Για το βιβλίο της Γιούλικας Ψιμούλη
εικόνες δίχως τίτλο
(ΑΩ εκδόσεις)
στο Μύρτιλλο καφέ
(6-5-2026)
Υπέρταση
Χάρης Μελιτάς
εκδόσεις Ιωλκός
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Με έναν λύκο στον καθρέφτη • Fractal
Με έναν λύκο στον καθρέφτη
Είναι η έξωθεν
ασκούμενη πίεση από έναν κόσμο που
αναζητάει τη χαμένη του τροχιά; Είναι αυτή η κινητήρια δύναμη που ποιεί το
ποίημα; Ο Χάρης Μελιτάς, ως ποιητής, έχει ήδη δώσει διακριτό το στίγμα του,
υιοθετώντας ένα στυλ που προβάλλει τον ειρωνικό, περιπαικτικό του χαρακτήρα,
κρύβοντας ωστόσο, στο βάθος μια τραγική διαπίστωση, πως ίσως αδύναμος ο ποιητής
να αντιπαρατεθεί με όσα μέσα διαθέτει, μακάρι και τα καλύτερα, στον άνεμο που
σαρώνει τα πάντα στο διάβα του. Κι όμως, διατηρώντας τη σχέση του με μια ποίηση
προσωπική και ιδιαίτερη, καταθέτει μια ακόμη ποιητική συλλογή, με τον δισήμαντο
τίτλο Υπέρταση να προκαλεί σε μια εκ νέου αντιπαράθεση με όσα γύρω του
παραμένουν κενά νοήματος. Δύσκολο το εγχείρημα.
Η βάσανος του γλωσσικού κώδικα, μέχρι να στάξουν αίμα οι λέξεις, το ποιητικό «εγώ» που κοιτάζοντας τον καθρέφτη αντικρίζει έναν λύκο, η εικονοποίηση των καταστάσεων, μέχρι να γίνουν ορατές, η προσωποποίηση των εννοιών για να αποκτήσουν σώμα και φωνή, ο αιφνίδιος, παράδοξος συσχετισμός λέξεων, χωρίς ευτυχώς ορατά τα σημεία της ραφής, είναι κάποια από τα στοιχεία, αναγνωριστικά της ποίησης του Μελιτά. Ειδικά αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό, συχνά μπορεί να οδηγήσει σε αντιποιητικούς δρόμους, σε μια χειρωνακτική εργασία συγκόλλησης – το έχουμε δει αυτό σε ποιητές που αποθεώθηκαν στην εποχή τους, χωρίς να το αξίζουν. Εδώ μοιάζει περισσότερο πηγαία η ένωση των φαινομενικά ασύνδετων λέξεων, ίσως γιατί είναι η ροή του ποιήματος που κάθε φορά ενώνει τα ανόμοια, καθοδηγώντας την αρχική ποιητική ιδέα. Έτσι, θα λέγαμε πως στην ποίηση αυτή δεσπόζει η μορφή (ποτέ μην την υποτιμάμε) και είναι αυτή που διαμορφώνει νοηματικά το περιεχόμενο. Για παράδειγμα, προτάσσεται στη συλλογή ένα τρίστιχο σε μορφή χαϊκού, που με τη νοηματική συμπύκνωση σε 17 συλλαβές δίνει όχι μόνο τον ρυθμό αλλά, με την παρήχηση του οδοντικού ταυ και την επανάληψη του υγρού ρο, μοιάζει να ακούς τον ήχο των κοφτερών δοντιών: Μην κλαις, θηρίο./ Στα δόντια σου τροχίζω/ τα ένστικτά μου. Η εννοούμενη απειλή, και μάλιστα ενσωματωμένη στο υποκείμενο, αποδόθηκε βοηθούσης της μορφής.
Μένω λίγο ακόμη στον τρόπο
που δομούνται ποιητικά οι εικόνες. Εκκινούν από μια ρεαλιστική καθημερινότητα
για να εκτοξευθούν κατόπιν (πάλι με την αρωγή της μορφής) σε ένα πεδίο εξωλογικό,
με σκοπό να υπηρετήσουν το αναγκαίο δίπολο πραγματικότητας και ποίησης, ή
αλλιώς τη μεταποίηση του ρεαλιστικού στην άλλη του όψη, την πιο κρυφή. Όπως ο
χρόνος, στο ποίημα «Το φάντασμα του χρόνου», που έρχεται στο όνειρο απρόσκλητος
με την παχύσαρκη σκιά του στο σκοτάδι/ τα τεχνητά του μέλη βραδυκίνητα –/
οξειδωμένες άγκυρες/ στο πλοίο του μυαλού μου. Πώς αλλιώς να αποδοθεί
καλύτερα η ασύλληπτη έννοια του χρόνου, αυτή η αόριστη εξίσωση στη γλώσσα
των αιώνων;
Η έξωθεν πίεση, εδώ ποιητικά
υπέρταση, ως μία από τις δύο σημασίες της, απλώνει στανικά την παρουσία
της και ωθεί στην ποιητική δημιουργία. Και ο ποιητής, το ποιητικό έργο, ασκούν,
άραγε, και τη δική τους πίεση; Υπάρχει μια ανταπόκριση, πιεστική κι αυτή, που να μπορεί να μεταποιήσει, έστω κατ’
ελάχιστο, τον κόσμο γύρω τους; Επειδή το ίδιο το ποίημα, εφόσον πλέον σε κοινή
θέα, έχει τη δική του φωνή, ας το ακούσουμε:
«Υπέρταση»
Φοβάμαι περισσότερο
τη θάλασσα απ’ τον θάνατο
το θέατρο απ’ τους θεούς
το θύμα απ’ τον θύτη
το δόγμα απ’ το δόκανο
το δήγμα απ’ τον δήμιο
τα λύτρα απ’ τους λύκους
τις μνήμες απ’ τα μνήματα
το κλέος απ’ τους κλέφτες
το φλέγμα απ’ τη φλεγμονή
τους άσους απ’ τους άσωτους
τους γόνους απ’ τη Γώγου.
Μα το χειρότερο
εντέλει περισσότερο
την ποίηση απ’ την πίεση
φοβάμαι!
Στο παραπάνω ποίημα το
«παιχνίδι» με τους φθόγγους, με τις παρηχήσεις και με τις συνδέσεις ανόμοιων
εννοιών στον ίδιο στίχο, μοιάζει όχι
μόνο να λέει αλλά και να δείχνει. Κι αν εκκινεί από έναν φόβο για
να καταλήξει πάλι σε έναν φόβο, είναι κάτω από αυτή τη συνθήκη που παίρνει
περισσότερη δύναμη. Ο ίδιος ο ποιητής νιώθει το ποίημα να τον ξεπερνά, να μην
του ανήκει πια, να αφορά όλους εμάς, σ’ εμάς να απευθύνεται. Ας εισχωρήσουμε
στον κόσμο του κι ας εννοήσουμε.
Κι ενώ σε όλα τα ποιήματα
παρουσιάζεται ένα υπερμέγεθες ποιητικό «εγώ», του πρώτου προσώπου, αυτό δεν
συνιστά μια μορφή οίησης. Ο ποιητής, με επίγνωση του φύσει και θέσει ρόλου
του (κι ας τον αποποιείται στο ποίημα «Τελευταία πράξη»), συνδιαλέγεται με τον
Μπρεχτ (που με το δικό ποίημα μοιάζει να τον εγκαλεί για τη σιωπή του) και
γράφει την απάντησή του:
Υψοφοβία»
Χθες βράδυ
σ’ ένα ό«νειρο ισόγειο
με ρώτησε ο Μπρεχτ
γιατί σωπαίνω.
«Δεν είμαι ποιητής»
του αποκρίθηκα.
«Ρώτα πιο πάνω».
Ο Χάρης Μελιτάς γνωρίζει πώς
μπορεί η ποίηση να καταγίνεται σε ένα «παιχνίδι» με τα εργαλεία της, επικίνδυνο
όσο αντέχει και αντέχεται. Η σοβαρότητα αυτού του παιχνιδιού αδιαμφισβήτητη. Σαν
να κοιτάζει έναν λύκο στον καθρέφτη. Και αυτό ας του χρεωθεί στα πλέον σημαντικά
που κάνει τόσα χρόνια ποιώντας λόγο.
Από τη χθεσινή παρουσίαση (4-5-26)
του βιβλίου της Ήρας Παπαποστόλου
'Η ακέφαλη βασίλισσα"
εκδ, Οσελότος
στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής
Φωτογραφίες και βίντεο
Δημήτρης
Καλοκύρης
Παρασάγγες
Τόμος
Γ΄ Παραλειπομένων
Εκδόσεις
Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Δημήτρης Καλοκύρης: «Παρασάγγες»
«Χτίζουμε
το ανάκτορο της φαντασίας στην άμμο, αλλά μόλις φυσήξει το θαλασσινό αεράκι της
πραγματικότητας, σβήνεται η αύρα της γραφής και μας πλημμυρίζει η ευφορία της
ανάγνωσης». (σ. 207).
Η
αύρα της γραφής και η ευφορία της ανάγνωσης ή, για να το πούμε αλλιώς,
οι δύο συνθήκες που αγκαλιάζουν τον τρόπο που ο Δημήτρης Καλοκύρης τοποθετεί τον εαυτό
του αρχικά ως δημιουργό εικόνων και λέξεων –συλλήβδην λεκτικών παραστάσεων– και
κατόπιν ως αποδέκτη της γραφής, με τον ίδιο να συνταυτίζεται με κάθε έναν
οιονεί «παρείσακτο» των δικών του κειμένων. Ο Γ΄ τόμος των Παρασαγγών
του Καλοκύρη διαβάζεται με την επίγνωση πως οι αποστάσεις (μετρημένες σε μέτρα
ή παρασάγγες) διέπονται από μια εγγενή σχετικότητα. Όπως σε ένα τυπικό λεξικό
πληροφοριών, η αλφαβητική σειρά των λημμάτων δεν συνάδει με την εννοιολογική
τους συσχέτιση (τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους), έτσι και στο παράξενης δομής
δικό του «λεξικό» η σειρά αποδεικνύεται εν πολλοίς συνειρμική, με εμφανή ή όχι
τη σύνδεση. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των «παραλειπομένων»,
όπως χαρακτηρίζει στον υπότιτλο τους κατά Γ΄ τόμο Παρασάγγες του.
Με έκδηλα τα χαρακτηριστικά της «παράπλευρης»,
πλην πολύ σημαντικής κατ’ ουσία, γραφής, δηλαδή της ειρωνείας, του σαρκασμού και
αυτοσαρκασμού (άρρηκτα δεμένες οι έννοιες αυτές), της σατιρικής στον πυρήνα
της, όπως κάθε «λοξή» προσέγγιση προσώπων, γεγονότων και εννοιών, κατορθώνει να
δώσει μια συνέχεια ύφους σε όλο το βιβλίο, με συχνά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ
των καταχωρίσεων. Άλλωστε, οι λέξεις στα χέρια του Καλοκύρη γίνονται οι ίδιες
φορείς πολλαπλών εννοιών, σαν να καταργείται ο κώδικας της «συμφωνημένης»,
χάριν απρόσκοπτης επικοινωνίας, μοναδικής τους ερμηνείας. Ενδεικτικά οι
«διασυρμοί» που ξεφεύγοντας από την αρχική τους σημασία παίρνουν τη μορφή των
τραίνων –παιδικά παιχνίδια με ταπεινά υλικά ή περίτεχνα σύγχρονης τεχνολογίας, αλλά και αληθινά στις
ράγες τους να τροχιοδρομούν τα ταξίδια «δια των συρμών– με τον ίδιο να δηλώνει:
«Συνέχισα να επιβιώνω με τη νοοτροπία του επιβάτη»· έτσι μοιάζουν οι εικόνες
που μοιράζεται λεκτικά μαζί μας, σαν να κοιτάζει από το παράθυρο ενός τραίνου,
όπως σ’ εκείνο το ταξίδι με τον Εμπειρίκο:
«Με τραίνο διασχίσαμε την ελληνική νύχτα, μια άνοιξη του ’72, ταξιδεύοντας με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο στο βαγκόν-λι προς Θεσσαλονίκη, όπου φωτογραφίζαμε με το βλέμμα και μόνο τα σκοτεινά εδάφη και τα κινούμενα φώτα, αυθαδιάζοντας στη λογική πασιφανώς» (σ. 27).
Η μνήμη καθοδηγεί, υπογείως με τις
δικές της συνδέσεις, την πορεία αυτής της γραφής, κυρίως τους τρόπους της
γλώσσας, το πώς αυτή εκφέρεται, πώς μεταβαίνει από τη μία σημασία στην άλλη,
πώς κανονίζει μια δική της γραμματική (σαν τη Γραμματική της φαντασίας
του Ροντάρι, κι ας αφορά εκείνη ειδικά μια αντι-κομφορμιστική διδασκαλία), που
υπερβαίνει τη λογική ακολουθία και, στη βάση της παντοδύναμης ανατροπής,
καταξιώνει τη φαντασία:
«Τελικά, αυτό που δεν είπαμε είναι για τη
γλώσσα που βρέχει σε παράξενα ελληνικά τα φαινόμενα της μνήμης». (σ. 188).
