Για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι
της Διώνης Δημητριάδου
ΑΩ εκδόσεις
Γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου
Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό
Αναγνώστης
Ο θάνατος θρέφει την
ποίηση
Με
απασχολεί συχνά, μελετώντας κυρίως την ποίηση, η απορία γιατί το θέμα του
θανάτου εμφανίζεται τόσο επίμονα σε αυτήν, ενώ είναι αισθητά σπανιότερο στην
πεζογραφία. Θα έλεγα πως ο θάνατος συνιστά την κατεξοχήν θεματική της ποίησης,
άλλοτε αυτόνομα, συνήθως όμως σε άμεση συνάρτηση με τη ζωή, τη μνήμη, τη
γλώσσα, την υπαρξιακή αγωνία.
Μία
ερμηνεία βρίσκεται στη μακρά παράδοση της συγκεκριμένης θεματικής στο ποιητικό
είδος. Στην ελληνική ποιητική παράδοση, ο θάνατος συνδέεται στενά με το πένθος
ως τελετουργική διαδικασία. Η αρχαία και η χριστιανική παράδοση, μοιρολόγια,
επιτάφιοι, λαϊκές πρακτικές μνήμης, συγκροτούν ένα πολιτισμικό υπόστρωμα, όπου
ο θάνατος βιώνεται ως εμπειρία εγγεγραμμένη στη συλλογική συνείδηση. Οι
ποιητές, ωστόσο, δεν τον προσεγγίζουν μόνο ως θέμα καταγραμμένο στο DNA τους,
αλλά και ως μεταφυσικό αίνιγμα, ως σταθερό καταλύτη της ύπαρξης και της
αυτοσυνείδησης, που πυροδοτεί προβληματισμούς για το μηδέν και το επέκεινα.
Γι’
αυτό και η θεματική του θανάτου συνοδεύεται συχνά από έντονη μεταποιητική
διάσταση: η γραφή εμφανίζεται ως τρόπος διαχείρισης της απουσίας και της
απώλειας, ως μεταθανάτιο ίχνος που αντιστέκεται στο εφήμερο, χωρίς να υπόσχεται
λύτρωση. Η ποίηση δεν έχει ως στόχο να θεραπεύσει την οδύνη· την καθιστά μόνο
λιγότερο αφόρητη.
Από
αυτή την άποψη, η εμμονή πολλών ποιητών στο θέμα του θανάτου δεν δηλώνει
προσκόλληση στο σκοτεινό και ερεβώδες, αλλά εγρήγορση απέναντι στο πρόσκαιρο
της ανθρώπινης ζωής. Ο θάνατος γίνεται το σημείο όπου η ποίηση αναμετριέται με
τις δυνάμεις της: αν μπορεί να μιλήσει χωρίς παρηγορητικές ψευδαισθήσεις κι αν
αντέχει να αποδεχτεί ότι όλα μοιάζουν να καταλήγουν στο τίποτα.
Σκέψεις
σαν κι αυτές με συνόδευσαν μελετώντας τα ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου, καθώς
η ποιητική της συλλογή Αδώνιδος κήποι (ΑΩ εκδόσεις) με το έξοχο έργο «Βυθός»
της Φωτεινής Χαμιδιελή στο εξώφυλλο, αποτελεί μια ιδιότυπη σύνθεση στην οποία ο
θάνατος λειτουργεί ως δομική αρχή. Η συλλογή συγκροτείται ως ένας τελετουργικός
«χώρος», όπου η οδύνη και η απουσία οργανώνουν τη ζωή, τη σκέψη και το ίδιο το
ποιητικό είναι. Διαμορφώνεται έτσι μια ποιητική του πένθους με αφετηρία το
μυθικό και χριστιανικό τελετουργικό υπόβαθρο (Άδωνις, Μεγάλη Παρασκευή,
Επιτάφιος, Ανάσταση), που προσφέρουν σχήμα και μορφή στις πιο μύχιες ανθρώπινες
ανησυχίες: τον φόβο του θανάτου και, κυρίως, την αγωνία της ανάστασης. Το σώμα,
η ύλη, τα μικρά αντικείμενα (πιατάκι, φακή, στάχτη) λειτουργούν ως συμβολικοί
φορείς νοήματος καθώς και εξιλέωσης απέναντι στο άγνωστο.
Η
επαναληπτικότητα της φύσης, η εφήμερη άνθηση και η αναγκαστική φθορά συγκροτούν
ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο θάνατος αποκτά ρυθμικότητα. Έτσι, η ποιητική
συλλογή αποπνέει την αίσθηση μιας κυκλικής κίνησης, από τη φθορά στην προσδοκία
της ανάστασης και πάλι από την αρχή. Λειτουργεί ως ενιαίο σώμα, με εσωτερικές
παύσεις και μικρές «στάσεις», που θυμίζουν τελετουργικά διαλείμματα.
Σε
επίπεδο μορφής, η ρυθμικότητα επιτυγχάνεται όχι μόνο θεματικά, αλλά και
τεχνικά, μέσα από την εναλλαγή εκτενών και ολιγόστιχων ποιημάτων. Τα μικρά
ποιήματα συμπυκνώνουν σκέψεις, λειτουργώντας ως στοχαστικοί κόμβοι, ενώ τα
εκτενέστερα έχουν εξομολογητικό τόνο και συνθέτουν ένα «απόθεμα ψυχής». Στο
ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων, κυρίως του β΄
και του α΄ ενικού.
Ιδιαίτερη
σημασία έχει το γεγονός ότι η πραγματικότητα του θανάτου δεν οδηγεί την
ποιήτρια σε συναισθηματική υπερφόρτιση. Ο ποιητικός της λόγος, χωρίς να χάνει
τη λυρικότητά του, παραμένει ελεγχόμενος, δείχνοντας πως η ψυχική αγωνία
απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος δεν χρειάζεται ένταση· καταγράφεται νηφάλια,
παρατηρείται και μετασχηματίζεται σε στοχαστική ποίηση. Κάθε λέξη είναι
ζυγισμένη, ώστε να αποδίδει μια υπόκωφη μουσικότητα, χωρίς ρητορισμό. Η απουσία
στίξης και ο μεταφορικός και υπαινικτικός λόγος αφήνουν στον αναγνώστη την
αίσθηση ότι η ποιητική συλλογή μπορεί να διαβαστεί και ως αλληγορία της γραφής,
αφού και εκεί η όλη διαδικασία της δημιουργίας είναι οδυνηρή και οδηγεί
αναπόφευκτο σε ένα τέλος.
Στο
ομότιτλο ποίημα της συλλογής συμπυκνώνεται ο βασικός άξονας της ποιητικής της
Δημητριάδου: η διασταύρωση μύθου, τελετουργίας και βιωμένης εμπειρίας θανάτου.
Η ποιητική σκηνή εκκινεί από μια σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση –το άνοιγμα του
παραθύρου– που επιτρέπει την επαφή με την ανοιξιάτικη φύση και την ανάδυση των
«κρυφών μηνυμάτων». Η μετάβαση από το καθημερινό στο τελετουργικό συντελείται
αθόρυβα, όπως ακριβώς και η μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο. Το πιατάκι με τη
φυτρωμένη φακή λειτουργεί ως κατεξοχήν συμβολικό αντικείμενο: υλικό, ταπεινό,
εφήμερο, φορέας μιας μνήμης που συνδέει τον αρχαίο μύθο του Άδωνη με τη
χριστιανική εμπειρία της Μεγάλης Παρασκευής. Η ένωση «παλιών και νέων θεών» δεν
προβάλλεται ως ιδεολογική σύνθεση, αλλά ως φυσική συνέχεια της ανθρώπινης
ανάγκης να δώσει μορφή στον κύκλο γέννησης και φθοράς. Η ανάσταση εδώ
εμφανίζεται ως ενδεχόμενο αλλά και προσδοκία «να ζει ζωή ατελείωτη και θάνατο
αθάνατο». Ιδιαίτερη σημασία έχει το τέλος του ποιήματος, όπου η προσέγγιση του
Επιταφίου εισάγει τη μουσική διάσταση του πένθους. Ο ήχος προηγείται της
εικόνας, επιβεβαιώνοντας ότι η μνήμη και η τελετουργία λειτουργούν πρώτα
αισθητηριακά και έπειτα εννοιολογικά.
Στο
ποίημα «Ο θάνατος με θρέφει», ποίημα ποιητικής, η σχέση γραφής και θανάτου
εγγράφεται άμεσα στο σώμα: περνά «μ’ ένα σταχτί βερνίκι», αφήνοντας μικρές
ρωγμές από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει το φως «μονάχα επάνω στο χαρτί». Η
γραφή εμφανίζεται εδώ ως εμπειρία οριακή, συγγενής με τον θάνατο. Οι λέξεις
κουβαλούν το βάρος του αίματος και της μνήμης· συχνά αδυνατούν να φτάσουν στο
χαρτί, παραμένοντας μετέωρες, ανήμπορες.
Η
«μνήμη των ανθρώπων» παρομοιάζεται με βουβή σιωπή ή και με βουβή κραυγή, με ένα
«σήμα βουβό» και ένα «άδειο τοπίο», εικόνες που υπογραμμίζουν την ανάγκη μιας
μαρτυρίας. Η επανάληψη της λέξης «βουβή/ό» σηματοδοτεί τη σιωπή των νεκρών, την
οποία μόνο η ποίηση επιχειρεί να διαρρήξει, ρίχνοντας το άγκιστρο στο βαθύ
πηγάδι για να «ανέβουν οι ψυχές», έστω για μια στιγμή, από το σκοτάδι της
αφάνειας. Μπροστά στη σιωπή του θανάτου, ο ποιητής καλείται να ιστορήσει τη
μοίρα των ανθρώπων. Έτσι, ο θάνατος «θρέφει» την ποίηση όχι επειδή της
προσφέρει περιεχόμενο, αλλά επειδή καθιστά τη γραφή τον μοναδικό τρόπο
αντίστασης στην απουσία.
Ποίημα
ποιητικής είναι και το «Σφαγή σωστή», στο οποίο η διαδικασία της γραφής
εμφανίζεται και εδώ ως πράξη επώδυνη, ως αιματηρή εργασία, που απαιτεί σωματική
και ψυχική έκθεση. «Δεν είναι ψυχοφάρμακο / των λέξεων ιαματικό φορτίο», αλλά
«άχθος δυσοίωνο» που σκίζει τη σάρκα και αφήνει ημιθανή τη δημιουργό. Ο
τελευταίος στίχος («Ποτέ δεν ήταν δικό σου») αποδομεί κάθε ψευδαίσθηση
κυριότητας πάνω στο ποίημα ή στη λύτρωση που αυτό ενδέχεται να επιφέρει.
Στο
«Αναστάσιμο», η έννοια της ανάστασης απογυμνώνεται από τη θριαμβευτική της
διάσταση. Ανάμεσα στους «αναστημένους», ο ποιητής παραμένει μόνος, έχοντας
επίγνωση του κόστους της ανάστασης και της «ατελεύτητης ζωής». Η προτροπή να
αποδειχθεί το δώρο της ζωής μέσα από ένα «ταπεινό σήμα» —και όχι μέσα από
κάποιο κενοτάφιο— συνομιλεί άμεσα με τη συνολική ποιητική της συλλογής: η
αλήθεια δεν εδράζεται στη μνημειακή επιβεβαίωση, αλλά «στου ποιητού το ήθος»,
στην επίμονη ανάληψη του «άχθους του ανθρώπου».Μέσα από αυτά τα ποιήματα,
γίνεται σαφές ότι στους Αδώνιδος κήπους ο θάνατος δεν λειτουργεί μόνο ως
αντίθετο της ζωής αλλά ως όρος ποιητικής επίγνωσης, αφού η ποίηση δεν υπόσχεται
ανάσταση· αυτό που προσφέρει είναι η μνήμη, ένα «σήμα ταπεινό» που δείχνει ότι
στην ουσία τίποτα δεν χάνεται.
Ίσως
τελικά οι Αδώνιδος κήποι να μην συγκροτούν τόσο μια ποιητική του θανάτου όσο
μια ποιητική της γραφής. Ο θάνατος λειτουργεί ως αναγκαία συνθήκη, ως όριο που
ενεργοποιεί τη γλώσσα, αλλά αυτό που διακυβεύεται σταθερά είναι η δυνατότητα
του ποιήματος να διασώσει κάτι ελάχιστο, εύθραυστο και ανθρώπινο. Στο ποίημα
«Αλώβητοι», η ελπίδα μετατοπίζεται ρητά από το θαύμα στην πράξη της γραφής: οι
στίχοι «δεν είναι μαύροι», ακόμη κι αν η «μαύρη σκιά» τους σκεπάζει, γιατί μέσα
στο σκοτάδι παραμένει ένα «μικρό λυχναράκι» που τρεμοσβήνει πριν χαθεί. Και η
τελική προτροπή —«κι αν θέλεις / σώσε το / στο ποίημα»— συμπυκνώνει το βαθύτερο
νόημα της συλλογής: όχι την υπέρβαση του θανάτου, αλλά τη διάσωση της εμπειρίας
μέσω της γραφής. Εκεί, στο ποίημα, δεν μένουν αλώβητοι οι άνθρωποι, αλλά η ίδια
η ανάγκη τους να μιλούν, να θυμούνται και να αντέχουν. Στην ποιητική συλλογή
Αδώνιδος κήποι της Διώνης Δημητριάδου, η ποίηση δεν διεκδικεί μια απάντηση στο
αίνιγμα του θανάτου· διεκδικεί τον τρόπο να στέκεται κανείς απέναντί του. Με
επιμονή στο ταπεινό και στο σιωπηλό ίχνος, η γραφή της Δημητριάδου επιβεβαιώνει
ότι η ποιητική πράξη παραμένει ένας από τους ελάχιστους τόπους όπου η απώλεια
μπορεί να μετασχηματιστεί σε στοχαστικό λυρισμό. Οι Αδώνιδος κήποι
αναδεικνύονται έτσι σε μια ώριμη ποιητική κατάθεση, όπου η ποιητική αυτογνωσία
συνυπάρχει με την ιδέα της φθοράς και της ανάστασης και την προσπάθεια της
γραφής όχι να νικήσει το σκοτάδι, αλλά να το αναδείξει. Στους Αδώνιδος κήπους ο
θάνατος δεν είναι ο τελικός προορισμός, αλλά το κατώφλι της γραφής. Ό,τι μπορεί
να σωθεί, «σώζεται στο ποίημα».
Αγάθη
Γεωργιάδου










