Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή" - Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή" - Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Η Χαριτίνη Μαλισσόβα συνομιλεί με τη Διώνη Δημητριάδου με αφορμή τη νέα της ποιητική συλλογή "Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή" (ΑΩ εκδόσεις 2021) Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας Θεσσαλία στις 18 Απριλίου 2021

 


Η Χαριτίνη Μαλισσόβα συνομιλεί με τη Διώνη Δημητριάδου

με αφορμή τη νέα της ποιητική συλλογή 

"Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή" (ΑΩ εκδόσεις 2021)

Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο 

της εφημερίδας Θεσσαλία στις 18 Απριλίου 2021

Πολιτισμός - e-thessalia.gr (e-thessalia.gr)




Η ποίηση είναι στενά δεμένη με τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της


Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή, ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ. Θα μας δώσετε κάποια στοιχεία;

 

Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση με ποιητικά και εμβόλιμα πεζόμορφα μέρη που όλα συνιστούν έναν εσωτερικό χώρο αναζήτησης. Νομίζω πως το «κλειδί» της ανάγνωσης βρίσκεται στην κτητική αντωνυμία του τίτλου, καθώς έτσι υπογραμμίζει την απολύτως προσωπική πρόσληψη του Λύκου άλλοτε ως δαίμονα και άλλοτε ως σωστικής περσόνας. Ταυτίζομαι με τον Λύκο μου, όπως αναζητώ τη δύναμη που βρίσκεται μέσα στον καθένα μας, ωστόσο δεν έρχεται πάντα στην επιφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ερμηνεία ανήκει στον εκάστοτε αναγνώστη, που με τα δικά του βιώματα εισέρχεται στο ποιητικό πεδίο. Οι διαφορετικές ερμηνείες είναι ο πλούτος της ποίησης.

 

Το βιβλίο διατρέχει έντονη ψυχαναλυτική και φιλοσοφική διάθεση σε σχέση με την αναζήτηση και την αποκάλυψη του βαθύτερου εαυτού. Στάθηκαν όλα τα παραπάνω αφορμή για τη συγγραφή του;

 

Ξέρετε, το τι συνιστά κάθε φορά την αφορμή της γραφής δεν είναι καθόλου εύκολο να διευκρινιστεί. Δεν είναι πάντα μία η αφορμή ούτε και απολύτως σαφής. Συνήθως πρόκειται για μια συγκυρία παραγόντων που κάποια στιγμή οδηγούν στο αποτέλεσμα. Η αναζήτηση δεν σταματάει ποτέ, πόσο περισσότερο αν στοχεύει σε βαθύτερες αποκαλύψεις εαυτού. Η ποίηση έχει στενή σχέση και με τον φιλοσοφικό στοχασμό και με την ψυχαναλυτική διεργασία, καθόσον αποτελεί μια μορφή ίασης, έστω προσωρινής. Με όποιο, φυσικά, κόστο



 

Τι σημαίνει για εσάς η ποίηση;

 

Η ποίηση δεν είναι παρά μία από τις πολλές μορφές της έκφρασης. Δεν θέλω να τη βλέπω έξω από τον καθημερινό αγώνα, μακριά, αν θέλετε, από τον προσωπικό τρόπο που ο καθένας επινοεί για να δηλώσει ποιος είναι, πώς προσλαμβάνει τον κόσμο γύρω του και ποια η θέση του σ’ αυτόν. Οι ποιητές δεν βρίσκονται σε απομόνωση από τον κόσμο, δεν είναι περιβεβλημένοι με γραφικότητα. Η ποίηση είναι στενά δεμένη με τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της. Οι τρόποι της βέβαια είναι διαφορετικοί. Για μένα είναι ένας από τους τρόπους που έχω για να μιλήσω.

 

Ποιοι είναι οι δικοί σας αγαπημένοι ποιητές;

 

Όποιος αγαπά την ποίηση βρίσκει πολλούς για να συμπορευθεί, παλαιότερους και νεότερους. Αν εννοείτε εδώ ποιητές που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο με επηρέασαν στη δική μου γραφή, δεν είμαι εγώ που θα απαντήσω. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που με «οδήγησαν» στη  αγάπη της ποίησης από νεαρή ηλικία, όπως ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης και κατόπιν ο Αναγνωστάκης. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Το θέμα είναι μέσα από τις αναγνώσεις να μπορείς να βρεις τον δικό σου τρόπο γραφής.

 

Σας συναντούμε στην κριτικογραφία, που σημαίνει ότι διαβάζετε πολλή ποίηση. Ποια είναι η αίσθησή σας για  το επίπεδο της ποίησης στη χώρα μας;

 

Ναι, η κριτική τη ποίησης είναι κάτι που αγαπώ πολύ και προσπαθώ να την υπηρετώ όσο μπορώ καλύτερα. Κοιτάξτε, ποίηση πάντα γραφόταν στην Ελλάδα και πάντα θα γράφεται. Φυσικά όχι πάντα με επιτυχία, και τότε και τώρα. Δεν είναι σωστό να κοιτάζουμε μόνο προς τα πίσω. Υπάρχουν καλές γραφές και από νεότερους ποιητές. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να εκδώσει τη δουλειά του, παρά μόνον όταν νιώσει ότι έχει πραγματικά κάτι να πει, τόσο ως προς τη θεματική όσο και ως προς τη μορφή. Το λέω αυτό γιατί το ποιητικό τοπίο σήμερα χρειάζεται ανανέωση, καθώς συχνά έχουμε ανούσιες επαναλήψεις ή προχειρότητες. Ευτυχώς όχι πάντα. Ας είμαστε αισιόδοξοι!

