Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρετή Πάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρετή Πάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ

 

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ




 

Στο δημοτικό είχα έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Σταμάτη. Ήταν γειτονόπουλο και παίζαμε μαζί στους χωματόδρομους και στις αλάνες της γειτονιάς. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, αλλά οι πατεράδες που ήταν ναυτικοί τότε, και γνώριζα μερικούς, ήταν πολύ ανοιχτόκαρδοι και φιλικοί απέναντι σε μας, τα παιδιά, πρόθυμοι να μας πουν αστεία και ιστορίες από τα ταξίδια τους. Ίσως τα ταξίδια τους αυτά και η γνωριμία με πολλές και τόσο διαφορετικές  χώρες και φυλές και γλώσσες και θρησκείες τούς είχε κάνει πολίτες του κόσμου, τότε που οι γειτονιές της Αθήνας μύριζαν ακόμα επαρχία. Ίσως πάλι νόμιζαν ότι αυτός ήταν ένας τρόπος να έρθουν πιο κοντά στα δικά τους παιδιά, να αναπληρώσουν τον χρόνο που στερούνταν και νοσταλγούσαν το σπίτι τους όσο ταξίδευαν. Επίσης,  όλοι τους είχαν ιδιαίτερα ωραίες γυναίκες. Ούτε κι αυτό ξέρω αν ήταν τυχαίο. Ίσως ήταν άλλη μια αναπλήρωση, μια αποζημίωση που επιζητούσαν, χωρίς κι οι ίδιοι να το καταλαβαίνουν, γι’ αυτή τη στέρηση. Ίσως πάλι ήταν οι γνωριμίες τους με τις εξωτικές καλλονές της φαντασίας μας στα μακρινά λιμάνια.

Αυτά, φυσικά δεν τα σκεφτόμουν τότε, που ήμουν παιδί, τα σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα. Και ομολογώ πως φταίει κι η λογοτεχνία γι’ αυτό. Η λογοτεχνία ως υποκατάστατο, ως πλασέμπο για την αγιάτρευτη νοσταλγία και τη λαχτάρα των μακρινών ταξιδιών που δεν κατάφερα, ή δεν τόλμησα να κάνω.

Ο Σταμάτης, ο μεγάλος γιος του καπετάνιου, ήταν ένα παιδί πολύ σοβαρό για την ηλικία του και κάπως μοναχικό. Μια μέρα, προς τη μέση του δημοτικού, την ώρα των θρησκευτικών, όταν ο δάσκαλος μάς μιλούσε για τον Αδάμ και την Εύα και τα μυστήρια της δημιουργίας, ο Σταμάτης σήκωσε το χέρι του και με φωνή δυνατή και καθαρή είπε, «ο άνθρωπος προέρχεται από τους πιθήκους». Στην τάξη έπεσε σιωπή. Ο δάσκαλος αιφνιδιάστηκε. «Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου τα λέει;». «Ο Δαρβίνος τα λέει», είπε ο Σταμάτης και ξανακάθισε ήσυχος στο θρανίο του

Ο δάσκαλός μας ήταν ένας άνθρωπος σκυφτός, αγχωμένος και νευρικός που στεκόταν πάντα σούζα μπροστά στον διευθυντή και με κάθε ευκαιρία, στην Ιστορία, στα Θρησκευτικά ή στη Γεωγραφία προσπαθούσε να μας αγχώσει κι εμάς. Όταν τον έπιανε ο οίστρος του, μας έλεγε για τους απαίσιους κομμουνιστές που μπορεί να κρύβονται παντού κι ανάμεσά μας και θα έπρεπε να προσέχουμε πολύ για να μην μας κάνουν κακό. Ήταν η πρώτη φορά που με απειλούσε κάτι πολύ διαφορετικό από τους παιδικούς μου φόβους, το σκοτάδι ή τους δράκους των παραμυθιών. Κάτι άγνωστο που ορμούσε καταπάνω μου από τον ακατανόητο κόσμο των μεγάλων. Όταν συγκρίνω εκείνον τον φόβο με τους φόβους των σημερινών παιδιών, τη βία, τη μοναξιά,  την κακοποίηση, δεν ξέρω τι να κάνω, να κλάψω ή να γελάσω;

Δεν καταλάβαινα ούτε τι ήταν αυτοί οι κομμουνιστές, ούτε τι κακό θα μας έκαναν. Στο μυαλό μου, η μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα που αναπνέαμε μικροί μεγάλοι στο σπίτι, στο σχολείο, στην πόλη και στην εξοχή ανακατευόταν με τον φόβο για την πυρηνική βόμβα που έσκαγε στα πρωτοσέλιδα των καθημερινών εφημερίδων. Ήταν οι εποχές του ψυχρού πολέμου  και της κρίσης με την Κούβα, βλέπεις, αλλά όχι ότι οι σημερινές εποχές είναι και πολύ διαφορετικές. Ρώτησα τον πατέρα μου για τα λεγόμενα του δασκάλου. «Δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά έχει πάθει ζημιά. Τρομαγμένος είναι», μου είπε. Και πάλι δεν κατάλαβα. Ο πατέρας μου τσιγγουνευόταν πάντα τις απαντήσεις και τις εξηγήσεις του. Έπρεπε μόνοι μας να συνεχίσουμε το ψάξιμο. Γι’ αυτό πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι η «εξοχή», όπου είχαν συναντηθεί και παραθερίσει πολλοί από τους συγγενείς και φίλους και για την οποία μιλούσαν με συναισθήματα αμήχανα κι ανάμικτα μπροστά σε μας τα παιδιά, σήμαινε και κάτι άλλο εκτός από «διακοπές στη φύση». Ότι εξοχή σήμαινε και εξορία στα οικογενειακά συμφραζόμενα. Αλλά υπάρχει λέξη που να έχει μόνο μία σημασία;

Ο δάσκαλός μας, λοιπόν, είπε στον Σταμάτη να έρθει με τον κηδεμόνα του. Την άλλη μέρα, η μητέρα του Σταμάτη διέσχισε το προαύλιο καμαρωτή και αγέρωχη, αντάλλαξε δυο κουβέντες με τον διευθυντή και τον δάσκαλο και έφυγε το ίδιο αγέρωχη και χαμογελαστή, με εκείνη τη σπίθα πονηριάς και ειρωνείας που είχα δει πολλές φορές στο βλέμμα της. Ακόμα θυμάμαι την κομψή της σιλουέτα, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της. Δεν έμαθα ποτέ τι είπανε. Φαντάζομαι θα της συνέστησαν να προσέχει τις κακές επιρροές στον γιο της.

