Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Το σπίτι του Γκρανέλα Luigi Pirantello Μετάφραση: Άννα Γρίβα εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Το σπίτι του Γκρανέλα

Luigi Pirantello

 Μετάφραση: Άννα Γρίβα

εκδόσεις Κίχλη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Θέα στο απολύτως άγνωστο • Fractal

 


 

Θέα στο απολύτως άγνωστο

 

«Η αθάνατη ψυχή… Βέβαια! Για να παραδεχτούμε την ύπαρξη των πνευμάτων, θα πρέπει να προϋποθέσουμε την αθανασία της ψυχής. Λίγα μπορεί κανείς να πει. Η αθανασία της ψυχής… Πιστεύω σ’ αυτήν ή δεν πιστεύω; Λέω, και πάντα έλεγα, πως όχι. Θα έπρεπε τώρα, τουλάχιστον, να παραδεχτώ την αμφιβολία μου, ενάντια σε κάθε προηγούμενο ισχυρισμό μου». (σ. 62).

Αυτή η άρση της απόλυτης βεβαιότητας, όπως διατυπώνεται από τον ήρωα της ιστορίας του Πιραντέλο, τον δικηγόρο Τζούμο, απηχεί τον σχετικισμό ως φιλοσοφική θέση που ο ίδιος ο συγγραφέας υποστήριζε και ενσωμάτωνε στο έργο του. Η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο που αδυνατεί να κατανοήσει (παρά μόνο με την ακολουθία αιτίας αποτελέσματος, επιφανειακή στην προσέγγισή της), εφευρίσκοντας διαρκώς «σχήματα» για να τον εγκλωβίσει και να τον «ερμηνεύσει», αποτελεί τον καμβά των ιστοριών του Πιραντέλο. Έτσι και στην παρούσα ιστορία με το σπίτι του Γκρανέλα να κατοικείται από πνεύματα, κατά τον ισχυρισμό των ενοικιαστών, της οικογένειας Πιτσιρίλι, θα δούμε τις δύο διαφορετικές απόψεις, περί ύπαρξης ή μη πνευμάτων, να συγκρούονται (και μάλιστα δικαστικά), με την απουσία τελικής θέσης, όπως είναι φυσικό, να δηλώνει τον θρίαμβο της αβεβαιότητας. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ιστορίες όπως αυτή προαναγγέλλουν την ενασχόλησή του με παραψυχολογικά φαινόμενα λίγα χρόνια μετά.

Η χρήση του χιούμορ διατρέχει όλη την ιστορία, στα πρόσωπα, στα σκηνικά, στους διαλόγους. Είναι άλλωστε η εποχή (δημοσιευμένη η ιστορία το 1905) που ο Πιραντέλο επιλέγει να αντιδράσει απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου μέσω του χιούμορ, δηλώνοντας στον προσεκτικό του αναγνώστη πως γνωρίζει την όψη του τραγικού και μπορεί να «παίξει» λογοτεχνικά με αυτήν. Είναι, όμως, και ένας τρόπος να συμβαδίσει  μια υποψία αισιοδοξίας στην αυγή του νέου αιώνα, με την υποψία πως τίποτα δεν θα απαντηθεί από τα υπαρξιακά ερωτήματα των ανθρώπων.


Πράγματι, μπορεί κανείς να στοχαστεί με αφορμή την ιστορία για το σπίτι του Γκρανέλα,  και να εμβαθύνει σε μια συνθήκη που αναδεικνύει την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης ως νοήμονος ύπαρξης. Ο Πιραντέλο κάνει μια εισαγωγική αναφορά στην αδυναμία ενός ποντικού να υποπτευθεί την παγίδα της φάκας αλλά και να εννοήσει την παγίδευσή του, εύστοχα αντιπαραθέτοντας την ανθρώπινη ευφυΐα να έχει αφενός πλήρη επίγνωση της παγίδευσής στα προκαθορισμένα, θεσπισμένα σημεία, αφετέρου ωστόσο να ακινητεί, την ώρα που μάταια το ποντίκι πασχίζει να απελευθερωθεί. Στην ουσία, για το α-νοήμον ζώο όλο το νόημα της ζωής του περικλείεται σε διαδοχικές στιγμές, ενώ ο ανθρώπινος νους πρέπει να αναζητά πάντοτε κάτι πιο πέρα από τη στιγμή, πέρα από όσα απλώς οι αισθήσεις του αντιλαμβάνονται. Ο άνθρωπος ζει στον χρόνο, στην αλληλουχία αναζητώντας συνδέσεις και ερμηνείες, ενώ το ζώο –το «μαγικό» ζώο, κατά τον Μπόρχες– ζει στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής.  

