Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

εικόνες δίχως τίτλο Γιούλικα Ψιμούλη ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

εικόνες δίχως τίτλο

 Γιούλικα Ψιμούλη

 ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Η αυθεντικότητα μιας επικοινωνίας • Fractal


 



Η αυθεντικότητα μιας επικοινωνίας

 

«Η ζωή είναι συνέπεια όλων των εντυπώσεών μας», όπως σωστά έχει επισημάνει η Γεωργία Σάνδη. Πώς αυτές οι εντυπώσεις ενσωματώνονται στο «είναι» μας, πώς συνεχίζουν να ζουν και να μεταποιούνται σε ζωή; Είναι εικόνες που αιχμαλώτισαν τα μάτια μας και διαρκούν μέχρι να μορφοποιηθούν σε συναίσθημα ή σε σκέψη; Είναι σκέψεις που κάποια στιγμή ζήτησαν να πάρουν τη μορφή του λόγου; Σκέφτομαι πως ίσως είναι όλα αυτά, από όποια αφορμή κι αν έχουν ξεπηδήσει, ίσως είναι μια σπουδαία μείξη που απαιτεί να λάβει μορφή στα χέρια του φωτογράφου, του εικαστικού, του λογοτέχνη. Και από εκείνο το σημείο εκκινεί μια πολύ σημαντική σχέση, αυτή του δημιουργού με τον αποδέκτη.

Η Γιούλικα Ψιμούλη, είτε ως αρχιτέκτων είτε ως εικαστικός είτε ως συγγραφέας, ξέρει καλά πώς να συνδυάζει εικόνες, σχήματα, λόγια, και να ποιεί ένα έργο αξίας. Εν προκειμένω, συγκέντρωσε εξήντα εικόνες, τις μεταποίησε σε ισάριθμα μικρά κείμενα λόγου, τις χώρισε ακολουθώντας τη φυσική σειρά των εποχών, ονομάζοντας άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα κάθε φορά δεκαπέντε από αυτές· έτσι, σε μια «τακτοποίηση» που λειτουργεί ως ένα οξύμωρο σε σχέση με τη φύση της γραφής της, που συνταιριάζει περισσότερο τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, και σαν τέτοια ανοίγεται έξω από τα ορατά ή αόρατα όρια. Κι όμως, αυτή η ιδιότυπη τακτοποίηση (ακόμα και στην ομοιομορφία των πεζών γραμμάτων παντού) μοιάζει να είναι μια απάντηση στην όλη αταξία (όλο τρύπες και λεκέδες, όπως έγραφε ο Κορτάσαρ), απέναντι σε ό,τι απειλεί να καταργήσει μια φυσική συνέχεια των πραγμάτων. Μια απάντηση στην ανυπαρξία, μια σχεδόν τελετουργική διάταξη εικόνων και λόγου, που τείνει να ανασυντάξει ό,τι φαίνεται χαώδες και ανερμήνευτο· μια εντελώς ανθρώπινη συνθήκη να αντιτάξει τη ζωή στη φθορά.

 

 Τι λείπει από τον σημερινό άνθρωπο; Ο δρόμος δια­φυγής. Είναι επειδή τον αναζητά πάνω σε μονοπά­τια ορατά, εξασφαλισμένα, σεσημασμένα συχνά με ένα πράσινο «exit». Επειδή θυμάται κι επιθυμεί. Επειδή τον θλίβει αθεράπευτα ο χαμένος χρόνος κι έχει λησμονήσει πως εκείνος ποτέ δεν τον εγκατέ­λειψε, πως τον περιμένει καρτερικά στις ουράνιες στράτες μιας ταξιδιάρικης νεφέλης, στην επιμονή του μέρμηγκα, στην αιώρηση των υγρών σωμάτων, στο θάρρος του κοκκινολαίμη, της αλκυόνης, του σπίνου ή του κορμοράνου. Στη διαδρομή του ήλιου που κάθε μέρα την ακολουθεί σα να είναι η πρώτη φορά, δίχως τίποτα να έχει ανάγκη. (εικόνες του χειμώνα, «πεντηκοστή πέμπτη», σ. 87).