 

 Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;

 

Πιθανόν να περιμένετε να αναφέρω κάποια ποιητική συλλογή. Όμως αγαπώ πολύ και την πεζογραφία και παρακολουθώ την εκδοτική παραγωγή, ελληνική και ξένη. Έτσι, θα πω ότι μου άρεσε πολύ το βιβλίο του Sebastian Barry «Χίλια Φεγγάρια», σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος. Και αυτό γιατί μας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο της μετεμφυλιακής Αμερικής για να δούμε πολλά στοιχεία που οδήγησαν με τα στερεότυπά τους ως τη σημερινή εικόνα της. Παράλληλα, υπάρχουν πολλά σημεία να σταθείς και να σκεφτείς τον τρόπο που η καλή γραφή αποδεικνύει τη δύναμή της: θεάται τον κόσμο με τη δική της ματιά, απομονώνει ό,τι αξίζει να ειπωθεί και το αποτυπώνει με μια έξοχη μυθοπλασία, πολυεπίπεδη στις εκδοχές ερμηνείας της αλλά και ουσιαστικά ηχηρή παρά τους χαμηλούς της τόνους. Μακάρι να βλέπαμε και στην ελληνική γλώσσα τέτοιας αξίας μυθιστορήματα.

 

Γιατί η ποίηση έχει μικρό -αριθμητικά-  κοινό;

 

Η ποίηση πάντα διαβαζόταν από ένα σχετικά μικρότερο κοινό από ό,τι η πεζογραφία. Δικαιολογημένο αυτό, γιατί οι τρόποι της είναι διαφορετικοί: μεταφορικότητα, υπαινικτικότητα, πάνω από όλα μια συμπύκνωση του λόγου προκειμένου να ειπωθούν περισσότερα. Η ποίηση έχει τη δύναμη να περικλείει πολλαπλά νοήματα μέσα σε λίγες λέξεις. Αυτό την καθιστά λιγότερο «εύκολη», ας μου επιτραπεί η λέξη, σε σχέση με τα αναλυτικά κείμενα της πεζογραφίας. Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς. Ευθύνεται και η εντύπωση που καλλιεργείται ότι πρόκειται για γραφή παράδοξη, περίεργη, άρα δύσκολη στην προσέγγισή της. Ακόμα και η ευθύνη της σχολικής εκπαίδευσης είναι μεγάλη σ’ αυτό. Συχνά τα ποιητικά κείμενα αποφεύγονται ως αντικείμενο διδασκαλίας ή, ακόμη χειρότερα, υποβαθμίζονται με πρόχειρες και ανεπαρκείς  αναλύσεις. Θα έπρεπε η ποίηση να αφορά όλους. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. 

 

Τι θεωρείτε εξέλιξη σε έναν λογοτέχνη;

 

Το να μπορεί μέσα στον χρόνο να διαμορφώνει τον τρόπο του για έκφραση, να μη μένει προσκολλημένος σε διαμορφωμένες μανιέρες, να έχει κάθε φορά κάτι νέο να πει. Βέβαια, γνωστό αυτό, στην ουσία γράφουμε και ξαναγράφουμε κατά μία έννοια το ίδιο βιβλίο, όμως αυτή η ιδιάζουσα επανάληψη αφορά κάποια στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο μας, για παράδειγμα μια εμμονή σε όσα καθορίζονται από τη μνήμη. Η ουσία είναι να εξελισσόμαστε ως προς την οπτική μας  και ως προς τον τρόπο που επιλέγουμε για να διαχειριστούμε κάθε φορά το αρχικό υλικό μας, για να δώσουμε την προνομιούχο θέα στον κόσμο. Αυτό είναι η λογοτεχνία.

 

Ποια αξία θεωρείτε υπέρτατη;

 

Η συνέπεια και η υπευθυνότητα απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους, απέναντι στα «πιστεύω» μας. Νομίζω πως εκεί βρίσκεται η γενεσιουργός αρχή για τις υπόλοιπες αξίες. Αν είμαστε συνεπείς και υπεύθυνοι, τότε η αγάπη και ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, αλλά και η δικαιοσύνη, θεωρούνται αυτονόητες αξίες.

 

Γράφετε κάποιο νέο βιβλίο;

 

Μια τέτοια ερώτηση δεν ξέρω πώς μπορεί να απαντηθεί. Πάντα κάτι γράφεται, κάτι επιχειρεί να πάρει  μορφή, αρχικά στο μυαλό και κατόπιν να ολοκληρωθεί σε κάτι που ίσως αξίζει να κοινοποιηθεί και στους άλλους μέσα από μία έκδοση. Ωστόσο, επειδή μόλις κυκλοφόρησε το νέο  μου ποιητικό βιβλίο (και κάτι τέτοιο συνιστά μια μορφή πληρότητας) δεν νομίζω πως σύντομα θα υπάρξει κάτι ανάλογο. Θέλω να αφήσω την ευκαιρία στον «Λύκο» μου να τριγυρίσει τον κόσμο, μια που…  βγήκε από  το δάσος. Πάλι, κανείς δεν ξέρει. Η δημιουργία προβάλλει συχνά απρόβλεπτα και μας ξαφνιάζει. Τίποτα δεν γράφεται κατά παραγγελία.  

 

 

[Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Iστορία και Aρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και δίδαξε για πολλά χρόνια σε δημόσια λύκεια. Έχει εκδώσει δέκα βιβλία (πεζογραφίας, ποίησης,  δοκιμιογραφίας και μετάφρασης), έχει συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις καθώς και  πολλές δημοσιεύσεις (με πεζά και ποιήματα) σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Επιμελείται εκδόσεις και δημοσιεύει άρθρα κριτικής λογοτεχνίας. Στο περιοδικό Οδός Πανός επιμελείται τη στήλη «Διαβάζοντας τους ποιητές – μικρά κριτικά σημειώματα». Μετέχει στη συντακτική επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού η Καρυοθραύστις. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής και διατηρεί στο διαδίκτυο το λογοτεχνικό ιστολόγιο Με ανοιχτά βιβλία.  Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.]

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Διώνη Δημητριάδου – Συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ Πρώτη δημοσίευση στο Diastixo.gr (9-3-2021)

 

Διώνη Δημητριάδου – Συνέντευξη 

στον Γρηγόρη Δανιήλ

Πρώτη δημοσίευση στο Diastixo.gr (9-3-2021)

Διώνη Δημητριάδου: συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ (diastixo.gr)





Αυτό που μας παρακινεί να υπερβούμε τα στενά μας όρια, να δημιουργήσουμε ενδεχομένως, είναι ο προσωπικός μας δαίμονας· ας συμφιλιωθούμε μαζί του.

 

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Με σπουδές Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και έχοντας διατρέξει μια μακρά πορεία ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πριν από λίγες μέρες παρουσίασε το δέκατο βιβλίο της, την ποιητική σύνθεση Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, από τις Εκδόσεις ΑΩ, που έδωσε και την αφορμή για την παρακάτω συνέντευξη. Η ενασχόλησή της με τα γραπτά των άλλων μέσα από επιμέλειες εκδόσεων, επιμέλειες στηλών σε λογοτεχνικά περιοδικά, άρθρα κριτικής λογοτεχνίας, οι πολλές συμμετοχές της, ακόμη, σε συλλογικές εκδόσεις και ο συντονισμός της Λέσχης Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής φανερώνουν σίγουρα μια πολύπλευρη προσωπικότητα λογοτεχνικής ουσίας.


Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, η νέα σας ποιητική σύνθεση που μόλις κυκλοφόρησε. Θα ’θελα να μοιραστείτε μαζί μας τα πρώτα συναισθήματα γι’ αυτή τη νέα κυκλοφορία.


Όπως είναι φυσικό, η κυκλοφορία (άρα κοινοποίηση στους άλλους) ενός νέου βιβλίου ενέχει μια δόση ικανοποίησης, πιθανόν και ανακούφισης, αν νοηθεί ως το τέλος μιας μακράς πορείας. Πιστεύω, ωστόσο, ότι η γραφή δεν έχει τέλος, παρά μόνο κάποιες στάσεις αναμονής. Έτσι, λέω ότι και αυτό το νέο μου βιβλίο αποτελεί μια εκδοχή όσων είχα κατά νου όταν το έγραφα, ένα ψήγμα μόνο από την αφορμή του, παρότι εμπεριέχει περισσότερο από οτιδήποτε προγενέστερο τον εαυτό μου, τη σκέψη μου.


Σε αυτό το ποιητικό βιβλίο η μορφή του Λύκου έρχεται από τα σκοτάδια στο φως. Ποιο ήταν το ερέθισμα ώστε να επικεντρωθείτε σε αυτή τη μορφή, που καθ’ όλο το πέρασμα των αιώνων στοιχειώνει τις παιδικές καρδιές, ενώ αντίθετα βρίσκει εξιλέωση στις σελίδες της λογοτεχνίας μας;


Δεν ξέρω αν, μιλώντας γενικότερα, από τα σκοτάδια έρχεται η μορφή του λύκου. Οι άνθρωποι της πόλης, όπως εγώ, μάθαμε τους λύκους από τη λογοτεχνία, στην οποία σωστά επισημαίνετε ότι εξιλεώνονται για την όποια κακή συμπεριφορά. Ο Λύκος ο δικός μου, προσωπικός απολύτως, αρέσκεται από τη φύση του να κυκλοφορεί ομοίως και στα ζοφερά και στα φωτεινά τοπία. Το ότι στην ποιητική εδώ εκδοχή έρχεται στο φως μια διαφορετική φύση του με ικανοποιεί, μια που θέλησα να τον δω ταυτόχρονα ως λύκο και δαίμονα μαζί. Όλοι έχουμε έναν δαίμονα μέσα μας, πέρα από τη θρησκευτική εκδοχή που τον ενοχοποιεί για ό,τι κακό συμβαίνει. Αυτό που μας παρακινεί να υπερβούμε τα στενά μας όρια, να δημιουργήσουμε ενδεχομένως, είναι ο προσωπικός μας δαίμονας· ας συμφιλιωθούμε μαζί του. Ας τον ονομάσουμε με το κεφαλαίο γράμμα, όπως εδώ ο λύκος έγινε Λύκος.


«Κάτι θέλησε να πει μα στάθηκαν οι λέξεις του ακίνητες κι αδύναμες να ηχήσουν». Μέσα σε μια εποχή που λέξεις παράτονες, επί το πλείστον, εξουδετερώνουν την αξία της σιωπής, ποια είναι τα όπλα σας;


Η σιωπή αποτελεί επιλογή και απαιτεί άσκηση· δεν είναι εύκολη υπόθεση. Φυσικά, σε μια εποχή ανούσιας φλυαρίας, όταν η κενή νοήματος κραυγή καλύπτει τα πάντα με την παντοδυναμία των μαζικών μέσων αναπαραγωγής, η σιωπή ρισκάρει να μείνει εντελώς αφανής με απενεργοποιημένη τη δύναμή της. Αν πιστέψουμε, όμως, στην παραπλανητική αξία όσων ηχηρά μας κατακλύζουν, είμαστε χαμένοι. Ας μη συντασσόμαστε, λοιπόν, στη λογική που μας θέλει να συνδιαλεγόμαστε με ό,τι φωνασκεί γύρω μας, γιατί δεν θα πείσουμε αντιπαραθέτοντας μια ακόμη κραυγή. Πιο ηχηρή σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η σιωπή. Κάποιοι, λίγοι έστω, θα την προσέξουν και θα διαφοροποιηθούν από τον συρφετό. Η γραφή έχει τη δική της φωνή για όποιον θέλει να ακούσει.


«Ίδια η σκοτεινιά παντού κι ακόμα πιο πολύ μέσα στους δρόμους στις πόλεις των ανθρώπων». Τι εχέγγυα επιζητά το φως για να επισκεφτεί την πόλη, να διατρέξει τους δρόμους της;


Το φως, όπως κι αν το εννοήσουμε, υπάρχει ή απουσιάζει αναλόγως της δικής μας οπτικής. Μέσα στα πιο σκοτεινά τοπία των πόλεων μπορεί να βρεθεί: σε μια μουσική που ακούγεται από ένα υπόγειο, σε ένα ποίημα που γράφεται χωρίς ελπίδα να το δει κανείς, σε μια φωνή διαμαρτυρίας διωκόμενη από τις Αρχές, σε κάθε τι αιρετικό και μοναχικό. Όσο τέτοια σημάδια δεν γίνονται ορατά, τόσο θα καταβυθιζόμαστε σε μια σκοτεινιά που δεν αλλάζει, παρά μόνο για να γίνει ακόμη πιο αδιέξοδη. Οι πόλεις μας μπορούν να είναι και όμορφες.


«Πάνω που καταφέρνω κάπως να συμφιλιωθώ/ μ’ αυτή την άλλη/ διάταξη των πραγμάτων/ ξημερώνει». Πώς αίρεται αυτή η συμφιλίωση; Ποια τα αποτελέσματα αυτής της άρσης;


Η άλλη διάταξη των πραγμάτων είναι η άλλη θέαση μιας πραγματικότητας που δεν στηρίζεται μόνο στο λογικό εποικοδόμημα, αλλά υποψιάζεται στη βάση του τη δύναμη του υποσυνειδήτου. Στα όνειρα γιατί να μην είμαστε αληθινοί, σαν μια άλλη εκδοχή του εαυτού μας που αδιαφορεί για τον ορθολογισμό ως μοναδικό τρόπο θέασης του κόσμου; Συχνά η επαναφορά στη συμβατική δόμηση της ζωής μας (άφευκτη κοινωνική αναγκαιότητα) συνιστά μια ανώμαλη προσγείωση, την οποία ακολουθούμε προκειμένου να συμβιώσουμε ομαλά με τους άλλους. Τι απομένει; Μα, φυσικά η Τέχνη, στην οποία μπορούμε να είμαστε αποδεσμευμένοι από συμβατικότητες.


Ο Γιώργος, ένας επιτελικός, ας μου επιτραπεί ο όρος, ήρωας στο διήγημά σας «Άηχος τόπος» της συλλογής σας Βιωμένος χρόνος (Εκδόσεις ΑΩ) αναλαμβάνει να μυήσει την κεντρική ηρωίδα σας στα μυστήρια του τόπου. Γυρνώντας πίσω στο χρόνο, πώς ξεκίνησε η μύηση στον μυστηριώδη κόσμο της λογοτεχνίας;


Πάντα είναι ενδιαφέρουσα όσο και μοναδική η πορεία μύησης. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον όπου τα βιβλία ήταν περίπου ισότιμα μέλη της οικογένειας, ήμουν πάντα δεμένη μαζί τους σε σχέση εξάρτησης, αν αυτό συνιστά μια μύηση ή αυτομύηση ενδεχομένως. Κάτι που με ακολουθεί ως τώρα. Δεν αποχωρίζομαι ποτέ τα βιβλία μου, λυπάμαι όταν χάνω κάποιο, ανατρέχω συχνά στις σελίδες των παλαιότερων, συνομιλώ μαζί τους. Αυτά ως αναγνώστρια. Άργησα να δω τη λογοτεχνία από την πλευρά της γραφής, πιθανόν γιατί απαιτεί μια ωριμότητα που έρχεται με τον χρόνο.


«Των άλλων τα γραφτά/ πάντα εκεί» λέτε στον Ευτυχισμένο Σίσυφο. Αλήθεια, η ενασχόληση με τα γραπτά των άλλων τι χαρίζει στη Διώνη;


Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την επιρροή των άλλων στα γραφτά μας. Άλλοτε είναι συγκεκριμένες επιδράσεις που οδηγούν σε ενδιαφέρουσες «συνομιλίες» (είτε ως συμπλήρωμα των δικών μας είτε ως μείωση της οίησης που συχνά συνοδεύει τη δημιουργία), άλλοτε είναι αδιόρατες, κάτι σαν μνήμες που δεν ξέρεις ακριβώς την προέλευσή τους, αλλά βρίσκονται αναπάντεχα μέσα σε κάτι που εσύ σκέφτηκες και έγραψες. Τίποτα στην ουσία δεν είναι αποκλειστικά δικό μας. Οι λέξεις, όπως και οι μουσικές, είναι διάχυτες παντού και μας προσκαλούν.


Η επιμέλεια ενός κειμένου, είτε αφορά μια κριτική είτε ένα βιβλίο άλλου συγγραφέα, ποια στάδια διατρέχει; Στο εργαστήρι της φροντίδας ενός κειμένου, τι δεν έχει θέση;


Πρόκειται για δύο διαφορετικές μορφές ενασχόλησης με τα γραφτά των άλλων. Στην επιμέλεια έχεις την ευθύνη να δεις, να προβλέψεις, να διορθώσεις, να επινοήσεις καμιά φορά· συνεργάζεσαι με τον συγγραφέα, προσφέρεις αλλά και κερδίζεις. Η κριτική απαιτεί άλλου είδους συμπόρευση (γιατί στην ουσία αυτό είναι), να ανοίξεις ένα ρήγμα στον δικό σου κόσμο προκειμένου να εισχωρήσει η άλλη θέαση του υπαρκτού, αυτή του συγγραφέα. Και στις δύο περιπτώσεις, στην επιμέλεια και στην κριτική, δεν αρκεί η επιστημονική σκευή περί τη Θεωρία της Λογοτεχνίας –αυτή είναι αναγκαία αλλά όχι και επαρκής συνθήκη–, χρειάζεται και η συνειδητοποίηση πως η γραφή έχει τόσες μορφές όσες και οι υπηρετούντες αυτή με συνέπεια και υπευθυνότητα. Απομάκρυνση, επομένως, από την οίηση της απόλυτης ορθότητας, την εμμονική προσήλωση σε στερεοτυπικές κατευθύνσεις/οδηγίες.


Έπειτα από 10 βιβλία προσωπικής εργογραφίας και πάμπολλες συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις, ποιες οι μνήμες που σας συντροφεύουν σε αυτή τη συγγραφική διαδρομή;


Η αίσθηση πως βγάζω από το συρτάρι μου κάτι που θέλω να το μοιραστώ, αυτό ισχύει για όλα – η γραφή είναι μοίρασμα, δεν είναι ιδιωτική υπόθεση από τη στιγμή που θα φύγει από σένα. Αν, μάλιστα, πρόκειται για συλλογικό έργο, τότε η συνδημιουργία είναι πολύτιμη εμπειρία, καταργώντας εντελώς την οίηση που έλεγα παραπάνω. Με κάθε προσωπικό έργο, φυσικά, δένουν ιδιαίτερες μνήμες που το καθιστούν ιδιαίτερο: η αγωνία αν θα εκδοθεί, η αποδοχή από τους αναγνώστες, οι κριτικές που έλαβε, καθώς και η αίσθηση πως κάτι ακόμη έπρεπε να έχω γράψει αλλά τότε δεν το σκέφτηκα.


«Υπήρχε μια εποχή που νόμιζα πως κάποια πράγματα θα κρατούν για πάντα», λέτε κάπου. Ποιες θύμησες κατακλύζουν ακόμη το σήμερα από εκείνη την εποχή που, ίσως άδοξα, κάποια πράγματα έχασαν το ένδυμα του παντοτινού;


Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, απλώς έχουμε την επιθυμία της διάρκειας ή την ψευδαίσθηση ότι η επιθυμία μας αυτή είναι αρκετή. Στη λογοτεχνία το παραδεχόμαστε αυτό, γι’ αυτό και συχνά η μνήμη καθοδηγεί τη γραφή μας. Πρόσωπα και καταστάσεις επανέρχονται με μικρή, ωστόσο, δόση νοσταλγίας, γιατί επιμένω να αγαπώ το τώρα, με όσα βάρη κι αν έχει πάνω του. Επιθυμώ τη συμφιλίωση με τον χρόνο και τις αλλαγές που φέρνει αναπόφευκτα· άλλωστε θεωρώ προκλητική την ανάγκη προσαρμογής σε νέες συνθήκες, διατηρώντας βέβαια τα όρια ανοχής ζωντανά.


Πώς ξεκίνησε η όμορφη περιπέτεια της Λέσχης Ανάγνωσης στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής;


Είναι και αυτή μια συνεργατική διαδικασία. Ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια από κοινού με τη Δήμητρα Καραχάλιου, στη φιλόξενη στέγη της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής, στο οίκημα που παραχώρησε ο σπουδαίος ζωγράφος Αλέκος Κοντόπουλος, όπου λειτουργεί και το σχετικό Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου. Θέλαμε μια επαφή με το φιλαναγνωστικό κοινό της πόλης μας, με ενδιαφέροντα βιβλία και πάντοτε με την παρουσία των συγγραφέων στις συναντήσεις μας ή των μεταφραστών, αν πρόκειται για ξένη λογοτεχνία. Έγιναν περίπου τριάντα τέτοιες συναντήσεις με συμμετοχή μελών αλλά και φίλων (είμαστε ανοιχτή λέσχη στο κοινό), ως τη στιγμή που η καραντίνα σταμάτησε τη λειτουργία της Λέσχης μας. Είμαστε σε αναμονή της συνέχειας.


«Καθένας και μια θάλασσα προσωπικός πνιγμός». Ζώντας σε χρόνια συλλογικότητας, τι σκέψεις κάνετε για την από δω και στο εξής πορεία μας παρατηρώντας την ατομικότητα που έχει επιβληθεί στον 21ο αιώνα, που την επιτείνει και το ξέσπασμα της πανδημίας;


Η συλλογικότητα πάντα θα υπάρχει ως αναγκαιότητα· τίποτα δεν ολοκληρώνεται μέσα από την απομονωμένη δράση. Ο «προσωπικός πνιγμός» παραμένει η ιδιωτική κατάσταση βίωσης των πραγμάτων και της θέσης μας σε αυτά, και αποδίδεται λογοτεχνικά/ποιητικά με αυτά τα λόγια. Πιστεύω πως ο προσωπικός πνιγμός είναι η απαραίτητη συνθήκη για να λειτουργήσει η συλλογικότητα. Ο καθένας συμμετέχει σε μια κοινή πορεία με τους άλλους φέροντας μέσα του τις προσωπικές του απώλειες, μνήμες, αποτυχίες, κατακρημνίσεις. Διαφορετικά, δεν μπορεί να προσφέρει στην κοινή υπόθεση. Η ατομικότητα, που χαρακτηρίζει την εποχή μας ίσως περισσότερο από παλιά, δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται σκληρά στις τωρινές συνθήκες καραντίνας και εγκλωβισμού. Όμως ένα ισχυρό σοκ καμιά φορά οδηγεί σε αφύπνιση.

 


Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή

Διώνη Δημητριάδου
ΑΩ Εκδόσεις

 

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Διώνη Δημητριάδου - Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα - η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal (26-1-2021)

 



Διώνη Δημητριάδου: «Αλλά πείτε μου τι δεν έχει σε ό,τι γράφουμε μια δόση παράξενου ή αλλόκοτου; Πώς γεννιέται κάτι ενώ πριν δεν υπήρχε τίποτα;»

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα - η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal (26-1-2021)

 ✔️ Διώνη Δημητριάδου: «Αλλά πείτε μου τι δεν έχει σε ό,τι γράφουμε μια δόση παράξενου ή αλλόκοτου; Πώς γεννιέται κάτι ενώ πριν δεν υπήρχε τίποτα;» | Fractal (fractalart.gr)


 


 

«Η γραφή από μόνη της είναι ένα αίνιγμα. Κάθε που γράφεται κάτι είναι σαν να γεννιέται μια πιθανή απάντηση στα μείζονα ερωτήματα, που πάλι θα γεννήσει νέες απορίες. Από μόνη της μια τέτοια συνθήκη συνιστά εμμονή. Στην πραγματικότητα ό,τι γράφεται, με όποια μορφή κι αν του δοθεί, δεν μπορεί να αποσείσει το άχθος των υπαρξιακών ερωτημάτων. Κάποτε αυτό είναι εμφανές, κάποτε συγκαλυμμένο.»

 

 

Η Διώνη Δημητριάδου, ποιήτρια, συγγραφέας και κριτικός είναι η πλέον αρμόδια να μας μυήσει στα μυστικά της γραφής. Γενναιόδωρη και αποκαλυπτική μας μιλά, τελικά, και για τα μυστικά της γραφής της. Όλα «πέφτουν στο τραπέζι», ήρωες, ιστορίες, αγάπες, εμμονές….

«Το έργο θα γεννηθεί, ακόμη και μέσα στον πολυσύχναστο δρόμο, στο μετρό, οπουδήποτε μια σημαντική στιγμή ή μνήμη θα απαιτήσει την προσοχή μας.» Μας λέει η συγγραφέας και μας μιλά και για την καινούργια δουλειά της. Το συνθετικό ποίημα «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» που κυκλοφορεί εντός του μηνός από τις εκδόσεις ΑΩ.

«Ο Λύκος στο συνθετικό ποίημα “Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή” ήρθε ξεκάθαρα μπροστά μου, στεκόταν δίπλα μου τα τελευταία δύο χρόνια, ώσπου κατάλαβα ότι ήθελε να μπει σε λέξεις. Παράδοξο, βέβαια. Αλλά πείτε μου τι δεν έχει σε ό,τι γράφουμε μια δόση παράξενου ή αλλόκοτου; Πώς γεννιέται κάτι ενώ πριν δεν υπήρχε τίποτα;», επιμένει. Και μας ανοίγει το εργαστήρι της.

 

-Υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Θα έλεγα πως τις περισσότερες φορές αρχικά «γράφω» στο μυαλό μου. Εκεί δουλεύω μια ιδέα, τη μορφοποιώ, πάντα με την πεποίθηση πως πολλές φορές θα αλλάξει ώσπου να ολοκληρωθεί. Άλλοτε πάλι –αυτό ισχύει περισσότερο στα ποιήματα– προτιμώ την πιο «αυτόματη» γραφή, την πιο απελευθερωμένη από λογικές διεργασίες. Όχι, όμως, ότι πάλι δεν θα νιώσω την πρόκληση της επεξεργασίας.

 

-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Όλα ξεκινούν από μια αρχική αφορμή, συχνά κάτι που θα ξεπηδήσει από την παρατήρηση. Θεωρώ πως αρχή της δημιουργίας είναι η παρατήρηση. Μετά έρχεται η μνήμη με τη δική της επιλεκτική διάθεση (άλλα τα θάβει βαθιά και άλλα τα ανασύρει κατά τη δική της ανεξιχνίαστη βούληση), και κατόπιν έρχεται η λέξη ή η φράση που θα δώσει υπόσταση στην αφορμή. Αυτή τώρα, έχει μεγάλη δύναμη. Παραμένει εμμονικά εκεί διεκδικώντας την αρχή του κειμένου, όσο κι αν θέλω να την παραγκωνίσω· οπότε της παραχωρώ την πρωτοκαθεδρία. Το πλάνο, το σχέδιο γραφής έρχεται μετά. Ωστόσο, τα καλύτερα γράφονται όταν αναιρείται ο σχεδιασμός και αφήνομαι να με οδηγήσει η ίδια η γραφή. Ξέρετε, έχει τη δική της δυναμική.

 

-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;

Θα μπορούσα να απαντήσω: όλα! Γιατί όλα έχουν την παραδοξότητα της γέννησής τους. Ωστόσο, νομίζω ότι το πιο πρόσφατο (υπό έκδοση μέσα στον Ιανουάριο 2021) με βρήκε πρώτα ως μορφή και κατόπιν ως ιδέα. Ο Λύκος στο συνθετικό ποίημα «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» ήρθε ξεκάθαρα μπροστά μου, στεκόταν δίπλα μου τα τελευταία δύο χρόνια, ώσπου κατάλαβα ότι ήθελε να μπει σε λέξεις. Παράδοξο, βέβαια. Αλλά πείτε μου τι δεν έχει σε ό,τι γράφουμε μια δόση παράξενου ή αλλόκοτου; Πώς γεννιέται κάτι ενώ πριν δεν υπήρχε τίποτα;


 

-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Η γραφή από μόνη της είναι ένα αίνιγμα. Κάθε που γράφεται κάτι είναι σαν να γεννιέται μια πιθανή απάντηση στα μείζονα ερωτήματα, που πάλι θα γεννήσει νέες απορίες. Από μόνη της μια τέτοια συνθήκη συνιστά εμμονή. Στην πραγματικότητα ό,τι γράφεται, με όποια μορφή κι αν του δοθεί, δεν μπορεί να αποσείσει το άχθος των υπαρξιακών ερωτημάτων. Κάποτε αυτό είναι εμφανές, κάποτε συγκαλυμμένο. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα πρωταρχικά ερωτήματα που γεννιούνται από τη συνύπαρξη του θνητού όντος με το αέναο και άγνωστο σύμπαν, αν ο θάνατος δεν έδενε τόσο στενά με τον έρωτα, αν η νοητική ικανότητα του ανθρώπου δεν ήταν τόσο οριακή μπροστά στη μεγαλοσύνη ενός κόσμου που μας υπερβαίνει, δεν θα είχε γραφεί ποτέ ούτε η παραμικρή αράδα.

 

-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;

Οι ιστορίες έρχονται και μας βρίσκουν. Αν μπορούσαμε να τις ρωτήσουμε, τι θα έλεγαν άραγε; Γιατί μας επέλεξαν, γιατί εμάς με τις μνήμες μας, τις βιωμένες απώλειες, τις εμμονές μας, αν το προτιμάτε; Εμείς γράφοντας γινόμαστε το «σπίτι» τους· αυτές υπάρχουν έτσι κι αλλιώς από πριν.

 

-Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;

Αν οι ιστορίες έρχονται και μας βρίσκουν, το ίδιο συμβαίνει και με τους ήρωές μας. Θα ήθελα να πιστεύω ότι οι δικοί μου ήρωες έχουν κάτι από μένα, είτε φαίνεται είτε όχι, πιθανόν σε πιο ακραία εκδοχή προκειμένου να λειτουργήσουν ως λογοτεχνικές περσόνες. Στην προηγούμενη ποιητική μου συλλογή «Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος» ο Σίσυφος περιέγραφε την προσωπική μου περιπέτεια ζωής σε πολλά σημεία της. Να πω εδώ ότι δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μιλώντας για «ήρωες» αναφερόμαστε μόνο στην πεζογραφία. Πιστεύω ότι και η ποίηση ιστορίες αφηγείται, οπότε έχει και αυτή τους ήρωές της/λογοτεχνικές περσόνες.

 

-Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;

Πάντα με εντυπωσίαζαν οι καλές γραφές, με τον βαθμό του εντυπωσιασμού αλλά και την ποιότητά του να ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία. Αν, όμως, εννοείτε μια συνειδητή κατάσταση εντυπωσιασμού, τότε θα πω το φιλοσοφικό δοκίμιο του Αλμπέρ Καμύ «Ο μύθος του Σίσυφου – δοκίμιο πάνω στο Παράλογο», που το πρωτοδιάβασα σε πολύ νεαρή (εφηβική) ηλικία, και από τότε συχνά ανατρέχω στις σελίδες του, προσδίδοντας νέες ερμηνείες. Είναι από τα βιβλία που «μεγαλώνουν» μαζί μου σε μια ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση, αν μπορώ να πω. Ακριβώς αυτό το βιβλίο άσκησε μεγάλη επίδραση στον τρόπο της σκέψης μου. Με ώθησε στην αμφιβολία, στην έρευνα, στην αναίρεση βεβαιοτήτων, σε έναν ορίζοντα, πιστεύω, πιο πλατύ. Άλλωστε ο «Ευτυχισμένος Σίσυφος» εμπεριέχει στην ουσία τον τρόπο με τον οποίο μέσα στα χρόνια μελετώ αυτό το βιβλίο. Φυσικά με τον ποιητικό λόγο, αφού πρόκειται για ποιητική συλλογή.

 

-Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;

Ο Καμύ, φυσικά. Αλλά και ο Κάφκα και ο Μπόρχες. Ποιος μπορεί να αγνοήσει αυτούς τους μέγιστους της γραφής; Από την ώρα που θα τους συναντήσεις, δεν γίνεται να μην ανατρέχεις συχνά στη σκέψη τους. Σαν να ρίχνουν πετραδάκια για να μη χαθεί η διαδρομή προς τη συνειδητοποίηση του εαυτού μας, προς τη γνώση του κόσμου που μας περιβάλλει και εν τέλει προς τη γνώση της θέσης μας μέσα σ’ αυτόν. Και, το κυριότερο: πάντοτε με την υποψία πως ό,τι έχει ειπωθεί θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αναιρεθεί· ο κύκλος της σκέψης, η παντοδύναμη αμφιβολία, η αμφισβήτηση και τελικά η δημιουργική αντίθεση, με αυτή τη σειρά φυσικά. Αλλά και οι ποιητές. Με συγκινεί η ευαισθησία του Σολωμού, ο τρόπος που ο Καβάφης ενσωματώνει (φανερά ή όχι) την προσωπική του ζωή στην ποίησή του, οι υψηλές πτήσεις του Σικελιανού. Αλλά, ξέρετε, υπάρχουν και νεότεροι ενδιαφέροντες ποιητές που μου αρέσει να ανακαλύπτω, Έλληνες και ξένοι. Πεδίο έρευνας λαμπρό!

 


-Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;

Όταν γράφω διαρκώς αποσπάται η προσοχή μου. Διακόπτω συχνά, ψάχνω σε βιβλία κάτι που θυμάμαι (πιθανόν και άσχετο με ό,τι γράφω), ακούω μουσική, συζητώ. Θεωρώ πως η γραφή είναι μέσα τη ζωή κι αυτή, όπως όλα όσα μας περιτριγυρίζουν με την καθημερινότητά τους ή την ξαφνική ανατροπή τους. Έτσι, η γραφή ανατροφοδοτείται διαρκώς από τα διάφορα ερεθίσματα. Δεν πιστεύω στην απομόνωση ως απαραίτητη συνθήκη δημιουργίας. Το έργο θα γεννηθεί, ακόμη και μέσα στον πολυσύχναστο δρόμο, στο μετρό, οπουδήποτε μια σημαντική στιγμή ή μνήμη θα απαιτήσει την προσοχή μας.

 

-Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;

Δεν είναι ένα μόνο. Ιδέες πολλές, αφορμές που αποτυπώνονται για να βρουν τη τελική τους μορφή αργότερα. Έτοιμη μια ποιητική συλλογή για να κυκλοφορήσει μέσα στον Ιανουάριο του 2021. Αν και είναι ολοκληρωμένη, θεωρώ πως είναι ακόμη «ανοιχτή», γιατί κανένα έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αφού παραμένει πάντα έτοιμο για νέα ανάγνωση και από τον αποδέκτη του αλλά και από τον δημιουργό του. Πρόκειται για μια σύνθεση με ποιήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους με εμβόλιμα πεζόμορφα κομμάτια, που όλα μαζί συνιστούν ένα «όλον». Αν ο «Ευτυχισμένος Σίσυφος» ήταν η περιπέτεια της ζωής μου, εδώ η «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» περισσότερο είναι η περιπέτεια της σκέψης μου. Με ρωτήσατε παραπάνω για τις εμμονές της γραφής. Ναι, να μια απόδειξη· το ίδιο βιβλίο γράφεται πάντα, μόνο με διαφορετική μορφή. Εναπόκειται στον αναγνώστη να βρει τα ίχνη που οδηγούν στον συγγραφέα. Πάντα, βέβαια, υπάρχει η ελπίδα ότι θα ανακαλύψει ταυτόχρονα και τον εαυτό του προσδίδοντας έτσι με τη δική του ερμηνεία έναν ιδιαίτερο πλούτο στην κάθε γραφή.



 [η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal (26-1-2021]