Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Νιάρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Νιάρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Ο Χρήστος Νιάρος γράφει για τα Πορτρέτα της Αθήνας Βογιατζόγλου εκδόσεις Κέδρος 2021

Ο Χρήστος Νιάρος γράφει για τα 

Πορτρέτα

της Αθήνας Βογιατζόγλου

εκδόσεις Κέδρος 2021

 


Έχασε την ελπίδα πως θα πεθάνει.

Ίσως είμαι αθάνατος, σκέφτεται

όταν διαβάζει την Ιλιάδα

 

και προσπαθεί να καταλάβει τα τερτίπια

του Δία και της Αθηνάς.

Ποτέ δεν ένιωσε το κεντρί της εκδίκησης

την αλαζονεία, το ύψος των νεφών.

Έπαιρνε τα πράγματα όπως έρχονταν,

κι έτσι κατάφερε να θάψει δυο παιδιά

και τρία εγγόνια.

Τώρα τα δισέγγονά του αμιλλάται

σ’ αυτή την άσφαλτο που κατακαίει ο ήλιος.»

 

[Υπέργηρος ]
 Ποιητική γραφή από την Συλλογή  

Πορτρέτα της Αθήνας Βογιατζόγλου

 εκδ.Κέδρος 2021

(αντί κριτικού σημειώματος, μικρές σκέψεις )

Του Χρήστου Νιάρου

 


Ποια είναι η αληθινή ιστορία των προσώπων και των πραγμάτων, όταν τα αφηγούμαστε ή τα βλέπουμε στο χαρτί αποτυπωμένα; Στο μετά τους δηλαδή, που αποτελεί και η δεύτερη και η  τρίτη τους ευκαιρία, όταν τα ξαναδιαβάσουμε, όταν τα αγγίζουμε, τι άλλο μπορεί να μας λένε; Ποια επίσης μπορεί νάναι η αληθινή ιστορία του μύθου και των συμπερασμάτων του, της κάθε ιστορίας δηλαδή, που σε χρόνους παράλληλους  με το είναι μας, συγκριτικά και αναστοχαστικά, έρχεται, φεύγει, χάνεται, αιθεροβατεί... και πότε ακριβώς γίνεται αυτό στα υφάδια και στις κλωστές και στην λεπτομέρεια του χτες με το σήμερα, τι έμεινε, τι αποκαθηλωθηκε, πόσο υπήρξε...

 

Ρητορικά ερωτήματα και σκέψεις με αποσιωπητικά, πηγαία και αυθόρμητα, έρχονται  στο παιγνίδι του χρόνου. Κάποια σελίδα, κάποιο γεγονός, κάποιο ελάχιστο στον καθρέφτη του χρόνου  μένει  ακόμη μετέωρο όσο και να ’ναι καρφωμένο και μακρινό.  Αλλά και τα κατασταλαγμένα που κάποτε δεν τα αμφισβητούσες,στο μετά τους, έρχονται και σε βρίσκουν χωρίς καμμία δυσκολία.  Αλλά και ως βίωμα ταυτότητας και ως λέξη, όλα ταυτόχρονα  από ένα κάποιο αλλού του χρόνου γίνονται μια αποδεκτή καινούργια  πραγματικότητα. Όλα αυτά εννοείται ξανά και ξανά. Όπως ακριβώς κοιτάμε μια φωτογραφία και μας κοιτάει και εκείνη. Περαστικοί και μόνιμοι κατοικούμε στα γιατί και στα θέλω και στα ναι και όχι της  κάθε ιστορίας της. Είναι όμως όλα τους  δεδομένα εν κινήσει. Όπως και ο θάνατος χωρίς γιατί έχει γίνει πρό πολλού. Με μια ελπίδα πεθαίνουμε, με μια ελπίδα κρατιόμαστε αθάνατοι, με ένα αχ, με ένα βαχ, με ένα σώμα. Όχι ανιστόρητα. Απλώς ακούμε με τα χρόνια τα χνάρια της ιστορίας που πέρασε στην φλέβα και στο μεδούλι  μας,  σαν δεδομένο χρήσης και ώσμωσης.  Αλλά και σαν σκίρτημα μας ακολουθεί στην πορεία  και από άλλους δρόμους  έρχεται να μας συναντήσει. Όπως και η γλώσσα και τα πρόσωπα που είχαν και έχουν τον ρόλο τους σε όλη  αυτή την διαδρομή. Και η Αθηνά Βογιατζόγλου, στη δεύτερη ποιητική της συλλογή, στέκεται με παρρησία και στο φως αλλά και στην όποια διάψευση του χρόνου και του ταξιδιού του.  Στήνει μια παράσταση με λεπτότητα στις εκφράσεις και στο πριν και στο μετά του χρόνου ζωγραφιζει ιστοριές με μαεστρία.  Στις γραμμές των γραφών της τα ταξίδια είναι αθάνατα. Και με την ελπίδα  και την σιωπή τους αναμετριέται. Στέκεται με παρρησία και γνησιότητα,δωρικά και λυρικά, στις αντιθετικές εικόνες που περνάνε απο μπροστά της και τις συμπληρώνει. Οι  εικόνες και η πυξιδα  του χτες μέχρι το μέσα μεδούλι του σήμερα  υπάρχουν. Κεντρωμένα  ακομη και τα αυριανά. Όσο και να κατακαίνε, τσιμπηθηκανε και πέρασαν από πολλές δοκιμασίες. Καθε εικόνα με νοηματική αλληλουχία μας την κομίζει. Από την Ιλιάδα επιστρέφει και καταλήγει στην άσφαλτο. Όλα γίνονται μια διαρκής καθημερινότητα στην πορεία των χρόνων. Σαν μια φωτογραφία, σαν ένα κάδρο που όλοι χωράμε και όλοι αφηγούμαστε, ακόμη και αν σωπαίνουμε στο πλαίσιο και στο περίγραμμά του, κάτι μάθαμε, κάτι αποδεχτήκαμε. Μια ωριμότητα, με ή  χωρίς λόγια συνεχώς κινείται  μπροστά στα μάτια μας. Χωρίς να γερνάνε, χωρίς να τελειώνουν το στοίχημα με ό,τι ξημερώνει στους στοχασμούς του αύριο  προχωράνε.

