Κυριακή 26 Απριλίου 2026

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/25675-ta-tromera-paidia-tou-zan-kokto-kritiki-apo-tin-efiveia-stin-enilikiosi-effantasta-kai-tragika

 



Jean Cocteau

Τα τρομερά παιδιά

Μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress





Ποιητικό όσο και σκληρό το μυθιστόρημα του Κοκτώ, Τα τρομερά παιδιά, τολμά να οδηγήσει δύο εφήβους, δύο αδέλφια, σε έναν κόσμο ιδιότυπα και απόλυτα δικό τους, που προσιδιάζει -για όλους εμάς- με μια κόλαση, κι όμως για την Ελιζαμπέτ και τον Πωλ είναι απλώς ο δικός τους «χώρος», μέσα στον οποίο μπορούν να ξεδιπλώσουν το «παιχνίδι» τους, μια διαρκή μεταποίηση της πραγματικότητας (ίσως για να είναι ανεκτή) σε μια κατάσταση ημι-συνειδησίας. Και, όπου μετακομίζουν, μεταφέρουν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, το δωμάτιό τους, γεμάτο από ετερόκλητα αντικείμενα, συχνά σκουπίδια. Δίπλα τους μια μητέρα που γρήγορα πεθαίνει από προϊούσα παράλυση, έχοντας μεταφέρει στα δύο παιδιά γονιδιακά την ασθένειά της. Ο γιατρός που πλέον τα παρακολουθεί, αν και ο ίδιος έξω από τον περιθωριακό τους μικρόκοσμο, μοιάζει να μην αντιδρά, να θεωρεί εντός του φυσιολογικού πλαισίου (άραγε ποιος μπορεί αντικειμενικά να το ορίσει;) την παράξενη συμπεριφορά τους. Η νοσοκόμα Μαριέτ έχει την ικανότητα να διακρίνει μέσα στην ακαταστασία του δωματίου την ιδιοφυία της δημιουργίας, παραμερίζοντας τη λογική και αποδεχόμενη τη μαγική του αύρα.



Τα δύο αδέλφια, παρουσιάζονται σαν «καθαρόαιμα ζώα», που τίποτε δεν μπορεί να δράσει καταλυτικά επάνω τους. Γύρω τους άλλα πρόσωπα, όσο όμως κι αν μπερδεύονται στα πόδια τους και στη ζωή τους, παραμένουν παρείσακτοι που για λίγο άντεξαν δίπλα τους, καθώς μοιάζει να τους αποσυντονίζουν από τον κόσμο τους, από το «παιχνίδι» τους. Ο φίλος τους, ο Ζεράρ, με άλλες καταβολές, αστικές, δέχεται να μοιραστεί το «μαγικό» τους δωμάτιο, σαν αυτό να εκπέμπει μια αύρα, μια δύναμη που προσελκύει τους ανόμοιους, ικανό να τους ενσωματώσει, σε ένα οιονεί θεατρικό σκηνικό, έτσι όπως συγχέονται μεταξύ τους ο οικιακός και ο θεατρικός χώρος. Η ορφανή Αγκάτ, φίλη της Ελιζαμπέτ, θα ερωτευτεί τον Πωλ (σ’ αυτό τον περίεργο επινοημένο κόσμο, σ’ αυτό το «παιχνίδι», ο έρωτας μπορεί να επιβάλλει την παρουσία του, κι ας αστοχεί), η Ελιζαμπέτ θα παντρευτεί τον πάμπλουτο Μικαέλ σε έναν σύντομο γάμο, λόγω του παράλογου θανάτου του, η Αγκάτ θα βρει τον Ζεράρ. Ο Νταρζελός, από τον οποίο αρχίζει την ιστορία του ο Κοκτώ με μια επίθεσή του στον ανυπεράσπιστο Πωλ, θα επανέλθει προς το τέλος για να αποτελέσει τον καταλυτικό χαρακτήρα που θα οδηγήσει τα δύο αδέλφια στο δικό τους τέλος. Η κατάληξη της ιστορίας των τρομερών παιδιών θα είναι τραγική.





Ο Κοκτώ φτιάχνει μια μοναδική στο είδος της ιστορία, αντάξια του δικού του χαρακτήρα ως προσώπου και ως συγγραφέα. Με τον λυρισμό ενός ποιητή, με την οξύνοια ενός ανθρώπου που έχει επίγνωση των συμβατών ορίων και με την τέχνη του τα υπερβαίνει. Ο δημιουργός με την πολυεπίπεδη δραστηριότητα, με τα Τρομερά παιδιά γράφει το πιο τολμηρό του έργο, κάνει τη γαλλική κοινωνία του 1929 να ταρακουνηθεί και να αναγνωρίσει την πρωτοτυπία της γραφής του. Η ανάγνωση προσφέρει μια εμπειρία, με τις στοχευμένες λέξεις του, με την αξιοποίηση της περιγραφής ως δομικού στοιχείου της αφήγησης, την ευφάνταστη «σκηνοθεσία» να τοποθετεί τους ήρωές του μέσα σε ένα σκηνικό που ταυτόχρονα τους εμπεριέχει αλλά και εμπεριέχεται σ’ αυτούς, ακόμα με τις συγγραφικές του παρεμβάσεις να μην οδηγούν στην απομάγευση της λογοτεχνίας, ίσα ίσα να προστίθενται κι αυτές ως στοιχεία του ξεχωριστού σκηνικού του.

Το παράλογο αφήνει το στίγμα του

Ιδιαίτερα σημαντική η ρέουσα γλώσσα της μετάφρασης, αποδίδει τις λεπτές αποχρώσεις των σκηνικών, των συναισθημάτων των δύο ηρώων κυρίως. Το «θέατρο» που στήνεται μέσω του «παιχνιδιού» φαίνεται τόσο αληθινό, ώστε όσοι υποδύονται τους ρόλους δεν μοιάζει να έχουν συναίσθηση πως υποδύονται άλλες περσόνες, τόσο δεμένη με τη ζωή τους είναι η μεταποίηση του πραγματικού σε φανταστικό, ακριβώς γιατί τους παρέχει το αναγκαίο οξυγόνο. Η συνύπαρξή τους δεν τους στερεί τα σχέδια για δύο χωριστά δωμάτια, γεγονός που ο Κοκτώ σχολιάζει σαν το όνειρο δύο σιαμαίων αδελφών που ονειρεύονται τον αδύνατο αποχωρισμό τους. Το «πνεύμα» του δωματίου επαγρυπνά και δεν θα επιτρέψει τον διαχωρισμό. Το παράλογο διεισδύει στην ιστορία, αφήνοντας το στίγμα του, ορατό στο σύνολο της συγγραφικής ιδέας όσο και στα επιμέρους σημεία της πλοκής.

Δεν είναι, φυσικά, η πρώτη φορά που η λογοτεχνία επιλέγει στη θεματική της τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ωστόσο εδώ συνταιριάζουν ο παρορμητισμός και το ευφάνταστο με τη σαφή επίγνωση του τραγικού στοιχείου, με το οποίο μαθαίνει κανείς να συμβιώνει, ακόμα κι από τη νεαρή ηλικία. Το αξιοσημείωτο στην ιστορία του Κοκτώ βρίσκεται και στη γρήγορη αυτή μετάβαση, όσο και στο, χάριν αφηγηματικής οικονομίας της αρχικής συγγραφικής ιδέας, σύντομο τέλος της. Όσα θα μπορούσαν να αποτελέσουν συγγραφικό υλικό για μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση, εδώ συμπυκνώνονται άριστα σε χώρο ενός δωματίου, όπου κι αν μεταφέρεται αυτό· διαβάζοντας έχεις συχνά την αίσθηση πως παρακολουθείς θεατρικό έργο, στο οποίο, όσο προχωρούν οι πράξεις, κορυφώνεται και η τραγικότητα. Ο Κοκτώ και στα θεατρικά του έργα ασχολήθηκε με τον πανάρχαιο μύθο που εκκινεί από την Ύβρη και διανύοντας την Άτη και την παρέμβαση τη Νέμεσης καταλήγει στο τραγικό τέλος, προσεγγίζοντας την έννοια της Μοίρας με τη δύναμή της να υπερβαίνει όχι μόνο την ανθρώπινη θνητότητα αλλά και τη θεϊκή ισχύ. Στα Τρομερά παιδιά, είναι ο Πωλ που θα συνειδητοποιήσει τον τρόπο που η μοίρα σχολαστικά επιθεωρεί τα όπλα της, προκειμένου την κατάλληλη στιγμή να στοχεύσει και να πετύχει στη καρδιά.

