Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άι Ογκάουα - Τα Αιρετικά Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άι Ογκάουα - Τα Αιρετικά Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Μυθοπλασία και βίωμα στην ποιητική παραγωγή της Άι Ογκάουα Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη // Άι Ογκάουα, «Τα αιρετικά παραμύθια». Ανθολόγηση-Μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου. Εκδόσεις Βακχικόν. Αθήνα, 2020

 

Μυθοπλασία και βίωμα 

στην ποιητική παραγωγή της Άι Ογκάουα

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη 

 Μυθοπλασία και βίωμα στην ποιητική παραγωγή της Άι Ογκάουα | Fractal (fractalart.gr)

Άι Ογκάουα, «Τα αιρετικά παραμύθια»

Ανθολόγηση-Μετάφραση:

Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου

 Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2020

 Η πρώτη δημοσίευση στπο περιοδικό  Fractal





 H Άι Ογκάουα, ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και εκπαιδευτικός η οποία το 1999 κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για την ποιητική της συλλογή ‘Vice’. Υπήρξε και έμεινε γνωστή ως ειδήμων και κυρίαρχη προσωπικότητα για τους δραματικούς μονολόγους που τοποθετούσε αρκετά συχνά μέσα στα ποιήματά της παρουσιάζοντας έτσι μια καινούργια ποιητική μορφή, καθώς και για την αντιμετώπιση πολλών σκοτεινών, αλλά και αμφιλεγόμενων θεμάτων στο έργο της συνολικά. Συνήθιζε να περιγράφει τον εαυτό της με πολλαπλές ρίζες, όπως ιαπωνικές, αφρικανικές, ιρλανδικές, ινδιάνικες και ακόμα Ολλανδικές. Γεννήθηκε στο Άλμπανι του Τέξας, το 1947, και μεγάλωσε στην Τούσον, στην Πολιτεία της Αριζόνα. Αργότερα έζησε στο Λος Άντζελες, στο Λας Βέγκας, στο Σαν Φρανσίσκο, με τη μητέρα της και τον δεύτερο πατριό της, Sutton Hayes. Στα 1959, δύο χρόνια μετά το διαζύγιο της μητέρας της από τον Hayes, μετακόμισαν πίσω στην Τούσον της Αριζόνα, όπου ολοκλήρωσε το γυμνάσιο και παρακολούθησε κολέγιο στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, όπου σπούδασε την αγγλική γλώσσα, ενώ έκανε και ανατολικές σπουδές με επικέντρωση στα ιαπωνικά, καθώς και στη δημιουργική γραφή. Πριν ξεκινήσει το κολέγιο, ένα βράδυ κατά τη διάρκεια του δείπνου με τη μητέρα και τον τρίτο πατριό της, η Άι έμαθε ότι ο βιολογικός της πατέρας, Μάικλ Ογκάουα, ήταν Ιαπωνικής καταγωγής, με τον οποίο η μητέρα της είχε συναντηθεί τυχαία σε μια στάση του τραμ. Η εκμάθηση και δημοσιοποίηση της υπόθεσης είχε ως αποτέλεσμα ο πρώτος πατριός  της Άι, του οποίου το επώνυμο ήταν Anthony, να ξυλοκοπήσει τη μητέρα της μέχρις ότου να παρέμβει η οικογένεια και μεταφερθούν στο Τέξας, όπου ακολούθησε και ο πατριός της μετά τη γέννηση της Άι. Επειδή, όμως, η μητέρα της εκείνη την εποχή ήταν ακόμα παντρεμένη με τον Anthony, στο πιστοποιητικό γεννήσεως της  Άι γράφτηκε το επώνυμό του.  Η φτώχεια που βίωσε η Άι κατά την παιδική της ηλικία επηρέασε αργότερα και τη γραφή της. Η Άι αποδίδει την πρώτη της εμπειρία γραφής σε μια εργασία στην τάξη του Αγγλικού καθολικού σχολείου, όπου έγραψε μια επιστολή από την προοπτική ενός ιερομάρτυρα. Δύο χρόνια μετά από αυτήν, άρχισε να γράφει σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Η ιστορία της από το γυμνάσιο και ύστερα, είχε πολλά ενδιαφέροντα. Από το 1969 έως το 1971, η Ai παρακολούθησε το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο πρόγραμμα M. F. Irvine, όπου εργάστηκε με γνωστές μορφές λογοτεχνίας. Τιμήθηκε με  βραβεία από το Ίδρυμα Γκούγκενχαϊμ (1975), και αρκετά άλλα. Αφού κέρδισε το  Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για την ποιητική της συλλογή ‘Vice’, έγινε επισκέπτρια  καθηγήτρια σε πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης (1973-1974), και αργότερα στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα και έζησε στο Stillwater μέχρι το θάνατό της.

 

H Άι Ογκάουα, θεωρούσε τον εαυτό της απλώς συγγραφέα και όχι εκπρόσωπο οποιαδήποτε συγκεκριμένης λογοτεχνικής ομάδας. Όσον αφορά τώρα με τη δική της ποιητική παραγωγή, σε μια συνέντευξη με τους Lawrence Kearney και Michael Cuddihy το 1978, τόνισε ότι δεν υπάρχουν «εξομολογητικά» ή αυτοβιογραφικά στοιχεία στο έργο της. Ωστόσο, σε μια συνέντευξή της, το 2003, μετά τη δημοσίευση του ‘Dread’, δήλωσε ότι μερικά από τα ποιήματα και οι χαρακτήρες σε αυτό το βιβλίο είναι ‘φανταστικές εκδοχές’ της οικογενειακής της ιστορίας και ότι το πολυφυλετικό υπόβαθρο και το ενδιαφέρον της για την ιστορία είχε μια ισχυρή επιρροή στο έργο της, τουλάχιστον γι’  αυτή τη συγκεκριμένη συλλογή.  Σε άλλη μια συνέντευξη όταν ρωτήθηκε για τα θέματα που χρησιμοποιεί στα γραπτά της, όπως η κακοποίηση παιδιών και οι φόνοι, απάντησε ότι είναι οι χαρακτήρες, αυτοί που την οδηγούν εκεί, «γιατί γράφουν μονολόγους». Στην ίδια συνέντευξη, σχολιάστηκε το γεγονός ότι παρ’ όλο που η ποίηση της Άι γράφεται στο πρώτο πρόσωπο, πίσω από τους στίχους της βρίσκεται σχεδόν πάντα κάποιος άλλος. Από τα ποιήματα, πάντως, της πρώτης της συλλογής με το όνομα ‘Σκληρότητα’ (Cruelty, 1973),  ερχόμαστε σε επαφή με μια άγρια ατμόσφαιρα όπου εμπεριέχεται σαφώς το αυτοβιογραφικό ή έστω τα βιώματα κάποιας άλλης μορφής, που έρχεται σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, ωσάν ένα είδος αποδοχής της όλης κατάστασης, η οποία παραπέμπει σαφώς σε προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις, όπως διαβάζουμε στο ‘Γυναίκα σε άντρα’: «Η αστραπή χτυπά τη στέγη/παραχώνει το μαχαίρι, σκοτάδι/βαθιά στους τοίχους./Αιμορραγούν το φως πάνω μας/και το πρόσωπό σου, βεντάλια που διπλώνει/έτσι δεν θα δω πόσο φοβάσαι/να είσαι μαζί μου./Δεν ταιριάζουμε, ούτε στο κρεβάτι/όπου συνήθως καταλήγουμε/Δεν υπάρχει λόγος να το κρύβουμε:/είσαι χιόνι κι είμαι κάρβουνο/έχω τις ουλές μου να το δείχνουν./Έλα, άνοιξε το στόμα σου/θα σου δώσω μια γεύση από μαύρο/που δεν θα ξεχάσεις/Για λίγο θα την αφήσω να σε κάνει δυνατό/με καρδιά λιονταριού/μετά θα την πάρω πίσω». Τόσο σε τούτο όσο και στα άλλα ποιήματα της Ογκάουα, διαφαίνεται κάποια ‘υπόθεση’ σε αυτά, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σχηματισμό μιας μικρής πεζής αφήγησης και σύντομης ιστορίας, όπου εμπλέκονται συγκεκριμένοι και λίγοι φυσικά χαρακτήρες.

 


Κάποια στιγμή η ίδια εξομολογήθηκε πως η πρώτη της δασκάλα στην ποίηση τής είπε πως όταν γράφεις στο πρώτο πρόσωπο, το αποτέλεσμα της δουλειάς είναι δυνατότερο. Καθ’ όλη τη σταδιοδρομία της, η Άι  συνειδητοποίησε, με τη σειρά της, ότι όσα ποιήματά της γράφτηκαν στο πρώτο πρόσωπο ήταν πράγματι τα  πιο γενναία, στιβαρά και αξιόλογα. Τα ‘Είκοσι χρόνια γάμου’ αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, όταν εκείνη δηλώνει «Μ’ έχεις να περιμένω σ’ ένα φορτηγό/με τη μια καλή του ρόδα κολλημένη στο χαντάκι/όσο εσύ τη νότια πλευρά ενός δέντρου κατουράς/Βιάσου. Τίποτα δεν φοράω κάτω από τη φούστα μου απόψε… και το κάθισμα είναι κρύο, ένα ψεύτικο δερμάτινο μπούτι/ να πιέζει το δικό μου… Έλα μωρό μου, ρίξε με ανάσκελα/Κάνε πως τίποτα δεν μου χρωστάς/κι ίσως να ξεφύγουμε από δω/ν’ αφήσουμε το παρελθόν έναν σωρό πίσω μας/παλιές εφημερίδες που δεν θα διαβαστούν ξανά»!

