Ο κόσμος των σκιών είναι το βασίλειο
των ονειροπόλων
Πέτρος
Τσαλιαγκός
εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ένας οδυνηρός βυθός ή μια άσκηση γραφής; • Fractal
Ένας
οδυνηρός βυθός ή μια άσκηση γραφής;
Προσπαθώ να μην παραδοθώ
ούτε στην επιλεκτικότητα της μνήμης, ούτε στην εκστατικότητα της φαντασίας,
όμως δεν μπορώ και να αποφύγω τη σταδιακή ανάδυση μιας παραισθητικής κατάστασης
που με απομακρύνει από την πραγματική ζωή που γευτήκαμε στο σπίτι δίπλα στη
θάλασσα.
(σ. 18).
Ποια τα όρια της αφήγησης, ποια συνθήκη τα επεκτείνει
ή τα περιορίζει, αλλά και ποιος ο ρόλος του αφηγητή μιας ιστορίας στην
αληθοφάνειά της ή στην αποκάλυψη του ψεύδους της; Αναπάντητα ερωτήματα, αν
φυσικά περιμένουμε μια απόλυτη απόκριση, περιοριστική από τη θεωρητική της φύση.
Κυρίως όταν η αφήγηση αγγίζει τον εσωτερικό βυθό, όταν φθάνει στο συμπαγές του
σώμα, εκεί η θεωρητική κριτική σκευή σιωπά.
Το αφήγημα του Πέτρου
Τσαλιαγκού μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Ο ένας σε συμπαρασύρει στον βυθό
του αφηγητή, με τη συνακόλουθη αποδοχή πως εδώ μετράει περισσότερο η βίωση μιας
σχέσης, μονόπλευρη συχνά, η συνειδητοποίηση πως η οδύνη είναι συνώνυμη του
έρωτα. Όσο κι αν μια περιρρέουσα ρομαντική ατμόσφαιρα παραπλανά, η αλήθεια
είναι πως το σκοτάδι πάντα καραδοκεί. Κάτω από αυτή την αναγνωστική εκδοχή, η
αφηγημένη ιστορία ανοίγεται σε φιλοσοφικό στοχασμό, περιστρέφεται γύρω από
περιστατικά διάσπαρτα, από κινήσεις, λέξεις, που αποτυπώθηκαν στη μνήμη, έτσι
όπως αταξινόμητες έρχονται και κυριεύουν τον αφηγητή. Η αίσθηση της μοναξιάς,
που καταλήγει επιλογή μοναχικότητας έντονη, η ματαίωση της ποθούμενης διάρκειας
των αισθημάτων οριστική. Η μόνη εξωκειμενική παρατήρηση που χωράει εδώ αφορά
την αναγνωστική αδιαφορία για το αν ο αφηγητής ιστορεί μια αληθινή σχέση ή όχι,
καθώς μας παρασύρει τόσο ο τρόπος όσο και οι τεχνικές της αφήγησης σε μια εν
δυνάμει ενσωμάτωση, να αποδεχθούμε τη θεωρούμενη λογοτεχνική αληθοφάνεια.
Ο δεύτερος τρόπος, κατά τη
γνώμη μου πιο ενδιαφέρων, παραπέμπει σε
μια εντελώς εξωκειμενική συνθήκη –εννοώντας την ιστορία αυτή καθεαυτήν– να
διαβάσουμε το όλον ως μια άσκηση αφηγηματική, που ερευνά ακριβώς τα όρια και
την ουσία της αφήγησης. Κατά τον δεύτερο αυτό τρόπο ανάγνωσης, η ίδια η ιστορία
λειτουργεί ως υλικό, προκειμένου να εκτεθεί, πίσω από τον λογοτεχνικό μανδύα, η
συγγραφική θεώρηση για τη δυναμική της αφήγησης, όσο αυτή μπορεί να συνεχίσει
μια ματαιωμένη σχέση μέσα σε ένα σκηνικό συγγραφής, αλλά και πώς μπορεί να
υποκαταστήσει τα αληθινά γεγονότα. Αλλιώς, η μαγεία της επινόησης.
[…] θα κοιτάζω χαμένος
στις σκέψεις μου τον ερημότοπο που εκτείνεται μέχρι την ακρογιαλιά και που
κάποτε ήταν ένας φροντισμένος, ολάνθιστος κήπος. Ύστερα, σιγά σιγά θα προσθέσω
τη θάλασσα με τα κύματά της, τη βεράντα όπου καθόμασταν τα βράδια πίνοντας
παγωμένο κρασί, την πέργκολα. Θα φανταστώ τον κανίβαλο πλανήτη της και, στο τέλος,
εκείνη. Τι με εμποδίζει να το κάνω; (σ. 71).
Στέκομαι στο τρίτο μέρος της
ιστορίας (Η ανίατη νόσος της αφήγησης), στο οποίο συνυπάρχουν τα στοιχεία προς
τεκμηρίωση και των δύο παραπάνω αναγνωστικών εκδοχών.
Διαβάζουμε αρχικά:
Επισκέπτομαι πολύ συχνά τον εσωτερικό μου βυθό. Ο βυθός συνιστά το απώτατο άκρο
της βασανισμένης μου ύπαρξης, έναν ατόφιο πυρήνα οδύνης. (σ. 67).
Στη συνέχεια
διαβάζουμε: Σε ακολούθησα με τον
τρόπο της αφήγησης όταν έφυγες, σε ακολούθησα με μικρούς και μεγαλύτερους
αιφνιδιασμούς, σε ακολούθησα την ημέρα και σε ακολούθησα τη νύχτα παντού. Σε
βρήκα να στέκεις σ’ ένα βιβλιοπωλείο, σε λεωφόρους πολύβουων πόλεων, σε είδα σε
ερωτικές περιπτύξεις, σε παραστρατήματα, σε ένιωσα σε πίκρες και χαρές. Κατέγραψα
κάθε ματαίωσή σου, κάθε πιθανό και κάθε απίθανο γεγονός. Το καταφύγιό μου είναι
οι λέξεις μου. (σ. 76).
Εδώ κυρίαρχο ρόλο έχει η
αφήγηση ως τρόπος ανάπλασης του πραγματικού ή αυτού που διεκδικεί την αλήθεια
του πραγματικού, με την ίδια την ιστορία να έρχεται σε δεύτερο πλάνο. Μια
«τοποθέτηση» του συγγραφέα για τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Αλλιώς, μια
άσκηση γραφής.
Εν κατακλείδι. Η ιστορία που
αφηγείται ο Πέτρος Τσαλιαγκός, με όποιον τρόπο κι αν διαβαστεί, αναδεικνύει
αφενός τις αφηγηματικές τεχνικές (την οπτική γωνία, τον χρόνο και τον ρυθμό της
αφήγησης), αφετέρου χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο ως βασικό αφηγηματικό
τρόπο, ενσωματώνοντας μέσα του τόσο την αφήγηση αυτή καθεαυτήν ως τρόπο, όσο
και την περιγραφή και τον διασταυρούμενο διάλογο. Η μείξη αυτή μέσα σε ένα
κείμενο που ρέει αβίαστα, παράλληλα η εύστοχη χρήση της γλώσσας, συνιστούν ένα ενδιαφέρον, από κάθε άποψη, εγχείρημα.
Διώνη Δημητριάδου










