Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Μανόλης Αναγνωστάκης Εισαγωγή-ανθολόγηση: Δημήτρης Δασκαλόπουλος εκδόσεις Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Μανόλης Αναγνωστάκης

Εισαγωγή-ανθολόγηση: Δημήτρης Δασκαλόπουλος

 εκδόσεις Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη • Fractal

 



Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη


Το τριακοστό τέταρτο βιβλίο της σειράς «Δύο Αιώνες ελληνικής ποίησης» με εισαγωγή και ανθολόγηση του έργου του Αναγνωστάκη από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο εκδόθηκε από το «Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος-Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης», στο πλαίσιο ενός προγράμματος, στο οποίο σύγχρονοι Έλληνες ποιητές ανθολογούν και παρουσιάζουν σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής ποίησης των τελευταίων διακοσίων χρόνων, από τη μεγάλη ιστορική τομή του αγώνα της Ανεξαρτησίας έως τις απαρχές του 21ου αιώνα.

Και είναι ευχής έργο που ένας τόσο εμβριθής μελετητής, όπως ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος,  παρουσιάζει στον παρόντα τόμο έναν ποιητή όσο και στοχαστή εν τω λόγω, τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Η ανθολόγηση από όλο το έργο του ποιητή ακολουθεί, όπως είναι φυσικό αλλά και επιθυμητό, την προσωπική εκτίμηση του ανθολόγου για την επιλογή όσων σημαντικών και ενδεικτικών της ποιητικής του ανθολογούμενου, αλλά και του ιδεολογικού προσανατολισμού του, όσο και της ιδιοσυγκρασίας του. Άλλωστε, όπως δηλώνει ο ίδιος στο «Σημείωμα του ανθολόγου»: «Έτσι κι αλλιώς, ο εκάστοτε ανθολόγος εκφράζει τις δικές του απόψεις και προτιμήσεις. […] Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να εκτίθεσαι στην κρίση του επαρκούς αναγνώστη».

Διαβάζουμε στην Ανθολόγηση των σχεδόν διακοσίων σελίδων, ποιήματα του ολιγογράφου ποιητή, που σκιαγραφούν την ιδεολογική του πορεία με την επίγνωση της αξίας τόσο της φωνής του όσο και της σιωπής του εν καιρώ πρέποντι,  διακρίνουμε στα κριτικά του δοκίμια εμφανή την ωριμότητα (αν και όχι πάντα συνάδουσα με την ηλικία του, καθώς από νεαρός ασχολήθηκε με κριτική ευστοχία με τα γραπτά των άλλων), εκτιμούμε για μια φορά ακόμη το σατιρικό του πνεύμα στον Μανούσο Φάσση του, το ετερώνυμό του, συλλέγουμε πολύτιμες ψηφίδες για τη συνολική του παρουσία στην τέχνη του και στη ζωή του, πάντα σε πιστή ανταπόκριση με την εποχή του.


Της ανθολόγησης προηγείται μια πολύ ενδιαφέρουσα εκτενής και διεισδυτική Εισαγωγή, με τον τίτλο «Ο πιο ψηλός της παρέας», στην οποία ο Δασκαλόπουλος άλλοτε με την ιδιότητα του μελετητή-δοκιμιογράφου και άλλοτε με την απλότητα του αναγνώστη (πόσο ευεργετική και καθοριστική για το αποτέλεσμα η μείξη των δύο), προσεγγίζει τον άνθρωπο, τον ποιητή, τον ιδεολόγο της Αριστεράς, το κριτικό πνεύμα του καιρού του, τον εύστοχο πάντα στοχαστή. Η παρεμβολή καταγεγραμμένων σκέψεων του ποιητή δίπλα σε αποσπάσματα κριτικών για το έργο του, καθώς και ο συγχρονισμός των έργων του με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του, συνιστά, πέρα από μια ολοκληρωμένη εικόνα του Αναγνωστάκη, μια πρόκληση στον προσεκτικό αναγνώστη να τοποθετήσει τον ποιητή στη σωστή θέση, αυτή που του αρμόζει μέσα στην «τοιχογραφία» του καιρού του. Ταυτόχρονα να σκεφθεί την αξία μιας ποίησης που πηγάζει από τραυματικά βιώματα, ενός τολμηρού λόγου που θα ευχόταν να γίνει κατανοητός όχι μόνο για την αξία της ποίησης αυτής καθ’ εαυτήν, αλλά και για τη μεταποίησή της σε δράση που ταυτοποιεί μια ζωή άξια λόγου. Εντούτοις, και στην ποίησή του μόνον αν μείνουμε, θα δούμε τον τρόπο του να μεταφέρει στα ποιήματά του τον αέρα της εποχής, χωρίς κραυγαλέα συνθήματα, να συνομιλεί με τον άνθρωπο, όχι καθοδηγώντας τον αλλά παρουσιάζοντάς του τον προσωπικό του κόσμο, ήθος γεμάτο, σε αντιπαράθεση, σε αντίθεση και συχνά σε άρνηση με τον κόσμο που τον περιβάλλει, με τον οποίο συγκρούστηκε από τη νεαρή του ηλικία.

 

«Προερχόμενος από οικογένεια βενιζελικών φρονημάτων, ενταγμένος από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αριστερά, καταγράφει στα ποιήματά του με ευκρίνεια, και άλλοτε με σιωπές και αποσιωπήσεις, την αγωνία και τα προβλήματα που θα επιχειρήσουν να αποδώσουν και άλλοι ποιητές της ίδιας γενιάς, κάποτε με περισσότερο κραυγαλέους τρόπους». (Εισαγωγή, σ. 18).

 

Ως τεκμηρίωση για την πολυεπίπεδη προσέγγιση του Αναγνωστάκη από τον Δασκαλόπουλο, παραθέτω τους τίτλους των ενοτήτων της Εισαγωγής: Το πλαίσιο/Βοηθήματα, Οι απαρχές, Το Ξεκίνημα και ο Φοιτητής, Ο ποιητής, ο κριτικός, Ο ανθολόγος, Το περιοδικό Κριτική, Ο πολίτης, Ο αλληλογράφος, Ο μεταφραστής, Ο εικαστικός.

Η έκδοση συμπληρώνεται με το Επίμετρο, στο οποίο βλέπουμε Χρονολόγιο, Εργογραφία, Βασική βιβλιογραφία. Ακολουθεί το Εργοβιογραφικό σημείωμα για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και Εικονογραφικό παράρτημα. Μια πολύ προσεγμένη πλήρης έκδοση για τον Μανόλη Αναγνωστάκη που συμπίπτει με τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του.

Ευφυές το σχέδιο του εξωφύλλου με το σύμβολο ενός ολόκληρου ιδεολογικού κόσμου που στην εφαρμογή του κατέρρευσε (άραγε από τα λάθη του ή από εγγενείς αδυναμίες, είναι ένα ερώτημα που θα απασχολεί επί μακρόν την Αριστερά) να στέκει όρθιο ως ερωτηματικό.


Διώνη Δημητριάδου

Για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Λίλια Τσούβα

 



Για την ποιητική συλλογή 
Αδώνιδος Κήποι

της Διώνης Δημητριάδου

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Λίλια Τσούβα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal










Το ρυθμικό μοιρολόι της ύπαρξης





Ποιητική του τέλους και της φθοράς είναι η συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» (ΑΩ, 2025). Δομικό στοιχείο της ο θάνατος, θέμα διαχρονικό, με ποικιλία αισθητικής μετάπλασης, που αναδεικνύει τη διαρκή αναμέτρηση του ανθρώπου με τη νομοτέλεια. Η συλλειτουργία του με την ποίηση αφορά την ανάγκη μιας έστω φευγαλέας προσπέρασης. Παραμυθητική η τέχνη. Το μοτίβο συνδέεται συχνά με τη θρησκευτική πίστη. Όλες οι θρησκείες καταγίνονται με τον θάνατο. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη έχει αναγάγει τη γιορτή του Πάσχα σε κορυφαίο γεγονός. Πάνω στον Σταυρό ο Υιός του Θεού επικυρώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, όμως τη μετατρέπει σε ελπίδα. Τη Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση.

Η Δημητριάδου εστιάζει στο μοτίβο του θανάτου το οποίο συμπλέκει με αυτό της ποίησης. Μνήμη, λήθη, θρησκευτική πίστη συνυφαίνονται. Τον τίτλο αντλεί από την αρχαία μας παράδοση. Στην αρχαία Αθήνα, προς τιμήν του Άδωνη, οι γυναίκες καλλιεργούσαν φακή και άλλα φυτά σε πήλινες γλάστρες ή πιατάκια. Αυτούς τους μικρούς «κήπους του Αδώνιδος» πετούσαν τελικά στη θάλασσα ή σε πηγές. Το έθιμο σηματοδοτούσε το εφήμερο πέρασμα του θεού από τη γη, το παροδικό της ζωής, της νεότητας και της ομορφιάς, τη φθαρτότητα. Το αρχαίο έθιμο πέρασε στο χριστιανικό τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας. Τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας έβγαζαν αυτά τα πιατάκια με τη φυτρωμένη φακή.

Στους «Αδώνιδος κήπους» η Δημητριάδου συνομιλεί με τον θάνατο. Το αργόσυρτο και ρυθμικό μοιρολόι με το μαύρο και γκρίζο χρώμα που τεχνουργεί εσωκλείει την αγωνία και τον θρήνο της ανθρώπινης ύπαρξης για το τέλος. Την αέναη πορεία από την ακμή στην παρακμή, τη νεότητα στο γήρας, τη ζωή στον θάνατο, αναπαριστά σε αναλογία με την ανθοφορία και τον μαρασμό της φύσης, με επανάληψη των μοτίβων του Άδωνη και της Μεγάλης Παρασκευής, του Επιταφίου και της Ανάστασης, των λέξεων «πιατάκι», «φακή», «στάχτη», «φως», τις έννοιες του πένθους, της μνήμης, της λήθης.

ΑΔΩΝΙΔΟΣ ΚΗΠΟΙ

[…] Αναλογίστηκε χιλιάδες χρόνια πίσω εκείνον τον άλλο, τον όμορφο, τον νέο, τον ευλογημένο συνάμα και καταραμένο. Να ζει ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο. Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. Να γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιης μνήμης. Για να ξεχαστεί πάλι. Σε μιαν αέναη πορεία του σκότους μέσα στο φως, Θεοί καινούργιοι και παλιοί. Η μοίρα τους η λήθη.

Πήρε στο χέρι της το πιατάκι με τη φακή που είχε πια βγάλει φύτρα και μεγάλωνε. Φόρος τιμής παλιάς θεότητας στον νέο θεό. Το ακούμπησε στο περβάζι. Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, και τα τωρινά και τα μακρινά. Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών.

Από μακριά ήδη ακουγόταν η πρώτη μελωδία. Του Επιταφίου που όλο και πλησίαζε. (σελ. 10)

Ψέλνοντας τον κύκλο της ζωής και του θανάτου στη γη η Δημητριάδου διερμηνεύει το καθολικό αίσθημα, ένα αίσθημα αυθεντικό, βγαλμένο από το κατακάθι της ανθρώπινης ψυχής. Συμφιλιωμένη με την τραγικότητα της μοίρας, εκφράζει μια ρεαλιστική αποδοχή της φθαρτότητας, μια ηρωική θα λέγαμε μελαγχολία.

ΑΤΟΠΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Άωρος θάνατος

αφανισμός του νέου θεού

μέσα στην άνθιση της γης

οι πασχαλιές να σε μεθούν

να ξέρουν από μαρασμό

να ξέρουν από θάνατο

κι εκείνος να φθίνει αργά

να λιώνει

να μαραίνεται

να φεύγει

να ξεχνιέται

στη μάταιη πια

τη θεϊκή λατρεία



Απομεινάρια ταπεινά

κήποι εφήμεροι

του Αδώνιδος η μνήμη

καλά κρατεί

τον τόπο ετούτο

σαν Πάσχα

σαν Ανάσταση

ξαναγεννιέται νέα μορφή

κόκκινη μες στο αίμα

να κυβερνάει τους λαούς

να μη λαθέψουνε και πουν

πως όλα φθείρονται

πως καταργούνται

μες στη λήθη

Τη μοίρα τους ακολουθώντας

λεν πως πεθαίνουν οι θεοί



Γελάει ο Άδωνις

το νέο ρούχο του φορεί

τα νέα του σημάδια

δοξαστικά

λατρευτικά

καθόλου δεν τον νοιάζει

η νέα του μορφή

τη συμφιλίωση έμαθε

την αναγκαία προσαρμογή

ίαμα στη φθορά (σελ. 11-12)



Η νηφάλια αποδοχή της νομοτέλειας του τέλους μέσα από την ανακύκλωση και τη διαρκή αναγέννηση της φύσης συμπορεύεται με την απόρριψη κάθε θρησκευτικής πίστης. Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾿ οὐρανός, Ζεύς τοι τὰ πάντα χὤ τι τῶνδ᾿ ὑπέρτερον, γράφει ο αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής Αισχύλος. Η θεότητα δεν είναι παρά παραδόσεις, υπολείμματα παλιάς λατρείας που παίρνουν καθαρά συμβολική έκφραση. Αναδύεται από την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχθεί το τετελεσμένο. Από τον ζοφερό κόσμο του Άδη ξεπηδά. Ο ουρανός, αντίθετα, της ελληνικής παράδοσης αποδέχεται τον θάνατο, όπως αποδέχεται και «τον κόσμο τον εφήμερο, τον τραγικά ωραίο». Η πλέρια γεύση της ζωής και του θανάτου συμπλέει με την αρχαία ελληνική ελευθερία που δεν έχει ανάγκη από ψευδαισθήσεις, λόγια αναμονής κάποιου λυτρωμού. Για το ελεύθερο άτομο η συμφιλίωση με τον θάνατο είναι κέρδος ζωής.



ΣΗΜΑ ΤΑΠΕΙΝΟ

Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί

αφήνοντας τα ίχνη τους

λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς

που μάταια ψάχνουν

με τα κλειστά τους μάτια

να λιγοστέψει ο κόσμος – να σωθούν

το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν

μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα

ταιριάζοντας τη φύση τους με δυο μέτρα χώμα

κάτι να μείνει -όχι γι’ αυτούς

μα για τους άλλους που έρχονται

να το πιστέψουν έτοιμοι

ανίδεοι στη θέα του κενού (σελ. 42)





Δίχως ψευδαισθήσεις, ιερεμιάδες, παραιτήσεις, κοιτώντας τον χρόνο όπως και τον ψυχοπομπό άγγελο κατά πρόσωπο, το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται στην ποιητική γραφή που δίνει διέξοδο στις διαθέσεις της ψυχής:



Καθώς εσώκλεισα τον θάνατο στο ποίημα

ένιωσα πως τον νίκησα

κι ας ήτανε τόσο βαθύ το πένθος της ψυχής (σελ. 47)



Η γραφή όμως είναι σισύφειος μόχθος, μια δραστηριότητα μοναχική, θάνατος και ανάσταση μαζί.



ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΟ ΗΘΟΣ

Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι

από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό

τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο

ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι



Μόνο αυτό θα έχεις

των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή

πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι



Ευχή κι όχι κατάρα

με μια ελάχιστη φωνή

το πιο βαρύ στα ποιήματα

φορτίο που σηκώνεις



Ήθος του ποιητή

το άχθος του ανθρώπου (σελ. 9)



Στη συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» η ποίηση συμπλέει με την προβληματική του θανάτου, η αρχαία παράδοση με τη χριστιανική εικονοπλασία και τον υπαρξιακό στοχασμό. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί το τελετουργικό της χριστιανικής θρησκείας αφαιρώντας το μεταφυσικό του περιεχόμενο, κρατώντας μόνο την τραγική, γήινη ουσία του. Ο κήπος ένας ζωντανός οργανισμός που καθρεφτίζει την ανθρώπινη μοίρα, ο χρόνος παραμορφωμένος, το χώμα θα θάψει την οίηση.



ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ

Χρόνος παραμορφωμένος

ανοίγει πόρτες και παράθυρα

εισβάλλουν τέρατα δαίμονες και θεοί

εκλιπαρούν την προσοχή μου

πιάνω το πρώτο το στοιχειό απ’ το χέρι



Τι είσαι; το ρωτάω



Αν θέλεις να μαντέψεις, μου απαντά

πάρε με μέσα σου

και τότε γίνομαι ό,τι θες

λύκος ή αρνί



Λύκος το προτιμώ

στη ράχη σου να είμαι

και να χαθούμε

δεν σε φοβάμαι

λέω στον καθρέφτη μου

τα χάπια καταπίνοντας

υπόσχεση χαράς

αν κλείσω το παράθυρο

ο χρόνος κυλάει κανονικά



Γνωρίζω τη μορφή του

και δεν φοβάμαι πια (σελ. 17)



Στους «Αδώνιδος κήπους» τα συναισθηματικά τοπία αποτυπώνονται με δωρική οικονομία και πυκνότητα. Η γλώσσα και ο τόνος παραπέμπουν στον Σολωμό, υπενθυμίζουν την ανάγκη για υπερνίκηση της φθοράς μέσω του πνεύματος. Γίνεται χρήση λαϊκών εκφράσεων, στοιχείων παραμυθιού, διακειμενικότητας.

