Οι συντονίστριες της Λέσχης
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου
Χαρίδημος
Κιοστεράκης
ΜΕΤΡΌ
Εκδόσεις
Ενύπνιο
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Χαρίδημος Κιοστεράκης: «Μετρό»
Μου
αρέσει πάντα να λέω πως η ποίηση πρέπει να διαβάζεται (και μάλιστα δυνατά) για
να ακούγεται, να μπορείς να νιώσεις τον ήχο, τις διακυμάνσεις της φωνής ποιητή
και αναγνώστη. Έχοντας στα χέρια μου την ποιητική σύνθεση Μετρό του
Χαρίδημου Κιοστεράκη, όλο και γυρνάει στο μυαλό μου η υποψία μιας αναθεώρησης
της παραπάνω απόλυτης θέσης – τουλάχιστον η επιθυμία μιας διαφοροποίησης.
Ο Κιοστεράκης, ας ξεκινήσω από
αυτό, μοιάζει κατ’ αρχάς να μας «εξαπατά». Είναι, άραγε, ποίηση όλο αυτό;
Λέξεις, φράσεις και προτάσεις που λειτουργούν ως εικόνες, προσφέροντας μια
εκδοχή οπτικής ποίησης, visual
poetry. Ένας
συνδυασμός λόγου και εικόνας, με σημαντική τη συμβολή της γραφιστικής για να
επιτευχθεί το αποτέλεσμα. Η «σχηματοποίηση» του λόγου, άλλωστε, εμπεριέχει ως
όρος τα δύο ζητούμενα, εν προκειμένω: το σχήμα και την ποίηση· να, που η
λεκτική αποτύπωση καθοδηγεί στη νοηματική προσέγγιση. Η δήθεν απάτη
αποδεικνύεται, έτσι, ένας ποιητικός τρόπος, μέσα στην πρωτοτυπία του, καθώς
λίγα τέτοια δείγματα έχουμε ακόμη στον ελληνικό χώρο, αν και η μείξη λόγου και
εικαστικών τεχνών έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, αλλά και στα επαναστατικά
ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, όπως το κίνημα του ντανταϊσμού (Dada). Αρκεί να θυμηθούμε τις οδηγίες,
για παράδειγμα, που έδινε ο Tristan Tzara
για το πώς γράφεται ένα ποίημα- Dada, με τίτλους και αποκόμματα από
εφημερίδες σε τυχαία σειρά.
Θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε
νέες προτάσεις, κυρίως σε μια εποχή που οι δόκιμες μορφές βρίθουν από βαρετές
επαναλήψεις, μιμήσεις, αντιγραφές κ.λπ. Αντιμετωπίζοντας
θετικά το όλο εγχείρημα, εισχωρώ στο σχηματοποιημένο, οπτικοποιημένο σύμπαν
αυτής της ποίησης.
Ο «Ουρανός» αρχικά πάνω από την
πόλη-ποίημα. Οι βόμβες που πέφτουν, πώς θα μπορούσαν αλλιώς να δώσουν την
αίσθηση της καταστροφικής τους πτώσης, παρά ιδανικά να παριστάνονται σαν να
πέφτουν, πάνω στους ανθρώπους που τρέχουν να σωθούν, με τη μορφή γραμμάτων από
το βομβαρδιστικό σε κατακόρυφή ποιητική δομή. Ξεκινώντας το δικό του «Μετρό» ο
Κιοστεράκης σταματάει σε «στάσεις» για να σκεφτεί, να δει, να ερμηνεύσει, να
θυμηθεί, να καταγγείλει, να αντισταθεί· ναι, η ποίηση είναι μια μορφή
αντίστασης. Ακόμα κι αν αντιστέκεσαι απέναντι σε στερεότυπες αντιλήψεις του
επιτρεπτού και μη επιτρεπτού, πολύ περισσότερο αν έχεις ήδη επιλέξει τη δική
σου στάση, με όλο το κόστος της επιλογής σου. Ο έρωτας, οι σχέσεις, σε όποια
εκδοχή τους, εδώ χωρούν σ’ αυτή την ποίηση.
Η πτώση, ως ακέραιη έννοια που
αποδίδει τον υπό κατάρρευση πολιτισμό μας, αλλά και ως συν-πτώση (σύμπτωση), αν
κάποιοι θελήσουν να ενώσουν την ατομική τους περί-πτωση (ξανά η πτώση) με των
άλλων διαφορετικών, να κοιτάξουν από ψηλά, να σκύψουν επικίνδυνα και μοιραία στο
μπαλκόνι τους και να δείξουν έτσι την αντίστασή τους στη σαθρότητα, και την
υποκρισία. «[…] Σίγουρα πάντως δεν μπορείς/ να κακολογήσεις ένα παιδάκι/ που
του τελείωσε το ενδιαφέρον/ για το μπαλόνι του» («Αγόρι»).
Ένας δεύτερος «Ουρανός» θα σχηματιστεί, πιο δυτικά αυτός, με ανθρώπους που δεν φοβούνται τις βόμβες (εδώ δεν πέφτουν), ζουν ήρεμα αποκομμένοι και από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον. Μόνο που εδώ δεν ευδοκιμεί η ποίηση.
Στο εκτενές (και ελάχιστα
σχηματοποιημένο) ποίημα «Η κηδεία της ποίησης» ο Κιοστεράκης θα εγκιβωτίσει στα
δικά του κάποιους ομότεχνους, όπως τον Αμερικανο-βιετναμέζο Ocean Vuong, τον Γιάννη Στίγκα, Δημήτρη
Αγγελή, Νόα Τίνσελ. Σ’ αυτό το ποίημα ο ποιητής και η τέχνη του, σε μια παρέα
απομονωμένη από τη φασαρία των πολλών, κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά. «[…]
Ποίημα που γράφω στο αγαπημένο μου μπαρ για να μην/ πάρω κρατικό βραβείο// το
μόνο που ξέρω να κάνω είναι/ αυτό το ποίημα/ και επειδή/ ξέρω το κάνω/ απλώνω
ένα χέρι/ θα το πιάσουν εκείνοι που δεν πήραν κρατικό βραβείο/ αυτοί που πήραν/
δεν θα τους αρέσει αυτό το ποίημα/ γιατί ακόμα δεν έχω πάρει κρατικό βραβείο/
(αλήθεια, είναι αστείο)/ μετά, θα το ξαναδιαβάσουν/ θα το βρουν καλό/ και θα
λένε/ πως/ κάνω το μόνο που ξέρω». Ο ποιητής έκλεισε μέσα στο ποίημά του (όλη
την ποιητική σύνθεση εννοώ) έναν κόσμο δικό του, διαφορετικό σε μορφή και σε
νόημα, και ολοκληρώνει: «έξω από αυτό το ποίημα/ συνεχίζουν οι άνθρωποι/ να
σκοτώνουν ανθρώπους». Ένα ποίημα, ένας δομημένος (αν και σε ιδιότυπη αποδόμηση)
κόσμος. Όλα τα άλλα συμβαίνουν έξω από το ποίημα.
Και,
για να επανέλθω στα σχετικά με τη μορφή, καθώς, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι
αυτή που καθορίζει το περιεχόμενο και τον τρόπο της εισχώρησης σε αυτό. Μια
αποδόμηση της ποιητικής μορφής, αποδίδει γλαφυρά την αποδόμηση του υπαρκτού
κόσμου. Αυτό, κυρίως «σχεδιάζει» γράφοντας ο ποιητής, σχηματοποιώντας τον
ποιητικό λόγο, κατακρημνίζοντας σε κατακόρυφη πτώση τις λέξεις του, ή αλλού τοποθετώντας
τις λέξεις σε ανιούσες κλίμακες, αντιστρέφοντας τη λογική (όχι πάντα και
φυσική, όμως) σειρά τους, μόνον ελπίζοντας σε κάτι που θα είχε τη δύναμη να
δομήσει εκ νέου έναν άλλο κόσμο, καλύτερο. Το γράφει, άλλωστε: «Έχει πολύ
μεγάλη σημασία η θέση στα πράγματα […] έχει τεράστια σημασία και το τι
βλέπουμε». Ο Κιοστεράκης εδώ έχει πιάσει όλο το νόημα της ύπαρξης και, κυρίως, τη
συνειδητοποίηση της ύπαρξής της. Η στάση μας απέναντι σε ό,τι μας γεννά, μας
διαμορφώνει, μας προσδιορίζει, η στάση μας έξω από όσα μας χτίζουν ασφυκτικά
μέσα σε τοίχους, η απόπειρα να διαφοροποιηθούμε ή να καταξιώσουμε ο καθένας τη
διαφορετικότητά του, να βρούμε τη θέση μας.
Καταλήγω, έτσι, σε μια νέα θέση για
το πώς «ανοίγει» η ποίηση για να εισχωρήσουμε, ελπίζω όχι απόλυτη κι αυτή,
γιατί πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε ανατροπές παντός είδους: η ποίηση (η καλή
του είδους) διαβάζεται, ακούγεται, βλέπεται, με όποιον τρόπο πρόσφορο βρει τόσο
ο ποιητής όσο και ο αναγνώστης. Αρκεί να ορίσουμε το βάθος, καθώς γράφει ο
ποιητής: «-και πώς θα ορίσουμε το ύψος;/ -το βάθος να ορίσετε/ εδώ κάνουμε
καταδύσεις».
Διώνη Δημητριάδου
Εσύ πού ήσουν;
Δήμητρα Μήττα
εκδόσεις Ειρήνη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ΛΕΞΕΙΣ | Όλα στεγασμένα κάτω από ένα ερώτημα • Fractal
Όλα στεγασμένα κάτω από ένα ερώτημα
Διαβάζω την πρόσφατη συλλογή
διηγημάτων της Δήμητρας Μήττα με τον εύστοχο τίτλο Εσύ πού ήσουν;, και
σκέφτομαι πώς γίνεται να δέσουν μέσα σε ένα κριτικό κείμενο τόσο διαφορετικές,
εκ πρώτης όψεως, γραφές. Πρόκειται για διηγήματα, μικρά ή μεγάλα, γραμμένα σε
διαφορετικές χρονικές στιγμές που πρέπει να απέχουν αρκετά μεταξύ τους. Άρα,
δεν είναι η θεματική που απηχεί μια ιδιαίτερη εποχή, ούτε το ύφος που –απότοκο
κι αυτό μιας χρονικής περιόδου– διαμορφώνεται αναλόγως. Αξίζει, ωστόσο, μια
τέτοια γραφή, καλοδουλεμένη και προσεκτική ώς τη λεπτομέρεια, να αποκαλυφθεί,
όσο κι αν συσκοτίζουν την ενότητά της τα (αυτόνομα λες) διηγήματα. Θα το επιχειρήσω με δύο τρόπους.
Αρχικά εστιάζω στον τίτλο της συλλογής. Το ερώτημα μπορεί να εκληφθεί ως επιμερισμένο σε κάθε ένα από τα διηγήματα, εγκιβωτισμένο στην απορία (έκδηλη ή υπόρρητη) του ήρωα/προσώπου που βιώνει το τραύμα του, τη μοναξιά του, την εγκατάλειψη, την απαξίωση, τη βία, τη διάψευση, απέναντι στον άλλο η τους άλλους γύρω του, ή, γιατί όχι, απέναντι στον αναγνώστη, αυτόν τον βολεμένο που αθωώνει την αδιαφορία του μέσα από ένα βιβλίο, ας υποθέσουμε όπως αυτό. Το ίδιο ερώτημα, όμως, μπορεί να πάρει άλλη διάσταση, εκπορευόμενο αυτή τη φορά με ευθύ τρόπο από την ίδια τη συγγραφέα προς τον όποιο νιώσει πως τον αφορά προσωπικά. Εσύ πού ήσουν, όταν όλα αυτά συνέβαιναν, όταν εγώ έβρισκα τις αφορμές μου, έστω με τον συγγραφικό τρόπο, για να αναδείξω ό,τι κακώς κείται γύρω μας, εσύ πού κρυβόσουν, πίσω από ποιες ψευδαισθήσεις συμμετοχής απολάμβανες την αποστασιοποίησή σου, μεταλλασσόμενη σε δήθεν δράση; Έτσι διαβασμένος και ερμηνευμένος ο τίτλος της συλλογής, εσωκλείει με ικανή και στέρεη αγκαλιά όλα τα διηγήματα, προβάλλοντας μια γραφή/καταγγελία.
Κατόπιν σκέφτομαι πόση αξία
μπορεί να δοθεί σε ένα απόσπασμα, εν προκειμένω σε ένα διήγημα, αν μέσω αυτού
ερμηνεύονται όλα τα υπόλοιπα. Ένα απόσπασμα, από τη στιγμή που βρίσκει τη θέση
του σε ένα κριτικό σημείωμα, μεγεθύνεται στις διαστάσεις του και συνακόλουθα
(εκ του μέρους το όλον, δηλαδή) μεγεθύνει και το υπόλοιπο έργο. Άλλωστε, αυτό
συμβαίνει σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης. Μια λεπτομέρεια είναι που
ανακαλύπτει ο δημιουργός, μια ελάχιστη αφορμή και τη μεταπλάθει σε έργο. Γιατί
όχι, λοιπόν, ένα απόσπασμα/διήγημα να μην κατευθύνει, να μην «δείχνει» σε όλο
το υπόλοιπο έργο, να μην το καταξιώνει, να μην αναδεικνύει τα στοιχεία που
σπερματικά βρίσκονται παντού σ’ αυτή τη γραφή; Ξεχωρίζω το διήγημα «Η μύγα»
(σσ. 177-180). Η συγγραφική προσοχή στη μύγα-εισβολέα, στην παρείσακτη παρουσία
που ήρθε να διαταράξει την ησυχία, την ηρεμία (πόσο ευάλωτη, αλήθεια) των
ενοίκων του σπιτιού. Η έννοια της παγίδευσης, η απόγνωση, η αδυναμία να βρει
δρόμο σωτηρίας, χτίζουν συγγραφικά την οπτική γωνία της μύγας. Ένα διήγημα αλληγορικό
μέσα στον ρεαλισμό του, ένας τρόπος να ειπωθούν, να καταγραφούν συνθήκες
ανθρώπινης συμβίωσης (εμείς και οι άλλοι), η εξόντωση του διαφορετικού, αλλά
και οι «τύψεις», αληθινές ή ψεύτικες. Με άλλα λόγια ο τρόπος της Δήμητρας Μήττα
να μιλήσει για αληθινές καταστάσεις, που πολλοί αγνοούν, μέσα από ένα σκηνικό
(σαν σε θεατρική σκηνή) που εξυψώνει το ευτελές σε σημαντικό, να αναδείξει τον
υπαρξιακό φόβο απέναντι σε ό,τι με διττό τρόπο, από μέσα προς τα έξω και το
αντίστροφο, μας διαλύει στα κομμάτια μας.
[…] Με κλειστό το φως και
ψηλαφώντας η κυρία έφτασε στο κρεβάτι. Ο συγκρέβατός της κάτι μουρμούρισε.
«Αγάπη μου» της είπε; «Πάνε πιο πέρα» της είπε; Δεν κατάλαβε. Ξαλαφρωμένη από
την περίσσεια των συσσωρευμένων υγρών, παρέμεινε μέχρι το πρωί τσιτωμένη και
άυπνη από ερωτήματα που ζουζούνιζαν και δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Μύγα είχε
σκοτώσει; Το πρωί αναζήτησε το πτώμα, για να διερευνήσει τα χαρακτηριστικά.
Το βρήκε στην ηλεκτρική
σκούπα, το πτώμα, το έβγαλε, το ξεσκόνισε, το περιποιήθηκε όσο μπορούσε
–στραπατσαρισμένο ήταν–, φρόντισε τα της κηδείας. Η ίδια μαυροντύθηκε. («Η
μύγα», σ. 180).
Η λογοτεχνία, με ευθύ ή
πλάγιο τρόπο, έχει το θάρρος (κάποτε λέω και το θράσος, ευτυχώς) να
αντιμετωπίσει το πρόβλημα (στην ουσία ένα είναι, διασπασμένο σε πολλές μορφές)
και να μιλήσει. Εδώ τίθεται ευθέως το ερώτημα στον τίτλο, ενώ στα διηγήματα
κόβεται στα κομμάτια του, ακολουθώντας κάθε φορά τη συγκεκριμένη πλοκή,
προσαρμοσμένο στο διαφορετικό κάθε φορά σκηνικό· έκδηλη η θεατρικότητα της
γραφής, φροντίζει να καθοδηγεί σωστά την ανάγνωση. Και είναι στο τέλος της
ανάγνωσης που ο καθένας συνεκτιμώντας όλα τα διαφορετικά, όπως ειπώθηκε
παραπάνω, κείμενα, θα εννοήσει τη φύση του ερωτήματος.
12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών
