Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

  

ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Αδήριτη κοινωνική ανάγκη η πλατιά πληροφόρηση
και η ανοιχτή ενημέρωση για γεγονότα και καταστάσεις
να έχουν οι πολίτες γνώση και άποψη προσωπική
για τα συμβάντα της ημέρας και της νύχτας τα εντελλόμενα,
να είναι αυτογνωσίας πόνημα και δόκιμη συμμετοχή
σε μια αποδεκτή συνύπαρξη με αναγνώριση και αποδοχή.

Από του άμβωνος της δοκησισοφίας και τον προσηλυτισμό,
από του βήματος της επιστημοσύνης και των ιδεολογημάτων
και την εξέδρα των επετειακών πανηγυρικών και λογιδρίων,
εκπέμπουν ευφυολογήματα και δόκιμες προσαγορεύσεις,
δαψιλεύουν με προσχήματα πρόσωπα και καταστάσεις
και ωραιοποιούν στο κάλεσμα ομόφρονες συσπειρώσεις.

Μέσα από γραπτά κείμενα, πολύστηλα και μακροσκελή
σε ημερήσια και μηνιαία φύλλα, πολύτιτλα και πολύχρωμα,
σε πολυσέλιδα βιβλία ποικίλου και επίκαιρου περιεχομένου,
διαφεντεύουν ιδεολογίες, τάσεις και συμπεριφορές
να είναι η καθημερινότητα προσαρμογή και ευγνωμοσύνη ,
πειθάρχημα αδέκαστο σε νόμους και παραδόσεις.

Οι σκοπιμότητες στην υπηρεσία κρυφών συμφερόντων
με υποδειγματικές εξηγήσεις και δελεαστικές προτάσεις,
με διορατικότητα προτροπής και διαίσθηση επιβλητική,
υφέρπουν ανεμπόδιστα με επηρεασμό σε άτομα και ομάδες,
πιστώνουν καινοφανείς και επωφελείς δημιουργίες
και κατοχυρώνουν χωρίς αντίλογο προσωπικές αξιώσεις.

Ύψιστο λειτούργημα ο αυτοσεβασμός και η ευθύνη
στη διάκριση της αλήθειας από την ωμότητα του ψεύδους
με τη γνώση των εμπειριών και κίνητρο τη συνείδηση
να διασφαλιστούν η αξιοπρέπεια και το τίμημα του ήθους,
μ’ αντίλογο στην ατομική την πλάνη και την ομαδική παράσυρση,
με ιερό καθήκον και υποχρέωση στη γνωμάτευση της αλήθειας.

Γιώργος Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Hector Ballester Ballester, Φως στο βάθος του τούνελ)

Χαϊκού με τίτλο Έμμα Τσιβρά

 

Χαϊκού  με τίτλο

Έμμα Τσιβρά

 


Ελπίδα

 

Ξαφνικό δώρο

σε ανήλιαγη μέρα

-ένα σου βλέμμα.

 

***

Ανάμνηση

 

Άτολμο χάδι

το χέρι μετέωρο

-φωτογραφία.

 

***

Μοναξιά

 

Το όνομά σου

φώναξα στα κύματα

-άδειο το στήθος.

 

***

Μυστικό

 

Κόκκινο μήλο

των ματιών σου το έλα

-στα όνειρά μου.

 

***

Ανατροπή

 

Πράσινο πικρό

στα χείλη  σου λεμόνι

-η ματαίωση.

 

***

Μεταμέλεια

 

Κηλίδες φωτός

στων ματιών μου το βυθό

-λίμνες δακρύων.

 


***

Αποτύπωμα

 

Είσαι η πηγή

κυλάς μες στα τρίστρατα

-στου νου τα βάθη.

 

***

Σιωπή

 

Έρχεσαι συχνά

στης αγάπης την πλάνη

-με κλυδωνίζεις.

 

***

Νοσταλγία

 

Άγουρη νιότη

πατρίδα που γέννησες

-το όραμά μας.

 

***

Σκακιέρα

 

0 χρόνος τρέχει

πάντα σ’ ευθεία γραμμή

-πεδίο λαθών.

 

***

Ενηλικίωση

 

Τα στρατιωτάκια

δεν είναι μολυβένια

-έγιναν άντρες.

 

***

Υπέρβαση

 

 Μη μετράς το φως

με κουταλάκι μικρό

-μίζερη ζωή.

 

***


 

Προοπτική

 

Άγρυπνο πένθος

το ποτάμι βαθαίνει

 -αντιστέκομαι.


***

Απόδραση

 

Ονειρέψου πως

δεν υπάρχει θάνατος

-θυμήσου σώμα.

 

***

Υπόσχεση

 

 Λάμπουν ακόμα

τ’ άστρα όταν πεθάνουν

-δεν είναι πλάνη.

 

Έμμα Τσιβρά

(φωτογραφίες: Pierre Pellegrini)

Διώνη Δημητριάδου Αδώνιδος Κήποι ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Δάφνη Μαρία Γκυ Βουβάλη

 Διώνη Δημητριάδου

Αδώνιδος Κήποι

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Δάφνη Μαρία Γκυ Βουβάλη

η πρώτη δημοσίευση στο περί ου

  Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Διώνη Δημητριάδου, «Αδώνιδος Κήποι», εκδόσεις ΑΩ – Περιοδικό Περί Ου

 


Άδωνης, θάνατος και ανάσταση

 

Πόνος, απόγνωση, πένθος. Τρία απόλυτα δυνατά συναισθήματα που κατακλύζουν την ποιητική συλλογή της Διώνης Δημητριάδου «Αδώνιδος Κήποι», (εκδόσεις ΑΩ), η οποία με μοχλό έναν εξαιρετικό αρχαιοελληνικό μύθο, τον μύθο του Άδωνη, επέλεξε ν’ αναπτύξει με μεγάλη λογοτεχνική εκφραστικότητα και πλαστικότητα τα κορυφαία για τον άνθρωπο ζητήματα του θανάτου και της ανάστασης.

Τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής δίνουν τον τόνο του αντικειμένου που θα συναντήσει μπροστά του ο αναγνώστης: το πρώτο, με τον τίτλο «Ποιητού το ήθος», καταθέτει την ψυχή του γράφοντος και όσα τον βασανίζουν με την διπλή ιδιότητά του ως  ποιητή και ανθρώπου, και δηλώνει, ευθύς εξ αρχής, σαν μια ανακοίνωση εκ των ων ουκ άνευ, πως «ήθος του ποιητή, το άχθος του ανθρώπου».

Και το δεύτερο, με την μορφή του πεζοποιήματος, και με τον τίτλο «Αδώνιδος κήποι» επεξηγεί πλήρως τον τίτλο του βιβλίου, ο οποίος μέσα από ένα αρχαίο έθιμο που αφορά στον Άδωνη και επιμένει στην διαχρονία του μέχρι σήμερα, ανοίγει την «πόρτα» στην πραγμάτευση από την ποιήτρια του ευαίσθητου θέματος της φθοράς και του θανάτου: οι Αδώνιδος Κήποι δεν είναι άλλοι από τα πιατάκια με την φυτρωμένη φακή που γέμιζαν οι γυναίκες στην αρχαιότητα κατά τη διάρκεια των Αδωνίων, γιορτής προς τιμήν του θεού Άδωνη. Η λιγόζωη φακή συμβόλιζε την σύντομη ζωή του θεού και τον θάνατό του, (την κάθοδό του στο χθόνιο βασίλειο της Περσεφόνης), και το έθιμο επιβίωσε μέσα στην χριστιανική θρησκεία: τηρείται ακόμη σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας κατά την Μεγάλη Εβδομάδα, και συγκεκριμένα την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την περιφορά του Επιταφίου. Συμβολίζει το πένθος αλλά και την Ανάσταση, αφού η ανάσταση του Άδωνη (η άνοδός του ξανά στην επιφάνεια της γης), ταυτίστηκε με την Ανάσταση του Χριστού.

Το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου όμως είναι ένα μεγάλο πένθος για την ανέκκλητη κατίσχυση του θανάτου στον άνθρωπο, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης. Η ανάσταση αφορά τον έναν, και όχι τους πολλούς κοινούς θνητούς. Τα πεζά, χωρίς σημεία στίξης κείμενα στο τέλος του κάθε ποιήματος εν είδει επιμέτρου, επεξηγούν, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν αυτόν τον συλλογισμό της.

Η ποιήτρια μέσα στο έργο της, συνδέει με χαρισματικό τρόπο τον μύθο του Άδωνη με τα Πάθη του Χριστού – με τον θάνατο και την Ανάστασή του. Και χρησιμοποιεί για γέφυρα την συμφιλίωση του αρχαίου θεού με τα σημάδια του παρόντος, ως αντίδοτο στην φθορά και την λήθη: «Γελάει ο Άδωνις / το νέο ρούχο του φορεί / τα νέα του σημάδια / δοξαστικά / λατρευτικά / καθόλου δεν τον νοιάζει / η νέα του μορφή / την συμφιλίωση έμαθε / την αναγκαία προσαρμογή / ίαμα στη φθορά» (ποίημα «Άωρος θάνατος»).

Παρακολουθώντας τους βαθύτερους συλλογισμούς της Διώνης Δημητριάδου, διαπιστώνουμε ότι πίσω από κάθε ένα από τα ποιήματά της βρίσκεται αυτό το μοναδικό θέμα, το οποίο αναπτύσσεται με πίκρα και πόνο σε χίλιους τόνους και με χίλιους τρόπους. Συμμέτοχη στην ποιητική της γραφή είναι ακόμη και η περσόνα του λύκου, την οποία η ποιήτρια χρησιμοποίησε ήδη με τόση επιτυχία στο βιβλίο της «Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή», που εκδόθηκε το 2021, πάλι από τις εκδόσεις ΑΩ.

Ενώ εδώ, ένα επιτυχημένο φραστικό αλλά και ουσιαστικό εύρημα της ποιήτριας αποτελούν οι «μικρές Παρασκευές» των κοινών θνητών όλου του χρόνου, που έρχονται σε αντιδιαστολή με την μια και μοναδική Μεγάλη Παρασκευή του Θεανθρώπου. Διότι αν αυτή η τελευταία καταργεί τον θάνατο, οι μικρές παραμένουν χωρίς ανάσταση, και τους αναλογεί, όπως γράφει η ποιήτρια σε μία εξαιρετική αποστροφή, ένα «σβησμένο φωτοστέφανο».

Έντονη μάλιστα εμφανίζεται στο βιβλίο και η παρουσία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, την οποία η ποιήτρια αναμιγνύει με την παρουσία του προσωπικού φύλακα-αγγέλου του κάθε ανθρώπου. Ο θνητός άνθρωπος αναμετριέται με την φιγούρα του Ταξιάρχη σε τρία δυνατά ποιήματα. Παραθέτουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του δεύτερου απ’ αυτά, που φέρει τον τίτλο «Ο άγγελός μου (επάνοδος ψυχοφθόρος)», και το οποίο με εξαιρετική εικονοποιία περιγράφει και φωτογραφίζει δυό πολύ γνωστές εικόνες – την πρώτη με τον Αρχάγγελο να ποδοπατεί τον νεκρό, και την δεύτερη, με τον Ταξιάρχη του Μανταμάδου στην Λέσβο:

 

«Ο Μιχάλης ο δικός μου / με τη ρομφαία του ακονισμένη / να με αγγίζει / κι όμως την κοφτερή την όψη / πώς γίνεται να την ζητώ; / σημάδι στον λαιμό μου / πάνω μου να πατήσει / την άφευκτη ορμή του / εικόνα ξύλινη πελεκητή / ας μένει εκεί στον τοίχο / η άλλη στο νησί αθώρητη / απ’ τα στολίδια / μηνύματα απελπισμένων / πως – δεν μπορεί – κάτι θ’ ακούει / ο τρομερός ο στρατηλάτης / λίγο να στρέψει να μας δει / στο ίσκιο του χαμένους» (και πανικόβλητους ίσως, συμπληρώνω εγώ).

 

Και πώς στέκεται η ποιήτρια μπροστά στο έργο της, στους ίδιους της τους στίχους; Συνήθως η ποιητική γραφή είναι λυτρωτική για τον δημιουργό της όπως και για τον αναγνώστη, εδώ όμως, μέσα από τα ποιήματά της η Διώνη Δημητριάδου διατυπώνει μια τελείως διαφορετική άποψη, με αποκορύφωμα το ποίημα «Σφαγή σωστή», όπου βλέπει το ποίημα σαν σφαγείο: σαν μια αιμοβόρα ύπαρξη, που από τα γραφόμενά του φαίνεται να θέλει τον θάνατο, (ενώ εκείνη υπονοεί ότι διαφοροποιείται, ποθώντας την ζωή): «Σφαγείο είναι το ποίημα / μην καρτεράς τη λύτρωση / δεν είναι ψυχοφάρμακο / των λέξεων φορτίο ιαματικό», ξεκινά χαρακτηριστικά στο «Σφαγή σωστή», και συνεχίζει, υπερτονίζοντας μιαν ανεξαρτητοποίηση του έργου της δημιουργού από την ίδια:

«Αίμα πλημμύρα της γραφής / συνάμα της ανάγνωσης / άχθος δυσοίωνο / που λαχταρά την τελειωμένη μέρα / όλο το είναι σου να ψυχοβγάλεις σε δυο τρεις στίχους - …/ κι όταν θαρρείς πως η ψυχή σου / στις λέξεις σου σφηνώθηκε / - ακόμα τότε - / ζητά τη σάρκα σου να σκίσεις / ουράνιο θόλο να του φτιάξεις / για να μπορεί έτσι ημιθανή / να σε εγκαταλείψει // Ποτέ δεν ήταν δικό σου».

Το συναίσθημα της ποιήτριας μάλιστα φτάνει στο αποκορύφωμά του στο λυρικό  ποίημα «Πήλινο», στο οποίο αντιστρέφει τους ρόλους ανθρώπου και Θεού: «Να φτιάξει θέλησε από πηλό / σώμα μικρό και ταπεινό / να το στολίσει έπειτα / του πόνου τα σημάδια…// Μόνο δικό του θα είναι αυτό / το σώμα το μικρό / το ταπεινό / το δάκρυα γεμάτο / να το κοιτάζει / και να χαίρεται / που σύντροφο / της μοναξιάς του βρήκε…// Σαν έψαχνε πώς να το πει / όνομα να του δώσει / όλο κι ερχόταν στο μυαλό του / μια λέξη τόση δα / μικρή / που του φαινόταν / να σέρνει ιστορία παλιά / Θεό το είπε / και ησύχασε πως επιτέλους / έφτιαξε κι αυτός / κάτι όμοιο εαυτώ».

Θα τελειώσουμε με ένα χαρακτηριστικό ποίημα, που δίνει το ακριβές στίγμα των «μικρών Παρασκευών»:

 

«Ποσότητες αμελητέες μάλλον

επώδυνα κυλούν τις ώρες τους

χωρίς να αποθηκεύονται ποτέ

μες σε θρησκευτικά

λατρευτικά κιτάπια

 

Είναι το πλήθος τους που φταίει

για το μικρό του ονόματός τους

και η ανωνυμία της θυσίας τους

για μια απούσα

-έστω μικρή-

ανάσταση»

 

(ποίημα «Μικρές Παρασκευές»).

Και θα προσθέσουμε εν είδει «πυξίδας» για τον αναγνώστη, ότι με όχημα την πρωτότυπη αφορμή για να αναπτύξει το αιώνιο θέμα του θανάτου, με γλώσσα λιτή, μεστή και συναισθηματική ταυτόχρονα, και με το κάθε της ποίημα να προσφέρει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για να το διαβάσει κανείς, η συλλογή «Αδώνιδος κήποι» αποτελεί ένα έργο μοναδικό, και άξιο να διαβαστεί, ν’ αγαπηθεί και ν’ αναλυθεί από τους θιασώτες της ποίησης.

 

 Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη

 

 

 

 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ (Οκτώβριος 2026-Μάιος 2027)



ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ 
ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ (Οκτώβριος 2026-Μάιος 2027)

Για 11η χρονιά συνεχίζουμε τις συναντήσεις μας στη Λέσχη μας. Μια ανοιχτή σε όλους Λέσχη ανάγνωσης για ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τους προσκεκλημένους μας συγγραφείς και μεταφραστές. Δείτε εδώ το Πρόγραμμα (Οκτώβριος 2026 - Μάιος 2027). Με το καλό να βρεθούμε!
Οι συντονίστριες της Λέσχης
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου





Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Χαρίδημος Κιοστεράκης ΜΕΤΡΌ Εκδόσεις Ενύπνιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Χαρίδημος Κιοστεράκης

ΜΕΤΡΌ

Εκδόσεις Ενύπνιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Χαρίδημος Κιοστεράκης: «Μετρό»



 

Μου αρέσει πάντα να λέω πως η ποίηση πρέπει να διαβάζεται (και μάλιστα δυνατά) για να ακούγεται, να μπορείς να νιώσεις τον ήχο, τις διακυμάνσεις της φωνής ποιητή και αναγνώστη. Έχοντας στα χέρια μου την ποιητική σύνθεση Μετρό του Χαρίδημου Κιοστεράκη, όλο και γυρνάει στο μυαλό μου η υποψία μιας αναθεώρησης της παραπάνω απόλυτης θέσης – τουλάχιστον η επιθυμία μιας διαφοροποίησης.  

Ο Κιοστεράκης, ας ξεκινήσω από αυτό, μοιάζει κατ’ αρχάς να μας «εξαπατά». Είναι, άραγε, ποίηση όλο αυτό; Λέξεις, φράσεις και προτάσεις που λειτουργούν ως εικόνες, προσφέροντας μια εκδοχή οπτικής ποίησης, visual poetry. Ένας συνδυασμός λόγου και εικόνας, με σημαντική τη συμβολή της γραφιστικής για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα. Η «σχηματοποίηση» του λόγου, άλλωστε, εμπεριέχει ως όρος τα δύο ζητούμενα, εν προκειμένω: το σχήμα και την ποίηση· να, που η λεκτική αποτύπωση καθοδηγεί στη νοηματική προσέγγιση. Η δήθεν απάτη αποδεικνύεται, έτσι, ένας ποιητικός τρόπος, μέσα στην πρωτοτυπία του, καθώς λίγα τέτοια δείγματα έχουμε ακόμη στον ελληνικό χώρο, αν και η μείξη λόγου και εικαστικών τεχνών έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, αλλά και στα επαναστατικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, όπως το κίνημα του ντανταϊσμού (Dada). Αρκεί να θυμηθούμε τις οδηγίες, για παράδειγμα, που έδινε ο Tristan Tzara για το πώς γράφεται ένα ποίημα- Dada, με τίτλους και αποκόμματα από εφημερίδες σε τυχαία σειρά.

Θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε νέες προτάσεις, κυρίως σε μια εποχή που οι δόκιμες μορφές βρίθουν από βαρετές επαναλήψεις, μιμήσεις, αντιγραφές κ.λπ.  Αντιμετωπίζοντας θετικά το όλο εγχείρημα, εισχωρώ στο σχηματοποιημένο, οπτικοποιημένο σύμπαν αυτής της ποίησης.

Ο «Ουρανός» αρχικά πάνω από την πόλη-ποίημα. Οι βόμβες που πέφτουν, πώς θα μπορούσαν αλλιώς να δώσουν την αίσθηση της καταστροφικής τους πτώσης, παρά ιδανικά να παριστάνονται σαν να πέφτουν, πάνω στους ανθρώπους που τρέχουν να σωθούν, με τη μορφή γραμμάτων από το βομβαρδιστικό σε κατακόρυφή ποιητική δομή. Ξεκινώντας το δικό του «Μετρό» ο Κιοστεράκης σταματάει σε «στάσεις» για να σκεφτεί, να δει, να ερμηνεύσει, να θυμηθεί, να καταγγείλει, να αντισταθεί· ναι, η ποίηση είναι μια μορφή αντίστασης. Ακόμα κι αν αντιστέκεσαι απέναντι σε στερεότυπες αντιλήψεις του επιτρεπτού και μη επιτρεπτού, πολύ περισσότερο αν έχεις ήδη επιλέξει τη δική σου στάση, με όλο το κόστος της επιλογής σου. Ο έρωτας, οι σχέσεις, σε όποια εκδοχή τους, εδώ χωρούν σ’ αυτή την ποίηση.

Η πτώση, ως ακέραιη έννοια που αποδίδει τον υπό κατάρρευση πολιτισμό μας, αλλά και ως συν-πτώση (σύμπτωση), αν κάποιοι θελήσουν να ενώσουν την ατομική τους περί-πτωση (ξανά η πτώση) με των άλλων διαφορετικών, να κοιτάξουν από ψηλά, να σκύψουν επικίνδυνα και μοιραία στο μπαλκόνι τους και να δείξουν έτσι την αντίστασή τους στη σαθρότητα, και την υποκρισία. «[…] Σίγουρα πάντως δεν μπορείς/ να κακολογήσεις ένα παιδάκι/ που του τελείωσε το ενδιαφέρον/ για το μπαλόνι του» («Αγόρι»).

Ένας δεύτερος «Ουρανός» θα σχηματιστεί, πιο δυτικά αυτός, με ανθρώπους που δεν φοβούνται τις βόμβες (εδώ δεν πέφτουν), ζουν ήρεμα αποκομμένοι και από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον. Μόνο που εδώ δεν ευδοκιμεί η ποίηση.



Στο εκτενές (και ελάχιστα σχηματοποιημένο) ποίημα «Η κηδεία της ποίησης» ο Κιοστεράκης θα εγκιβωτίσει στα δικά του κάποιους ομότεχνους, όπως τον Αμερικανο-βιετναμέζο Ocean Vuong, τον Γιάννη Στίγκα, Δημήτρη Αγγελή, Νόα Τίνσελ. Σ’ αυτό το ποίημα ο ποιητής και η τέχνη του, σε μια παρέα απομονωμένη από τη φασαρία των πολλών, κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά. «[…] Ποίημα που γράφω στο αγαπημένο μου μπαρ για να μην/ πάρω κρατικό βραβείο// το μόνο που ξέρω να κάνω είναι/ αυτό το ποίημα/ και επειδή/ ξέρω το κάνω/ απλώνω ένα χέρι/ θα το πιάσουν εκείνοι που δεν πήραν κρατικό βραβείο/ αυτοί που πήραν/ δεν θα τους αρέσει αυτό το ποίημα/ γιατί ακόμα δεν έχω πάρει κρατικό βραβείο/ (αλήθεια, είναι αστείο)/ μετά, θα το ξαναδιαβάσουν/ θα το βρουν καλό/ και θα λένε/ πως/ κάνω το μόνο που ξέρω». Ο ποιητής έκλεισε μέσα στο ποίημά του (όλη την ποιητική σύνθεση εννοώ) έναν κόσμο δικό του, διαφορετικό σε μορφή και σε νόημα, και ολοκληρώνει: «έξω από αυτό το ποίημα/ συνεχίζουν οι άνθρωποι/ να σκοτώνουν ανθρώπους». Ένα ποίημα, ένας δομημένος (αν και σε ιδιότυπη αποδόμηση) κόσμος. Όλα τα άλλα συμβαίνουν έξω από το ποίημα.

 

Και, για να επανέλθω στα σχετικά με τη μορφή, καθώς, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι αυτή που καθορίζει το περιεχόμενο και τον τρόπο της εισχώρησης σε αυτό. Μια αποδόμηση της ποιητικής μορφής, αποδίδει γλαφυρά την αποδόμηση του υπαρκτού κόσμου. Αυτό, κυρίως «σχεδιάζει» γράφοντας ο ποιητής, σχηματοποιώντας τον ποιητικό λόγο, κατακρημνίζοντας σε κατακόρυφη πτώση τις λέξεις του, ή αλλού τοποθετώντας τις λέξεις σε ανιούσες κλίμακες, αντιστρέφοντας τη λογική (όχι πάντα και φυσική, όμως) σειρά τους, μόνον ελπίζοντας σε κάτι που θα είχε τη δύναμη να δομήσει εκ νέου έναν άλλο κόσμο, καλύτερο. Το γράφει, άλλωστε: «Έχει πολύ μεγάλη σημασία η θέση στα πράγματα […] έχει τεράστια σημασία και το τι βλέπουμε». Ο Κιοστεράκης εδώ έχει πιάσει όλο το νόημα της ύπαρξης και, κυρίως, τη συνειδητοποίηση της ύπαρξής της. Η στάση μας απέναντι σε ό,τι μας γεννά, μας διαμορφώνει, μας προσδιορίζει, η στάση μας έξω από όσα μας χτίζουν ασφυκτικά μέσα σε τοίχους, η απόπειρα να διαφοροποιηθούμε ή να καταξιώσουμε ο καθένας τη διαφορετικότητά του, να βρούμε τη θέση μας.

Καταλήγω, έτσι, σε μια νέα θέση για το πώς «ανοίγει» η ποίηση για να εισχωρήσουμε, ελπίζω όχι απόλυτη κι αυτή, γιατί πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε ανατροπές παντός είδους: η ποίηση (η καλή του είδους) διαβάζεται, ακούγεται, βλέπεται, με όποιον τρόπο πρόσφορο βρει τόσο ο ποιητής όσο και ο αναγνώστης. Αρκεί να ορίσουμε το βάθος, καθώς γράφει ο ποιητής: «-και πώς θα ορίσουμε το ύψος;/ -το βάθος να ορίσετε/ εδώ κάνουμε καταδύσεις».

 

Διώνη Δημητριάδου

Εσύ πού ήσουν; Δήμητρα Μήττα εκδόσεις Ειρήνη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Εσύ πού ήσουν;

 Δήμητρα Μήττα

 εκδόσεις Ειρήνη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ΛΕΞΕΙΣ | Όλα στεγασμένα κάτω από ένα ερώτημα • Fractal

 


 

 

Όλα στεγασμένα κάτω από ένα ερώτημα

 

Διαβάζω την πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της Δήμητρας Μήττα με τον εύστοχο τίτλο Εσύ πού ήσουν;, και σκέφτομαι πώς γίνεται να δέσουν μέσα σε ένα κριτικό κείμενο τόσο διαφορετικές, εκ πρώτης όψεως, γραφές. Πρόκειται για διηγήματα, μικρά ή μεγάλα, γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές που πρέπει να απέχουν αρκετά μεταξύ τους. Άρα, δεν είναι η θεματική που απηχεί μια ιδιαίτερη εποχή, ούτε το ύφος που –απότοκο κι αυτό μιας χρονικής περιόδου– διαμορφώνεται αναλόγως. Αξίζει, ωστόσο, μια τέτοια γραφή, καλοδουλεμένη και προσεκτική ώς τη λεπτομέρεια, να αποκαλυφθεί, όσο κι αν συσκοτίζουν την ενότητά της τα (αυτόνομα λες) διηγήματα.  Θα το επιχειρήσω με δύο τρόπους.

Αρχικά εστιάζω στον τίτλο της συλλογής. Το ερώτημα μπορεί να εκληφθεί ως επιμερισμένο σε κάθε ένα από τα διηγήματα, εγκιβωτισμένο στην απορία (έκδηλη ή υπόρρητη) του ήρωα/προσώπου που βιώνει το τραύμα του, τη μοναξιά του, την εγκατάλειψη, την απαξίωση, τη βία, τη διάψευση, απέναντι στον άλλο η τους άλλους γύρω του, ή, γιατί όχι, απέναντι στον αναγνώστη, αυτόν τον βολεμένο που αθωώνει την αδιαφορία του μέσα από ένα βιβλίο, ας υποθέσουμε όπως αυτό. Το ίδιο ερώτημα, όμως, μπορεί να πάρει άλλη διάσταση, εκπορευόμενο αυτή τη φορά με ευθύ τρόπο από την ίδια τη συγγραφέα προς τον όποιο νιώσει πως τον αφορά προσωπικά. Εσύ πού ήσουν, όταν όλα αυτά συνέβαιναν, όταν εγώ έβρισκα τις αφορμές μου, έστω με τον συγγραφικό τρόπο, για να αναδείξω ό,τι κακώς κείται γύρω μας, εσύ πού κρυβόσουν, πίσω από ποιες ψευδαισθήσεις συμμετοχής απολάμβανες την αποστασιοποίησή σου, μεταλλασσόμενη σε δήθεν δράση; Έτσι διαβασμένος και ερμηνευμένος ο τίτλος της συλλογής, εσωκλείει με ικανή και στέρεη αγκαλιά όλα τα διηγήματα, προβάλλοντας μια γραφή/καταγγελία.



Κατόπιν σκέφτομαι πόση αξία μπορεί να δοθεί σε ένα απόσπασμα, εν προκειμένω σε ένα διήγημα, αν μέσω αυτού ερμηνεύονται όλα τα υπόλοιπα. Ένα απόσπασμα, από τη στιγμή που βρίσκει τη θέση του σε ένα κριτικό σημείωμα, μεγεθύνεται στις διαστάσεις του και συνακόλουθα (εκ του μέρους το όλον, δηλαδή) μεγεθύνει και το υπόλοιπο έργο. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης. Μια λεπτομέρεια είναι που ανακαλύπτει ο δημιουργός, μια ελάχιστη αφορμή και τη μεταπλάθει σε έργο. Γιατί όχι, λοιπόν, ένα απόσπασμα/διήγημα να μην κατευθύνει, να μην «δείχνει» σε όλο το υπόλοιπο έργο, να μην το καταξιώνει, να μην αναδεικνύει τα στοιχεία που σπερματικά βρίσκονται παντού σ’ αυτή τη γραφή; Ξεχωρίζω το διήγημα «Η μύγα» (σσ. 177-180). Η συγγραφική προσοχή στη μύγα-εισβολέα, στην παρείσακτη παρουσία που ήρθε να διαταράξει την ησυχία, την ηρεμία (πόσο ευάλωτη, αλήθεια) των ενοίκων του σπιτιού. Η έννοια της παγίδευσης, η απόγνωση, η αδυναμία να βρει δρόμο σωτηρίας, χτίζουν συγγραφικά την οπτική γωνία της μύγας. Ένα διήγημα αλληγορικό μέσα στον ρεαλισμό του, ένας τρόπος να ειπωθούν, να καταγραφούν συνθήκες ανθρώπινης συμβίωσης (εμείς και οι άλλοι), η εξόντωση του διαφορετικού, αλλά και οι «τύψεις», αληθινές ή ψεύτικες. Με άλλα λόγια ο τρόπος της Δήμητρας Μήττα να μιλήσει για αληθινές καταστάσεις, που πολλοί αγνοούν, μέσα από ένα σκηνικό (σαν σε θεατρική σκηνή) που εξυψώνει το ευτελές σε σημαντικό, να αναδείξει τον υπαρξιακό φόβο απέναντι σε ό,τι με διττό τρόπο, από μέσα προς τα έξω και το αντίστροφο, μας διαλύει στα κομμάτια μας.

 

[…] Με κλειστό το φως και ψηλαφώντας η κυρία έφτασε στο κρεβάτι. Ο συγκρέβατός της κάτι μουρμούρισε. «Αγάπη μου» της είπε; «Πάνε πιο πέρα» της είπε; Δεν κατάλαβε. Ξαλαφρωμένη από την περίσσεια των συσσωρευμένων υγρών, παρέμεινε μέχρι το πρωί τσιτωμένη και άυπνη από ερωτήματα που ζουζούνιζαν και δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Μύγα είχε σκοτώσει; Το πρωί αναζήτησε το πτώμα, για να διερευνήσει τα χαρακτηριστικά.

Το βρήκε στην ηλεκτρική σκούπα, το πτώμα, το έβγαλε, το ξεσκόνισε, το περιποιήθηκε όσο μπορούσε –στραπατσαρισμένο ήταν–, φρόντισε τα της κηδείας. Η ίδια μαυροντύθηκε. («Η μύγα», σ. 180).  

 

Η λογοτεχνία, με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, έχει το θάρρος (κάποτε λέω και το θράσος, ευτυχώς) να αντιμετωπίσει το πρόβλημα (στην ουσία ένα είναι, διασπασμένο σε πολλές μορφές) και να μιλήσει. Εδώ τίθεται ευθέως το ερώτημα στον τίτλο, ενώ στα διηγήματα κόβεται στα κομμάτια του, ακολουθώντας κάθε φορά τη συγκεκριμένη πλοκή, προσαρμοσμένο στο διαφορετικό κάθε φορά σκηνικό· έκδηλη η θεατρικότητα της γραφής, φροντίζει να καθοδηγεί σωστά την ανάγνωση. Και είναι στο τέλος της ανάγνωσης που ο καθένας συνεκτιμώντας όλα τα διαφορετικά, όπως ειπώθηκε παραπάνω, κείμενα, θα εννοήσει τη φύση του ερωτήματος. 

 

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

"Εδώ θα μείνουμε - 44 κείμενα για την Παλαιστίνη

Όταν η λογοτεχνία λειτουργεί επιδραστικά, μέσα στα γεγονότα. Χθες, 21 Σεπτεμβρίου, στο Μουσείο εθνικής αντίστασης της Ηλιούπολης, συζητήσαμε το βιβλίο "Εδώ θα μείνουμε - 44 κείμενα για την Παλαιστίνη", σε ανθολόγηση και επιμέλεια από τον Ηλία Φραγκάκη, εκδόσεις Εύμαρος. Μια συγκινητική εκδήλωση, πρωτοβουλία της Λέσχης ανάγνωσης Ηλιούπολης και της Λέσχης ανάγνωσης  Degas