Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ

 

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ




 

Στο δημοτικό είχα έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Σταμάτη. Ήταν γειτονόπουλο και παίζαμε μαζί στους χωματόδρομους και στις αλάνες της γειτονιάς. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, αλλά οι πατεράδες που ήταν ναυτικοί τότε, και γνώριζα μερικούς, ήταν πολύ ανοιχτόκαρδοι και φιλικοί απέναντι σε μας, τα παιδιά, πρόθυμοι να μας πουν αστεία και ιστορίες από τα ταξίδια τους. Ίσως τα ταξίδια τους αυτά και η γνωριμία με πολλές και τόσο διαφορετικές  χώρες και φυλές και γλώσσες και θρησκείες τούς είχε κάνει πολίτες του κόσμου, τότε που οι γειτονιές της Αθήνας μύριζαν ακόμα επαρχία. Ίσως πάλι νόμιζαν ότι αυτός ήταν ένας τρόπος να έρθουν πιο κοντά στα δικά τους παιδιά, να αναπληρώσουν τον χρόνο που στερούνταν και νοσταλγούσαν το σπίτι τους όσο ταξίδευαν. Επίσης,  όλοι τους είχαν ιδιαίτερα ωραίες γυναίκες. Ούτε κι αυτό ξέρω αν ήταν τυχαίο. Ίσως ήταν άλλη μια αναπλήρωση, μια αποζημίωση που επιζητούσαν, χωρίς κι οι ίδιοι να το καταλαβαίνουν, γι’ αυτή τη στέρηση. Ίσως πάλι ήταν οι γνωριμίες τους με τις εξωτικές καλλονές της φαντασίας μας στα μακρινά λιμάνια.

Αυτά, φυσικά δεν τα σκεφτόμουν τότε, που ήμουν παιδί, τα σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα. Και ομολογώ πως φταίει κι η λογοτεχνία γι’ αυτό. Η λογοτεχνία ως υποκατάστατο, ως πλασέμπο για την αγιάτρευτη νοσταλγία και τη λαχτάρα των μακρινών ταξιδιών που δεν κατάφερα, ή δεν τόλμησα να κάνω.

Ο Σταμάτης, ο μεγάλος γιος του καπετάνιου, ήταν ένα παιδί πολύ σοβαρό για την ηλικία του και κάπως μοναχικό. Μια μέρα, προς τη μέση του δημοτικού, την ώρα των θρησκευτικών, όταν ο δάσκαλος μάς μιλούσε για τον Αδάμ και την Εύα και τα μυστήρια της δημιουργίας, ο Σταμάτης σήκωσε το χέρι του και με φωνή δυνατή και καθαρή είπε, «ο άνθρωπος προέρχεται από τους πιθήκους». Στην τάξη έπεσε σιωπή. Ο δάσκαλος αιφνιδιάστηκε. «Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου τα λέει;». «Ο Δαρβίνος τα λέει», είπε ο Σταμάτης και ξανακάθισε ήσυχος στο θρανίο του

Ο δάσκαλός μας ήταν ένας άνθρωπος σκυφτός, αγχωμένος και νευρικός που στεκόταν πάντα σούζα μπροστά στον διευθυντή και με κάθε ευκαιρία, στην Ιστορία, στα Θρησκευτικά ή στη Γεωγραφία προσπαθούσε να μας αγχώσει κι εμάς. Όταν τον έπιανε ο οίστρος του, μας έλεγε για τους απαίσιους κομμουνιστές που μπορεί να κρύβονται παντού κι ανάμεσά μας και θα έπρεπε να προσέχουμε πολύ για να μην μας κάνουν κακό. Ήταν η πρώτη φορά που με απειλούσε κάτι πολύ διαφορετικό από τους παιδικούς μου φόβους, το σκοτάδι ή τους δράκους των παραμυθιών. Κάτι άγνωστο που ορμούσε καταπάνω μου από τον ακατανόητο κόσμο των μεγάλων. Όταν συγκρίνω εκείνον τον φόβο με τους φόβους των σημερινών παιδιών, τη βία, τη μοναξιά,  την κακοποίηση, δεν ξέρω τι να κάνω, να κλάψω ή να γελάσω;

Δεν καταλάβαινα ούτε τι ήταν αυτοί οι κομμουνιστές, ούτε τι κακό θα μας έκαναν. Στο μυαλό μου, η μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα που αναπνέαμε μικροί μεγάλοι στο σπίτι, στο σχολείο, στην πόλη και στην εξοχή ανακατευόταν με τον φόβο για την πυρηνική βόμβα που έσκαγε στα πρωτοσέλιδα των καθημερινών εφημερίδων. Ήταν οι εποχές του ψυχρού πολέμου  και της κρίσης με την Κούβα, βλέπεις, αλλά όχι ότι οι σημερινές εποχές είναι και πολύ διαφορετικές. Ρώτησα τον πατέρα μου για τα λεγόμενα του δασκάλου. «Δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά έχει πάθει ζημιά. Τρομαγμένος είναι», μου είπε. Και πάλι δεν κατάλαβα. Ο πατέρας μου τσιγγουνευόταν πάντα τις απαντήσεις και τις εξηγήσεις του. Έπρεπε μόνοι μας να συνεχίσουμε το ψάξιμο. Γι’ αυτό πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι η «εξοχή», όπου είχαν συναντηθεί και παραθερίσει πολλοί από τους συγγενείς και φίλους και για την οποία μιλούσαν με συναισθήματα αμήχανα κι ανάμικτα μπροστά σε μας τα παιδιά, σήμαινε και κάτι άλλο εκτός από «διακοπές στη φύση». Ότι εξοχή σήμαινε και εξορία στα οικογενειακά συμφραζόμενα. Αλλά υπάρχει λέξη που να έχει μόνο μία σημασία;

Ο δάσκαλός μας, λοιπόν, είπε στον Σταμάτη να έρθει με τον κηδεμόνα του. Την άλλη μέρα, η μητέρα του Σταμάτη διέσχισε το προαύλιο καμαρωτή και αγέρωχη, αντάλλαξε δυο κουβέντες με τον διευθυντή και τον δάσκαλο και έφυγε το ίδιο αγέρωχη και χαμογελαστή, με εκείνη τη σπίθα πονηριάς και ειρωνείας που είχα δει πολλές φορές στο βλέμμα της. Ακόμα θυμάμαι την κομψή της σιλουέτα, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της. Δεν έμαθα ποτέ τι είπανε. Φαντάζομαι θα της συνέστησαν να προσέχει τις κακές επιρροές στον γιο της.

Κανένα άλλο παιδί δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο, πριν το φωνάξει ο Σταμάτης στην τάξη. Ακόμα και οι πιο μοντέρνες οικογένειες στη γειτονιά δεν αμφισβητούσαν και δεν αψηφούσαν τα ιερά και τα όσια. Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τον Επιτάφιο και την Ανάσταση, τη μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά, τον τακτικό σχολικό εκκλησιασμό, τη δύναμη της προσευχής και φυσικά τον Αδάμ και την Εύα, τον προπροπροπαππού και την προπροπρογιαγιά όλων μας.