 

Η Ψιμούλη «λογοποιεί» τις εικόνες και «εικονοποιεί» τον λόγο, δείχνοντας πως στην ουσία όλα συνιστούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Ξαφνιάζει η συντομία των κειμένων της, έτσι όπως τίποτα δεν περισσεύει αλλά και τίποτα δεν λείπει. Όπως θα μίλαγε με ένα ποίημα που έχει τη δυναμική να συμπυκνώσει, να υπαινιχθεί να ανοίξει χαραμάδες στο επιφανειακά κρυπτικό, «κλειστό» του σώμα. Σαν η αποτύπωση μιας εικόνας ή μιας μνήμης ή σκέψης να μην χρειάζεται περισσότερα. Όπως γράφεται, παίρνοντας τη μορφή των λέξεων (συνειδητά και προσεκτικά επιλεγμένων), είναι αρκετή για τη δημιουργό, αφού επαναφέρει την αρχική αφορμή (και αυτή μεταποιούμενη σε κάθε νέα ανάγνωση), αλλά είναι αρκετή και για τον αποδέκτη/αναγνώστη, αφού αυτός με τη δική του βιωματική πρόσληψη και τη δική του ευαισθησία εισχωρεί και κατανοεί. Είναι ένας τρόπος να δούμε τον κόσμο γύρω μας με όχημα την τέχνη, που εδώ μας παρουσιάζεται σε διάφορες μορφές της.

 

Εκείνη η σταγόνα είναι πράγματι πολύ επίμονη. Χοντρή και βαριά, κρατιέται γερά από τη μεταλλι­κή επιφάνεια, όσο στιλπνή κι αν είναι. Καθρεφτίζει όλα τα χρώματα κι όλες τις γύρω της εικόνες σαν υγρό καλειδοσκόπιο. Σαν μαγνήτης τραβάει πάνω της όλο το φως. Σαν ντίβα στέκεται με αξιοπρόσε­χτη ματαιοδοξία. Και δεν χρειάζεται να κάνει τίπο­τα για να ξεχωρίσει, αρκεί που υπάρχει. Ένα μικρό εφήμερο τίποτα που περιέχει τα πάντα. Ανάλογα πώς την κοιτάς ξεπροβάλλουν διαφορετικά σχήματα και χρώματα. Σαν τη ζωή που, ανάλογα πώς την κοιτάς, μοιάζει διαφορετικό το ίδιο πράγμα, πα­ραλλαγμένο σε αμέτρητα πρόσωπα, σαν τις έδρες των πρισμάτων. (εικόνες του χειμώνα, «τεσσαρακοστή ένατη», σ. 81).  

 

Η γραφή της Ψιμούλη κερδίζει την αυθεντικότητά της καθώς συνομιλεί διαρκώς με τον φυσικό χώρο, από αυτόν αντλεί και σ’ αυτόν επιστρέφει. Τα τέσσερα μέρη στα οποία χωρίζει τον λόγο της (τις εικόνες της) επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω αυτού του φυσικού χώρου, στον οποίο εντάσσει και τον άνθρωπο την ανθρώπινη επαφή, τον άνθρωπο ως παρατηρητή, ως δημιουργό, ως συνεκτικό κρίκο μιας αλυσίδας σχέσεων. Καθόλου τυχαία αφιερώνει το βιβλίο στους φίλους της. Σαν να τους συγκεντρώνει όλους σε σχέση αγαπητική, στερεή και διαρκή.

Στο εξώφυλλο το έργο Home του Πέτρου Τατσιόπουλου, ένας «χώρος» ιδεατός, όπως το «σπιτικό» ή η «πατρίδα», που τον στηρίζουν οι άνθρωποι και όχι τα θεμέλια. Όπως οι δύο φιγούρες που «χτίζουν» τη στέγη του χώρου διασταυρώνοντας τα φυσικά τους υλικά, σε ένα φόντο με γήινα χρώματα. Τέλεια η σύμπλευση με το περιεχόμενο του βιβλίου.


Διώνη Δημητριάδου 

 

 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΟΠΤΑΣΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΟΠΤΑΣΙΑ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Περιέλουσε ο ήλιος τη γη με φως και χρώματα,
αγνάντεψε τα πυκνά των ανθρώπων πηγαινέλα
και κουρασμένος και ασυντρόφευτος ταξιδιώτης
έγειρε και βασίλεψε στο εσπέριο καταφύγιό του,
μοναχικός στις δόξες του και τα λιβανωτά του,
στο σήμερα πειρατής και στο αύριο κουρσάρος.

