Μια φυσική, εύθραυστη τάξη
Οι αχθοφόροι
διηγήματα
Κωνσταντίνος
Λίχνος
εκδόσεις Υψικάμινος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Οι φέροντες το κοινωνικό άχθος • Fractal
Οι φέροντες το κοινωνικό άχθος
Η πολιτική σκέψη σε γραπτή ανάπτυξη,
με βασική σκοποθεσία την προσέγγιση του αναγνωστικού κοινού, πέρα από το
σύνηθες μιας μελέτης, ενός δοκιμίου ή άλλων συναφών μορφών, επιχειρεί να
ενδυθεί τον λογοτεχνικό μανδύα σε μικρή ή μεγάλη φόρμα. Κι αν το εν λόγω
εγχείρημα λειτουργεί πιο απρόσκοπτα μέσα σε μια εκτενή πλοκή, με πολλούς ήρωες
και βάθος χρόνου (κυρίως αυτό), είναι πιο δύσκολη η μεταφορά του πυρήνα ενός
πολιτικού σκεπτικού μοιρασμένου σε διηγήματα. Ποιος ο κοινός τόπος που αυτά
συναντώνται, αλλά και πώς από διήγημα σε διήγημα αυτός ο πυρήνας μορφοποιείται,
διαφοροποιείται ακολουθώντας τις επιταγές της θεματικής, εξελίσσεται, μοιράζεται
αποτελεσματικά; Ο Κωνσταντίνος Λίχνος, χειρίζεται το υλικό του (αληθινό, επινοημένο ή σε σύζευξη των δύο στο
όχημα της λογοτεχνίας) με τρόπο που το παραπάνω ερώτημα βρίσκει ικανοποιητική
απάντηση.
Πρόκειται για δεκατέσσερα
διηγήματα, που με χρονολογική σειρά καλύπτουν σχεδόν εκατό χρόνια, από το 1924
μέχρι το 2021. Ωστόσο, δεν είναι αυτή η διάταξη που καθορίζει τη θεματική τους,
κι ας συνιστούν όλα μαζί έναν χωροχρόνο που σκιαγραφεί την ελληνική ταυτότητα
στις κοινωνικές και πολιτικές της διαστάσεις. Δεν είναι ούτε η σύνδεση της
ιστορίας με τη λογοτεχνική «παρέμβαση» στα δρώμενά της (στον Πρόλογό της η
Ευσταθία Δήμου εστιάζει σ’ αυτή τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας), κι ας χωράει εδώ ένα σχόλιο όχι, όμως, το
κύριο, το ουσιαστικό, για την ικανότητα της λογοτεχνικής γραφής να αποκαλύπτει
μια άλλη οπτική των γεγονότων, συχνά πιο κρυμμένη, σκόπιμα, από την επίσημη
εκδοχή την κοινώς διαδεδομένη. Οι δύο παραπάνω συνθήκες λειτουργούν η πρώτη ως
φόντο, πλαίσιο της εκάστοτε θεματικής, η δε δεύτερη ως εμφανής προϋπόθεση,
προκειμένου το εν λόγω πόνημα να ενταχθεί συγγραφικά στη λογοτεχνία.
Η προσωπική μου θεώρηση της συλλογής αυτής εστιάζει στο πολιτικό σκεπτικό, που παρακολουθεί τις ιστορίες με συνέπεια και ακρίβεια, ώστε στη συνολική εκτίμηση του βιβλίου να διαγράφεται πλέον ξεκάθαρο ως πολιτική θέση, για την τεκμηρίωση της οποίας τα διηγήματα λειτουργούν καταλυτικά. Ο τίτλος, άλλωστε, της συλλογής, που τα στεγάζει όλα, Οι αχθοφόροι, κατευθύνει στους εκάστοτε «έξω του νοήματος της αποδεκτής τοιχογραφίας», παρίες, αποσυνάγωγους, τους αδύναμους, με κριτήρια κοινωνικά ή πολιτικά, εκείνους με τη διαφορετική οπτική από την κυρίαρχη, ακόμα κι αν πρόκειται για μια κυριαρχία εν στενώ κύκλω. Ενδεικτικό παράδειγμα γι’ αυτή την τελευταία παρατήρηση, το διήγημα «Καλή δύναμη σ’ εμάς», στο οποίο δύο κομματικοί σύντροφοι (όχι όμως ίσοι), ο ένας απλό μέλος, η άλλη σε θέση καθοδήγησης (και πάνω απ’ αυτή το κόμμα εν είδει αόρατης αρχής, αλάνθαστης και απόλυτης), συνομιλούν λίγο πριν τη δικτατορία του 1967.
Τη γραφή (και την πολιτική
σκέψη) του Λίχνου την απασχολούν όσοι από τη θέση τους στο κοινωνικό οικοδόμημα,
από άγνοια ή με επίγνωση, ξεχωρίζουν για το βάρος που επωμίζονται, καθώς δεν μπορούν
ή δεν ξέρουν τον τρόπο να θέσουν σε κίνηση τον μηχανισμό που θα τους καταστήσει
κύριους της ζωής τους και πολίτες συνειδητοποιημένους και υπολογίσιμους.
Χτίζοντας προσεκτικά (με κύριο όπλο τη ρεαλιστική περιγραφή) το σκηνικό (συχνά
εν είδει θεατρικών σκηνικών οδηγιών) της κάθε ιστορίας, αποκαλύπτει τις
συνθήκες της ζωής που τους έλαχε ή που τη φτιάξαν ή την ανέχτηκαν οι ίδιοι. Δεν
στηρίζεται στην ευκολία μιας αιτιολόγησης, η οποία λειτουργεί σε οριζόντια
οπτική, επιφανειακά, αλλά στη βαθύτερη αιτιακή
σχέση, καθώς ερευνά με βάση την αιτιοκρατία τη σχέση αιτίου και αιτιατού, που
δομεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι ήρωές του διαβιούν. Έτσι, οι πράξεις όχι
απλώς αιτιολογούνται επαρκώς, αλλά αποκαλύπτουν τις βαθύτερες αιτίες τους, τα
γεγονότα δεν συνιστούν μια τυχαιότητα, αλλά μια αναμενόμενη εξέλιξη. Όπως
απουσιάζει η συγγραφική συναισθηματική παρέμβαση, και η πρωτοπρόσωπη φωνή
μοιάζει κι αυτή να δηλώνει περισσότερο αποστασιοποίηση παρά συμμετοχή, η
αναγνωστική πρόσληψη αναλαμβάνει να δει ανάμεσα στις γραμμές, να εννοήσει όσα
δεν δηλώνονται (όμως διακριτά), να συνθέσει τις επιμέρους ψηφίδες και να δει τη
συνολική εικόνα. Οι υποσημειώσεις χρήσιμες για τους νεότερους, που δεν έζησαν
πολλές από τις καταστάσεις αυτού του ταλαίπωρου τόπου.
Εκτός από την αναγκαία, εν
προκειμένω, περιγραφή, λειτουργικός είναι και ο διάλογος, όχι με τη συνήθη
χρήση του για να «ζωντανέψει» η ιστορία, αλλά γιατί αφήνει να φανούν οι λεπτές
αποχρώσεις της σκέψης των ηρώων, επαρκές υλικό προκειμένου να συνδεθεί η θέση
των προσώπων στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο με τους παράγοντες εκείνους που
δημιουργούν τις συνθήκες της ζωής, απέναντι στις οποίες τα πρόσωπα
παρουσιάζονται με το μικρό τους μέγεθος, ενώ θα μπορούσαν να μεγεθύνουν τις
δυνατότητές τους.
Εν κατακλείδι, οι
αφηγηματικοί τρόποι και οι αφηγηματικές τεχνικές, ο ρεαλισμός ως επιλογή, η δόμηση του πυρήνα της πολιτικής σκέψης από
διήγημα σε διήγημα, χωρίς άμεση συγγραφική παρέμβαση, συνιστούν μια
ενδιαφέρουσα λογοτεχνική κατάθεση σε ένα λογοτεχνικό τοπίο που πολλοί δεν το
αγγίζουν τόσο ξεκάθαρα.
Απόσπασμα
Το επόμενο πρωί, φτάσαμε στο
εργοστάσιο και ανακουφιστήκαμε που δε μας περίμενε κανείς για να μας ζητήσει
ευθύνες ή να απαιτήσει από μας πράγματα ανέφικτα. Πήγαμε στα πόστα μας, δίχως
προβλήματα και συνεχίσαμε κανονικά τη δουλειά μας. Τον επόμενο μήνα, καλέστηκα
να επισκεφτώ το γραφείο του προϊσταμένου, εγώ και μερικοί ακόμη που είχαμε
εκφράσει χλιαρές διαμαρτυρίες για τον χαμό της εργάτριας. Μεθοδευόταν η συγκαλυμμένη
απόλυσή μας, βλέπετε, και το σχέδιο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή: μεταφερθήκαμε
αθόρυβα σε μια παρακείμενη εργοστασιακή μονάδα, ένα τμήμα το οποίο έμελλε να
κλείσει λίαν συντόμως, κι όταν έφτασε η ώρα εκείνη, εισπράξαμε μια αποζημίωση
απόλυσης, υπογράψαμε μια εμπιστευτική σύμβαση εχεμύθειας και γυρίσαμε σπίτια
μας. Πράξαμε όλοι μα το μόνο που μπορούσαμε, θα μου πείτε, και ίσως να θεωρείτε
πως έχετε δίκιο λέγοντάς το αυτό. Τι άλλες επιλογές είχαμε, άλλωστε; «Καμία»,
θα απαντούσε ο καθένας νομοταγής και σώφρων πολίτης, και είναι πραγματικά τεράστια
ανακούφιση τούτη η σκέψη. Μα ήταν τόσο συνειδητά ιδιοτελής η συνθηκολόγησή μας,
τόσο σκόπιμος ο ενδοτισμός μας, που προκύπτει ως συμπέρασμα πως φέρουμε την
πλήρη ευθύνη που απομείναμε άνευ επιλογών. («Η
συνέντευξη». σσ. 264-265).
,
εύθραυστον
Γιώργος
Σταυρακάκης
εκδόσεις Μετρονόμος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Οι ποιητές δεν πεθαίνουν, διαλύονται • Fractal
Οι ποιητές δεν πεθαίνουν, διαλύονται
Μια συλλογή με μόλις είκοσι
τέσσερα ποιήματα, αν μετρηθεί και αυτό που λειτουργεί ως προμετωπίδα,
εισάγοντας στον ποιητικό κόσμο του Γιώργου Σταυρακάκη. Ένα όλον ευσύνοπτο, με
ξεκάθαρη την άποψη του ποιητή για την πραγματικότητα που τον περιβάλλει και,
κυρίως, για τη θέση του σ’ αυτήν. Χωρισμένη σε δύο μέρη η συλλογή, με το
εκτενές ποίημα «εύθραυστον» να στεγάζει όλα τα υπόλοιπα ποιήματα. Ένα ποίημα
λειτουργικό, διαδραστικό, σαν εκείνο το «Μιλώ» του άλλου ποιητή, που άντεξε
μέσα στον χρόνο για να στεγάσει τότε και τώρα και για πάντα όσους νιώσαμε,
είδαμε, εννοήσαμε τη διαφορά της ήττας από την παραίτηση. Η ποίηση του
Σταυρακάκη έχει χαμηλό τον τόνο της, σε μια πρώτη ανάγνωση απηχεί μια βαθιά
θλίψη, ωστόσο είναι κάτι πιο πάνω και πιο πέρα από μια συνήθη (όσο και
επιφανειακή) μελαγχολική κατάθεση. Ο ποιητής αποτυπώνει εικόνες, λεπτομέρειες
μιας ζωής που καταρρέει, χωρίς να εννοεί τα ίδια τα συντρίμμια της. Δεν είναι
θλίψη, είναι επίγνωση, θαρραλέα συνειδητοποίηση καταστάσεων. Αν ο τόνος
μελαγχολικός και βαρύς, είναι γιατί πιστά αποδίδει την παρακμή των οραμάτων,
των ιδεολογιών που κατάντησαν κενά ιδεολογήματα και εμμονικές αδιέξοδες
«αποδράσεις».
[…] Περπάτησαν με το
χρυσό δεκανίκι του ήλιου/ πάνω στη γραμμή των χειλιών μας/ και ξεκλείδωσαν τη
φωνή της θάλασσας,/ τα δρομολόγια των πλοίων./ το προδομένο ταξίδι.
(«εύθραυστον»).
Στην ποίηση αυτή οι λέξεις
ενσωματώνουν στον κώδικά τους τη ζωή μαζί με τον θάνατο, την αλήθεια των
ταπεινών που αντιστέκονται με το μικρό τους μέγεθος απέναντι στις φανταχτερές
βιτρίνες των νόθων αισθημάτων. Με τις μουσικές τους να αγγίζουν τα πιο λερωμένα
ρείθρα των δρόμων, τις πιο σκελετωμένες παρουσίες με τις σπασμένες φλέβες.
[…] Βυθίζονται στ’ απόνερα/ στοιχειωμένων πλοίων,/ κι από ’κει, καρφώνουν τις λέξεις τους/ σε σανίδες ναυαγών. («εύθραυστον»).