 Ακόμα κάπου αλλού δήλωσε πως για να γράψει ένα ποίημα που αναφέρεται σε κάποια ιστορική προσωπικότητα, πρώτα  βρίσκει, διαβάζει και μελετά καλά τη βιογραφία του. Αυτές μπορεί να αφορούν πολύ γνωστές, έως και πολύ άγνωστες. Παρελαύνουν σε διάφορα ποιήματα ο Τζέιμς Ντιν, ο Φρανθίσκο Πιθάρρο, ο τρομπετίστας Τσετ Μπέικερ, πολιτικοί, αλλά και ο ανώνυμος οδηγός του κάρου και χαμάλης των πτωμάτων της πανούκλας. Ενώ στο ποιητικό της σώμα εμπλέκεται το σεξ και άλλα αμφιλεγόμενα και παρεμφερή θέματα, είπε (1978) πως όλα αυτά δεν τα θεωρεί εντελώς άχρηστα και αδικαιολόγητα. Όσον αφορά τα ποιήματα στην πρώτη της συλλογή, δήλωσε: «Ήθελα να δουν οι άνθρωποι πώς αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον και τους εαυτούς τους».

Ο θάνατος ως φυσική εξέλιξη της ζωής βρίσκεται επίσης σε πολλά ποιήματά της, αλλά έρχεται δραματικά στην επιφάνεια στην τελευταία της συλλογή ‘Δεν παραδίνομαι’ (No Surrender, 2010), λόγω μιας νεοπλασματικής νόσου η οποία την ταλαιπώρησε αφάνταστα και της στέρησε τελικά τη ζωή. Σε πολλά σημεία παράλληλα υπενθυμίζει τα γνωστά στους ειδήμονες στάδια που διέρχεται ο καρκινοπαθής ασθενής, από τη αρχή έως και το τέλος! Μέσα σ’ αυτά κάνει, με το δικό της τρόπο βέβαια, και ένα σύντομο αλλά υπαινικτικό απολογισμό διαφόρων περιόδων της ζωής της. «Ξέρω ότι έχω αμαρτήσει» λέει κάπου στη ‘Μητρότητα’, «όμως πληρώνω γι’ αυτό». Και στις ‘Σκηνές από το νεκροκρέβατο’, απευθύνεται σ’ εκείνον, «Βούδα, Κύριέ μου, αν αυτό είναι η φώτιση/δεν την αισθάνομαι/Νιώθω ένα κρύο ρεύμα γύρω απ’ το κεφάλι μου/Και τα πέλματα των ποδιών μου καίγονται/Είμαι ένα φάντασμα τώρα; Αναρωτιέμαι/Καθώς αιωρούμαι πάνω από τη γυναίκα που διαβάζει για το θάνατό μου…».

‘Τα αιρετικά παραμύθια’ της Άι Ογκάουα, είναι μια αξιέπαινη προσπάθεια των εκδόσεων ‘Βακχικόν’ να φέρουν για πρώτη μια μεγάλη ανθολογία της Αμερικανίδας ποιήτριας. Σημαντική και συγκινητική είναι η συμβολή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, όπως και της Διώνης Δημητριάδου, οι οποίοι προχώρησαν σε ανθολόγηση και μετάφραση μέρους των ποιημάτων της. Ενδιαφέρον για τον αναγνώστη, μαζί με την ανάγνωση του βιβλίου,  παρουσιάζει στο τέλος η σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία της ποιήτριας από τον Αλεξόπουλο, καθώς και η εισαγωγή στο έργο της από την Διώνη Δημητριάδου, που φέρει τον τίτλο ‘Ο κόσμος της Άι Ογκάουα (Μια σκληρή ζωή πίσω από τους μύθους)’.

 

Οι ποιητικές της συλλογές είναι οι: ‘Σκληρότητα’ (Cruelty, 1973),  ‘Σφαγείο’ (Killing Floor, 1979), ‘Αμαρτία’ (Sin,1986), ‘Μοίρα’ (Fate,1991), ‘Ανηθικότητα’ (Greed,1999), ‘Τρόμος’ (Dread, 2003), και ‘Δεν παραδίνομαι’ (No Surrender, 2010). Η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού της έργου περιλαμβάνεται στον τόμο ‘The Collected Poems of Ai’ (W.W. Norton and Company, 2013).


 Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

 

 

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Ο Γιώργος Βέης γράφει στο περιοδικό Ποιητική (τ.26) για τα "Αιρετικά παραμύθια" της Άι Ογκάουα Ανθολόγηση-μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Διώνη Δημητριάδου Εκδόσεις Βακχικόν

 

Ο Γιώργος Βέης γράφει 

στο περιοδικό Ποιητική (τ.26) για τα 

"Αιρετικά παραμύθια" της Άι Ογκάουα

Ανθολόγηση-μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Διώνη Δημητριάδου

 Εκδόσεις Βακχικόν




1.    Πολυσυλλεκτικό υποκείμενο: η γραφή ως αναγκαία σύγκλιση

 

Οι συλλογές από όπου προέρχονται τα ποιήματα της πολυβραβευμένης Άι Ογκάουα ή επί το απλούστερον Άι (1947, Albany, Τέξας, αρχικώς στο δημοτολόγιο ως Florence Anthony – 2010, Stillwater Oklahoma) είναι οι εξής: Σκληρότητα (1973), Σφαγείο (1979), Αμαρτία (1986), Μοίρα (1991), Απληστία (1993), Ανηθικότητα (1999), Τρόμος (2003) και Δεν παραδίνομαι (2010). Συγκρατώ ότι ο πατέρας της είχε ιαπωνική καταγωγή, η δε μητέρα της αφρικανική. Η ίδια, λαμβάνοντας υπόψιν τις βιολογικές-φυλετικές διασταυρώσεις τόσο των απώτερων, όσο και των εγγυτέρων γεννητόρων της, οι οποίες μάλλον αποδεδειγμένα προηγήθηκαν, υποστήριζε ότι ήταν κατά το ήμισυ Γιαπωνέζα, ενώ κατά το 1/8 Ινδιάνα Choctaw, κατά το ¼ Μαύρη (Αφρικανή) και κατά το 1/16 Ιρλανδή. Εξ ου και το έντονο ανθρωπολογικό σημαινόμενο, το οποίο εμφανώς προκαθορίζει την κειμενική της απόκλιση. Η δε έντονη παραστατική σκέψη της αποδίδει ποιήματα διηγητικής ορμής. Η θεατρικότητα των οποίων έχει εγκαίρως επισημανθεί από την κριτική πάντα με θετικό πρόσημο.

Έχοντας σπουδάσει την ιαπωνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, δεν παρέλειψε να μελετήσει επισταμένως τις διδασκαλίες και τα δόγματα του Βουδισμού. Γι΄ αυτό άλλωστε έμαθε να βλέπει το δήθεν πραγματικό και πιθανώς απτό  ως μη τελεσίδικο τι. Η ίδια ακύρωσε συνειδητά το αναπόφευκτο μυθολογικό υπόβαθρο της εποχής. Διαγράφοντας τις απατηλές προοπτικές, μεταξύ άλλων, του περιώνυμου, διφορούμενου εν πολλοίς και οξύμωρου προφανώς «αμερικανικού ονείρου», τη μείζονα χίμαιρα των νοικοκυριών της κάθε άλλο παρά ήπιας εποχής της, αποτύπωσε συγγνωστή οργή, ρηξικέλευθη κριτική, αλλά και δημιουργική αποδόμηση. Διείδε εγκαίρως επίσης ότι η εικονική πραγματικότητα ακυρώνει το όποιο πραγματικό κατά τη διαδικασία της μοιραίας προσομοίωσής του. Το ποίημα αποτολμά να χτίσει αλήθεια στο ρημαγμένο τοπίο του είναι. Το αίτημα συμπυκνώνεται στο εξής τρίστιχο, το οποίο απομονώνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής από την προαναφερόμενη «Σκληρότητα» : «Αυτό που θέλω πάνω απ’ όλα είναι σκληρό, /χτυπάει πάνω στα δόντια μου /πάει πάλι πίσω και με δαγκώνει». Η περιπόθητη αντικειμενικότητα χαρτογραφείται συνεπώς από τον ευρηματικό, ευέλικτο στίχο. Στο βαθμό μάλιστα όπου το ασύνειδο είναι «ο αρθρωμένος λόγος του άλλου», ήτοι discours de l'Autre, ότι δεν είναι μια δήθεν «ατομική πραγματικότητα», αλλά «το τμήμα του συγκεκριμένου αρθρωμένου λόγου ως υπερ-ατομικού, το οποίο δεν έχει στην διάθεσή του το υποκείμενο για να αποκαταστήσει τη συνέχεια του συνειδητού του λόγου», όπως ο Ζακ Λακάν υποστήριξε στην περιβόητη «Εισήγηση της Ρώμης» το 1953, όταν η Άι ήταν ήδη έξι ετών, τότε η ποιητική γραφή αναλαμβάνει ένα πρόσθετο βάρος, να μιλήσει δηλαδή και εκ μέρους του – όποιου Άλλου. Η πληθώρα των προσωπείων, ήτοι η ατελεύτητη σειρά των ποιητικών υποκειμένων, τα οποία επιχειρούν ισάριθμους μονολόγους, πολυσέλιδους κατά κανόνα, πιστοποιούν την απορρόφηση, την προσωρινή έστω εξαφάνιση του πληθωρικού, πολυμερούς εθνικά εγώ, που υπογράφει Άι, κάτω από το σεντόνι της ομιλητικότατης ετερότητας. Η περιλάλητη discours de l'Autre συμβαίνει με την φυσική κίνηση ενός φύλλου που πέφτει από το δέντρο στο χώμα μόλις μπει το φθινόπωρο.

