Το σπίτι του Γκρανέλα
Luigi Pirantello
Μετάφραση:
Άννα Γρίβα
εκδόσεις
Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Θέα στο απολύτως άγνωστο • Fractal
Θέα στο απολύτως
άγνωστο
«Η
αθάνατη ψυχή… Βέβαια! Για να παραδεχτούμε την ύπαρξη των πνευμάτων, θα πρέπει
να προϋποθέσουμε την αθανασία της ψυχής. Λίγα μπορεί κανείς να πει. Η αθανασία
της ψυχής… Πιστεύω σ’ αυτήν ή δεν πιστεύω; Λέω, και πάντα έλεγα, πως όχι. Θα
έπρεπε τώρα, τουλάχιστον, να παραδεχτώ την αμφιβολία μου, ενάντια σε κάθε
προηγούμενο ισχυρισμό μου». (σ. 62).
Αυτή
η άρση της απόλυτης βεβαιότητας, όπως διατυπώνεται από τον ήρωα της ιστορίας
του Πιραντέλο, τον δικηγόρο Τζούμο, απηχεί τον σχετικισμό ως φιλοσοφική θέση
που ο ίδιος ο συγγραφέας υποστήριζε και ενσωμάτωνε στο έργο του. Η τραγικότητα της
ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο που αδυνατεί να κατανοήσει (παρά μόνο με
την ακολουθία αιτίας αποτελέσματος, επιφανειακή στην προσέγγισή της), εφευρίσκοντας
διαρκώς «σχήματα» για να τον εγκλωβίσει και να τον «ερμηνεύσει», αποτελεί τον
καμβά των ιστοριών του Πιραντέλο. Έτσι και στην παρούσα ιστορία με το σπίτι του
Γκρανέλα να κατοικείται από πνεύματα, κατά τον ισχυρισμό των ενοικιαστών, της οικογένειας
Πιτσιρίλι, θα δούμε τις δύο διαφορετικές απόψεις, περί ύπαρξης ή μη πνευμάτων,
να συγκρούονται (και μάλιστα δικαστικά), με την απουσία τελικής θέσης, όπως
είναι φυσικό, να δηλώνει τον θρίαμβο της αβεβαιότητας. Θα μπορούσαμε να πούμε
πως ιστορίες όπως αυτή προαναγγέλλουν την ενασχόλησή του με παραψυχολογικά
φαινόμενα λίγα χρόνια μετά.
Η χρήση του χιούμορ διατρέχει όλη την ιστορία, στα πρόσωπα, στα σκηνικά, στους διαλόγους. Είναι άλλωστε η εποχή (δημοσιευμένη η ιστορία το 1905) που ο Πιραντέλο επιλέγει να αντιδράσει απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου μέσω του χιούμορ, δηλώνοντας στον προσεκτικό του αναγνώστη πως γνωρίζει την όψη του τραγικού και μπορεί να «παίξει» λογοτεχνικά με αυτήν. Είναι, όμως, και ένας τρόπος να συμβαδίσει μια υποψία αισιοδοξίας στην αυγή του νέου αιώνα, με την υποψία πως τίποτα δεν θα απαντηθεί από τα υπαρξιακά ερωτήματα των ανθρώπων.
Πράγματι,
μπορεί κανείς να στοχαστεί με αφορμή την ιστορία για το σπίτι του Γκρανέλα, και να εμβαθύνει σε μια συνθήκη που
αναδεικνύει την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης ως νοήμονος ύπαρξης. Ο
Πιραντέλο κάνει μια εισαγωγική αναφορά στην αδυναμία ενός ποντικού να υποπτευθεί
την παγίδα της φάκας αλλά και να εννοήσει την παγίδευσή του, εύστοχα
αντιπαραθέτοντας την ανθρώπινη ευφυΐα να έχει αφενός πλήρη επίγνωση της
παγίδευσής στα προκαθορισμένα, θεσπισμένα σημεία, αφετέρου ωστόσο να ακινητεί,
την ώρα που μάταια το ποντίκι πασχίζει να απελευθερωθεί. Στην ουσία, για το
α-νοήμον ζώο όλο το νόημα της ζωής του περικλείεται σε διαδοχικές στιγμές, ενώ
ο ανθρώπινος νους πρέπει να αναζητά πάντοτε κάτι πιο πέρα από τη στιγμή, πέρα
από όσα απλώς οι αισθήσεις του αντιλαμβάνονται. Ο άνθρωπος ζει στον χρόνο, στην
αλληλουχία αναζητώντας συνδέσεις και ερμηνείες, ενώ το ζώο –το «μαγικό» ζώο,
κατά τον Μπόρχες– ζει στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής.
Η
Άννα Γρίβα, μεταφράστρια της ιστορίας από το ιταλικό πρωτότυπο, στην Εισαγωγή
παρουσιάζει τον κόσμο του Πιραντέλο,
όπως αυτός έγινε εμφανής μέσα από το έργο του, επισημαίνοντας τις φιλοσοφικές
του αναζητήσεις, την κοσμοθεωρία του, σταδιακά διαμορφωμένη και επαναπροσδιοριζόμενη,
καταλήγοντας στην έννοια του παιχνιδιού. Κι αυτό γιατί ο τρόπος που ο Πιραντέλο
αντιλαμβανόταν τόσο τη ζωή όσο και τη λογοτεχνία αποτελεί το αναγκαίο νήμα που
μας καθοδηγεί να αντιληφθούμε, και να απολαύσουμε ταυτόχρονα, όλο του το έργο. Σε
επιστολή του το 1924 προς τον ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Φιλίπο Σούρικο γράφει:
«Πιστεύω πως η ζωή είναι μια θλιβερή φάρσα, αφού έχουμε μέσα μας, χωρίς να
ξέρουμε ούτε πώς, ούτε γιατί, ούτε από ποιον προήλθε, την ανάγκη να εξαπατούμε
συνεχώς τον ίδιο μας τον εαυτό με την αυθόρμητη δημιουργία μιας πραγματικότητας
(μιας για τον καθένα και ποτέ ίδιας για όλους), η οποία από στιγμή σε στιγμή
αποκαλύπτεται μάταιη και απατηλή. Όποιος έχει καταλάβει το παιχνίδι, δεν
κατορθώνει πια να εξαπατήσει τον εαυτό του. Όποιος, όμως, δεν κατορθώνει πια να εξαπατήσει τον εαυτό
του, δεν μπορεί πλέον ούτε να απολαύσει ούτε να χαρεί αυτό το παιχνίδι. Έτσι
είναι». (σσ. 20-21).
Ένα
παιχνίδι που αποκαλύπτει ή όχι τη φύση του, που εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα
ή ως φάρσα, που οδηγεί στην άγνοια και τη χαρά του εφησυχασμού ή στη γνώση και
την τραγικότητα της επίγνωσης, στην επιλογή αν θα είσαι το ποντίκι ή ο
άνθρωπος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το τι είναι και το τι δεν είναι, το τι
υπάρχει και το τι δεν υπάρχει, παραμένει άγνωστο. Το στοιχειωμένο (;) σπίτι του
Γκρανέλα παραμένει μέσα από τη γραφή του Πιραντέλο ένα μυστήριο άλυτο, ή απλώς
ένα παιχνίδι.
Διώνη Δημητριάδου






