Στο κεφάλαιο/λήμμα «Αρμενιστής της
ειμαρμένης», δουλεύοντας την πλήρη ανατροπή, ως ιδέα και ως τεχνική, ο
Καλοκύρης μιλάει για τον Βαγγέλη Γερμανό που μπορεί «το ψευδώνυμό του στην
καθομιλουμένη να συνδέεται συνήθως με
μπαταρίες […] ο δικός μας όμως είναι κιθαρίστας, συνθέτης, τραγουδιστής». (σ. 58),
που έχει εντρυφήσει στη φιλο-σοφία του χιουμοριστικού βάθους, που, όπως γράφει
ο ίδιος, γραπώνει λέξεις και νότες από την ουρά , σαν σαύρες, για να τις αφήσει
μετά ελεύθερες να βρουν το ταίρι τους μέσα στα τραγούδια. Τον χαρακτηρίζει
αρμενιστή της ειμαρμένης, συνταιριάζοντας τη ροή του, ίδια θαλασσινή, μέσα στη
μουσική με τη φιλοσοφημένη του στάση απέναντι στο ανοιχτό ερώτημα για τη φύση
του σύμπαντος:
«Κάποιοι
θεωρούν ότι το σύμπαν είναι μια τεράστια βιβλιοθήκη. Κάποιοι άλλοι ότι είναι
επίπεδο, ισότροπο, άπειρο, νοητό, μια ψευδαίσθηση, μια τρύπα, ένα όνειρο άπειρο
ή πεπερασμένο. Ο Β. Γ., μετά από μερικές σημειώσεις του για τις “Ρότες των
τραγουδιών”, λύνει το ζήτημα με ένα συμπέρασμα κοσμικού βεληνεκούς. Κατ’ αυτόν,
το σύμπαν δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά. Είναι ένα μεγάλο τραγούδι». (σ. 60).
Κάτι που το αποδεικνύει,
στερεώνοντας το σύμπαν μέσα του, στα δικά του βιώματα, στη βάση της θεωρίας του
τριγώνου, δηλαδή της σημασίας του αριθμού 3 στη ζωή του. Η απλή, όχι όμως
απλοϊκή, σύνδεση του αχανούς με το μετρήσιμο, κατ’ απόλυτη έννοια. Μήπως
έχουμε, άλλωστε, άλλο τρόπο να συλλάβουμε το ασύλληπτο μέγεθος που μέσα του
βρισκόμαστε – αδύνατη η έξωθεν παρατήρηση, σε κάθε περίπτωση. Και καταλήγει ο
Καλοκύρης με μια διαπίστωση, που αυτή κι αν είναι ανατρεπτική:
«Θα
μου πείτε: Εδώ που καράβια χάνονται, βαρκούλες περιμένουμε να αρμενίζουν;
Όντως. Αλλά ας αποφασίσουμε, έστω, κάποτε: Και στραβός θα ’ναι ο γιαλός, και
στραβά θ’ αρμενίζουμε». (σ. 60).
Οι Παρασάγγες είναι ένα
βιβλίο πολλαπλών ανατροπών, αιφνιδιασμών, οξύ στην κριτική του, τρυφερό συχνά
στις προσεγγίσεις του, που διαβάζεται σαν μια ανοιχτή εξομολόγηση «εν αποκλίνοντι
λόγω». Γι’ αυτές ακριβώς τις αποκλίσεις του αξίζει. Γιατί, αν είναι αξιόλογη
(και χρήσιμη, ή ακόμα και συναρπαστική) η ανάγνωση μιας εγκυκλοπαίδειας ή ενός λεξικού
(όπως το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, κατά τα λεγόμενα του
Καλοκύρη, που το διαβάζει «σαν μυθιστόρημα εννοιών, με πολλή δράση και έντονο
σασπένς»), ακόμη περισσότερο αυτό εδώ που, καταργώντας τη λογική προσέγγιση των
λέξεων, ανοίγει τη θέα σε ένα τοπίο μιας υπέροχης ανατροπής, μιας ευφάνταστης
αλλά και εύστοχης αναίρεσης όσων θεωρούνται άσειστα στο νοητό τους βάθρο. Οι
συνδέσεις πολλές, ορατές ή μη, οι συνειρμοί πολύτιμοι, μια αιρετική (ευτυχώς)
γραφή, προκλητική, εν μέσω μιας βαρετής ορθότητας που μας περιτριγυρίζει.