Κανένα άλλο παιδί δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο, πριν το φωνάξει ο Σταμάτης στην τάξη. Ακόμα και οι πιο μοντέρνες οικογένειες στη γειτονιά δεν αμφισβητούσαν και δεν αψηφούσαν τα ιερά και τα όσια. Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τον Επιτάφιο και την Ανάσταση, τη μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά, τον τακτικό σχολικό εκκλησιασμό, τη δύναμη της προσευχής και φυσικά τον Αδάμ και την Εύα, τον προπροπροπαππού και την προπροπρογιαγιά όλων μας.

Έτρεξα πάλι στον πατέρα μου. Έλεγε λίγα, αλλά αληθινά πάντα. Ποτέ δεν τον είχα πιάσει να ψεύδεται, να λαθεύει, να υπεκφεύγει ή να πάει να με ξεγελάσει. Ήταν τότε για μένα το γκουγκλ και όλοι οι τόμοι του Πάπυρου Λαρούς μαζί. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη. Άσχετο που αργότερα, στην εφηβεία μου, τον απέρριψα και έκανα χρόνια να του ξαναμιλήσω ή να τον ακούσω με την ίδια εμπιστοσύνη.

«Καταγόμαστε από τον πίθηκο;», τον ρώτησα. Με κοίταξε καλά, σαν να ζύγιζε κάτι στο μυαλό του και είπε «ναι». «Κι αυτός ο Δαρβίνος ποιος είναι;», ξαναρώτησα. «Ένας σπουδαίος επιστήμονας που έκανε έρευνες και μελέτες και πειράματα και το απέδειξε». «Κι εσύ πού τον ξέρεις;». «Τον γνώρισα στην εξοχή. Εκεί είχα λίγο καιρό να σκεφτώ και να διαβάσω γι’ αυτά τα πράγματα».

Αυτό το ελάχιστο επεισόδιο που συνέβη στην τάξη δεν άλλαξε κάτι στην παιδική μας καθημερινότητα, στη συμπεριφορά και στις συνήθειές μας. Σαν ένα βότσαλο που πέφτει στα ακύμαντα νερά μιας λίμνης και, μετά το πλαφ και τους λιγοστούς ομόκεντρους κύκλους στην επιφάνειά της, εξαφανίζεται αθόρυβα στον βυθό της. Στον δικό μου τον βυθό στάθηκε και έμεινε πάντως. Συνέχισα να κάνω την προσευχή μου στα δύσκολα και να σπαράζω στο κλάμα στο Σινεάκ, στα «Πάθη του Χριστού» κάθε Πάσχα. Δεν αισθανόμουν καμία αντίφαση σ’ αυτό. Τι σημασία είχε αν ο άνθρωπος κατάγεται από τον Αδάμ και την Εύα ή από τον πίθηκο; Κι αν ο Χριστός είναι γιος του Θεού ή του Ανθρώπου. Αλλάζουν μήπως τα βάσανα και οι καημοί  και οι φόβοι τους; Σε κάθε περίπτωση, σημασία δεν έχει από πού ξεκινάει κανείς, αλλά πού πάει και πού θα φτάσει.

Κι αυτά δεν τα σκεφτόμουν τότε, αλλά αργότερα που μεγάλωσα. Και φταίει και γι’ αυτά η λογοτεχνία. Όπως φταίει και για τις ατελείωτες παρεκβάσεις και τις παρεμβολές και τα λοξοδρομήματά μου, για τα οποία θα πρέπει να ζητήσω συγγνώμη κάποτε. Από ποιον αλήθεια όμως, από τον Σταμάτη, από σένα ή από μένα; Ξεκινάω να μιλήσω για τον συμμαθητή μου τον Σταμάτη κι όλο ξεφεύγω και απλώνομαι, και η ιστορία που θέλω να πω γίνεται δέντρο πολυπλόκαμο, με ρίζες και κλαριά που διακλαδώνονται και μπερδεύονται και δεν μπορώ ούτε να το κλαδέψω, ούτε να το ξεριζώσω. Κι εξάλλου, τι είναι ο κορμός σκέτος, χωρίς τις ρίζες του και χωρίς τα κλαδιά του, χωρίς τα πουλιά που φωλιάζουν πάνω τους και χωρίς τον αέρα που περνάει ανάμεσά τους Ένα κούτσουρο είναι, ένα ξύλο απελέκητο.

Στο σχολείο δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο που κάποια παιδιά φώναζαν τον Σταμάτη, Δαρβίνο και κάποια άλλα, πίθηκο. Εκείνος δεν έδινε καμία σημασία. Αλλά κι αυτό δεν κράτησε πολύ, ξεχάστηκε γρήγορα. Την επόμενη χρονιά κάποιοι συμμαθητές έφυγαν, άλλοι καινούριοι ήρθαν. Στο γυμνάσιο άλλαξα κι εγώ σχολείο. Τον Σταμάτη τον συναντούσα αραιά και πού στη γειτονιά. Όταν μιλούσαμε, μου φαινόταν ότι συνεννοούμασταν διαφορετικά από ό,τι με τα άλλα γειτονόπουλα. Οι λέξεις αποκτούσαν άλλη ειλικρίνεια και βάρος. Τον γνώριζα από μακριά από το βάδισμά του. Ένα βήμα σταθερό και γρήγορο, με μαζεμένους τους ώμους, σαν να ήξερε πού πήγαινε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει. Κι αυτό ήταν παράξενο για παιδί της ηλικίας μας, στο κατώφλι μιας εφηβείας που ερχόταν κατά πάνω μας με φόρα, φυσώντας ανησυχίες κι αβεβαιότητες. Καθώς μεγάλωνε και το οστεώδες πρόσωπό του άλλαζε γωνίες και μετασχηματιζόταν σιγά σιγά σε αντρικό, έμοιαζε όλο και πιο πολύ στον Ιβ Μοντάν, στο «μεροκάματο του τρόμου». Κι αυτό αργότερα το σκέφτηκα, όταν είδα την ταινία.

Προς το τέλος του λυκείου τον ρώτησα πού θα δώσει εξετάσεις.

«Θα πάω στη σχολή μηχανικών του ναυτικού».

«Νόμιζα ότι σε ενδιαφέρουν οι φυσικές επιστήμες».

«Θέλω να ταξιδέψω. Βιάζομαι να ταξιδέψω».

«Στο καλό και στέλνε μας καμιά καρτ ποστάλ, ιδίως άμα πας κατά Γκαλαπάγκος μεριά».

Γέλασε και γέλασα κι εγώ, αλλά ένιωσα κι ένα τσίμπημα ζήλιας καθώς περνούσαν απ’ το μυαλό μου εξωτικές εικόνες, γκέισες και χαβανέζες. Πάντως του ευχήθηκα «καλά και ωραία ταξίδια» και το εννοούσα με όλη μου την καρδιά.