Η Άννα Γρίβα, μεταφράστρια της ιστορίας από το ιταλικό πρωτότυπο, στην Εισαγωγή παρουσιάζει τον  κόσμο του Πιραντέλο, όπως αυτός έγινε εμφανής μέσα από το έργο του, επισημαίνοντας τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, την κοσμοθεωρία του, σταδιακά διαμορφωμένη και επαναπροσδιοριζόμενη, καταλήγοντας στην έννοια του παιχνιδιού. Κι αυτό γιατί ο τρόπος που ο Πιραντέλο αντιλαμβανόταν τόσο τη ζωή όσο και τη λογοτεχνία αποτελεί το αναγκαίο νήμα που μας καθοδηγεί να αντιληφθούμε, και να απολαύσουμε ταυτόχρονα, όλο του το έργο. Σε επιστολή του το 1924 προς τον ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Φιλίπο Σούρικο γράφει: «Πιστεύω πως η ζωή είναι μια θλιβερή φάρσα, αφού έχουμε μέσα μας, χωρίς να ξέρουμε ούτε πώς, ούτε γιατί, ούτε από ποιον προήλθε, την ανάγκη να εξαπατούμε συνεχώς τον ίδιο μας τον εαυτό με την αυθόρμητη δημιουργία μιας πραγματικότητας (μιας για τον καθένα και ποτέ ίδιας για όλους), η οποία από στιγμή σε στιγμή αποκαλύπτεται μάταιη και απατηλή. Όποιος έχει καταλάβει το παιχνίδι, δεν κατορθώνει πια να εξαπατήσει τον εαυτό του. Όποιος, όμως,  δεν κατορθώνει πια να εξαπατήσει τον εαυτό του, δεν μπορεί πλέον ούτε να απολαύσει ούτε να χαρεί αυτό το παιχνίδι. Έτσι είναι». (σσ. 20-21).

Ένα παιχνίδι που αποκαλύπτει ή όχι τη φύση του, που εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα ή ως φάρσα, που οδηγεί στην άγνοια και τη χαρά του εφησυχασμού ή στη γνώση και την τραγικότητα της επίγνωσης, στην επιλογή αν θα είσαι το ποντίκι ή ο άνθρωπος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το τι είναι και το τι δεν είναι, το τι υπάρχει και το τι δεν υπάρχει, παραμένει άγνωστο. Το στοιχειωμένο (;) σπίτι του Γκρανέλα παραμένει μέσα από τη γραφή του Πιραντέλο ένα μυστήριο άλυτο, ή απλώς ένα παιχνίδι.


Διώνη Δημητριάδου

Γ. Μ. Βιζυηνού Το χειρόγραφο «Λυρικά» των Γενικών Αρχείων του Κράτους Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

 

Γ. Μ. Βιζυηνού

Το χειρόγραφο «Λυρικά»

των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη


η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


 Γ. Μ. Βιζυηνού: «Το χειρόγραφο “Λυρικά” των Γενικών Αρχείων του Κράτους»

 

 


 

Μια πολύτιμη έκδοση για τη μελέτη του Βιζυηνού ως ποιητή προσφέρεται από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, σε επιμέλεια της Ελένας Κουτριάνου, Καθηγήτριας στο γνωστικό αντικείμενο «Νεοελληνική λογοτεχνία: Θεωρία της Λογοτεχνίας – Συγκριτική Γραμματολογία» του Τμήματος Φιλολογίας, της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Η έκδοση αφορά το μοναδικό διασωθέν αυτόγραφο τετραδίου ποιημάτων του Βιζυηνού, υπό τον τίτλο «Λυρικά», με διακόσια σαράντα ένα ποιήματα, από τα οποία εβδομήντα οκτώ συμπεριελήφθησαν στη συλλογή Ατθίδες αύραι και ένα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των παίδων από τον ίδιο τον ποιητή. Ακόμη εκατόν δέκα ποιήματα από το τετράδιο δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα τα κατοπινά χρόνια. Εν συνόλω εκατόν ογδόντα εννέα ποιήματα μας ήταν ήδη γνωστά. Τα υπόλοιπα πενήντα δύο, εντελώς άγνωστα μέχρι σήμερα, δημοσιεύονται για πρώτη φορά στην παρούσα έκδοση.

Αν και ο Βιζυηνός μεγαλούργησε στη νεοελληνική διηγηματογραφία (ανανεώνοντας τη μορφή και το περιεχόμενο της ηθογραφίας, προσθέτοντας το ψυχογραφικό βάθος), δεν μένει χωρίς κριτική αξιολόγηση η ποίησή του, με τη ζωντανή της στιχουργία, τον ρεαλισμό της σε εικόνες και συναισθηματικές αποτυπώσεις, την ανθρωποκεντρική θεματική της. Να θυμηθούμε τον Κώστα Βάρναλη που εκθειάζει στα Κριτικά του τον ποιητή Βιζυηνό με γνώμονα ένα και μόνον ποίημά του («Στίχοι γραμμένοι στο φρενοκομείο»), αποκαλώντας τον «Δάσκαλο», γιατί «ξεπερνά όλην την κρύα και ψευτοκλασική περισοτεχνία των Ραγκαβήδων και των Σούτσων, καθώς κι όλη τη ρητορική συναισθηματικότητα των Βαλαωρήτιδων, γιατί έχει μέσα του αληθινή συγκίνηση, τη ζέστα μιας ψυχής, που εξομολογιέται χωρίς να ποζάρει». Αν, λοιπόν, ο ποιητής (άλλωστε ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του κυρίως ποιητή) είχε την ευκαιρία να εξελίξει την ποίησή του, κάτι που δεν του χαρίστηκε στη σύντομη και βασανισμένη τα τελευταία χρόνια ζωή του, ποιος ξέρει σε ποιο ανάλογο ύψος με αυτό της πεζογραφίας του θα έφτανε.



