Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Τρικαλιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Τρικαλιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Όμορφα καλοκαίρια... του Σταύρου Τρικαλιώτη μαζί με μία φωτογραφία του Ken Heyman


Όμορφα καλοκαίρια...

του Σταύρου Τρικαλιώτη

μαζί με μία φωτογραφία του Ken Heyman



Τώρα γκρεμίστηκε

το σπίτι

που ζούσαμε -με νοίκι-

παιδιά.

Χάθηκαν τα μπλε

παραθύρια

που τα φρεσκάριζα

με λαδομπογιά

τα όμορφα καλοκαίρια.

Κι η μητέρα

στην κουζίνα να τηγανίζει

πατάτες

που μού άρεσαν!

Πού είσαι τώρα,

μητέρα;

Έσβησες,

κατέρρευσες κι εσύ

από τά πικρά ποτήρια

της ζωής,

όπως το σπίτι

με τα όμορφα λουλούδια

στις γλάστρες.

Πόσο θα ᾽θελα

να σε ξανάβλεπα

μητέρα,

έτσι σκυμμένη στο παλιό τηγάνι

να τραγουδάς τα τραγούδια

της παλιάς Αθήνας...

Να μού στέλνεις

που και που

κανένα λουλούδι

από τον κήπο σου

μητέρα,

και να μού γράφεις

- σε τσαλακωμένα χαρτάκια-

πώς περνάς

στη νέα σου κατοικία.

Κι από κάτω:

με αγάπη,

η μητέρα σου...



π. Στ. Τρικ.

4 / 07 / 2019

Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Μόλις πού προλαβαίνουμε... (ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)



Μόλις πού προλαβαίνουμε...
(ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)








Ἄστο

πονάει,

θέλει τόν χρόνο του

νά γιάνει.

Τό γιατρεύει

ἡ σιωπή,

τά ἀθῶα

παιδικά δάκρυα

καί ἡ σκέψη

γιά τά ὄμορφα καλοκαίρια

πού μᾶς περιμένουν.

Κυρίως ὅμως,

ἡ εἰλικρίνεια,

τό προνόμιο τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων

τοῦ μόχθου

καί ὄχι τῶν σαλονιῶν

καί τῆς ραστώνης.

Τό βλέπω,

κάνεις φιλότιμες προσπάθειες

νά εἰσχωρήσεις

στά βάθη τῆς ὕπαρξης.

Εἶναι ὄμορφο τό ταξίδι

πού μᾶς στέρησαν κάποτε

οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς

καί τά πελώρια κύματα

πού ράπιζαν

τά κουρασμένα μας πρόσωπα.

Σέ λίγο ξημερώνει.

Πρέπει να βιαστοῦμε.

Μόλις πού προλαβαίνουμε

τό πλοῖο τῆς γραμμῆς.

Μόλις πού προλαβαίνουμε

τόν ἥλιο πού ἀνατέλλει...



Σταύρος Τρικαλιώτης



31 / 05 / 2019

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

το καΐκι του π. Σταύρου Τρικαλιώτη μαζί με μια ζωγραφιά του Σωτήρη Σόρογκα


το καΐκι
του π. Σταύρου Τρικαλιώτη
μαζί με μια ζωγραφιά του Σωτήρη Σόρογκα



Σάπισε το καΐκι

στο λιμάνι

της απόγνωσης.

Παρατημένο

από τ᾽ αφεντικό του

αποζητά

μεταγγίσεις αίματος.

Θλιμμένα γλαρόπουλα

του ξύνουν

τα ξεραμένα χρώματα.

Κι η άρμη που το ραίνει

το κατακαλόκαιρο

το στολίζει με δάκρυα

στο χρώμα της πορφύρας.

Μόνιμη παρέα του

τ᾽ αλητάκια του γιαλού

που γδέρνουν με το σουγιά

την ηλιοκαμένη σάρκα του.

Ένας χειμώνας ακόμα

και τίποτε

δεν θα θυμίζει

τις δόξες του

τις αλλοτινές.

Μόνο κάτι βράδια

μ᾽ ολόγιομο φεγγάρι

το άκουσαν

περαστικοί

κάποιοι ναυτικοί

να σπαράζει με λυγμούς

και να ψελλίζει

ένα πανάρχαιο μοιρολόγι

σε στίχους ομηρικούς

που δεν τους ματαείδα

ούτε στην Ιλιάδα

μα ούτε στην Οδύσσεια...



π. Σταύρος Τρικαλιώτης

(15 / 02 / 2019)
(Σωτήρης Σόρογκας, παλιό καΐκι στη Βιστονίδα)

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Ὑπαίθριος ὕπνος (ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)


Ὑπαίθριος ὕπνος

(ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)




Ὁ ὕπνος

σάν λεπίδι κοφτερό

ἔμπηξε τά νύχια του

στά σκοτάδια

τῆς μνήμης.





Καλοκαιρινός ἐφιάλτης

στό φεγγαρόφωτο.

Τό μαξιλάρι

εἶχε μουλιάσει

ἀπό δάκρυα καί αἷμα.





Βλέμματα μοχθηρά

κατασκόπευαν μέ ἀναίδεια

τή μικρή ζωή μας

τήν ἀσήμαντη.





Κι ἔπειτα

ἡ μετακόμιση

σέ ἀστική περιοχή

μακριά ἀπ᾽ τούς

συνοικιακούς ρουφιάνους

τόν μουχλιασμένο ἀέρα.





Τώρα μπαίνει ὁ ἥλιος

στήν κάμαρη.

Τώρα ἀνθίζει ἡ ἐλπίδα

στόν κῆπο μας.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

"Κάποτε" του Σταύρου Τρικαλιώτη μαζί με τα Κύματα του Παναγιώτη Τέτση


"Κάποτε"
του Σταύρου Τρικαλιώτη
μαζί με τα Κύματα του Παναγιώτη Τέτση



Κάποτε

Μου άρεσε να αιχμαλωτίζω

Τις σκέψεις μου σε ένα μπλοκάκι

Και να τις κάνω μικρά στιχάκια.

Τώρα κάθομαι στην ακρογιαλιά

Και γράφω στην άμμο

Λέξεις σπάνιες

Που δεν τις καταλαβαίνουν οι πολλοί.

Στο τέλος τις σβήνει ο δυνατός άνεμος.

Και σαν κρυώσω

Σκουπίζω γρήγορα γρήγορα

Τα δάκρυά μου

Μην τα δουν τα νυχτοπούλια

Και γελάσουν

Και τρέχω έντρομος να κρυφτώ

Στη μυστική σπηλιά...



π. Σταύρος Τρικαλιώτης

23/ 10 / 2018
("Κύματα" του Παναγιώτη Τέτση)

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Σέ χρόνο Παρακείμενο ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη με μια φωτογραφία του Δημήτρη Λέτσιου


Σέ χρόνο Παρακείμενο
ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη
με μια φωτογραφία του Δημήτρη Λέτσιου


Σέ χρόνο Παρακείμενο
ἀθορύβως
ἀνέσυρα τό πῦον
ἀπ᾽ τῆς ψυχῆς
τά κατάβαθα.

Σκυμμένος
στόν ἀγρό τῆς θλίψης
βίδωσα μέ κόπο πολύ
τούς ξερχαβαλωμένους μεντεσέδες
τοῦ ραγισμένου ἐπίπλου.

Ὁ ἥλιος τοῦ ἀπομεσήμερου
ἔκλεψε τις μύχιες σκέψεις μου
καί μέ βαρκούλα γαλανή
τίς ταξίδεψε
στήν Πολιτεία τῶν ὀνείρων μου.

Τώρα στήν ἀκροθαλασσιά
μόνος
προσπαθώ ν᾽ ἀποκρυπτογραφήσω
τά μανιασμένα κύματα
μιᾶς ἐπερχόμενης φουρτούνας...



π. Σταύρος Τρικαλιώτης
(η φωτογραφία του Δημήτρη Λέτσιου)

Τρίτη 29 Μαΐου 2018

"Παλιά γειτονιά" διήγημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη και μαζί μια φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη


"Παλιά γειτονιά" 
διήγημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη
και μαζί μια φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη








   Δέν ἔφυγες. Μέ περιμένεις ἐκεῖ σκονισμένη ἀπό τήν πολυκαιρία, στό τετράδιο ᾽Εκθέσεων τῆς ἕκτης Δημοτικοῦ, στήν ἔκθεση «Ἡ Γειτονιά μου». Ἔχω χρόνια νά σέ διαβάσω. Εἶσαι στήν πέμπτη καἰ στήν ἕκτη γραμμή. Κάθεσαι στήν πολυθρόνα τοῦ σκηνοθέτη, φορᾶς τό ζεστό βαθυπράσινο σάλι σου, τά στρογγυλά μαῦρα γυαλάκια σου καί μᾶς ρίχνεις κλεφτές ματιές μέ τά μεγάλα βαθουλωτά σου μάτια. Κανένας δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τό διαπεραστικό βλέμμα σου.

   Ἔρχομαι δειλά δειλά γύρω στίς ἕνδεκα τό πρωί. Σέ καλημερίζω. Μοῦ χαμογελᾶς μέ τά σαρκώδη κατακόκκινα χείλη σου καί ἀρχίζεις νά ψάχνεις τίς τσέπες τῆς ρόμπας σου. Μοῦ κάνεις νόημα νά ἔρθω κοντά σου καί μέ φιλεύεις 3- 4 καραμέλες. Σκύβω εὐλαβικά καί σοῦ φιλάω ἀπό σεβασμό τό χέρι σου.

   Εἶσαι πάντα κρυμμένη σέ αὐτήν τήν Ἔκθεση! Ὅμως προχθές βγῆκες ἀπό τό πολυκαιρισμένο χαρτί - δέν ξέρω τί σέ ἔπιασε- καί ἦρθες νά σκαλίσεις τή μνήμη μου. Δέν γνωρίζω γιατί ἦρθες. Ἐγώ σέ εἶχα ξεχάσει. Ὄχι, ψέματα λέω. Δέν σέ εἶχα ξεχάσει. Σέ θυμᾶμαι πάντοτε μυστικά, ἀθόρυβα, ὅταν σκύβω τό κεφάλι μου στήν Ἄκρα Ταπείνωση. Ἔρχεσαι τότε σάν ἀστραπή, μοῦ χαμογελᾶς, παίρνεις τό δῶρο σου καί φεύγεις ἀμέσως. Ἀπό δίπλα σου ἔρχονται καί οἱ ἀγαπημένες σου θυγατέρες. Τίς θυμᾶμαι πού καμιά φορά μέ μάλωναν, ἀλλά στό τέλος πάντοτε φιλιώναμε. Φεύγουν κι αὐτές γρήγορα γρήγορα σάν τόν καπνό. Ποῦ πάνε ἄραγε καί εἶναι τόσο βιαστικές; Πάντως ὄχι στό τετράδιο τῶν Ἐκθέσεων. Ἐκεῖ εἶναι ἄψυχες. Ζωντανεύουν στή μνήμη μου μόνο ὅταν τίς διαβάζω.

   Ὅμως προχθές - τί ὄνειρο Θεέ μου κι αὐτό!- παρουσιάσθηκες- λέει- ξαφνικά μπροστά μου, μοῦ χαμογέλασες μέ αὐτό τό ἀλησμόνητο σεραίικο χαμόγελο, κάτι ψιθύρισες κι ἐγώ ἦρθα κοντά σου κι ἔκλαιγα ἀπαρηγόρητα καί σέ ἀποκαλοῦσα μητέρα καί σοῦ ἔλεγα μέ λυγμούς πόσο πολύ σέ ἀγαποῦσα.  Ἄκου πράγματα! Ἀλλά ἐσύ δέν ἔδειξες νά συγκινεῖσαι καθόλου.

   Σηκώθηκες ἀπό τήν πολυθρόνα σου, ἔριξες γρήγορα πάνω σου τό βαθυπράσινο σάλι κι ἔφυγες δίχως νά μέ χαιρετίσεις. Ἤσουν μόνη τώρα, χωρίς τίς θυγατέρες σου. Φαινόσουν εὐχαριστημένη. Μοῦ χαμογέλασες - τό θυμᾶμαι πολύ καλά αὐτό τό γλυκό σου χαμόγελο- ἀλλά δέν μοῦ μίλησες. Σάν νά μήν εἶχες φωνή ἤ σάν νά ἔπνιγαν τήν φωνή σου δάκρυα.

   Τήν ἄλλη μέρα σέ σκεφτόμουν διαρκῶς. Σκαρφάλωσα στό πάνω ντουλάπι. Ξεχώνιασα τό τετράδιο Ἐκθέσεων καί σέ βρῆκα πάλι ἐκεῖ. Στήν παλιά μας Γειτονιά μέ τίς πολλές γλάστρες καί τά κολλητά μας δωματιάκια. Τώρα καθόσουν κάτω ἀπό τόν μεγάλο πλάτανο. Ἧταν καλοκαιράκι. Οἱ ἀχτίδες τοῦ ἥλιου ἔπεφταν στά μεγάλα σου φρεσκοπλυμένα μαλλιά καί τά ἔκαναν χρυσαφένια. Θυμήθηκα πού ἄνοιξες τό μικρό σου μαῦρο πορτοφολάκι καί μέ φίλεψες ἐκεῖνον τόν Αὔγουστο γιά τήν ἐπιτυχία μου, πού τήν εἶχες χαρεῖ σάν δική σου.

   Πόσα χρόνια πέρασαν ἀπό τότε! Ὅμως ἐσύ στέκεσαι ἐκεῖ, στή μικρή μας γειτονιά καί μᾶς βάζεις ὅλους στό ζεστό σου σάλι νά μήν κρυώνουμε τά χειμωνιάτικα βράδια.

   Καληνύχτα γιαγιά...

π. Σταύρος Τρικαλιώτης

27 / 05 / 2018,

Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς
(η φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη)

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Ἔμαθα τό μυστικό του π. Σταύρου Τρικαλιώτη και μια φωτογραφία των: Deb Young και Francisco Diaz


Ἔμαθα τό μυστικό
του π. Σταύρου Τρικαλιώτη

και  μια φωτογραφία των: Deb Young και Francisco Diaz






Ἦρθε ἡ βροχή

κι ἀπόπλυνε τόν ρύπο

τόν ἐντός μου.





Τώρα μπορῶ

μέ δροσερές ἀνταύγειες

νά σ᾽ ἀντικρύσω.





Κλαίει τό πουλί

στή σιγαλιά τῆς νύχτας

παραδομένο.





Κι ἕνα παιδί

νανουρισμένο κοιμᾶται

ἀπό τά κύματα.





Ἀνοίγω φτερά

τῆς λησμονιᾶς στολίδια

γιά νέα ζωή.





Ἔμαθα τό μυστικό

πού κρύβουνε οἱ νότες

στό πεντάγραμμο.



 π. Σταύρος Τρικαλιώτης

(Φωτογραφία: Deb Young - Francisco Diaz, The New Girl)

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Μην έρχεσαι τα βράδια (ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη) και μια φωτογραφία της Αρετής Γκούμα


Μην έρχεσαι τα βράδια

(ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)
και μια φωτογραφία της Αρετής Γκούμα








Δίπλα σου
σπασμένα μάρμαρα
ραγισμένα κόκκαλα
και φωτογραφίες
προσώπων αγαπημένων
ποτισμένες με δάκρυα πικρά
και αλλοιωμένες
από του ήλιου
το σφυροκόπημα.


Συγχώρα με που
δεν άντεξα
κοντά σου νά ᾽ρθω
ν᾽αντικρύσω
σάρκες λιωμένες
και μάτια φαγωμένα.


Λυσασμένα αυτοκίνητα
διέσχιζαν την οδό
Αναπαύσεως
και μαύρα πουλιά
τραγουδούσαν τραγούδια
αλλόκοτα
που μου χαράκωναν την ψυχή.

Το απομεσήμερο
όταν οι εργάτες είχαν φύγει
ήρθα κοντά σου
μέ λάδι και κρασί
να απαλύνω κάπως
τις πληγές σου.

Ξέρω πως
έχεις συγχωρέσει
το δειλό σου παιδί
και θα μου χαμογελάσεις
όπως τότε
που τραγουδούσες
την Παλόμα
τα όμορφα βράδια
του Καλοκαιριού.

Μόνο σε παρακαλώ,
Μητέρα,
μην έρχεσαι τα βράδια
του χειμώνα
γιατί σε περνάω
για ζωντανή
και βουρκώνω.

Κοιμήσου
τον ύπνο των δικαίων
αναπαύσου εκ των μόχθων
της ταλαιπώρου σου
ζωής...



π. Σταύρος Τρικαλιώτης

Αγία Παρασκευή 16 / 02 / 2018






Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Δώδεκα λέξεις (ποίημα) π. Σταύρου Τρικαλιώτη και μια φωτογραφία του Γρηγόρη Ζερβάκου


Δώδεκα λέξεις

(ποίημα)

π. Σταύρου Τρικαλιώτη
και μια φωτογραφία του Γρηγόρη Ζερβάκου








Δώδεκα λέξεις
ἁπλές ὄμορφες σημαντικές
πού χαράχθηκαν σάν μέ σουγιά
σέ φλούδα δέντρου
κάποτε…
Ἀμέτρητες φορές τίς διάβασες
κι ἄφησαν τ᾽ἀποτύπωμά τους
στά ἐνδότερα τοῦ
καταπετάσματός σου.
Ἄν εἶχαν φωνή
θά τραγουδοῦσαν τό τραγούδι
τῶν ἀηδονιῶν
στό γλυκοχάραγμα μιᾶς
ἀνοιξιάτικης μέρας.
Ἐσύ ὅμως τίς ἔκανες
δάκρυ καί προσευχή
γλυκιά συντροφιά
στίς σκληρές μέρες
τοῦ βίου.


π. Σταύρος Τρικαλιώτης



Ἁγία Παρασκευή 4 / 01 / 2018

(η φωτογραφία του Γρηγόρη Ζερβάκου)

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Ἀναμνήσεις  (ποίημα) π. Σταύρου Τρικαλιώτη και δύο φωτογραφίες του Μahmoud Merjan


Ἀναμνήσεις

 (ποίημα)

π. Σταύρου Τρικαλιώτη

και δύο φωτογραφίες του Μahmoud Merjan




Ἀναμνήσεις μιᾶς ζωῆς

χτυποῦν ἐπικίνδυνα

-τά βράδια-

τή ραγισμένη πόρτα.



Σάν μαχαίρι

μέ κόψιμο γλυκό

εἰσχωροῦν ὕπουλα

σέ βάθη ἀπροσπέλαστα.



 Τά μάτια μου στέρεψαν

ἀπ᾽ τήν ἀγρύπνια,

δέν ἔχω τίποτα

νά τίς φιλέψω.




Παίρνουν τόν δρόμο

τοῦ γυρισμοῦ

ἄπραγες.

Ἔμαθα δά

τόσο καιρό τά

τερτίπια τους

Καί… θωρακίστηκα!



Ὅμως τίς φοβᾶμαι πολύ

Γιατί ἔρχονται

Κάποτε κάποτε

ἐκδικητικές

κι ἀναζητοῦν σημεῖα μας

ἀδύναμα

γιά νά πάρουν

τή ρεβάνς.

π.Σταύρος Τρικαλιώτης
     Ἁγία Παρασκευή

24 / 11 / 2017

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017


Μιά ἔγνοια μέ πνίγει

(διήγημα)

π. Σταύρου Τρικαλιώτη






«Ὁ ἀγέρας φυσάει ξαφνικός

ἡ καρδιά μου παγώνει

καί ρωτιέμαι μά δέν ξέρω τό γιατί·





μιά ἔγνοια μέ πνίγει

γιά ὅ,τι συμβαίνει ὅ,τι δέν συμβαίνει

γιά ὅ,τι θά συμβεῖ



καί ψάχνω μά δέ βρίσκω τό γιατί.»*



Διάβασε αὐτό τό ποίημα καί τοῦ ἄρεσε γιατί ἀντικατόπτριζε ἐκείνη τή στιγμή τίς σκέψεις καί τή τήν ψυχολογική του διάθεση. Ἐδῶ καί μερικές ἡμέρες εἶχαν συμβεῖ πολλά δυσάρεστα στή ζωή του. Αἰφνίδια ἀπώλεια προσφιλοῦς του προσώπου, οἰκονομική δυσπραγία καί ἄλλα ἀπρόσμενα γεγονότα, πού τόν εἶχαν ὁδηγήσει σέ ἀδιέξοδο καί τοῦ εἶχαν δημιουργήσει ἕνα αἴσθημα ἀνικανοποίητου.

   Τίποτε πλέον δέν τόν εὐχαριστοῦσε, οὔτε ἡ παρέα τῶν φίλων του, οὔτε τό θέατρο οὔτε ὁ κινηματογράφος, μά οὔτε καί οἱ ἀγαπημένες του ἐκδρομές στά χιονοδρομικά κέντρα, οἱ ὁποῖες παλαιότερα ξετρέλαιναν.

   Μαγείρευε πλέον μηχανικά πολύ ἁπλά φαγητά - ἦταν ἐργένης- μόνο ἀπό ἀνάγκη καί γιά νά ἔχει νά βάλει μιά μπουκιά στό στόμα του.

   Εἶχε ἀρχίσει νά σκοτεινιάζει γιά τά καλά. Μέσα Δεκεμβρίου καί ἡ Ἀθήνα ντυνόταν τά γιορτινά της. Ὅμως, ὅλα αὐτά τόν Ἀνέστη τόν ἄφηναν ἐντελῶς ἀδιάφορο. Καθόταν μέ τίς ὧρες στόν καναπέ ἤ στό γραφεῖο του καί ἄφηνε σέ ἕνα σωρό «γιατί» νά τορπιλίζουν τό μυαλό του. Τό κρύο τοῦ χειμώνα εἶχε κάνει κατάληψη καί στήν καρδιά του. Ἦταν ἔξυπνος ἄνθρωπος – εἶχε βγάλει τό Φυσικό μέ ἄριστα- ἀλλά αὐτή του ἡ ἐξυπνάδα ἔκανε πιό αἰσθητή τήν τραγωδία του.

   Σκεφτόταν, σκεφτόταν πολύ. Ἔκανε πολλούς καί περίπλοκους συλλογισμούς καί ὅλο ἀναρωτιόταν γι᾽ αὐτά πού τοῦ εἶχαν συμβεῖ καί τόν βασάνιζαν. Ὁρισμένα δέν μποροῦσε νά τά χωνέψει μέσα του. «Θά μποροῦσε αὐτό νά μή μοῦ εἶχε συμβεῖ. Θά μποροῦσε νά μήν εἶχε πεθάνει τώρα τό ἀγαπημένο μου πρόσωπο. Θά μποροῦσαν τά οἰκονομικά μου νά εἶναι πιό ἀνθηρά», σκεφτόταν καί τόν ἔπιανε τό πικρό παράπονο. «Ἔπειτα εἶναι ζωή αὐτή πού κάνω; Ἕνας ἐργένης εἶμαι πού σπατάλησα τά καλύτερα χρόνια τῆς ζωῆς μου σέ ταξίδια καί διασκεδάσεις καί ὅλο ἀνέβαλα τά σχέδια γιά τήν ἀποκατάστασή μου, πού ποτέ τελικά δέν ἦρθε. Καί τί κατάφερα στή ζωή μου; Ἔμεινα ἕνας μαγκούφης καί μισός. Καί τώρα πού ἦρθαν ἀπανωτές οἱ δυσκολίες καί τά προβλήματα, δέν ξέρω πώς νά τά διαχειριστῶ».

   Ὧρες ὧρες αὐτές οἱ σκοτεινόχρωμες σκέψεις τόν τόν πανικόβαλαν. Καί τότε ἄρχιζε νά ἀνησυχεῖ σοβαρά γιά τήν ψυχική του ὑγεία. «Ἔτσι πού πάω, σίγουρα θά πέσω – τό λιγότερο- σέ κάποια μορφή κατάθλιψης ἤ καί σέ κανένα βαρύτερο ψυχικό νόσημα καί ἄντε μετά νά ξεμπλέξεις μέ τούς ψυχιάτρους καί τά ἀναγκαῖα φάρμακα πού θά μοῦ χορηγήσουν. Θά καταντήσω σάν φυτό, ὅπως τίς προάλλες ὁ φίλος μου ὁ Ἀρίστος, πού στό τσάκ τή γλίτωσε ὁ καημένος ἀπό τό ψυχιατρεῖο. Κι ἄν μπεῖς στή φωλιά τοῦ κούκου, τήν ἔβαψες, κατά τό κοινῶς λεγόμενο. Ὁ Θεός νά σέ φυλάει!»

   Μέσα στήν παραζάλη του θυμήθηκε τή συχωρεμένη τή μητέρα του – καλή της ὥρα ἐκεῖ πού βρίσκεται- ἡ ὁποία σέ άνάλογες δύσκολες καταστάσεις πού ἀντιμετώπιζε, τοῦ πρότεινε νά διαβάζει στίχους ἀπό τούς Ψαλμούς τοῦ Δαυίδ. «Εἶναι βάλσαμο γιά τήν ψυχή, παιδί μου», τοῦ ἔλεγε. «Πόσα καί πόσα βάσανα δέν πέρασα κι ἐγώ στή ζωή μου; Κι ὅμως, τά ξεπέρασα γιατί πάντα κατέφευγα στήν προσευχή καί στήν καρδιακή ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου. Ἐκεῖ ἔβρισκα τή λύση σέ ὅλα μου τά προβλήματα, ἐκεῖ ἔβρισκε παρηγοριά ἡ ψυχή μου. Ἦταν σάν νά μιλοῦσε στήν καρδιά μου ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Ἔφερε στό νοῦ του τή μητέρα του σάν νά ἦταν ὁλοζώντανη, σάν νά τόν χάιδευε καί νά τόν ἀγκάλιαζε, ὅπως τότε πού ἤτανε παιδί.

   «Σέ κάποιο ράφι τῆς βιβλιοθήκης μου ἔχω καταχωνιασμένο τό Ψαλτήρι τῆς μητέρας μου», σκέφτηκε. «Γιά νά δοκιμάσω νά τό διαβάσω λίγο, δέν ξέρεις καμμιά φορά τί γίνεται! Ἔπειτα εἶναι ἡ εὐχή καί ἡ πείρα τῆς μανούλας μου. Λίγο τό ἔχεις;»

   Ἔπειτα ἀπό πολύ ψάξιμο βρῆκε τό Ψαλτήρι. Τό ἄνοιξε μέ λαχτάρα. Στήν πρώτη σελίδα διάβαζε:



ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ

ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ

Ἐν Λονδίνῳ 1948



Τό τομίδιο μέ τούς Ψαλμούς, πού κρατοῦσε πλέον στά χέρια του, ἦταν πολύ ὄμορφο. Εἶχε μικρά τυπογραφικά στοιχεῖα – γιά ἐξοικονόμηση χώρου-, ὄμορφη ἀρίθμηση μέ ἐναλλαγή γραμμάτων καί ἀριθμῶν, καί ποιητική διάταξη τῶν στίχων. Στή δεύτερη σελίδα παρατήρησε σημειωμένα μέ μολυβάκι τά γραμμματάκια τῆς μητέρας του: Καλλιόπη Βράχου, 18 Ὀκτωβρίου 1951.

   «Τότε πρέπει νά ἦταν εἴκοσι ὀκτώ χρόνων κι ἐγώ μικρό παιδάκι πέντε χρόνων» συλλογίστηκε. Συγκινήθηκε καί χωρίς νά τό καταλάβει μερικά δάκρυα πότισαν τά μάγουλά του. Δάκρυα πολύ καυτά. Ἔνιωσε σάν νά καθάρισε ἡ ὅρασή του καί ξαφνικά νά εἶχε ἀνακαλύψει ἕνα καινούργιο νόημα στήν πεζή καί ἄχαρη ζωή του. Θυμήθηκε τά ὄμορφα παιδικά του χρόνια καί τά γλυκά ὄνειρα πού ἔκανε τότε γιά τή ζωή του. Τόν ἐνθουσιασμό καί τό πεῖσμα πού τόν χαραχτήριζαν.

Ἄρχιζε νά ξεφυλλίζει τό τευχίδιο μέ τούς Ψαλμούς, ὥσπου ἔφτασε στήν τελευταία σελίδα. Ἐκεῖ, πάνω στή λευκή σελίδα ἡ μητέρα του εἶχε σημειώσει ὁρισμένους ψαλμικούς στίχους, γράφοντας μπροστά ὁρισμένους τίτλους. Στόν πρῶτο στίχο ἔγραφε: ὅταν μᾶς βρίσκουν οἱ θλίψεις στή ζωή, Ψαλμός ΜΕ´, 45, σελίδα 50. Ὁ Ἀνέστης μέ κάποια ἀγωνία καί συνάμα περιέργεια ἀνάτρεξε ἀμέσως στήν παραπομπή καί διάβασε:



Ὁ Θεὸς ἡμῶν καταφυγὴ καὶ δύναμις,

βοηθὸς ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα.



Διάβασε τόν στίχο δυό-τρεῖς φορές καί προσπάθησε νά ἐμβαθύνει στό νόημά του. Αὐτό ἦταν! «Εἶναι σάν νά σοῦ μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: Ἐγώ εἶμαι τό καταφύγιό σου καί ἡ δύναμή σου, ἐγώ μόνο μπορῶ νά σέ βοηθήσω στίς τρομερές θλίψεις πού σέ βρῆκαν», μετέφρασε στά γρήγορα μέσα του. Ξαναδιάβασε τόν στίχο ἄλλες δυό φορές. Ἔκλεισε τό τευχίδιο καί τό ἔσφιξε πάνω στό στῆθος του. Εἶχε ἀρχίσει νά νιώθει κάποια ἀνακούφιση. Ἔπειτα πῆγε στήν κρεβατοκάμαρά του, στάθηκε μπροστά σέ ἕνα παλιό κόνισμα τῆς Παναγίας τῆς παρηγορήτριας - ὅπως ἦταν ἡ ὀνομασία της, πολύτιμο οἰκογενειακό κειμήλιο ἀπό τή Μικρά Ἀσία- καί αὐθόρμητα γονάτισε γιά πολλή ὥρα μπροστά στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Μέ λυγμούς ἄρχισε νά τῆς λέει τόν πόνο τῆς ψυχῆς του καί νά κλαίει ἀπαρηγόρητα σάν μικρό παιδί. Πέρασαν εἴκοσι λεπτά καί τοῦ φάνηκε σάν νά ταξίδεψε στόν Παράδεισο. Χρόνια εἶχε νά προσευχηθεῖ μέ τόση μεγάλη θέρμη.

   Ἀφοῦ σηκώθηκε, ἄνοιξε τό ἑρμητικά κλεισμένο παράθυρο κι ἕνας λαμπερός καί εὐεργετικός ἥλιος μπῆκε στό σκοτεινό δωμάτιο καί τό ζωγράφισε μέ τίς χρυσές του ἀχτίδες.

   Ἀνανεωμένος καί μέ ἀναπτερωμένο τό ἠθικό του βγῆκε στόν κεντρικό δρόμο καί σέ μιά μεγάλη ἀλάνα εἶδε τά ἀγόρια πού ἔπαιζαν ξέγνοιαστα ποδόσφαιρο. Τά χάρηκε καί τούς χαμογέλασε, χωρίς ἐκεῖνα νά τόν ἀντιληφθοῦν. Στή μαυρισμένη καρδιά του εἶχε εἰσχωρήσει πλέον μιά ἀνείπωτη χαρά. Ἔνιωθε ἕνα ἀλλόκοτο ἐσωτερικό σκίρτημα καί ἠρεμία.

   Ἀφοῦ περπάτησε καμμιά ὤρα περίπου, ξαναγύρισε στό σπίτι καί πῆγε στήν κρεβατοκάμαρά του νά ἀλλάξει ροῦχα. Δίπλα στό κόνισμα τῆς Παναγιᾶς παρατήρησε  τή φωτογραφία τῆς μητέρας του καί τοῦ φάνηκε πώς τοῦ χαμογελοῦσε. Τήν πῆρε στά χέρια του καί τή φίλησε. «Σέ εὐχαριστῶ μητέρα πού αὐτή τή δύσκολη ὥρα ἦρθες κοντά μου καί μέ συμβούλευσες» τῆς ψιθύρισε σάν νά τόν ἄκουγε. «Ξέρω, τό νιώθω πώς ἡ εὐχή σου μέ συντροφεύει πάντοτε», συνέχισε.

   Ξαναδιάβασε τό ποίημα καί ἄρχισε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μέ ἀφορμή τό περιεχόμενο τοῦ ποιήματος, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν ποιήτρια: «Ἀγαπητή μου Ἰωάννα, ὁ χειμωνιάτικος ἀέρας πού περιέγραψες ἔπαψε πλέον νά φυσᾶ. Ἠ καρδιά μου δέν εἶναι πλέον παγωμένη, ἀλλά ζεστή καί χαρούμενη. Ἀγαπάω πλέον ὅλον τόν κόσμο. Τά βασανιστικά γιατί πού μέ ἔπνιγαν – καί ἔπνιγαν κι ἐσένα- καί παρολίγο νά μέ ὁδηγήσουν στήν τρέλα ἤ στήν αὐτοκτονία, ἐξαφανίστηκαν μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δέν μέ ἀπασχολοῦν πλέον. Δέν ψάχνω πιά γιά ἀπαντήσεις σέ ἀδιέξοδα ἐρωτήματα. Ψάχνω ἀπό σήμερα μόνο τόν Χριστό πού μοῦ δίδαξε νά ἀγαπῶ ἀπό μικρό παιδί ἡ μητέρα μου καί τόν εἶχα κρυμμένο καί καταχωνιασμένο στήν ψυχή μου, ὅπως τό Ψαλτήρι στή βιβλιοθήκη».

   Κατόπιν κάθισε στόν καναπέ, πῆρε τό τευχίδιο τῶν ψαλμῶν, τό ἄνοιξε τυχαῖα σέ κάποια σελίδα καί ἄρχισε νά διαβάζει δυνατά τόν πρῶτο στίχο στόν ὁποῖο ἔπεσε τό μάτι του:



Εἰσάκουσον, ὁ Θεός, τῆς προσευχῆς μου ἐν τῷ δέεσθαί με

πρός σέ

ἀπό φόβου ἐχθροῦ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν μου. **



Ἐκλεισε τό Ψαλτήρι, ἔγειρε γιά λίγο τό κεφάλι του στό μαξιλάρι τοῦ καναπέ καί ἔτσι ἀνάλαφρο πλέον τόν πῆρε ἕνας γλυκός ὕπνος…



π. Σταύρος Τριακαλιώτης



* Ἰωάννας Τσάτσου, Ποιήματα, Κύκλος Α´, VIII, σελ. 20, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, 1988

 ** Ψαλμός ΞΓ´, 2

 (η φωτογραφία του Sebastião Salgado)