Ανυψώνοντας το πιατάκι με τη φακή σε σύμβολο συμπαντικής νομοτέλειας η Διώνη Δημητριάδου συνθέτει ένα έργο ανθρωποκεντρικό και χαμηλόφωνο, βαθιά ποιητικό και στοχαστικό. Μετατρέπει την απώλεια σε δημιουργία, το άχθος σε ήθος και υπενθυμίζει ότι η αποδοχή του εφήμερου είναι η μόνη οδός προς την αληθινή ελευθερία.



Λίλια Τσούβα

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Για τους «Αδώνιδος κήπους» της Διώνης Δημητριάδου – γράφει η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

 



Για τους «Αδώνιδος κήπους» 
της Διώνης Δημητριάδου – 
γράφει η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr 17/03/2026


Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, εκδ. ΑΩ, Αθήνα 2025

«Ήθος του ποιητή/το άχθος του ανθρώπου»


Η Διώνη Δημητριάδου μετά την τελευταία της προσωπική ποιητική συλλογή (Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, εκδ. ΑΩ, 2021) επανέρχεται με την παρούσα, με την αίσθηση μιας ποιητικής πραγματείας, εντός της οποίας κατοικεί η υπαρξιακή αγωνία, με κυρίαρχο συναίσθημα τη βεβαιότητα της γήινης φθαρτότητας, του θανάτου και της απώλειας. Ρεαλισμός, υπερρεαλισμός και διακείμενο συνεργάζονται στο ποιητικό σύμπαν της Διώνης Δημητριάδου. Εντός του ποιητικού της σύμπαντος συμπεριλαμβάνει αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία, καθώς και στη λαογραφική – λατρευτική παράδοση, όπως αυτή εξελίχθηκε ιστορικά και συνδέθηκε με το κοινό αίσθημα. Ο ποιητής αποτελεί συχνά το ποιητικό αίτιο αλλά και υποκείμενο, μέσω του οποίου συνδέεται βιωματικά και πρωτοπρόσωπα η ποιήτρια με του Ποιητού το ήθος, που ως εισαγωγικό ποίημα της συλλογής δηλώνει απερίφραστα την πρόθεση της να τον συνδέσει τραγικά με το «άχθος του ανθρώπου.»

Σε ένα δομημένο ενιαίο όλο, η Διώνη Δημητριάδου αναλύει την απώλεια ανοίγοντας την Αυλαία με τους Κήπους του Αδώνιδος και τα ταπεινά πιατάκια με φακή της Μ. Παρασκευής, που αν και «η μοίρα τους η λήθη» συνδέουν τραγικά τον άνθρωπο με τον θεάνθρωπο και με τη μοίρα του, «Να ζει ζωή ατέλειωτη και θάνατο αθάνατο. Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. Να γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιας μνήμης.» (σ. 10). Έτσι δηλώνει την πρόθεσή της η ποιήτρια να πραγματευτεί την απώλεια, τη κάθε είδους θυσία, το εφήμερο της Άνοιξης ως αναγέννηση, η οποία γίνεται σύμβολο και ρεαλιστική διαπίστωση, πως ο θάνατος αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα, ακόμα και για τους θεούς, αφού «Τη μοίρα τους ακολουθώντας/λεν πως πεθαίνουν οι θεοί» (σ. 12).

Η απώλεια και η υπαρξιακή καταβύθιση ακολουθεί κάθε φορά διαφορετικά μοτίβο, ωστόσο η κοινή θεματική δημιουργεί ένα στιβαρό ποιητικό παρόν. Οι ενότητες προσημαίνονται με προμετωπίδες, οι οποίες αποτελούν ποιητικές δηλώσεις. Κάπως έτσι εισάγει τη λήθη ως νέα παράμετρο, της μιλά, συνδιαλέγεται μαζί της, αποδίδοντάς της την αίγλη της ματαιότητας, του ψεύτικου φωτός, «Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική;», και της απευθύνεται δεόμενη «…απόσωσε το μοιρολόι πια/μαύρο στεφάνι του καημού» (σ. 16). Ο χρόνος παραμορφώνεται για να «…εισβάλλουν τέρατα δαίμονες και θεοί», καθώς συνδέεται με μια γνώριμη, για την Διώνη, υπαρξιακή μορφή, τον Λύκο της, το στοιχειό και τολμά να συνδιαλέγεται μαζί του, «Τι είσαι; το ρωτάω» τον προκαλεί, συμπράττει σ’ ένα κοινό μέτωπο έναντι του χρόνου και της μνήμης.

Η μνήμη, η μοίρα, ο χρόνος, ο φόβος, η ζωή και η ποίηση, οι φίλοι, οι εκλιπόντες, η ζωή, η απώλεια και ο επιτάφιος θρήνος, η θηλυκή καταγωγή της ελπίδας συνδέεται με την τραγική ειρωνεία της φύσης της, «Παμπάλαια η μήτρα/ απ’ όπου φύτρωσε η ελπίδα //Κι ο απόηχος/μιας τελειωμένης μέρας» (σ.33) μα πριν, μια τραγική αφιέρωση στον Δημήτρη (Μήτσο) Φύσσα, με τον σαφή τίτλο Σκόνη στον αέρα, όπου όλα δηλώνουν το αναπόδραστο, εκείνο το «ποτέ» που καμιά μνήμη δεν μπορεί να κατανοήσει, να αποφύγει τη βεβαιότητα του συντελεσμένου. Η Διώνη προτιμά τη μεταμόρφωση, τη μετουσίωση σε σκόνη, αφού έστω κι έτσι, το σώμα διεκδικεί το δικαίωμα της ελευθερίας, της συνδιαλλαγής με το σύμβολο της ελευθερίας και της ζωής, τον αέρα, «Κι αν πεις πως ίσως έτσι να μπορούσες/μέσα από σκοτεινά λαγούμια//…θα πω σκόνη καλύτερα/να ακούς τον ψίθυρο του αέρα/να σε σηκώνει/να τρέχεις/ατελείωτα» (σ.σ. 29-30).

