Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ μυθιστόρημα Κωνσταντία Σωτηρίου εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ

μυθιστόρημα

Κωνσταντία Σωτηρίου

 εκδόσεις Πατάκη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το μυστικό κυπριακό «τοπίο» • Fractal


 

 

Το μυστικό κυπριακό «τοπίο»

 

Η ξεχωριστή γραφή της Κωνσταντίας Σωτηρίου, ήδη αναγνωρίσιμη από τα προηγούμενα έργα της, έρχεται τώρα, στο πρόσφατο μυθιστόρημά της, να δέσει με όλα τα προηγούμενα και να αποκορυφώσει στην καλύτερη ώς τώρα συγγραφική της στιγμή. Μια αφήγηση πρωτοπρόσωπη, της γραίας, που ενσωματώνει στα δικά της βάσανα τον καημό όλου του κόσμου, τότε και τώρα, γιατί «Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», όπως το έγραψε ο Σκιαθίτης σ’ εκείνο το «Μοιρολόγι της φώκιας», σε μια ισορροπία του πραγματικού με το πάντοτε παρόν μυθικό.

Δύο ιστορίες θα ακούσουμε σε άρτια προφορικότητα, με καταργημένη μέσα τους την ευθεία χρονική γραμμή, καθώς όλα έρχονται και φτιάχνουν συνειρμούς, ο χρόνος άχρονος πατάει πότε στο τότε της ανάλγητης αγγλικής αποικιοκρατίας, πότε έρχεται στο σήμερα για να αντιστρέψει τα πράγματα: εκεί που τότε ο φτωχός λαός των χωριών της Κύπρου άφηνε τη ζωή του έρμαιο στα συμφέροντα όσων εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεία σιδηροπυρίτη, ή στην  κατασκευή των δρόμων των πόλεων, τώρα είναι οι ξένες εργάτριες, που μειονεκτούν απέναντι σε μια πλέον ευημερούσα χώρα. Ποιος μένει να θυμάται, όμως, εκείνους τους εργάτες που πέθαιναν από την πνευμονοκονίαση, τις γυναίκες τους (εύγλωττη η φωτογραφία στο εξώφυλλο με τις γυναίκες εργάτριες στις ανασκαφές της δεκαετίας του ’50), που αναγκάστηκαν να πάρουν στους ώμους τους όλη την οικογένεια; Ποιος νοιάζεται σήμερα για τις δολοφονημένες αλλοδαπές γυναίκες, βυθισμένες στην κόκκινη λίμνη, που απέμεινε θλιβερό μνημείο ενός μεταλλείου που «αναποδογύρισε»;

 

Άφηκε τούτον τον μεγάλο τον λάκκο, την τρύπα που ήρθε και γέμισε με νερό, όπως έπιαναν οι βροχές, γέμισε τελικά με νερό ο λάκκος και σιγά σιγά έγινε λίμνη, και επειδή είχε το χώμα τα μέταλλα, έγινε σκούρο το νερό, κόκκινο και μαύρο και φαρμακερό, επειδή είχε δηλητήριο το νερό το κόκκινο, ήταν μολυσμένη η κόκκινη που έγινε τούτη η λίμνη. (σ. 81).

 

Η ζωντανή αφήγηση μοιάζει να παίρνει αυτή όλη την ευθύνη του τότε και του τώρα, αυτή να νοιάζεται για το τελευταίο θύμα που δεν βρέθηκε και να παρακαλεί να είναι ζωντανό το κορίτσι, σαν αυτή η ευχή να μπορούσε να αναστήσει όλους τους δικούς της πεθαμένους.

Εμβόλιμα κεφάλαια, με την αφήγηση να αλλάζει πρόσωπο, πηγαίνοντας με τη φωνή της γιαγιάς της γραίας πίσω μια ακόμη γενιά, επιτρέπουν στη συγγραφική πρόθεση, καταργώντας τα χρονικά διαστήματα, να πλάσουν διαφορετικά τη Γένεση, τοποθετώντας το νησί του χαλκού, την Κύπρο, στο κέντρο της δημιουργίας του κόσμου, παρουσιάζοντας τα τέσσερα γένη των ανθρώπων σε μια εύστοχη παραλλαγή του ησιόδειου μύθου με τα πέντε γένη, κατόπιν φέρνοντας στο προσκήνιο μια ξεχασμένη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας με την κλεμμένη από τον Τσάτσγουερθ  κεφαλή του χάλκινου Απόλλωνα, θυμίζοντας ύστερα την ιστορία του ιερέα Κινύρα και την τιμωρία του από τον θεό Απόλλωνα, μιλώντας όμως και για την παράδοση με τα Μερομήνια (μηναλλάγια) αλλά και το διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό κόσμο παραμύθι της δεκαοχτούρας στην κυπριακή παραλλαγή «Κοστέσσερα πεθερά». Πώς πλάθεται, αλήθεια, η ιστορία του κόσμου μέσα από την προφορική παράδοση, ακουμπώντας στην τοπική μικροϊστορία των τόπων, και πώς έρχεται μετά η λογοτεχνία όλα αυτά να τα συνταιριάξει, να μειώσει την απόσταση από την αλήθεια στην επινόηση, να πει πως όλα ένα είναι.


Δύο κεφαλές θεών, από διαφορετικές θρησκείες διέρχονται όλο το βιβλίο, χωρίς να συναντώνται παρά μόνο στο μυαλό της αφηγήτριας. Ο ένας, ο Απόλλωνας, πότε θεός τιμωρός μέσα στον μύθο, πότε αγλάισμα τέχνης αρχαίας, που οι ντόπιοι δεν κατανοούν και τον παρομοιάζουν με τον Δράκο που τους στερεί το νερό, οι ξένοι, όμως, αναγνωρίζουν το χάλκινο πολύτιμο απομεινάρι και το κλέβουν. Ο άλλος, ο θεός στον θόλο της εκκλησίας, έτοιμος να δεχθεί την παρακλητική προσευχή, ως ύστατο αποκούμπι. Και οι δύο, όμως, σιωπούν, με τη θνητή ύπαρξη να κατανοεί πια πως:

 

[…] δεν είναι να του έχεις πίστη του θεού, δεν είναι να του έχεις εμπιστοσύνη. Ό,τι και να κάμεις του Θεού θα σε βρει, αν το θέλει η μοίρα το κακόν. Και το μόνο που μένει εις τον άνθρωπον είναι να έχει καλά υστερινά, να έχει τέλος καλό και να πεθανίσκει γέρος και μακάριος κι ευτυχισμένος. (σ. 77).