 

 Και αντιστρόφως πηγαίνουμε και στην αρχή.  Αλλού το μήνυμα της ζωής, άλλου η ζωή. Οχι συγκριτικά. Ενορατικά με παλμό και ανάσα μυρίζουμε τις λέξεις της συγγραφέως. Με ενα όρο, με μια σκέψη όμως. Πρέπει να κεντρωθείς, από την εκδίκηση, την αλαζονεία των θεών, των μακρινών και κοντινών αλλά και από τα τερτίπια τους. Τερτίπια καλά, σοφά, φαντατικά, ειπωμένα, μόνιμα. Αλλιώς μένεις στάσιμος και στα απόμακρά τους ακόμη  δεν κατάλαβες ούτε το τι έγινε, αλλά και ούτε πώς σε ταξίδεψαν. Δεν διαβάζει με μονομέρεια τις αλλοτινές δόξες και τις εποχές. Ολα γίνονται οικεία, έχουν την ώρα τους, όταν συνεχώς εξηγούνται και κάνουν τον κύκλο  τους. Και κει τα ερωτήματα και τα απωσιωπητικά,αλλαζουν και κέντρο και ακτίνα και δρόμους.

 

Καλώς υπήρξαν τα ταξίδια τους. Αλλά το να πετάς στα συννεφάκια, χωρίς γνώση, συναίσθημα και λόγο, ακέντρωτος, ακέντρωτη, χωρίς μύθο, χωρίς τα κλειδιά του μύθου τους να μην σου εχουν  μάθει κάτι, με τον καιρό έρχεται η πραγματικότητα ανθρώπων και πραγμάτων, με τα άλλα τους κλειδιά, με τις άλλες τους εικόνες, με τα αλφα τα στερητικά κυρίως ανώνυμων και εκ του ίδιου αίματος, να σε προσγειώσει, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Με τον καιρό και οι κώδικες επικοινωνίας τρέχουν με διαφορετικές ταχύτητες, από γενιά σε γενιά  αλλά και σε ό,τι είναι δίπλα μας και πολύ κοντινό. Και όλα αυτά γίνονται στον μικρόκοσμο και στον  μεγαλόκοσμο, και της ζωής και της τέχνης. Η Αθήνα Βογιατζόγλου, ορίζει με τον τρόπο της και τη γνώση του συναισθήματος  αλλά και το εφικτό και το ανέφικτο του χρόνου.  Τον ρυθμό και την ωμότητά του στα χώματα και στον ουρανό τον σπέρνει. Συναντάει τα κύματά του σε όλη του τη διάσταση και μέσα στις αποχρώσεις των λέξεων τον περπατάει.  Πορτρέτρα και γεγονότα στην τελική τους  στροφή καταλήγουν στιγμιαία και εξακολουθητικά  να ’ναι σε ταξίδι. Αλλά και να  υπάρχουν και κάτω από τον ίδιο ήλιο  της πραγματικότητας. Με αυτογνωσία και κάλλος στέκεται στις στιγμές. Όχι απόμακρα και ανταγωνιστικά. Μα με στοργή και σκίρτημα .Στα ταξίδια της αρχής και του τέλους  του χρόνου  της, του χρόνου μας, βιωμένου και μη, χωρίς ρητορική και φτιασίδια αποτυπώνει στις γραμμές των ποιημάτων  και τα δικά μας ρήματα και τις γραμματικές και τα λόγια μας.

 

 Η συγγραφέας  ζει την εποχή. Αλλά  ζει και το καθετί γύρω της  με την   κάθε ρυτίδα και ελπίδα του χρόνου να μη μένει στατική και στάσιμη. Αλλωστε και η ζωή και με ελπίδα προχωράει και στα τσιμέντα  αλλά και στα όνειρα και στο κάθε μετά. Με ό,τι φέρνει η ζωή  και τα γυρίσματα της, δίπλα μας και κυρίως μέσα μας  συμπλέει κανείς  μαζί της.  Ως συνέχεια αφορμών και ως σταθμοί, και με πρόσωπα και με ιστορία προχωράμε. Υπαρκτά και ανύπαρκτα, μακρινά και κοντινά, όλα έχουν τον ρόλο τους.  Και η Αθηνα Βογιατζόγλου, κεντρίζεται και από τους δυο κόσμους. Και τους βγάζει στο φως. Χωρίς βουητά αλλά με πολλές ή λίγες  κουβέντες  με  το παραπέρα των αισθήσεων συνομιλεί.. Όπως ακριβώς και τα Πορτρέτα.

Χρήστος Νιάρος

 

 


[ H Aθηνά Bογιατζόγλου γεννήθηκε το 1966 στην Aθήνα. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης και εκπόνησε το διδακτορικό της στο Kings College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Δίδαξε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Kρήτης και της Πάτρας και το 2001 εξελέγη Λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων, όπου σήμερα υπηρετεί ως αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας. Έχει εκδώσει τα βιβλία H Mεγάλη Iδέα του λυρισμού. Mελέτη του “Προλόγου στη Zωή” του Σικελιανού (Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1999), Η γένεση των πατέρων. Ο Σικελιανός ως διάδοχος των εθνικών ποιητών (Καστανιώτης, 2005) και  Ποίηση και πολεμική: Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα. (Κίχλη, 2015). Eπιμελήθηκε την έκδοση του μυθιστορήματος του Aχιλλέως Λεβέντη H Tασσώ (στη σειρά «H πεζογραφική μας παράδοση», Εκδόσεις Nεφέλη, 2000), καθώς και το βιβλίο του Γ. Π. Σαββίδη Λυχνοστάτες για τον Σικελιανό (Εκδόσεις Eρμής, 2003).]

 

 

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

4 Ποιήματα Αδημοσίευτα Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη

 

4 Ποιήματα  Αδημοσίευτα

Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη

μαζί με 3 φωτογραφίες του Mike Dempsey




Σε χρόνο ντε τε

 

Τα δευτερόλεπτα σαλεύουν ανέγγιχτα,

παραπλανούν εκλπήξεις που δεν έρχονται,

από το πορτάκι της πίσω αυλής,

η σιγουριά τους ξέρει το δρόμο,

χορεύουντας ζαλισμένες δίπλα τους και οι μέλισσες της εποχής,

χωρίς χειραψίες οι ματιές τους,

κολλάνε στους φράχτες επίμονα τα θέλω καμιά φορά,

αρπαχτικά τα κορναρίσματα στις λεωφόρους,

προσπερνούν με ευγένεια τις σιωπές,

βουητά της Κυριακής τράπηκαν σε άτακτη φυγή,

μια επιστροφή του χτες τους,

ζαλισμένη με κέντρωσε,

στην επανάληψή της άφησα τα προσχήματά μου να κοιτούν,

για λίγο στην άκρη του ωκεανού όλα γυρνούσαν,

στο χρόνο ντε τε,

γίνανε όλα ενεστώτας.