Σημειώνω ότι το δισύλλαβο όνομα της ποιήτριας σημαίνει «αγάπη» τόσο στα ιαπωνικά, όσο και στη γλώσσα του Κομφούκιου. Στη σχεδόν νατουραλιστική «Ελεγεία του χαμάλη των πτωμάτων», από την ως άνω συλλογή Σκληρότητα, παρέχεται ένα ικανό μέτρο της δυναμικής αυτής ετεροπροσωπίας. Παραθέτω αυτούσιο την εν λόγω ελεγεία. Πρόκειται για δείγμα ενός στοχαστικού ρεαλισμού: «Πλάι στο ποτάμι, σταματώ το κάρο,/φορτωμένο με τους νεκρούς της πανούκλας /και πίνω μια γουλιά. /Γεμίζω το στόμα μου και καταπίνω αργά, / ύστερα σκαρφαλώνω πίσω στη θέση μου. /Το γέρικο άλογο αφήνει μια σβουνιά, κι άλλη μια. /Πτώματα, σας δίνω αυτά τα λουλούδια». Τα ομοιώματα που πλεονάζουν σε βάρος των αυθεντικών υπάρξεων καταργούνται. Αρκεί ένας μικρός λεκτικός μηχανισμός για να διαγράψει την κυριαρχία των ψευδο-σημείων. H απόρριψη είναι τελεσίδικη εννοείται. Η διαρκής αναπροσαρμογή του ποιητικού υποκειμένου, άλλως περσόνας, σηματοδοτεί την ποιητική πορείας στο εσωτερικό των δεδομένων. Το έξω δεν συνιστά μιαν ακόμη δυστοπία, αλλά ένα αντικείμενο που περιμένει την απο-κατάστασή του. Το δε ασύνειδο υπαγορεύει ρόλους και πράξεις. Ενεργεί ασφαλώς συναινετικά.

 

2.    Επισκέψεις στην Άλλη Σκηνή

« …επικλήσεις στους αρχαίους θεούς

Οι οποίοι ίσως ακόμα κατοικούσαν στη γη»

 Άι Ογκάουα

Η δε αποδέσμευση της συνείδησης από τον μύθο του επιφανειακού ευ ζην φαίνεται κυρίως σε ποιήματα, όπου αναβαθμίζεται οριακά το επίπεδο αυτογνωσίας, όπως συμβαίνει φέρ’  ειπείν στο «Το χρονικό του καρκίνου, Στάδιο 4» της προαναφερόμενης ύστερης συλλογής της με τίτλο Δεν παραδίνομαι, από όπου και το απόσπασμα που απομονώνω: «Ανάμεσα στα συντρίμμια της ζωής της, /Με τις σκέψεις να χτυπάνε γύρω απ’ το κεφάλι της σαν μάρμαρα, /Ο ήχος τους να αντηχεί κάτω στον μακρύ δρόμο του πόνου /Πρέπει να είχε επιλέξει/Αν και δεν θυμάται να το είχε κάνει./Το ρεφραίν των μαρμάρων «Ξέχνα το, ξέχνα το», /Δυνάμωσε  καθώς περισσότερος πόνος ακτινοβολήθηκε από το σώμα της, μειώθηκε,/ Μετά επέστρεψε σαν να απελευθερώθηκε /Για να της επιτεθεί ξανά και ξανά/ Όταν σε έναν τελευταίο σπασμό / Ο κατακλυσμός της σταμάτησε». Η συνεπής οντολογία των Αιρετικών παραμυθιών ανάγει τον εαυτό σε φύλακα πολύτιμων καταπιστευμάτων φιλότητας. Η διαύγαση των κατά συνθήκη παραμέτρων του βίου τελείται συνοπτικά. Η υπόγεια φύση, η έτερη σκηνή, για να θυμηθούμε την eine andere Schauplatz του Γκούσταβ Τέοντορ Φέχνερ, που χρησίμευσε, ως γνωστόν, ιδιαίτερα στον Ζίγκμουντ Φρόιντ, αποτελεί επίσης πεδίο δράσης των ποιητικών υποκειμένων. Παράδειγμα: «1.Νύχτα, η γριά, καρφώνει τον ήλιο/με μια πιρούνα/και βάφει το τουλπάνι του ουρανού μπλε-βιολετί,/καθώς κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας,/πλέκοντας μικρά κομμάτια σύρμα σε στεφάνια./Μπαίνεις γυμνός./Όχι. Κάνε το μόνος σου./2.Είμαι ένα εννιάχρονο κορίτσι, /χοροπηδώντας πλάι στο μονό στεφάνι της χαραυγής. /Ακούω τη φωνή σου./Τρέχω. Με παίρνεις στην αγκαλιά σου./Ουρλιάζω. Το μικρό κορίτσι γυρίζει./Το στεφάνι της κυλά χάνεται απ’ τα μάτια. /Κάτι ζεστό στάζει μέσα από το φόρεμα στην κοιλιά μου./Αυτή καθόλου δεν κοιτάζει πίσω».( Βλ. «29 (Όνειρο σε δύο μέρη)», Σφαγείο).

Ό, τι άλλοι απωθούν, η Άι αγκαλιάζει για να το διερμηνεύσει σε βάθος, να το υποστηρίξει, να το υιοθετήσει εν τέλει. Το σώμα ταυτίζεται με την αλήθεια. Αλλά και με το όνειρο της αλήθειας. Εδώ η ποιήτρια σπουδάζει τις δημοκρίτειες αρχές. Δεν διασπάται επομένως ο κόσμος σε πολλαπλά υπό – στελέχη. Παρίσταται ενιαίος, διεκδικώντας τη διαιώνιση της αυτονομίας του. Οι συμβολικές μορφές στα ποιήματα συνιστούν κατ’  ανάγκην τους φορείς του οριστικού μηνύματος: τα ορατά επιζητούν ενότητα, η οποία ενώ προϋπήρξε, κατακερματίστηκε από τον άκυρο λόγο στο νουν του homo sapiens. Ο ενδελεχής μονόλογος και οι τακτικές του επανεμφανίσεις σε όλη την έκταση της προκείμενης ανθολογίας της επικυρώνουν την αδιάσπαστη συναντίληψη της μεμονωμένης, αλλά όχι άλαλης ύπαρξης και του παντός. Η εκλογίκευση του όποιου πραγματικού εκτίθεται σε μεγάλο βαθμό, ανατέμνεται και στη συνέχεια ανατρέπεται ολοσχερώς.

 3.Συντάγματα ωσμώσεων: η πολιτική της αυτογνωσίας

Συγκρατώ ότι οι εγγενείς δυσκολίες, οι ήττες και οι ανορθώσεις της διάφυλης σχέσης επανέρχονται επίσης συχνά πυκνά. Οι δυσκολίες της πραγμάτωσης του έρωτα από το οραματικό-φαντασιακό στο ρεαλιστικό χώμα της πράξης περιγράφονται με προσήλωση στους συναφείς κώδικες και στους ουσιώδεις δείκτες  Έστω το εξής παράδειγμα: «Η αστραπή χτυπά τη στέγη, /παραχώνει το μαχαίρι, σκοτάδι,/ βαθιά στους τοίχους. /Αιμορραγούν το φως πάνω μας /και το πρόσωπό σου βεντάλια που διπλώνει, /έτσι δεν θα δω πόσο  φοβάσαι /να είσαι μαζί μου./Δεν ταιριάζουμε, ούτε στο κρεβάτι, /όπου συνήθως καταλήγουμε. /Δεν υπάρχει λόγος να το κρύβουμε:/είσαι χιόνι κι είμαι κάρβουνο, /έχω τις  ουλές μου να το δείχνουν./Έλα, άνοιξε το στόμα σου,/θα σου δώσω μια γεύση από μαύρο /που δεν θα την ξεχάσεις. /Για λίγο θα την αφήσω να σε κάνει δυνατό, /με καρδιά λιονταριού, /μετά θα την πάρω πίσω». (Βλ. «Γυναίκα σε άντρα», Σκληρότητα). Οι μεταφορές, οι αλληγορίες και βεβαίως οι μετωνυμίες, αλλά και η περιστασιακή βωμολοχία  τίθενται στην υπηρεσία της διεκπεραίωσης της ειδικότερης πρόσληψης από τον υποψιασμένο δέκτη. Η διαχείριση του συγκινησιακού υλικού  επιβεβαιώνει την αναβάθμιση των ικανοτήτων σύνθεσης της ποιήτριας. Ο θησαυρός των συμφραζομένων δείχνει το βαθμό πληρότητας της όλης έκφανσης. Η προοδευτική υπονόμευση της εγελιανής αρχής «ό, τι είναι πραγματικό είναι αυτομάτως και ορθολογικό» και από την πλευρά της Άι Ογκάουα συνιστά την κύρια στρατηγική της στο πεδίο των αυστηρών κειμενικών εμπεδώσεων. Η ολοκλήρωση του ποιητικού σχεδίου διακρίνεται, μεταξύ των άλλων, για τη συνέπεια με την οποία αναβαθμίζεται κάθε φορά ο ρηματικός έλεγχος.

Το σύνηθες ερώτημα των Αγγλοσαξόνων «What’s in it for me?», ήτοι «τι έχω να κερδίσω εγώ;», δεν φαίνεται να απασχολεί την ποιήτρια τη στιγμή που εισέρχεται στα άδυτα της ενόρμησης του θανάτου και της αντίστοιχης ενόρμησης της ζωής. Αρκείται φανατικά σ΄ αυτό που έχει μάθει να κάνει καλά: να σέβεται δηλαδή το πράγμα, να διδάσκεται, όσο είναι εφικτό, από τη νόσο, να κατακρίνει με την ανάλογη σφοδρότητα την άποψη ότι «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμάτων». Η διαδικασία της άρνησης είναι ιδιαζόντως παραγωγική: η γραφή εγκαθιδρύει, εκτός των άλλων, ομοιοπαθητική αγωγή απόλαυσης: ως φορέας ενός λυρικού ιδιώματος υποστηρίζει την αγωγή επιβίωσης του εγώ. Χωρίς την παραμικρή έπαρση. Το υπογραμμίζω αυτό. Επί των ιχνών της ποίησης άλλη μια φορά: « “Ουρανός και γη./Τι άλλο υπάρχει;”/Είπε ο Walt Whitman στο όνειρό σου,/μετά σου χαμογέλασε/και εξαφανίστηκε, /αλλά εσύ ήθελες να γυρίσει πίσω. /Ήθελες να του πεις ότι υπήρχαν περισσότερα./Υπήρχε η επιμονή/μ’ αυτήν να οπλιστείς για να μένεις ζωντανός/θετικός στον ιό HIV εδώ και πέντε χρόνια/και μετρώντας αντίστροφα μέχρι την ημέρα/που η άλλη σου ζωή απογυμνώθηκε/από τα φύλλα της/τότε που άρχισε να πολεμά η αρρώστια/το σώμα. /Δεν έχεις AIDS,/ακόμα, αλλά ξέρεις ότι φτάνει/όπως ένα τρένο που το σφύριγμά του /μπορείς να το ακούσεις πριν το δεις./Όταν νιώθεις τις δονήσεις/του εσωτερικού σεισμού, /θα φερθείς σαν ντίβα; /Θα πάρεις εσύ Rudolf  Nureyev τον δρόμο προς  τη σκηνή,/τόσο ταλαιπωρημένος και σαστισμένος/που να μην ξέρεις ποιος είσαι,/ή θα διαπράξεις τη δημόσια αυτοκτονία σου ιδιωτικά,/με τα παράθυρα διάπλατα/στην άλλη πλευρά,/εκεί που ο πατέρας σου, ο Walt περιμένει/να σε πάρει στην αγκαλιά του/σαν ένα μωρό που επιστρέφει εκεί περπατώντας,/δίπλα στο καλάθι του πικνίκ/στο παχύ γρασίδι,/εκεί που οι εύθρυπτες σελίδες ενός βιβλίου/φθάνουν  στο τέλος». (Βλ. «Επίσκεψη», Ανηθικότητα). Η ασθένεια οδηγεί μαθηματικά στο θάνατο την ίδια την ποιήτρια. Στα εξήντα δύο της χρόνια τελειώνει από πνευμονία μετά από σειρά επιπλοκών καρκίνου στο στήθος. Έντεκα χρόνια πριν είχε αποσπάσει τη μείζονα διάκριση της χώρας της στον τομέα των Γραμμάτων, το National Book Award for Poetry. Η βιολογική ήττα μετάλλαξε στο μεταξύ σε αυθεντική μαρτυρία ωσμώσεων του υποκειμένου με το τίποτα. Η διαμόρφωση ύφους του εαυτού, η οποία προηγήθηκε, συνέβαλε αποφασιστικά στη νηφάλια αντιμετώπιση του επερχόμενου τέλους. Ό, τι δηλαδή η προαναφερόμενη έσχατη συλλογή Δεν παραδίνομαι κομίζει. Επισημαίνω ότι οι μεταφραστές δικαίωσαν το απαιτητικό πρωτότυπο. Η δε εισαγωγή είναι υποδειγματική από πλευράς ύφους και περιεχομένου.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ



 η πρώτη δημοσίευση 

στο περιοδικό Ποιητική, τ.26

Φθινόπωρο-Χειμώνας 2020

 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Η Ανθούλα Δανιήλ γράφει για τα «Αιρετικά παραμύθια» της Άι Ογκάουα (μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου), εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Περί ου"

 

Η Ανθούλα Δανιήλ γράφει 

για τα «Αιρετικά παραμύθια» της Άι Ογκάουα

(μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου), εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Περί ου"

http://www.periou.gr/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ae%ce%bb-%ce%ac%ce%b9-%ce%bf%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%bf%cf%85%ce%b1-%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac/

 


Μια φωνή από μακριά

  Ίσως,  θα έπρεπε να προσδιοριστεί ότι το «μακριά» δεν έχει να κάνει τόσο με τον τόπο ή με τον χρόνο αλλά με το είδος. Και αυτό προκύπτει από την εισαγωγική ενότητα του βιβλίου

«Ο κόσμος της Άι Ογκάουα (μια σκληρή ζωή πίσω από τους μύθους)»

 

Πατάω δυνατά το γκάζι.

Θα επιστρέψω στο σπίτι, στη βρόμικη αυλή, στον βόθρο,

σ’ εσένα, που σκάβεις εκεί πέρα ένα πηγάδι

θα μπορούσες να το γεμίσεις με τον ιδρώτα σου

αν και δεν υπάρχει κανένας λόγος για να το θέλω

………………………………

Αυτό που θέλω πάνω από όλα είναι σκληρό,

χτυπάει πάνω στα δόντια μου

πάει πάλι πίσω και με δαγκώνει

(Σκληρότητα»)

 

  Η γνωστή λογοτέχνις Διώνη Δημητριάδου μας βάζει στον κόσμο της ποιήτριας την οποία έχει μεταφράσει και ανθολογήσει, μαζί με τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο. Στην πολύ καλή εισαγωγή της –μελέτη- μας δίνει λεπτομερώς τον κόσμο της ποιήτριας, τις σκέψεις, τις ιδέες και τον τρόπο.

Μας δίνει και μας δείχνει «το σκληρό σώμα της ποίησης» της Ογκάουα, και μας κάνει συμμέτοχους του πάθους τη ποιήτριας και συνοδοιπόρους στον «ιδιόμορφο και δυστοπικό» κόσμο της.

Η Δημητριάδου χαρακτηρίζει τη φωνή της Ογκάουα δραματικό μονόλογο και όχι εξομολόγση, τη βλέπει σαν ηθοποιό στη σκηνή που «εκτίθεται», τους χαρακτήρες της σαν περσόνες ή πρόσωπα αληθινά που μεταφέρει αλλοιωμένα, και οπωσδήποτε μας προειδοποιεί να μην ταυτίσουμε την ποιήτρια με το ποιητικό υποκείμενο.

 Στα «Είκοσι χρόνια γάμου» η σκηνή στο φορτηγό με τα σπασμένα τζάμια και το κρύο στήνει ένα τελείως αντιερωτικό ντεκόρ, το οποίο όμως υποβάλλει την αίσθηση μιας τελευταίας καταφυγής,  σε μια σχέση που δεν υπάρχει πια ή δείχνει ότι οι συμμετέχοντες απλώς δεν έχουν πεθάνει ακόμα:

 

Μ’ έχεις να περιμένω σ’ ένα φορτηγό…

Βιάσου. Τίποτα δεν φοράω κάτω από τη φούστα μου απόψε.

……………………………..

Έλα μωρό μου ρίξε με ανάσκελα

Κάνε πως τίποτα δεν μου χρωστάς

Κι ίσως να ξεφύγουμε από δω,

ν’αφήσουμε το παρελθόν έναν σωρό πίσω μαςˑ

παλιές εφημερίδες που δεν θα διαβαστούν ξανά.

 

Θα κατέτασσα στα πιο συνταρακτικά το ποίημα «Έκτρωση», επειδή «οι φτωχοί δεν έχουν παιδιά», το θέμα του οποίου μοιάζει να συνεχίζεται στο επόμενο ποίημα «Κλαίω προσεύχομαι για την ψυχή του, / χύνω γάλα στον τάφο του/ και το κάνω γιατί κάποτε σ’ αγάπησα».

Ισχύει αυτό που υποστηρίζει η Δημητριάδου: «Οι ήρωες εντάσσονται ομαλά στο περιβάλλον που η ποιήτρια φροντίζει να φτιάξει γι’ αυτούς»  και ακόμα εντυπωσιακό είναι το ότι «οι προσωπικές σχέσεις κρύβουν … μια βαναυσότητα, έναν διεστραμμένο αυθορμητισμό που ξαφνιάζει».

Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε την πληροφορία ότι η ποιήτρια προέρχεται από Ιάπωνα πατέρα και Αφρικανίδα μητέρα, έζησε στο Τέξας και αν όλα αυτά, ως διαφορετικές καταβολές  μετρούν στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα και κυρίως στον τρόπο που τα εκφράζει. Η Δημητριάδου σχολιάζει τη θεατρικότητα των ποιημάτων, τα οποία βλέπει  μικρές πεζές αφηγήσεις, ότι το αισθητικό περιβάλλον δείχνει την ιδεολογία της και το ήθος της.


Στο ποίημα «Πεντηκοστή» με την ένδειξη «για Μένα», σαν να λέμε μου το αφιερώνω, o πρώτoς στίχος είναι «Rosebud Morales, φίλε μου». Η πρώτη λέξη όμως είναι φορτισμένη από την ταινία του Όρσον Ουέλλς Πολίτης Καίην, όταν στο τέλος της ταινίας ο Καίην λέει την τελευταία του λέξη: Rosebud. Το τι εννοούσε με αυτήν έμεινε διαρκής απορία. Ήταν το χαμένο όνειρο, ήταν τόπος, ουτοπία, χρόνος, αθωότητα;;;

Πιστεύω πως η Ογκάουα σκόπιμα έδωσε έμφαση στο όνομα του Morales, φίλου του Emiliano Zapata, και χάρη  σ’ αυτή την ευτυχή συγκυρία, της συνάντησης μιας εμβληματικής λέξης με ένα  όνομα κι έναν επαναστάτη, εξέφρασε προσωπικές θέσεις πάνω στον άνθρωπο και στην εκμετάλλευση και πάνω στο θέμα της δίκαιης εξέγερσης:

 

Αγόρια πάρτε τη γη, πάρτε τη, είναι δική σας

Αν υποφέρεις μέσα στον τάφο

και από κεί μπορείς να σκοτώσεις.

 

Συγκλονιστικά τα ποιήματα «Ο Καλός ποιμήν», «Σαλώμη», «Η ιστορία της μητέρας» για τα τραγικά σημαινόμενά τους, το αγόρι που σπρώχνει με το πόδι στο χαντάκι ο πρώτος, το κομμένο γαρύφαλλο σαν κεφάλι του βαπτιστή η δεύτερη, τη μητέρα που πρέπει να είναι πάντα έγκυος με παιδί ή με γνώση η μητέρα.

Κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/ γιατί είναι αμίλητη και προχωράει, λέει ο Σεφέρης σε άλλα συμφραζόμενα, χρόνο και τόπο, αλλά πάντα και παντού επίκαιρα.

Η Άι Ογκάουα, εκτός από τον Ιάπωνα πατέρα και την Αφρικανίδα μητέρα,  έχει ρίζες στους ιθαγενείς Ινδιάνους, στους Ιρλανδούς και στους Ολλανδούς, γράφει ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος στο λεπτομερές βιογραφικό σημείωμ που παραθέτει στο βιβλίο. Η ποιήτρια σπούδασε ιαπωνική γλώσσα και μελέτησε τον Βουδισμό, έκανε πάρα πολλά πράγματα στη ζωή, είδε και γνώρισε. Επέλεξε η ίδια το όνομά της «Ai», επειδή το Α είναι το ένα και το i είναι το δέκα. Και δυο μαζί κάνουν έντεκα που σημαίνει πνευματική δύναμη. Το i είναι το απρόσωπο εγώ του σύμπαντος και το γράφει και ως αιγυπτιακό ιερογλυφικό. Η Άι λοιπόν, όπως επιθυμεί να είναι γνωστή, έχει ένα πλούσιο πολυπολιτισμικό υπέδαφος, εκ γενετής ή επίκτητο, είναι το αποτέλεσμα μιας συγχώνευση ποικίλων καταβολών, σκοτεινών και ανοίκειων στον Ευρωπαίο αναγνώστη διαθέσεων και επιθυμιών, κάτι σαν τα μάγια των μάγων και άλλα των ιθαγενών συνήθεια, τα οποία ταράζουν τον αναγνώστη, εξάπτουν τη φαντασία, διεγείρουν το επιθήλιο της επιθυμίας να δουν και να μάθουν έναν άλλο κόσμο, έξω κόσμο, πίσω από το λούστρο του πολιτισμού, όπως τον ξέρουμε ή όπως εθελοτυφλώντας  νομίζουμε ότι τον ξέρουμε. Η Άι μας προσφέρει με ωμότητα τον ρεαλισμό της, ξεγυμνώνει από κάθε επίφαση την αλήθειά της  ή την εμπλουτίζει με το ψέμα της.

Υπερβολή, αποκάλυψη, ηθική και ανηθικότητα, σκληρότητα και ωμότητα, ελεύθερη από φόβο και ντροπή, είναι μία σπουδαία ποιήτρια, προβεβλημένη και βραβευμένη για το έργο της.

Τελευταίο ποίημα του βιβλίου είναι το «Χρονικό του καρκίνου» σε τέσσερα στάδια,  όπου καταγράφει την προσωπική της περιπέτεια:

 

Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη…

Μήπως ήταν ένα καρούμπαλο; …

Προσευχές στην Παρθένο Μαρία…

…………………………

Ήξερε ότι έπρεπε να δει γιατρό….

Ο γάτος ο Μπου-μου κάθισε και την κοίταζε…

Ο Μπου-μου αρρώστησε…

πέθανε από λευχαιμία των αιλουροειδών…

ήταν ακόμα ζωντανή,

Αν  και είχε αποφασίσει να πέθαινε τον Δεκέμβριο …

Δεν μπορούσε να πιει από το ποτήρι…

Τώρα στη διάπλατα ανοιχτή πόρτα του θανάτου,

Περπάτησε διασχίζοντας το κατώφλι …

Σε έναν τελευταίο σπασμό

Ο κατακλυσμός  της σταμάτησε .

 

Έτσι προέβλεψε και κατέγραψε την τελευταία της μέρα.

 

Το βιβλίο με τα σημειώματα και τις διευκρινίσεις των δύο ανθολόγων –μεταφραστών είναι μία περιπέτεια ψυχής και πνεύματος μιας φωνής που έρχεται από μακριά, για να μας γνωστοποιήσει κάτι διαφορετικό, δυνατό αλλιώτικο και αληθινό.


 

   Ανθούλα Δανιήλ

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Για τα «Αιρετικά Παραμύθια» της Άι Ογκάουα (εκδόσεις Βακχικόν) γράφει η Μαρία Τοπάλη Η πρώτη δημοσίευση στην Καθημερινή της Κυριακής (17-8-2020)


Για τα «Αιρετικά Παραμύθια» της Άι Ογκάουα 
(εκδόσεις Βακχικόν)
γράφει η Μαρία Τοπάλη
Η πρώτη δημοσίευση στην Καθημερινή της Κυριακής (17-8-2020)
ΑΪ ΟΓΚΑΟΥΑ
Τα αιρετικά παραμύθια
Ανθολόγιο ποιημάτων
Ανθολόγηση - Μετάφραση: 
Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Διώνη Δημητριάδου
εκδ. Βακχικόν





Ποίηση των φτωχών, των κολασμένων, των αδιάγνωστων




Κόρη μητέρας αφρικανικής καταγωγής και βιολογικό παιδί ενός Ιάπωνα (τον οποίο δεν φαίνεται να γνώρισε ποτέ), με καταγωγή την οποία η ίδια μυθολογούσε ως πολυεθνική - πολυφυλετική, η Αμερικανίδα Αϊ Ογκάουα ή απλώς «Αϊ» (1947-2010) αποτελεί μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση στην παγκόσμια ποίηση. Αν η υπερβολή, η θραύση των ηθικών και συναισθηματικών ορίων, η ακραία πρόκληση δεν σας ασκούν έλξη, τότε η ιδιότυπη ποιήτρια δεν θα αποτελέσει κατάλληλο ανάγνωσμα. Υπάρχει, όμως, στ’ αλήθεια κανείς που, έστω και ανομολόγητα, δεν κρυφοκοιτάζει με την άκρη του ματιού του προς την κόλαση, ιδίως όταν η θέασή της προσφέρεται ανώδυνα, στην οικονομική συσκευασία ενός ποιήματος;

Δολοφόνοι και αιμομείκτες, παιδεραστές και βιαστές, αποξενωμένοι εραστές που ανήκουν στα εξαθλιωμένα κατώτερα στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά μαζί και κάποιες διασημότητες με τραγική μοίρα, που συμπληρώνουν το άλλο μισό του (αμερικανικού) μύθου, πρωταγωνιστούν σε πρώτο πρόσωπο στα ποιήματά της. «Αισθάνομαι ότι ο δραματικός μονόλογος ήταν η φόρμα στην οποία γεννήθηκα για να γράφω και την αγαπώ τόσο παθιασμένα, ή ίσως πιο παθιασμένα, από όσο αγάπησα ποτέ μου άνδρα», έλεγε η ποιήτρια.

Η περιδιάβαση στο έργο της στην υπό συζήτηση εκτενή ανθολογία, με περισσότερα από 50 ποιήματα από όλο το χρονικό φάσμα των δημοσιεύσεών της (ξεκινώντας από τη συλλογή «Σκληρότητα» (1973) και φθάνοντας στο εύγλωττο «Δεν παραδίνομαι» (2010), που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον), δικαιώνει τούτο το εκφρασμένο πάθος. Ανάμεσα στους «καταραμένους» πρωταγωνιστές της ξεχωρίζει ο ινδιάνικης καταγωγής πεζοναύτης Αϊρα Χέιζ, γνωστός από τη «στημένη» φωτογραφία κατά τη μάχη του Ιβο Τζίμα ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ιάπωνες, που πέθανε από το αλκοόλ και την κατάθλιψη. Η Αϊ του αφιερώνει το ποίημα «Δεν μπορώ να πάρω μπρος», κλείνοντας με στίχους γενικής εφαρμογής σε πολλούς από τους αδιέξοδους ήρωες των ποιημάτων της: «Περνάω το τζιν και τις δικαιολογίες από το χέρι στο στόμα,/ αλλά είμαι εγώ. Είμαι εγώ./ Είμαι η μόνη βρόμικη συνήθεια/ που δεν μπορώ να κόψω».

Στο τελευταίο ποίημα («Το χρονικό του καρκίνου») το ποιητικό εγώ μοιάζει να ταυτίζεται με το πραγματικό, διαβαίνοντας ηθελημένα τις πύλες του μαρτυρίου. Η αφηγήτρια περιγράφει τον θάνατό της από καρκίνο, του οποίου αρνήθηκε τη διάγνωση και την ιατρική αντιμετώπιση. Τα βιογραφικά σημειώματα της Αϊ κάνουν λόγο για θάνατο από τις επιπτώσεις ενός καρκίνου που δεν διαγνώσθηκε.

Από τα έργα του Μπρεχτ μέχρι το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» του Σαββόπουλου γνωρίζουμε πως όταν τα «αποβράσματα» της κοινωνίας παίρνουν τον λόγο, η καθαρτική λειτουργία της τέχνης είναι (τουλάχιστον) διπλή. Αφενός, στοιχειοθετείται αντικειμενικά μια έμμεση ή άμεση καταγγελία των κοινωνικών συνθηκών που τα γεννά. Αφετέρου, απονέμεται υποκειμενικά, στον καθένα μας, το μερίδιο των σκοτεινών ταυτίσεων που του αναλογεί, για να ανακουφίσει την ψυχή του. Αλλά, βέβαια, καμία από τις λειτουργίες αυτές της τέχνης δεν δικαιώνεται απλώς και μόνο επειδή καταγγέλλει ή επειδή αποφορτίζει το ανθρώπινο σκότος. Χρειάζεται –θα ακουστεί περίεργο ή οξύμωρο– ομορφιά: καλλιτεχνική ομορφιά. Μονάχα έτσι η τέχνη, εν προκειμένω η ποιητική, δικαιώνεται.

Η Αϊ βραβευμένη ποιήτρια έχει την ομορφιά με το μέρος της ακόμη και όταν πραγματεύεται αποτρόπαια θέματα. Η ομορφιά του δραματικού μονολόγου της δημιουργείται με ελάχιστες λέξεις. Και ιδού: ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, κορύφωση! Οι αναγνώστες του Καβάφη θα αναγνωρίσουν εύκολα την τεχνική. Ενας στοιχειώδης υπομνηματισμός θα βοηθούσε την αναγνώστρια/τον αναγνώστη να παρακολουθήσει με λιγότερα ερωτήματα αυτά τα υψηλής θερμοκρασίας ποιήματα.

Μαρία Τοπάλη

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Η Ai Ogawa συναντά ποιητικά τον Chet Baker μέσα σε μια "τζαζ έναστρη νύχτα" Ai Ogawa, "Αρχάγγελος" (για τον Chet Baker)

Η Ai Ogawa συναντά ποιητικά τον Chet Baker μέσα σε μια "τζαζ έναστρη νύχτα"

Ai Ogawa, "Αρχάγγελος"
(για τον Chet Baker)
[Άι Ογκάουα, "Τα αιρετικά παραμύθια", μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Διώνη Δημητριάδου, εκδόσεις Βακχικόν]



Πέρασες μέσα
από την μπλε κουρτίνα του Van Gogh
και μπήκες μες στα όνειρά μου.
Εκείνη τη μέρα στο Παρίσι
καθίσαμε στο υπαίθριο café για ώρες.
Ήταν τα στήθη μου στητά
το φόρεμά μου με βαθύ ντεκολτέ.
Έγειρες κοντά μου, τόσο κοντά·
κι όμως, δεν με άγγιξες.
«Δεν το ’χω ανάγκη», είπες, «είναι η ντόπα,
είναι η έξαρση
τόσο πιο πάνω απ’ τη λαχτάρα.
Ησύχασε, πάρε βαθιά αναπνοή
και θα κοιμηθείς όπως κι εγώ».
Ήξερα πως με ξεγελούσες,
πως πίσω από τη φιλοσοφία του χίπστερ
κρυβόταν ο παλιός καλός Chet έτοιμος να πετύχει τον στόχο.
Ωστόσο, σου δάνεισα χρήματα, και σε ακολούθησα
στα ουρητήρια,
εκεί που ο Lucien σου ’δωσε το σκονάκι.
Κουνώντας το κεφάλι τσέπωσε τα χρήματα και είπε
«άκουσα πως ήσουν νεκρός»
κι εσύ απάντησες «είμαι».
Έτσι είπες όταν έσκασες πάνω στο οδόστρωμα,
φλιπαρισμένος στο Άμστερνταμ, μετά γύρισες πάλι στην
απάθεια,
όπως κάνουμε όλοι, σαν ξεμπερδέψουμε
με την ανοησία της ζωής.
Τελείωσες μοιραζόμενος τα έργα σου με μια πόρνη
που περίμενε έξω από τα ουρητήρια,
η γενναιοδωρία σου τόσο θλιβερή
όσο και προβλέψιμη.
Την αγιοσύνη γύρευες όπως και κάθε άλλος.
Αντί γι’ αυτήν, κέρδισες τα φτερά
που ήταν πολύ αργά πια για να σε σώσουν,
αλλά όχι τόσο αργά για να σε ανεβάσουν
στον ουρανό της πρέζας.
Αργότερα, σταθήκαμε στα σκαλιά της Notre dame.
Ήσουν ήρεμος, καθώς έδειχνες το καμπαναριό.
Είπες πως είδες τον Quasimodo πάνω εκεί,
να κρατάει την Esmeralda από τα μαλλιά,
πάνω από το χείλος,
μα το μόνο που είδα κοιτώντας κάτω ήταν
οι τερατόμορφες υδρορροές
γαλήνιες πια
μια που τίποτα δεν σήμαινε γι’ αυτές.
«Βλέπω», είπα ψέματα για να σε ευχαριστήσω
μα το κατάλαβες και μου έσκασες ένα φιλί.
Μου ευχήθηκες “bonne chance”,
μετά αφέθηκες γαλήνια στην πτήση σου
καθώς η ήρεμη, τζαζ, έναστρη νύχτα
άνοιξε την αγκαλιά της να σε πάρει πίσω πάλι.

[Άι Ογκάουα, "Τα αιρετικά παραμύθια", μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Διώνη Δημητριάδου, εκδόσεις Βακχικόν]

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

"Άι Ογκάουα, Αιρετικά παραμύθια" μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου εκδόσεις Βακχικόν γράφει ο Γιώργος Ρούσκας


"Άι Ογκάουα, Αιρετικά παραμύθια"
μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου 
εκδόσεις Βακχικόν 
γράφει ο Γιώργος Ρούσκας

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/ogkaoua-ai-bakchikon-ta-airetika-paramuthia-rouskas





Αιρετικά; Βλάσφημα; Τολμηρά; Ωμά; Ναι, αν έτσι αποκαλείται η αλήθεια. Παραμύθια; Ναι, αν αλλιώς δεν αντέχεται η αλήθεια. Γιατί {παρά} τον {μύθο}, α-λήθεια ίσταται. Αρκεί να είναι σε διάλογο, να μην παραδοθεί ο ένας στον άλλο, γιατί τότε, κατά την Ογκάουα:

Εκεί που η πραγματικότητα και η μυθοπλασία ξαπλώνουν
η μία πάνω στην άλλη και γαμιούνται μανιασμένα,
όταν η μία παραδίδεται άνευ όρων,
η άλλη πεθαίνει.

Αυτή είναι μία αντιπροσωπευτική πρόγευση του ποιητικού δείπνου που παρατίθεται στο βιβλίο προς τιμήν της Αμερικανίδας ποιήτριας. Οι τίτλοι των ποιητικών της βιβλίων που φιλοξενούνται μαζί με επιλεγμένα ποιήματα στην παρούσα έκδοση-ανθολόγιο κατά χρονολογική σειρά, αντικατοπτρίζουν την απόλυτη ειλικρίνεια της Άι Ογκάουα (1947-2010), η οποία έφυγε πρόωρα από πνευμονία που απέβη μοιραία εξαιτίας καρκίνου του στήθους: Σκληρότητα, Σφαγείο, Αμαρτία, Μοίρα, Απληστία, Ανηθικότητα, Τρόμος, Δεν παραδίνομαι. Τα ποιήματά της; Ποτισμένα με αίμα από όλες τις παραπάνω δράσεις και από μερικές ακόμη: σχέση των φύλων, ναρκωτικά, θρησκεία, σεξ – έρως – θάνατος, κακοποίηση, ρατσισμός, πόνος. Όλα τούτα, βαριές μεταλλικές πλάκες στον ηλεκτρικό κυλινδρόμυλο του σταριού της ζωής. Όποιο ποίημα και να διαβάσεις, θα δεις την καθημερινότητα να ξεκινάει κόκκος, να περνάει από τα κόσκινα των πεποιθήσεων, του φανατισμού, των αρχετύπων, των πολιτισμικών και κοινωνικών αξιών, των δοξασιών και της ημιμάθειας, να αλέθεται αλύπητα και να εξέρχεται χρονάλευρο, έτοιμο για κατανάλωση.
Η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης εκτυλίσσεται ποιητικά, όχι όμως παθητικά, αφού στηλιτεύονται οι παθογένειες και τα αίτια, μεταξύ των οποίων και η απολίτιστη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, ιδίως αυτή που καλύπτεται από τη βαριά σκιά του βουνού των ζοφερών ενστίκτων.
Μετέωρη η μεταπολεμική γενιά, έζησε όλη την αντίδραση της στενομυαλιάς των προγόνων της, την αμηχανία τους αλλά και τη δική της στη συνέχεια, μπροστά στην τεχνολογική έκρηξη, μαζί με τις επιπτώσεις από αυτή: από τον καταναλωτισμό και την υπερβολή, ώς τη μοναξιά και την αδιαφορία, από το επίτευγμα ώς τις εύκολες λύσεις. Όμως, πόσο συμβαδίζει η τεχνολογική πρόοδος με την πολιτισμική; Προόδευσε πολιτισμικά ο άνθρωπος ή χρησιμοποιεί την πρόοδο για να ικανοποιήσει με περισσότερους τρόπους τις άξεστες, βίαιες, άγονες πλευρές της ύπαρξής του, τα καλά διατηρημένα από γενιά σε γενιά αρχέγονα ορμέμφυτα;
Σήμερα η Άι (Άι στα ιαπωνικά σημαίνει αγάπη· το επέλεξε η ίδια ως όνομα στα είκοσι πέντε της), θα ήταν εβδομήντα τριών ετών και θα μπορούσε να μιλά εξίσου άνετα για όλα, ιδίως για εκείνα που αποσιωπούνται, για εκείνα που ο φόβος, οι δημόσιες σχέσεις, οι κύκλοι, τα συμφέροντα και τα σινάφια κρατάνε στη σιωπή. Ίσως στην αντίπερα όχθη να κουβεντιάζει με τη Γώγου, τον Σαχτούρη, τον Καρυωτάκη, την Πολυδούρη.

Αφήνοντας στην άκρη τις ατέρμονες συζητήσεις περί μετάφρασης ή απόδοσης ή τι τέλος πάντων είναι αυτό που προκύπτει όταν ένα ποίημα μεταφέρεται σε μία άλλη γλώσσα, δεν μπορείς να μην αισθανθείς ευγνωμοσύνη για όσους το επιχειρούν. Ευτυχώς στη χώρα μας υπάρχουν πολλοί άξιοι και ικανοί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεταφορά στα ελληνικά της άγνωστης ώς τώρα στην ελληνική επικράτεια Αμερικανίδας ποιήτριας έγινε αριστοτεχνικά από τον ποιητή Βαγγέλη Αλεξόπουλο και την ποιήτρια-συγγραφέα-κριτικό λογοτεχνίας Διώνη Δημητριάδου, επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά το γιατί «οι Χιώτες πάνε δυο δυο».
Το λεκτικό αποτέλεσμα είναι ποίηση, δεν είναι ξερή παράθεση λέξεων ή νοημάτων. Είναι στίχοι κανονικοί, φυσικοί, συνεκτικοί αλλήλων, ρέοντες. Σε αυτό έγκειται η επιτυχία του όλου εγχειρήματος, η οποία εδώ κατά τη γνώμη μου ήταν ολοκληρωτική.

Διαβάζοντας, αναρωτιέσαι αν τον ζόφο και τον πόνο που ενεδρεύουν στα ποιήματα τον είχε βιώσει η ίδια η ποιήτρια ή αν τον έφερε στις πλάτες του το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο, από μόνο του, χωρίς προηγούμενες προσωπικές αναφορές ή εμπειρίες της ποιήτριας, είτε αυτοτελώς είτε αποτελώντας μετεμψύχωση άγνωστων συνειδητά σε εκείνη πραγματικών περιστατικών ή καταστάσεων. Το ζήτημα αυτό θίγεται και στην εισαγωγή του βιβλίου, αλλά για μένα δεν έχει τόση σημασία πια, όσο το ίδιο το κείμενο, το οποίο είναι τόσο ζωντανό και ενεργό, που σου μεταφέρει αυτούσια την ποιητική του δυναμική και σε πείθει ότι σου μιλάει κάποιος που έχει βιώσει το μαύρο και με επιτακτική αμεσότητα μοιράζεται την εμπειρία του μαζί σου. Άρα πρόκειται σαφώς για ζώσα ποίηση.

Ο τρόπος έχει πολλά παρακλάδια. Άμεσος, έμμεσος, ειρωνικός, σαρκαστικός, απαξιωτικός, απολυτοφανής, αντιπουριτανός, βλάσφημος για πολλούς, αιρετικός για άλλους τόσους, απροκάλυπτος, αμφισβητητικός, ευθύς ή συσχετισμένος, αναγωγικός, αλληγορικός, πάντα ποιητικός.
Ο χρόνος τρέχει, όλα αλλάζουν. Όλα; Ο ρατσισμός; Πόσο εύκολο είναι (και σήμερα ακόμη) να έχεις μαύρο δέρμα;

«… Ας μη φανούμε κακοί, μια που είμαστε Νέγροι.
Δεν θα’ ναι καλό για τη φυλή».
«Έτσι κι αλλιώς θα πουν ότι κλέψαμε»…

Άλλαξε κάτι; Ίσως μόνο στη νέα γενιά των σημερινών δεκαεξάρηδων, τουλάχιστον εγώ εκεί ανιχνεύω και διαπιστώνω βήματα εμπρός. Καιρός ήταν.
Τι άλλο καθορίζει τον άνθρωπο εκτός από το χρώμα του δέρματός του από την ώρα που γεννιέται; Το φύλο φυσικά. Και εδώ αρχίζει το πανηγύρι με τα προπατορικά αμαρτήματα, τους ρόλους, τις σχέσεις, τις ηθικές, τα πρέπει, τα «έτσι είναι», τις θρησκείες, τους φανατισμούς και πάει λέγοντας. Η Άι δεν μασάει τα λόγια της, οι στίχοι της μαστιγώνουν:

… πόσο ελεύθερη είναι μια γυναίκα; –
γεννημένη με της Εύας το αμάρτημα ανάμεσα στα πόδια της,
και μέσα της
Ο Εωσφόρος κάθεται πάνω σε έναν θρόνο από όστρακα αλιώτιδων,
το ραβδί του με το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή
καρφωμένο πάνω του.

Γυναίκα που ανάβει φωτιές και ξεσηκώνει αρσενικές ορμές

αυτό σε ξεσηκώνει ακόμα, αλλά ετούτο το αγροτικό δεν έχει παράθυρα
και το κάθισμα είναι κρύο, ένα ψεύτικο δερμάτινο μπούτι
να πιέζει το δικό μου,

γυναίκα λαβωμένη αλλά ανθεκτική

Είμαι μια φοράδα. Κάθε κεφαλή καρφιού
στις οπλές μου φορά το πρόσωπό σου,
αλλά ούτε κι εσύ, λύκε, μπορείς να με διαλύσεις,

γυναίκα που η θέση της εικάζεται ή απαιτείται καθορισμένη

Ξέρω πως θα ακολουθήσεις, πάντα πίσω μου ή μπροστά μου,
ποτέ στο πλευρό μου,

γυναίκα που ως κόρη πολλές φορές κατασπαράσσεται από τους γονείς, είτε με απαιτήσεις συμπεριφοράς είτε με πλήρη απαξίωση ή αδιαφορία. Αν τύχει και γίνει η ίδια μάνα, ακόμα και τότε της ζητείται να προσαρμοστεί αλλάζοντας ρόλο, γίνεται δε αποδεκτή μόνο υπό προϋποθέσεις:

Η μητέρα μου είναι δυσαρεστημένη μαζί μου.
Ο πατέρας δεν νοιάζεται
Λέει ότι δεν χρειάζεται να παντρευτώ
Μόνο για να δώσω ένα όνομα σ’ αυτό που έχω στην κοιλιά μου.

Πολλοί γονείς, ιδίως μανάδες, συχνά (συνειδητά ή ασυναίσθητα) στραγγαλίζουν τα παιδιά τους, όταν έρχονται εκείνες οι στιγμές, που αναδύονται εντός τους όσα εκείνες υπέφεραν από τους δικούς τους γονείς και αμύνονται προβάλλοντάς τα πάνω στα δικά τους παιδιά, αφού δεν μπορούν να αποκόψουν ποτέ τον «άλλο» ομφάλιο λώρο που τα δένει μαζί τους, αυτόν της εξουσίας που πηγάζει από το «εγώ σε γέννησα, εγώ σε μεγάλωσα, μου χρωστάς, χάρη σε μένα υπάρχεις»,
μιλώ για τότε,

Όταν οι μητέρες πρέπει να αποφασίσουν να σώσουν
Ή να εκτελέσουν τα παιδιά τους.

Εξουσία συνεπάγεται υπακοή. Απλά μαθηματικά:

και η μαμά θα με έστελνε στο δωμάτιό μου
όπου θα καθόμουν
μέχρι να μάθω να μην παρακούω.

Γυναίκα, που κάποιες φορές κερδίζει το λαχείο και βρίσκει αυτόν που αισθάνεται για εκείνην έτσι:

Γυναίκα, μια που σ’ αγαπάω ό,τι κι αν κάνεις…

ή πέφτει (η τύχη φταίει;) και προσκολλάται πάνω σε κείνον, για τον οποίο τρέφει αυταπάτες και μόνο μετά από καιρό μπορεί να συνειδητοποιήσει ποιος ήταν,
μένοντας κατάπληκτη που ο άντρας των ονείρων της
είναι ένας εφιάλτης, που είναι ευτυχισμένος
μονάχα όταν την κάνει να υποφέρει,
ή σε κείνον που δεν θα βλέπει την ώρα

… να δραπετεύσει από την πατρότητα όπως κάθε άλλος άντρας
που δεν είχε σκοπό να παραμείνει για καιρό…

Γυναίκα, που όταν γίνει μάνα η ίδια, θα ακολουθήσει την πεπατημένη, πλάθοντας τον γιο της κατά τα δικά της βιώματα:

… έτσι γιε μου,
πρέπει να χτυπάς τη Ροζίτα συχνά.
Πρέπει να γνωρίζει το βάρος του χεριού ενός άντρα,
οι μελανιές που είναι όπως οι πληγές του Χριστού…
… Και πρέπει να είναι πάντα έγκυος
αν όχι με παιδί
τότε με τη γνώση
ότι είναι ζωντανή χάρη σ’ εσένα.

Ανεξάντλητο θέμα, προσφιλές και άξιο λόγου σε όσους ορθώνουν το ανάστημά τους απέναντι στα καθωσπρέπει, σε όσους τολμούν να τραβάνε απότομα τις κουρτίνες, όπως λ.χ. στην Πολωνέζα Βισουάβα Σιμπόρσκα (1923-2012):

«Πρέπει να είναι πρόθυμη να δίνει ευχαρίστηση.
Να αλλάζει έτσι που τίποτα να μην αλλάξει…
Κοιμάται μαζί του σαν να ήταν κάποια τυχαία γνωριμία,
σαν τη μοναδική και μόνη γνωριμία.
Θα του γεννήσει τέσσερα παιδιά, ένα παιδί, κανένα…
Αδύνατη αλλά σηκώνοντας τα πιο βαριά φορτία…» [1]
ή στην Αμερικανίδα Ανν Σέξτον (1928-1974)
«Και η γυναίκα;
Η γυναίκα λούζει την καρδιά της.
Της την ξεκόλλησαν
κι επειδή είναι καμένη
και σαν μια πράξη τελευταία
την ξεπλένει στο ποτάμι.
Αυτό είναι το παζάρι του θανάτου». [2]

Ο πόλεμος των φύλων, αντί του έρωτα, του μοιράσματος, της αγάπης. Ανταγωνισμός που τα θέλει όλα στρεβλά στην ψυχασθενική εικονική του πραγματικότητα:

Μετά σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα τραπέζι και χορεύω,
Περιμένοντας να ακούσω τι εντάξει αγόρι που είμαι,
Πατέρας, γιος και κόρη, ένα επιτέλους.

Μέσα σε όλα αυτά και η κακοποίηση και μάλιστα από εκεί που δεν το περιμένεις ή δεν το φαντάζεσαι καν:

καθώς ο παππούς με σηκώνει
και τρίβει τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια μου…
… Όταν αναρωτήθηκα
γιατί με ελκύουν οι άντρες που με αηδιάζουν
γύρισα πίσω στον χρόνο…
κι εκεί βρήκα τον παππού να περιμένει,
με το χέρι απλωμένο να με σηκώσει ψηλά
γυμνός και υγρός
εκεί που με έτριβε…
«Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό.
Είμαι μόλις δέκα χρονών»,
κι αυτός είπε, «Είσαι αρκετά μεγάλη για να ξέρεις».

Κόλαση επί γης. Όχι πολύ μακριά:

Η κόλαση απέχει όσο η επόμενη ανάσα σου
και ο παράδεισος είναι αφάνταστα μακριά.
Η μία πύλη μετά την άλλη στέκεται ανάμεσα σ’ εσένα και τον Θεό,
λοιπόν γιατί να μην συναντήσεις τον διάβολο καλύτερα;
Αυτός τουλάχιστον έχει χρόνο για τους ανθρώπους

γιατί κατά την Άι, την Αγάπη, η γέννηση ίσως να είναι τιμωρία
Ποιος νοιάζεται αν υποφέραμε άραγε
ή ακόμα που μας αποκαλούσαν φίλους,
γιατί τελικά συμφωνούν
πως πήραμε αυτό που μας άξιζε επειδή γεννηθήκαμε.
και ο από μηχανής, απαιτητικός, αφού

… ο Θεός είναι μια επιθυμία που δεν μπορείς να ικανοποιήσεις.
Πρέπει να Του παραδοθείς ή να πεθάνεις.

Ακόμα και η απόδοση αρσενικού φύλου στον Θεό μπορεί να τον καταστήσει απόμακρο σε κάποιους:

Τότε τη φώναξα γυναίκα
επειδή ήξερα τι σήμαινε αυτό.
Αλλά σε ονομάζω Θεέ μου, Πατέρα,
και μου είσαι εντελώς ξένος.

Απομακρύνεσαι έτσι από την αγκαλιά της συγχώρεσης και αναζητάς κουράγιο στα απλά, στα ασήμαντα, στα καθημερινά. Προσπαθείς να αντλήσεις δύναμη από τη δύναμή τους και με αυθυποβολή να αντέξεις τη μοναξιά και το κάθε τι που σε πληγώνει:

Δεν σε συγχωρώ που έφυγες.
Βγάζω την πατάτα από την τσέπη μου.
Μια δαγκωματιά, και άλλη μια,
μονάχα να έφτανε αυτό
για να ζήσουμε αιώνια.

Το ποτάμι της ζωής οδεύει προς το δέλτα του χρόνου, αφήνοντας πριν από το τελειωτικό σμίξιμο με τον τεράστιο θαλάσσιο κόλπο, προσχώσεις αυτογνωσίας:

… Είμαι εγώ.
Είμαι η μόνη βρόμικη συνήθεια
που δεν μπορώ να κόψω,
ουρλιαχτά επιθυμίας:
Θέλω τη ζωή μου πίσω,
τις υπέρμετρα διαυγείς ημέρες
τις νύχτες που μύριζαν οργή,
αλλά έχει χαθεί,
διδαχές, μεταφορές εμπειρίας:
Θέλω να σου διδάξω πώς είναι
να ζεις τη ζωή σου για κάποιον άλλο
χωρίς να σέβεσαι τον εαυτό σου

διαπιστώσεις καρυωτακικές:

… μετά γύρισες πάλι στην
απάθεια,
όπως κάνουμε όλοι, σαν ξεμπερδέψουμε
με την ανοησία της ζωής,
εικόνες σκληρές, Σαχτουρικές:
Για μέρες δεν είχε τίποτα να φάει
και κόβει ψωμί από το χέρι της αδελφής σου
προτού να την πυροβολήσει στο κεφάλι
και να σπάσει όλα τα πιάτα

που καταλήγουν σε επιγράμματα-αποστάγματα:

Τις σκληρές αλήθειες δεν τις παίρνεις πίσω,
ούτε τις αναδιατάσσεις σαν τα κομμάτια του Scrabble
για να φτιάξουν άλλη λέξη που να μην είναι θανατηφόρα.
Όλα δοσμένα με την πρώτη ύλη των ποιητών για να φέρουν το ποίημα στην εδώ ζωή, τις λέξεις και μάλιστα με απλές, καθημερινές, σαν αυτές που προτιμούσε ο Λειβαδίτης. Μετά από μόχθο, πάλη, απερίγραπτες και ανεξήγητες εσωτερικές διεργασίες, οι λέξεις κεντάνε και πονάνε:

Λέξεις, λες νεαρά κορίτσια σ’ έναν κύκλο, να κρατούν τα χέρια,
και να ξεκινούν την ανάληψη στον ουρανό…
και πάνω απ’ όλα
εγώ εκεί να επιπλέω,
να λοιπόν πώς είναι
μόνο δέκα φορές πιο καθαρό,
δέκα φορές πιο φρικτό.
Ποιος ζωντανός θα το άντεχε;

Ίσως λοιπόν να μην είναι μόνο «αιρετικά παραμύθια» αλλά και «αναίρεση της περί την γυναίκα παραμυθίας». Είναι πασιφανώς και καταγγελία των ετσιθελικών ρόλων που της φορτώνουν αλλά και των όσων μόνη της βάζει στην πλάτη. Είναι γκρέμισμα και αποκαθήλωση του ειδώλου της, με ταυτόχρονη «ολική επαναφορά» στην πραγματική της διάσταση ως Ανθρώπου, η οποία εμπεριέχεται αυτούσια και στη θεϊκή της διάσταση, ως «καθ’ ομοίωσιν» για τους εν αγάπη Χριστού διάγοντες. Είναι η άρση των κανόνων του κόσμου των ανδρών, η έκκληση για ισότιμη, ισοπολιτειακή συμπόρευση επί γης.
Είναι κραυγές για βήματα με τον έναν στο πλευρό του άλλου, με το φύλο να είναι σύμμαχός τους και απαραίτητο συμπλήρωμα αλλήλων. Είναι καμπάνες στίχων, σημαίνουσες την ανάδειξη της ευλογίας τού να είσαι άνθρωπος διαμέσου της κατάδειξης των παθογενειών του ισχύοντος status quo και του αντίστοιχου modus vivendi. Προέρχονται από μια ισχυρή γυναικεία προσωπικότητα, που μέσα από την άρνηση προσπάθησε να δείξει το φως της κατάφασης. Πηγάζουν από μια ανθρώπινη ύπαρξη που δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται, ακόμα και όταν ο καρκίνος του στήθους της άλωσε το σώμα:
και ήξερε ότι θα πεθάνει από αυτό,
Αλλά δεν θα παραδινόταν σε αυτό.
Ναι.
Γιατί η Άι, δεν παραδόθηκε. Ναι.
Η τελευταία λέξη τα λέει όλα. Μένω σε αυτήν.
Άι. Αγάπη. Ναι.

Γιώργος Ρούσκας