργεια. Κάποιοι από τους αντίπαλους μπορεί να έστριψαν απότομα την αντένα με έναν λάθος, αλλά εγκληματικό στην πραγματικότητα χειρισμό, και να τον έστειλαν να βουτήξει στο κενό, από κει ψηλά. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον Σταμάτη να συμμετέχει σε οποιονδήποτε καυγά, όμως ο πατέρας του δεν διέψευσε αυτή την εκδοχή, όταν τον ρώτησα. «Στα πληρώματα υπάρχει κάθε καρυδιάς καρύδι, σάπιοι άνθρωποι, ουραγκοτάγκοι και μαχαιροβγάλτες», είπε.

Οι γονείς του Σταμάτη κατέπεσαν γρήγορα μετά από αυτό. Για κάποιο καιρό τους έβλεπα καθισμένους στη βεράντα του σπιτιού τους, σαν να περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν. Δεν κατάλαβα πότε έφυγαν. Είχα φύγει πριν εγώ από το πατρικό μου σπίτι. Όσο κι αν έφυγα όμως κι όπου κι αν πήγα, εγώ που ζήλευα τα μακρινά ταξίδια, δεν απομακρύνθηκα ποτέ από εκείνη την παιδική μου γειτονιά.

Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να πηγαίνω στο τοπικό νεκροταφείο  για δικούς μου λόγους, συνήθιζα να τριγυρίζω ανάμεσα στους τάφους διαβάζοντας τα χαραγμένα ονόματα και τις ημερομηνίες. Αναγνώριζα και θυμόμουν παλιούς συμμαθητές και φίλους και γείτονες, τους γονείς τους, και μερικές φορές αποτρόπαιες τα παιδιά τους. Ο Σταμάτης  ήταν ο δεύτερος που είχε φύγει από εκείνη την τάξη του δημοτικού. Πρώτο είχε φύγει ένα κορίτσι που στο τέλος του λυκείου είχε εκδηλώσει μια σπάνια αρρώστια, και όλη σχεδόν η τάξη είχαμε πάει στην κηδεία της. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει τίποτα για την κηδεία και την ταφή του Σταμάτη, πού και πότε έγινε. Επειδή οι γονείς του είχαν πεθάνει, ρώτησα τον μικρότερο αδελφό του, όταν τον συνάντησα. Έτσι έμαθα ότι το σώμα του κάηκε σε ένα λιμάνι της Ιαπωνίας, όπου επιτρεπόταν η αποτέφρωση, που τότε απαγορευόταν στην Ελλάδα, και η στάχτη του ρίχτηκε στη θάλασσα, όπως ακριβώς είχε προλάβει να ζητήσει από την πλοιοκτήτρια εταιρία να γίνει. Φαντάστηκα μια γκέισα να παρακολουθεί την τελετή της αποτέφρωσης από μια γωνιά και να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Φαντάστηκα το πλήρωμα συγκεντρωμένο στο κατάστρωμα να τον αποχαιρετά τελετουργικά. Φαντάστηκα τον Σταμάτη να συνεχίζει  το ταξίδι που τόσο λαχταρούσε στην απέραντη θάλασσα.

 

Καμιά νύχτα τον βλέπω στον ύπνο μου. Όλο και πιο σπάνια. Μόνο όταν ένα πλαφ της ημέρας υπόκωφο κι απαρατήρητο ταρακουνήσει εκείνο το βότσαλο στον βυθό μου, ένας ήχος ανεπαίσθητος, μια λέξη, μια φευγαλέα εικόνα. Δεν έχει σώμα και έχει το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν στο «μεροκάματο του τρόμου». Πώς μπορείς να λες ότι βλέπεις κάποιον όταν η μορφή του έχει σβήσει από τη μνήμη σου; Τον βλέπω σ’ εκείνη τη βουτιά από το μεσιανό κατάρτι που διέκοψε τόσο πρόωρα και άδικα το δικό του μεροκάματο του τρόμου. Κι αναρωτιέμαι τι να περνούσε άραγε από το μυαλό του ενώ έπεφτε σαν να πετούσε, την τελευταία στιγμή, μόλις πριν σκάσει στο κατάστρωμα ή κάνει αναστροφή κι αρχίσει να πετά προς τα πάνω απελευθερωμένος από τη βαρύτητα κι από την όποια καταγωγή του.

  

Αρετή Πάνου

(Φωτογραφία: Rodney Smith, Collin with Magnifying Glass, Alberta, Canada, 2004)