Διώνη Δημητριάδου

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η πρώτη ματιά στο δωμάτιο σού δημιουργούσε έκπληξη. Δίχως τα κρεβάτια θα το περνούσες για αποθήκη. Κουτιά, εσώρουχα, πετσέτες του μπάνιου σέρνονταν στο πάτωμα. Ένα χαλί φανέρωνε τους σπάγκους της ύφανσής του. Στη μέση του τζακιού θρονιαζόταν μια γύψινη προτομή στην οποία είχαν προσθέσει με μελάνι μάτια και μουστάκια· καρφωμένες με πινέζες υπήρχαν παντού σελίδες περιοδικών κι εφημερίδων, προγράμματα, που απεικόνιζαν βεντέτες του κινηματογράφου, μποξέρ ή δολοφόνους. (σ. 38).

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΕΙΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Πάνω από το σκήνωμα της ιστορίας,
αλυχτούν νιόκοποι προφήτες και κριτές,
βυσσοδομούν παλιοί ταγοί και στοχαστές
και οι άλλοι, σωπαίνουν και ισορροπούν
συνωμότες βέβηλοι και απαθείς λιτανευτές .
Όλοι τους το γνωρίζουν και ομονοούν
πως τούτη η έκπτωτη γνώση και αξία
ποτέ της δεν ήταν διδαχή και συμμόρφωση
ούτε ανάπλαση μνήμης και χρόνου αντιγραφή
παρά μια συνεχής και ασπούδαστη αρχή
σ’ ένα επαναλαμβανόμενο δίχως στίγμα τέλος.
Παράσταση, μία ως ανάθεμα και μία ως ευχή.

Μπροστά από τους ελεήμονες καιρούς οι ανάγκες
και οι εμπνεύσεις πίσω από την απροσποίητη οργή,
πεισματικά γυμνώνουν συνθήματα και ρήσεις,
μ’ ευλάβεια ξορκίζουν εφησυχασμούς και πλάνες
και διορατικά ερμηνεύουν εποχές και συνειδήσεις.
Μηνύματα, χρησμοί και επαγγελίες τους καλούν
στης γνώσης το δικαίωμα στο χρέος της ευθύνης
αλλά κανείς δεν είναι εκεί τις μαρτυρίες να δικαιώσει
ούτε εκείνοι οι άσπιλοι στο παραλήρημα της ηθικής
ούτε και τούτοι οι άμοιροι με τη συνέπεια της σιωπής
αφού στην ιδιώτευση τη ζωή τους προλαβαίνουν.

Η αθώωση, μία ως συναλλαγή και μία ως συνενοχή. 

 Γιώργος Αλεξανδρής
(στην εικόνα έργο του Γιάννη Γαΐτη)

Συνεργασία BookPoint και βιβλιοπωλείου Πολιτεία

 



Συνεργασία BookPoint και βιβλιοπωλείου Πολιτεία





To BookPoint, η βιβλιογραφική βάση δεδομένων του ΟΣΔΕΛ (Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου), σύναψε σύμβαση συνεργασίας με το βιβλιοπωλείο Πολιτεία.

Σκοπός της συνεργασίας είναι να υπάρξει αμφίδρομη ενημέρωση. Αφενός το BookPoint να παρέχει, επικουρικά, στην υπάρχουσα βάση δεδομένων της «Πολιτείας» ακριβή και ενημερωμένα δεδομένα, σχετικά με βιβλιογραφικές πληροφορίες, συμβάλλοντας κυρίως στην επικαιροποίησή τους ως προς τη διαθεσιμότητα και την τιμή όλων των εγγραφών της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής όπως αυτές εμφανίζονται και ενημερώνονται από τις εκδοτικές επιχειρήσεις. Αφετέρου, το βιβλιοπωλείο Πολιτεία να ενημερώνει το BookPoint με πληροφορίες που πρώτο κατέχει λόγω της θέσης του στην αγορά του βιβλίου. Με αυτόν τον τρόπο προωθείται η συγκέντρωση όλων των εμπορικών πληροφοριών ως ένα σημείο αναφοράς για ολόκληρη την αγορά του βιβλίου στην Ελλάδα.

Μια συνέργεια που αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ εκδοτών και βιβλιοπωλών καθώς και τον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών της διακίνησης του βιβλίου και συνολικά της αγοράς, προς όφελος όλων των εμπλεκομένων: εκδοτικών επιχειρήσεων, φυσικών και ηλεκτρονικών σημείων πώλησης (βιβλιοπωλείων), καθώς και του αναγνωστικού κοινού.

Η υλοποίηση βρίσκεται σε εξέλιξη και πριν το καλοκαίρι θα αρχίσει η ενημέρωση και επικαιροποίηση μεταδεδομένων για τους τίτλους όλων των ετών.



BookPoint
Θεμιστοκλέους 73, Αθήνα 106 83, τηλ.: 2103849118


Τετάρτη 22 Απριλίου 2026






Χειμωνιάτικα όνειρα

F. Scott Fitzgerald

Εισαγωγή, Μετάφραση, Επίμετρο: Λένα Σαμαρά

Εκδόσεις Χνάρι

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ





Εύθραυστο σαν το φτερό μιας πεταλούδας


Η δεκαετία του 1920 έμελλε να είναι η εποχή των θαυμάτων, σε μια κοινωνία που διψούσε για την ανανέωση ως ελπίδα ισορροπίας μετά από έναν καταστρεπτικό πόλεμο που ισοπέδωσε αξίες, συναισθήματα, και έθεσε νέους όρους για τη ζωή, ήταν όμως και η «εποχή της τζαζ», όπως ο Φιτζέραλντ την ονόμασε, αποτυπώνοντας τον ήχο της, ανατρεπτικό, επινοητικό και αυτοσχεδιαστικό, σε άμεση σχέση με το γενικότερο κλίμα. Ένας «χώρος» όπου οι αντιθέσεις ήταν αναμενόμενες, οι απογοητεύσεις ακολουθούσαν τα γρήγορα «πετάγματα», τις ακραίες επιδιώξεις, το συχνά παράλογο (όμως τόσο αναγκαίο) όνειρο. Ειδικά στη Νέα Υόρκη, την πόλη σύμβολο του αμερικανικού ονείρου, λαμπερού όσο και κενού νοήματος, δεν μπορούσε η λογοτεχνία να μη θελήσει να αποτυπώσει τις διάφορες μορφές του. Ο Σκοτ Φιτζέραλντ με τον Υπέροχο Γκάτσμπι (1925) παρουσίασε, με τη λογοτεχνική επεξεργασία, το όνειρο, το θαύμα, την κατάρρευση, την απογοήτευση. Επειδή, όμως, τα μεγάλα έργα δεν προκύπτουν από συγγραφική παρθενογένεση, το διήγημά του «Χειμωνιάτικα όνειρα» είναι, κατά τον ίδιο, «ένα είδος πρώτου σχεδίου της ιδέας του Γκάτσμπι». Έτσι, παρακολουθούμε στη μικρογραφία ενός διηγήματος, τη βασική ιδέα που αναπτύχθηκε στο εμβληματικό του μυθιστόρημα, τη στιγμή της συνειδητοποίησης πως ό,τι φαινόταν όνειρο υλοποιήσιμο, χειροπιαστό, μπορεί να διαλυθεί, κι εσύ να παραμείνεις στη θέση του παρατηρητή της ζωής σου. Όπως ο Γκάτσμπι βρίσκεται στο τέλος του μυθιστορήματος «πίσω» από το όνειρό του, και ας μην το έχει ακόμη συνειδητοποιήσει, έτσι και ο ήρωας του διηγήματος κατανοεί τη διάλυση των ψευδαισθήσεών του.