Έτρεξα πάλι στον πατέρα μου. Έλεγε λίγα, αλλά αληθινά πάντα. Ποτέ δεν τον είχα πιάσει να ψεύδεται, να λαθεύει, να υπεκφεύγει ή να πάει να με ξεγελάσει. Ήταν τότε για μένα το γκουγκλ και όλοι οι τόμοι του Πάπυρου Λαρούς μαζί. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη. Άσχετο που αργότερα, στην εφηβεία μου, τον απέρριψα και έκανα χρόνια να του ξαναμιλήσω ή να τον ακούσω με την ίδια εμπιστοσύνη.

«Καταγόμαστε από τον πίθηκο;», τον ρώτησα. Με κοίταξε καλά, σαν να ζύγιζε κάτι στο μυαλό του και είπε «ναι». «Κι αυτός ο Δαρβίνος ποιος είναι;», ξαναρώτησα. «Ένας σπουδαίος επιστήμονας που έκανε έρευνες και μελέτες και πειράματα και το απέδειξε». «Κι εσύ πού τον ξέρεις;». «Τον γνώρισα στην εξοχή. Εκεί είχα λίγο καιρό να σκεφτώ και να διαβάσω γι’ αυτά τα πράγματα».

Αυτό το ελάχιστο επεισόδιο που συνέβη στην τάξη δεν άλλαξε κάτι στην παιδική μας καθημερινότητα, στη συμπεριφορά και στις συνήθειές μας. Σαν ένα βότσαλο που πέφτει στα ακύμαντα νερά μιας λίμνης και, μετά το πλαφ και τους λιγοστούς ομόκεντρους κύκλους στην επιφάνειά της, εξαφανίζεται αθόρυβα στον βυθό της. Στον δικό μου τον βυθό στάθηκε και έμεινε πάντως. Συνέχισα να κάνω την προσευχή μου στα δύσκολα και να σπαράζω στο κλάμα στο Σινεάκ, στα «Πάθη του Χριστού» κάθε Πάσχα. Δεν αισθανόμουν καμία αντίφαση σ’ αυτό. Τι σημασία είχε αν ο άνθρωπος κατάγεται από τον Αδάμ και την Εύα ή από τον πίθηκο; Κι αν ο Χριστός είναι γιος του Θεού ή του Ανθρώπου. Αλλάζουν μήπως τα βάσανα και οι καημοί  και οι φόβοι τους; Σε κάθε περίπτωση, σημασία δεν έχει από πού ξεκινάει κανείς, αλλά πού πάει και πού θα φτάσει.

Κι αυτά δεν τα σκεφτόμουν τότε, αλλά αργότερα που μεγάλωσα. Και φταίει και γι’ αυτά η λογοτεχνία. Όπως φταίει και για τις ατελείωτες παρεκβάσεις και τις παρεμβολές και τα λοξοδρομήματά μου, για τα οποία θα πρέπει να ζητήσω συγγνώμη κάποτε. Από ποιον αλήθεια όμως, από τον Σταμάτη, από σένα ή από μένα; Ξεκινάω να μιλήσω για τον συμμαθητή μου τον Σταμάτη κι όλο ξεφεύγω και απλώνομαι, και η ιστορία που θέλω να πω γίνεται δέντρο πολυπλόκαμο, με ρίζες και κλαριά που διακλαδώνονται και μπερδεύονται και δεν μπορώ ούτε να το κλαδέψω, ούτε να το ξεριζώσω. Κι εξάλλου, τι είναι ο κορμός σκέτος, χωρίς τις ρίζες του και χωρίς τα κλαδιά του, χωρίς τα πουλιά που φωλιάζουν πάνω τους και χωρίς τον αέρα που περνάει ανάμεσά τους Ένα κούτσουρο είναι, ένα ξύλο απελέκητο.

Στο σχολείο δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο που κάποια παιδιά φώναζαν τον Σταμάτη, Δαρβίνο και κάποια άλλα, πίθηκο. Εκείνος δεν έδινε καμία σημασία. Αλλά κι αυτό δεν κράτησε πολύ, ξεχάστηκε γρήγορα. Την επόμενη χρονιά κάποιοι συμμαθητές έφυγαν, άλλοι καινούριοι ήρθαν. Στο γυμνάσιο άλλαξα κι εγώ σχολείο. Τον Σταμάτη τον συναντούσα αραιά και πού στη γειτονιά. Όταν μιλούσαμε, μου φαινόταν ότι συνεννοούμασταν διαφορετικά από ό,τι με τα άλλα γειτονόπουλα. Οι λέξεις αποκτούσαν άλλη ειλικρίνεια και βάρος. Τον γνώριζα από μακριά από το βάδισμά του. Ένα βήμα σταθερό και γρήγορο, με μαζεμένους τους ώμους, σαν να ήξερε πού πήγαινε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει. Κι αυτό ήταν παράξενο για παιδί της ηλικίας μας, στο κατώφλι μιας εφηβείας που ερχόταν κατά πάνω μας με φόρα, φυσώντας ανησυχίες κι αβεβαιότητες. Καθώς μεγάλωνε και το οστεώδες πρόσωπό του άλλαζε γωνίες και μετασχηματιζόταν σιγά σιγά σε αντρικό, έμοιαζε όλο και πιο πολύ στον Ιβ Μοντάν, στο «μεροκάματο του τρόμου». Κι αυτό αργότερα το σκέφτηκα, όταν είδα την ταινία.

Προς το τέλος του λυκείου τον ρώτησα πού θα δώσει εξετάσεις.

«Θα πάω στη σχολή μηχανικών του ναυτικού».

«Νόμιζα ότι σε ενδιαφέρουν οι φυσικές επιστήμες».

«Θέλω να ταξιδέψω. Βιάζομαι να ταξιδέψω».

«Στο καλό και στέλνε μας καμιά καρτ ποστάλ, ιδίως άμα πας κατά Γκαλαπάγκος μεριά».

Γέλασε και γέλασα κι εγώ, αλλά ένιωσα κι ένα τσίμπημα ζήλιας καθώς περνούσαν απ’ το μυαλό μου εξωτικές εικόνες, γκέισες και χαβανέζες. Πάντως του ευχήθηκα «καλά και ωραία ταξίδια» και το εννοούσα με όλη μου την καρδιά.

Μετά το λύκειο δεν τον ξαναείδα με σάρκα και οστά. Τον έβλεπα καμιά φορά στον ύπνο μου, άυλο και με το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν. Κι αλήθεια, πώς μπορείς να πεις «βλέπω» κάποιον, έστω και στον ύπνο σου, όταν έχεις ξεχάσει το πρόσωπό του; Αλλά εδώ βλέπω ακόμα στον ύπνο μου, καμιά φορά, τον άνθρωπο που σταμάτησε τα αυτοκίνητα που σφύριζαν γύρω μου στη λεωφόρο Κηφισίας, να με λιώσουν σαν χαλκομανία πάνω στην άσφαλτο, κατέβηκε από το δικό του, με έπιασε από το χέρι, το έσφιξε, με ξεκοκκάλωσε, με τράβηξε, και με άφησε ασφαλή στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο πανικός που με είχε παραλύσει, μικρό παιδί στη μέση του δρόμου, δεν  με άφησε να ρίξω ούτε μια ματιά στο πρόσωπό του, ούτε να του πω ευχαριστώ. Και όμως τον «βλέπω» πολύ καθαρά, ιδίως όταν η πίστη μου στους ανθρώπους κλονίζεται σοβαρά.