Η σημασία του τετραδίου των «Λυρικών» έγκειται, πέρα από τη δημοσίευση των άγνωστων μέχρι τώρα ποιημάτων του, στην αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Βιζυηνός εργαζόταν στα γραπτά του. Αρχικές καταγραφές που κατόπιν, με αρκετές διορθώσεις, κατέληγαν σε μορφή ικανοποιητική για τον δημιουργό τους ή αλλιώς διαγράφονταν. Αυτή η λεπτουργία στη στιχουργική του, ανάλογη της δουλειάς που επιφύλασσε για τα διηγήματά του,  αναδεικνύει έναν γερό τεχνίτη της γλώσσας και της μετρικής. Ταυτόχρονα στα «Λυρικά» διαφαίνεται η σταδιακή εξάχρονη αποδοχή της δημοτικής γλώσσας, στην οποία συνειδητά καταλήγει έχοντας διανύσει μια πορεία αμφιταλάντευσης, επηρεασμένος από φαναριώτικά κατάλοιπα που διασώζονταν σε πολλούς ομοτέχνους του. Αλλά και στις τελευταίες καταγραφές μπορούμε να διακρίνουμε την ψυχική του ταλαιπωρία όχι μόνο στη νοηματική σύγχυση κάποιων στίχων, αλλά και στον γραφικό χαρακτήρα, που πλέον καθίσταται ασταθής. Έτσι, τα «Λυρικά» συμπληρώνουν τις πληροφορίες για τη ζωή του και το έργο του (χρονικά συμπίπτουν με τη στροφή του στη διηγηματογραφία), εμβαθύνοντας στον ψυχισμό του και προσθέτοντας ψηφίδες στην «τοιχογραφία» της προσωπικότητάς του.

Ξεχωριστή θέση στα «Λυρικά» κατέχουν τα περίπου τριάντα ποιήματα για παιδιά, με τη χρήση της δημοτικής αναγκαία πλέον, προκειμένου να κατανοηθούν από αυτά, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν και μια πρακτική εφαρμογή της διδακτορικής του διατριβής που ως θέμα της είχε το παιδικό παιχνίδι σε σχέση με την ψυχολογία και την παιδαγωγική.

Το περιεχόμενο των «Λυρικών» παρουσιάζεται στην τελική μορφή που έδωσε ο ποιητής μετά τις διορθώσεις. Όμως, στα Σχόλια που ακολουθούν παρατίθενται όλα τα αναγκαία στοιχεία, η χωροχρονική τους τοποθέτηση, η πρώτη δημοσίευση για το κάθε ποίημα, σημειώσεις στο περιθώριο και διαφοροποιήσεις στίχων, ώστε ο μελετητής να τα έχει στη διάθεσή του στη σταδιακή τους διαμόρφωση. Δημοσιεύονται και τα διαγραμμένα από τον ποιητή ποιήματα, με τις κατάλληλες επεξηγήσεις στα σχόλια.

Η επιμελήτρια του τόμου, φροντίζει στην εκτενή εισαγωγή της να μας εισαγάγει στη ζωή του Βιζυηνού, να αφηγηθεί την ιστορία του τετραδίου των «Λυρικών», τις «διαδρομές» του από χέρι σε χέρι, μέχρι να καταλήξει στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και να φθάσει ώς την έκδοση. Ο τόμος αυτός αποτελεί τη φυσική συνέχεια του έργου που η ίδια έχει ώς τώρα κάνει ασχολούμενη με τον ποιητή Βιζυηνό στο τρίτομο έργο Γ. Μ. Βιζυηνού, Τα Ποιήματα Α, Β, Γ, έκδοση και αυτή του Ιδρύματος Ελένης και Κώστα Ουράνη. Όπως τονίζει η ίδια στο εκδοτικό της σημείωμα για την αξία του έργου: «[…] πρόκειται για ένα χειρόγραφο με εργασία εν εξελίξει, που περιλαμβάνει και άγνωστο ποιητικό υλικό και παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για την ήδη γνωστή ποίησή του, όπως και για τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν ο ποιητής. Επομένως, παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον για ντον μελετητή της ποιητικής του, αλλά και γενικότερο ενδιαφέρον για κάθε αναγνώστη της ποίησής του. Άλλωστε, καθώς το πολυσέλιδο χειρόγραφο δεν έχει παραδοθεί μέχρι σήμερα στο αναγνωστικό κοινό σε μια πλήρη έκδοση, αυτή κρίθηκε επιβεβλημένη». (σ. 81).