Ακόμα και η θλίψη, που θα μπορούσε να τον συντροφεύει, έμεινε πίσω, στη χώρα των ψευδαισθήσεων, της νιότης, της πληρότητας της ζωής, εκεί όπου τα χειμωνιάτικα όνειρά του είχαν ανθίσει. (σ. 65).



Στα «Χειμωνιάτικα όνειρα» το σκηνικό στήνεται σε μια Λέσχη γκολφ, δίπλα σε λίμνη, στα Βορειοδυτικά, ιδανική επιλογή για να δείξει εν μέσω δυνατοτήτων που ο περιβάλλων χώρος δημιουργεί, την υλοποίηση του αμερικανικού ονείρου, εστιασμένο στον ήρωά του, τον Ντέξτερ Γκριν, που ο έρωτας, εξιδανικευμένος από τον ίδιο, ήταν αρκετός για να μεταπηδήσει από τη μία κοινωνική τάξη στην άλλη, και από την έσχατη βαθμίδα του βοηθού των πλούσιων παικτών, να βρεθεί στον κύκλο της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Όταν θα εννοήσει πως ο έρωτας για την Τζούντι Τζόουνς ήταν μόνο ένα ψεύτικο σκαλοπάτι για την προσωπική του ανέλιξη, έχοντας ήδη συνδέσει τη ζωή του με το ανέφικτο πλέον όνειρο, θα καταρρεύσει. Είναι άραγε αυτή η διαπίστωση μόνο του Ντέξτερ; Στον Υπέροχο Γκάτσμπι θα διαβάσουμε: «Κι έτσι συνεχίζουμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα, επιστρέφοντας ασταμάτητα στο παρελθόν». Σαν να μην έχει τέλος αυτή η πορεία. Αυτό το διήγημα των σαράντα περίπου σελίδων μπορεί μεν να εκφράζει με εύστοχο τρόπο την αμερικανική κοινωνία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, και όχι μόνο τον μικρόκοσμο των ηρώων του, όμως έχοντας στον πυρήνα του την πάντοτε δελεαστική αυταπάτη του ανθρώπου, κυρίως σε μια καταναλωτικά φτιαγμένη ψευδαίσθηση ικανοποίησης όλων των, υλικών και μη, επιδιώξεών του, έχει τη δύναμη ακόμη και σήμερα να λειτουργεί επιδραστικά· αυτό άλλωστε είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κλασικής λογοτεχνικής γραφής. Ο Φιτζέραλντ, σαν να ήθελε να τεκμηριώσει ακριβώς αυτή τη συνθήκη, γράφει: «Αυτό είναι μέρος της ομορφιάς της λογοτεχνίας. Ανακαλύπτεις ότι οι πόθοι σου είναι καθολικοί πόθοι, ότι δεν είσαι μόνος και απομονωμένος από τους άλλους». Σε μια τραγική ερμηνεία των λέξεών του, σαν να βρισκόμαστε όλοι μαζί, τότε και τώρα, μέσα στην ευθραυστότητα ενός ονείρου.




Πίστευε πως, μην έχοντας τίποτε άλλο να χάσει, ήταν επιτέλους άτρωτος – αλλά τώρα ήξερε πως μόλις είχε χάσει κάτι ακόμα, τόσο πραγματικό, όσο αν είχε παντρευτεί την Τζούντι Τζόουνς και την έβλεπε να ξεθωριάζει μπροστά του. […] Για πρώτη φορά μετά από χρόνια έτρεχαν δάκρυα στο πρόσωπό του. Τώρα όμως τα δάκρυα ήταν για τον ίδιο. Τα χείλη της, τα μάτια της, τα χέρια της που κινούνταν δεν τον άγγιζαν. Ήθελε να νοιαστεί, μα δεν μπορούσε. Γιατί είχε φύγει και ήταν αδύνατο να επιστρέψει πιά. Οι πύλες είχαν κλείσει, ο ήλιος είχε δύσει και δεν είχε απομείνει καμιά ομορφιά – παρά μόνο η γκρίζα ομορφιά του ατσαλιού, που αντέχει στον χρόνο. (σσ. 64-65).



Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπουμε την εμφάνιση ενός καινούργιου εκδοτικού οίκου, με την επιλογή ενός διηγήματος του Φιτζέραλντ ως αρχική πρόταση. Και ακόμη πιο ενδιαφέρον, να έχουμε στα χέρια μας μια άριστη σε σχεδιασμό έκδοση, αισθητικά και τυποτεχνικά, με Εισαγωγή στον συγγραφικό κόσμο του Φιτζέραλντ, με εξαιρετικό Επίμετρο που συνδέει τη συγκεκριμένη γραφή τόσο με την εποχή της όσο και με την προσωπική ζωή του συγγραφέα, με φωτογραφικό υλικό. Η εκδότρια Λένα Σαμαρά «πήρε επάνω της» όλη αυτή την αρχική προσπάθεια, καθώς σ’ αυτήν ανήκει, εκτός από τη μετάφραση του διηγήματος, τόσο η Εισαγωγή όσο και το Επίμετρο. Η επιμέλεια είναι του Παναγιώτη Κερασίδη, ο σχεδιασμός του εξωφύλλου έγινε από τον Βασίλη Παπαγεωργίου. Να επισημανθεί και η φροντίδα για τον κολοφώνα, κάτι που πλέον δεν θεωρείται αυτονόητη προσθήκη σε μια έκδοση. Μπράβο για την πολύ καλή αρχή!

Διώνη Δημητριάδου





 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Παρουσίαση: Τάκης Βιδάλης, "Το φρούριο των πολιορκητών - Ανατομία ενός όπλου"

Χθες, Κυριακή, 19-4-26, στο Βιβλιοκαφέ των εκδόσεων Εύμαρος, παρουσιάσαμε το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του συνταγματολόγου Τάκη Βιδάλη "Το φρούριο των πολιορκητών - Ανατομία ενός όπλου". Ένα πολιτικό βιβλίο για το Σύνταγμα, το όπλο των πολλών, ένα "εγχειρίδιο" πολιτικού λόγου που μιλάει στη γλώσσα μας, εμάς των πολιτών, διαβάζεται σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, δείχνει με εξαιρετική ευστοχία ποιο βασικό μας δικαίωμα έχουμε λησμονήσει. Ένα βιβλίο που αξίζει να προσεχθεί, να διαβαστεί.



















Από την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων της Μαριάνθης Τεντζαράκη "Φύλο ασθενές - 10 ιστορίες με 10 γυναίκες", Εκδόσεις Βακχικόν, στον "Βυσσινόκηπο" το περασμένο Σάββατο, 18-4-2026. Μια προσέγγιση στην ποικιλόμορφη βία που ασκείται στις γυναίκες

Από την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων της Μαριάνθης Τεντζαράκη "Φύλο ασθενές - 10 ιστορίες με 10 γυναίκες", Εκδόσεις Βακχικόν, στον "Βυσσινόκηπο" το περασμένο Σάββατο, 18-4-2026. Μια προσέγγιση στην ποικιλόμορφη βία που ασκείται στις γυναίκες










Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ μυθιστόρημα Κωνσταντία Σωτηρίου εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ

μυθιστόρημα

Κωνσταντία Σωτηρίου

 εκδόσεις Πατάκη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το μυστικό κυπριακό «τοπίο» • Fractal