Στην επόμενη προμετωπίδα, η Διώνη, σαν άλλος Σίσυφος αναμετράται με τα δεσμά της απώλειας, τα επαναδημιουργεί και κάπως έτσι επιτρέπει την εμφάνιση των Αγγέλων και της απατηλής γαλήνης και αργότερα του εκτυφλωτικού φωτός και της ελπίδας για να τονίσει κάθε φορά τη στιβαρή αντίθεση μεταξύ της ζωής και του θανάτου. Ωστόσο, εντός της αντίθεσης, κατοικεί και μια αντίφαση, η οποία με τη σειρά της κατοικεί σ’ εκείνες τις ρωγμές, απ’ όπου αναβλύζει η οδύνη αλλά και το φως και η ελπίδα, γιατί η ζωή αρπάζεται ακόμα κι από τις λέξεις για να επικρατήσει. Ο ποιητής αναζητά το φως, την ίαση εντός τους, μα η αμφιθυμία επικρατεί αφού, «…το ποίημα/ δεν είναι ψυχοφάρμακο/των λέξεων ιαματικό» (σ.35).

Στο ποιητικό σύμπαν της Δημητριάδου θα μπορούσε να κατοικεί και ο πεσιμισμός του Καρυωτάκη, με τη σκληρή δυσοίωνη διαπίστωση της επωδού στο ποίημα Σήμα ταπεινό). Μα δεν είναι μόνο οι άνθρωποι θνητοί, αλλά και οι θεοί, καθώς η ποιήτρια καταβυθίζεται, επιστρέφει να συναντήσει θρησκείες και θεούς που μεταλλάχθηκαν λατρευτικά, άλλαξαν ονόματα, μα την υπόστασή τους ποτέ, «Εκάτη μεταμορφωμένη/σε όλων Μητέρα/εσύ ίσως γνωρίζεις από/χθόνιες μεταλλάξεις» (σ. 48).

Μικρές Παρασκευές, διάσπαρτες και Σίσυφοι σε μια αιώνια πάλη με στόχο να επικρατήσουν απέναντι στο αιώνιο σκοτάδι, να αποτιμήσουν την οδύνη όσων απόμειναν για να θρηνούν, να υποδέχονται Συνδέσεις αφανείς σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εναλλαγής μεταξύ φωτός και απόλυτου ερέβους, μεταξύ ζωής και θανάτου, να ταλανίζουν το ποιητικό υποκείμενο σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει, να συνδεθεί με το θείο, να βρει απαντήσεις σε προαιώνια ερωτήματα, όπως επαναλαμβάνονται και οι επωδοί σε πολλά ποιήματα της, εν είδει ποιητικής απόσταξης.

Και η Ανάσταση; Μήπως κι αυτήν δεν την εφηύρε ο άνθρωπος μαζί με την ανάγκη του να εφεύρει έναν ή πολλούς θεούς; Ο ποιητής ταυτίζεται με το ποιητικό υποκείμενο βιώνοντας ανάλογη υπαρξιακή αγωνία, «Σκύβοντας στο πηγάδι πες τι βλέπεις» (σ. 61) με την ελπίδα να φωτίσει, να συντρέξει, να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, τα φθαρτά και τα θνητά, μα αλίμονο, ούτε κι αυτός… «[Πέρα μακριά χαρά \ζουν τα σκοτάδια και δύει το ανέσπερο φως]» (σ. 61). Το ποιητικό υποκείμενο, έμμεσα ταυτίζει το φως με το ποίημα. Επιθυμεί διακαώς, αγωνιά τουλάχιστον εκείνο να σωθεί, «Και τούτο το ορφανό/το στερημένο ποίημα/ατελείωτο απομένει/σταυρού σημάδι». Ετούτη η ποιητική συλλογή πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, τη φιλολογική, την ιστορική και τη λαογραφική της αποτίμηση είναι κυρίως ένας σύγχρονος Γολγοθάς, ο Γολγοθάς όσων απέμειναν πίσω, στην αντίκρυ πλευρά του επέκεινα, να μαρτυρούν την έκπτωσή τους από τον Παράδεισο, με μια αμυδρή ελπίδα να σιγοκαίει στην ψυχή…

Κι όταν Παρασκευή μεγάλη ξημερώνει
θρηνούν εκείνον και τον εαυτό τους
για όλες εκείνες τις μικρές Παρασκευές
που ανάσταση καμιά δεν καρτερούν
σφραγίδα ανελέητη στο κεφάλι τους
από άδικη αμαρτία πατρογονική
στερήθηκαν το αναστάσιμο το φως
το άφθαρτο θνητής ζωής
δεν έγινε γι’ αυτούς και δεν τους αφορά

Μόνο που μια στις τόσες συλλογιούνται
μήπως στην άκρη φυλαγμένο
κάτι ελάχιστο απομένει
ακόμη αμοίραστο
δικό τους
κι έτσι με αμυδρή ελπίδα συνεχίζουν
για να δοξάζεται η θεϊκή επιλογή.