Από τους γονείς του μάθαινα πού και πού νέα του, ότι ο Σταμάτης είναι καλά, τελείωσε τη σχολή, μπάρκαρε στο πρώτο του ταξίδι, είναι κάπου στην Άπω Ανατολή. Και δώστου απέραντες θάλασσες, ανθισμένες κερασιές και γκέισες με κιμονό να κυματίζουν στο μυαλό μου. Κάποτε ο πατέρας του, που είχε βγει πια στη σύνταξη και στη στεριά, μου είπε, «Γιατί δεν του γράφεις ένα γράμμα; Εσείς είσαστε φίλοι από μικρά παιδιά. Καμιά φορά η μοναξιά γίνεται αποπνικτική στο καράβι».

Μετά από πολλές σκέψεις και αμφιβολίες και πισωγυρίσματα, αποφάσισα  να του γράψω. Κόλλησα όμως στην πρώτη πρόταση, στην πρώτη λέξη. Πώς να τον αποκαλέσω; Το «αγαπητέ Σταμάτη» ήταν τυπικό και ψυχρό, το «αγαπημένε μου Σταμάτη» ήταν υπερβολικό, σαν να του υπέβαλα και να του επέβαλα κάτι με το έτσι θέλω, το «καλέ μου Σταμάτη» ήταν γλυκανάλατο, το «φίλε μου» δεν μου έφτανε και ούτω καθεξής. Όταν κατέληξα στο σκέτο «Σταμάτη» δεν μπορούσα να προχωρήσω παρακάτω. Έγραψα και έσβησα και ξανάγραψα και τσαλάκωσα και έσκισα αρκετά φύλλα χαρτί και πέρασα αρκετές άγρυπνες νύχτες. Κι ενώ εγώ πάλευα με το πρώτο μου συγγραφικό μπλοκάρισμα, έφτασε στη γειτονιά η είδηση του θανάτου του.

Είχε ανέβει στην αντένα του ασυρμάτου του πλοίου για να την επιδιορθώσει και από εκεί πάνω γλίστρησε, έπεσε και έσκασε στο κατάστρωμα. Είπανε ότι στο καράβι υπήρχε μια αναταραχή, μια ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη του πληρώματος και ο θάνατός του μπορεί να οφειλόταν σε κακόβουλη ενέργεια. Κάποιοι από τους αντίπαλους μπορεί να έστριψαν απότομα την αντένα με έναν λάθος, αλλά εγκληματικό στην πραγματικότητα χειρισμό, και να τον έστειλαν να βουτήξει στο κενό, από κει ψηλά. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον Σταμάτη να συμμετέχει σε οποιονδήποτε καυγά, όμως ο πατέρας του δεν διέψευσε αυτή την εκδοχή, όταν τον ρώτησα. «Στα πληρώματα υπάρχει κάθε καρυδιάς καρύδι, σάπιοι άνθρωποι, ουραγκοτάγκοι και μαχαιροβγάλτες», είπε.

Οι γονείς του Σταμάτη κατέπεσαν γρήγορα μετά από αυτό. Για κάποιο καιρό τους έβλεπα καθισμένους στη βεράντα του σπιτιού τους, σαν να περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν. Δεν κατάλαβα πότε έφυγαν. Είχα φύγει πριν εγώ από το πατρικό μου σπίτι. Όσο κι αν έφυγα όμως κι όπου κι αν πήγα, εγώ που ζήλευα τα μακρινά ταξίδια, δεν απομακρύνθηκα ποτέ από εκείνη την παιδική μου γειτονιά.

Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να πηγαίνω στο τοπικό νεκροταφείο  για δικούς μου λόγους, συνήθιζα να τριγυρίζω ανάμεσα στους τάφους διαβάζοντας τα χαραγμένα ονόματα και τις ημερομηνίες. Αναγνώριζα και θυμόμουν παλιούς συμμαθητές και φίλους και γείτονες, τους γονείς τους, και μερικές φορές αποτρόπαιες τα παιδιά τους. Ο Σταμάτης  ήταν ο δεύτερος που είχε φύγει από εκείνη την τάξη του δημοτικού. Πρώτο είχε φύγει ένα κορίτσι που στο τέλος του λυκείου είχε εκδηλώσει μια σπάνια αρρώστια, και όλη σχεδόν η τάξη είχαμε πάει στην κηδεία της. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει τίποτα για την κηδεία και την ταφή του Σταμάτη, πού και πότε έγινε. Επειδή οι γονείς του είχαν πεθάνει, ρώτησα τον μικρότερο αδελφό του, όταν τον συνάντησα. Έτσι έμαθα ότι το σώμα του κάηκε σε ένα λιμάνι της Ιαπωνίας, όπου επιτρεπόταν η αποτέφρωση, που τότε απαγορευόταν στην Ελλάδα, και η στάχτη του ρίχτηκε στη θάλασσα, όπως ακριβώς είχε προλάβει να ζητήσει από την πλοιοκτήτρια εταιρία να γίνει. Φαντάστηκα μια γκέισα να παρακολουθεί την τελετή της αποτέφρωσης από μια γωνιά και να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Φαντάστηκα το πλήρωμα συγκεντρωμένο στο κατάστρωμα να τον αποχαιρετά τελετουργικά. Φαντάστηκα τον Σταμάτη να συνεχίζει  το ταξίδι που τόσο λαχταρούσε στην απέραντη θάλασσα.

 

Καμιά νύχτα τον βλέπω στον ύπνο μου. Όλο και πιο σπάνια. Μόνο όταν ένα πλαφ της ημέρας υπόκωφο κι απαρατήρητο ταρακουνήσει εκείνο το βότσαλο στον βυθό μου, ένας ήχος ανεπαίσθητος, μια λέξη, μια φευγαλέα εικόνα. Δεν έχει σώμα και έχει το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν στο «μεροκάματο του τρόμου». Πώς μπορείς να λες ότι βλέπεις κάποιον όταν η μορφή του έχει σβήσει από τη μνήμη σου; Τον βλέπω σ’ εκείνη τη βουτιά από το μεσιανό κατάρτι που διέκοψε τόσο πρόωρα και άδικα το δικό του μεροκάματο του τρόμου. Κι αναρωτιέμαι τι να περνούσε άραγε από το μυαλό του ενώ έπεφτε σαν να πετούσε, την τελευταία στιγμή, μόλις πριν σκάσει στο κατάστρωμα ή κάνει αναστροφή κι αρχίσει να πετά προς τα πάνω απελευθερωμένος από τη βαρύτητα κι από την όποια καταγωγή του.