 

 

Το μυστικό κυπριακό «τοπίο»

 

Η ξεχωριστή γραφή της Κωνσταντίας Σωτηρίου, ήδη αναγνωρίσιμη από τα προηγούμενα έργα της, έρχεται τώρα, στο πρόσφατο μυθιστόρημά της, να δέσει με όλα τα προηγούμενα και να αποκορυφώσει στην καλύτερη ώς τώρα συγγραφική της στιγμή. Μια αφήγηση πρωτοπρόσωπη, της γραίας, που ενσωματώνει στα δικά της βάσανα τον καημό όλου του κόσμου, τότε και τώρα, γιατί «Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», όπως το έγραψε ο Σκιαθίτης σ’ εκείνο το «Μοιρολόγι της φώκιας», σε μια ισορροπία του πραγματικού με το πάντοτε παρόν μυθικό.

Δύο ιστορίες θα ακούσουμε σε άρτια προφορικότητα, με καταργημένη μέσα τους την ευθεία χρονική γραμμή, καθώς όλα έρχονται και φτιάχνουν συνειρμούς, ο χρόνος άχρονος πατάει πότε στο τότε της ανάλγητης αγγλικής αποικιοκρατίας, πότε έρχεται στο σήμερα για να αντιστρέψει τα πράγματα: εκεί που τότε ο φτωχός λαός των χωριών της Κύπρου άφηνε τη ζωή του έρμαιο στα συμφέροντα όσων εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεία σιδηροπυρίτη, ή στην  κατασκευή των δρόμων των πόλεων, τώρα είναι οι ξένες εργάτριες, που μειονεκτούν απέναντι σε μια πλέον ευημερούσα χώρα. Ποιος μένει να θυμάται, όμως, εκείνους τους εργάτες που πέθαιναν από την πνευμονοκονίαση, τις γυναίκες τους (εύγλωττη η φωτογραφία στο εξώφυλλο με τις γυναίκες εργάτριες στις ανασκαφές της δεκαετίας του ’50), που αναγκάστηκαν να πάρουν στους ώμους τους όλη την οικογένεια; Ποιος νοιάζεται σήμερα για τις δολοφονημένες αλλοδαπές γυναίκες, βυθισμένες στην κόκκινη λίμνη, που απέμεινε θλιβερό μνημείο ενός μεταλλείου που «αναποδογύρισε»;

 

Άφηκε τούτον τον μεγάλο τον λάκκο, την τρύπα που ήρθε και γέμισε με νερό, όπως έπιαναν οι βροχές, γέμισε τελικά με νερό ο λάκκος και σιγά σιγά έγινε λίμνη, και επειδή είχε το χώμα τα μέταλλα, έγινε σκούρο το νερό, κόκκινο και μαύρο και φαρμακερό, επειδή είχε δηλητήριο το νερό το κόκκινο, ήταν μολυσμένη η κόκκινη που έγινε τούτη η λίμνη. (σ. 81).

 

Η ζωντανή αφήγηση μοιάζει να παίρνει αυτή όλη την ευθύνη του τότε και του τώρα, αυτή να νοιάζεται για το τελευταίο θύμα που δεν βρέθηκε και να παρακαλεί να είναι ζωντανό το κορίτσι, σαν αυτή η ευχή να μπορούσε να αναστήσει όλους τους δικούς της πεθαμένους.