 

 


Κάπως έτσι

 

Μετ' επιτάσεως ο χρόνος κρύβεται κάτω από το χαλί,

περαστικά τα συγνώμη και τα ευχαριστώ,

για λόγους ευγένειας και με καλούς τρόπους,

περιμένανε το επιδόρπιο να σερβιριστεί,

με δυό καλές κουβέντες,

χορτασμένοι από την κούραση της επανάληψης,

γεμίσαμε και τα ποτήρια,

έτσι για να κάνουμε λίγο σαματά ανοίξαμε και την τηλεόραση,

παίζοντας με τα κουμπιά ένα ένα,

μείναμε κουβάρι στο χαλί,

χωρίς λόγια,

και οι φωτογραφίες με τα χρόνια,

σημειωτόν πια δεν γυρνάνε τα μάτια τους,

να κοιτάξουν τι...


Με σιωπή

 

Σημειώσεις ημερολογίου,

κολλημένες στη πόρτα του ψυγείου,

επιτακτικά υπενθυμίζουν,

απλήρωτους λογαριασμούς με ό,τι έχω εκεί έξω,

να ξεκαθαρίσω με σιωπή τη συναλλαγή,

ό,τι με κοιτάζει ακίνητα και με σειρά υπομονής,

μετράω τι δεν είπα σε εκείνη την φωτογραφία σου,

δευτερόλεπτα κάτι είχα γράψει όμως και στο σώμα σου,

νύχτες καλοκαιριού ξεφυλλιστήκανε,

εκεί έξω ταχύτατα.

 



 Δεν έχω κωδικό συνήθειας

 

Κρατάω αποστάσεις από τη συνήθεια,

αθόρυβα σπαρταρούν και τα όνειρά της,

όταν μου χαμογέλασες,

μούσκεψε και το φεγγάρι,

στο κοντινό πλάνο της τρυφερότητας,

στέγνωσε πολύ γρήγορα και πιο παρακάτω,

εικονικά πια τα χαρτιά μουτζουρώνονται,

αλλάζοντας σελίδες,

χρειάζεται κωδικός πρόσβασης γι’ αυτές τις συνήθειες,

φανερώνονται όμως πού το πάνε το παραμύθι,

συμφωνείς και συ φαντάζομαι,

και στη χάση και στη φέξη,

οι πλάνες των αποστάσεων γίνανε συνήθειες.

 


Χρήστος Νιάρος

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

Κάθε Ταξίδι Στην Στροφή Του Φερειπείν Σαν Σκέψη Φαντασίαs Και Συχνότητας (Μια εκπομπή - κείμενο εξοικείωσης - σε συνέχειες) Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη

 

 



Κάθε Ταξίδι Στην Στροφή Του Φερειπείν
 Σαν Σκέψη Φαντασίαs Και Συχνότητας
(Μια εκπομπή - κείμενο εξοικείωσης - σε συνέχειες)

Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη



Το ταξίδι αποτελεί πράξη ελευθερίας και ανανέωσης. Το ταξίδι βρίσκεται συνεχώς στην καθημερινότητά μας. Την κινεί, την γεμίζει και της δίνει ένα νόημα. Ταξίδι, να μπει δηλαδή μια τάξη, μια σειρά στα δρώμενα της ζωής των στιγμών. Το φευγαλέο, το ιδεατό το φανταστικό, το άμεσο, το γνώριμο και το άγνωστο ζητάνε να φιλτραριστούν και να επαναπροσδιοριστούν στο αργότερα της ανάμνησης τους. Δηλαδή πού. Στο χρόνο και στο χώρο. Στο άμεσο πεδίο μας, στο κοντινό μας αλλά και στο άπιαστο και στο μακρινό εκεί υπάρχουμε. Στο εκεί δηλαδή που συνυπάρχουμε. Στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο όνειρο της που ανανεώνεται και στο φως που μας περιμένει και μας λούζει, το κάδρο και το βιβλίο της ζωής μας κοιτάει και μας ακουμπάει.



Σε κάθε πρόταση και επιφώνημα στο πλήθος που μας τραβάει στην χοάνη της συνήθειας του και των πολλών πληροφοριών που Την γεμίζουν, ( ή την πελαγώνουν ή την αφήνουν αδιάφορη ) το θέλω των διακοπών, το θέλω και το έχω ανάγκη να αλλάξω εικόνα και ήχους δεν γίνεται λυτρωτικό με το πάτημα ενός κουμπιού. Η αλλαγή περιβάλλοντος, τόπου και χρόνου γίνεται προορισμός απαραίτητος. Νοσταλγία, θύμηση και απόλαυση συμπορεύονται μαζί του. Το Τρίπτυχο συγκερασμών αντίστοιχων της αμβροσίας, του παράπονου και της στιγμής συγκατοικούν με τα μέσα σου. Κωδικοί εισόδων ή εξόδων δεν κρίνονται απαραίτητοι.



Δεν ξέρω αν η ζωή είναι ταξίδι πρώτο ή τελευταίο. Όπως και δεν γνωρίζω ποιος είναι και ο απόλυτος ορισμός τους. Αλλωστε σε γνώριμα και απάτητα μονοπάτια του νου και του σώματος πάντοτε κολυμπάμε και περπατάμε. Εκεί κάνουμε και μεροκάματα, νυχτοκάματα, πορείες και χαλαρότητες στιγμιαιές και εξακολουθητικές.Το σίγουρο είναι η αναγκαιότητα του ταξιδιού είναι μια πρόκληση. Ως περιπέτεια, ανανέωση, αφορμή, διάλειμμα στη διαδρομή του χρόνου και των εποχών μας γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι μας.