  

Αρετή Πάνου

(Φωτογραφία: Rodney Smith, Collin with Magnifying Glass, Alberta, Canada, 2004)


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι Της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Αναγνώστης

 

Για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι

της Διώνης Δημητριάδου

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου

Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Αναγνώστης

Ο θάνατος θρέφει την ποίηση (γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου) | ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

 


Ο θάνατος θρέφει την ποίηση

Με απασχολεί συχνά, μελετώντας κυρίως την ποίηση, η απορία γιατί το θέμα του θανάτου εμφανίζεται τόσο επίμονα σε αυτήν, ενώ είναι αισθητά σπανιότερο στην πεζογραφία. Θα έλεγα πως ο θάνατος συνιστά την κατεξοχήν θεματική της ποίησης, άλλοτε αυτόνομα, συνήθως όμως σε άμεση συνάρτηση με τη ζωή, τη μνήμη, τη γλώσσα, την υπαρξιακή αγωνία.

Μία ερμηνεία βρίσκεται στη μακρά παράδοση της συγκεκριμένης θεματικής στο ποιητικό είδος. Στην ελληνική ποιητική παράδοση, ο θάνατος συνδέεται στενά με το πένθος ως τελετουργική διαδικασία. Η αρχαία και η χριστιανική παράδοση, μοιρολόγια, επιτάφιοι, λαϊκές πρακτικές μνήμης, συγκροτούν ένα πολιτισμικό υπόστρωμα, όπου ο θάνατος βιώνεται ως εμπειρία εγγεγραμμένη στη συλλογική συνείδηση. Οι ποιητές, ωστόσο, δεν τον προσεγγίζουν μόνο ως θέμα καταγραμμένο στο DNA τους, αλλά και ως μεταφυσικό αίνιγμα, ως σταθερό καταλύτη της ύπαρξης και της αυτοσυνείδησης, που πυροδοτεί προβληματισμούς για το μηδέν και το επέκεινα.

Γι’ αυτό και η θεματική του θανάτου συνοδεύεται συχνά από έντονη μεταποιητική διάσταση: η γραφή εμφανίζεται ως τρόπος διαχείρισης της απουσίας και της απώλειας, ως μεταθανάτιο ίχνος που αντιστέκεται στο εφήμερο, χωρίς να υπόσχεται λύτρωση. Η ποίηση δεν έχει ως στόχο να θεραπεύσει την οδύνη· την καθιστά μόνο λιγότερο αφόρητη.

Από αυτή την άποψη, η εμμονή πολλών ποιητών στο θέμα του θανάτου δεν δηλώνει προσκόλληση στο σκοτεινό και ερεβώδες, αλλά εγρήγορση απέναντι στο πρόσκαιρο της ανθρώπινης ζωής. Ο θάνατος γίνεται το σημείο όπου η ποίηση αναμετριέται με τις δυνάμεις της: αν μπορεί να μιλήσει χωρίς παρηγορητικές ψευδαισθήσεις κι αν αντέχει να αποδεχτεί ότι όλα μοιάζουν να καταλήγουν στο τίποτα.

Σκέψεις σαν κι αυτές με συνόδευσαν μελετώντας τα ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου, καθώς η ποιητική της συλλογή Αδώνιδος κήποι (ΑΩ εκδόσεις) με το έξοχο έργο «Βυθός» της Φωτεινής Χαμιδιελή στο εξώφυλλο, αποτελεί μια ιδιότυπη σύνθεση στην οποία ο θάνατος λειτουργεί ως δομική αρχή. Η συλλογή συγκροτείται ως ένας τελετουργικός «χώρος», όπου η οδύνη και η απουσία οργανώνουν τη ζωή, τη σκέψη και το ίδιο το ποιητικό είναι. Διαμορφώνεται έτσι μια ποιητική του πένθους με αφετηρία το μυθικό και χριστιανικό τελετουργικό υπόβαθρο (Άδωνις, Μεγάλη Παρασκευή, Επιτάφιος, Ανάσταση), που προσφέρουν σχήμα και μορφή στις πιο μύχιες ανθρώπινες ανησυχίες: τον φόβο του θανάτου και, κυρίως, την αγωνία της ανάστασης. Το σώμα, η ύλη, τα μικρά αντικείμενα (πιατάκι, φακή, στάχτη) λειτουργούν ως συμβολικοί φορείς νοήματος καθώς και εξιλέωσης απέναντι στο άγνωστο.

Η επαναληπτικότητα της φύσης, η εφήμερη άνθηση και η αναγκαστική φθορά συγκροτούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο θάνατος αποκτά ρυθμικότητα. Έτσι, η ποιητική συλλογή αποπνέει την αίσθηση μιας κυκλικής κίνησης, από τη φθορά στην προσδοκία της ανάστασης και πάλι από την αρχή. Λειτουργεί ως ενιαίο σώμα, με εσωτερικές παύσεις και μικρές «στάσεις», που θυμίζουν τελετουργικά διαλείμματα.

Σε επίπεδο μορφής, η ρυθμικότητα επιτυγχάνεται όχι μόνο θεματικά, αλλά και τεχνικά, μέσα από την εναλλαγή εκτενών και ολιγόστιχων ποιημάτων. Τα μικρά ποιήματα συμπυκνώνουν σκέψεις, λειτουργώντας ως στοχαστικοί κόμβοι, ενώ τα εκτενέστερα έχουν εξομολογητικό τόνο και συνθέτουν ένα «απόθεμα ψυχής». Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων, κυρίως του β΄ και του α΄ ενικού.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η πραγματικότητα του θανάτου δεν οδηγεί την ποιήτρια σε συναισθηματική υπερφόρτιση. Ο ποιητικός της λόγος, χωρίς να χάνει τη λυρικότητά του, παραμένει ελεγχόμενος, δείχνοντας πως η ψυχική αγωνία απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος δεν χρειάζεται ένταση· καταγράφεται νηφάλια, παρατηρείται και μετασχηματίζεται σε στοχαστική ποίηση. Κάθε λέξη είναι ζυγισμένη, ώστε να αποδίδει μια υπόκωφη μουσικότητα, χωρίς ρητορισμό. Η απουσία στίξης και ο μεταφορικός και υπαινικτικός λόγος αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι η ποιητική συλλογή μπορεί να διαβαστεί και ως αλληγορία της γραφής, αφού και εκεί η όλη διαδικασία της δημιουργίας είναι οδυνηρή και οδηγεί αναπόφευκτο σε ένα τέλος.

Στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής συμπυκνώνεται ο βασικός άξονας της ποιητικής της Δημητριάδου: η διασταύρωση μύθου, τελετουργίας και βιωμένης εμπειρίας θανάτου. Η ποιητική σκηνή εκκινεί από μια σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση –το άνοιγμα του παραθύρου– που επιτρέπει την επαφή με την ανοιξιάτικη φύση και την ανάδυση των «κρυφών μηνυμάτων». Η μετάβαση από το καθημερινό στο τελετουργικό συντελείται αθόρυβα, όπως ακριβώς και η μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο. Το πιατάκι με τη φυτρωμένη φακή λειτουργεί ως κατεξοχήν συμβολικό αντικείμενο: υλικό, ταπεινό, εφήμερο, φορέας μιας μνήμης που συνδέει τον αρχαίο μύθο του Άδωνη με τη χριστιανική εμπειρία της Μεγάλης Παρασκευής. Η ένωση «παλιών και νέων θεών» δεν προβάλλεται ως ιδεολογική σύνθεση, αλλά ως φυσική συνέχεια της ανθρώπινης ανάγκης να δώσει μορφή στον κύκλο γέννησης και φθοράς. Η ανάσταση εδώ εμφανίζεται ως ενδεχόμενο αλλά και προσδοκία «να ζει ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο». Ιδιαίτερη σημασία έχει το τέλος του ποιήματος, όπου η προσέγγιση του Επιταφίου εισάγει τη μουσική διάσταση του πένθους. Ο ήχος προηγείται της εικόνας, επιβεβαιώνοντας ότι η μνήμη και η τελετουργία λειτουργούν πρώτα αισθητηριακά και έπειτα εννοιολογικά.

Στο ποίημα «Ο θάνατος με θρέφει», ποίημα ποιητικής, η σχέση γραφής και θανάτου εγγράφεται άμεσα στο σώμα: περνά «μ’ ένα σταχτί βερνίκι», αφήνοντας μικρές ρωγμές από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει το φως «μονάχα επάνω στο χαρτί». Η γραφή εμφανίζεται εδώ ως εμπειρία οριακή, συγγενής με τον θάνατο. Οι λέξεις κουβαλούν το βάρος του αίματος και της μνήμης· συχνά αδυνατούν να φτάσουν στο χαρτί, παραμένοντας μετέωρες, ανήμπορες.

Η «μνήμη των ανθρώπων» παρομοιάζεται με βουβή σιωπή ή και με βουβή κραυγή, με ένα «σήμα βουβό» και ένα «άδειο τοπίο», εικόνες που υπογραμμίζουν την ανάγκη μιας μαρτυρίας. Η επανάληψη της λέξης «βουβή/ό» σηματοδοτεί τη σιωπή των νεκρών, την οποία μόνο η ποίηση επιχειρεί να διαρρήξει, ρίχνοντας το άγκιστρο στο βαθύ πηγάδι για να «ανέβουν οι ψυχές», έστω για μια στιγμή, από το σκοτάδι της αφάνειας. Μπροστά στη σιωπή του θανάτου, ο ποιητής καλείται να ιστορήσει τη μοίρα των ανθρώπων. Έτσι, ο θάνατος «θρέφει» την ποίηση όχι επειδή της προσφέρει περιεχόμενο, αλλά επειδή καθιστά τη γραφή τον μοναδικό τρόπο αντίστασης στην απουσία.

Ποίημα ποιητικής είναι και το «Σφαγή σωστή», στο οποίο η διαδικασία της γραφής εμφανίζεται και εδώ ως πράξη επώδυνη, ως αιματηρή εργασία, που απαιτεί σωματική και ψυχική έκθεση. «Δεν είναι ψυχοφάρμακο / των λέξεων ιαματικό φορτίο», αλλά «άχθος δυσοίωνο» που σκίζει τη σάρκα και αφήνει ημιθανή τη δημιουργό. Ο τελευταίος στίχος («Ποτέ δεν ήταν δικό σου») αποδομεί κάθε ψευδαίσθηση κυριότητας πάνω στο ποίημα ή στη λύτρωση που αυτό ενδέχεται να επιφέρει.

Στο «Αναστάσιμο», η έννοια της ανάστασης απογυμνώνεται από τη θριαμβευτική της διάσταση. Ανάμεσα στους «αναστημένους», ο ποιητής παραμένει μόνος, έχοντας επίγνωση του κόστους της ανάστασης και της «ατελεύτητης ζωής». Η προτροπή να αποδειχθεί το δώρο της ζωής μέσα από ένα «ταπεινό σήμα» —και όχι μέσα από κάποιο κενοτάφιο— συνομιλεί άμεσα με τη συνολική ποιητική της συλλογής: η αλήθεια δεν εδράζεται στη μνημειακή επιβεβαίωση, αλλά «στου ποιητού το ήθος», στην επίμονη ανάληψη του «άχθους του ανθρώπου».Μέσα από αυτά τα ποιήματα, γίνεται σαφές ότι στους Αδώνιδος κήπους ο θάνατος δεν λειτουργεί μόνο ως αντίθετο της ζωής αλλά ως όρος ποιητικής επίγνωσης, αφού η ποίηση δεν υπόσχεται ανάσταση· αυτό που προσφέρει είναι η μνήμη, ένα «σήμα ταπεινό» που δείχνει ότι στην ουσία τίποτα δεν χάνεται.

Ίσως τελικά οι Αδώνιδος κήποι να μην συγκροτούν τόσο μια ποιητική του θανάτου όσο μια ποιητική της γραφής. Ο θάνατος λειτουργεί ως αναγκαία συνθήκη, ως όριο που ενεργοποιεί τη γλώσσα, αλλά αυτό που διακυβεύεται σταθερά είναι η δυνατότητα του ποιήματος να διασώσει κάτι ελάχιστο, εύθραυστο και ανθρώπινο. Στο ποίημα «Αλώβητοι», η ελπίδα μετατοπίζεται ρητά από το θαύμα στην πράξη της γραφής: οι στίχοι «δεν είναι μαύροι», ακόμη κι αν η «μαύρη σκιά» τους σκεπάζει, γιατί μέσα στο σκοτάδι παραμένει ένα «μικρό λυχναράκι» που τρεμοσβήνει πριν χαθεί. Και η τελική προτροπή —«κι αν θέλεις / σώσε το / στο ποίημα»— συμπυκνώνει το βαθύτερο νόημα της συλλογής: όχι την υπέρβαση του θανάτου, αλλά τη διάσωση της εμπειρίας μέσω της γραφής. Εκεί, στο ποίημα, δεν μένουν αλώβητοι οι άνθρωποι, αλλά η ίδια η ανάγκη τους να μιλούν, να θυμούνται και να αντέχουν. Στην ποιητική συλλογή Αδώνιδος κήποι της Διώνης Δημητριάδου, η ποίηση δεν διεκδικεί μια απάντηση στο αίνιγμα του θανάτου· διεκδικεί τον τρόπο να στέκεται κανείς απέναντί του. Με επιμονή στο ταπεινό και στο σιωπηλό ίχνος, η γραφή της Δημητριάδου επιβεβαιώνει ότι η ποιητική πράξη παραμένει ένας από τους ελάχιστους τόπους όπου η απώλεια μπορεί να μετασχηματιστεί σε στοχαστικό λυρισμό. Οι Αδώνιδος κήποι αναδεικνύονται έτσι σε μια ώριμη ποιητική κατάθεση, όπου η ποιητική αυτογνωσία συνυπάρχει με την ιδέα της φθοράς και της ανάστασης και την προσπάθεια της γραφής όχι να νικήσει το σκοτάδι, αλλά να το αναδείξει. Στους Αδώνιδος κήπους ο θάνατος δεν είναι ο τελικός προορισμός, αλλά το κατώφλι της γραφής. Ό,τι μπορεί να σωθεί, «σώζεται στο ποίημα».