Ασήμωνε το φεγγάρι της νύχτας την αγκαλιά ,
δρασκέλιζε σε δρόμους πλατιούς και καλντερίμια,
περιόδευε σε γειτονιές και σε παράθυρα ανοιχτά
και στων αστεριών το φεγγοβόλο σύχνασμα,
στο γλυκό το κρυφομιλητό και στον ανοιχτό χορό,
στεφάνωνε της γης νεράιδες με αγγέλους τ’ ουρανού.

Πορφύρωμα η ανατολή σε ορίζοντες κι αγνάντια,
της αγρύπνιας μούσα και του ουρανού γητεύτρα,
απλώνει τη ματιά της στο μακρύ το πλάτεμα της γης,
αγκαλιάζει κάμπους, ραχούλες και βουνοκορφές
και στα πλατύσκαλα των σπιτιών στέκει και σμιλεύει
χαρούμενο ξημέρωμα με προσμονές και ελπίδες.

Κόρη πορφυρογέννητη στο λιόγερμα και τη δύση,
ουράνια νύμφη της νυχτιάς και της φεγγαροσύνης,
θεά της χρυσής αυγής και της ημέρας δεσποσύνη,
οπτασία των ονείρων μου και της κρυφής ελπίδας,
φτερούγισε πουλί στην αυλή μου πριν ξημερώσει,
γλυκοκελάηδημα ορθρινό να σ’ ακούσω και να χαρώ.

Των κρυφών πόθων μου ολοζώντανη οπτασία,
βαθύς αναστεναγμός και ξέχωροι της καρδιάς παλμοί,
στης προσδοκίας το αγλάισμα και την αγαλλίαση,
ο ερχομός σου λύτρωση ψυχής και ολοκλήρωση ζωής,
εικόνες άγιες τα μάτια σου κι η λαμπερή θωριά σου,
πρόκληση φαντασίας στης ευτυχίας την απαντοχή.
 

 Γιώργος Αλεξανδρής

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Ασημίνα Ξηρογιάννη Η καρδιά της γινόταν ποτάμι εκδόσεις Βακχικόν

 

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

 Ασημίνα Ξηρογιάννη

Η καρδιά της γινόταν ποτάμι

εκδόσεις Βακχικόν







ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

 

https://bookpoint.gr/book/1349956

 

AKOYΣΤΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ:

 

https://on.soundcloud.com/0xlpiN5EPZoW0lddb4

 

Αλλά τώρα σκέψου
πως σε αγκαλιάζω σφιχτά.
Και σου στέλνω τη θάλασσα
Σου ψιθυρίζω τον ουρανό
Σε κοιμάμαι.

 

*

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη είναι ποιήτρια, κριτικός λογοτεχνίας, θεατρολόγος και φιλόλογος. Σπούδασε φιλολογία και θεατρολογία στο ΕΚΠΑ, και υποκριτική στο Θέατρο–Εργαστήριο «Εμπρός», ενώ έχει ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό της στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Για δεκαεννέα χρόνια εργάστηκε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ως θεατρολόγος και εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού, ανεβάζοντας παραστάσεις με τους μαθητές της και εκπονώντας πολυάριθμα εκπαιδευτικά προγράμματα (κυρίως για τον Σαίξπηρ, τον Αριστοφάνη και τη δημιουργική γραφή). Tα τελευταία χρόνια διδάσκει Ελληνική Λογοτεχνία, Ιστορία και Φιλοσοφία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Δοκίμια, άρθρα, μεταφράσεις και κριτικές της δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά και ρουμάνικα.

Η ποιητική συλλογή τηs Εποχή μου είναι η ποίηση(εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013) κυκλοφορεί στη Γαλλία σε μετάφραση του Μισέλ Βόλκοβιτς. Το 2019 μετέφρασε για πρώτη φορά στα ελληνικά ποιήματα του Μαρκ Στραντ στην ανθολογία Προσωρινή Αιωνιότητα(εκδόσεις Βακχικόν 2019). Το 2023 ήταν υποψήφια για το Βραβείο Ποίησης της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης για το βιβλίο της Μια απέραντη ματιά (εκδόσεις Βακχικόν 2023).

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών, και του Πανελλήνιου επιστημονικού συλλόγου θεατρολόγων, και ασχολείται συστηματικά με το κολάζ σε γόνιμο διάλογο με τον ποιητικό λόγο.

Το 2009 ίδρυσε το λογοτεχνικό ιστολόγιο Varelaki και το 2021 το blog θεατρική αγωγή.

Η καρδιά της γινόταν ποτάμι είναι η δέκατη ποιητική συλλογή της.

 


 

 

 

 

 


                                 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Ισορροπώντας μεταξύ αναπηρίας και «κανονικότητας» Αθηνά-Χριστίνα Τζένου ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΞΙΣ

 



ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Ισορροπώντας μεταξύ αναπηρίας και «κανονικότητας»

Αθηνά-Χριστίνα Τζένου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΞΙΣ



 

Πώς μπορεί να εξελιχθεί η ζωή ενός ανθρώπου με κινητική αναπηρία; Τι είναι αυτό που δίνει το κίνητρο σε έναν άνθρωπο με σπαστική τετραπληγία –εγκεφαλική παράλυση ή αλλιώς με απλά λόγια, βαριά κινητική αναπηρία– να παλεύει στη ζωή, όπως όλοι οι άνθρωποι; Θα σας απαντήσω ότι ούτε εγώ η ίδια το γνωρίζω ακριβώς! Αντιλαμβάνομαι ότι είναι κίνητρο εσωτερικό, που δεν χωράει εύκολα σε λέξεις. Ίσως βέβαια να έπαιξε ρόλο και μία φράση που άκουσα σε πολύ μικρή ηλικία από μία κυρία, περαστική από δίπλα μου στον δρόμο, καθώς ήμουν βόλτα στο καρότσι περιπάτου. «Τι όμορφο κοριτσάκι! Κρίμα να μην μπορεί να περπατήσει!» Αυτά τα λόγια χαράχτηκαν στη μνήμη μου. Από τότε αποφάσισα ότι δεν θα επιτρέψω πότε σε κανέναν να με λυπηθεί για τίποτα και να μου στερήσει τα όνειρά μου…

 

 

Ισορροπώντας μεταξύ αναπηρίας και «κανονικότητας»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΞΙΣ

Αθήνα 2026, σελ. 256

ISBN: 978-618-5595-36-4

Τιμή: 14,00€

 

 

 

Κοιτάσματα ονείρων Ελισάβετ Κούκη Πρόλογος: Ελένη Βαροπούλου εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Κοιτάσματα ονείρων

 Ελισάβετ Κούκη

Πρόλογος: Ελένη Βαροπούλου

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια εσώκλειστη επικοινωνία • Fractal

 


 



Μια εσώκλειστη επικοινωνία

«Μιλώ για πέτρες που ανέκαθεν πλαγιάζαν στο ύπαιθρο ή που κοιμούνται στο ορυκτό στρώμα τους, στο έρεβος των κοιτασμάτων. […] Μαρτυρούν μοναχά τον εαυτό τους».

Ροζέ Καγιουά (1913-1978).

Η ψυχαναλύτρια Ελισάβετ Κούκη, στα Κοιτάσματα ονείρων, παρουσιάζει στο χαρτί, σε μια έκδοση «διαμάντι», τις πέτρες της, που τις συνέλεγε επί χρόνια, συντασσόμενη κι αυτή με όσους θαυμάζουν τα δημιουργήματα της φύσης, ανώτερα από κάθε ανθρώπινη σύλληψη. Η συλλέκτρια φωτογράφισε τα πετρώματα της συλλογής της και θέλησε να τα μοιραστεί μαζί μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο άφατου πλούτου, φαντασίας, φυσικής γεωλογικής εξέλιξης. Στην ουσία έναν γεωλογικό χάρτη που έχει πίσω του εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια χρόνια γήινης δημιουργίας, πολύ πριν η ανθρώπινη ζωή κάνει την εμφάνισή της στον πλανήτη. Θα έλεγε κανείς πως ένα τέτοιο πόνημα θα ενδιαφέρει ιστορικούς ή αρχαιολόγους, τουλάχιστον γεωλόγους. Ωστόσο, παρατηρώντας αυτά τα εξαίσιας ομορφιάς έργα φυσικής τέχνης, ο στοχασμός ξεδιπλώνεται, ο θαυμασμός μεταποιείται σε λέξεις, ο άνθρωπος από παρατηρητής γίνεται αποδέκτης του φυσικού θαύματος, επικοινωνεί με το παρελθόν του κόσμου, συναισθάνεται τη ζωή που, εγκιβωτισμένη στο πετρώδες σώμα, ακόμα αντηχεί, ψυχή ζώσα στο παρόν.

Τεκμηριώνοντας την παραπάνω αναπόφευκτη συνθήκη, η Ελισάβετ Κούκη συνειρμικά συνδέει τις εικόνες των πετρωμάτων της με κείμενα λογοτεχνικά που μοιάζει να τις αντικρίζουν και, καταργώντας τον χωροχρόνο ανάμεσά τους, να συνταυτίζονται μαζί τους. «Μια πέτρα κρύβει όλους τους συλλογισμούς» έγραψε ο Νίκος Καρούζος, και εδώ η Κούκη θα μας το θυμίσει αντικριστά στη σελίδα όπου παρουσιάζει μια παεζίνα, μια τοπιογραφική πέτρα. Ή αλλού, ο ντανταϊστής Τριστάν Τζαρά γράφοντας: «Κάτω από το ένδυμα/ Των λίθων/ Η κλειδαριά ανοίγει στα μυστήρια», μοιάζει να συνταιριάζει την αισθητική πρόκληση που του γεννούν οι λίθοι με τον αχάτη της διπλανής σελίδας, και όλο αυτό μαζί να δομεί μια σύλληψη που αναστατώνει τις αισθήσεις και τη σκέψη, πέρα από τη λογική, σε έναν ακατάλυτο δεσμό με το μυστήριο της φύσης και του ανθρώπου μέσα της.



Στη συλλογή αυτή θα δούμε αχάτες, δενδρίτες, δουνίτες, ιάσπιδες, μάτι τίγρης, μαλαχίτες, οπάλια, πέτρες ονείρου κ. α. Όλα φωτογραφισμένα στην εντέλεια από τη συλλέκτρια, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά και την τέχνη (και όχι μόνο τεχνική) της γραφιστικής· η εικαστικός Τέτη Καμούτση επιμελήθηκε το απίστευτης τελειότητας γραφιστικό αποτύπωμα. Το όλον προλογίζεται από την κριτικό τέχνης Ελένη Βαρσοπούλου, με ένα κείμενο («Ζωγραφικές αντηχήσεις»), που συνδέει την ορυκτή ύλη με την έμπνευση και τη φαντασία των ζωγράφων, των αρχιτεκτόνων, των φιλοσόφων, των ποιητών. Γράφει η Βαροπούλου: «[…] πέρα από τη έξαρση του τεκτονικού και κατασκευαστικού στοιχείου, πέρα από τις γεωλογικές μετατοπίσεις ηπείρων και ωκεανών ή τις εικόνες Αποκάλυψης, οι παεζίνες μιλούν και για τη εγκαθίδρυση μιας μεταφυσικής ανησυχίας. Κυρίως όταν θυμίζουν Το νησί των νεκρών του Άρνολντ Μπέκλιν, με τις πέντε ζωγραφικές εκδοχές και τους πολλούς συμβολισμούς του».

Στο δικό της προλογικό κείμενο («Η αρχή της συλλογής μου»), η Ελισάβετ Κούκη αφηγείται την ευτυχή συγκυρία να συναντηθεί με τις ορυκτές πέτρες σε μια έκθεση στο Παρίσι το 1980, και έκτοτε να αφιερωθεί σ’ αυτές συνεπαρμένη από τους ιριδισμούς τους, τα δραματικά τους σχήματα, το απρόσμενο των μορφών που σχηματίζονται μέσα τους. Γράφει: «Σε πέτρες παρόμοιες με εκείνες που κεντρίζουν τη φαντασία μου κάθε φορά που επιστρέφω στα τρία βιβλία που τους έχει αφιερώσει ο Ροζέ Καγιουά, ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, σπάνιος διανοητής καθώς ξεδιπλώνει τη σκέψη του διαγώνια για να ανιχνεύσει συμμετρίες, αναλογίες, ακόμη και στα πιο ετερόκλητα μεταξύ τους πεδία της γνώσης». Στο βιβλίο παρατίθεται και το κείμενο («Αφιέρωση») με το οποίο ο Καγιουά έκανε την εισαγωγή στο βιβλίο του Πέτρες. Μια αφιέρωση με αποδέκτη ίσως τα ίδια αυτά πετρώματα που έγιναν η αφορμή για να ανακαλύψει, όπως γράφει η Κούκη, ένα νέο τρόπο θέασης και γραφής του κόσμου.

Αυτή, άλλωστε, είναι και η ουσία, το «μήνυμα» στο οποίο επικεντρώνεται όλη αυτή η ενασχόληση με τις ορυκτές πέτρες. Οδηγούν στο άνοιγμα ενός νέου τοπίου, στο οποίο η ανθρώπινη παρατήρηση και σκέψη αντλεί από τον φυσικό χώρο στις πιο βαθιές του χρονικές αφετηρίες, για να στοχαστεί και να δημιουργήσει, επιστρέφοντας ως αντικριστή εικόνα το δικό τους δημιούργημα πίσω στον φυσικό χώρο. Η επαφή του ανθρώπου με ό,τι υπήρξε πριν τον άνθρωπο, αλλά και με ό,τι ακόμα τον προκαλεί σε στοχασμό και δημιουργία.

Συγχαρητήρια στις εκδόσεις Κουκκίδα που, σε χαλεπούς καιρούς για το βιβλίο, τολμούν να προτείνουν στο κοινό ένα έργο τέτοιας αξίας. Μια απάντηση στην ευτέλεια που μας περιτριγυρίζει.

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Πολύπλευρη και πολυσύνθετη της κοινωνίας η δομή
ευδόκιμη συστέγαση ομοφροσύνης και διαφωνίας
με σεβασμό και αποδοχή στη διαφορετικότητα,
από τον οίστρο και τη διάκριση της ατομικότητας
στο μεγαλείο της επώνυμης και οργανωμένης τάξης
με την παράλληλη αποζήτηση και την κοινή διαδρομή.

Θολό τοπίο το συμβατό γίγνεσθαι και οι προσδοκίες
με την επίκληση της ιστορίας και της διδαχής,
απεμπόληση δικαιωμάτων και αποξένωση ευθυνών
η καταφυγή σε είδωλα, δόγματα και κοσμοθεωρίες
με πλήρη ταύτιση στα γνωστά και πεπραγμένα
και χωρίς στόχευση σε νέα οράματα και αναφορές.

Αρμονίας στέγασμα η συμπαιγνία και η σιωπή
με τις ιδεολογίες πρόσχημα κι επίταξη αναγκαία,
σε έπαρση οι αυθεντίες και οι δοκησίσοφοι ταγοί
να είναι η καθημερινότητα θρησκειολόγημα βαθύ,
σύναψη εμπειριών, γνώσης και κριτικής σκέψης,
άνθισμα ομολογιών, παραδοχών και βουλεύσεων.

Και πίσω από αυτή τη σύσταση και λειτουργία,
αυτομολούν ομάδες σύμπτυξης και προσηλυτισμού
με βεβαιότητες προσωποπαγείς και οδηγισμούς
απέναντι στην απάθεια, την απογοήτευση και τη φυγή
την ανένταχτη συμπεριφορά σε ασπασμούς και εκκλήσεις
επισκοπώντας σκόπιμα επί παντός θέματος και βαθμού.

Η επί παντός θέματος γνωμάτευση και κρίση
στον καθημερινό ορυμαγδό βέβηλων, ιερών και οσίων
να πλέκεται η ευθύνη σύνδρομο της άγνοιας και του χρέους,
αποτελεί σκοταδισμό, επίδειξη και αλλοφροσύνη
βόλεμα προσωπικό στης εξάρτησης την ανάγκη,
συνέχεια και συνέπεια ιερόσυλης αυθεντίας.


Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Roberto Corinaldesi, No words)

Τζέρεμι Άικλερ Η ηχώ του χρόνου Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης μετάφραση: Κατερίνα Σχινά εκδόσεις ΜΙΕΤ η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 



Τζέρεμι Άικλερ

Η ηχώ του χρόνου

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, το Ολοκαύτωμα

και η μουσική της μνήμης

μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

εκδόσεις ΜΙΕΤ

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr







«Η τέχνη θυμάται ό,τι η κοινωνία θα ήθελε να ξεχάσει». (σ. 205). Αυτές οι δέκα λέξεις συνοψίζουν την κεντρική θέση που διατρέχει όλο το βιβλίο του Άικλερ. Όσο μακραίνει από τη σύγχρονη πραγματικότητα ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, όσο η μνήμη του Ολοκαυτώματος ατονεί μπροστά στα νέα, πολιτικά φορτισμένα, δεδομένα της ιστορίας, τόσο είναι υπαρκτή η ανάγκη να μην επέλθει η λήθη (τόσο βολική συχνά) για κάποια από τα σημαντικότερα και τραγικότερα γεγονότα του προηγούμενου αιώνα. Η άποψη του Άικλερ, κριτικού της μουσικής και ιστορικού του πολιτισμού, με διδακτορικό στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, αναδεικνύει από όλες τις μορφές τέχνης τη μουσική ως ζωντανή παρουσία δια μέσου των χρόνων, ως ηχητικό αποτύπωμα ικανό να διεγείρει συνειδήσεις να θυμηθούν, να νιώσουν, να κατανοήσουν. Σαν να ανοίγει τις αναγκαίες χαραμάδες στο σύγχρονο πλέγμα, προκειμένου να εισχωρήσουν οι αλλοτινοί καιροί, οι άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα, αλλά και οι τόποι ως μνημεία, φανερά ή σκόπιμα κρυμμένα, όπου διαδραματίστηκαν οι τραγωδίες των ανθρώπων.

Θα εστιάσει σε τέσσερις μεγάλες μορφές της μουσικής (Ρίχαρντ Στράους, Άρνολντ Σένμπεργκ, Ντμίτρι Σοστακόβιτς και Μπέντζαμιν Μπρίτεν), θα αναδείξει τη σχέση ανάμεσα στην εποχή, τον τόπο και το έργο τέχνης, ως επιτόπιος ερευνητής (συνεχιστής της μεθόδου των αρχαίων ιστορικών) θα επισκεφθεί τους χώρους των τραγικών γεγονότων, θα καταγράψει με μια ολοζώντανη αφήγηση το παρελθόν και τα απομεινάρια του, αυθεντικά ή αλλοιωμένα όχι τόσο από τον χρόνο αλλά από την ανθρώπινη παρέμβαση. Αγάλματα που γκρεμίστηκαν, ταφικά μνημεία που χάθηκαν στον χρόνο, τάφοι με χιλιάδες νεκρούς που τους εξαφάνισαν τόνοι τσιμέντου, γιατί η πολιτική σκοπιμότητα προτίμησε τη λήθη. Γι’ αυτό το τελευταίο αξίζει να δούμε δύο παραδείγματα, το ένα αφορά τη ήπια συγκάλυψη που επέλεξε ο Τσώρτσιλ, υποστηρίζοντας πως για να προχωρήσει η ανθρωπότητα στο μέλλον θα πρέπει να ξεχάσει τα τραύματά της, το άλλο αφορά μια σκληρή καθεστωτική επέμβαση ώστε το φαράγγι Μπάμπι Γιάρ στο Κίεβο να θάψει για πάντα ό,τι θύμιζε την εξολόθρευση των Εβραίων (τριάντα τρεις χιλιάδες θύματα σε δύο μέρες) από τους Γερμανούς, ακριβώς γιατί, στοχεύοντας η τότε σοβιετική εξουσία ως βάση της μνήμης στη νίκη κατά του φασισμού, σκόπιμα δεν άφηνε χώρο για τη μνεία των Εβραίων. Αλλά και μουσικές που σίγησαν, συνθέτες που κυνηγήθηκαν ή αναγκάστηκαν σε μια ταπεινωτική ενσωμάτωση με την κυρίαρχη ιδεολογία και την κρατούσα αρχή. Το παράδειγμα του Σοστακόβιτς ενδεικτικό, όμως η μουσική του για όσους την εννοούσαν –και ο λαός την εννοούσε στα βαθιά της νοήματα αντίστασης– ερχόταν σε αντίθεση με την αναγκαστική του «υποταγή».

Εκεί που η «επίσημη εκδοχή» της ιστορίας προτίμησε να σωπάσει, η μουσική δεν χάθηκε, ήταν πάντα εκεί, όπως είναι πάντα εδώ να μιλάει με τον δικό της τρόπο, να ιστορεί με τους ήχους της τα γεγονότα. Και, μάλιστα, έχει τη δική της διαδρομή για να συναντηθεί με άλλους ήχους, να συνοδοιπορήσει μαζί τους.



«[…] τα έργα τέχνης ενθυμούνται άλλα έργα τέχνης, σχηματίζοντας ένα είδος αυτόνομου χρονικού που κυλά παράλληλα αλλά –σε ένα βαθύτερο επίπεδο– και ανεξάρτητα από την πολιτική ιστορία των εθνών, τις περιπέτειες κάθε ζωής ξεχωριστά, ακόμα και από τη ζωντανή μνήμη ολόκληρων γενεών». (σ. 318).



Είναι, όμως, και η ξεχωριστή τέχνη γραφής του Άικλερ που ζωντανεύει τις μουσικές που επιλέγει να παρουσιάσει στο βιβλίο του. Ενδεικτικό παράδειγμα η εκτενέστατη αναφορά του στο έργο του Σένμπεργκ Ένας επιζών από τη Βαρσοβία, γραμμένο το 1947, έργο συμπυκνωμένης έντασης μέσα σε μόλις επτά λεπτά μουσικής, που ο Άικλερ το παρουσιάζει περιγράφοντας κάθε λεπτό του, με τρόπο που καθιστά τον αναγνώστη του ικανό να «ακούσει» το έργο, την ορχήστρα, τον αφηγητή, τη χορωδία, ακόμα κι αν δεν έχει εξοικείωση με τη δωδεκαφθογγική μουσική του Σένμπεργκ, σε σημείο που, αν θελήσει όντως να το ακούσει, να νιώσει πως ήδη το γνωρίζει σε βάθος.





«[…] αυτή η στυλιζαρισμένη, εξπρεσιονιστική φωνητική γραφή αποδίδει έναν τόνο αποξένωσης στις ίδιες τις λέξεις, σαν να φέρουν ακόμη το σημάδι αυτού του διαβολικού τόπου». (σ. 169).



Την ίδια αίσθηση θα έχει ο αναγνώστης αν ακούσει τα τρία άλλα έργα, που γύρω τους πλέκει την αφήγησή του ο Άικλερ, δηλαδή τις Μεταμορφώσεις του Ρίχαρντ Στράους, το Πολεμικό ρέκβιεμ του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και τη 13η Συμφωνία «Μπάμπι Γιάρ» του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Εκεί που το σοβιετικό καθεστώς έθαψε το μνημείο, η μουσική του Σοστακόβιτς το ορθώνει ζωντανό μπροστά μας.



Ακολουθώντας την ιδιοτυπία του Ζέμπαλντ να ενσωματώνει φωτογραφίες στη γραφή του, ο Άικλερ καταχωρίζει σε οικείους τόπους φωτογραφικό υλικό, το οποίο ωστόσο χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν του Ζέμπαλντ, που προσέδιδε ποιητικότητα στη γραφή του μέσω των εικόνων. Για τον Άικλερ οι φωτογραφίες των τόπων δεν αφορούν την αίσθηση της ποιητικότητας, ίσα ίσα κυρίως συντελούν στη λειτουργία της μνήμης, όσο σκληρή κι αν είναι, και έρχονται να συμπληρώσουν τις πληροφορίες και τους ήχους της μουσικής. Η φωτογραφία, για παράδειγμα, του καθεδρικού ναού στο Κόβεντρι, ισοπεδωμένου από τον βομβαρδισμό, οδηγεί κατευθείαν στην αίσθηση που είχε ο Μπρίτεν, όταν αντίκρισε το ερειπωμένο σύμβολο της πατρίδας του, αίσθηση ζωντανή ακόμα όταν θέλησε μουσικά να αποτυπώσει την τραγικότητα μιας καταστροφής, μερικά χρόνια από το τέλος του πολέμου, γράφοντας το 1961 το σπουδαίο έργο του Πολεμικό ρέκβιεμ, που αγκαλιάζει την τραγικότητα όπου γης.



Απέναντι σε πολιτικές επιλογές που είχαν επιλεκτική μνήμη, οι μουσικές συνθέσεις αναδείκνυαν τις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας, συντηρούσαν τη μνήμη, έγραφαν τη δική τους εκδοχή, όπως τη συνέλαβαν οι συνθέτες τους. Το έργο του Άικλερ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς προκαλεί τη μνήμη, τοποθετεί τη μουσική μέσα στην ιστορία, ως μνήμη πολιτισμού· αν ο πολιτισμός δεν υπάρχει εκτός της χωροχρονικής του σύνδεσης με την ιστορία, τότε και η μουσική ως έκφανση πολιτισμού (η μόνη με ηχητικό αποτύπωμα, με ενσωματωμένα τα γεγονότα στην πιο δυναμική τους διάσταση) δεν μπορεί παρά να αποτελεί διαχρονικό ιστορικό μνημείο η ίδια. Ο Άικλερ επισημαίνει, φέρνοντας στον νου το εμβληματικό έργο Ο άγγελος της ιστορίας (Angelus novus) του Πάουλ Κλέε, με τον άγγελο να στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω, «αυτός που μνημονεύει το παρελθόν είναι ένας ιστορικός στραμμένος προς το μέλλον» (σ. 28). Στην ουσία, μια υπόσχεση της τέχνης πως είναι παρούσα τόσο στην αποτύπωση γεγονότων και συναισθημάτων όσο και στη διαχρονική τους υπενθύμιση.



Διώνη Δημητριάδου