Διώνη Δημητριάδου
Το φρούριο των πολιορκητών
Ανατομία ενός όπλου
Τάκης Κ. Βιδάλης
εκδόσεις Εύμαρος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
Μια εναλλακτική αντίληψη για το Σύνταγμα -
Η έννοια του πολιτικού αυτοκαθορισμού
Τι
μπορεί να σημαίνει ο πολιτικός αυτοκαθορισμός μέσα σε μια, όπως δηλώνεται,
ευνομούμενη κοινωνία, στην οποία οι διακριτές μεταξύ τους εξουσίες εγγυώνται
την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών, την εφαρμογή των κανόνων δικαίου,
την αυθεντική εκπροσώπηση του λαού από τους εκλεγμένους με δημοκρατικές εκλογές
συμπολίτες τους; Μια τέτοια έννοια ίσως δηλώνει την κατάργηση των πολιτικών
συστημάτων, όπως τα γνωρίζουμε; Το βιβλίο του συνταγματολόγου Τάκη Βιδάλη
απαντά ευθέως σε τέτοια ερωτήματα. Αν οι μηχανισμοί της εξουσίας δεν
ανταποκρίνονται στον ρόλο τους, αν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ή αν ερμηνεύονται
κατά το δοκούν, τότε προκύπτει η αναγκαία (πλην όχι επαρκής) συνθήκη της
πολιτικής πρωτοβουλίας εκ μέρους όσων νιώθουν πολιορκημένοι και αδύναμοι.
Ωστόσο,
αν αντιστρέψουμε τους όρους αυτής της ιδιότυπης «πολιορκίας», τότε το τοπίο
μοιάζει να καθαρίζει. Οι πολιορκημένοι αίφνης γίνονται πολιορκητές, το
«φρούριό» τους είναι ο ύπατος νόμος της πολιτείας, το όπλο τους, το Σύνταγμα, που
δημιουργήθηκε –όπως άλλωστε όλα τα κείμενα-χάρτες δικαιωμάτων εδώ και αιώνες– ακριβώς
γιατί υπήρχε κενό στην κατοχύρωση της έννοιας του πολίτη ως υπέρτατης αξίας. Η
έννοια της ερμηνείας του συντάγματος, ώς τώρα εύχρηστο όπλο στα χέρια των
ιθυνόντων, αποβαίνει ένα εργαλείο δυναμικής παρουσίας του πολίτη, που διεκδικεί
χωρίς να χρεώνεται μια αδιέξοδη πολιτική πράξη, οραματική και αναποτελεσματική,
αφού πλέον η στάση του αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο, ξεκάθαρο αίτημα,
πρακτικό και εφαρμόσιμο. Καθόλου τυχαία η αναφορά στην προμετωπίδα του βιβλίου στον
Μαρξ, σχετικά με το εξεγερμένο Παρίσι το 1848, και την έννοια του «φρουρίου των
πολιορκητών», αποδίδοντας στη λαϊκή εξέγερση τον ρόλο του πολιορκητή, με όπλο το
Σύνταγμα. Η φράση του: «πρέπει να σπάσει ο σιδερένιος κλοιός της ασφυκτικής
νομιμότητας», αντιστρέφει την ώς τότε εξουσιαστική συνθήκη.
Η
αφορμή για να γραφεί αυτό το βιβλίο ήταν οι αυθόρμητες και ακηδεμόνευτες
εκδηλώσεις του λαού για τον εμπαιγμό γύρω από το έγκλημα των Τεμπών. Ένα
κίνημα, στην ουσία, που οι κομματικοί εκπρόσωποι δεν φανταζόντουσαν ποτέ, που
εκ των υστέρων έσπευσαν να το οικειοποιηθούν. Ένα κίνημα που μας θυμίζει
παλαιότερες εξεγέρσεις, τα Ιουλιανά του ’65, με το, συμβολικό πλέον, άρθρο 114
να επισημαίνει ποιος έχει στα χέρια του τη «διαχείριση» του Συντάγματος, τη
Νομική και το Πολυτεχνείο κατά τη δικτατορία, αλλά και τα πρώτα χρόνια της
Μεταπολίτευσης, χρόνια έντονης πολιτικοποίησης, που σιγά σιγά άλλαξε πρόσωπο
και αφέθηκε στην ανεξέλεγκτη εξουσία των εκπροσώπων – στην ουσία μιας
μειοψηφίας, αφού ήδη η πλειοψηφία του λαού είτε απέχει είτε δηλώνει τη
δυσαρέσκειά της με λευκή ή άκυρη ψήφο.
Το βιβλίο του Βιδάλη είναι σημαντικό, κυρίως γιατί επιτυγχάνει να βρεθεί έξω από τον νομικό «κλοιό», που συχνά αρκείται σε βολικές ερμηνείες των κανόνων, να σταθεί απέναντι, να παρατηρήσει και να επισημάνει το πρόβλημα, να τολμήσει ακόμα να προτείνει λύσεις. Το γεγονός πως γράφεται σε μια γλώσσα απολύτως κατανοητή, που δεν καλύπτεται πίσω από μια ξύλινη, αλύγιστη νομική ορολογία, το καθιστά όχι ένα νομικό βιβλίο (χαρακτήρα που δεν χάνει, φυσικά, καθώς η νομική σκευή του συγγραφέα είναι αδιαμφισβήτητη), αλλά ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο, ένα «εγχειρίδιο» με όλη τη σημασία της λέξης, μέσα στα χέρι ανά πάσα στιγμή, «πρόχειρο» (προ χειρός) να ανατρέχεις κάθε που νιώθεις πως από πολιορκητής έγινες πολιορκούμενος. Ίσως χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει ο Βιδάλης, έχει μεταπηδήσει στην ιδιότητα του συγγραφέα-λογοτέχνη, που αποστασιοποιείται από το αντικείμενο της θεματικής του, ίσα ίσα για να το παρατηρήσει καλύτερα και να το αποτυπώσει ευκρινέστερα.
Επομένως,
αυτό το βιβλίο δεν απευθύνεται στους νομικούς και συνταγματολόγους (εκτός αν κάποιοι
θα έπρεπε να το μελετήσουν έτσι κι αλλιώς), αλλά σε μας όλους, τους πολίτες που
θα πρέπει να θυμηθούμε τον ρόλο μας, όπως και τα όπλα που διαθέτουμε, αυτά που
οι ίδιοι οι νόμοι μάς έχουν δώσει και που τα έχουμε παραχωρήσει με απίστευτη
ευκολία. Δεν είμαστε λαός χωρίς πολιτική συνείδηση, μόνο που νιώθουμε
παροπλισμένοι. Η εναλλακτική συλλογική δράση, με τον όρο να είναι ακηδεμόνευτη,
είναι μια λύση στη σωστή κατεύθυνση. Η ατομική πρωτοβουλία μπορεί κι αυτή να
αποβεί πολύτιμη. Το βιβλίο του Τάκη Βιδάλη ακριβώς εκεί εντάσσεται, στα όρια
μιας ατομικής πρωτοβουλίας που έχει τη δυναμική, λόγω της μορφής του, λόγω της
αμεσότητάς του, να προσθέσει μια επαρκή ψηφίδα στην αναγκαία συνθήκη του
πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Όσο βλέπουμε το Σύνταγμα ως παραχώρηση του
ανώτερου προς τον κατώτερο, έχουμε χάσει την ουσία, γιατί εύκολα ο ισχυρότερος όπως
παραχωρεί έτσι και στερεί. Η «ανατομία» του Συντάγματος, όπως την παραθέτει, αναδεικνύει
την ουσία της ύπαρξής του, τη λειτουργία του ως αντίβαρου στις αλλεπάλληλες
προκλήσεις των εξουσιαστικών μηχανισμών. Μια μαχητική στάση, ένας
«συνταγματισμός από κάτω», από τους πολλούς και για χάρη των πολλών. Όπως
γράφει ο ίδιος;
«Το
Σύνταγμα είναι εδώ για να μας δείχνει με έμφαση ποια είναι τα κοινά αγαθά που
αξίζει να διεκδικούμε συλλογικά, και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει
να χαθεί. Είναι, μάλιστα, εδώ για να μας δείξει πώς θα οριοθετήσουμε την
εξουσία όσων εμπιστευτούμε να μας κυβερνήσουν στο εξής, ώστε να μη μας ξεφύγει
πάλι από τα χέρια ο έλεγχός τους: ίσως η εξουσία είναι αναγκαίο κακό σε κάθε
κοινωνία, η κατάχρησή της ωστόσο δεν επαφίεται στη μοίρα, αρκεί να μένουμε νοερά
εκεί, στις πλατείες των Τεμπών». (σ. 165).