Εμβόλιμα κεφάλαια, με την αφήγηση να αλλάζει πρόσωπο, πηγαίνοντας με τη φωνή της γιαγιάς της γραίας πίσω μια ακόμη γενιά, επιτρέπουν στη συγγραφική πρόθεση, καταργώντας τα χρονικά διαστήματα, να πλάσουν διαφορετικά τη Γένεση, τοποθετώντας το νησί του χαλκού, την Κύπρο, στο κέντρο της δημιουργίας του κόσμου, παρουσιάζοντας τα τέσσερα γένη των ανθρώπων σε μια εύστοχη παραλλαγή του ησιόδειου μύθου με τα πέντε γένη, κατόπιν φέρνοντας στο προσκήνιο μια ξεχασμένη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας με την κλεμμένη από τον Τσάτσγουερθ  κεφαλή του χάλκινου Απόλλωνα, θυμίζοντας ύστερα την ιστορία του ιερέα Κινύρα και την τιμωρία του από τον θεό Απόλλωνα, μιλώντας όμως και για την παράδοση με τα Μερομήνια (μηναλλάγια) αλλά και το διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό κόσμο παραμύθι της δεκαοχτούρας στην κυπριακή παραλλαγή «Κοστέσσερα πεθερά». Πώς πλάθεται, αλήθεια, η ιστορία του κόσμου μέσα από την προφορική παράδοση, ακουμπώντας στην τοπική μικροϊστορία των τόπων, και πώς έρχεται μετά η λογοτεχνία όλα αυτά να τα συνταιριάξει, να μειώσει την απόσταση από την αλήθεια στην επινόηση, να πει πως όλα ένα είναι.


Δύο κεφαλές θεών, από διαφορετικές θρησκείες διέρχονται όλο το βιβλίο, χωρίς να συναντώνται παρά μόνο στο μυαλό της αφηγήτριας. Ο ένας, ο Απόλλωνας, πότε θεός τιμωρός μέσα στον μύθο, πότε αγλάισμα τέχνης αρχαίας, που οι ντόπιοι δεν κατανοούν και τον παρομοιάζουν με τον Δράκο που τους στερεί το νερό, οι ξένοι, όμως, αναγνωρίζουν το χάλκινο πολύτιμο απομεινάρι και το κλέβουν. Ο άλλος, ο θεός στον θόλο της εκκλησίας, έτοιμος να δεχθεί την παρακλητική προσευχή, ως ύστατο αποκούμπι. Και οι δύο, όμως, σιωπούν, με τη θνητή ύπαρξη να κατανοεί πια πως:

 

[…] δεν είναι να του έχεις πίστη του θεού, δεν είναι να του έχεις εμπιστοσύνη. Ό,τι και να κάμεις του Θεού θα σε βρει, αν το θέλει η μοίρα το κακόν. Και το μόνο που μένει εις τον άνθρωπον είναι να έχει καλά υστερινά, να έχει τέλος καλό και να πεθανίσκει γέρος και μακάριος κι ευτυχισμένος. (σ. 77).

 

Έτσι όπως στη γραφή της Σωτηρίου όλα βρίσκουν τη θέση τους, όμοια και ανόμοια, παλαιότερα και τωρινά, έτσι όπως η γλώσσα (κυρίως η γλώσσα) στα χέρια της γίνεται η ίδια από μόνη της ιστορία, καθοδηγώντας την αφήγηση σε  μια διαρκή ροή, συχνά χωρίς να έχει ανάγκη την τελεία, όπως και η σκέψη άλλωστε την αγνοεί, σκέφτομαι πόσο ελληνική μεν, αλλά τόσο διαφορετική από την ελλαδίτικη (για να χρησιμοποιήσω την κυπριακή λέξη που τις διακρίνει μεταξύ τους) είναι η γραφή των σημαντικών Κύπριων συγγραφέων. Μια άλλη ματιά στον κόσμο, μοιάζει. Πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς ακολουθεί κατ’ ανάγκη την ιστορική πορεία ενός λαού που βρέθηκε αποκομμένος από την Ελλάδα, άθυρμα συχνά πολιτικών σχεδιασμών και συμφερόντων. Είναι καλό, νομίζω, η λογοτεχνία τους να παραμείνει έτσι ξεχωριστή, μια άλλη ματιά στη ιστορία και τους μύθους της ελληνικότητας, χωρίς «ξένα» πρότυπα, ακόμα κι αν αυτά γράφονται στην ελληνική επίσης γλώσσα. Είναι πλούτος απαράμιλλης αξίας.

 

 Διώνη Δημητριάδου