Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Ο ΦΛΟΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΥΜΟΣ" Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Ο ΦΛΟΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΥΜΟΣ" Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ Ο ΦΛΟΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΥΜΟΣ ΥΠΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ ΓΡΑΦΕΙ Η ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Ο ΦΛΟΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΥΜΟΣ

ΥΠΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

ΕΞΩΦΥΛΛΟ: ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ

 

ΓΡΑΦΕΙ Η ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Διώνη Δημητριάδου: «Ο φλοιός και ο χυμός»

 


«Παράξενη και μυστηριώδης η ψυχαγώγηση της τέχνης, το να βυθίζεσαι στα προβλήματα κάποιου άλλου, να σε απορροφά έντονα μια συνθήκη “μη πραγματικότητας” και να αποκρίνεσαι σε αυτή σαν να είναι πραγματικότητα», γράφει ο Ερνστ Φίσερ στο βιβλίο του Η αναγκαιότητα της τέχνης. «Ο άνθρωπος επιθυμεί να είναι κάτι παραπάνω από τον ίδιο τον εαυτό του μονάχα. Πασκίζει να βγει από τη μερικότητα της ατομικής του ζωής και τείνει προς μια “πληρότητα” που τη νιώθει και την αποζητά, προς έναν κόσμο πιο κατανοήσιμο, έναν πιο δίκαιο κόσμο, που δίνει νόημα. Ποθεί να ενώσει, στην τέχνη, το περιορισμένο του “εγώ” με μια κοινοτική ύπαρξη, να κάνει κοινωνική την ατομικότητά του».

 

Η διαλεκτική του «εγώ» με τον «άλλο» είναι, λοιπόν, σύμφυτη με την τέχνη. Η πρόσκαιρη αιχμαλωσία της συγκίνησης συνιστά την ευχαρίστηση εκείνη που υποστήριζε ο Αριστοτέλης κατά τη λειτουργία του δράματος· την άρση πάνω από την τυφλή δράση της ειμαρμένης. Η έκφραση ωστόσο του καλλιτέχνη, πολιτική και υπαρξιακή, εξαρτημένη από το περιβάλλον και από την ατελή φύση του, υπόκειται σε κρίση, όπως συμβαίνει με όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα. Ο κριτικός είναι ο άνθρωπος που αποτιμά την αξία ή την απαξία, τις αρετές ή τις αδυναμίες. «Η αποστολή του δεν είναι αποστολή ενός απλού εξηγητή», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις Δοκιμές. Η αποστολή του άξιου κριτικού είναι «να ανακαλύψει ένα κομμάτι της αλήθειας: να παρουσιάσει δηλαδή ένα σύνολο από τα γνωστά και τα καινούργια έργα, φωτίζοντάς το έτσι, ώστε να είναι διάφορο, και να συμπληρώνει την αλήθεια που του παραδώσανε οι παλαιοί. Ή, ακόμη καλύτερα: να παρουσιάσει μια όψη της τέχνης τέτοια που τη συνθέτουν τα παλαιά έργα, αλλαγμένα (μολονότι πάντα πιστά στον εαυτό τους) από τα νεότερα έργα που ήρθαν να προστεθούν σ’ αυτά, και από την καινούργια και τη μοναδική προοπτική του».

 

Η Διώνη Δημητριάδου, με το έργο της Ο φλοιός και ο χυμός: Υπέργειες και υπόγειες προσεγγίσεις σε λογοτεχνικούς τόπους (εκδ. Κουκκίδα, 2024), αποτιμά την αξία του έργου 34 Ελλήνων/-ίδων συγγραφέων και ποιητών/-τριών. Γίνεται έτσι αποδέκτης όχι μόνο της ευαισθησίας των έργων τους αλλά και της σύγχρονης εποχής, εφόσον στην πλειονότητά τους οι καλλιτέχνες είναι του παρόντος ή του στενά παρελθόντος χρόνου. «Ανθρώπινη σκέψη και ανθρώπινη ευαισθησία δε σημαίνουν ποτέ καθαρή αλήθεια, αλλά ένα μείγμα αλήθειας και πλάνης. Γι’ αυτό είναι σωστό ν’ αλλάζουν οι γνώμες, για να μετατοπίζεται τουλάχιστο η πλάνη, αφού ποτέ δε θα μπορέσει να λείψει», επισημαίνει ο Γιώργος Σεφέρης.

 

Εισχωρώντας στο περιεχόμενο και στην αισθητική των έργων, εκφέρει κρίσεις αιτιολογημένες, αποκαλύπτει λανθάνοντα σημαινόμενα, εγείρει το ενδιαφέρον.

 

Προσεγγίζοντας με τη δική της κριτική σκέψη τα δημιουργήματα, η Διώνη Δημητριάδου ασκεί έργο ευαισθησίας. Πάντα ωφέλιμες οι θέσεις για τη διαλεκτική, για την προσπέλαση της αλήθειας, υπηρετούν παράλληλα τη λογοτεχνική αλληλεγγύη. Συνιστούν την αναγκαία ανατροφοδότηση για τον/τη δημιουργό, οξύνουν την κρίση των αναγνωστών και αναγνωστριών. Εξοικειώνοντας με το καλλιτεχνικό δημιούργημα, διαμορφώνουν την απαραίτητη «παίδευση», αυτή που δημιουργεί ενεργητικούς δέκτες των μηνυμάτων της τέχνης, που απομακρύνει από την παθητική στάση.

 

Το βιβλίο προλογίζει η Ευσταθία Δήμου, ποιήτρια, συγγραφέας, δοκιμιογράφος. Το ενδιαφέρον της κείμενο άπτεται του ευρύτερου ζητήματος της κριτικής, αλλά και αποτιμά τη συγγραφέα. «Η Διώνη Δημητριάδου έχει σταθμεύσει στον πυρήνα του λογοτεχνικού σώματος», γράφει. «Έχει παρακολουθήσει τα ποιήματα και τα πεζά της να τίθενται κάτω από το ερμηνευτικό βλέμμα των σύγχρονων κριτικών. Το ίδιο βλέμμα υιοθετεί και η ίδια, όταν σκύβει στα γραπτά των ομοτέχνων της, παλαιότερων και σύγχρονων, για να αντλήσει από εκεί την πρώτη ύλη που χρειάζεται προκειμένου να στήσει και να συστήσει αυτήν την τόσο γοητευτική περιστροφή γύρω από τον λογοτεχνικό πυρήνα. Και είναι τόσο ολόψυχη, τόσο συγκινητική η αφοσίωσή της στο έργο αυτό. […] Τόσο αγαπητική η διάθεση με την οποία γίνεται όλο αυτό».

 

Και έχει απόλυτο δίκιο, αφού η Διώνη Δημητριάδου σκύβει με αγάπη στα έργα που μελετά. Παράλληλα, τα κριτικά της σημειώματα διαμορφώνουν «μια αντιπροσωπευτική εικόνα της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας», όπως επίσης καίρια επισημαίνει η Δήμου. Στον δικό της πρόλογο, με τίτλο «Ο φλοιός και ο χυμός, Η κριτική προσέγγιση της Ποίησης, Η μοναξιά της Κριτικής και το Ακριβό Αντιστάθμισμα», η Δημητριάδου αναλύει σημαντικά ζητήματα κριτικής, συμβάλλοντας στον διαχρονικό διάλογο για το πολυπλόκαμο αυτό θέμα. Μεταξύ άλλων ασχολείται με την αδυναμία ύπαρξης αντικειμενικών κριτηρίων κατά την αξιολόγηση ενός δημιουργήματος, επίσης με τη δυσκολία, «δεδομένου του οριακού χαρακτήρα της ποίησης», αλλά και το ενδιαφέρον του όλου εγχειρήματος. «Το θετικό πρόσημο στη δουλειά αυτή», επισημαίνει, «είναι η ανακάλυψη μιας φωνής που φέρει μέσα της την ελπίδα μιας ανανέωσης του τοπίου σε θεματική, σε ύφος, σε γλωσσικές επιλογές». Και σε άλλο σημείο γράφει: «…κάθε φορά που εκφέρει γνώμη και δεν πληροφορεί απλώς, κάθε φορά που αναλαμβάνει να ξεχωρίσει τη γνήσια φωνή από τη μίμηση, κάθε φορά που τολμά να προτείνει κάτι καινοφανές, ρηξικέλευθο και ενδιαφέρον, και όχι απλώς να ακολουθεί την πεπατημένη οδό, γίνεται κατά κάποιο τρόπο δημιουργός και ο ίδιος δίπλα στους εργάτες της ποίησης, στο μέτρο που του αναλογεί». Καταγίνεται παράλληλα στον πρόλογό της η Δημητριάδου με τη δυσκολία της αποτίμησης ενός μεταφρασμένου έργου, ενός δηλαδή δημιουργήματος που φθάνει διαμεσολαβημένο στα χέρια μας, και βεβαίως με την ύπαρξη προσωπικών κριτηρίων ή με το ολιγόχρονο της ζωής που έχουν τα κριτικά, «πρόσκαιρα επίκαιρα», σημειώματα.

 

Πολύμορφο και πολυδύναμο το έργο της κριτικού, πάντα θετικό ως κατάθεση, ακόμη και όταν διαφωνεί κάποιος ή κάποια με τις απόψεις. Μέσα από τα θραύσματα αφενός των έργων των δημιουργών που αποτιμά παρέχει μια εικόνα, αποσπασματική μεν, αλλά αναμφίβολα ωφέλιμη και χρήσιμη, μέσα από την κριτική παρουσίαση αφετέρου δημιουργεί μια αφετηρία ανάγνωσης ή μελέτης. Λογοτέχνες που έφυγαν από τη ζωή, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Κώστας Βάρναλης, ο Δημήτρης Αρμάος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Κοντός, η Κατερίνα Ρουκ, ο Μάριος Μέσκος, ο Γιώργης Παυλόπουλος, η Μαρία Κυρτζάκη, αλλά και δρώντες, όπως ο Θωμάς Κοροβίνης, ο Γιώργος Γώτης, η Παυλίνα Παμπούδη, η Αγγελική Σιδηρά, ο Τόλης Νικηφόρου, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, η Έλσα Κορνέτη, ο Θανάσης Τριαρίδης, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου κ.ά. αποτιμώνται στο βιβλίο, αναδεικνύονται πτυχές του έργου τους, της προσωπικότητάς τους.

 

Η γραφή της Διώνης Δημητριάδου στα κριτικά αυτά σημειώματα είναι δοκιμιακή. Τη διακρίνει σαφήνεια, καλλιέπεια, γλωσσικός πλούτος, αλλά και διακειμενικότητα. Εισχωρώντας στο περιεχόμενο και στην αισθητική των έργων, η συγγραφέας εκφέρει κρίσεις αιτιολογημένες, αποκαλύπτει λανθάνοντα σημαινόμενα, εγείρει το ενδιαφέρον. Η απόσταση ανάμεσα στο καλλιτεχνικό έργο και το κοινό μειώνεται, η φιλοτεχνία και ο διάλογος ενισχύεται. Όπως βεβαίως η ίδια σημειώνει, δεν είναι παρά μια αναγνώστρια. Πορευόμενη ωστόσο υπεργείως και υπογείως, διερευνώντας τον φλοιό και τον χυμό των έργων, λειτουργεί προς όφελος της λογοτεχνίας. Γιατί η λογοτεχνία έχει πάντα ανάγκη από απόψεις τεκμηριωμένες, ιδιαίτερα όταν αποτελούν «βεβαίωση μιας ανιδιοτέλειας και ενός πνευματικού πάθους».

 

Λίλια Τσούβα

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Η κριτική (Και η μέθοδος του Βάρναλη) Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Ο φλοιός και ο χυμός. Υπέργειες και υπόγειες προσεγγίσεις σε λογοτεχνικούς τόπους, πρόλογος Ευσταθία Δήμου, εκδόσεις Κουκκίδα

 

Η κριτική

(Και η μέθοδος του Βάρναλη)

 Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης

Η πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα  ΑΥΓΗ (2-2-25)

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: Η κριτική

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Ο φλοιός και ο χυμός. Υπέργειες και υπόγειες προσεγγίσεις σε λογοτεχνικούς τόπους, πρόλογος Ευσταθία Δήμου, εκδόσεις Κουκκίδα, σελ. 382

 


Διαβάζοντας μια συλλογή κριτικών κειμένων, είναι φυσικό αλλού να συμφωνείς και αλλού να διαφωνείς με τις προσεγγίσεις, με τις επιλογές των συγκεκριμένων βιβλίων και συγγραφέων, με την εικόνα, μερικευτική μεν αλλά οπωσδήποτε εικόνα, επιλεκτική, θραυσμάτων και κειμενικών γεγονότων της λογοτεχνίας μας, εικόνα που φτιάχνουν όλα τα κείμενα μαζί, δηλαδή το εκάστοτε βιβλίο που τα στεγάζει.

Πόσω μάλλον, όταν τα περισσότερα κείμενα αναφέρονται σε πρόσφατα βιβλία και συγγραφείς που ακόμα βρίσκονται στο μεσοστράτι. Είναι φυσικό λοιπόν να υπάρχει μια επιφύλαξη απέναντι σε τέτοιους αποθησαυρισμούς κριτικών κειμένων, περιμένοντας να δει κανείς την τύχη του συνόλου των κριτικών επιλογών, και το κριτικό σχήμα που συνθέτουν μέσα στο χρόνο και μέσα στη λογοτεχνία. Έτσι, προσώρας, πιο σταθερό είναι το έδαφος των κειμένων που αναφέρονται σε συγγραφείς που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους.

Και για να μη θεωρηθεί ότι υπεκφεύγω με αοριστολογίες, θα αναφέρω ένα κατά τη γνώμη μου αδύναμο κείμενο της Δημητριάδου, αυτό για τον ποιητή και πεζογράφο Άρη Αλεξάνδρου. Η προσέγγισή της κινείται στις ατραπούς της «προσωπικής του ηθικής στάσης», μέσα στα πολιτικά συμφραζόμενα, υπερκαθορίζεται, σε όλο το κείμενο, από αυτήν. Αρκεί, όμως, η προσωπική ηθική στάση του Αλεξάνδρου, ώστε να μιλήσει κανείς για «ποιητική»; Κατά τη γνώμη μου, δεν αρκεί, και μάλιστα εν συνόλω οι αριστεροί ποιητές του Μεταπολέμου, με τους τόσο συγγενικούς ποιητικούς τους τρόπους, δεν συνθέτουν μια ποιητική, δεν αλλάζουν ούτε στο ελάχιστο τον «ρυθμό του κόσμου», όπως τον εισπράττουμε οι αναγνώστες.

Το αντίθετο νόμισε ο Δημήτρης Μαρωνίτης, γράφοντας μάλιστα και το σχετικό βιβλίο του, Ποιητική και πολιτική ηθική, με παράδειγμα τον Αλεξάνδρου, τον Αναγνωστάκη και τον Πατρίκιο. Έτσι νόμισε, ατυχώς, και επιχείρησε να συνθέσει μια ποιητική, με τους τρόπους αυτών των τριών μεταπολεμικών, μια ποιητική πάνω στην οποία μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Το αποτέλεσμα μαρτυρεί ότι αυτή η κατασκευασμένη ποιητική δεν άντεχε ένα τέτοιο βάρος, γιατί τα υλικά της δεν ήσαν ισχυρά. Έτσι, μας παρέδωσε μια φιλολογικά άψογη μετάφραση, που όμως δεν διαθέτει ποιητικότητα και είναι κατάλληλη μόνο για σχολική χρήση.

Όσον δε αφορά το Κιβώτιο, διαφωνώ με την απόφανση της Δημητριάδου, ότι είναι ίσως το κορυφαίο νεοελληνικό μυθιστόρημα, για τον λόγο ότι πρόκειται για ένα όντως εξαιρετικό, καφκικό μυθιστόρημα, απελπιστικά καθυστερημένο όμως, εκπρόθεσμο, αφού όλη η ευρωπαϊκή παράδοση του μοντερνιστικού μυθιστορήματος, την οποία προϋποθέτει, και την γνωρίζει καλά, έχει ολοκληρώσει την κύκλο της. Σε μια χώρα και γλώσσα που δεν έχει παράδοση μυθιστορήματος, ο Άρης Αλεξάνδρου με το Κιβώτιο δεν μπορεί να συνεχίσει και να εμβαθύνει το καφκικό προηγούμενο αλλά επιλέγει μόνο να το μεταφέρει. Ο Αλεξάνδρου γράφει εκ του ασφαλούς, δεν αναλαμβάνει το δημιουργικό ρίσκο του Σολωμού, του Ροΐδη, του Βαλτινού, του Γιάννη Πάνου, οι οποίοι πρωτοπορούν και καινοτομούν στον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό χάρτη. Δεν αμφισβητώ την αξία του Κιβώτιου αλλά τη σημασία του, τη σημασία του μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Να θυμίσω, ότι εκείνα ακριβώς τα χρόνια ο Θανάσης Βαλτινός εξαντλεί τα περιθώρια του ύστερου μοντερνισμού, με το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη και κυρίως με τα Τρία ελληνικά μονόπρακτα, ανοίγοντας τον δρόμο για το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα.

Αντίθετα, το κείμενο της Δημητριάδου για την ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη είναι εύστοχο, πυκνό, καταδύεται στις περιελίξεις της ποιητικής γλώσσας της ποιήτριας, μας δίνει μια πολύ ισχυρή εικόνα του έργου της. Πόσω μάλλον, που πρόκειται για μια φωνή της ομάδας ποιητών του ’70 σχεδόν αθέατη, αδίκως κατά τη γνώμη μου, και ως εκ τούτου ελάχιστα μελετημένη, οπότε η Δημητριάδου κινείται σε άγνωστα νερά, όμως με επιτυχία.

Όπως επίσης, μιλώντας για τον Μάρκο Μέσκο, ξεχωρίζει το ποίημά του «Ιτιά», του 1963, που το χαρακτηρίζει «συγκλονιστικό», και όντως είναι, ενώ για τα μεταγενέστερα ποιήματα που παραθέτει, ψαύοντας την Έδεσσα μέσα στο έργο του Μέσκου, χαμηλώνει τους τόνους και τη θερμοκρασία του λόγου της, τα παρουσιάζει θεματολογικά και ουδέτερα, ακολουθώντας, και κρίνοντας έτσι σιωπηρά, τη φθίνουσα ποιητική διαδρομή του Μέσκου, κατά τη γνώμη μου μετά τα Άλογα στον Ιππόδρομο, το 1973.

Συμπέρασμα; Υπάρχει ένα απολύτως ασφαλές κριτήριο, για να τσεκάρει κανείς τις κριτικές δυνατότητες, τη ματιά του κάθε κριτικού; Ένα τέτοιο κριτήριο είναι τι λέει πάνω σε ακόμη παλαιότερα κείμενα και συγγραφείς, που ήδη έχουν κατακάτσει, είτε στον αφρό είτε στη λήθη. Εκεί, είναι ασφαλέστερη η αξιολόγηση του κριτικού του λόγου, αφού έχει να αναμετρηθεί με πλείστες όσες προσεγγίσεις. Και, το πρώτο κριτήριο είναι αν φιλολογίζει, αποφεύγοντας έτσι εκ του ασφαλούς την αναμέτρηση (καταργούμενος/η ως κριτικός).

Ας μην μακρηγορώ. Η κριτική ματιά της Διώνης Δημητριάδου, αν θέλετε οι δυνατότητές της, μπορούν να κριθούν και να πιστοποιηθούν με απόλυτη ασφάλεια από ένα τέτοιου είδους κείμενο του βιβλίου, που επιγράφεται «Το συγκινημένο εγώ. Διαβάζοντας ένα κριτικό κείμενο του Κώστα Βάρναλη για τον Γεώργιο Βιζυηνό», γραμμένο, το κείμενο του Βάρναλη, το 1938. Πόσω μάλλον, που και ο Βάρναλης και ο Βιζυηνός έχουν κατακάτσει, ταυτόχρονα στον αφρό και στη λήθη, αφού οι προσεγγίσεις του έργου τους είναι τραγικά άνισες και αποκλίνουσες. Έχουμε έναν επαρκώς κριτικά τοποθετημένο Βάρναλη και Βιζυηνό (λιγότερο αυτόν), και έναν εισπραττόμενο Βάρναλη και Βιζυηνό, όπου ο ένας είναι δογματικός παλαιοκομμουνιστής και παλαιοδημοτικιστής, και ο άλλος καθαρευουσιάνος ηθογράφος.

Η Δημητριάδου όχι μόνο δεν φιλολογίζει πάνω σε ένα τόσο «παλαιό» θέμα, αλλά μας δείχνει ότι διαθέτει μια σαφή κριτική ματιά, τόσο για τον Βάρναλη όσο και για τον Βιζυηνό (ως ποιητή αλλά και ως πεζογράφο). Έτσι λοιπόν ανασύρει και φωτίζει ένα ξεχασμένο κριτικό κείμενο του Βάρναλη (ο κριτικός Βάρναλης έχει απωθηθεί τελείως τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ κατά τη γνώμη μου δεν υπολείπεται άλλων, π.χ. του Τέλλου Άγρα), κείμενο που αφορά όχι τον διηγηματογράφο Βιζυηνό αλλά τον, τελείως απωθημένο, ποιητή Βιζυηνό.

Και μόνο ότι ανασύρει και μας προσφέρει, επικαιροποιώντας το, ένα τέτοιο, υποδειγματικό κριτικό κείμενο, αρκεί για να δικαιώσει την εκδοτική χειρονομία της Δημητριάδου, την καθιστά κριτική πρόταση. Πόσω μάλλον, μέσα στο σημερινό τοπίο της εκδοτικής και βιβλιοπαρουσιαστικής πληθώρας. Η οποία, βέβαια, όπως επισημαίνω συχνά σε νεότερους της συντεχνίας, δεν είναι προνόμιο της εποχής μας. Συνέβαινε και παλαιότερα, αδιαλείπτως, ακόμα στην εποχή του Βάρναλη, ο οποίος στο κείμενό του μιλά για «το βουητό αυτής της στιχοπλημμύρας»!

Το βασικότερο χαρακτηριστικό, η μεγαλύτερη έλλειψη του σύγχρονου κριτικού λόγου, αν θέλετε η ακύρωσή του, είναι η απουσία αξιολογικής κρίσης. Τα περίτεχνα ζικ ζακ σε θεματολογικές περιπλανήσεις, οι κούφιες λυρικές κορώνες, η απίστευτα βαρετή περιεχομενική περιγραφή, και όλα τα συμπαρομαρτούντα, απλώς πιστοποιούν την απουσία κριτικού λόγου, κριτικής πρόθεσης, κριτικής συνθήκης. Ο Βάρναλης όμως είναι κριτικός λογοτεχνίας.

Ας δούμε τι κάνει εδώ. Μιλώντας μόνο για ένα ποίημα του Βιζυηνού, γραμμένο στο Δρομοκαΐτειο, δεν διστάζει να δηλώσει, αντιστικτικά, ότι υπάρχουν και «πολύ άσκημα» ποιήματα κορυφαίων ποιητών, όπως το «Όνειρο» του Σολωμού. Δεν πρόκειται για μια κορώνα αυθαιρεσίας ή «γούστου» που πετά ο Βάρναλης, αλλά για ένα κριτικό συμπέρασμα, αφού για τον Σολωμό έχει ήδη γράψει ένα ολόκληρο και μάλιστα εμβληματικό βιβλίο.

Και συνεχίζει, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν «και δευτερευόντων ποιητών αριστουργηματικά ποιήματα». Εδώ, έχουμε δύο ακόμα, απόλυτες κριτικές δεσμεύσεις, σε μία μόνο φράση: ο ποιητής Βιζυηνός είναι «δευτερεύων» αλλά το συγκεκριμένο ποίημά του είναι «αριστουργηματικό». Εν ολίγοις, μαζί με το προηγούμενο, έχουμε και μια ολόκληρη κριτική μέθοδο.

Επίσης, ο Βάρναλης βάζει το γραμματολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφει ποίηση ο Βιζυηνός: «το ποίημα του Βιζυηνού ξεπερνά όλη την κρύα και ψευτοκλασική περισσοτεχνία των Ραγκαβήδων και των Σούτσων, καθώς και όλη την ρητορική συναισθηματικότητα των Βαλαωρίτηδων»

Με έξοχη συμπύκνωση και ευθύτητα, ορίζει, ως οφείλει, το ποιητικό στίγμα του Βιζυηνού: «η συμβολή του Βιζυηνού στη νεοελληνική ποίηση είναι, πως την έστρεψε από τα έξω προς τα μέσα του ανθρώπου, από το αντικειμενικό και το απρόσωπο στο υποκειμενικό και το ατομικό». Υπάρχει κάποιος που να μη βλέπει ότι εδώ ο Βάρναλης ψάχνει προανακρούσματα του μοντερνισμού;  (Ακόμα και σήμερα ο φιλολογικός κανόνας θεωρεί τον Βάρναλη «παραδοσιακό»...). Επίσης, δείχνει τα όρια της ποιητικής γραφής του Βιζυηνού και τις αδυναμίες της, και έτσι υποστηρίζει την απόφανσή του, το γιατί τον τοποθετεί στους «δευτερεύοντες».

Τι κι αν το ποίημα του Βιζυηνού κακόπαθε στη δημοσίευσή του από τον φιλολογικό επιμελητή (ο Βάρναλης, ως εξαιρετικός φιλόλογος το αποκαθιστά), αρκεί μόνο η κορύφωσή του για τα δικαιολογήσει όλα τα προηγούμενα: «μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου».

Δίστιχο που έρχεται να συνεχίσει και να σταθεί δίπλα σε εκείνο του Σολωμού: «Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

Η Διώνη Δημητριάδου, αναμετρώμενη επιτυχώς με τέτοια θέματα, ανέδειξε αυτό το κείμενο του Βάρναλη και έτσι η κοινόλεκτος ποιητική φράση του Βιζυηνού παύει να είναι μετέωρη, όχι μόνο γραμματολογικά αλλά και κριτικά και ποιητικά.

Αν, όπως σημειώνει η Ευσταθία Δήμου στον πρόλογο του βιβλίου, στη λογοτεχνία αναζητούμε «την εμπειρία επαφής με το ‘εγώ’ και με ό,τι το ξεπερνά και το υπερβαίνει», η επισήμανση του Βάρναλη για τον πυρήνα του ποιητικού στίγματος του Βιζυηνού, «Έδωσε δηλ. στην ποίησή μας για πηγή έμπνευσης το συγκινημένο Εγώ», ανοίγει και άλλες συνάψεις, όπως π.χ. με το επίσης γραμμένο στο Δρομοκαΐτειο συνθετικό πεζό ποίημα του Ρώμου Φιλύρα, «Η ζωή μου στο Δρομοκαΐτειο», ένα μνημείο μοντερνιστικής γραφής, το οποίο με τη σειρά του αποτέλεσε ανοιχτό διακειμενικό πεδίο στην πρώτη (και καλύτερή του) ποιητική εμφάνιση του Αλέξανδρου Μηλιά...

Όπως το είπε ένας άλλος, μείζων αλλά απωθούμενος ακόμα και σήμερα, μέσα στο «βουητό αυτής της στιχοπλημμύρας», ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος: «Ώστε λοιπόν/ η ποίηση/ δεν είναι διάλογος;» Και η κριτική, θα πρόσθετα. Γι’ αυτό και το κείμενό μου έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα.

 Κώστας Βούλγαρης

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Ο Φλοιός και ο Χυμός Υπέργειες και υπόγειες προσεγγίσεις σε λογοτεχνικούς τόπους Διώνη Δημητριάδου Εκδόσεις Κουκκίδα Γράφει ο Γιάννης Κόκκινος

 

Ο Φλοιός και ο Χυμός

Υπέργειες και υπόγειες προσεγγίσεις σε λογοτεχνικούς τόπους

Διώνη Δημητριάδου

Εκδόσεις Κουκκίδα

 

Γράφει ο Γιάννης Κόκκινος


 


Το μυστικό του συγγραφέα είναι οι λέξεις που του λείπουν

Βασικός άξονας της Διώνης Δημητριάδου στις κριτικές προσεγγίσεις των έργων με τα οποία καταπιάνεται είναι, όπως η ίδια μας είπε στην παρουσίαση, η αναζήτηση του μυστικού του κάθε συγγραφέα. Αξιοποιεί με τον τρόπο αυτό και αναδεικνύει την ανοικτότητα ενός έργου και παράλληλα κατατοπίζει τον υποψήφιο αναγνώστη υπαινισσόμενη τα πιθανά περάσματα από τον Φλοιό στον Χυμό. Παρεισφρέει, έτσι, στο κενό ανάμεσα στο έργο και τον συγγραφέα, κενό το οποίο, όπως επίσης υποστηρίζει, πάντοτε υπάρχει. Κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι μεταξύ αυτών των δύο πόλων, και παρά την αυτονόητη διασύνδεσή τους, υφίσταται μια διαρκής ένταση, που όμως απελευθερώνει τη δύναμη της γραφής εκλύοντας ενέργεια αξιοποιήσιμη αισθητικά και υπαρξιακά.

     Τί είναι πιο σημαντικό; Το ποίημα ή ο ποιητής; Είναι ο συγγραφέας κύριος του έργου του; Αποτελούν οι λέξεις κτήμα του ή μήπως κατέχεται από αυτές κι απεγνωσμένα προσπαθεί να πετύχει κάτι μαζί τους; Φερ’ ειπείν, να αποκτήσει ασφαλή πρόσβαση στην αλήθεια του, καθώς αυτή αποκαλύπτεται στην κάθε συγγραφική του πράξη – μια πράξη που μοιάζει περισσότερο να την ακολουθεί παρά να την αποφασίζει. Η έμπνευση, για παράδειγμα, όσο περισσότερο είναι γέννημα της τύχης, τόσο πιο δυνατή και στέρεη συγγραφική κατασκευή παράγει.

     Ψάχνει, λοιπόν, για το κενό η Διώνη Δημητριάδου, εμπιστευόμενη καταρχάς το λογοτεχνικό ήθος του συγγραφέα, ο οποίος δεν καμουφλάρεται πίσω από τις τεχνικές του, προσπαθώντας να το καλύψει, αλλά αντίθετα το στέργει. Στη συνέχεια, ψηλαφεί τις ρωγμές στον φλοιό του έργου και, αν χρειαστεί, τις προκαλεί με την κριτική της ματιά, αξιοποιώντας περισσότερο κι από τις γνώσεις τη διαίσθηση, καλά ακονισμένη απ’ τη δική της συγγραφική εμπειρία.

     Αν η κριτική είναι «η γραφή μετά τη γραφή», αυτό συμβαίνει γιατί ξεπερνά το στενό πλαίσιο της τυπικής βιβλιοπαρουσίασης και γίνεται λογοτεχνική ή δοκιμιακή, προσπαθώντας να συναντήσει τη γραφή πριν από τη γραφή, που είναι ο συγγραφέας. Γραπτό και ο ίδιος, φορέας –ως υποκείμενο– των σημαινόντων του άλλου, τόσο με τη μορφή πρωταρχικών όσο και στη συνέχεια τυχαίων καταγραφών στο ασυνείδητο. Βιδωμένος περισσότερο ή λιγότερο στέρεα στο γλωσσικό σύστημα κάποια στιγμή θα παρεκκλίνει, έστω για λίγο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του εαυτού του ως συγγραφέα ή την ευθύνη να γίνει ο ίδιος συγγραφέας-ποιητής του εαυτού του. Λογοτεχνικά, ριγμένος σε μία συγκεκριμένη παράδοση, μέτοχος συγκυριακός του συμβολικού οπλοστασίου ενός ρεύματος καλλιτεχνικού, φιλοσοφικού ή ιδεολογικού, γέννημα δηλαδή της εποχής του, αναζητά τον εαυτό του καλώντας τον να λειτουργήσει από-ολοποιητικά ως προς αυτήν μέσω του ενικού συγγραφικού συμβάντος. Αυτή η παρέκκλιση της συγγραφικής ενικότητας, άλλοτε μικρότερη κι άλλοτε μεγαλύτερη, απέναντι στην καθολικότητα του παραδεδομένου κάθε φορά λογοτεχνικού προτύπου, αποτελεί βασικό συγκροτησιακό όρο κατά τη διαδικασία κατασκευής ή ανάδυσης αυτού που ονομάζουμε «φωνή του συγγραφέα». Το σημείο, λοιπόν, που το ενικό κεντρίζει από-ολοποιητικά το καθολικό και παράγει τη συγγραφική φωνή είναι που κινητοποιεί την κριτική διαίσθηση και προκαλεί το ψάξιμο μέσα από τις ρωγμές και κάτω από τον φλοιό. Το ενδιαφέρον για ένα λογοτεχνικό ταλέντο με σημαντικό έργο δεν σταματά στην τεχνική, τις γνώσεις ή την καλή του πληροφόρηση αλλά επεκτείνεται στους τρόπους που επινοεί για να διαχειρίζεται τα σημαίνοντα που του έχουν δοθεί, τα χαράγματα που το στοιχειώνουν και, ακόμη βαθύτερα, στην έλλειψη που αιτιοδοτεί την επιθυμία του. Στο κενό που γεννά την ορμή η οποία τον παρασύρει στην εντατική και απεγνωσμένη αναζήτηση του ενός εκείνου σημαίνοντος, της μίας δικής του λέξης που θα στίξει τη στιχοπλημμύρα της εποχής του, ώστε να ανοίξει ο ορίζοντας για μιαν αυθεντική καταγραφή της υπαρξιακών του ερωτημάτων, επιβεβαιωμένων στην παρηγορητική συνενοχή του αναγνώστη.

     Κάθε έργο, κάθε βιβλίο, κάθε ποίημα είναι και μια πράξη χωρισμού του συγγραφέα από την παράδοση στην οποία φύτρωσε. Σε πρώτο χρόνο την παραλαμβάνει ώστε να δώσει εν συνεχεία στον εαυτό του την ευκαιρία να την αξιοποιήσει με το να την αρνηθεί. Και αυτήν ακριβώς τη συγγραφική ρήξη είναι που η κριτική διείσδυση αναζητά με το διπλό ρήγμα που επιφέρει, τόσο στον φλοιό του εξεταζόμενου έργο, όσο και στον φλοιό που περιβάλλει τον μέχρι τότε παραδεδομένο ή κατακτημένο τρόπο αντίληψης του/της κριτικού για το εκάστοτε λογοτεχνικό γεγονός. Είναι ακριβώς το σημείο που καθιστά ένα έργο διακριτό, ικανό να προκαλέσει την κριτική και να παραγάγει σκέψη. Γίνεται λόγος που γεννάει λόγο. Δημιουργεί την προϋπόθεση ώστε η συνάντηση με τον αναγνώστη να μπορεί να αποβεί ανακαινιστική, καθιστώντας τον μάρτυρα ενός συμβάντος υψηλής νοηματοδοτικής αξίας και επίπτωσης. Είναι σαν να τον προσκαλεί- προκαλεί να γράψει κι αυτός.

     Η Διώνη Δημητριάδου ανταποκρίνεται κατεξοχήν σε αυτό το κάλεσμα, άλλοτε σαν να ενδίδει, άλλοτε σαν να σηκώνει το γάντι και άλλοτε αλλιώς, με τον προσήκοντα σε κάθε περίπτωση τρόπο. Στα τριάντα τέσσερα κείμενά της που περιλαμβάνονται στο βιβλίο Ο Φλοιός και ο Χυμός-Υπέργειες και Υπόγειες Προσεγγίσεις σε Λογοτεχνικούς Τόπους, εκδ. Κουκκίδα, εύκολα παρατηρείται εφαρμοσμένη αυτή η διαφορετικότητα στις κριτικές της προσεγγίσεις. Πρόκειται για κείμενα που αφορούν το συνολικό έργο 34 Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών, τα οποία είχαν δημοσιευθεί κατά μόνας σε λογοτεχνικά περιοδικά. Η Δημητριάδου, εξετάζοντας λεπτομερώς το εργοβιογραφικό σύνολο του κάθε δημιουργού, αναπτύσσει ένα ενδιαφέρον το οποίο, περνώντας μέσα από τις διακυμάνσεις και τις διάφορες φάσεις της λογοτεχνικής του ζωής, αναπτύσσεται περαιτέρω και επικεντρώνεται στον εντοπισμό της εσωτερικής εκείνης λογικής που εννευρώνει όλη αυτή τη διαδρομή. Είναι το μυστικό της γραφής, υπαρξιακά και λογοτεχνικά, του οποίου η ιδέα εμφανίστηκε τυχαία μπροστά της με τη μορφή ενός λεμονιού στο εξώφυλλο του βιβλίου της, όπως η ίδια μας πληροφόρησε στην παρουσίασή του. Πρόκειται για τον ζωγραφικό πίνακα της Φωτεινής Χαμιδιελή Το λεμόνι, που κοσμεί τη συγκεκριμένη έκδοση, την οποία προλογίζει η Ευσταθία Δήμου.

     Ποιο είναι λοιπόν το μυστικό; Με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε ότι το μυστικό του συγγραφέα είναι οι λέξεις που του λείπουν. Τα σημαίνοντα που αναζητά για να έχει μια ολοκληρωμένη και εξαντλητική πρόσβαση στον εαυτό του. Ο χυμός, λοιπόν, κάτω από τον φλοιό είναι οι λέξεις που λείπουν και μας κάνουν να θέλουμε να γράψουμε κι εμείς.

(Λίγες σκέψεις για τη συγγραφή και την κριτική της λογοτεχνίας, με αφορμή το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου Ο Φλοιός και ο Χυμός-Υπέργειες και Υπόγειες Προσεγγίσεις σε Λογοτεχνικούς Τόπους, εκδ. Κουκκίδα, και την παρουσίασή του στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο).

 

*Ο Γιάννης Κόκκινος είναι ποιητής