 

Έτσι όπως στη γραφή της Σωτηρίου όλα βρίσκουν τη θέση τους, όμοια και ανόμοια, παλαιότερα και τωρινά, έτσι όπως η γλώσσα (κυρίως η γλώσσα) στα χέρια της γίνεται η ίδια από μόνη της ιστορία, καθοδηγώντας την αφήγηση σε  μια διαρκή ροή, συχνά χωρίς να έχει ανάγκη την τελεία, όπως και η σκέψη άλλωστε την αγνοεί, σκέφτομαι πόσο ελληνική μεν, αλλά τόσο διαφορετική από την ελλαδίτικη (για να χρησιμοποιήσω την κυπριακή λέξη που τις διακρίνει μεταξύ τους) είναι η γραφή των σημαντικών Κύπριων συγγραφέων. Μια άλλη ματιά στον κόσμο, μοιάζει. Πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς ακολουθεί κατ’ ανάγκη την ιστορική πορεία ενός λαού που βρέθηκε αποκομμένος από την Ελλάδα, άθυρμα συχνά πολιτικών σχεδιασμών και συμφερόντων. Είναι καλό, νομίζω, η λογοτεχνία τους να παραμείνει έτσι ξεχωριστή, μια άλλη ματιά στη ιστορία και τους μύθους της ελληνικότητας, χωρίς «ξένα» πρότυπα, ακόμα κι αν αυτά γράφονται στην ελληνική επίσης γλώσσα. Είναι πλούτος απαράμιλλης αξίας.

 

 Διώνη Δημητριάδου


ΣΠΟΝΔΕΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΣΠΟΝΔΕΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



Γλίστρησε το χέρι της στα μαλλιά του,
του πέρασε στη χούφτα ένα κλωνί βασιλικό
και τον έβγαλε με την ευχή στο δρόμο,
μάτι κακό να μην τον δει,
λόγος πικρός μην ακουστεί
και να ’χει καλογραμμένο ριζικό.
Δεν είχε τίποτε άλλο η μάνα να του πει,
τίποτε να του δώσει.
Είχε αδειάσει την ψυχή, όλα του τα ’χε δώσει.

Έστεκε ο κύρης ανέκφραστος πιο κει
κι έριξε τη ματιά του καρφί και χάδι,
ν’ απλώσει κι άλλο η γη, δρόμοι να τον χωρέσουν,
να δέσει στην οδύνη, χωρίς υπεκφυγή,
στην ευφορία, να υψωθεί μ’ ευθύνη,
χωρίς μέτρο στο πρωί και υπολογισμό στο βράδυ.
Δεν είχε τίποτε άλλο να προσθέσει,
όλα του τα ’χε τάξει.
Άφωνο γιομάτο στόμα, όλα του τα ’χε τάξει.

Τον πρόλαβε στου μεσημεριού την υπεροψία
και γητευτή θωρώντας τον στα πάθη,
του έφερε στη χούφτα του τα μαλλιά της
την αγριάδα των καιρών να ημερέψει
και τ’ όνειρο το άγουρο να πλέξει,
δώθε από την παραίτηση και κείθε από τη θλίψη.
Δεν είχε τίποτε άλλο εκείνη να του φέρει,
τίποτε να του πει.
Άφθαρτη γλώσσα της σιωπής ‚όλα του τα ’χε πει.

Και η ζωή, του άνοιξε το μυστικό μετόχι,
την ώρα που δρασκέλιζε τις ύποπτες ρωγμές
κι άφηνε πίσω του όλες του τις μικρές στιγμές,
σπονδή κι αυτός ως μύστης να προσφέρει,
τη μήτρα μάνα ν’ αρνηθεί
και στο φως του ήλιου να εξαγνιστεί.
Δεν είχε τίποτε άλλο απ’ τη ζωή να πάρει,
τίποτε για να ζήσει.
Έζησε το αιώνιο και όλα τα είχε ζήσει. 

 Γιώργος Αλεξανδρής
(Έργο: Νικόλαος Γύζης, Μάνα με παιδί, 1890)

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Ανθούλα Δανιήλ: Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, Εκδόσεις ΑΩ 2025


Η Ανθούλα Δανιήλ γράφει 
για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι 
της Διώνης Δημητριάδου
ΑΩ εκδόσεις
η πρώτη δημοσίευση στο Περί ου




Η Διώνη Δημητριάδου γράφει τη συλλογή Αδώνιδος κήποι. Μότο της ο στίχος του Οδυσσέα Ελύτη «Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται», από τη συλλογή Τα Ελέγεια της Οξώπερας, και το ποίημα «Ρήμα το σκοτεινόν».

Με την ονομάτων επίσκεψιν οι Κήποι ανθίζουν, ανοιξιάτικα και πασχαλινά. Με άλλα λόγια, εν πρώτοις, πένθιμα. Να κάτι που φαίνεται παραδοξολογία, αλλά δεν είναι, εφόσον η άνοιξη έρχεται με τα λουλούδια στους αγρούς, αλλά και με τα θεία και ανθρώπινα πάθη. Θυμίζω πρόχειρα το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Οδυσσέα Ελύτη και το ποίημα του Σικελιανού «Στ’ Όσιου Λουκά το Μοναστήρι».

Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο ο Ωραίος Άδωνις πέθανε και αναστήθηκε την Άνοιξη. Όμως το «πέθανε» βαραίνει περισσότερο στη συλλογή και το «αναστήθηκε» στον μύθο. Η ποιήτρια βρίσκει την ευκαιρία για να μας μιλήσει για τον μυθικό ωραίο νέο που το πέρασμά του από τη ζωή ήταν σύντομο. Κι όταν η αρχαία παράδοση ανακατεύτηκε με τη νέα θρησκεία και ο συγκρητισμός έφερε τον Ιησού στον Άδωνι κοντά, έφτασαν να συνυπάρχουν παλαιοί και νέος θεός, μέσα από παρόμοια σύμβολα.

Για τον ωραίο Άδωνι, κονταροχτυπιούνται δύο θεές. Η Αφροδίτη και η Περσεφόνη. Τελικά τον μοιράζονται. Γιατί, η μία του πάνω κόσμου και η άλλη του κάτω, συμβολίζουν τη ζωή και τον θάνατο. Και οι δύο υπηρετώντας τη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά του ίδιου μηνύματος.

Ο Ελύτης ζητάει από το χέρι του το δεξί να ζωγραφίσει κείνο που τον πονεί δαιμονικά (βλ. Ημερολόγιο…), η Διώνη Δημητριάδου κρατά μολύβι στο χέρι και μ’ αυτό ζητά να «ξεράσει λυγμό», το «σαράκι» που κατατρώει το μέσα της, που όμως «από φωτιά… αστράφτει» και καταγράφει την «κληρονομιά» της με την «ελάχιστη φωνή» της:

Ευχή κι όχι κατάρα / με μια ελάχιστη φωνή/ το πιο βαρύ. στα ποιήματα/ φορτίο να σηκώνεις // Ήθος του ποιητή/ το άχθος του ανθρώπου

Με άλλα λόγια, η ποιήτρια γίνεται η αίρουσα τις αμαρτίες του κόσμου.

Οι «Αδώνιδος κήποι» μας εξηγεί ότι είναι τα πιατάκια με τη φακή που εθιμικά χρησιμοποιούνταν στη λατρεία του Αδώνιδος, αλλά και την μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο. Η φακή που την βρίσκουμε και στην Αγία Γραφή και στην αρχαία ελληνική παράδοση είναι το φαγητό του πένθους, «φόρος τιμής παλιάς θεότητας στο νέο θεό». Ο μικροσκοπικός σπόρος της, ωστόσο, είναι δυναμογόνος. Είναι ο σπόρος που πεθαίνει, όπως λέει ο Σεφέρης, αλλά και ο σπόρος που ξαναβλασταίνει.

Ο Σεφέρης, επίσης, μεταφράζει το ποίημα του Σίντνεϊ Κιζ, «Θρήνος για τον Άδωνη», και οι στίχοι που κλείνουν το ποίημα


Η ομορφιά σου είναι πληγή στο πλευρό του κόσμου.
Αίμα σου φέρνω και τραγουδώ το αίμα το σκορπισμένο,



γραμμένοι τον Μάρτη του 1942, βλέπουν σαν Άδωνη, την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο. Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης, αλλά είναι και ο Mars,ο Άρης- πόλεμος.



Η Δημητριάδου σ’ αυτή τη συλλογή, στους Κήπους του Αδώνιδος, έχει αρχίσει πόλεμο και αναμετριέται με το μέγα πένθος. Με τον θάνατο που όμως είναι η συνέχιση της ζωής, αλλά που γι’ αυτόν δεν μπορείς να πάρεις πληροφορίες παρά μόνον έναντι θανάτου.

Ωστόσο, πριν φτάσει εκεί, έχει πάρει πληροφορίες από όλη την ελληνική παράδοση, θρησκεία, φιλοσοφία, λογοτεχνία, και έτσι η παλαιά γνώση και η επανάληψη ηθών, εθίμων, εποχών, διαθέσεων, συναισθημάτων συνηθειών, η δική της κληρονομιά, αξιοποιείται με το άξιο «μολύβι» της και την «ελάχιστη φωνή» της. Έτσι λέει εκείνη, όμως η φωνή δεν είναι ελάχιστη ή, ας πούμε, ότι είναι η ζητούμενη αστραπή ή οι «εκλάμψεις του μυαλού» που αστραπιαία θα της δείξουν κάτι από τα ζητούμενα. Βεβαίως δεν διστάζει και δεν φοβάται να μπει βαθιά και στα σκοτεινά τα μονοπάτια:

Κι όμως πώς θα ’θελα / σαν Μαύρο Άγγελο/ να κατεβαίνεις να σε δω απ’ την πλαγιά/ κι ύστερα στα κύματα πατώντας/ να καταργείς της θάλασσας το υγρό τοπίο

Δύο στοιχεία εδώ έρχονται και πάλι να συνθέσουνε εκείνον που

Κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει

μια καλησπέρα της Γκόλφως.(Νίκος Γκάτσος, Αμοργός, Μέρος Στ΄), χωρίς να μας διαφεύγει και ο ΑΛΛΟΣ, Εκείνος που περπάτησε πάνω στα κύματα με γύρω του τους φτωχούς ψαράδες…



Τα τέρατα, δαίμονες και θεοί, είναι πολλά. Κι ένα απ’ αυτά είναι τα χρόνια που περνούν και δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσουν: «Την προδοσία των καιρών /δεν ξέραμε ακόμη/ Η εικόνα σαρώνεται μακριά/ κι εσύ ένα κενό».

Κάπως έτσι έρχεται και εκείνη η «ξεκινημένη από μακριά στερνή χλομάδα» (βλ. Οδυσσέα Ελύτη, «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»), και του Γιώργου Σεφέρη η αίσθηση «ο ποιητής ένα κενό» («Ο βασιλιάς της Ασίνης»).

Αν στην αρχαία τραγωδία η ανυπέρβλητη δύναμη είναι η Ανάγκη, η Δημητριάδου με ίδιο φορτίο χρησιμοποιεί τη λαϊκότερη Μοίρα. Μοίρα που πολλές φορές θα την βρούμε και στον Σεφέρη και στον Ελύτη και σε άλλους ποιητές.

Ας καταμετρηθεί λοιπόν η απουσία/ μολύβι και χαρτί και προσοχή πολλή/ μην τύχει και μας παρασύρειη μνήμη/ / Όσοι πιο μακρινοί ας περιμένουν// Εδώ έχουμε νέες αφίξεις

Οι παραπάνω στίχοι δείχνουν ασφαλώς τις πρόσφατες απουσίες «οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν» και συνιστούν αυτοί την πιο πρόσφατη και άμεση πληγή.

Τα θραύσματα ενός αγγείου, τα αποσπάσματα ενός κειμένου, ένα ραγισμένο σερβίτσιο που άλλοτε θα μπορούσε να είναι σωτήριο, τώρα όχι, «μικρά – αδιόρατα σχεδόν/ ρήγματα ανοίγονται στην άκρη του μυαλού/ να ξεχειλίσει η οδύνη / να σωθείς από τον βέβαιο πνιγμό// Μερεύει ο νους και χάνεται / μες στην απατηλή γαλήνη του// Επιστροφή στο σπίτι// Πάλι».

Το όλον μοιάζει σαν να έχει υπόβαθρο το σεφερικό ποίημα «Επί Ασπαλάθων». Τα «ρήγματα» σαν του «μυαλού τ’ αυλάκια», οι ασπάλαθοι στο τοπίο και η «Γαλήνη»… το βράδυ η «Επιστροφή στο σπίτι» και η «περικοπή» και η σωτηρία: «να σωθείς από τον βέβαιο πνιγμό»…η έσχατη ελπίδα για την ποιήτρια, η οποία αν και «σκοτεινή», εκεί, στα κείμενα, βρίσκει καταφυγή. Σαν να μας λέει πως δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι χιλιάδες εκείνοι που προηγήθηκαν και ούτε που μπορούμε να φανταστούμε πόσοι είναι αυτοί που ακολουθούν. Όμως για λίγη λάμψη γι’ αυτήν την αστραψιά τού νου άξιζε ο κόπος.

Αίμα η γραφή, παλιά η διαπίστωση, τα ποιήματα γράφονται με αίμα και ξενύχτι, με κόπο από νυχτερινές περιπλανήσεις σε τόπους άγνωστους με την περιέργεια για φανό στα σκότη. Ωστόσο, «Στεγνό πηγάδι ο θάνατος/ λαθεύεις πως θα δεις ως τον βυθό του», την ώρα που ο δικός της «Μιχάλης …με τη ρομφαία ακονισμένη να με αγγίζει…» και είναι η εικόνα του και η ρομφαία του με την κοφτερή της όψη, και ο ρόλος του τέτοιος που έρχεται πάνοπλος ως έρως ελθών εξ ωράνω πορφυρίαν περθέμενος χλάμυν, ως Άγγελος, που έρχεται με την «άφευκτη ορμή του» ή που στάθηκε για λίγο να ξεκουραστεί και το σημάδι από τη ρομφαία στο λαιμό μου δεν είναι ερωτικό φιλί αλλά αίμα…

Η Δημητριάδου συστέγασε ψηφίδες από ό,τι καλό έχει να προσφέρει η Παιδεία της σε ένα δικό της δημιούργημα. Ο Άγγελός μου, ο Μιχάλης, ο Μιχαήλ ο ψυχοπομπός μου, ο ερωτάς μου, ο Σολωμός μου, ο Σικελιανός μου, ο Σεφέρης μου, ο Ελύτης μου, οι αρχαίοι και οι νεότεροι, οι πυλώνες της ελληνικής ποίησης από γενέσεώς της και εξής είναι τα θεμέλιά της, θα μπορούσε να πει. Και τα βουνά σηκώνει στους ώμους της και πάνω της η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.

Ωστόσο, κρατά χαμηλά τον τόνο, δεν αφήνεται να παρασυρθεί από μεγάλες υποσχέσεις… και αντλώντας παραδείγματα από άλλες μορφές τέχνης παίρνει τα μηνύματα. Η νεκρή φύση π.χ.: «μήλα στο τραπέζι που σαπίζουν… φθίνουν τα σεσηπότα» και βαθιά πέρα από τις γωνίες και μέσα από τον καθρέφτη βλέπει αν είναι εκεί αυτοί που εκείνη βλέπει ή θέλει να βλέπει ή νομίζει πως βλέπει.. Τολμά να αμφισβητεί το «θείο», το πήλινο που ψήλωσε ο νους του και το είπε «κάτι όμοιο εαυτώ». Ο Λύκος μέσα της δεν θα ησυχάσει αν με αίμα δεν ξεπλυθεί, λέει.

Η Δημητριάδου, όπως ήδη είπα και πιο πάνω, ελέγχει όλο το φάσμα της ελληνικής δημιουργίας, και αυτό φαίνεται σε κάθε ποίημα, στίχο και σκέψη, σε κάθε λέξη που δείχνει την καταγωγή της. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας, είπε ο Σεφέρης Και γι’ αυτό σαν παιδιά της αντιμετωπίζει τις λέξεις και ας τις μετατοπίζει σε «δυστοπικά» ποιήματα (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη), αν οικειοποιηθούμε την «άφευκτη ορμή του» του Άγγελου, του Αρχαγγέλου, του Μιχάλη που επανέρχεται «με σκούρο δέρμα» και «με βλέμμα μαύρο/ σκοτεινό», «Με μαύρο μαντίλι στο λαιμό», αλλά πάντα ο ίδιος σε στίχους γνώριμους παλαιούς, αλλά κι αλλιώς μοντέρνος σύγχρονος και αιώνιος· τέτοιος ανέκαθεν. Τέτοια η φτιαξιά του, τέτοιος και ο δικός μας τρόπος να τον εξευμενίσουμε…

Συχνά η Δημητριάδου στα ποιήματα παραθέτει ένα, ας πούμε, επίμετρο· μια αγκύλη άλλης ποιητικής μορφής, συμπέρασμα λογικό αλλά και πάλι όχι, μα μόνο αλλιώς ποιητικό. Η Δημητριάδου δεν μπορεί να φιμώσει την ποιήτρια που καλπάζει μέσα της, ηνίοχος και άλογα μαζί σε δυνατό ψυχοσωματικό τροχασμό. Κι ένα ακόμα δεν μπορεί: να αφεθεί στην ελπίδα πως κάτι υπάρχει. Μα, ναι, υπάρχει αυτό που δεν έχει παρηγοριά και τα λόγια που μας υποχρεώνει να πούμε για να το εξοστρακίσουμε για λίγο· το αναπόφευκτο.

Των ποιητών είναι το χρέος μάλλον

να ψάχνουνε στον γκρίζο χάρτη της ζωής

αδιόρατα τα ίχνη των ανθρώπων

κείνων που χάθηκαν χωρίς κανένα σήμα

δηλωτικό της παρουσίας τους



Δικό τους μέλημα έχει οριστεί

από τους άγραφους κανόνες

αυτοί μονάχα να μιλούν με τη φωνή εκείνων

περίγραμμα της όψης τους να δίνουν

τον ήχο και το νεύμα να διασώζουν

……………………………………..

Τελικά, κάτι διασώζεται. Η ποιήτρια έσπειρε τους δικούς της σπόρους της δυναμογόνας φακής στους ανθηρούς και πένθιμους Κήπους του Αδώνιδος.

Στο εξώφυλλο, το έργο της Φωτεινής Χαμιδιελή, Βυθός. Μια γυναίκα που λαβαίνει μηνύματα από τα άπατα ή άφταστα… όπως οι Άγιοι, οι ποιητές και η ποιήτρια.

Ανθούλα Δανιήλ



 


Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Αντώνης Ε. Χαριστός Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου Ε.Λ.Α.-17 Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης Κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη Εισαγωγή; Ευστράτιος Τζαμπαλάτης Εκδόσεις Υψικάμινος η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 




Αντώνης Ε. Χαριστός

Η επαναστατική αντι-βία 
στην ανατομία του δικαίου

Ε.Λ.Α.-17 Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης

Κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη

Εισαγωγή; Ευστράτιος Τζαμπαλάτης

Εκδόσεις Υψικάμινος

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr





Μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη γύρω από τη θεματική της αντιπαράθεσης κρατικών/εξουσιαστικών μηχανισμών και κοινωνικού σώματος, συνιστά το πρόσφατο έργο του Αντώνη Χαριστού. Μια μελέτη, που θέτει στο κέντρο της ανάλυσης το ισχύον σύστημα εν συνόλω, με τους θεσμικούς πυλώνες του (κυρίως το νομικό πλαίσιο) να συγκρατούν στη θέση του ένα κατ’ ουσίαν ετοιμόρροπο οικοδόμημα. Αν ισχύει αυτό, όμως, τότε το βάρος της ευθύνης μετατίθεται στους ώμους των καταπιεσμένων μονάδων – αποφεύγω συνειδητά κάθε όρο που θα παρέπεμπε σε συνολικά μεγέθη, καθώς σε ένα υπό διάλυση σύστημα όλα τα δομικά του στοιχεία αδυνατούν να συστήσουν σύνολο με σαφή ιδεολογία, άρα και ταυτότητα. Από το σημείο, ωστόσο, αυτό εκκινεί ένας προβληματισμός που αφορά τον ρόλο (άρα και την ευθύνη) όσων στο όνομα του καταπιεσμένου που αδυνατεί να αντιδράσει αναλαμβάνουν τη δράση, εν είδει μιας αμφίβολης εκπροσώπησης.

Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης (ο όρος εδώ κατ’ ανάγκη, καθώς πρόκειται για ασαφή και «βολική» συνθήκη) θυμάμαι πώς περιμέναμε, μετά από κάθε τρομοκρατικό χτύπημα, την προκήρυξη (συνήθως στην τότε Ελευθεροτυπία), προκειμένου να αντιπαραβάλουμε το δίκαιο του χτυπήματος με την ιδεολογική του υποστήριξη, όχι πάντοτε επιτυχή. Γνωρίζαμε, ή έστω εικάζαμε, ότι πίσω από όσους είχαν τον ρόλο του εκτελεστή, υπήρχε μια καθοδήγηση που θα έπρεπε να ανήκει στον χώρο της διανόησης (τουλάχιστον σε μία περίπτωση αυτό εκ των υστέρων αποδείχθηκε) και καμία σχέση δεν θα είχε με την εργατική τάξη την οποία εκπροσωπούσε. Στέκομαι σ’ αυτό το σημείο, γιατί εμφανώς στο βιβλίο του Χαριστού προκρίνεται η ύπαρξη μιας εργατικής τάξης που θεωρητικά, στηριγμένη στη μαρξιστική ιδεολογία, ηγείται των κοινωνικών στρωμάτων, εφόσον φυσικά την όποια ηγεσία την εντάσσουμε στην προοπτική μιας επαναστατικής διαδικασίας. Έρχεται στον νου μου η εκτίμηση του Λένιν για το αριθμητικό μέγεθος της «μάζας» που την εννοούσε να αριθμεί χιλιάδες και εκατομμύρια. Αν τότε η εκτίμηση αυτή εν μέρει λειτούργησε, πόσο σήμερα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και μάλιστα με την εργατική καθοδήγηση;

Οι κοινωνίες εξελίσσονται, αρνητικά ή θετικά, και οι ιδεολογίες λαμβάνουν υπ’ όψη τους τις κοινωνικές μεταλλάξεις. Όσο οι δυτικές κοινωνίες θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το μονοπωλιακό κεφάλαιο («Οι ιδιωτικοποιήσεις και ο “ανάλγητος” δημόσιος τομέας σκιαγράφησαν τον δημόσιο λόγο στη σφαίρα τού ιδιωτικού βίου, επιτρέποντας ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας να επιδοθούν σε αγώνα δρόμου για το ατομικό κέρδος», σ. 671) –με την εξάρτηση να μεγεθύνεται όσο πιο περιθωριακή στις παγκόσμιες εξελίξεις είναι μία χώρα, όπως η Ελλάδα– τόσο οι μηχανισμοί της εξουσίας θα βρίσκουν τον τρόπο να αντιμετωπίζουν την όποια αντίδραση, όχι κατ’ ανάγκη να τη φιμώνουν αν θέλουν να κρατήσουν ένα δημοκρατικό προσωπείο, αλλά να την ενσωματώνουν, θέτοντάς την εντός των ορίων μιας προσχεδιασμένης «τοιχογραφίας» που επιτρέπει την ελεγχόμενη αντίδραση, ακριβώς γιατί νομιμοποιεί την ύπαρξη τους και την κυριαρχία τους. Σ’ αυτήν ακριβώς τη λογική λειτουργούν και οι κομματικοί μηχανισμοί, συνιστώντας ένα ευρύ φάσμα από την πιο ακραία, φασιστική ιδεολογία έως την πιο ακραία αριστερή· δεν παύουν να αποτελούν «σχήματα», με οριακή δυνατότητα αυτονόμησης από το μοντέλο μιας οιονεί δημοκρατικής κοινωνίας. Στο βιβλίο του Χαριστού εύστοχα αποκαλύπτεται ο ρόλος των κομματικών και κατ’ επέκταση συνδικαλιστικών σχηματισμών, ως επίσης εξουσιαστικών μηχανισμών καθοδήγησης και ποδηγέτησης, εξυπηρετώντας την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία, ως εξαρτήματά της, συνήθως πολύ βολικά για τις επιδιώξεις της.

Το σύνθημα «βία στη βία της εξουσίας», πολύ διαδεδομένο σε πρότερες εποχές, θέτει τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά ζητήματα. Και μόνον ο όρος αντι-βία προϋποθέτει τον ρόλο του θύματος απέναντι στον θύτη (εν προκειμένω τον κρατικό μηχανισμό σε όλες τις εκφάνσεις του, εμφανείς ή όχι) άρα αναγνωρίζει στον θύτη την κυρίαρχη θέση· με άλλα λόγια η βία δρα και η αντι- βία αντιδρά. Πιστεύω ότι από αυτή την πραγματικότητα ως αφετηρία, και με τη συνακόλουθη αδράνεια της «εργατικής» τάξης, καλύπτοντας έτσι και το πρακτικό θέμα «ποιος αναλαμβάνει και με ποιες δυνάμεις», άρχισε στην Ελλάδα, για να μείνουμε μόνον εκεί, η δράση των τρομοκρατικών οργανώσεων. Ελάχιστα, κατά τα χρόνια της έντονης δράσης της αντι-βίας, υπήρχε ηθικό πρόβλημα, τουλάχιστον στους κόλπους των αριστερών κύκλων (και δεν εννοώ, φυσικά, τα κόμματα εδώ), καθώς η ηθική ως διαλεκτικό αντίβαρο της ιδεολογίας ένιωθε «καλυμμένη» από αυτούς που αναλάμβαναν να την εκπροσωπήσουν, στα πλαίσια ενός αυτοδίκαιου αιτήματος ξεκαθαρίσματος – ας μην ξεχνάμε πως το επίσημο δίκαιο ελάχιστα ανταποκρινόταν στη λαϊκή απαίτηση για τιμωρία των ενόχων της δικτατορίας, στρατιωτικούς, βασανιστές κ. λπ.





«Η εξουσία πάντα κατασκευάζει τι πρέπει να θεωρείται ηθικό και τι ανήθικο, με βασικό και διαχρονικό πάντα στόχο να καλύπτει την ανηθικότητα των ισχυρών οικονομικά τάξεων που συγκροτούν και συντηρούν τον εξουσιαστικό μηχανισμό» (Εισαγωγή του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη, σ. 15)



Στην Εισαγωγή του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη που συνοδεύει τη μελέτη του Χαριστού, και που συνιστά μια μελέτη επίσης, διαβάζουμε μια ενδιαφέρουσα παράμετρο του παραπάνω ζητήματος, που εν πολλοίς ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μου, στην ανάγκη για δικαίωση. Ας μη μας διαφεύγει ότι η διαμόρφωση της «κοινής» γνώμης (όρος που από μόνος του στην ουσία ακυρώνεται) είναι στα χέρια πάντα της εκάστοτε κυρίαρχης ιδεολογίας, οπότε χρειάζεται το αντίβαρο τουλάχιστον για να ισορροπήσει, αν όχι (μακάρι) να αφυπνιστεί:



«Η επαναστατική δράση δε στοχεύει, και δεν είναι ο μοναδικός σκοπός της, να εντοπίζει στόχους και να τους υπονομεύει ως πράξη απόδοσης λαϊκής δικαιοσύνης. Το τελευταίο αποτελεί ένα βασικό κομμάτι της επαναστατικής δράσης, αλλά όχι αυτοσκοπό. Τις περισσότερες φορές το σημαντικότερο έργο της βρίσκεται στην αντιπληροφόρηση, στην “ένοπλη προπαγάνδα” και στην κατάδειξη και υπενθύμιση του κοινωνικοταξικού εχθρού, που είναι το αστικό καθεστώς, κράτος και οι μηχανισμοί του και όλοι όσοι το υπερασπίζονται – είτε άμεσα είτε έμμεσα» (σσ. 27-28)



Εν κατακλείδι, ένα βιβλίο χρήσιμο (αν και όχι χρηστικό ως εγχειρίδιο λόγω μεγέθους), θεωρητικό με ικανά, ωστόσο, τεκμήρια (κυρίως στις σημαντικές υποσημειώσεις), που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφορμή ενός διαλόγου για τόσα θέματα που ακόμη παραμένουν ανοιχτά. Ποιο το επαναστατικό υποκείμενο, φορέας της επαναστατικής ιδεολογίας; Ποια είναι σήμερα η θέση και η ταυτότητα της εργατικής τάξης; Σε σχέση με αυτήν, πώς παρουσιάζονται οι άλλες τάξεις σήμερα, μέσα σε έναν κατασκευασμένο κοινωνικό «πολτό»; Πώς ο εν υπνώσει εφησυχάζων ιδιώτης μεταλλάσσεται σε ενεργό συμμέτοχο της επαναστατικής πράξης; Ποιος ο ρόλος της διανόησης και σε ποια πεδία λειτουργεί; Στην πράξη, και όχι θεωρητικά, πώς γίνεται η υπέρβαση των κομματικών και των συνδικαλιστικών μηχανισμών; Ενδεικτικά μόνον αυτά τα ερωτήματα, καθώς επί του θέματος αυτού προκύπτουν διαρκώς και άλλα.

Εκτενείς οι παραπομπές όσο και η βιβλιογραφία.



Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΟΧΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΟΧΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ





Ανέσυρε νοσταλγικά από αυριανές ημέρες,
μνήμες της χειραφετημένης γενιάς του,
μαθητείες και κατακτήσεις αυτόνομης πορείας,
μύχια καθώς λευτερώθηκε από τη βία της ιστορίας
και την ανάγκη της συνέχειας και της προοπτικής.
Φυλλομέτρησε με ενθουσιασμό αιρέσεις και ανατροπές,
ψηλάφησε μ’ ευφορία οράματα και δημιουργίες
κι ευτύχησε πρεσβευτής μιας δόκιμης εποχής,
με ορισμό το σεβασμό και όνειρα για ορίζοντες.
Ήθελε ν’ ανήκει στην εποχή του.
Όμως δεν ήταν αυθεντικοί ούτε κι ασύλητοι οι καιροί
παρά γυμνός απόηχος προσδόκιμων αυθαιρεσιών,
παλιών επινοήσεων πλοκή κι ενοχικών αναθημάτων.
Και σάστισε που θήτευε στη δυναστεία της διδαχής,
που ανακάλυπτε το λόγο του σε ξένες προφητείες
και μάθαινε τη μίμηση και την αποδοχή
ως λυτρωτική κατάκτηση και ολοκλήρωση προσωπική.
Ήθελε να του ανήκει η δική του εποχή.
Ανοιχτή κι αμφίδρομη, χωρίς αναφορές και δικαιώσεις,
αναλλοτρίωτη από πρότυπα χρησμούς και δικαιώσεις,
θέσπισμα ομόθυμο χωρίς ιδανισμούς και πιστώσεις.
Και διεκδίκησε τη δική του ακηδεμόνευτη εποχή.
Όλα δεν είχαν ειπωθεί, όλα δεν είχαν γίνει.
Περίσσευε η γνώση και η ασχημάτιστη ορμή,
το δικαίωμα στο όνειρο και η ελευθερία στη ζωή.

Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Όνειρο στο τραίνο, Mark Davidson)

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Εννιά παραμύθια Όσκαρ Ουάιλντ Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Εννιά παραμύθια

Όσκαρ Ουάιλντ

 Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων

εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια ανάγνωση στον παραμυθιακό (όχι παραμυθητικό) κόσμο του Ουάιλντ • Fractal



 

 

Μια ανάγνωση στον παραμυθιακό (όχι παραμυθητικό) κόσμο του Ουάιλντ

 

Μιλώντας για τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ, δεν μπορώ να μη σκεφθώ αν πρόκειται για μια «παιδική» ματιά στον κόσμο, βοηθούσης φυσικά της συγγραφικής τέχνης, άρα με τη συνακόλουθη κατάργηση της αμεσότητας και της παιδικής αθωότητας, η οποία θα καταγραφόταν μόνον αν το ίδιο το παιδί έγραφε ό,τι έβλεπε και ένιωθε από τον κόσμο γύρω του.

Δύσκολα κάποιος θα κατέτασσε τα εννιά αυτά παραμύθια στην αμιγώς παιδική λογοτεχνία, καθώς η θεματική τους αλλά και ο ιδιαίτερος τρόπος που ο μοναδικός αυτός συγγραφέας ξετυλίγει την πλοκή τους, επιμένοντας στην αισθητική του λόγου, προτάσσοντας άρα τη μορφή σε σχέση με το περιεχόμενο (βασική αρχή την οποία κάποτε θα πρέπει να εμπιστευθούμε), μοιάζει περισσότερο να απευθύνεται στον ενήλικα αναγνώστη. Μια τέτοια, φυσικά, θέση προϋποθέτει την αρχική συγγραφική πρόθεση, όχι πάντα ξεκάθαρη και ίσως όχι και αναγκαία στην ερμηνεία της. Αν, παράλληλα, λάβουμε υπόψη μας τον αισθητισμό του Ουάιλντ, κρατώντας ικανή απόσταση από τον όποιο διδακτισμό ή ηθικό ωφελιμισμό, φαίνεται πως ένας ενήλικας αναγνώστης αναγνωρίζει μέσα στις ιστορίες αυτές κάποια εκδοχή του εαυτού του ή των γύρω του, βλέπει μια κοινωνία όπου δεσπόζει η αδικία, ο εγωισμός, η αλαζονεία, η επιδίωξη του κέρδους, η σκληρότητα, η ανισότητα, μια εικόνα που του είναι τόσο πολύ γνωστή.

Ένα παιδί, όμως, ειδικά αν έχει μάθει τη ζωή όπως του την προσφέρουν τα συμβατικά παραμύθια ως τρόπο εισχώρησής του στον κόσμο των ενηλίκων ως πιστό τους αντίγραφο, παραμύθια όπου πάντα υπάρχει ένα καλό τέλος, όπου οι ανισότητες λειαίνονται με μαγικό τρόπο, ή ακόμα και η σκληρότητα εξαλείφεται και ο κακός μεταποιείται σε αγαθό ον, θα ξαφνιαστεί από την ιδιοτυπία αυτών των παραμυθιών. Το ξάφνιασμα, όμως, είναι ένα βήμα προς τη βαθύτερη κατανόηση των ρυθμών της κοινωνίας. Έχει, νομίζω, εδώ σημασία να επισημανθεί η λειτουργία του αισθητισμού, που μπορεί, μέσω της υπηρέτησης του ωραίου και χωρίς μια προφανή διάθεση κοινωνικής κριτικής, να προσελκύσει το ενδιαφέρον, ιδίως στα παιδιά, για τα κοινωνικά προβλήματα. Ή, να το πούμε αλλιώς, η απόλυτη θέση «Η Τέχνη για την Τέχνη», αν είναι όντως τέχνη άξια, χάνει τον απόλυτο χαρακτήρα της θέλοντας και μη. Άλλωστε, η αισθητική είναι ένας τρόπος να φανεί μέσα της το προσωπικό ήθος του δημιουργού, όπως και ο ιδεολογικός του κόσμος. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά πόρρω απέχουν από τον ηθικό διδακτισμό που, σε καμία περίπτωση, δεν επεδίωκε ο Ουάιλντ.



Παραμυθιακός ο κόσμος αυτών των ιστοριών, με τα μαγικά στοιχεία να αντιμάχονται την πραγματικότητα, άλλοτε να εμφανίζονται ως καθημερινότητα, αγγίζοντας τον μαγικό ρεαλισμό, άλλοτε να εξαφανίζουν τον πραγματικό κόσμο, να επιβάλλονται, να κυριαρχούν. Παραμυθιακός κόσμος αλλά όχι παραμυθητικός, καθώς δεν στοχεύουν την παραμυθία, δηλαδή την παρηγοριά· εδώ ο κόσμος παραμένει άδικος, η ανισότητα κερδίζει στα σημεία, το τέλος προκαλεί θλίψη, ακόμα κι όταν αποκαθίσταται μια αδικία. Ο αντισυμβατικός συγγραφέας, που ήξερε να φθάνει ώς τα άκρα την άρνησή του για τις στερεότυπες αντιλήψεις, μοιάζει σ’ αυτές τις ιστορίες να απευθύνεται στα παιδιά περισσότερο και όχι στους ενήλικες – άσχετα αν  απολαμβάνουμε κι εμείς την τέχνη τους, με επίγνωση της ευστοχίας τους. Η «Διαπρεπής ρουκέτα» είναι μια τόσο αυθεντική εικόνα (προφητική ως προς την εξέλιξη των μεγεθών) του σημερινού μας κόσμου. Το «Αστερόπαιδο» καταδεικνύει τη διάρκεια και τη ισχύ των μηχανισμών της εξουσίας, ακόμα κι όταν κάποια φωτεινά διαλείμματα δικαιοσύνης αναφαίνονται.

Ευχής έργο που έχουμε στα χέρια μας μια φρέσκια μετάφραση των παραμυθιών από τον Μάνο Κοντολέων, που ένα μεγάλο μέρος της γραφής του αφορά τα παιδιά, και έχει ασκηθεί εύστοχα στο είδος της παιδικής λογοτεχνίας, με μια θεματική ουσίας, που την αναβαθμίζει. Μετάφραση με αβίαστη ροή λόγου, γεγονός που αποδεικνύει την πιστότητα όχι μόνον του πρωτοτύπου αλλά και του σύγχρονου λόγου. Το ίδιο συμβαίνει και με την ένατη ιστορία, «Ο ψαράς και η ψυχή του», την οποία μεταφράζει η επίσης έμπειρη, και με λογοτεχνική ευαισθησία, Κώστια Κοντολέων. Καμία ευφάνταστη περιγραφή δεν χάνει την αξία της, η κάθε λέξη εμπλουτίζει τη σύνθεση του όλου.

Ο Μάνος Κοντολέων μάς χαρίζει και μια σύντομη μεν, όμως ουσιαστική, εισαγωγή στον παραμυθιακό κόσμο του Ουάιλντ, συνδέοντας τη θεματική και τον τρόπο των ιστοριών αυτών με το υπόλοιπο έργο του, αποδεικνύοντας έτσι πως η γραφή μία είναι, ασχέτως της μορφής που κάθε τόσο παίρνει, απηχώντας δημιουργικά τη συγγραφική ταυτότητα.


Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

[…]

Και τότε κατάλαβε. Και έβγαλε κραυγή απόγνωσης και σωριάστηκε στο πάτωμα κλαίγοντας γοερά. Αυτό το σιχαμερό τέρας, αυτός ο αηδιαστικός καμπούρης, ήταν αυτός  ίδιος! Και με αυτό το τέρας γελούσαν τα παιδιά και η μικρή Πριγκίπισσα. Κι εκείνος τόλμησε  να πιστέψει πως τον είχε αγαπήσει. Ενώ κι εκείνη, μαζί με τους άλλους, κορόιδευε την ασχήμια του και ξεκαρδιζότανε με τα στραβά του πόδια. Γιατί δεν είχαν αφήσει στο δάσος, εκ/ει όπου δεν υπήρχαν καθρέφτες να του δείχνουν την ασχήμια του; Γιατί δεν τον είχε σκοτώσει ο πατέρας του, παρά τον είχε αφήσει να ζήσει αυτή την ντροπή; Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μαγουλά του και με λύσσα μάδησε το τριαντάφυλλο. Μαζί του, το ίδιο έκανε και το τέρας. Τα πέταλα του λουλουδιού σκορπιζόντουσαν ολόγυρα. Το τέρας, όπως και ο ίδιος, κυλιόταν στο πάτωμα και ο ένας κοιτούσε το παραμορφωμένο από τον πόνο πρόσωπο του άλλου. («Τα γενέθλια της Ινφάντα», σ. 136).

 

 

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Oδός Πανός® εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων έτος 45o, τχ. 210, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2026

 



Oδός Πανός®

εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων

έτος 45o, τχ. 210, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2026








ΠEPIEXOMENA

Σελίδες για τον

Άγγελο Σικελιανό

3 Ανέστης Μελιδώνης: Άγγελος Σικελιανός: Από τον Rodin στον Θεόφιλο

21 Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο

26 Γιώργος Κιμούλης: Αλέξης Μινωτής – Μια εκκρεμότητα του θεάτρου

33 Κωνσταντίνος Ανδρουτσόπουλος: Για την αγάπη

34 Χρίστος Χριστοφής: Με την ματιά του συλλέκτη...

40 Βαγγέλης Χρόνης: Μάριος Πλωρίτης

43 Δέκα ποιήματα του Μάο Τσε-Τουνγκ (1893-1976). Μετάφραση Μαρία Τσάτσου

51 Θανάσης Θ. Νιάρχος: Σελίδες ημερολογίου

56 Μαρία Δ. Κύρου: Πώς θα ’ταν άραγε…

57 Μάριος Βασιλόπουλος: 50 Χαϊκού

60 Βασίλης Κοντόπουλος: 76η Berlinale. 12 - 22 Φεβρουαρίου 2026

65 Μανόλης Φέλιος: Το τσουρέκι

*

67 Εύα Στάμου: Η αυτο-κοινωνικο-βιογραφία της Ανί Ερνό

75 Γιούλη Βολανάκη: Ανί Ερνό: Οι μετέωρες στιγμές της

85 Τζένη Θεοφανοπούλου: Η κοινωνική και φεμινιστική «επικράτεια» της Ανί Ερνό

*

105 Κωνσταντίνος Βορβής: Πεθαίνοντας νέοι

106 Πασχάλης Δήμου: Καίτη Γκρέυ η φωνή των λυγμών

108 Αθανάσιος Αθάνατος: Η Λαϊκή Diva… Καίτη Γκρέυ

110 Βιβλία. Γράφουν οι: Διώνη Δημητριάδου, Κατερίνα Δασκαλάκη, Θανάσης Μαρκόπουλος,

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Χάρης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Δρίτσας, Στέλλα Πριόβολου, Νίκος Φωτόπουλος, Αντώνης Καρτσάκης, Εύα Στάμου, Θωμάς Υφαντής, Τάκης Π. Πιερράκος, Κωνσταντίνος Βορβής,

Κωνσταντίνος Μπούρας, Γιώργος Χρονάς

168 Τα νέα μας βιβλία του 2026

171 Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα

173 Θέατρο. Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Μπούρας, Αθανάσιος Βαβλίδας, Γιώργος Παπαγιαννάκης

183 Κινηματογράφος: Κωνσταντίνος Μπούρας

185 Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές Ανταπο-κρίσεις

196 Δευτέρα




Υπάρχει στα βιβλιοπωλεία:

Πολιτεία

Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)

Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)

Πατάκης

Αχιλλέας Σίμος

Ελευθέριος Τζανακάκης

Χρήστος Μαρίνης

Α. Κανάκης

Συμμετρία Α. Ε.

Τσιγαρίδας Α. Ε.

Ευριπίδης Α. Ε.
Σμυρνιωτάκης Greek books
Δ. Τσανάς – Σ. Δημόπουλος
Σκλαβούνος Παράσχης
Ηλίας Μαγγόπουλος
Κέντρο του Bιβλίου (Θεσσαλονίκη)
Μαλλιάρης (Θεσσαλονίκη)
Κεντρί (Θεσσαλονίκη)
Oblik Editions (Θεσσαλονίκη)
Πολύκεντρο Θαλασσινού (Κως)
Βιβλιοπωλείο Οδός Πανός, Διδότου 39 και Ιπποκράτους
106 80 Αθήνα, τηλ 2103616782
e-mail: chronas@otenet.gr
και όπου ζητηθεί με αντικαταβολή.
Διανομή από το Πρακτορείο Τύπου, Άργος Α.Ε., μόνο στην Αττική,
και στο αεροδρόμιο Αθηνών