Οι λέξεις του Σταυρακάκη,
ανοιχτές σε ερμηνείες, με τον εύθραυστο χαρακτήρα τους κόβονται σε κομμάτια, να
μοιραστούν μακάρι σε πολλούς. Μεταποιούνται οι έννοιες σε αντικείμενα, όπως ένα
παλιό ραδιόφωνο που αφήνει τον ήχο της σκουριάς/ στα νοτισμένα μας μάτια, ή μια ξύλινη
κρεμάστρα, που απηχεί μια θανάσιμη νοσταλγία. (« Το ραδιόφωνο»). Και
είναι εδώ ακριβώς που χρειάζονται τα προσδιοριστικά επίθετα, να προσδώσουν στα
ουσιαστικά μια άλλη διάσταση, να ακυρώσουν συχνά τη σιγουριά τους, να δείξουν
την άλλη όψη των πραγμάτων. Προς τεκμηρίωση αυτής της θέσης παραθέτω,
σταχυολογώντας μέσα από τα ποιήματα: Γυάλινα σπίτια, τοίχοι ετοιμόρροποι,
πέτρινοι κήποι, αγέλαστα δέντρα, αβάσταχτη σιωπή, ανυπεράσπιστα σώματα,
αφιλόξενη πολιτεία, προδομένο ταξίδι, αδιέξοδοι περίπατοι, λιγδιασμένο
σύννεφο, ανάπηρος χαρτοπαίχτης,
αραχνιασμένοι χάρτες, νόθες χειραψίες. Ο κόσμος μοιάζει να διαλύεται, να
καταρρέει, να αναιρούν οι έννοιες των εαυτό τους. Αναγκαίος και ο παραλληλισμός
των εννοιών για να αποδοθεί καλύτερα μέσω της χρήσης του συμβόλου η
πραγματικότητα:
Ανακατεύεις την τράπουλα/
και σου κόβονται τα δάχτυλα./ μετράς τα χαρτιά/ και σου λείπουν οι άσοι./ Έτσι
ξαφνικά/ χωρίς να το καταλάβεις/ βγαίνεις από το παιχνίδι./ Και δεν έχεις
μανίκια/ δεν έχεις χέρια/ για να σώσεις την παρτίδα./ Ένας ανάπηρος χαρτοπαίχτης/
που αφήνει τα κομμάτια του/ πίσω απ’ το αμυδρό φως/ μιας υπόγειας ζωής. («Ο χαρτοπαίχτης»).
Και ανάμεσά τους μια πρόταση
καθοριστική: αυτοκτονούν οι μέρες μας. Αν είναι έτσι, αν οι ίδιες
ορίζουν το τέλος τους, τότε ποια η ευθύνη όσων με επιμονή μηχανεύονται αργά και
σταθερά τον αφανισμό της ζωής; Δεν αυτοκτονούν οι μέρες μας, οδηγούνται σκόπιμα
στην αυτοκτονία. Με αντιστροφή του ονόματος (Σοκίν Σομλέβ) ο Σταυρακάκης
θυμάται και εγκιβωτίζει στο ποίημά του τον Νίκο Βλέμο, εκείνη την ιδιαίτερη
παρουσία στην Αθήνα του Μεσοπολέμου, με τον πολυτάλαντο χαρακτήρα, τον δικό του
αναρχισμό απέναντι στην ομοιομορφία του
καιρού του, τον ανένταχτο ιδεολόγο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ποιος τον θυμάται πια σήμερα; Κι όμως, και
μόνον η μνεία του εδώ, σ’ αυτή την ποίηση, είναι σημείο ικανό να δείξει τη
διαφορά ανάμεσα στην πανθομολογούμενη ήττα και στην επίμονη διαρκή παρουσία, με
όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας και για όσο αντέχει. Το μειράκιον/ που ακούει στο όνομα Σοκίν
Σομλέβ, […] ξύνει με πάθος το
νόημα της ζωής του.
Ξαναδιαβάζω το αρχικό,
εισαγωγικό σαν προμετωπίδα, ποίημα:
Οι ποιητές δεν πεθαίνουν./
Μετακομίζουν από λέξη σε λέξη/ από άστρο σε άστρο/ σακατεμένοι απ’ τους
ανθρώπους/ με το δεκανίκι του ήλιου/ στη μασχάλη τους.
Ναι, οι ποιητές δεν
πεθαίνουν, μόνο διαλύονται, είναι
εύθραυστοι, ακριβώς για να μοιράσουν τα κομμάτια τους, τις λέξεις τους, τα
ποιήματα. Κι αυτό καθόλου ήττα δεν
θυμίζει.
Διώνη Δημητριάδου