Δεν ξέρω επίσης αν είμαστε μονίμως ή παροδικά σε ταξίδι. Ενδεχομένως νάναι το όριο μας. Αλλωστε και οι διακοπές, το διάλειμμα από την επανάληψη των ωρών και των ωραρίων, μας ανανεώνει και μας συμπληρώνει. Ερχόμαστε πιο κοντά με το συμπέρασμα της πορείας μας και δηλώνουμε παρών στην στιγμή που ζούμε. Αλλά και σε κάποια άλλη τους στιγμή ξαναβρισκόμαστε όταν την διηγούμαστε και την μοιραζόμαστε την περιπέτεια και το πεπερασμένο των ταξιδιών. Παράλληλα και κάθετα υπάρχουμε με οτιδήποτε και ότι μας γεμίζει την διάθεση και τον στοχασμό μας. Το νιώθουμε πολλαπλά δηλαδή κάθε κομμάτι και μυρουδιά του ταξιδιού.



Βρισκόμαστε στης ψυχής και στου μυαλού το παρακάτω, το παραπέρα, όπως θα λεγε και λέει και ένα τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου σε στίχους Οδυσσέα Ιωάννου και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου. Στην χούφτα των στιγμών αλλά και των φωνών που έχουν απομείνει πιά στο χορό της αλήθειας μας και της συμπόρευση μας ξανά ορίζουμε και το όποιο περιθώριο τους. Γιατί το ταξίδι είναι στροφές με πολλές ταχύτητες και πολλές σελίδες άγραφες και ρυθμούς απάτητους όχι απαραιτήτως τραγουδιού και γραφόμενων συγκινήσεων. Χαμηλόφωνα και στην διαπασών νοικιάζουμε, αγοράζουμε, συναλλαζόμαστε, πορευόμαστε με του χρόνου την γραμματική και τις προτάσεις. Με τα ρήματα και την ακτίνα τους. Στο κύκλο και στο τετράγωνο των στιγμών, οι χάρτες τους φτιάχνουν αλλιώς τα σύνορα. Αλλά τα διπλά ρολόγια ή δύο πατρίδες όπως θα πει ο Παντελής Θαλασσινός σε στίχους της Ευγενίας Ασλανίδου, και με την παρουσία του Σωτ. Χατζημανώλη, τραγουδιστά θα υπάρχουν για να μετρούν του απείρου το κύμα και τις ρίζες των βημάτων. Οταν το σώμα κατοικεί αλλού, η καρδιά αναπνεει πιο καλά σε άλλους ουρανούς .



Στην άλλη στιγμή



Μια παλιά φωτογραφία και ένα φυλακτό, τα πιο ελάχιστα δηλαδή, δεν πάλιωσαν από του χρόνου την φθορά και την τριβή. Τα δρώμενα, στο ταξίδι της εντός πολιτείας, έχει άλλο πορτοφόλι, άλλες φλέβες, άλλον ουρανό. Ποιος τελικά έφυγε από το τόπο του και ποιος πονάει περισσότερο; Αυτοί που μείνανε ή αυτοί που φύγανε; Στροφές δρόμου που θέλουμε να χαθούμε και να επιστρέψουμε αιωρούνται μαζί μας. «Τα περασμένα καίγονται στην λησμονιά πετάνε, γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε» μας ψιθυρίζει ο Δημήτρης Ζερβουδάκης στα «Ανείπωτα». Στα χιλιάδες ανείπωτα που ζητάνε, δίψα, φωτιά και προσμονή.



Στιγμές πρωτόγνωρες… Αυτονόητες θα πρόσθετα. Μονολεκτικές σε συνεχές διάλογο ανοίγουν πανιά. Τα πρωτόλεια λόγια τους τα αγγίζουμε και τα αγκαλιάζουμε ξανά και ξανά ως κατάσταση νοσταλγίας και ολότητας. Και γίνονται σημάδια, χαρακιές στα βήματα και στις αντοχές. Στην κλεψύδρα τους και στα χωρίς λόγια της άμμου ταυτιζόμαστε, κουβεντιάζουμε, αφηνόμαστε. Τα συναισθήματα είναι εκεί και έχουν ονοματεπώνυμο, χαρακτήρα και διάρκεια. Μπορεί να ναι μια γεύση που ποθούμε. Μας κατοικεί η περιέργεια του αγνώστου. Στον επαναπροσδιορισμό του γνώριμου και οικείου αποκτούμε μια άνεση όταν μας δίνει τα κλειδιά και τα αντικλείδια του.






Συγχρόνως



Το καλώς όρισες είναι απλόχερο. Χωρίς προσχήματα και κωδικούς. Η απαραίτητη εισαγωγή. Το απαραίτητο γεφύρι. Και της Άρτας και της Πάτρας. Με ή χωρίς διόδια και το πέρασμα και η θέα συνεχίζει το δρομολόγιο του εισιτηρίου της φαντασίας και των επιρρημάτων. Σημεία των καιρών και σινιάλα εποχιακά και οι βαλίτσες. Κομμάτια του χεριού και της καρδιάς μας συντροφεύουν. Το καρτελάκι του ονόματός μας, κοντά στην κλειδαριά είναι εκεί πάντα, σε αναμονή, σε διαδρόμους ιδιωτικούς, κυρίως αλλά και σε αναμονές. Στο κάθε τους σημαίνον. Όσο τις κοιτάμε λίγο πολύ, θέλουμε να τις αδειάζουμε και να τις γεμίζουμε. Ταξίδι και βαλίτσα, των απολύτως απαραιτήτων είναι συνυφασμένα με τις εμπειρίες που κουβαλάμε που δώσαμε, πήραμε, αφήσαμε. Αυθόρμητα και ως ανάμνηση και ως ενθύμιο.



Έτσι είναι αυτά. Γίνεσαι παρών και απών στιγμιαία και εξακολουθητικά, στο χώμα, στα βιωμένα, στα απόρθητα, στα ξεχασμένα, στα καινούργια. Πάντα η έκπληξη και η επιθυμία σου κρατάει το χέρι μαζί με ένα μπουκάλι νερό. Τα απαραίτητα σύνεργα, διαβατήριο και μάτια της ψυχής, κοιτάνε μπροστά, κοιτάνε δεξιά, κοιτάνε αριστερά και δίπλα σου με τις υπόλοιπες αισθήσεις να αλληλοσυμπληρώνονται. Τα μάτια δεν χορταίνουν τις γεύσεις και το οποίο αλατοπίπερό τους. Τα μάτια που γίνονται δεκατέσσερα. Πολλαπλασιάζονται, αθροίζονται και αφαιρούνται. Τα μάτια που ζεσταίνονται και κρυώνουν και φτιάχνουν και την γεωμετρία του τοπίου ενσυναίσθηση και με φιλότιμο. Πολύ περισσότερο μέσω των γνώριμων και καινούργιων φωνών πολλαπλοί συντονισμοί βρίσκονται και στο εκεί και στο αλλού τους. Με μια λεπτότητα μεταιχμίου και συνεχούς παρόντος. Τα ρούχα στα μανταλάκια τους όπως και οι εφημερίδες πάντα θάναι εκεί . Να σε κοιτούν ,ακόμα και με τα μελτέμια και των περαστικών την αύρα .Μπαίνω στην εποχή των εικόνων. Αρχίζουν οι προσαρμογές. Ως παρατηρητής και ως κάτοικος. Για αρκετούς τα άπιαστα νέα των κοιν. Δικτύων ειναι η προέκταση τους.Οι εφημερίδες και το ξεφύλλισμα βιβλίων και περιοδικών για άλλους. Έχουν άλλη χάρη όταν μαυρίζουν τρόπο τινά τα δάχτυλα από τις ειδήσεις του χαρτιού. Σημειώνει, ερωτάται, ο Μίλαν Κούντερα «Ποιο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ταυτόσημος με τον εαυτό του». Ο ίδιος ο χαρακτήρας δεν μένει ίδιος. Είναι σε μια διαρκής μεταβολή και εξέλιξη σε ένα καθρέφτισμα - πώς λέει το παιδικό τραγουδάκι, με εκείνο το καράβι το Άα Άα αταξίδευτο - και με στους τόπους αλλά και στα μαντήλια τους.



Άλλοι οι συλλαβισμοί του ταξιδιού, όταν σε συναντούν στην αλμύρα του καλοκαιριού και αλλιώς στην κλεισούρα του χειμώνα. Όλα έχουν την δικιά τους χάρη. Άλλα χαμόγελα, ντυσίματα και Αχχχ! Όλοι τους και όλα όμως έχουν την σημασία τους. Τα σημάδια που αφήνουν ή που φαντάζεσαι να αφήνουν δεν τα προσδιορίζεις με πλήρη σαφήνεια. Τα μετά της ανάμνησης, του άλλου ταξιδιού της επιστροφής, είναι αποτυπωμένα, σε ενικό και πληθυντικό φωτογραφιών. Άρχισες και αρχίζεις να θυμάσαι αλλιώς το χρόνο. Αναρωτιέσαι ήμουν εκεί; Πώς ήμουνα εκεί; Τι ένιωθα εκεί; Ποιο το εδώ μου; Τι φόραγαν οι στιγμές τότε; Πώς το λέγανε το πεζούλι εκείνο; Η θέα από το μπαλκόνι με περιμένει άραγε; Οι φωνές και οι σιωπές, με τα χιλιάδες φερειπείν πού να πήγανε; Σε ποιο λιμάνι, σε ποιο σταθμό αναχώρησης; Σε ποιο άγγιγμα; Οι βασιλικοί και οι απόντες είναι εκεί; Και οι σκέψεις ,αναςες δεν σταματούν να ταξιδεύουν. Στο αέρα, στις ράγες, στις ρόδες, στο κύμα, στα αποτυπώματα, στην μνήμη. Μονολογείς. Ναι ήταν ωραία. Ξανά μονολογείς. Θα μπορούσε και νάτανε καλύτερα. Θα μπορούσε να κράταγε πιο πολύ. Το κυνήγι της ευτυχίας, παρονομαστής και ζητούμενο πολλών δεδομένων. Οι σκέψεις νοτίζονται και, σιωπούν στα όποια συμπεράσματα. Τα λένε όλα με μίαν ανάσα που χάνεται και επιστρέφει σαν κερί, σαν σπασμός, σαν το γειά σας, σαν ρυτίδα. Ένας άλλος κόσμος ανοίγεται. Βουτάει και λιάζεται στο χρόνο της στιγμής, της μνήμης και της ανάμνησης. Μέχρι εκεί που φτάνει το όνειρο και οι δυνάμεις του, στο παρκέ και στο γήπεδο τους παίζονται τα παιγνίδια. Στον ουρανό και στην εξέδρα τους τα χειροκροτήματα αλλάζουν θέσεις. Ο ρόλος των συμβόλων στη διεργασία αυτή, δεν σταμάτησε τους συνειρμούς να ζητούν ηρεμία.



Θα μπορούσε να κράταγε πιο πολύ



Έτσι και στα ταξίδια, τις περισσότερες φορές. Στην τελική τους πτώση εικάζω, όταν κάνουν τον κύκλο τους. Δεν έκανα ταξίδια μακρινά… ταξίδεψε η καρδιά και αυτό μου φτάνει θα πει ο Γιώργος Νταλάρας σε μουσική Γιώργου Ανδρέου και λόγια από τον Παρασκευά Καρασούλο. Και όλες οι γεύσεις τους, σε πάνε μαζί με τις ρίζες των ανθρώπων, ακόμη πιο βαθιά, ακόμη και πιο πέρα. Στο παιγνίδι της κάθε στιγμής, στην αθωότητα της και στο τι είναι αυτό που μας ενώνει, μας αγγίζει μας λυτρώνει οι Πυξ Λαχ μας πηγαίνουν σε άλλες σκέψεις. Εκεί που ο χρόνος ο κοινός, τελειώνει. Αμετάκλητα τα μοναχικά μετερίζια. Γραμματοκιβώτιο που περιμένει το κατάλληλο γράμμα να το ανοίξει και να το χαρεί. Ετσι γίνεται και στο ταξείδι. Αποστολέας και παραλήπτης εναλάσσουν ρόλους. Όλοι περιμένουν. Οι Εικόνες συνεχίζουν να τρέχουν σαν παιδάκι στην παραλία. Άλλοτε γρήγορα, άλλοτε πιο αργά κυνηγώντας το άγνωστο.



Ναζιάρικα, απαιτητικά, παίζοντας κρυφτό και κυνηγητό φτιάχνουν τον κόσμο.