Αγάθη Γεωργιάδου

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Για τον Μάριο Χάκκα στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο

Για τον Μάριο Χάκκα

στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο


Χθες, Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026, στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο βρεθήκαμε για δύο ώρες στο "σύμπαν" του Μάριου Χάκκα, με ενδιαφέρουσα συζήτηση και με αφορμή το αφιέρωμα στο έργο του (πεζό, ποιητικό, θεατρικό) του περιοδικού Σταφυλή. Μαζί μας και ο ανηψιός του Χάκκα, Γιώργος Χάκας. που μας μίλησε για τις αναμνήσεις του από τον θείο του, δίνοντάς μας ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή του

Σωτήρης Σαράκης
Βάλια Γκέντσου
Γιώργος Χάκας
Διώνη Δημητριάδου
Δημήτρης Δημόπουλος















11ο Φεστιβάλ Αντίβαρο (Ρέθυμνο)

 

11ο Φεστιβάλ Αντίβαρο (Ρέθυμνο)

 


Με μια ιδιαίτερη πρωτοβουλία διεθνούς εμβέλειας ξεκίνησαν στο Ρέθυμνο οι δράσεις του 11ου Φεστιβάλ Αντίβαρο: ένα Residency με τον γνωστό Γάλλο θεατρικό συγγραφέα Remi de Vos. Ο συγγραφέας, γνώριμος στο ελληνικό κοινό από τα έργα του Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος,  Αποσύμπλεξη και Alpenstock, έφτασε στο Ρέθυμνο στις 19 Ιανουαρίου 2026, φιλοξενούμενος του Φεστιβάλ Αντίβαρο. Παρόλο που στο θέατρο Εσαγιόν στο Παρίσι γινόταν μια ακόμη πρεμιέρα του έργου του Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος, ο συγγραφέας προτίμησε τη μέρα αυτή για να ξεκινήσει τη διαμονή του στην Κρήτη για έναν ολόκληρο μήνα. Προφανής του στόχος είναι να απομονωθεί για να γράψει το επόμενο έργο του. Παράλληλα όμως ξεκινά μια σειρά δράσεων στις οποίες εμπλέκεται ο συγγραφέας, σε συνεργασία με τους δυο φορείς που συνεργάζονται για να κάνουν την παραμονή του στην Κρήτη όσο πιο δημιουργική γίνεται. Πρώτα είναι το ανέβασμα του έργου του Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος από το Αντίβαρο, προγραμματισμένη για τον Οκτώβριο του 2026.

«Μια σκοτεινή και ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλη μια οικογενειακή ιστορία, σε άψογη σκηνοθεσία από τον Nikson Pitaqaj. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις εξαιρετικές ερμηνείες των τριών ηθοποιών επί σκηνής. Την προτείνω ανεπιφύλακτα», γράφει για την παράσταση στο Παρίσι ο Pier Patrick.

«Eντελώς παράλογο αλλά απίστευτα αστείο. Κάθε άλλο παρά κλασική παράσταση, το Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος μάς ταξιδεύει σε μια φαρσική περιπέτεια. Η κωμωδία είναι μεταδοτική, επηρεάζοντας ολόκληρο το κοινό. Μια ευχάριστη έκπληξη» προσθέτει εντυπωσιασμένος ο Jean-Noël Grando.

Την παράσταση στα ελληνικά (μτφρ. Δημήτρης Φίλιας) σκηνοθετεί ο Μανώλης Σειραγάκης, σκηνικά κάνει η Κάλλη Καραδάκη, το κεραμικό και τα κοστούμια φιλοτέχνησε η Υακίνθη Μετζικώφ. Η εξαιρετικά απαιτητική παραγωγή του Αντίβαρου ωστόσο δεν προορίζεται για το φετινό 11ο Φεστιβάλ. Θα παιχτεί τον Οκτώβριο σε κεντρικό θέατρο της Αθήνας με την Ελένη Ουζουνίδου στον κεντρικό ρόλο και τους Βασίλη Σταματάκη και Αγγελική Ιερωνυμίδη να συμπληρώνουν το καστ και θα παρουσιαστεί στο Ρέθυμνο στο επόμενο 12ο Φεστιβάλ του 2027.

Η τωρινή παραμονή του Ρεμί Ντε Βος στο Ρέθυμνο συνοδεύεται από τρεις πολύ σημαντικές δράσεις. Από κοινού με το Πανεπιστήμιο Κρήτης (Εργαστήριο Θεάτρου Κινηματογράφου Μουσικής του ΚΕΜΕ) οργανώνεται από το Αντίβαρο Ημερίδα αφιερωμένη στο έργο του και στο σύγχρονο θέατρο του 21ου αιώνα στις 11 Φεβρουαρίου 2026 στις 5μμ:  https://www.philology.uoc.gr/nea/episthmonikh-hmerida-to-oeatro-toy-remi-nte-bos-kai-oi-proklhseis-toy-21oy-aiwna    Συμμετοχή έχουν δηλώσει σημαντικοί ερευνητές από ελληνικά αλλά κυρίως από ξένα Πανεπιστήμια και το πρόγραμμα είναι ήδη διαμορφωμένο.

Συμπληρωματικά οργανώνονται:

1. Εργαστήριο Θεατρικής Δημιουργικής Γραφής με τον συγγραφέα (στα Γαλλικά με διερμηνέα) την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026 και ώρες 4 με 7 το απόγευμα στο θέατρο Αντίβαρο, Κριτοβουλίδου 15 στο Ρέθυμνο

 https://www.philology.uoc.gr/nea/ergasthri-oeatrikhs-dhmioyrgikhs-grafhs  

2. Εργαστήριο Θεατρικής Μετάφρασης με τους πανεπιστημιακούς Ελένη Γκίνη (Πανεπιστήμιο Κρήτης) και Νεκτάριο-Γεώργιο Κωνσταντινίδη (Πανεπιστήμιο Αιγαίου). Στη διάρκειά του οι συμμετέχοντες θα καταπιαστούν με ένα έργο έκπληξη του Ρεμί Ντε Βος που θα υποδείξει ο ίδιος και μέχρι το πέρας του σεμιναρίου θα έχει ολοκληρωθεί η μετάφρασή του, οπότε θα παραδοθεί για έκδοση σε γνωστό εκδοτικό οίκο. https://www.philology.uoc.gr/nea/ergasthrio-masterclass-metafrashs-kai-dramatologikhs-analyshs    

Η συμμετοχή σε όλες τις δράσεις είναι ελεύθερη και αναλυτικές πληροφορίες μπορεί να βρει κάθε ενδιαφερόμενος στους παραπάνω συνδέσμους. Ακολουθεί το πλήρες πρόγραμμα της Ημερίδας.

 

Πρόγραμμα Επιστημονικής Ημερίδας

 

Το θέατρο του Ρεμί Ντε Βος

και οι προκλήσεις του 21ου αιώνα

 

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026, ώρες 17:00-21:00

Φοιτητικό Πολιτιστικό Κέντρο Ξενία

 

Το θέατρο Αντίβαρο και το Εργαστήρι Θεάτρου, Κινηματογράφου, Μουσικής (ΘΕΚΙΜΣ) του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης οργανώνουν επιστημονική ημερίδα αφιερωμένη στον σπουδαίο Γάλλο θεατρικό συγγραφέα Ρεμί Ντε Βος.

 

17:00 Έναρξη της Ημερίδας, χαιρετισμοί.

 

17:20 Thibault Fayner, Maître de conférences en études théâtrales, Université de Poitiers

« Radiographie d’un espace d’écriture : étude de l’atelier de création de Rémi De Vos »

Ακολουθεί σύνοψη στα Ελληνικά και ερωτήσεις

17:50 Ελένη Γκίνη, Διδάκτωρ ΕΚΠΑ, Διδάσκουσα Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης και ΠΜΣ-Θεατρικών Σπουδών Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ)

«Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος ή η απουσία ως ενοποιητική δύναμη»

Ακολουθεί σύνοψη στα γαλλικά και ερωτήσεις

18:20 Abdelilah Farhi, Docteur ès lettres, Faculté des Lettres et des Sciences Humaines, Université Sultan Moulay Slimane, Béni Mellal, Maroc

«Alpenstock : dramaturgie du désastre et esthétique de la déroute collective»

Ακολουθεί σύνοψη στα ελληνικά και ερωτήσεις

18.50 Διάλειμμα δέκα λεπτών

 

19:00 Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου, μέλος ΕΕΠ, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

«Botala Mindele de Rémi De Vos : aspects dramatisés de l’époque contemporaine néocoloniale en Afrique subsaharienne»

Ακολουθεί σύνοψη στα ελληνικά και ερωτήσεις

19:30 Thaïs Cros, Doctorante en Etudes Théâtrales, Université de Montpellier Paul-Valéry

«Comment Débrayage de Rémi De Vos dialogue-t-elle avec les dramaturgies contemporaines du travail en France ?»

Ακολουθεί σύνοψη στα ελληνικά και ερωτήσεις

 

20:00 Νεκτάριος-Γεώργιος Κωνσταντινίδης, διδάκτωρ ΕΚΠΑ, εντεταλμένος διδάσκων Πανεπιστημίου Αιγαίου

«Pouvoir, Abus et Genre dans L’Intérimaire de Rémi De Vos»

Ακολουθεί σύνοψη στα ελληνικά και ερωτήσεις

 

Αντιφώνηση από τον τιμώμενο

Θεατρικό αναλόγιο με σκηνές από τα έργα του

                                                           

 


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Γιώργος Σταυριανός «Θαμπό του απογέματος φως»

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Γιώργος Σταυριανός

«Θαμπό του απογέματος φως»

 


Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μετρονόμος η νέα δισκογραφική δουλειά του σπουδαίου δημιουργού Γιώργου Σταυριανού με τίτλο «Θαμπό του απογέματος φως».

Μια μουσική κατάθεση, βαθιά ποιητική και υπαρξιακή, προστίθεται στο πολύχρονο και γόνιμο έργο του συνθέτη Γιώργου Σταυριανού. Ο νέος του δίσκος «Θαμπό του απογέματος φως» αποτελεί ένα ώριμο καλλιτεχνικό έργο, εμπνευσμένο από τη σιωπηλή δύναμη του χρόνου, τη μνήμη, το φως και τη σπαρακτική ομορφιά της ανθρώπινης εμπειρίας.

Τα τραγούδια ερμηνεύουν ο Βασίλης Γισδάκης, ο Παντελής Θεοχαρίδης, ο Μίλτος Πασχαλίδης, η Ηρώ Σαΐα, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης και ο Μιχάλης Άνθης, προσφέροντας ο καθένας τη δική του ευαίσθητη ανάγνωση και συναισθηματική σφραγίδα.

Τους στίχους υπογράφουν, εκτός από τον ίδιο τον συνθέτη, ο Φίλιππος Γράψας, ο Οδυσσέας Ιωάννου και ο Μάκης Τσίτας – δημιουργοί που γνωρίζουν να μετατρέπουν το απλό και καθημερινό σε βαθύ και διαχρονικό. Ο δίσκος αυτός δεν είναι απλώς ένα μουσικό άλμπουμ, αλλά ένα ποιητικό τοπίο. Ένα στοχαστικό βλέμμα προς το φως που σβήνει, τη ζωή που πέρασε, τον χρόνο που μας διαπερνά.

To εικαστικό έργο του εξωφύλλου, καθώς και αυτά που συνοδεύουν το ένθετο του cd είναι της Σοφίας Αντωνακάκη.

 

Λίστα τραγουδιών

1. Αντίλαλος - Οργανικό

2. Το πλοίο φεύγει - Μίλτος Πασχαλίδης

     Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός

3. Μαζί με το δικό σου ερχομό - Ηρώ Σαΐα

     Στίχοι: Μάκης Τσίτας

4. Θεοί - Παντελής Θεοχαρίδης

     Στίχοι: Φίλιππος Γράψας

5. Το απόγευμα θαμπώνει - Βασίλης Γισδάκης

    Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός

6. Όλοι μας σας παιχνίδια χαλάμε – Μίλτος Πασχαλίδης

     Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου

7.  Ώρες μου χρωματιστές - Κώστας Τριανταφυλλίδης

     Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός

8. Ξημέρωμα - Ηρώ Σαΐα

    Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός

9. Ο περίπατος του φθινόπωρου - Οργανικό

10.  Περίλυπος εστί η ψυχή μου Μιχάλης Άνθης

 

Ενορχήστρωση - Ηχογράφηση - Μίξη - Mastering: Κώστας Παρίσσης, Studio Praxis

Για αγορά του άλμπουμ: https://www.musical.gr/cddetails.php?gui_language=1&CD_code=5206229241636&cat=2

Ακούστε το στις πλατφόρμες:

Επικοινωνία: ArtsPR

 

Μετρονόμος Περιοδικό & Εκδόσεις
Ζωοδόχου Πηγής 8-10 & Σόλωνος, Αθήνα, Τηλ.: 210 3807206

 

Οι κήποι της ποίησης: ποιήματα ποιητικής και ποιητική αυτογνωσία Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος γράφει για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου (ΑΩ εκδόσεις)

 


Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος γράφει 

για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι 

της Διώνης Δημητριάδου (ΑΩ εκδόσεις)


Οι κήποι της ποίησης: ποιήματα ποιητικής και ποιητική αυτογνωσία

(η πρώτη δημοσίευση στο Στίγμα Λόγου)

Οι κήποι της ποίησης: ποιήματα ποιητικής και ποιητική αυτογνωσία (για την ποιητική συλλογή "Αδώνιδος κήποι" της Διώνης Δημητριάδου, ISBN: 9786185845575) - StigmaLogou



Η Διώνη Δημητριάδου είναι μια ποιήτρια με βαθιά και πολυεπίπεδη σχέση με την ποίηση. Δεν περιορίζεται μόνο στη συγγραφή ποιημάτων, αλλά υπηρετεί την ποιητική τέχνη και από άλλες κρίσιμες σκοπιές όπως τη μετάφραση και την κριτική. Αυτή η πολλαπλή ενασχόληση δεν λειτουργεί απλώς σωρευτικά· διαμορφώνει μια ενιαία ποιητική συνείδηση, η οποία αντανακλάται με συνέπεια στο έργο της.

Η πρόσφατη ποιητική της συλλογή, «Αδώνιδος Κήποι» (εκδόσεις ΑΩ, 2025), εντάσσεται οργανικά σε αυτή τη διαδρομή. Όπως και στις προηγούμενες συλλογές της, συναντούμε εδώ ποιήματα ποιητικής – ποιήματα δηλαδή που δεν πραγματεύονται μόνο τον κόσμο, αλλά και την ίδια την ποιητική πράξη.

Ήδη έχουν γραφτεί και θα συνεχίσουν να γράφονται κείμενα για τη συλλογή αυτή από κριτικούς περισσότερο εξειδικευμένους. Επιλέγω να εστιάσω στα ποιήματα ποιητικής, θεωρώντας τα κλειδί για την κατανόηση όχι μόνο της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και της ποιητικής τέχνης γενικότερα.

Τα ποιήματα ποιητικής καταλαμβάνουν διαχρονικά σημαντική θέση στο έργο πολλών ποιητών. Πρόκειται για ποιήματα στα οποία ο ποιητής στοχάζεται τη φύση της ποίησης, τα όριά της, τις απαιτήσεις της και –κυρίως– το τίμημά της. Μέσα από αυτά, αποκαλύπτεται τόσο η θεωρία όσο και η πράξη της γραφής, τα υλικά και τα εργαλεία της. Είναι, με άλλα λόγια, ένας διάλογος του ποιητή με το ίδιο το ποίημα, αλλά και με την παράδοση στην οποία ανήκει.

Από τη συλλογή «Αδώνιδος Κήποι» θα σταθώ σε δύο χαρακτηριστικά ποιήματα: «Ποιητού Το Ήθος» και «ΣΦΑΓΗ ΣΩΣΤΗ».

«Ποιητού Το Ήθος»: η ηθική της δημιουργίας

Το ποίημα ανοίγει με μια εικόνα λιτή αλλά εξαιρετικά πυκνή:

Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι

Από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό

Τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο

Ως το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι

Ο ποιητής παρουσιάζεται μόνος, σχεδόν γυμνός, έχοντας ως μοναδικό όπλο το μολύβι. Η γραφή δεν προκύπτει από άνεση ή ευκολία, αλλά από μια εσωτερική καύση που φτάνει «ως το μεδούλι». Η εικόνα αυτή φέρνει στον νου το γνωστό απόφθεγμα του Βίνσεντ Βαν Γκογκ: ότι για να γίνει κανείς καλλιτέχνης, η επιθυμία του πρέπει να φτάνει μέχρι το μεδούλι των οστών του. Η συγγένεια δεν είναι τυχαία. Η ποίηση, όπως και η ζωγραφική ή η μουσική, απαιτεί μια απόλυτη εσωτερική εμπλοκή.

Ιδίως στην ποίηση, αυτή η απαίτηση είναι εντονότερη. Πρόκειται για μια τέχνη παράδοξη: με ελάχιστους στίχους, με συμπυκνωμένη γλώσσα, επιχειρεί να χωρέσει εμπειρίες, εικόνες, σκέψεις και ολόκληρες ζωές. Εκεί όπου άλλες τέχνες απλώνονται στον χρόνο ή στον χώρο, η ποίηση συμπυκνώνει.

Η Δημητριάδου συνεχίζει:

Μόνο αυτό θα έχεις

Των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή

Πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι

Εδώ αναδύεται η έννοια της παράδοσης. Ο ποιητής δεν ξεκινά από το μηδέν. Κληρονομεί μια γλώσσα, μια εμπειρία, μια μνήμη. Η διακειμενικότητα –ο διάλογος με τους προγενέστερους– αποτελεί θεμέλιο της ποιητικής δημιουργίας. Ας θυμηθούμε τον Άρη Αλεξάνδρου:

Η κάθε μου λέξη

αν την αγγίξεις με τη γλώσσα

θυμίζει πικραμύγδαλο.

Η πικρή γεύση της γλώσσας είναι κοινός τόπος. Η γραφή δεν είναι γλυκιά παρηγοριά αλλά επίπονη διαδικασία, ίσως και ένας τρόπος αποπληρωμής ενός χρέους: του μαθητή προς τον δάσκαλο, του σύγχρονου προς την παράδοση.

Το ποίημα κορυφώνεται με τη συμπύκνωση:

Ήθος του ποιητή

Το άχθος του ανθρώπου

Η ποιητική ηθική δεν διαχωρίζεται από την ανθρώπινη ύπαρξη. Το βάρος που σηκώνει ο ποιητής ως δημιουργός είναι το ίδιο βάρος που σηκώνει ως άνθρωπος.

Γιατί άνθρωπος είναι ο ποιητής και ας τον παρουσιάζει ως τέρας ο Ζαν Ζενέ στο περίφημο βιβλίο του περί ποιητή και ποιητικής τέχνης, τον Σχοινοβάτη.

«ΣΦΑΓΗ ΣΩΣΤΗ»: η ποίηση ως πράξη διάλυσης

Στο δεύτερο ποίημα, η Δημητριάδου προχωρά ακόμη πιο βαθιά –και πιο σκοτεινά– στη φύση της ποιητικής πράξης:

Σφαγείο είναι το ποίημα

Μην καρτεράς τη λύτρωση

Δεν είναι ψυχοφάρμακο

Των λέξεων φορτίο ιαματικό

 Η ποίηση εδώ απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική εξιδανίκευση. Δεν υπόσχεται λύτρωση ούτε εύκολη παρηγοριά. Είναι σφαγείο. Και μάλιστα, όχι μόνο για τον ποιητή αλλά και για τον αναγνώστη:

Αίμα πλημμύρα της γραφής

Συνάμα της ανάγνωσης

Η ανάγνωση καθίσταται συνδημιουργική και συν-επώδυνη πράξη. Η γλώσσα του ποιήματος είναι σκληρή, καθαρή, χωρίς ρητορικά στολίδια. Ουσιαστικά όπως «άχθος», «αίμα», «σάρκα», «σφαγείο» κυριαρχούν, εντείνοντας την αίσθηση βίας και διάλυσης.

Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η ποίηση μπορεί να λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: τι είδους ψυχοθεραπεία είναι αυτή; Η ψυχοθεραπεία δεν είναι ευχάριστη διαδικασία. Προϋποθέτει την κατάδυση στα σκοτεινά νερά του εαυτού, την αντιπαράθεση με τους προσωπικούς δαίμονες. Το ίδιο ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και με την ποίηση.

Έτσι, η ποίηση φτάνει τον δημιουργό –και συχνά τον αναγνώστη– στα άκρα. Δεν χαρίζεται, δεν προστατεύει.

Επίλογος: αναγκαιότητα ή επιλογή;

 Μετά από όλα αυτά, προκύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα: γιατί γράφει ο ποιητής; Γιατί να επιλέξει το πικρό αλάτι και το σφαγείο;

Ίσως γιατί η τέχνη –και ειδικά η ποίηση– δεν είναι απλώς επιλογή. Είναι ανάγκη. Ενδεχομένως και ένας εσωτερικός εξαναγκασμός. Κάτι που, ακόμη κι αν ήθελε κανείς να αποφύγει, δεν μπορεί.

Και ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται το ήθος του ποιητή.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος