εικόνες δίχως τίτλο
Γιούλικα
Ψιμούλη
ΑΩ εκδόσεις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Η αυθεντικότητα μιας επικοινωνίας • Fractal
Η αυθεντικότητα μιας επικοινωνίας
«Η ζωή είναι συνέπεια όλων
των εντυπώσεών μας», όπως σωστά έχει επισημάνει η Γεωργία Σάνδη. Πώς αυτές οι
εντυπώσεις ενσωματώνονται στο «είναι» μας, πώς συνεχίζουν να ζουν και να
μεταποιούνται σε ζωή; Είναι εικόνες που αιχμαλώτισαν τα μάτια μας και διαρκούν μέχρι
να μορφοποιηθούν σε συναίσθημα ή σε σκέψη; Είναι σκέψεις που κάποια στιγμή
ζήτησαν να πάρουν τη μορφή του λόγου; Σκέφτομαι πως ίσως είναι όλα αυτά, από
όποια αφορμή κι αν έχουν ξεπηδήσει, ίσως είναι μια σπουδαία μείξη που απαιτεί
να λάβει μορφή στα χέρια του φωτογράφου, του εικαστικού, του λογοτέχνη. Και από
εκείνο το σημείο εκκινεί μια πολύ σημαντική σχέση, αυτή του δημιουργού με τον
αποδέκτη.
Η Γιούλικα Ψιμούλη, είτε ως
αρχιτέκτων είτε ως εικαστικός είτε ως συγγραφέας, ξέρει καλά πώς να συνδυάζει
εικόνες, σχήματα, λόγια, και να ποιεί ένα έργο αξίας. Εν προκειμένω, συγκέντρωσε
εξήντα εικόνες, τις μεταποίησε σε ισάριθμα μικρά κείμενα λόγου, τις χώρισε
ακολουθώντας τη φυσική σειρά των εποχών, ονομάζοντας άνοιξη, καλοκαίρι,
φθινόπωρο, χειμώνα κάθε φορά δεκαπέντε από αυτές· έτσι, σε μια
«τακτοποίηση» που λειτουργεί ως ένα οξύμωρο σε σχέση με τη φύση της γραφής της,
που συνταιριάζει περισσότερο τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, και σαν τέτοια ανοίγεται
έξω από τα ορατά ή αόρατα όρια. Κι όμως, αυτή η ιδιότυπη τακτοποίηση (ακόμα και
στην ομοιομορφία των πεζών γραμμάτων παντού) μοιάζει να είναι μια απάντηση στην
όλη αταξία (όλο τρύπες και λεκέδες, όπως έγραφε ο Κορτάσαρ), απέναντι σε ό,τι
απειλεί να καταργήσει μια φυσική συνέχεια των πραγμάτων. Μια απάντηση στην
ανυπαρξία, μια σχεδόν τελετουργική διάταξη εικόνων και λόγου, που τείνει να
ανασυντάξει ό,τι φαίνεται χαώδες και ανερμήνευτο· μια εντελώς ανθρώπινη συνθήκη
να αντιτάξει τη ζωή στη φθορά.
Τι λείπει από τον σημερινό άνθρωπο; Ο δρόμος διαφυγής. Είναι επειδή τον αναζητά πάνω σε μονοπάτια ορατά, εξασφαλισμένα, σεσημασμένα συχνά με ένα πράσινο «exit». Επειδή θυμάται κι επιθυμεί. Επειδή τον θλίβει αθεράπευτα ο χαμένος χρόνος κι έχει λησμονήσει πως εκείνος ποτέ δεν τον εγκατέλειψε, πως τον περιμένει καρτερικά στις ουράνιες στράτες μιας ταξιδιάρικης νεφέλης, στην επιμονή του μέρμηγκα, στην αιώρηση των υγρών σωμάτων, στο θάρρος του κοκκινολαίμη, της αλκυόνης, του σπίνου ή του κορμοράνου. Στη διαδρομή του ήλιου που κάθε μέρα την ακολουθεί σα να είναι η πρώτη φορά, δίχως τίποτα να έχει ανάγκη. (εικόνες του χειμώνα, «πεντηκοστή πέμπτη», σ. 87).
Η Ψιμούλη «λογοποιεί» τις
εικόνες και «εικονοποιεί» τον λόγο, δείχνοντας πως στην ουσία όλα συνιστούν μια
αδιάσπαστη ενότητα. Ξαφνιάζει η συντομία των κειμένων της, έτσι όπως τίποτα δεν
περισσεύει αλλά και τίποτα δεν λείπει. Όπως θα μίλαγε με ένα ποίημα που έχει τη
δυναμική να συμπυκνώσει, να υπαινιχθεί να ανοίξει χαραμάδες στο επιφανειακά
κρυπτικό, «κλειστό» του σώμα. Σαν η αποτύπωση μιας εικόνας ή μιας μνήμης ή
σκέψης να μην χρειάζεται περισσότερα. Όπως γράφεται, παίρνοντας τη μορφή των
λέξεων (συνειδητά και προσεκτικά επιλεγμένων), είναι αρκετή για τη δημιουργό,
αφού επαναφέρει την αρχική αφορμή (και αυτή μεταποιούμενη σε κάθε νέα ανάγνωση),
αλλά είναι αρκετή και για τον αποδέκτη/αναγνώστη, αφού αυτός με τη δική του
βιωματική πρόσληψη και τη δική του ευαισθησία εισχωρεί και κατανοεί. Είναι ένας
τρόπος να δούμε τον κόσμο γύρω μας με όχημα την τέχνη, που εδώ μας
παρουσιάζεται σε διάφορες μορφές της.
Εκείνη η σταγόνα είναι
πράγματι πολύ επίμονη. Χοντρή και βαριά, κρατιέται γερά από τη μεταλλική
επιφάνεια, όσο στιλπνή κι αν είναι. Καθρεφτίζει όλα τα χρώματα κι όλες τις γύρω
της εικόνες σαν υγρό καλειδοσκόπιο. Σαν μαγνήτης τραβάει πάνω της όλο το φως.
Σαν ντίβα στέκεται με αξιοπρόσεχτη ματαιοδοξία. Και δεν χρειάζεται να κάνει
τίποτα για να ξεχωρίσει, αρκεί που υπάρχει. Ένα μικρό εφήμερο τίποτα που
περιέχει τα πάντα. Ανάλογα πώς την κοιτάς ξεπροβάλλουν διαφορετικά σχήματα και
χρώματα. Σαν τη ζωή που, ανάλογα πώς την κοιτάς, μοιάζει διαφορετικό το ίδιο
πράγμα, παραλλαγμένο σε αμέτρητα πρόσωπα, σαν τις έδρες των πρισμάτων. (εικόνες του χειμώνα,
«τεσσαρακοστή ένατη», σ. 81).
Η γραφή της Ψιμούλη κερδίζει
την αυθεντικότητά της καθώς συνομιλεί διαρκώς με τον φυσικό χώρο, από αυτόν
αντλεί και σ’ αυτόν επιστρέφει. Τα τέσσερα μέρη στα οποία χωρίζει τον λόγο της
(τις εικόνες της) επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω αυτού του φυσικού χώρου, στον
οποίο εντάσσει και τον άνθρωπο την ανθρώπινη επαφή, τον άνθρωπο ως παρατηρητή,
ως δημιουργό, ως συνεκτικό κρίκο μιας αλυσίδας σχέσεων. Καθόλου τυχαία
αφιερώνει το βιβλίο στους φίλους της. Σαν να τους συγκεντρώνει όλους σε σχέση
αγαπητική, στερεή και διαρκή.
Στο εξώφυλλο το έργο Home του
Πέτρου Τατσιόπουλου, ένας «χώρος» ιδεατός, όπως το «σπιτικό» ή η «πατρίδα», που
τον στηρίζουν οι άνθρωποι και όχι τα θεμέλια. Όπως οι δύο φιγούρες που
«χτίζουν» τη στέγη του χώρου διασταυρώνοντας τα φυσικά τους υλικά, σε ένα φόντο
με γήινα χρώματα. Τέλεια η σύμπλευση με το περιεχόμενο του βιβλίου.