Ακόμη και όταν κοιτάς από ψηλά, πάνω από ένα αεροπλάνο, για παράδειγμα, μοιάζει η γη με ζωγραφιά, και όλα σου φαίνονται τόσο ασήμαντα. Έτσι μας λέει ο Κ. Χατζής και η Σώτια Τσώτου. Και μας πάνε στις αλλες πολιτείες του Σταμ. Σπανουδάκη και της Ελένης Βιτάλη. Από άλλο δρόμο, από αλλο σταθμό, έρχεται η Σωτηρία Μπέλλου και ο Διονύσης Σαββόπουλος, με τα αερόπλανα τα βαπόρια και με τους φίλους τους [μας] παλιούς. Όλα εν κινήσει, στις πολλές στροφές τους αλλά και στις εκδρομές και στις ξενητιές εχουν και αποκτούν μικρές και μεγάλες συγγένειες. Και στο πηγαιμό και στον ερχομό τους η κάθε λεπτομέρεια νοτίζεται. Σηματοδοτεί δε και προεκτείνει την μέσα μας διαδρομή, είτε αυτή έρχεται από την θάλασσα, είτε από τα βουνά, είτε από το αύριο. Το να πας και μια απλή βόλτα στο φεγγάρι και στο Σείριο (που για μερικούς είναι εφικτό, σε πραγματικό χρόνο) με λίγη δόση φαντασίας, ο Μάνος Χατζιδάκης μικραίνει την λύπη των αποστάσεων. Συλλαβιστά συνεχίζουμε. Εκεί στην αγκαλιά της νύχτας, το καλοκαίρι, που λάμπει το αστέρι και το φως του μας ντύνει, ο Μίκης Θεοδωράκης μάς υπενθυμίζει ότι όταν το όνειρο σε συναντάει, το ταξιδεύεις με ψυχή και σώμα.



Σημεία εκκίνησης



Οι ώρες κοινής ησυχίας έχουν βέβαια άλλα πρωτόκολλα. Βάζεις φρένο παροδικά στα δευτερόλεπτα.



Η κοινή σιωπή, η ησυχία στην θέση της ανεφοδιάζεται για τις επόμενες εκπλήξεις των ωρών. Κρατώντας στα χέρια σου τα ξημερώματα, τα λιοπύρια, τα βήματα, την μουσική συνεχίζεις να περπατάς. Η σκηνοθεσία της αρχής και του τέλους του ταξιδιού δίνει διαρκώς παραστάσεις με πολλούς θεατές και ρόλους. Κανείς εδώ δεν τραγουδά, κανένας δεν χορεύει, ακούνε μόνο την πενιά και ο νους τους ταξιδεύει, τραγούδησε στα λόγια του Τάκη Σιμώτα ο Νίκος Παπάζογλου. Αλλά το δικό σου μπαγλαμαδάκι, κουρδισμένων και ακούρδιστων στιγμών, ανεβοκατεβαίνει σε άλλες εποχές και συχνότητες και χημείες. Το ημερολόγιο ή οι σελίδες διαβατηρίου των στιγμών γεμίζει με κοχύλια, με φωνές, με βόλτες, με αγκαλιές, με εικόνες. Δράση και αντίδραση εργαστηρίου και πειραμάτων τα παραπάνω αφήνονται στη στιγμή. Συνταγολόγια και πιάτα στο μενού, ουκ ολίγα. Όλα χάνονται και επιστρέφουν ταυτόχρονα .Το ποτήρι της καρδιάς και των στιγμιαίων τσουγκρισμάτων το αδειάζεις και το γεμίζεις για την υγεία της στιγμής. Με τα εσώψυχα έχεις και κάνεις νταραβέρι και ανοίγεις παρτίδες. Λέξεις έρχονται όταν μυρίζεις αλλιώς τον αέρα τους. Παραδείγματα. Παρενθετικά την παρτίδα… τι πατρίδες ....τι παρτίδες ...τι πατρίδα …..



Καμιά φορά οι λέξεις τι μας κάνουνε ή τι κάνουνε στις λέξεις. . Κλείνει η παρένθεση. Κλείνουν οι παρενθέσεις... Μάλλον ανοίγουν. Τα σκόρπια έρχονται σαν ψίχουλα, σαν ψιμύθια, σαν ψίθυροι. Στην ψάθα που απλώνεις στην άμμο και τα ψαροπούλια ακόμη και αυτά δίνουν παρόν. Σφυρίζουν τον δικό τους σκοπό οι λεξούλες, όταν τις κουβαλάς και στην πλάτη σου και σε πολιτειές υπαρκτές και ανύπαρκτες τις ξεφορτώνεις με χαρά.



Μαζεύω: ... οι επινοήσεις... οι μύθοι... ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Σουίφτ, ο Βερν, ο Πεσσόα, ο Καζαντζάκης, ο Ηρόδοτος, τα Υπερμάχω, ο Σολωμός, ο Εμπειρίκος, ο Ουράνης, ο Χεμινγουέυ, ο Τσάτγουιν, ο Καπισίνσκι, ο Κουγιουμτζής, ο Τσιτσάνης, η Παπαγιαννοπούλου, ο Αναγνωστάκης, το μπαλκόνι, o κυρ βοριάς, τα βουνά, το κύμα που σπαρταράει ,οι ήχοι των κινητών, το συρτάκι, το τσάμικο, τα μπλουζ, οι γειτονιές, το νερό, το φεγγάρι, η αγορά, το άγγιγμα.



Μαζεύω :.. η επαναφορά… οι εκδοχές… οι φθορές... οι όψεις εν δυνάμει και ενεργεία… όλα τα λουλούδια στο λυκαυγές ......η κουρτίνα ...το καλαμάκι ..το χαμόγελο ....όλα εδώ, όλα εκεί... Εισιτήριο ταυτότητας και ηρεμίας… Περνάνε τα χρόνια… Ερώτηματα… μια τρύπα στο νερό... κάτι κάναμε... Πού είναι το μετά τους… ποιος ρωτάει... Δύο βουτιές και δύο κουβέντες… Συνεχίζονται ολα στην επιστροφή. Πώς περνάει η ώρα! Η επιστροφή δεν γνωρίζω αν περνάει απο πού και πότε. Εχει δικό της δρομολόγιο φαντάζομαι.



Πρόσωπα και πράγματα αλληλοσυμπληρώνονται. Αποσπασματικά στα αποσιωπιτικά τους όταν οι λέξεις περνούν από κενό αέρος άντε και από καμιά λακκούβα ταρακουνιούνται κάπως τα νοήματα μέχρι την τελική επεξεργασία. Εκει και τα τζιτζίκια , οι λάχανο κεφτέδες και τα βλήτα και τα κάρβουνα και τα αηδόνια μαζί με την βρύση της πλατείας και τα σχολειά της παρεας σε καλοδέχονται.



Συλλαβιστά



Η σωτηρία της ψυχής σαν ταξιδάκι αναψυχής και όχι μόνο, χορεύει στα αυτιά μας. Οι φωνές της Άλκηστης Πρωτοψάλτη, Της Λίνας Νικολακοπούλου με τον Στ. Κραουνάκη ανοίγουν τις στιγμές αλλιώς. Η σωτηρία και η ψυχή της, ως εξομολόγηση, ως άγγιγμα, ως ευλογία συνεπικουρεί στο ταξίδι. Φανταστικό και πραγματικό το οποίο γεγονός γίνεται πρόφαση για τον κάθε κανόνα ρεαλισμού και τυπικότητας. «Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για τον Νότο, δύσκολες βάρδιες κακός ύπνος και μαλάρια» συμπληρώνει στο Kuro Siwo του ο Νίκος Καββαδίας και στο πιάνο ο Θάνος Μικρούτσικος στα λιμάνια του κόσμου (και της ψυχής ) και στα χρόνια της φυγής μας διαβαίνει. Μέχρι εδω ακόμη και στο ποτάμι μας το Yarra Yarra. Γιατί η πόλη τούτη έχει τις ομορφιές και τις εναλλαγές της. Η υπενθύμιση του Κ.Π.Καβάφη αιωρείται η πόλις θα σε ακολουθεί, στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους, και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς. Όλοι ταξιδευτές. Από τόπο σε τόπο ή ακόμη και επιτόπια, μέχρι και το απέναντι τετράγωνο ενδεχομένως. Το τετράγωνο, ως όριο μη γνωριμίας, μη ανανέωσης, μη επαφής. Τα πολλά τα μη, δεν γεμίζουν ούτε με λάθη, ούτε με εμπειρίες, ούτε με λαλιές. Ό Κ. Παλαμάς μάς λέει «η φαντασία χωρίς να την βοηθούν πανιά και λαμνοκόποι κυλάει». Αυτό κάνουμε. Και μεσα στο ταξείδι είναι και η λύπη αλλά και σε ό,τι λείπει.




Καθώς ο χρόνος




Το ζητούμενο της γνωριμίας των τυχαίων συναντήσεων αλλά και όλων που σε περιμένουν ή καλύτερα μας περιμένουν, γίνεται κομμάτι αφορμής που θέλεις να το ξαναμάθεις και να το ζήσεις. Το ξανά τους δηλαδή, την χειραψία και τις παρενθέσεις τους. Ακόμη και μέσα από τις διατυπώσεις, τυπολογίες του τύπου «πόσα παίρνεις;», «περνάς καλά εκεί;» «δεν άλλαξες καθόλου», «α , δεν το συζητώ», «καλό υπόλοιπο» και «όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν» στο κάθε τι τους σε βρίσκουν προετοιμασμένο και ευχάριστα περιπλανιέσαι, στα πλαίσια της αγοράς και του χαλαρού. Με αμοιβαιότητα. Και τα φεγγάρια εκεί και τα χαλάζια εκεί βρίσκονται για να συμπληρώνουν το μωσαϊκό. Και οι πέτρες και οι αμμουδιές και οι λαλιές. Κάποιοι τόποι, κάποιοι άνθρωποι, κάποιες στιγμές κατοικοεδρεύουν στο εσαεί της μνήμης. Έχουν μια ιδιαίτερη θέση. Ακόμη και αυτοί που φύγανε, με το κερί που ανάβεις ξανάρχονται κοντά σου. Ακόμη και αυτοί που μεγαλώσανε και σε κοιτάνε και τους κοιτάς και στο δευτερόλεπτο της κουβέντας-απορίας αν «Είσαι εσύ;» τα χωρίς λόγια της απόστασής τα γκρεμίζεις εν θερμώ. Ακόμη και χιλιάδες ακόμη βηματίζουν μαζί σου και από το πουθενά σκάνε σαν κύματα στην παραλιακή της ραστώνης σου. Πάνω από σύννεφα, πάνω από θάλασσες και από στεριές ταξιδεύουν και ταξιδεύουμε μαζί τους, με τα τραγούδια τους που γίνονται προέκταση μας, όπως μας υπενθυμίζει η Δήμητρα Γαλάνη και η Χαρούλα Αλεξίου. Ρομαντικά και δωρικά πλαγιάζουν και στέκονται τα χρώματα στην αυλή των σκέψεων σου. Το άπιαστο των κυμάτων τους πλησιάζει. Το χάδι του ονείρου δεν θέλει να ξυπνήσει . Το όνειρο που γίνεται αλήθεια. Έστω, και με μικρές δοσολογίες. Αναρωτιέσαι ακόμη και όταν ο χρόνος κοντοστέκεται δίπλα σου. Να πάρει μια ανάσα. Σε ένα ξέφωτο, σε ένα παγκάκι, στρωματσάδα, σε μια άπειρη του διάσταση καταλαβαίνεις ότι το ταξίδι δεν τελείωσε. Το ταξίδι δεν άρχισε. «Σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν» θα πει ο Γιώργος Σεφέρης και θα συμπληρώσει «κείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τα αστέρια». Κάπου εκεί φαντάζομαι θα βρίσκεται και η Ιθάκη του Αλεξανδρινού μας Κ.Π Καβάφη… Κάπου θα μας συναντήσει ο σκοπός της επιστροφής ή και το ίδιο το ταξίδι. Άλλωστε ο καθένας κάνει το δικό του βιωμένο ταξίδι οπως το αισθάνεται. Όπως του επιτρέπεται. Και όπως θέλει το βάφει. Το χρώμα και η κάθε πινελιά αναγεννά την στιγμή. Σαν φτερούγισμα. Σαν άπειρο. Όσο φτωχικό και να ’ναι παραμένει πλούσιο και χορταίνει καταλυτικά. Τύχη, ταλέντο και τόλμη θέλουν όλα αυτά κατά τον Οδυσσέα Ελύτη μας. Και μεις το εισιτήριο της φαντασίας και του ονείρου, όχι σαν προσφορά και ζήτηση, το εξαργυρώνουμε σε εκείνη της στιγμή του ταξιδιού που το χώμα, ο αέρας, η λαλιά χορεύει και μας ενώνει με τους χρόνους… Τους χθεσινούς, τους αυριανούς. Σαν εμπειρία πολύτιμη στο σακίδιο στην πλάτη μας τους κουβαλάμε. Ακόμη και στα ρούχα τους [τα πλυμένα ,τα ξηλωμενα] η μυρουδιά τους κάτι κουβαλάει. Μέσα στην ντουλάπα τακτοποιημένα σε ντύνουν στο μετά τους. Ερωτευμένα πουλιά και ψάρια, κολυμπάνε και περπατάνε στον ουρανό μας. Κάπως έτσι λέει μια άλλη στροφή τραγουδιού του Μιχάλη Γκανά σε μελωδία του Μίνωα Μάτσα… Και όλα γυρνάνε. Από το αθόρυβο τους πιάνεσαι.

Τα φερειπείν και οι εκπομπές του ταξιδιού έχουν το δικό τους ρυθμό,συχνότητα και μέτρο φαντασίας. Σε ποιο χρόνο θα σε βρει η κορυφαία τους στιγμή (αγάπης και ανάγκης παρεπιπτόντως), μέσα στις πολλές αφιξοαναχωρήσεις, εκεί ακριβώς βρίσκεις και τα λόγια και τον ιδρώτα σου. Σαν δεδομένο και ουτοπία.



Στο δε γραμματοκιβώτιο των γραπτών και εικονομηνυμάτων, ένα άρωμα τους δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε ξεχάστηκε. Αποθηκεύτηκε. Έμεινε. Φιλότιμα και υπομονετικά. Δεν σκονίστηκε από το σκόρο του χρόνου. Όταν φιλτράρονται οι στιγμές και κωπηλατούν στα ανοιχτά σε περιμένουν στην δεύτερη τους βόλτα. Να βγεις, να τα πεις πρόσωπο με πρόσωπο. Από το τέλος ξεκινάς μέχρι την αρχή. Και στα ξέφωτα και στα αλμυρά και στα γλυκά. Τα βάζεις και δίπλα δίπλα δηλαδή και τότε ο χρόνος είναι με το μέρος σου. Γίνεται παρέα μικρή και μεγάλη. Πάντοτε θα ισχύουν και όροι και προϋποθέσεις. Στα αυθόρμητα τους ενδεχομένως, όχι.

Χρήστος Νιάρος






Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

Χρήστος Νιάρος - πέντε ποιήματα μαζί με τρεις φωτογραφίες του Eric Davidove

 

 

 Χρήστος Νιάρος - πέντε ποιήματα

μαζί με τρεις φωτογραφίες του Eric Davidove





Εντεταλμένη

 

Εντεταλμένη υπηρεσία περπατήματος

προς την κάτω γειτονιά,

τυχαία ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο

με κοιτούσε μέσα στα μάτια

χωρίς κούραση και τυπικότητες,

το νοτισμένο του σώμα

στο αεράκι χόρευε μια από εδώ και μια από εκεί,

η προπληρωμένη του επιθυμία

να πετάξει,

συνάντησε το χέρι μου

με ελαφρά αντίσταση

στα δάχτυλα,

ο ιδρώτας του μύριζε ακόμη νύχτα,

με την ματιά την έκοψα

και κοκκίνισε ο ήλιος,

φεύγοντας με αργά βήματα,

εκείνη την στιγμή

η βουή της θάλασσας

έκοβε  βόλτες

στην πάνω γειτονιά,

χρώματα αλμυρά στη συνήθειά τους

ζητούσαν παραλήπτη επιβεβαίωσης

στις λεπτομέρειες και στα αγκάθια,

μυρουδιές βρήκαν το τόπο τους

πολύ ταχύτατα

τυχαία και τα πρέπει

των μεταξύ τους συναντήσεων

δεν είχαν ούτε άρωμα,

ούτε όνομα.

 



Αέρας

 

Τι τσιγάρο, τι τραγούδι,

τον ίδιο κρατάνε ρυθμό,

στα λόγια του αέρα,

βρίσκουν τρόπο οι συνήθειες,

να ξεκουράζονται,

για το καλό τους,

μέχρι νεοτέρας επιθυμία.

 


Εκ των υστέρων

 

Κρατάω ημερολόγια ονείρων,

αμυδρά θυμάμαι πρόσωπα,

και μυρουδιές,

όταν τις καταγράφω

παίρνουν την θέση τους,

εκ των υστέρων

όλα γίνονται

στο χαρτί.

 



Τα και

 

Ασυναίσθητα είχες μακρύνει και άλλο

αθόρυβα και στη μνήμη μου

μεγάλωσες,

χωρίς λόγια και ταξίδια,

στάσιμα και εξακολουθητικά,

είχε ραγίσει και ο καθρέφτης στις φωτογραφίες,

δεν ήσουνα όμως συννεφιασμένη,

ακόμη και εκείνη την ημέρα  της μοιρασιάς

θυμάμαι και τι ακριβώς φορούσες

και τι δεν φορούσες.

 


Εδώ, αυτό και εκείνο

 

Τσαλακωμένα κύματα

σε χούφτες κοχυλιών

ταξιδεύανε όλη νύχτα

από λιμάνια σε σεντόνια,

ειμαρμένα τα όριά τους

μικραίνανε στις επιθυμίες,

όσο τα δάχτυλα ιδρώνανε,

αποχαιρετισμοί βημάτων

επιστρέφανε τυχαία,

βρίσκοντας σιγά σιγά στεριά,

δώσαν αμαχητί και τα κλειδιά

χέρι με χέρι,

οι συναλλαγές της σιωπής

τελεστήκαν χωρίς προσχήματα,

στα όνειρα οι ανάσες τους,

προτού σκοτεινιάσει  ξανά,

για λίγη αποκατάσταση και σιγουριά,

για παν ενδεχόμενο αλμύρας

τακτοποίησαν στα ράφια  της κουζίνας

εδώ αυτό

εδώ εκείνο,

έτσι για  να θυμούνται τι  θα  έχουν

και για το αύριο.


 


Ο Χρήστος Νιάρος κατάγεται από τα Γιάννενα και την Άρτα, σπούδασε στο Χημικό του Α.Π.Θ. αλλά παράλληλα ασχολήθηκε με τα ΜΜΕ και τη γραφή. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι μόνιμος κάτοικος Μελβούρνης. Κείμενά του δημοσιεύονται σε ιστολόγια, σε εφημερίδες και σε περιοδικά τόσο στη Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.