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Άφθαρτοι στίχοι για φθαρτά σώματα ανθολογία ποιημάτων επιλογή Χριστίνα Λιναρδάκη εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Άφθαρτοι στίχοι για φθαρτά σώματα

 ανθολογία ποιημάτων

 επιλογή Χριστίνα Λιναρδάκη

εκδόσεις Μετρονόμος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Η άλλη κανονικότητα • Fractal



 



Η άλλη κανονικότητα


 

Ζώντας μέσα μια κοινωνία που προσδιορίζεται από τον βαθμό μιας αυθαίρετης κανονικότητας, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή η «μη κανονικότητα» ως ισότιμος όρος, ως δικαιωματική παρουσία. Η φθαρτότητα, εμφανής ή όχι, πέρα από μια αναπόφευκτα κοινή ανθρώπινη συνθήκη, συνιστά κι αυτή την κανονικότητά της, δίπλα σε ό,τι μπορεί να θεωρηθεί (επί ματαίω) άφθαρτο. Και, ακριβώς για το μάταιο της αιώνιας σφριγηλότητας και της εσαεί σωματικής υγείας, αξίζει περισσότερο η συνειδητοποίηση των φθαρτών και εύθραυστων «υλικών», από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι, από την όποια αλαζονική ψευδαίσθηση αιώνιας υγείας.


Σκέφτομαι πως, αν η παραπάνω πραγματικότητα γινόταν όντως συνειδητή συνθήκη, δεν θα υπήρχε η ανάγκη να δημιουργηθεί καν ο όρος «ποιητική της αναπηρίας». Αν θα υπήρχε η ισότιμη αντιμετώπιση όλων, δεν θα υπήρχε η ανάγκη να τονισθεί η παρουσία των φθαρτών σωμάτων που ποιούν έργο λογοτεχνικό, και μάλιστα ποιητικό. Αν όλοι φθαρτοί στην πλήρη επίγνωση της έννοιας, δεν θα υπήρχε η ανάγκη να εκδοθεί ένα ανάλογο βιβλίο και να γραφεί αυτό το κριτικό σημείωμα.


Υπάρχει, όμως, η ανάγκη να ακουστούν αυτές οι ποιητικές φωνές, έτσι στη διακριτή τους παρουσία, γιατί το κοινωνικό σώμα δεν έχει την ωριμότητα να αποδεχθεί τη δύσκολη αλήθεια. Μια αλήθεια που το πάσχον σώμα συχνά και το ίδιο αδυνατεί ή δεν τολμά να συνειδητοποιήσει. Όταν, λοιπόν, αποφασίζει να μιλήσει, να γράψει, πρέπει να το προσέξουμε. Όχι μόνο γιατί αξίζει την προσοχή όλων, αλλά για να αντιληφθούμε την έννοια της κανονικότητας σε νέα βάση, τόσο ευρεία που να μας συμπεριλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως.


Και είναι τότε που η έννοια της κανονικότητας εξαλείφεται εντελώς, γιατί πλέον δεν εκφράζει τίποτα. Αν όλοι εντός, τότε δεν υφίσταται περιθώριο, αν όλοι διαφορετικοί, τότε δεν υφίσταται κανόνας ισοπεδωτικής ομοιομορφίας που πάντα αφήνει απέξω τους δαχτυλοδεικτούμενους ως διαφορετικούς.


Η Χριστίνα Λιναρδάκη, με τη στήριξη των εκδόσεων Μετρονόμος, παρουσιάζει 27 φωνές που επέλεξαν τον ποιητικό λόγο (πάντοτε περιεκτικό, ουσιαστικό στην πύκνωση των νοημάτων του) για να εκφραστούν. Δεν πρόκειται για γραφές εν θλίψεσι, αλλά για κραυγές ζωής και ελπίδας, ακόμα κι αν η ελπίδα προώρισται να ισοπεδωθεί μέσα σε ένα σύστημα σκληρό και αδιάφορο. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται, πέρα από το κοινωνικό πρόσημο της όλης κατάθεσης, στην ποιητική αξία των ποιημάτων που τολμούν να εκθέσουν με τον τρόπο τους τόσο την προσωπική διαδρομή των δημιουργών τους με το άχθος της ασθένειας, αλλά και να εκθέσουν το status μιας κοινωνίας που τους αρνείται μια αξιοπρεπή ζωή. Η Λιναρδάκη στην Εισαγωγή της επισημαίνει: «Το σώμα  που νοσεί και πάσχει τοποθετείται μέσα σε έναν κοινωνικό και πολιτικό χώρο, και καθίσταται αδιάψευστος δείκτης πολιτισμού. Αποτελεί μια εν τοις πράγμασι δοκιμασία για το εκάστοτε κράτος υγείας και πρόνοιας, και σημείο ελέγχου των ρυθμίσεων που ισχύουν για την ανακούφιση ή την προσπάθεια ίασής του».