⸙⸙⸙

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Νέες κυκλοφορίες Δημήτρης Ζάχαρης Στα καφενεία των χαϊκού

 

 

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Δημήτρης Ζάχαρης

ΣΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΧΑΪΚΟΥ

Ποίηση

Εκδόσεις Κουκκίδα

Εξώφυλλο βιβλίου Στα καφενεία των χαϊκού





ALS

 

Η ασθένεια

που πικρά μου μαθαίνει

την υπομονή

 

Γράφοντας ο Δημήτρης Ζάχαρης το παραπάνω χαϊκού, θέλει να τοποθετήσει μέσα στην ίδια του την ποίηση την ασθένειά του, να την ονομάσει, να σταθεί απέναντί της, αυτή που τον κρατάει καθηλωμένο εδώ και οκτώ χρόνια, που του στερεί την κίνηση, υπονομεύοντας τη ζωή του, και επιτρέποντάς του μόνο να σκέφτεται και να ποιεί τον λόγον. Τα χαϊκού για τον Ζάχαρη είναι οι αφορμές για να δημιουργήσει το δικό του, προσωπικό είδος, χωρίς να προδώσει τη μετρική τους, χωρίς να αυθαιρετήσει αλλοιώνοντας τη μορφή τους. Επεμβαίνει στη θεματική τους, δημιουργώντας μια διαφορετική ποιητική ατμόσφαιρα. Έτσι, επινοεί τον «χώρο», για να τοποθετήσει τα ποιήματα αυτά. Το «καφενείο της γειτονιάς», ως χώρος συνάντησης, για να διασωθούν οι πολύτιμες στιγμές, ένας προσωπικός του τόπος, όπου συμπυκνώνεται η συνειδητοποίηση, η θλίψη, η υπομονή. Μετά το καφενείο της γειτονιάς, ακολουθεί το υπέροχης έμπνευσης «καφενείο του κόσμου», όπου σημαντικές προσωπικότητες έρχονται να βρουν ένα ολότελα δικό τους, προσωπικό ποίημα. Ποίημα που καταφέρνει να αφηγηθεί τη ζωή, τη σκέψη, το έργο, σε εξαιρετική νοηματική ευστοχία και πυκνότητα.

 

ΦΡΙΝΤΑ ΚΑΛΟ

(1907-1954)

 

Αίμα και χρώμα

το σώμα γίνεται φως

από τον πόνο

 

Το χαϊκού, όπως λειτουργεί στην ποίηση του Ζάχαρη, δεν είναι τε­χνική, είναι τέχνη. Όμως, δεν είναι μόνο τέχνη, αν και αυτό θα αρκούσε για την αποτίμηση της αξίας της. Είναι στοχασμός βαθύς, που με τη συμπύκνωσή του μέσα στο τρίστιχο ποίημα, αποκτά άλλες διαστάσεις, καθώς η κάθε μία λέξη του αποκρυπτογραφείται τόσες φορές όσες και οι αναγνώσεις του.

 

 



Κατηγορία: Ποίηση

ISBN: 978-618-208-200-3

Εξώφυλλο: Μαλακό, Σχήμα: 21Χ14

Σελίδες: 62

Τιμή: 9,54 Ευρώ

Πρόλογος: Διώνη Δημητριάδου

Έργο εξωφύλλου: Γιούλικα Ψιμούλη

Χρόνος έκδοσης: Μάρτιος 2026

Εκδόσεις Κουκκίδα

Θεμιστοκλέους 37 106 77 Αθήνα

Τηλέφωνο: 210 3802644

e-mail: koukkida.edit@yahoo.gr

Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο Θεμιστοκλέους 37

106 83 Αθήνα

Τηλ: 210 3802644

ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ ΦΩΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ





ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ ΦΩΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ





Πορεύτηκε στον ορίζοντα της ανατροπής,
που τόλμησε να πιστέψει πως υπάρχει
και κατάφερε ν’ ανθίσει προχωρημένα χρόνια,
σπαταλημένα σε διάτρητους και γερασμένους αιώνες.
Κι ανυψώθηκε πάνω απ’ την οικεία του άβυσσο,
της σκοτεινής βεβαιότητας κι εγκαρτέρησης,
αυτής που θεωρούσε ότι κατέχει και ελέγχει
και την αρνήθηκε, υποκύπτοντας με σύνεση
στον ανυπότακτο κι αυτάρεσκο πειρασμό,
να διαθέσει τον αξόδευτό του εαυτό,
άλλοτε στη σώφρονα λήθη του θεού
και άλλοτε στην υπερβατική μνήμη των ανθρώπων.

Σώριασε όλες του του νου τις αγρύπνιες
και της ψυχής του τις σταυρώσεις
μπροστά στο άγνωστο και το αληθινό,
χωρίς άλλοθι στο κενό και το συμβιβασμό,
με την παρήγορη αίσθηση της συμφιλίωσης
για τα χαμένα χρόνια και τα άπραγα λόγια,
με τη μοναχική αίσθηση της ανωτερότητας,
αυτής που τον συντρόφευε σε κάθε παραίτηση
από κάθε κάλεσμα και κάθε ολοφυρμό,
κι έμεινε απροστάτευτος από κάθε δισταγμό,
να μπορεί να φοβάται πως είναι ο εκλεκτός
χωρίς να εκδικείται καμία εποχή.

Τώρα, τα όνειρα που σμίλευε ως λάφυρα ζωής,
ευτύχησε να τα συγκρίνει πιο φτωχά
απ’ τις στιγμές που βίωσε ανθρώπινα κι απλά,
γιατί εκείνα είχαν όνομα και τούτες ανασαιμιά.
Και η μνήμη του που αγρίευε σε θλιβερά τοπία,
αστράφτει φλόγα πια και καθαρτήριο φως,
άμωμη μπροστά στο ανάγλυφο των καιρών
και διαχέεται πνεύμα λύτρωσης και πνεύμα αρμονίας
στη μήτρα της αιωνιότητας και στον ιστό της γνώσης.
Μνημόνευσε τα πάθη του μ’ αντίδωρο σοφίας
και παραδόθηκε συμπόσιο σ’ αυριανές γιορτές,
να ’χει η ζωή αντίκρισμα, σ’ ανθρώπων ευλογία.

Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία; Gabriel Guerrero)



ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Μάκης Τσίτας Τσίχλες ταξιδίου Εκδόσεις Μεταίχμιο

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

 

 

Μάκης Τσίτας

Τσίχλες ταξιδίου

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

 


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το νέο βιβλίο του βραβευμένου συγγραφέα Μάκη Τσίτα Τσίχλες ταξιδίου.

 

Πρόκειται για δεκαεννιά διηγήματα, που διανύουν τριάντα και κάτι χρόνια, γραμμένα το καθένα με διαφορετική τεχνοτροπία, γλώσσα και δομή. Με το κωμικό ή σουρεαλιστικό στοιχείο να εναλλάσσεται με το δραματικό και κάποιες φορές με τη συγκίνηση.

 

Άνθρωποι-δεντράκια, που προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι στην ισόβια διάρκεια του κόντρα καιρού.

Άνδρες που έρχονται αντιμέτωποι με την ανασφάλεια, τη ματαίωση και την απώλεια.

Γυναίκες που βιώνουν τη μοναξιά και την απόγνωση κι άλλες που κυνηγούν την ουτοπία.

Μητέρες υπερπροστατευτικές κι άλλες αμήχανες ή κλεισμένες στον εαυτό τους.

Γιαγιάδες τρυφερές και αγαπησιάρικες κι άλλες κάπως παρεξηγημένες.

Γιοι και κόρες που υφίστανται τις συνέπειες της γονεϊκής συμπεριφοράς ή που προσπαθούν να ξεφύγουν με όχημα την κατανόηση και τη συγχώρεση.

 

Δεκαεννιά διηγήματα για τη ζωή όπως είναι: σκληρή, τρυφερή, αστεία, απρόβλεπτη, παράλογη.

 

Βρείτε το βιβλίο εδώ: https://www.metaixmio.gr/el/products/tsixles-taxidiou-dihghmata

 


Βιογραφικό:

Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Σπούδασε δημοσιογραφία, ζει στην Αθήνα και διευθύνει το ενημερωτικό site για το βιβλίο και τον πολιτισμό Diastixo.gr. Έργα του ανέβηκαν στο θέατρο σε Ελλάδα και εξωτερικό και στίχοι του μελοποιήθηκαν. Διηγήματα και βιβλία του για παιδιά έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Έχει εκδώσει 5 βιβλία για ενήλικες και 32 βιβλία για παιδιά.

Για το μυθιστόρημά του Μάρτυς μου ο Θεός (εκδ. Μεταίχμιο), το οποίο κυκλοφορεί σε 12 ευρωπαϊκές γλώσσες, έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 (EUPL) και τιμήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, τον Δήμο Πέλλας, τον Δήμο Έδεσσας, τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Έδεσσας και την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν επίσης η νουβέλα του Πέντε στάσεις και τα βιβλία για παιδιά: Γιατί δεν κοιμάσαι, μαμά;, Η καμηλοπάρδαλη Χαραλαμπία (Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης Κύπρου 2021), Έρχεται ο γίγαντας (Βραβείο του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2023), Ο σύμβουλος του βασιλιά (Βραβείο περιοδικού Χάρτης 2024).

Περισσότερα στο makistsitas.com.

 

Εκδόσεις Μεταίχμιο
Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, 211 3003500
metaixmio.gr, web@metaixmio.gr

 

 

 



 

Τσίχλες ταξιδίου Μάκης Τσίτας εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Τσίχλες ταξιδίου

Μάκης Τσίτας

 εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Με τον τρόπο του Μάκη Τσίτα • Fractal


 


 

Με τον τρόπο του Μάκη Τσίτα

 

Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος. Δεν έκλαψα. Υπήρχαν πολλά πρακτικά θέματα που έπρεπε να τακτοποιηθούν – επικεντρώθηκα σ’ αυτά. Χρειαζόμασταν την ταυτότητά της. Στο νοσοκομείο μάς είχε μιλήσει για την κρυμμένη τσάντα στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαράς της. Τη βρήκα κι άδειασα το περιεχόμενο πάνω στο κρεβάτι: ήταν η ταυτότητα, το πορτοφόλι, τα δύο βιβλιάρια καταθέσεων, η βέρα και τα υπόλοιπα χρυσαφικά της. Κι ένα χάρτινο κουτί. Το πήρα στα χέρια μου. Είχε γράψει πάνω με κόκκινο στιλό «Τσίχλες ταξιδίου για Αθήνα». Το έφερα στο μέρος της καρδιάς. «Αχ, μαμά μου» είπα και ξέσπασα.  («Τσίχλες ταξιδίου», σσ. 140-141).

 

Η γραφή του Μάκη Τσίτα, γνώριμη και αναγνωρίσιμη, βραβευμένη και πολυδιαβασμένη άλλωστε. Έχοντας αναδειχθεί ένας από τους σημαντικότερους στο είδος της λογοτεχνικής μονολογικής αφήγησης, εύστοχα παίρνοντας τη θέση αρσενικών ή γυναικείων φωνών, ο Τσίτας ερευνά διαρκώς τα όρια της αφήγησης, την ειδολογική ποικιλία, τις εναλλαγές του ύφους, τις γλωσσικές διακυμάνσεις σε προσαρμογή με τον εκάστοτε ήρωα των ιστοριών του. Στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του, επιλέγοντας τη μικρή φόρμα, επιλέγει ταυτόχρονα και την αναμέτρηση με το ευσύνοπτο του λόγου. Στο παραπάνω απόσπασμα από το διήγημα που τιτλοφορεί και όλη τη συλλογή, μέσα σε μικρές προτάσεις εγκιβωτίζει το ανείπωτο συναίσθημα της απώλειας της μάνας, αποδεικνύοντας πως σε ανάλογες περιπτώσεις ο φειδωλός σε εξάρσεις λόγος αποδίδει καλύτερα, σωστότερα, αλλά και με ενσωματωμένο ήθος, την οδύνη. Η «Χρυσούλα» στο εξώφυλλο (έργο του Βασίλη Σελιμά) κατανοεί και χαμογελά., διαβάζοντας νοερά το «Επιτύμβιο», που μόλις αριθμεί είκοσι πέντε λέξεις:

 

 Έφυγε στις 30 Ιουλίου του 2020. Ήσυχα και διακριτικά, έτσι όπως έζησε τα εβδομήντα τέσσερά της χρόνια. Την έλεγαν Χρυσούλα και ήταν η μητέρα μου. («Επιτύμβιο», σ. 107).

 

Αν, ως είθισται, θελήσουμε να βρούμε έναν κοινό τόπο, στον οποίο να συναντώνται θεματικά  τα 19 διηγήματα της συλλογής, ίσως να πρόκειται για τον εύθραυστο χαρακτήρα των ηρώων τους· εκεί που πας να τους πιάσεις να δεις αν όντως είναι τόσο δυνατοί όσο δείχνουν, εκεί νιώθεις το λεπτό και διάφανο περίβλημα μιας ψυχής που ψάχνει τα βήματά της. Έτσι, δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις τον κοινωνικό κλοιό γύρω τους, έναν κόσμο που αδυνατεί να τους στηρίξει, αφήνοντάς τους μετέωρους και ανασφαλείς. Αυτό που τους μένει είναι η αναζήτηση μιας σύνδεσης με αγαπημένα πρόσωπα, όσο κι αν αυτές κυρίως οι σχέσεις, οικογενειακές ή συντροφικές, ακροβατούν σε λεπτό σχοινί ισορροπίας, χωρίς δίχτυ προστασίας.


Αυτή την άφευκτη συνθήκη, ο Τσίτας την αντισταθμίζει με το χιούμορ, τη σάτιρα, την ειρωνεία, τρόπους να εκφράσει μια ευρύτερη αδυναμία των σχέσεων, χρησιμοποιώντας δηλαδή την ιαματική των τραυμάτων άλλη όψη του τραγικού.  Όπως το ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο διήγημα «Φύλακες άγγελοι», με τον αφηγητή να ξεσκεπάζει την ταυτότητά του τη συγγραφική, να οδηγεί στην απομάγευση τη λογοτεχνική κατασκευή. Ή στο απρόβλεπτο διήγημα «Το ράσο», όπου συντυχαίνουν η θεϊκή (όσο και γήινη) ατμόσφαιρα  στο σκηνικό του Αγίου Όρους, με το θεϊκό (όσο και απελπιστικά γήινο στην αναμονή) σκηνικό του χώρου επέκεινα. Ομοίως στο διήγημα «Μια συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία στο χρώμα του σάπιου μήλου», όπου οι δύο «χώροι» του αισθητού και του μη αισθητού (υπαρκτού ίσως;) δημιουργούν, με τη βοήθεια της συνείδησης που ακόμη δεν έχει απωλέσει τη υπόστασή της, έναν ενιαίο χώρο. Στο συγγραφικό σύμπαν του Μάκη Τσίτα όλα δένουν μεταξύ τους. Τίποτα δεν μοιάζει ανοίκειο, τίποτα δεν είναι αταίριαστο και ξένο. Ακόμα και η χρήση (ή κατάχρηση) της τεχνητής νοημοσύνης που υποκαθιστά το ανθρώπινο συναίσθημα, μεταποιώντας το σε «οδηγία» ανάλογη των περιστάσεων, στο διήγημα «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη».

Ωστόσο, δεν πρέπει να παραλείψουμε δύο ακόμη «τρόπους» του Τσίτα,  που εδώ ξεδιπλώνονται παράλληλα. Από τη μια ο διάλογος των προσώπων, μια δύσκολη συγγραφική επιλογή, όταν ξεφεύγει από το περίγραμμα των προσώπων. Εδώ έχουμε μια απόλυτη αντιστοιχία προσώπων και λέξεων, με τα πρόσωπα να εκφράζουν με την απαραίτητη λεκτική φειδώ (εξυπηρετώντας τη συντομία του ευσύνοπτου λόγου) τον ψυχισμό τους, αλλά και με τα λόγια να επιστρέφουν πίσω το νόημά τους στον φορέα τους εμπλουτίζοντας την εικόνα του. Τέλειο παράδειγμα το διήγημα (όλο διαλογικό) «Βάλε τη ζακέτα σου». Από την άλλη, το θεατρικό σκηνικό που, βοηθούντος και του διαλόγου, ζωντανεύει κάποια διηγήματα, προσθέτοντας την αναγκαία εικόνα, τοποθετώντας την μπροστά από τα λόγια, επάνω στη σκηνή εν είδει θεατρικού μονόπρακτου, όπως το διήγημα «Εκτός συστήματος».

Κράτησα για το τέλος το διήγημα «Θα σου πω». Ίσως το πιο πολυσήμαντο από όλα, με τη συγγραφική πρόθεση να μην ανοίγεται, να μην αποκαλύπτει τίποτα περισσότερο από όσα τα ίδια τα λόγια προσφέρουν, επιτρέποντας στην αναγνωστική διείσδυση να ερμηνεύσει τον εξομολογητικό, σπαρακτικό μονόλογο με τις δικές της προσλαμβάνουσες. Όμως, αυτή εν τέλει είναι και η γοητεία της λογοτεχνίας.

 

Διώνη Δημητριάδου