Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Υπέρταση Χάρης Μελιτάς εκδόσεις Ιωλκός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Υπέρταση

Χάρης Μελιτάς

 εκδόσεις Ιωλκός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Με έναν λύκο στον καθρέφτη • Fractal

 




Με έναν λύκο στον καθρέφτη

 

Είναι η έξωθεν ασκούμενη  πίεση από έναν κόσμο που αναζητάει τη χαμένη του τροχιά; Είναι αυτή η κινητήρια δύναμη που ποιεί το ποίημα; Ο Χάρης Μελιτάς, ως ποιητής, έχει ήδη δώσει διακριτό το στίγμα του, υιοθετώντας ένα στυλ που προβάλλει τον ειρωνικό, περιπαικτικό του χαρακτήρα, κρύβοντας ωστόσο, στο βάθος μια τραγική διαπίστωση, πως ίσως αδύναμος ο ποιητής να αντιπαρατεθεί με όσα μέσα διαθέτει, μακάρι και τα καλύτερα, στον άνεμο που σαρώνει τα πάντα στο διάβα του. Κι όμως, διατηρώντας τη σχέση του με μια ποίηση προσωπική και ιδιαίτερη, καταθέτει μια ακόμη ποιητική συλλογή, με τον δισήμαντο τίτλο Υπέρταση να προκαλεί σε μια εκ νέου αντιπαράθεση με όσα γύρω του παραμένουν κενά νοήματος. Δύσκολο το εγχείρημα.

Η βάσανος του γλωσσικού κώδικα, μέχρι να στάξουν αίμα οι λέξεις, το ποιητικό «εγώ» που κοιτάζοντας τον καθρέφτη αντικρίζει έναν λύκο, η εικονοποίηση των καταστάσεων, μέχρι να γίνουν ορατές, η προσωποποίηση των εννοιών για να αποκτήσουν σώμα και φωνή, ο αιφνίδιος, παράδοξος συσχετισμός λέξεων, χωρίς ευτυχώς ορατά τα σημεία της ραφής, είναι κάποια από τα στοιχεία, αναγνωριστικά της ποίησης του Μελιτά. Ειδικά αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό, συχνά μπορεί να οδηγήσει σε αντιποιητικούς δρόμους, σε μια χειρωνακτική εργασία συγκόλλησης – το έχουμε δει αυτό σε ποιητές που αποθεώθηκαν στην εποχή τους, χωρίς να το αξίζουν. Εδώ μοιάζει περισσότερο πηγαία η ένωση των φαινομενικά ασύνδετων λέξεων, ίσως γιατί είναι η ροή του ποιήματος που κάθε φορά ενώνει τα ανόμοια, καθοδηγώντας την αρχική ποιητική ιδέα. Έτσι, θα λέγαμε πως στην ποίηση αυτή δεσπόζει η μορφή (ποτέ μην την υποτιμάμε) και είναι αυτή που διαμορφώνει νοηματικά το περιεχόμενο. Για παράδειγμα, προτάσσεται στη συλλογή ένα τρίστιχο σε μορφή χαϊκού, που με τη νοηματική συμπύκνωση σε 17 συλλαβές δίνει όχι μόνο τον ρυθμό αλλά, με την παρήχηση του οδοντικού ταυ και την επανάληψη του υγρού ρο, μοιάζει να ακούς τον ήχο των κοφτερών δοντιών: Μην κλαις, θηρίο./ Στα δόντια σου τροχίζω/ τα ένστικτά μου. Η εννοούμενη απειλή, και μάλιστα ενσωματωμένη στο υποκείμενο, αποδόθηκε βοηθούσης της μορφής.



Μένω λίγο ακόμη στον τρόπο που δομούνται ποιητικά οι εικόνες. Εκκινούν από μια ρεαλιστική καθημερινότητα για να εκτοξευθούν κατόπιν (πάλι με την αρωγή της μορφής) σε ένα πεδίο εξωλογικό, με σκοπό να υπηρετήσουν το αναγκαίο δίπολο πραγματικότητας και ποίησης, ή αλλιώς τη μεταποίηση του ρεαλιστικού στην άλλη του όψη, την πιο κρυφή. Όπως ο χρόνος, στο ποίημα «Το φάντασμα του χρόνου», που έρχεται στο όνειρο απρόσκλητος με την παχύσαρκη σκιά του στο σκοτάδι/ τα τεχνητά του μέλη βραδυκίνητα –/ οξειδωμένες άγκυρες/ στο πλοίο του μυαλού μου. Πώς αλλιώς να αποδοθεί καλύτερα η ασύλληπτη έννοια του χρόνου, αυτή η αόριστη εξίσωση στη γλώσσα των αιώνων;

Η έξωθεν πίεση, εδώ ποιητικά υπέρταση, ως μία από τις δύο σημασίες της, απλώνει στανικά την παρουσία της και ωθεί στην ποιητική δημιουργία. Και ο ποιητής, το ποιητικό έργο, ασκούν, άραγε, και τη δική τους πίεση; Υπάρχει μια ανταπόκριση, πιεστική κι αυτή,  που να μπορεί να μεταποιήσει, έστω κατ’ ελάχιστο, τον κόσμο γύρω τους; Επειδή το ίδιο το ποίημα, εφόσον πλέον σε κοινή θέα, έχει τη δική του φωνή, ας το ακούσουμε:

 

«Υπέρταση»

 

Φοβάμαι περισσότερο

 

τη θάλασσα απ’ τον θάνατο

το θέατρο απ’ τους θεούς

το θύμα απ’ τον θύτη

το δόγμα απ’ το δόκανο

το δήγμα απ’ τον δήμιο

τα λύτρα απ’ τους λύκους

τις μνήμες απ’ τα μνήματα

το κλέος απ’ τους κλέφτες

το φλέγμα απ’ τη φλεγμονή

τους άσους απ’ τους άσωτους

τους γόνους απ’ τη Γώγου.

 

Μα το χειρότερο

εντέλει περισσότερο

την ποίηση απ’ την πίεση

φοβάμαι!

 

Στο παραπάνω ποίημα το «παιχνίδι» με τους φθόγγους, με τις παρηχήσεις και με τις συνδέσεις ανόμοιων εννοιών στον ίδιο στίχο,  μοιάζει όχι μόνο να λέει αλλά και να δείχνει. Κι αν εκκινεί από έναν φόβο για να καταλήξει πάλι σε έναν φόβο, είναι κάτω από αυτή τη συνθήκη που παίρνει περισσότερη δύναμη. Ο ίδιος ο ποιητής νιώθει το ποίημα να τον ξεπερνά, να μην του ανήκει πια, να αφορά όλους εμάς, σ’ εμάς να απευθύνεται. Ας εισχωρήσουμε στον κόσμο του κι ας εννοήσουμε.

 

Κι ενώ σε όλα τα ποιήματα παρουσιάζεται ένα υπερμέγεθες ποιητικό «εγώ», του πρώτου προσώπου, αυτό δεν συνιστά μια μορφή οίησης. Ο ποιητής, με επίγνωση του φύσει και θέσει ρόλου του (κι ας τον αποποιείται στο ποίημα «Τελευταία πράξη»), συνδιαλέγεται με τον Μπρεχτ (που με το δικό ποίημα μοιάζει να τον εγκαλεί για τη σιωπή του) και γράφει την απάντησή του:

 

Υψοφοβία»

 

Χθες βράδυ

σ’ ένα ό«νειρο ισόγειο

με ρώτησε ο Μπρεχτ

γιατί σωπαίνω.

«Δεν είμαι ποιητής»

του αποκρίθηκα.

«Ρώτα πιο πάνω».

 

Ο Χάρης Μελιτάς γνωρίζει πώς μπορεί η ποίηση να καταγίνεται σε ένα «παιχνίδι» με τα εργαλεία της, επικίνδυνο όσο αντέχει και αντέχεται. Η σοβαρότητα αυτού του παιχνιδιού αδιαμφισβήτητη. Σαν να κοιτάζει έναν λύκο στον καθρέφτη. Και αυτό ας του χρεωθεί στα πλέον σημαντικά που κάνει τόσα χρόνια ποιώντας λόγο.

 Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Από τη χθεσινή παρουσίαση (4-5-26) του βιβλίου της Ήρας Παπαποστόλου 'Η ακέφαλη βασίλισσα" εκδ, Οσελότος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής Φωτογραφίες και βίντεο

Από τη χθεσινή παρουσίαση (4-5-26)

του βιβλίου της Ήρας Παπαποστόλου

'Η ακέφαλη βασίλισσα"

εκδ, Οσελότος

στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής

Φωτογραφίες και βίντεο

















Δημήτρης Καλοκύρης Παρασάγγες Τόμος Γ΄ Παραλειπομένων Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Δημήτρης Καλοκύρης

Παρασάγγες

Τόμος Γ΄ Παραλειπομένων

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Δημήτρης Καλοκύρης: «Παρασάγγες»



 

«Χτίζουμε το ανάκτορο της φαντασίας στην άμμο, αλλά μόλις φυσήξει το θαλασσινό αεράκι της πραγματικότητας, σβήνεται η αύρα της γραφής και μας πλημμυρίζει η ευφορία της ανάγνωσης». (σ. 207).

Η αύρα της γραφής και η ευφορία της ανάγνωσης ή, για να το πούμε αλλιώς, οι δύο συνθήκες που αγκαλιάζουν τον τρόπο  που ο Δημήτρης Καλοκύρης τοποθετεί τον εαυτό του αρχικά ως δημιουργό εικόνων και λέξεων –συλλήβδην λεκτικών παραστάσεων– και κατόπιν ως αποδέκτη της γραφής, με τον ίδιο να συνταυτίζεται με κάθε έναν οιονεί «παρείσακτο» των δικών του κειμένων. Ο Γ΄ τόμος των Παρασαγγών του Καλοκύρη διαβάζεται με την επίγνωση πως οι αποστάσεις (μετρημένες σε μέτρα ή παρασάγγες) διέπονται από μια εγγενή σχετικότητα. Όπως σε ένα τυπικό λεξικό πληροφοριών, η αλφαβητική σειρά των λημμάτων δεν συνάδει με την εννοιολογική τους συσχέτιση (τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους), έτσι και στο παράξενης δομής δικό του «λεξικό» η σειρά αποδεικνύεται εν πολλοίς συνειρμική, με εμφανή ή όχι τη σύνδεση. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των «παραλειπομένων», όπως χαρακτηρίζει στον υπότιτλο τους κατά Γ΄ τόμο Παρασάγγες του.

Με έκδηλα τα χαρακτηριστικά της «παράπλευρης», πλην πολύ σημαντικής κατ’ ουσία, γραφής,  δηλαδή της ειρωνείας, του σαρκασμού και αυτοσαρκασμού (άρρηκτα δεμένες οι έννοιες αυτές), της σατιρικής στον πυρήνα της, όπως κάθε «λοξή» προσέγγιση προσώπων, γεγονότων και εννοιών, κατορθώνει να δώσει μια συνέχεια ύφους σε όλο το βιβλίο, με συχνά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των καταχωρίσεων. Άλλωστε, οι λέξεις στα χέρια του Καλοκύρη γίνονται οι ίδιες φορείς πολλαπλών εννοιών, σαν να καταργείται ο κώδικας της «συμφωνημένης», χάριν απρόσκοπτης επικοινωνίας, μοναδικής τους ερμηνείας. Ενδεικτικά οι «διασυρμοί» που ξεφεύγοντας από την αρχική τους σημασία παίρνουν τη μορφή των τραίνων –παιδικά παιχνίδια με ταπεινά υλικά ή περίτεχνα  σύγχρονης τεχνολογίας, αλλά και αληθινά στις ράγες τους να τροχιοδρομούν τα ταξίδια «δια των συρμών– με τον ίδιο να δηλώνει: «Συνέχισα να επιβιώνω με τη νοοτροπία του επιβάτη»· έτσι μοιάζουν οι εικόνες που μοιράζεται λεκτικά μαζί μας, σαν να κοιτάζει από το παράθυρο ενός τραίνου, όπως σ’ εκείνο το ταξίδι με τον Εμπειρίκο:

«Με τραίνο διασχίσαμε την ελληνική νύχτα, μια άνοιξη του ’72, ταξιδεύοντας με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο στο βαγκόν-λι προς Θεσσαλονίκη, όπου φωτογραφίζαμε με το βλέμμα και μόνο τα σκοτεινά εδάφη και τα κινούμενα φώτα, αυθαδιάζοντας στη λογική πασιφανώς» (σ. 27).  



Η μνήμη καθοδηγεί, υπογείως με τις δικές της συνδέσεις, την πορεία αυτής της γραφής, κυρίως τους τρόπους της γλώσσας, το πώς αυτή εκφέρεται, πώς μεταβαίνει από τη μία σημασία στην άλλη, πώς κανονίζει μια δική της γραμματική (σαν τη Γραμματική της φαντασίας του Ροντάρι, κι ας αφορά εκείνη ειδικά μια αντι-κομφορμιστική διδασκαλία), που υπερβαίνει τη λογική ακολουθία και, στη βάση της παντοδύναμης ανατροπής, καταξιώνει τη φαντασία:

 «Τελικά, αυτό που δεν είπαμε είναι για τη γλώσσα που βρέχει σε παράξενα ελληνικά τα φαινόμενα της μνήμης». (σ. 188).

Στο κεφάλαιο/λήμμα «Αρμενιστής της ειμαρμένης», δουλεύοντας την πλήρη ανατροπή, ως ιδέα και ως τεχνική, ο Καλοκύρης μιλάει για τον Βαγγέλη Γερμανό που μπορεί «το ψευδώνυμό του στην καθομιλουμένη να συνδέεται  συνήθως με μπαταρίες […] ο δικός μας όμως είναι κιθαρίστας, συνθέτης, τραγουδιστής». (σ. 58), που έχει εντρυφήσει στη φιλο-σοφία του χιουμοριστικού βάθους, που, όπως γράφει ο ίδιος, γραπώνει λέξεις και νότες από την ουρά , σαν σαύρες, για να τις αφήσει μετά ελεύθερες να βρουν το ταίρι τους μέσα στα τραγούδια. Τον χαρακτηρίζει αρμενιστή της ειμαρμένης, συνταιριάζοντας τη ροή του, ίδια θαλασσινή, μέσα στη μουσική με τη φιλοσοφημένη του στάση απέναντι στο ανοιχτό ερώτημα για τη φύση του σύμπαντος:

«Κάποιοι θεωρούν ότι το σύμπαν είναι μια τεράστια βιβλιοθήκη. Κάποιοι άλλοι ότι είναι επίπεδο, ισότροπο, άπειρο, νοητό, μια ψευδαίσθηση, μια τρύπα, ένα όνειρο άπειρο ή πεπερασμένο. Ο Β. Γ., μετά από μερικές σημειώσεις του για τις “Ρότες των τραγουδιών”, λύνει το ζήτημα με ένα συμπέρασμα κοσμικού βεληνεκούς. Κατ’ αυτόν, το σύμπαν δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά. Είναι ένα μεγάλο τραγούδι». (σ. 60).

Κάτι που το αποδεικνύει, στερεώνοντας το σύμπαν μέσα του, στα δικά του βιώματα, στη βάση της θεωρίας του τριγώνου, δηλαδή της σημασίας του αριθμού 3 στη ζωή του. Η απλή, όχι όμως απλοϊκή, σύνδεση του αχανούς με το μετρήσιμο, κατ’ απόλυτη έννοια. Μήπως έχουμε, άλλωστε, άλλο τρόπο να συλλάβουμε το ασύλληπτο μέγεθος που μέσα του βρισκόμαστε – αδύνατη η έξωθεν παρατήρηση, σε κάθε περίπτωση. Και καταλήγει ο Καλοκύρης με μια διαπίστωση, που αυτή κι αν είναι ανατρεπτική:

«Θα μου πείτε: Εδώ που καράβια χάνονται, βαρκούλες περιμένουμε να αρμενίζουν; Όντως. Αλλά ας αποφασίσουμε, έστω, κάποτε: Και στραβός θα ’ναι ο γιαλός, και στραβά θ’ αρμενίζουμε». (σ. 60).

Οι Παρασάγγες είναι ένα βιβλίο πολλαπλών ανατροπών, αιφνιδιασμών, οξύ στην κριτική του, τρυφερό συχνά στις προσεγγίσεις του, που διαβάζεται σαν μια ανοιχτή εξομολόγηση «εν αποκλίνοντι λόγω». Γι’ αυτές ακριβώς τις αποκλίσεις του αξίζει. Γιατί, αν είναι αξιόλογη (και χρήσιμη, ή ακόμα και συναρπαστική) η  ανάγνωση μιας εγκυκλοπαίδειας ή ενός λεξικού (όπως το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, κατά τα λεγόμενα του Καλοκύρη, που το διαβάζει «σαν μυθιστόρημα εννοιών, με πολλή δράση και έντονο σασπένς»), ακόμη περισσότερο αυτό εδώ που, καταργώντας τη λογική προσέγγιση των λέξεων, ανοίγει τη θέα σε ένα τοπίο μιας υπέροχης ανατροπής, μιας ευφάνταστης αλλά και εύστοχης αναίρεσης όσων θεωρούνται άσειστα στο νοητό τους βάθρο. Οι συνδέσεις πολλές, ορατές ή μη, οι συνειρμοί πολύτιμοι, μια αιρετική (ευτυχώς) γραφή, προκλητική, εν μέσω μιας βαρετής ορθότητας που μας περιτριγυρίζει.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 



ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ





ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Τώρα που ο χρόνος ανιχνεύεται με αναδρομές και εκμυστηρεύσεις,
κι ο κόσμος αποκαλύπτεται πιο μικρός στη μεγαλοπρέπειά του,
θα μοιράζομαι τις βεβαιότητές μου στη δικαιοσύνη της παρουσίας σου.

Κάθε πρωί, κάτω από το τελευταίο σύννεφο που γαντζώνεται τ’ ουρανού,
θα χαράσσω μια βαθιά κόκκινη γραμμή με αίμα και τριαντάφυλλα,
να βρίσκει ο ήλιος σύμβολα, προσανατολισμό και δρόμο
κι εσύ τη σιγουριά του θαύματος, τη μέθη του ονείρου
πως έχει κι η γη κρυφούς ορίζοντες και χρώμα η ζωή.

Στους δρόμους θα ξετυλίγω αντηλιές‚ ίσκιους κι ένα βλέμμα
που ευτύχησε να ξαφνιαστεί στην έκσταση και της ψυχής το φόβο,
να πλανιούνται οι περαστικοί κι εσύ ν’ αγροικάς τη μουσική του πόθου.

Στους τοίχους θα ζωγραφίζω λέξεις, σχήματα και μορφές,
στις γωνιές θα φυτεύω μαρτυρίες και μιαν ανοχύρωτη προσμονή,
να στέκει περίεργο το πλήθος κι εσύ βέβαιη να προσπερνάς.

Απ’ τη σκάλα των αγγέλων που ξέρω, θ’ ανεβαίνω στο υπερώο,
να δραπετεύω από τη γη και στη θεία στράτα να σε προλαβαίνω,
με ώριμες πνοές, απείθαρχες φωνές και χέρια να σφίγγουν απεγνωσμένα
την τρέλα των θεών, την αποκοτιά των θνητών, όλη τη δημιουργία,
να βγαίνω μπροστά απ’ τη μοίρα μου κι εσύ στη λευτεριά σου.

Και τις νύχτες, συντροφιά με κείνο το μελαγχολικό αστέρι που αγρυπνά ,
θα βγαίνουμε στο καρτέρεμα και το μάγεμα της κόκκινης αυγής,
να βλέπουμε πώς ξεκινά στο φέγγος του το πρωί και η ζωή στα μάτια σου.

Και να ξέρεις, το ουρλιαχτό που ακούστηκε το βράδυ με την πανσέληνο,
ήταν η μουσική της σιωπής που γλύκαινε την ψυχή στο ησυχαστήριό της.



ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ


Ορμούσε αχαλίνωτη η σκέψη της
στ’ άδυτα της ψυχής της
και την απογύμνωνε από αντιστάσεις,
συνειδησιακές συγκρούσεις και φοβίες.
Κι ανέσυρε καλπάζουσες μνήμες.
Μνήμες μακρινές, θολές,
μνήμες κοντινές, διάφανες,
μνήμες πληγές, μνήμες αναλαμπές,
που αντιστέκονταν, που στιγμάτιζαν,
που δημιουργούσαν,
που έφερναν ένα τεράστιο κενό
και την άφηναν έκθετη
στις άγνοιες και τις δειλίες.
Τότε που η κάθε μέρα
ήταν και μια διαφορετική αφετηρία
με μια καινούρια προσδοκία.
Κι ανίχνευε στο χαμένο χθες
το πρωτόγονο κι ολοκληρωμένο,
σκιαγραφούσε στο φευγαλέο σήμερα
την ένταση και το πάθος
κι αναζητούσε στο αύριο
μ’ αδρές πινελιές
την υπέρβαση και το όνειρο.
Κι ανακάλυπτε με τρόμο,
πρωτόφαντες κι ανεξέλεγκτες επιθυμίες
να κινούνται σε δαιδαλώδεις δρόμους,
με θορυβώδεις κι αδυσώπητους ρυθμούς,
με την περιέργεια και την απορία,
ποια συμπαντική νομοτέλεια
απελευθερώνει και προσδιορίζει
μια επαναστατημένη ψυχή,
να υποκύψει και να μυηθεί
στο απροσδιόριστο και το αυθόρμητο
και στο ανεξήγητα αναμενόμενο.
Ξεπερνώντας την αντίσταση της μνήμης,
υποχωρούσε και συλλάβιζε οράματα
και σώρευε ερείπια
γκρεμίζοντας είδωλα και ινδάλματα.
Και στάθηκε όρθια,
με χέρια υψωμένα και μάτια διορατικά
μπροστά στο βωμό της ψυχής της,
να θυσιάσει και να θυσιαστεί,
για να αναγεννηθεί
στ’ αρχέγονο πλάσμα,
στ’ ανθρώπινο ύψος,
για την πτώση, το ανασήκωμα
και την ολοκλήρωση.
Δε φοβήθηκε όταν αναρωτήθηκε
αν είναι αληθινή.
Έγινε εμμονή η βεβαιότητα
της ζωής και του ονείρου.
Βγήκε στον πλατύ το δρόμο
με μια απόλυτη υποταγή και συμφιλίωση.
Αυτή κι ο εαυτός της. Για τον άλλον.

Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Robert Bolton, The wedded rocks)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Το φρούριο των πολιορκητών Ανατομία ενός όπλου Τάκης Κ. Βιδάλης εκδόσεις Εύμαρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Το φρούριο των πολιορκητών

Ανατομία ενός όπλου

Τάκης Κ. Βιδάλης

 εκδόσεις Εύμαρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια εναλλακτική αντίληψη για το Σύνταγμα – Η έννοια του πολιτικού αυτοκαθορισμού • Fractal

 


 

Μια εναλλακτική αντίληψη για το Σύνταγμα - Η έννοια του πολιτικού αυτοκαθορισμού

 

Τι μπορεί να σημαίνει ο πολιτικός αυτοκαθορισμός μέσα σε μια, όπως δηλώνεται, ευνομούμενη κοινωνία, στην οποία οι διακριτές μεταξύ τους εξουσίες εγγυώνται την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών, την εφαρμογή των κανόνων δικαίου, την αυθεντική εκπροσώπηση του λαού από τους εκλεγμένους με δημοκρατικές εκλογές συμπολίτες τους; Μια τέτοια έννοια ίσως δηλώνει την κατάργηση των πολιτικών συστημάτων, όπως τα γνωρίζουμε; Το βιβλίο του συνταγματολόγου Τάκη Βιδάλη απαντά ευθέως σε τέτοια ερωτήματα. Αν οι μηχανισμοί της εξουσίας δεν ανταποκρίνονται στον ρόλο τους, αν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ή αν ερμηνεύονται κατά το δοκούν, τότε προκύπτει η αναγκαία (πλην όχι επαρκής) συνθήκη της πολιτικής πρωτοβουλίας εκ μέρους όσων νιώθουν πολιορκημένοι και αδύναμοι.

Ωστόσο, αν αντιστρέψουμε τους όρους αυτής της ιδιότυπης «πολιορκίας», τότε το τοπίο μοιάζει να καθαρίζει. Οι πολιορκημένοι αίφνης γίνονται πολιορκητές, το «φρούριό» τους είναι ο ύπατος νόμος της πολιτείας, το όπλο τους, το Σύνταγμα, που δημιουργήθηκε –όπως άλλωστε όλα τα κείμενα-χάρτες δικαιωμάτων εδώ και αιώνες– ακριβώς γιατί υπήρχε κενό στην κατοχύρωση της έννοιας του πολίτη ως υπέρτατης αξίας. Η έννοια της ερμηνείας του συντάγματος, ώς τώρα εύχρηστο όπλο στα χέρια των ιθυνόντων, αποβαίνει ένα εργαλείο δυναμικής παρουσίας του πολίτη, που διεκδικεί χωρίς να χρεώνεται μια αδιέξοδη πολιτική πράξη, οραματική και αναποτελεσματική, αφού πλέον η στάση του αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο, ξεκάθαρο αίτημα, πρακτικό και εφαρμόσιμο. Καθόλου τυχαία η αναφορά στην προμετωπίδα του βιβλίου στον Μαρξ, σχετικά με το εξεγερμένο Παρίσι το 1848, και την έννοια του «φρουρίου των πολιορκητών», αποδίδοντας στη λαϊκή εξέγερση τον ρόλο του πολιορκητή, με όπλο το Σύνταγμα. Η φράση του: «πρέπει να σπάσει ο σιδερένιος κλοιός της ασφυκτικής νομιμότητας», αντιστρέφει την ώς τότε εξουσιαστική συνθήκη.

Η αφορμή για να γραφεί αυτό το βιβλίο ήταν οι αυθόρμητες και ακηδεμόνευτες εκδηλώσεις του λαού για τον εμπαιγμό γύρω από το έγκλημα των Τεμπών. Ένα κίνημα, στην ουσία, που οι κομματικοί εκπρόσωποι δεν φανταζόντουσαν ποτέ, που εκ των υστέρων έσπευσαν να το οικειοποιηθούν. Ένα κίνημα που μας θυμίζει παλαιότερες εξεγέρσεις, τα Ιουλιανά του ’65, με το, συμβολικό πλέον, άρθρο 114 να επισημαίνει ποιος έχει στα χέρια του τη «διαχείριση» του Συντάγματος, τη Νομική και το Πολυτεχνείο κατά τη δικτατορία, αλλά και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, χρόνια έντονης πολιτικοποίησης, που σιγά σιγά άλλαξε πρόσωπο και αφέθηκε στην ανεξέλεγκτη εξουσία των εκπροσώπων – στην ουσία μιας μειοψηφίας, αφού ήδη η πλειοψηφία του λαού είτε απέχει είτε δηλώνει τη δυσαρέσκειά της με λευκή ή άκυρη ψήφο.

Το βιβλίο του Βιδάλη  είναι σημαντικό, κυρίως γιατί επιτυγχάνει να βρεθεί έξω από τον νομικό «κλοιό», που συχνά αρκείται σε βολικές ερμηνείες των κανόνων, να σταθεί απέναντι, να παρατηρήσει και να επισημάνει το πρόβλημα, να τολμήσει ακόμα να προτείνει λύσεις. Το γεγονός πως γράφεται σε μια γλώσσα απολύτως κατανοητή, που δεν καλύπτεται πίσω από μια ξύλινη, αλύγιστη νομική ορολογία, το καθιστά όχι ένα νομικό βιβλίο (χαρακτήρα που δεν χάνει, φυσικά, καθώς η νομική σκευή του συγγραφέα είναι αδιαμφισβήτητη), αλλά ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο, ένα «εγχειρίδιο» με όλη τη σημασία της λέξης, μέσα στα χέρι ανά πάσα στιγμή, «πρόχειρο» (προ χειρός) να ανατρέχεις κάθε που νιώθεις πως από πολιορκητής έγινες πολιορκούμενος. Ίσως χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει ο Βιδάλης, έχει μεταπηδήσει στην ιδιότητα του συγγραφέα-λογοτέχνη, που αποστασιοποιείται από το αντικείμενο της θεματικής του, ίσα ίσα για να το παρατηρήσει καλύτερα και να το αποτυπώσει ευκρινέστερα.


Επομένως, αυτό το βιβλίο δεν απευθύνεται στους νομικούς και συνταγματολόγους (εκτός αν κάποιοι θα έπρεπε να το μελετήσουν έτσι κι αλλιώς), αλλά σε μας όλους, τους πολίτες που θα πρέπει να θυμηθούμε τον ρόλο μας, όπως και τα όπλα που διαθέτουμε, αυτά που οι ίδιοι οι νόμοι μάς έχουν δώσει και που τα έχουμε παραχωρήσει με απίστευτη ευκολία. Δεν είμαστε λαός χωρίς πολιτική συνείδηση, μόνο που νιώθουμε παροπλισμένοι. Η εναλλακτική συλλογική δράση, με τον όρο να είναι ακηδεμόνευτη, είναι μια λύση στη σωστή κατεύθυνση. Η ατομική πρωτοβουλία μπορεί κι αυτή να αποβεί πολύτιμη. Το βιβλίο του Τάκη Βιδάλη ακριβώς εκεί εντάσσεται, στα όρια μιας ατομικής πρωτοβουλίας που έχει τη δυναμική, λόγω της μορφής του, λόγω της αμεσότητάς του, να προσθέσει μια επαρκή ψηφίδα στην αναγκαία συνθήκη του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Όσο βλέπουμε το Σύνταγμα ως παραχώρηση του ανώτερου προς τον κατώτερο, έχουμε χάσει την ουσία, γιατί εύκολα ο ισχυρότερος όπως παραχωρεί έτσι και στερεί. Η «ανατομία» του Συντάγματος, όπως την παραθέτει, αναδεικνύει την ουσία της ύπαρξής του, τη λειτουργία του ως αντίβαρου στις αλλεπάλληλες προκλήσεις των εξουσιαστικών μηχανισμών. Μια μαχητική στάση, ένας «συνταγματισμός από κάτω», από τους πολλούς και για χάρη των πολλών. Όπως γράφει ο ίδιος;

«Το Σύνταγμα είναι εδώ για να μας δείχνει με έμφαση ποια είναι τα κοινά αγαθά που αξίζει να διεκδικούμε συλλογικά, και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να χαθεί. Είναι, μάλιστα, εδώ για να μας δείξει πώς θα οριοθετήσουμε την εξουσία όσων εμπιστευτούμε να μας κυβερνήσουν στο εξής, ώστε να μη μας ξεφύγει πάλι από τα χέρια ο έλεγχός τους: ίσως η εξουσία είναι αναγκαίο κακό σε κάθε κοινωνία, η κατάχρησή της ωστόσο δεν επαφίεται στη μοίρα, αρκεί να μένουμε νοερά εκεί, στις πλατείες των Τεμπών». (σ. 165).  

 Διώνη Δημητριάδου

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/25675-ta-tromera-paidia-tou-zan-kokto-kritiki-apo-tin-efiveia-stin-enilikiosi-effantasta-kai-tragika

 



Jean Cocteau

Τα τρομερά παιδιά

Μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress





Ποιητικό όσο και σκληρό το μυθιστόρημα του Κοκτώ, Τα τρομερά παιδιά, τολμά να οδηγήσει δύο εφήβους, δύο αδέλφια, σε έναν κόσμο ιδιότυπα και απόλυτα δικό τους, που προσιδιάζει -για όλους εμάς- με μια κόλαση, κι όμως για την Ελιζαμπέτ και τον Πωλ είναι απλώς ο δικός τους «χώρος», μέσα στον οποίο μπορούν να ξεδιπλώσουν το «παιχνίδι» τους, μια διαρκή μεταποίηση της πραγματικότητας (ίσως για να είναι ανεκτή) σε μια κατάσταση ημι-συνειδησίας. Και, όπου μετακομίζουν, μεταφέρουν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, το δωμάτιό τους, γεμάτο από ετερόκλητα αντικείμενα, συχνά σκουπίδια. Δίπλα τους μια μητέρα που γρήγορα πεθαίνει από προϊούσα παράλυση, έχοντας μεταφέρει στα δύο παιδιά γονιδιακά την ασθένειά της. Ο γιατρός που πλέον τα παρακολουθεί, αν και ο ίδιος έξω από τον περιθωριακό τους μικρόκοσμο, μοιάζει να μην αντιδρά, να θεωρεί εντός του φυσιολογικού πλαισίου (άραγε ποιος μπορεί αντικειμενικά να το ορίσει;) την παράξενη συμπεριφορά τους. Η νοσοκόμα Μαριέτ έχει την ικανότητα να διακρίνει μέσα στην ακαταστασία του δωματίου την ιδιοφυία της δημιουργίας, παραμερίζοντας τη λογική και αποδεχόμενη τη μαγική του αύρα.



Τα δύο αδέλφια, παρουσιάζονται σαν «καθαρόαιμα ζώα», που τίποτε δεν μπορεί να δράσει καταλυτικά επάνω τους. Γύρω τους άλλα πρόσωπα, όσο όμως κι αν μπερδεύονται στα πόδια τους και στη ζωή τους, παραμένουν παρείσακτοι που για λίγο άντεξαν δίπλα τους, καθώς μοιάζει να τους αποσυντονίζουν από τον κόσμο τους, από το «παιχνίδι» τους. Ο φίλος τους, ο Ζεράρ, με άλλες καταβολές, αστικές, δέχεται να μοιραστεί το «μαγικό» τους δωμάτιο, σαν αυτό να εκπέμπει μια αύρα, μια δύναμη που προσελκύει τους ανόμοιους, ικανό να τους ενσωματώσει, σε ένα οιονεί θεατρικό σκηνικό, έτσι όπως συγχέονται μεταξύ τους ο οικιακός και ο θεατρικός χώρος. Η ορφανή Αγκάτ, φίλη της Ελιζαμπέτ, θα ερωτευτεί τον Πωλ (σ’ αυτό τον περίεργο επινοημένο κόσμο, σ’ αυτό το «παιχνίδι», ο έρωτας μπορεί να επιβάλλει την παρουσία του, κι ας αστοχεί), η Ελιζαμπέτ θα παντρευτεί τον πάμπλουτο Μικαέλ σε έναν σύντομο γάμο, λόγω του παράλογου θανάτου του, η Αγκάτ θα βρει τον Ζεράρ. Ο Νταρζελός, από τον οποίο αρχίζει την ιστορία του ο Κοκτώ με μια επίθεσή του στον ανυπεράσπιστο Πωλ, θα επανέλθει προς το τέλος για να αποτελέσει τον καταλυτικό χαρακτήρα που θα οδηγήσει τα δύο αδέλφια στο δικό τους τέλος. Η κατάληξη της ιστορίας των τρομερών παιδιών θα είναι τραγική.





Ο Κοκτώ φτιάχνει μια μοναδική στο είδος της ιστορία, αντάξια του δικού του χαρακτήρα ως προσώπου και ως συγγραφέα. Με τον λυρισμό ενός ποιητή, με την οξύνοια ενός ανθρώπου που έχει επίγνωση των συμβατών ορίων και με την τέχνη του τα υπερβαίνει. Ο δημιουργός με την πολυεπίπεδη δραστηριότητα, με τα Τρομερά παιδιά γράφει το πιο τολμηρό του έργο, κάνει τη γαλλική κοινωνία του 1929 να ταρακουνηθεί και να αναγνωρίσει την πρωτοτυπία της γραφής του. Η ανάγνωση προσφέρει μια εμπειρία, με τις στοχευμένες λέξεις του, με την αξιοποίηση της περιγραφής ως δομικού στοιχείου της αφήγησης, την ευφάνταστη «σκηνοθεσία» να τοποθετεί τους ήρωές του μέσα σε ένα σκηνικό που ταυτόχρονα τους εμπεριέχει αλλά και εμπεριέχεται σ’ αυτούς, ακόμα με τις συγγραφικές του παρεμβάσεις να μην οδηγούν στην απομάγευση της λογοτεχνίας, ίσα ίσα να προστίθενται κι αυτές ως στοιχεία του ξεχωριστού σκηνικού του.

Το παράλογο αφήνει το στίγμα του

Ιδιαίτερα σημαντική η ρέουσα γλώσσα της μετάφρασης, αποδίδει τις λεπτές αποχρώσεις των σκηνικών, των συναισθημάτων των δύο ηρώων κυρίως. Το «θέατρο» που στήνεται μέσω του «παιχνιδιού» φαίνεται τόσο αληθινό, ώστε όσοι υποδύονται τους ρόλους δεν μοιάζει να έχουν συναίσθηση πως υποδύονται άλλες περσόνες, τόσο δεμένη με τη ζωή τους είναι η μεταποίηση του πραγματικού σε φανταστικό, ακριβώς γιατί τους παρέχει το αναγκαίο οξυγόνο. Η συνύπαρξή τους δεν τους στερεί τα σχέδια για δύο χωριστά δωμάτια, γεγονός που ο Κοκτώ σχολιάζει σαν το όνειρο δύο σιαμαίων αδελφών που ονειρεύονται τον αδύνατο αποχωρισμό τους. Το «πνεύμα» του δωματίου επαγρυπνά και δεν θα επιτρέψει τον διαχωρισμό. Το παράλογο διεισδύει στην ιστορία, αφήνοντας το στίγμα του, ορατό στο σύνολο της συγγραφικής ιδέας όσο και στα επιμέρους σημεία της πλοκής.

Δεν είναι, φυσικά, η πρώτη φορά που η λογοτεχνία επιλέγει στη θεματική της τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ωστόσο εδώ συνταιριάζουν ο παρορμητισμός και το ευφάνταστο με τη σαφή επίγνωση του τραγικού στοιχείου, με το οποίο μαθαίνει κανείς να συμβιώνει, ακόμα κι από τη νεαρή ηλικία. Το αξιοσημείωτο στην ιστορία του Κοκτώ βρίσκεται και στη γρήγορη αυτή μετάβαση, όσο και στο, χάριν αφηγηματικής οικονομίας της αρχικής συγγραφικής ιδέας, σύντομο τέλος της. Όσα θα μπορούσαν να αποτελέσουν συγγραφικό υλικό για μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση, εδώ συμπυκνώνονται άριστα σε χώρο ενός δωματίου, όπου κι αν μεταφέρεται αυτό· διαβάζοντας έχεις συχνά την αίσθηση πως παρακολουθείς θεατρικό έργο, στο οποίο, όσο προχωρούν οι πράξεις, κορυφώνεται και η τραγικότητα. Ο Κοκτώ και στα θεατρικά του έργα ασχολήθηκε με τον πανάρχαιο μύθο που εκκινεί από την Ύβρη και διανύοντας την Άτη και την παρέμβαση τη Νέμεσης καταλήγει στο τραγικό τέλος, προσεγγίζοντας την έννοια της Μοίρας με τη δύναμή της να υπερβαίνει όχι μόνο την ανθρώπινη θνητότητα αλλά και τη θεϊκή ισχύ. Στα Τρομερά παιδιά, είναι ο Πωλ που θα συνειδητοποιήσει τον τρόπο που η μοίρα σχολαστικά επιθεωρεί τα όπλα της, προκειμένου την κατάλληλη στιγμή να στοχεύσει και να πετύχει στη καρδιά.

Διώνη Δημητριάδου

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η πρώτη ματιά στο δωμάτιο σού δημιουργούσε έκπληξη. Δίχως τα κρεβάτια θα το περνούσες για αποθήκη. Κουτιά, εσώρουχα, πετσέτες του μπάνιου σέρνονταν στο πάτωμα. Ένα χαλί φανέρωνε τους σπάγκους της ύφανσής του. Στη μέση του τζακιού θρονιαζόταν μια γύψινη προτομή στην οποία είχαν προσθέσει με μελάνι μάτια και μουστάκια· καρφωμένες με πινέζες υπήρχαν παντού σελίδες περιοδικών κι εφημερίδων, προγράμματα, που απεικόνιζαν βεντέτες του κινηματογράφου, μποξέρ ή δολοφόνους. (σ. 38).

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΕΙΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ




Πάνω από το σκήνωμα της ιστορίας,
αλυχτούν νιόκοποι προφήτες και κριτές,
βυσσοδομούν παλιοί ταγοί και στοχαστές
και οι άλλοι, σωπαίνουν και ισορροπούν
συνωμότες βέβηλοι και απαθείς λιτανευτές .
Όλοι τους το γνωρίζουν και ομονοούν
πως τούτη η έκπτωτη γνώση και αξία
ποτέ της δεν ήταν διδαχή και συμμόρφωση
ούτε ανάπλαση μνήμης και χρόνου αντιγραφή
παρά μια συνεχής και ασπούδαστη αρχή
σ’ ένα επαναλαμβανόμενο δίχως στίγμα τέλος.
Παράσταση, μία ως ανάθεμα και μία ως ευχή.

Μπροστά από τους ελεήμονες καιρούς οι ανάγκες
και οι εμπνεύσεις πίσω από την απροσποίητη οργή,
πεισματικά γυμνώνουν συνθήματα και ρήσεις,
μ’ ευλάβεια ξορκίζουν εφησυχασμούς και πλάνες
και διορατικά ερμηνεύουν εποχές και συνειδήσεις.
Μηνύματα, χρησμοί και επαγγελίες τους καλούν
στης γνώσης το δικαίωμα στο χρέος της ευθύνης
αλλά κανείς δεν είναι εκεί τις μαρτυρίες να δικαιώσει
ούτε εκείνοι οι άσπιλοι στο παραλήρημα της ηθικής
ούτε και τούτοι οι άμοιροι με τη συνέπεια της σιωπής
αφού στην ιδιώτευση τη ζωή τους προλαβαίνουν.

Η αθώωση, μία ως συναλλαγή και μία ως συνενοχή. 

 Γιώργος Αλεξανδρής
(στην εικόνα έργο του Γιάννη Γαΐτη)