Συμμετέχουν: Δήμητρα Αγγέλου, Φανή Αθανασιάδου, Πηνελόπη Αλεξίου, Βασίλης Αμανατίδης, Αμέλια, Κατερίνα Ατσόγλου, Κατερίνα Βλαχάκη, Ελένη Γαλάνη, Αθανασία Δρακοπούλου, Βαγγέλης Ευαγγελίου, Δημήτρης Ζάχαρης, Γιώργος Θεοχάρης, Ιωάννα Καραμαλή, Σοφία Κολοτούρου, Δήμητρα Κωτούλα, Χριστίνα Λαμπούση, Χριστίνα Λιναρδάκη, Ειρηναίος Μαράκης, Αρτέμης Μαυρομμάτης, Μαρίνα Μέντζου, Μανώλης Νανούρης, Ειρήνη Παραδεισανού, Δανάη Σιώζιου, Μαρία Σταυροπούλου, Γαρουφαλιά Στέτου, Κωνσταντίνος Σύρμος, Αλήτις Τσαλαχούρη.

 

Το σχέδιο του εξωφύλλου είναι της Γαρουφαλιάς Στέτου.

 

[Για το εύθραυστον του πράγματος, αξίζει εδώ εν κατακλείδι η είδηση του θανάτου ενός από τους συμμετέχοντες ποιητές αυτού του τόμου. Ο Δημήτρης Ζάχαρης έχασε την άνιση μάχη με την ασθένεια ALS, μετά από αγώνα σχεδόν εννέα χρόνων. Δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο τον τόμο με τους άφθαρτους στίχους. Σκληρή υπενθύμιση για τον προσωπικό αγώνα των ανθρώπων που, εν μέσω μιας επώδυνης δικής τους μάχης με την ασθένεια, επιλέγουν να εκφραστούν αντλώντας από τη δυναμική της ποίησης]


Διώνη Δημητριάδου

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της λειτουργίας και ανάτασης των ψυχών,
της υμνωδίας και σαγήνης των μακαρισμών,
που αναμετριόμασταν με το χρόνο και τον κόσμο
και δικάζαμε βιαστικές τις επιλογές μας,
αστόχαστες τις στάσεις και άγουρες τις συμπεριφορές,
εκείνη τη νύχτα ανακαλύπταμε τη ζωή μας
σε κοντινούς ορίζοντες και μικρές καταθέσεις,
σε όνειρα φτιασιδωμένα κι αδέσποτες προσδοκίες.

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της απροσποίητης έκπληξης και χαράς,
της ομορφιάς της αναστάτωσης και των πόθων
που αρνηθήκαμε τη σοφία των συμβιβασμών
και παραδοθήκαμε στην αρετή των ευαισθησιών
και τη θελκτική μαγεία απόκοσμων φωνών,
εκείνη τη νύχτα διαφεντέψαμε τη ζωή μας
σε πρωτόφαντες λαχτάρες και μύχιες πεθυμιές,
σε άγνωστες διαδρομές και μακρινές περιπλανήσεις.

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της περισυλλογής και της γνώσης,
της μυσταγωγίας,της έκστασης και των ασπασμών
που μαρτυρήσαμε κοινές καταφυγές και αποδράσεις,
που αφουγκραστήκαμε σκιρτήματα και κατανύξεις,
ανίσκιωτα βλέμματα και λόγια μνημοσύνες,
εκείνη τη νύχτα διακονήσαμε τη ζωή μας
σε ιερά θυσιαστήρια και άσπιλα άβατα θεών,
στου έρωτα τα μυστικά λιοστάσια των θνητών.

Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Benjamin Maze)

Άλλοι κόσμοι Φαντασία και επιστημονική μυθοπλασία Margaret Atwood Μετάφραση: Βασιλική Σχίζα Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Άλλοι κόσμοι

Φαντασία και επιστημονική μυθοπλασία

Margaret Atwood

Μετάφραση: Βασιλική Σχίζα

Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Margaret Atwood: «Άλλοι κόσμοι»



 

 

«Τη λέξη δυσουτοπία την έφτιαξα εγώ συνδυάζοντας την ουτοπία με τη δυστοπία, δηλαδή την εξιδανικευμένη, τέλεια κοινωνία με το αντίθετό της, επειδή, κατά τη γνώμη μου, καθεμία εμπεριέχει σε λανθάνουσα μορφή την άλλη». (σ. 79). Η Μάργκαρετ Άτγουντ, έχοντας στο συγγραφικό της ενεργητικό δεκάδες σελίδες «επιστημονικής φαντασίας» και έχοντας συμβάλει στην κατηγοριοποίηση του είδους στη λογοτεχνία, ανασύροντάς το από τη λεγόμενη παραλογοτεχνία, προβάλλει εδώ τον όρο δυσουτοπία, ως μια κατάσταση του νου, που αποτυπώνεται ως τοπίο με διττό χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό, αντιπαραβάλλοντας τους δύο «τόπους», τοποθετεί την ανθρώπινη ζωή στο μέσον, με τη λογοτεχνική της αποτύπωση να κατασκευάζει «άλλους κόσμους», προκειμένου να ενσωματώσει σ’ αυτούς τον στοχασμό, την αγωνία, τον φόβο ή τη φοβία, την παραδοξότητα ή την εξοικείωση. «[…] τα λογοτεχνικά πλάσματα της θεολογίας, όπως οι άγγελοι και οι διάβολοι, μεταφέρθηκαν στο διάστημα, επειδή δεν πιστεύαμε πια τόσο στις δογματικές τους βάσεις ώστε να τοποθετούμε αυτά τα πλάσματα σε ρεαλιστικές αφηγήσεις που λαμβάνουν χώρα στη γη». (σ. 83).

Αν και χρησιμοποιείται ευρύτατα ο όρος «επιστημονική φαντασία», υπονοώντας πως πίσω από την πιο ακραία στις επινοήσεις της μυθοπλασία λειτουργεί ένας επιστημονικός μηχανισμός προς μια οιονεί απόδειξη των γραφομένων, αν όχι με στοιχεία από την πραγματική κοινωνία, ίσως από μια επερχόμενη στο μέλλον, η προσέγγιση της Άτγουντ  είναι περισσότερο βασισμένη στην εικασία, σ’ αυτό που δημιουργεί μεν η φαντασία, που όμως μοιάζει «αληθινό», σύμφωνα με μια φυσική ή και λογική σειρά.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου της η Άτγουντ εξετάζει (αυτοβιογραφούμενη) τη δική της πορεία προς αυτό το είδος λογοτεχνίας, εστιάζοντας στην επινόηση αρχικά, και κατόπιν στην καταλυτική λειτουργία, των μύθων, φιλοσοφικού ή και θρησκευτικού χαρακτήρα, που ώθησαν τη γραφή της να δώσει μορφή στα όντα και τους κόσμους τους, που είτε ως εισβολείς/επισκέπτες προς τα δικά μας οικεία μέρη, είτε ως υποδεχόμενοι εμάς ως ανοίκειους στα δικά τους, δημιουργούσαν ταυτόχρονα μια απειλή και μια προσμονή. Έχει ενδιαφέρον η τοποθέτησή της στην ολοκλήρωση του πρώτου μέρους, για τη δυσουτοπία που «[…] δεν έχει αίσιο τέλος. Οι ελπίδες έχουν συντριβεί, ξανά και ξανά. Οι καλύτερες προθέσεις έχουν οδηγήσει πολλές φορές στην Κόλαση» (σ. 111). Έτσι, αναδεικνύει τον ρόλο της συγκεκριμένης λογοτεχνίας, να μπορεί δηλαδή να προσφέρει μια θέαση τόσο στο ουτοπικό (απόμακρο και ίσως ανούσιο) όσο και στη δυστοπία, να προκαλεί μια πιο βαθιά «ανάγνωση» στο ανοίκειο τοπίο που εμφανίζεται όλο και περισσότερο σε απόσταση αναπνοής από την πραγματική ζωή.


Στο δεύτερο μέρος η Άτγουντ, ως κριτικός, αναλύει το έργο γνωστών συγγραφέων του είδους. Ξεχωρίζω το κείμενό της για το Μη μ’ αφήσεις ποτέ, του Καζούο Ισιγκούρο, καθώς αναδεικνύει τις έννοιες του φυσιολογικού και του κανονικού, έννοιες που βρίσκονται στην ιδεολογική βάση του οικοδομήματος μιας κοινωνίας που θέλει να ορίζεται από κανονικότητα, θέτοντας εκτός όποιον δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που η ίδια θέτει, αναιρώντας έτσι την έννοια του φύσει δικαίου, του όντως φυσιολογικού. Αλλά, σχολιάζοντας και τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Ώλντους Χάξλυ, τον βλέπει ως μια ονειρική ουτοπία και μια δυσοίωνη δυστοπία ταυτόχρονα, εστιάζοντας στη διττή ανθρώπινη  φύση, καταδικασμένη να υποφέρει έχοντας συνείδηση του μελλοντικού χρόνου, ωστόσο ικανή να φανταστεί μια βελτιωμένη κατάσταση.

Στο τρίτο μέρος η Άτγουντ επανέρχεται στη δική της γραφή επιστημονικής φαντασίας, επιλέγοντας πέντε διηγήματά της. Τα μοτίβα τους: η κρυογονική, η επίσκεψη εξωγήινων στον κόσμο μας, η δική μας επίσκεψή μας σε άλλον κόσμο, η χρονοκάψουλα και τέλος, ένα κομμάτι από τον Τυφλό δολοφόνο, με αίσια κατάληξη.

Στην έκδοση περιλαμβάνεται επίσης μια απαντητική επιστολή της Άτγουντ στην εκπαιδευτική περιφέρεια Τζάντσον, σχετικά με την απαγόρευση του βιβλίου της Η ιστορία μιας θεραπαινίδας, για την προσβολή προς τους χριστιανούς και τη σεξουαλική του ωμότητα. «Με τιμά να γνωρίζω ότι τα γραπτά μου λαμβάνονται κατά γράμμα», θα πει, με νόημα.

Το βιβλίο Άλλοι κόσμοι είναι σε μετάφραση της Βασιλικής Σχίζα, η οποία είναι και η υπεύθυνη της σειράς ROBOTA των Πανεπιστημιακών εκδόσεων Κρήτης. Μια ενδιαφέρουσα σειρά που συνδυάζει την επιστημονική φαντασία με θέματα φιλοσοφίας, τεχνολογίας, θρησκείας, επιστήμης και θεωρίας της λογοτεχνίας. Στόχος να προβληθεί η επιστημονική φαντασία, εντασσόμενη ευλόγως στον λογοτεχνικό «κανόνα», λόγω του βάθους των εννοιών που πραγματεύεται αλλά και των επίκαιρων προβληματισμών που προκύπτουν από την ανάγνωση. Εν προκειμένω το βιβλίο της Άτγουντ, δοκιμιακού χαρακτήρα, που δεν προσφέρει απλώς ένα περίγραμμα του είδους, αλλά το προσεγγίζει στην πολυμορφία του.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Για το βιβλίο της Κατερίνας Παπαδημητρίου

Για το βιβλίο της Κατερίνας Παπαδημητρίου 
την Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2026, βρεθήκαμε, μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις, στο βιβλιοκαφέ των εκδόσεων Εύμαρος. Το χαρήκαμε πολύ!















Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ώς την τελευταία σταγόνα Δέσποινα Νάσσου εκδόσεις Συρτάρι η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 



 Ώς την τελευταία σταγόνα

Δέσποινα Νάσσου

 εκδόσεις Συρτάρι

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ως την υπερχείλιση • Fractal




 Ώς την υπερχείλιση


«Δεν νομίζω ότι με έβλεπες, αν και ήμουν ακριβώς μπροστά σου, όρθια, σχεδόν σε ακουμπούσα… Δεν τολμούσα να σε αγγίξω. Φοβόμουν εκείνο το κενό βλέμμα που με διαπερνούσε, σα να ήμουν φάντασμα κι έκανε τον παγωμένο αέρα στα μάγουλά μου ακόμα πιο τσουχτερό». (σσ. 16-17).


Έτσι νιώθει μπροστά στη μητέρα της η οκτάχρονη Αννέτα, ηρωίδα της νουβέλας της Δέσποινας Νάσσου. Ένα κενό βλέμμα, μια κενή νοήματος σχέση. Μια σύντομη σε έκταση γραφής ιστορία, που διαβάζεται μέσα από τις διαφορετικές «φωνές», τη διαφορετική οπτική των προσώπων γύρω από τη μητέρα. Αν ήταν μυθιστόρημα θα το λέγαμε πολυφωνικό. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στο δεύτερο συγγραφικό εγχείρημα της Νάσσου είναι πως μέσα σε λίγες σελίδες έστρεψε το βλέμμα της σ’ αυτά τα διαφορετικά πρόσωπα, με γρήγορη εναλλαγή, έτσι που σχεδόν να ακούγονται ταυτόχρονα, να διασταυρώνονται ή να βαίνουν παράλληλα, συνιστώντας μια εικόνα αντιδράσεων και σκέψεων, στην ουσία αλληλεπιδράσεων.


Τα δύο ετεροθαλή αδέλφια, η Αννέτα και ο πέντε χρόνια μεγαλύτερός της Τόμας, είναι τα απευθείας θύματα του αλκοολισμού της μητέρας τους. Γύρω τους τα υπόλοιπα πρόσωπα, άλλα σε πιο άμεση γειτνίαση με το πρόβλημα, άλλα σε πιο έμμεση, θα συγκροτήσουν έναν κύκλο «οικογένειας» στη θέση της πραγματικής που είναι πάντοτε απούσα. Το πρόσωπο της μητέρας μένει χωρίς «φωνή» στην ιστορία. Ό,τι μαθαίνουμε προέρχεται από την εικόνα που δημιουργούν τα υπόλοιπα πρόσωπα μέσα στις αφηγήσεις τους, επικεντρώνοντας στην υποκειμενική διάσταση (ενισχυμένη δραματουργικά από τον παροντικό χρόνο της αφήγησης) που παίρνει για το καθένα η μητέρα, ο εθισμός της και τα συνακόλουθα προβλήματα. Την ίδια θα την ακούσουμε μόνο μέσα από μια επιστολή που γράφεται κάποια χρόνια μετά τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορία αυτή καθεαυτήν. Το συγγραφικό τέχνασμα της Νάσσου να εσωκλείσει την ιστορία της ανάμεσα σε δύο σελίδες ημερολογίου της Αννέτας, αφήνει έξω της πλοκής την ίδια τη μητέρα ως «φωνή» και άποψη, με εμφανή ωστόσο τα σημάδια που έχει αυτή εγγράψει στον ψυχισμό των παιδιών της. Αν είχε επικεντρωθεί στη φωνή/άποψη της μητέρας –κάτι που θα λειτουργούσε αρνητικά ως προς την αληθοφάνεια, καθώς αυτή δεν θα ήταν σε θέση να δει καθαρά τι της συνέβαινε αλλά και τις επιπτώσεις στα παιδιά της– τότε θα επρόκειτο για μια άλλη εντελώς ιστορία, που θα άγγιζε περισσότερο τα όρια της ψυχαναλυτικής γραφής. Εδώ, όμως, το κύριο πρόσωπο δεν είναι η μητέρα. Θα έλεγα ότι δεν είναι καν το μικρότερο από τα δύο παιδιά, η Αννέτα, αν και τόσο η παρουσία της όσο και η οπτική της είναι περισσότερο διακριτές. Η γραφή της Νάσσου  επιχειρεί να μιλήσει για το πρόβλημα του αλκοολισμού, καθιστώντας αυτό ως κύριο «πρόσωπο» μιας ιστορίας που αν πρέπει να την κατατάξουμε σε κατηγορία, θα της προσδίδαμε τον κοινωνικό  χαρακτήρα.



Λέμε συχνά πως η αξία ενός συγγραφέα γίνεται περισσότερο διακριτή, όταν δούμε το δεύτερο συγγραφικό του εγχείρημα. Στην περίπτωση της Νάσσου έχουμε δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά βιβλία. Η πρώτη της ιστορία ήταν η προσωπική της αντιμετώπιση του τραύματος και του φόβου απέναντι στην ασθένεια, αλλά και η υπέρβασή της, μέσα από τον αλληγορικό χαρακτήρα ενός παραμυθιού. Με άλλα λόγια, η αλήθεια της πίσω από ένα αναγκαίο, όσο και παραπλανητικό φίλτρο. Τώρα παίρνει την απαραίτητη συγγραφική απόσταση από ένα πρόβλημα κοινωνικό στις προεκτάσεις του, μεταβαίνοντας στη θέση του συγγραφέα-παρατηρητή, του παντογνώστη με τη μηδενική εστίαση, αφήνοντας τα πρόσωπα της ιστορίας να μιλήσουν το καθένα στη θέση ενός ομοδιηγητικού ή και αυτοδιηγητικού αφηγητή σε κύριο ή δευτερεύοντα ρόλο.


«[…] Εκείνο το πρωί, μόλις είχα τελειώσει με το γάλα κι είχα αφήσει το μπρίκι στην άκρη. Δεν έκλεισα όμως τον διακόπτη της συσκευής, όπως συνήθως. Ήθελα να ζεστάνω τα δάχτυλά μου. Αναρωτιόμουν αν υπάρχουν πιο ζεστά μέρη στον κόσμο, κάπου που η θερμοκρασία να μην πέφτει για μήνες κάτω από το μηδέν. Έκανα όνειρα, ναι, το παραδέχομαι... Απαγορεύεται να ονειρεύεσαι; Ρε, μάλλον θα απαγορεύεται κι αυτό το έμαθα τελευταίος. Αν ήξερα τι θα επακολουθούσε, είμαι σίγουρος ότι θα είχα προτιμήσει να φύγω για το σχολείο χωρίς να πιω ούτε μια σταγόνα γάλα. Και χωρίς να κάνω ηλίθια όνειρα» (σσ. 50-51).


Ωστόσο, κλείνοντας το μάτι στον προσεκτικό αναγνώστη, διαβαίνει διακριτικά τα όρια της παντογνωσίας, «μετέχοντας» σε κάποιο σημείο με τη δική της «φωνή» και «παρουσία». Σ’ αυτό, επομένως, το δεύτερο βιβλίο της έκδηλη η επιλογή να μιλήσει με μεγαλύτερη ευθύτητα, να θίξει πέρα από το προσωπικό τραύμα την παθογένεια μιας κοινωνίας με πολλαπλά τραύματα, που συνήθως μένουν στη σιωπή.


Δεν είναι τυχαία η επιλογή της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του εξωφύλλου (Χριστίνα Καραντώνη, Προς-πέραση), σκιές σε κίνηση. Αλλά και ο τίτλος ως σημαίνον με διαφορετικά σημαινόμενα: κυριολεκτική η σταγόνα του αλκοόλ, μεταφορική η υπομονή που εξαντλείται, τα όρια μιας υπερχείλισης που είναι ανάγκη να τα υπερβείς, προκειμένου να διασώσεις ό,τι ακόμα αξίζει να διασωθεί, ακόμα κι αν η τελική αξία θα μετρηθεί με μόνη την απόπειρα της υπέρβασης.

 

Διώνη Δημητριάδου