Μετά το λύκειο δεν τον ξαναείδα με σάρκα και οστά. Τον έβλεπα καμιά φορά στον ύπνο μου, άυλο και με το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν. Κι αλήθεια, πώς μπορείς να πεις «βλέπω» κάποιον, έστω και στον ύπνο σου, όταν έχεις ξεχάσει το πρόσωπό του; Αλλά εδώ βλέπω ακόμα στον ύπνο μου, καμιά φορά, τον άνθρωπο που σταμάτησε τα αυτοκίνητα που σφύριζαν γύρω μου στη λεωφόρο Κηφισίας, να με λιώσουν σαν χαλκομανία πάνω στην άσφαλτο, κατέβηκε από το δικό του, με έπιασε από το χέρι, το έσφιξε, με ξεκοκκάλωσε, με τράβηξε, και με άφησε ασφαλή στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο πανικός που με είχε παραλύσει, μικρό παιδί στη μέση του δρόμου, δεν  με άφησε να ρίξω ούτε μια ματιά στο πρόσωπό του, ούτε να του πω ευχαριστώ. Και όμως τον «βλέπω» πολύ καθαρά, ιδίως όταν η πίστη μου στους ανθρώπους κλονίζεται σοβαρά.

Από τους γονείς του μάθαινα πού και πού νέα του, ότι ο Σταμάτης είναι καλά, τελείωσε τη σχολή, μπάρκαρε στο πρώτο του ταξίδι, είναι κάπου στην Άπω Ανατολή. Και δώστου απέραντες θάλασσες, ανθισμένες κερασιές και γκέισες με κιμονό να κυματίζουν στο μυαλό μου. Κάποτε ο πατέρας του, που είχε βγει πια στη σύνταξη και στη στεριά, μου είπε, «Γιατί δεν του γράφεις ένα γράμμα; Εσείς είσαστε φίλοι από μικρά παιδιά. Καμιά φορά η μοναξιά γίνεται αποπνικτική στο καράβι».

Μετά από πολλές σκέψεις και αμφιβολίες και πισωγυρίσματα, αποφάσισα  να του γράψω. Κόλλησα όμως στην πρώτη πρόταση, στην πρώτη λέξη. Πώς να τον αποκαλέσω; Το «αγαπητέ Σταμάτη» ήταν τυπικό και ψυχρό, το «αγαπημένε μου Σταμάτη» ήταν υπερβολικό, σαν να του υπέβαλα και να του επέβαλα κάτι με το έτσι θέλω, το «καλέ μου Σταμάτη» ήταν γλυκανάλατο, το «φίλε μου» δεν μου έφτανε και ούτω καθεξής. Όταν κατέληξα στο σκέτο «Σταμάτη» δεν μπορούσα να προχωρήσω παρακάτω. Έγραψα και έσβησα και ξανάγραψα και τσαλάκωσα και έσκισα αρκετά φύλλα χαρτί και πέρασα αρκετές άγρυπνες νύχτες. Κι ενώ εγώ πάλευα με το πρώτο μου συγγραφικό μπλοκάρισμα, έφτασε στη γειτονιά η είδηση του θανάτου του.

Είχε ανέβει στην αντένα του ασυρμάτου του πλοίου για να την επιδιορθώσει και από εκεί πάνω γλίστρησε, έπεσε και έσκασε στο κατάστρωμα. Είπανε ότι στο καράβι υπήρχε μια αναταραχή, μια ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη του πληρώματος και ο θάνατός του μπορεί να οφειλόταν σε κακόβουλη ενέργεια. Κάποιοι από τους αντίπαλους μπορεί να έστριψαν απότομα την αντένα με έναν λάθος, αλλά εγκληματικό στην πραγματικότητα χειρισμό, και να τον έστειλαν να βουτήξει στο κενό, από κει ψηλά. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον Σταμάτη να συμμετέχει σε οποιονδήποτε καυγά, όμως ο πατέρας του δεν διέψευσε αυτή την εκδοχή, όταν τον ρώτησα. «Στα πληρώματα υπάρχει κάθε καρυδιάς καρύδι, σάπιοι άνθρωποι, ουραγκοτάγκοι και μαχαιροβγάλτες», είπε.

Οι γονείς του Σταμάτη κατέπεσαν γρήγορα μετά από αυτό. Για κάποιο καιρό τους έβλεπα καθισμένους στη βεράντα του σπιτιού τους, σαν να περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν. Δεν κατάλαβα πότε έφυγαν. Είχα φύγει πριν εγώ από το πατρικό μου σπίτι. Όσο κι αν έφυγα όμως κι όπου κι αν πήγα, εγώ που ζήλευα τα μακρινά ταξίδια, δεν απομακρύνθηκα ποτέ από εκείνη την παιδική μου γειτονιά.

Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να πηγαίνω στο τοπικό νεκροταφείο  για δικούς μου λόγους, συνήθιζα να τριγυρίζω ανάμεσα στους τάφους διαβάζοντας τα χαραγμένα ονόματα και τις ημερομηνίες. Αναγνώριζα και θυμόμουν παλιούς συμμαθητές και φίλους και γείτονες, τους γονείς τους, και μερικές φορές αποτρόπαιες τα παιδιά τους. Ο Σταμάτης  ήταν ο δεύτερος που είχε φύγει από εκείνη την τάξη του δημοτικού. Πρώτο είχε φύγει ένα κορίτσι που στο τέλος του λυκείου είχε εκδηλώσει μια σπάνια αρρώστια, και όλη σχεδόν η τάξη είχαμε πάει στην κηδεία της. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει τίποτα για την κηδεία και την ταφή του Σταμάτη, πού και πότε έγινε. Επειδή οι γονείς του είχαν πεθάνει, ρώτησα τον μικρότερο αδελφό του, όταν τον συνάντησα. Έτσι έμαθα ότι το σώμα του κάηκε σε ένα λιμάνι της Ιαπωνίας, όπου επιτρεπόταν η αποτέφρωση, που τότε απαγορευόταν στην Ελλάδα, και η στάχτη του ρίχτηκε στη θάλασσα, όπως ακριβώς είχε προλάβει να ζητήσει από την πλοιοκτήτρια εταιρία να γίνει. Φαντάστηκα μια γκέισα να παρακολουθεί την τελετή της αποτέφρωσης από μια γωνιά και να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Φαντάστηκα το πλήρωμα συγκεντρωμένο στο κατάστρωμα να τον αποχαιρετά τελετουργικά. Φαντάστηκα τον Σταμάτη να συνεχίζει  το ταξίδι που τόσο λαχταρούσε στην απέραντη θάλασσα.

 

Καμιά νύχτα τον βλέπω στον ύπνο μου. Όλο και πιο σπάνια. Μόνο όταν ένα πλαφ της ημέρας υπόκωφο κι απαρατήρητο ταρακουνήσει εκείνο το βότσαλο στον βυθό μου, ένας ήχος ανεπαίσθητος, μια λέξη, μια φευγαλέα εικόνα. Δεν έχει σώμα και έχει το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν στο «μεροκάματο του τρόμου». Πώς μπορείς να λες ότι βλέπεις κάποιον όταν η μορφή του έχει σβήσει από τη μνήμη σου; Τον βλέπω σ’ εκείνη τη βουτιά από το μεσιανό κατάρτι που διέκοψε τόσο πρόωρα και άδικα το δικό του μεροκάματο του τρόμου. Κι αναρωτιέμαι τι να περνούσε άραγε από το μυαλό του ενώ έπεφτε σαν να πετούσε, την τελευταία στιγμή, μόλις πριν σκάσει στο κατάστρωμα ή κάνει αναστροφή κι αρχίσει να πετά προς τα πάνω απελευθερωμένος από τη βαρύτητα κι από την όποια καταγωγή του.

  

Αρετή Πάνου

(Φωτογραφία: Rodney Smith, Collin with Magnifying Glass, Alberta, Canada, 2004)


Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ Διήγημα της Αρετής Πάνου

 

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Διήγημα της Αρετής Πάνου

 


Ο Γ και η Ε, είκοσι χρονών, φοιτητές της Φυσικομαθηματικής, βγήκαν από το αμφιθέατρο του παλιού Χημείου και κοντοστάθηκαν στα σκαλιά του κοιτάζοντας κατά τον ουρανό. Κανένα σύννεφο. Αν και προχωρημένο φθινόπωρο ο καιρός προμηνυόταν καλός. Θα ήταν κρίμα να κλειστούν πάλι μέσα για μάθημα, αντί να πάνε μια βόλτα. Στη Σόλωνος ακούστηκαν φωνές. Ορμητική και φουριόζα κατέβαινε μια ομάδα νέων -από τους νέους που τους έλεγαν αλήτες ή και προβοκάτορες- κραυγάζοντας συνθήματα, «φτάνει πια», «θάνατος στο φασισμό». Στο τέλος της πορείας, με δυσκολία προσπαθώντας να τους προλάβει, βάδιζε με το ιδιόρρυθμο δικό του βήμα ο Κ, ο συμφοιτητής τους που κούτσαινε. Ο Γ και η Ε κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και χωρίς να πουν λέξη κατέβηκαν τα σκαλιά που τους χώριζαν από το οδόστρωμα της Σόλωνος και μπήκαν στην πορεία πίσω από τον συμφοιτητή που κούτσαινε. Τα επόμενα τρία μερόνυχτα τα πέρασαν μαζί, άγρυπνοι, και ήταν τα πρώτα από τα πολλά μερόνυχτα που θα περνούσαν μαζί στη συνέχεια της ζωής τους.

 

Όταν στην Πατησίων εμφανίστηκε μια ομάδα αντρών που κράταγε το πανό «εργάτες  αγρότες φοιτητές» το πλήθος τους άνοιξε δρόμο για να περάσουν και να μπουν στον περίβολο. Κάποιοι νέοι ήθελαν να τους σηκώσουν στα χέρια. Η εικόνα είχε κάτι το θεατρικό, το συμβολικό. Η φτιαξιά τους, τα πρόσωπα και τα ρούχα που φορούσαν  ήταν τέτοια που δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι ήταν αυτό που έλεγε το πανό τους, εργάτες και αγρότες που έρχονταν να ενωθούν με τους φοιτητές σε έναν κοινό αγώνα. Πολλά μάτια δάκρυσαν από συγκίνηση και χαρά και μια αίσθηση ενότητας και αρμονίας. Ενότητα απτή, καθαρή σαν καινούριο σπίτι και ζεστή σαν φρέσκο ψωμί που δεν είχε καμία σχέση με τις κουβέντες που κάποιοι άνοιγαν κιόλας στα πηγαδάκια για κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον έναν ή τον άλλο γηραιό πολιτικό.  Αίσθηση ενότητας και αρμονίας που έμοιαζε με έκσταση και μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τη στιγμή που μπήκε ο Ξυλούρης στον περίβολο και όλοι μαζί τραγούδησαν το «πότε  θα κάνει ξαστεριά». Γιατί μπορεί να ήταν άοπλοι και ανίσχυροι μπροστά στους αστακούς αντιπάλους τους, αλλά ήταν μαζί και είχαν ένα δυνατό όπλο ολοδικό τους, την ανθρώπινη φωνή και τι φωνή! Και το τραγούδι.

 

Ο Π, εξηνταπέντε χρονών, πρώην εαμίτης και πρώην μακρονησιώτης δηλωσίας πάντα ορμήνευε τα παιδιά του να προσέχουν, να κοιτάνε τη δουλειά τους και τις σπουδές τους, να μην μπλέξουν με τα πολιτικά γιατί μόνο προβλήματα και δυστυχία θα τους φέρουν στη ζωή τους, φτάνει να έπαιρναν παράδειγμα από τα δικά του βάσανα. Πολύ περισσότερο τώρα που οι καιροί είναι πονηροί, γεμάτοι φασίστες  και χαφιέδες αδίστακτους. Όταν άκουσε τον ραδιοφωνικό σταθμό και κατάλαβε πού ήταν και τι έκαναν τα παιδιά του που είχαν να φανούν ολόκληρα μερόνυχτα και ούτε φωνή ούτε ακρόαση, έφυγε αμίλητος από το σπίτι και κατέβηκε στο κέντρο. Γύριζε γύρω γύρω από τον περίβολο σαν θηρίο που προστατεύει τα μικρά του. Τα παιδιά του δεν τα είδε, ποιος ξέρει πού να ήταν χωμένα. Είδε όμως άλλα παιδιά, άλλων,  και τους μίλησε και τα ρώτησε αν χρειάζονται κάτι και τι μπορεί να κάνει αυτός και τους πήγε σάντουιτς  και πορτοκαλάδες. Κάθισε εκεί για ώρες, άκουσε σειρήνες και πυροβολισμούς, είδε πληγωμένους και μόνο όταν απαγορεύτηκε η κυκλοφορία και επιτράπηκε μόνο για τις ερπύστριες, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Ανήσυχος και με σφιγμένη την καρδιά. Το είχε όμως αποδεχτεί και το είχε πάρει απόφαση μέσα του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να τους προστατεύσει, να τους προφυλάξει. Αυτή ήταν η δική τους ώρα.

 

Ο  Χ, 19 χρονών, που ορφάνεψε μικρός από μητέρα, ήταν φοιτητής της φιλοσοφικής, μελετηρός και μοναχικός. Όταν έφεραν στον περίβολο, εκεί δίπλα του, τον πρώτο πληγωμένο και είδε τα αίματα, έπαθε σοκ. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να σηκώσει ένα όπλο, να σημαδέψει έναν άλλο για να τον σκοτώσει. Αυτά τα πράγματα δεν συνέβαιναν στ’ αλήθεια, μόνο στα μυθιστορήματα και στο σινεμά. Τώρα έβλεπε τη σφαίρα να έρχεται κατά πάνω του, άνοιγε μια τρύπα στο δικό του σώμα, έτρεχε αίμα, το δικό του αίμα. Το πρόσωπο του θανάτου δεν ήταν μια απουσία που ξεθώριαζε σιγά σιγά, αλλά η μάσκα ενός διεστραμμένου παρανοϊκού δολοφόνου από το πιο τρομακτικό κόμικς που όλο τον πλησίαζε. Ένας εφιάλτης από τον οποίο έπρεπε να ξυπνήσει.  Έχασε το χρώμα του, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, άρχισε να τρέμει και να χτυπιέται, να κλαίει και να φωνάζει. Δολοφόνοι.  Ένα κορίτσι τον έπιασε από το χέρι. Ένα αγόρι τον έπιασε από τους ώμους και τον έσφιξε δυνατά. Κάποιος άλλος έφερε λίγο νερό. Έπλυνε το πρόσωπό του και ήπιε. Συνήρθε κι έμεινε εκεί. Ήταν αργά για να φύγει. Πού να πάει; Όποιος ξεμύτιζε κινδύνευε να φάει καμιά αδέσποτη. Ήταν παγιδευμένος, ποντίκι πιασμένο  σε θανατηφόρα φάκα.  Αλλά ήταν και κάτι άλλο, πιο δυνατό από τον πανικό του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ίσως, αισθανόταν ότι κάπου ανήκε, ότι ήταν εκεί που έπρεπε να είναι.

 

Η Ν, 22 χρονών, απόφοιτος του μαθηματικού, ήταν από μικρή προκομμένη και γρήγορη. Έτσι τελείωσε τη σχολή πρώτη σχεδόν απ’ όλους τους φίλους και τους συμφοιτητές της. Περνούσε τα μαθήματα από έτος σε έτος με μεγάλη ευκολία και καλούς βαθμούς, χωρίς να φαίνεται ότι στερείται και τις συνηθισμένες διασκεδάσεις των νιάτων, λίγες παρέες με μουσική και χορό πότε πότε, μικρές εκδρομές και ατελείωτες κουβέντες μέσα σε φοιτητικά δωμάτια γεμάτα καπνό και  τις νότες μιας κιθάρας. Ήταν τόσο γρήγορη που λίγες μέρες πριν, μαζί με τα αποτελέσματα του τελευταίου μαθήματος που τη χώριζε από το πτυχίο, πήρε και τα αποτελέσματα του τεστ εγκυμοσύνης. Και τα δύο θετικά. Έτρεξε να βρει τους φίλους της να τους πει ότι πάει, εκείνη τελείωσε τη σχολή, γύριζε σελίδα στη ζωή της. Έπρεπε να σκεφτεί και το γάμο. Για την εγκυμοσύνη δεν ήξερε τι να τους πει, αισθανόταν κάπως χαμένη και αβέβαιη η ίδια. Έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος σαν σε μια τριήμερη τελετουργία θυσίας και αποχαιρετισμού αυτού που ήταν μέχρι τότε η ζωή της. Εκεί προς το τέλος, που ο φόβος την έπνιγε στον λαιμό και δεν την άφηνε να ανασάνει, έπιανε την κοιλιά της και προσευχόταν μια δική της προσευχή γι αυτό και σ’ αυτό που ζούσε μέσα της.  Μετά, όταν οι δικοί της, ακόμα και ο πατέρας του παιδιού της, την κατηγορούσαν γι αυτό που έκανε, δεν την κατηγορούσαν απλώς τη σκυλόβριζαν για πολύ καιρό, ότι ήταν μεγάλη ανοησία, άγνοια κινδύνου, αν όχι καθαρή τρέλα, έπιανε την κοιλιά της, τους κοίταζε στα μάτια και τους έλεγε, «μα δεν μπορούσα να αφήσω τα παιδιά μόνα τους».

 

Η Μ, δεκαπέντε χρονών μαθήτρια λυκείου ήρθε πιασμένη χέρι χέρι με το αγόρι της τον Λ, πρωτοετή φοιτητή των πολιτικών μηχανικών. Εκείνος έφυγε, αυτή έμεινε. Πρώτη φορά διανυκτέρευε έξω από το σπίτι της, χωρίς να πάρει την άδεια των γονιών της, ούτε καν να τους ενημερώσει. Όταν μετά αναρωτιόταν γιατί το έκανε δεν μπορούσε να βρει μια λογική απάντηση, μόνο της ερχόταν στο μυαλό μια φθινοπωρινή εικόνα.  Ήταν ο αέρας, παράσερνε τα φύλλα, τα στροβίλιζε και τα απόθετε απαλά στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο. Κάτι στον αέρα την έσπρωξε και κείνη. Τα λόγια, τα βλέμματα, οι κινήσεις.

 

Ο Β, τριανταπέντε χρονών, ιδιωτικός υπάλληλος, κατηφής και κουμπωμένος, μετά τη δουλειά γύριζε στο σπίτι του περπατώντας, γιατί η συγκοινωνία είχε σταματήσει λόγω των φοιτητικών. Έμενε με τη μάνα του. Σκεφτόταν το φαί του που θα κρύωνε στο τραπέζι της κουζίνας και το ζεστό κρεβάτι που περίμενε το σώμα του να ξεκουραστεί, να ανακλαδιστεί και να ισιώσει μετά από τόσες ώρες σκύψιμο πάνω από δυσανάγνωστα λογιστικά βιβλία. Να κλείσει τα μάτια του και να πάψουν οι αριθμοί να τον βασανίζουν, να του στραγγαλίζουν και να του στραγγίζουν το μυαλό και τη ζωή. Να ονειρευτεί κάτι άλλο, ένα ματσάκι στην αλάνα που έπαιζε παιδί, μια βουτιά στη θάλασσα,  ένα ταξίδι. Κοντεύει σαράντα χρονών, τον πήραν τα χρόνια κι ακόμα δεν την χάρηκε τη ζωή του. Αλλά τι να καταλάβουν από τις δικές του τις ανησυχίες και τους φόβους οι φοιτητές, ανόητοι εικοσάρηδες. Ονειροπαρμένοι. Αργόσχολοι. Ακόμα παιδιαρίζουν στις αλάνες. Σε λίγο θα καταλάβουν τι σημαίνει ψωμί και πόσο δύσκολα βγαίνει, όσο για παιδεία και ελευθερία, ας γελάσει. Τώρα ούτε δουλειά, ούτε σκοτούρες, ούτε αρρώστιες, ούτε γέρους γονείς, μπορούν να παίζουν και να τραγουδάνε ακόμα. Δεν τον φτάνει η κούραση της δουλειάς, έχει και τον ποδαρόδρομο, εξαιτίας τους. Κοντοστάθηκε να πάρει μιαν ανάσα. Κοίταζε τις ομάδες των νεαρών που πηγαινοέρχονταν στη λεωφόρο φωνάζοντας  και μπαινόβγαιναν στο προαύλιο, τα πανό με τα συνθήματα, τις σημαίες που ανέμιζαν. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια κοπέλα που στεκόταν μόνη της μπροστά στα κάγκελα με ύφος χαμένο, ονειροπαρμένο. Τα μαλλιά της ανέμιζαν. Έμοιαζε λίγο με μια γειτόνισσά του που την έβλεπε καμιά φορά στον ύπνο του. Μα όλο αυτό έμοιαζε με όνειρο, με ματσάκι στην αλάνα, βουτιά στη θάλασσα και ταξίδι μαζί. Ήχοι πυροβολισμών τον ξύπνησαν, τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ξαναπήρε το δρόμο του, σκυφτός και βιαστικός. «Μήπως όμως έπρεπε να πάω κοντά της, να της μιλήσω», αναρωτήθηκε. Αυτή ήταν η τελευταία του σκέψη, πριν φάει την αδέσποτη στο μέρος της καρδιάς που τον ξύπνησε σ’ έναν άλλο κόσμο. 

 

Πενήντα χρόνια μετά. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μπορεί να σκοτώθηκαν ή να επέζησαν από τότε, που στο μεταξύ έζησαν ή πέθαναν πολύ διαφορετικές ζωές και πολύ διαφορετικούς θανάτους, που κέρδισαν ή έχασαν, που ευτύχησαν ή δυστύχησαν,  που πρόδωσαν ή προδόθηκαν, που συντροφεύτηκαν ή έμειναν μόνοι, που χώρισαν και χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο, από δικούς και φίλους και συντρόφους, που μπορεί να είναι εδώ ή κάπου αλλού πολύ μακριά ή και στον άλλο κόσμο, όλοι αυτοί  κάθε τέτοιες μέρες, στο τέλος του φθινοπώρου, συναντιούνται σε μια νοερή σύναξη, σαν συνεννοημένοι μεταξύ τους, μυστικά. Δεν ομονοούν πάντα, πολλές φορές οι καυγάδες τους ακούγονται μέχρις εδώ.  Ακούγονται και οι φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια τους. Και όλοι συμφωνούν ότι εκείνες οι ημέρες, εκείνες οι ώρες, είναι ένα φωτεινό κέντρο στη ζωή τους, ένα άστρο που γύρω του περιστρέφονται τα πριν και τα μετά σαν ετερόφωτα ουράνια σώματα. Ακόμα κι αυτοί που διακτινίζονται στη φθινοπωρινή σύναξη από τον άλλο κόσμο. Σαν τον Ξυλούρη που τραγουδάει πάντα στο τέλος της το «πότε θα κάνει ξαστεριά», με κείνη την υπέροχη φωνή του, που περίεργο πράμα, δεν έχει αλλάξει καθόλου.

 

Αρετή Πάνου

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ο γέρος που χόρευε Διήγημα Αρετή Πάνου μαζί με τέσσερις φωτογραφίες του Richard Koci Hernandez




Ο γέρος που χόρευε
Διήγημα
Αρετή Πάνου
μαζί με τέσσερις φωτογραφίες του Richard Koci Hernandez



Ένα φοβισμένο χωριατόπαιδο ήμουνα όταν ήρθα στην Αθήνα για σπουδές. Παρόλο που πέρασα τις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου στην πρωτεύουσα του νομού για να πηγαίνω φροντιστήριο, η χωριατίλα δεν έλεγε να φύγει από πάνω μου. Με διαπότιζε σαν στάμπα ανεξίτηλη. Όλα περίεργα μου φαίνονταν και κάπως απειλητικά. Τα αυτοκίνητα ορμούσαν κατά πάνω μου. Οι περαστικοί με κοίταζαν καχύποπτα και με έσπρωχναν άμα τους έκοβα το δρόμο αφηρημένος. Τα κτήρια έριχναν τη βαριά σκιά τους στα πεζοδρόμια.

Με τους συμφοιτητές μου αισθανόμουνα μια απόσταση και μια απομάκρυνση, παρόλο που στοιβαζόμασταν ο ένας πάνω στον άλλο στα αμφιθέατρα του Χημείου στη Σόλωνος, σαν τις σαρδέλες. Μιλούσα με πολλούς αλλά φίλο στενό δεν είχα κανένα. Συμπατριώτη μου στη σχολή δεν είχα βρει. Δεν έκανα εύκολα φίλους, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και η ατμόσφαιρα περίεργη, μύριζε φόβο και συνομωσία. Ένα μάγκωμα κι ένα μούδιασμα. Καθένας που σε πλησίαζε  σου έλεγε ποιον να πιάσεις και ποιον ν’ αφήσεις, σαν να περίμενε από σένα κάτι που δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο, πάντα με μισόλογα, σαν να σου μετέφερε ένα μήνυμα που ήθελε αποκωδικοποίηση. Ένιωθα ότι οι λέξεις, οι χειρονομίες και οι παραμικρές αλλαγές στην έκφραση των προσώπων είχαν τη σημασία τους. Δεν ήξερα αν την καταλάβαινα όμως και η αγωνία μου μεγάλωνε. Και μια αίσθηση αποκλεισμού. Και το μάγκωμα μαζί. Λες και δεν μου έφταναν οι χωριάτικες συμβουλές της μάνας μου. Στερεοφωνικές. «Κοίτα τον εαυτό σου και το συφέρο σου. Πολλά πολλά μην πιάνεις με κανένα. Μην εμπιστεύεσαι κανένα. Φτάνει ο φάκελος του πατέρα σου. Μη μας βρει κι άλλη συφορά. Κι έχουμε και τη μικρή που γυρεύει κι αυτή γράμματα και σπουδές». Όταν έκλεινα το τηλέφωνο συνέχιζαν να βουίζουν στ’ αυτιά μου.



Οι Αθηναίοι συμφοιτητές μου ήταν πιο άνετοι. Περπατούσαν διαφορετικά, ντύνονταν διαφορετικά, μιλούσαν διαφορετικά. Έμοιαζαν να μην φοβούνται τις λέξεις και τις σημασίες τους. Τα κορίτσια κρεμόντουσαν από το στόμα τους. Πάνω στην κουβέντα όλο και πετούσαν κάτι μεγάλες άγνωστες λέξεις και κάτι μικρά ονόματα λες και ήταν παλιοί τους γνώριμοι. Λένιν, Μάο και κείνος ο Τσε, άκου Τσε, στο χωριό μου έτσι μιλούσαμε στα ζώα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς άνθρωποι με τόσο μικρά ονόματα κάνουν κουμάντο σε τόσο μεγάλες χώρες και τόσες πολλές ψυχές. Στο χωριό μου, μια χεσά τόπο, οι κάτοικοι ήταν λίγοι, αλλά τα ονόματά τους σιδηρόδρομοι, Περιβολαρόπουλος και Παπαπαναγιώτου και δεν συμμαζεύεται.



Τα κορίτσια τα είχα πάρει από φόβο. Στο Χημείο ήταν ελάχιστα. Πέρασε πάνω από μήνας μέχρι να τύχει να κάτσω δίπλα σε μια τους στο αμφιθέατρο. Προσπάθησα να πιάσω και να κρατήσω μια κουβέντα γύρω από το μάθημα και τις δυσκολίες του, εκείνη όμως το γύρισε στο ενδυματολογικό. «Τι παπούτσια χωροφυλακίστικα είναι αυτά που φοράς βρε παιδί μου; Κι αυτό το πουλόβερ το χακί, λες και το ’πλεξαν στην κάλτσα του φαντάρου». Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι κακό έχουν τα χωροφυλακίστικα παπούτσια. Και το πουλόβερ το είχε πλέξει η μάνα μου κι ήταν μια χαρά, εκτός που είχε πιει στο πλύσιμο και με στένευε λίγο, αλλά με ζέσταινε κιόλας. Στο χωριό μου θα ήμουν μες στη μόδα.



Το Χημείο όπως και η Νομική ήταν ονόματα κτηρίων και τοπωνύμια και δεν είχαν να κάνουν με μία συγκεκριμένη σχολή ή επιστήμη. Και τα δύο στέγαζαν φοιτητές πολλών διαφορετικών τμημάτων. Και τα δύο δεν ήταν συμπαγή κτήρια με ενιαία αρχιτεκτονική και όψη, αλλά απαρτίζονταν από πολλά διαφορετικά υποκτήρια, προσθήκες διαφορετικών χρόνων, κομμάτια ετοιμόρροπα και κομμάτια καινούρια, αναπαλαιώσεις και τσόντες πάνω στο αρχικό κτίσμα που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους και σκοτεινές στοές. Σ’ αυτό μου θύμιζαν και τα δύο την αρχιτεκτονική παράδοση στο χωριό μου, όπου ο καθένας μόλις έπιανε δυο δραχμές στα χέρια του έχτιζε μια κάμαρα ακόμα, ένα κουζινάκι, μια αποθήκη, ένα στάβλο, και ο πατέρας μου δεν αποτελούσε φυσικά εξαίρεση.

Είχαν όμως και διαφορές μεταξύ τους.  Το Χημείο ήταν το κέντρο των θετικών επιστημών και ήταν γεμάτο αγόρια, η Νομική ήταν το κέντρο των κλασικών σπουδών και ήταν γεμάτη κορίτσια. Ανάμεσά τους έτρεχε ασταμάτητα και τα χώριζε το ποτάμι της Ιπποκράτους, μονής κατεύθυνσης, που χυνόταν στην Ακαδημίας ακριβώς μπροστά στη φοιτητική λέσχη και στον κινηματογράφο Ίριδα. Οι του Χημείου διέσχιζαν πολλές φορές κατά ομάδες το ποτάμι ανηφορίζοντας,  για να παρακολουθήσουν μαθήματα στα αμφιθέατρα της Νομικής ή να ανταμώσουν κορίτσια. Οι της Νομικής σπάνια  διέσχιζαν το ποτάμι κατηφορίζοντας και μόνο κατά μόνας. Και όταν μια ομάδα ξεκίνησε κάποτε από τη Νομική και πήρε τον κατήφορο, προσπέρασε το Χημείο, σαν ποτάμι φούσκωσε και μάζεψε όλα τα ρυάκια στο δρόμο του και έφτασε στο Πολυτεχνείο όπου έγινε ο χαμός. 



Στο εστιατόριο της λέσχης και στο σινεμά μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια από όλες τις σχολές και όλα τα τμήματα. Γινόταν πάντα μεγάλη φασαρία. Αντίθετα, στη βιβλιοθήκη της λέσχης υπήρχε ησυχία απόλυτη. Πήγα μερικές φορές, στις κενές ώρες ανάμεσα στα μαθήματα, για να διαβάσω μόνος μου και να τις γεμίσω να μην είναι κενές και άχρηστες, αλλά μόλις καθόμουν στην καρέκλα, το κεφάλι μου βάραινε, τα μάτια μου έκλειναν  και ο ύπνος, λες και φώλιαζε μέσα στα ράφια, πεταγόταν απ’ τις σελίδες σαν τις νυχτερίδες και με κυρίευε. Στο δωμάτιό μου διάβαζα καλύτερα. Έτσι σταμάτησα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη. Πήγαινα όμως στο εστιατόριο και στο σινεμά, ανελλιπώς.

Στη βιβλιοθήκη δεν πήγαινα, αλλά μου άρεσε να χαζεύω στα βιβλιοπωλεία. Άλλα μαγαζιά δεν κοιτούσα. Η πραμάτεια τους και οι τιμές τους ήταν απλησίαστες. Στα βιβλιοπωλεία όμως μπορούσα να περνάω ώρες ξεφυλλίζοντας, χωρίς να με ενοχλεί κανείς. Και αραιά και πού να αγοράζω και κάνα βιβλίο. Μου φαίνονταν σαν σπηλιές του Αλή Μπαμπά γεμάτες θησαυρούς. Και σαν τους κλέφτες του, έπρεπε να ξέρεις κάποιο μαγικό σύνθημα, κάποιο σουσάμι άνοιξε, για να μπεις και να γίνεις αποδεκτός από το προσωπικό και το κοινό τους. «Αυτό το βιβλιοπωλείο είναι των τροτσκιστών, εκείνο των μαοϊκών, το άλλο των κουκουέδων, το παράλλο των αναρχοαυτόνομων, εκεί θα βρεις σπάνια βιβλία από δεύτερο χέρι», μου είπε ένας συμφοιτητής από μεγαλύτερο έτος πολύ  άνετος και ενημερωμένος, «και αν κατηφορίσεις προς το πολυτεχνείο, σε μια τρύπα θα βρεις όλη τη φυσική του Μπέρκλεϊ σε καλές τιμές». Υπήρχαν πολλές σπηλιές, κάθε μια με το δικό της σουσάμι. Σιγά σιγά έμαθα να αναγνωρίζω το σουσάμι της κάθε μιας, σαν άρωμα που έβγαινε από τα βιβλία στη βιτρίνα της.

Ο ίδιος ο συμφοιτητής συνέχισε το μάθημα γεωγραφίας. Εκεί μαζεύονται οι Κρητικοί, παρακάτω οι Ηπειρώτες, πιο πέρα οι Πελοποννήσιοι. Κι άλλες σπηλιές, παντού σπηλιές. Έτσι κατάλαβα ότι οι συμπατριώτες μου είχαν φτιάξει φωλιά στην πρωτεύουσα και πού να ψάξω να τους βρω. Μέχρι τότε πίστευα ότι ήμουν ο μόνος από τα μέρη μας στο λαβύρινθο. Γιατί το κέντρο του κέντρου είχε το σχήμα του λαβύρινθου. Δηλαδή λαβύρινθο δεν θα την έλεγες, μιλάμε για τρείς δρόμους Σόλωνος, Ακαδημίας και Ιπποκράτους, μέχρι την Κάνιγγος και την Πατησίων και μια στενή περιοχή γύρω τους, αλλά αν ήθελες να μπεις και να εξερευνήσεις τις σπηλιές της με τις στοές και τις διακλαδώσεις τους, τα στέκια σπηλιές, τα βιβλιοπωλεία σπηλιές, τα καφενεία σπηλιές, τους κινηματογράφους σπηλιές, τότε ναι, ήσουν χαμένος στο λαβύρινθο.

Μου άρεσε ένα ήσυχο βιβλιοπωλείο στην όχθη της Ιπποκράτους κοντά στις εκβολές της, στην καρδιά του κέντρου. Πελάτη σπάνια έβλεπες μέσα. Τα βιβλία στη  βιτρίνα του ήταν πολλών ειδών και θεμάτων, από επιστημονικά μέχρι λογοτεχνικά κι από πολιτικά μέχρι φιλοσοφικά, με άρωμα διακριτικό και χαμηλόφωνο. Διακριτικός κι ευγενικός ήταν κι ο ιδιοκτήτης του. Συνήθως καθόταν πίσω από το γραφείο του στο βάθος της σπηλιάς και διάβαζε κάποιο από τα βιβλία του. Σπάνια θα μου έλεγε λίγα λόγια για μια επιλογή μου. Πολύ διακριτικά, μόνο για να την επαινέσει και μόνο αν είχε διαβάσει το βιβλίο κι ο ίδιος. 



Μια μέρα βγαίνοντας έπεσα πάνω στον συμφοιτητή. «Καλά ρε, τι μπαίνεις εκεί μέσα, δεν ξέρεις ότι το παρακολουθεί η ασφάλεια;» Δεν το ήξερα, γιατί να το παρακολουθεί η ασφάλεια αυτό ειδικά, μέσα σε τόσες και τόσες σπηλιές. «Γιατί ο βιβλιοπώλης έχει ένα φάκελο ναααα… και μια καρδιά ακόμα μεγαλύτερη», είπε ο συμφοιτητής μου. Έτσι έμαθα για τον βιβλιοπώλη τη ζωή, τη δράση και την καρδιά του, τον βιβλιοπώλη και την Πράξη του. Και συνέχισα να πηγαίνω πού και πού στο βιβλιοπωλείο. Μόνο που τώρα τον κοίταζα με άλλο μάτι. Πιο διακριτικά και πιο επίμονα ταυτόχρονα, σαν να έψαχνα να βρω κάποιες απαντήσεις στο πρόσωπό του. Γιατί κι αυτός ένα χωριατόπαιδο ήταν, ένα χωριατόπαιδο που βρέθηκε στην πρωτεύουσα για σπουδές σε μιαν άλλη κατοχή.

Έτσι κύλησε το πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο, λίγη φυσική, λίγα μαθηματικά, λίγο σινεμά και πολλή γεωγραφία εξωσχολική. Τόσο που στις εξετάσεις του Ιουνίου δεν πέρασα ούτε ένα μάθημα. Το καλοκαίρι κάθισα στην Αθήνα για να διαβάσω και να βγάλω τα σπασμένα, στην εξεταστική περίοδο του Σεπτέμβρη. Έπιασα εποχική δουλειά σ’ ένα πολυκατάστημα για να ξαλαφρύνω λίγο τους γονείς μου που όσο κι αν προσπαθούσαν να το κρύψουν  είχαν κουραστεί κι είχαν αγανακτήσει. Πότε επιτέλους θα άρχιζα να τους δίνω αντί να τους ζητάω; Κι είχαν και την αδελφή μου που περίμενε και ζητούσε κι αυτή τα δικά της, και με το δίκιο της. Ούτε καν τους είπα τίποτα για το φιάσκο των εξετάσεων. Περίμενα να το καλύψω το Σεπτέμβρη κι ούτε γάτος ούτε ζημιά.

Οι σχολές είχαν κλείσει, οι φοιτητές είχαν σκορπίσει, οι χωριάτες στα χωριά τους και οι Αθηναίοι σε διακοπές, μέχρι και στο εξωτερικό έφτασαν κάποιοι τυχεροί. Η Αθήνα έκαιγε. Πιο πολύ κι απ’ τη ζέστη με τσουρούφλιζε η μοναξιά κι εκείνο το μάγκωμα. Ευτυχώς που υπήρχαν και τα θερινά τα σινεμά, με τη δροσιά, τ’ αγιόκλημα και τα γιασεμιά τους.

Το φθινόπωρο πέρασα κάποια μαθήματα. Όχι όλα. Ήμουν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Και απορώ γιατί το λέω έτσι, αφού αυτό τουλάχιστον το είχα μάθει καλά από το πρώτο έτος στο φυσικό, αφθαρσία δεν υπάρχει. Είναι που η γλώσσα σε παρασύρει όπου θέλει εκείνη. Και σε προδίνει.

Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για κατάργηση της τρίτης εξεταστικής περιόδου. Όποιος δεν κατάφερνε να καθαρίσει όλα τα μαθήματα στις δύο εξεταστικές θα έχανε το έτος. Πανικοβλήθηκα. Έβλεπα εφιάλτες. Βρικόλακες με τη μορφή της μάνας και του πατέρα μου με κυνηγούσαν για να μου πιουν το αίμα.

Τότε άρχισαν και πιο στενές επαφές ανάμεσα στους συμφοιτητές μου. Τα βλέμματα γίνονταν πιο ζεστά, τα λόγια πιο συγκεκριμένα και οι χειρονομίες πιο έντονες. Χαρτιά κυκλοφορούσαν που υπερασπίζονταν με πάθος το δικαίωμά μας στην τρίτη περίοδο, σε μια ελεύθερη χώρα, σε έναν ηλιόλουστο πλανήτη. Δεν είχα παρά να συνυπογράψω. Αλλά δίσταζα παρόλο που μ’ έκαιγε η τρίτη περίοδος. Δεν μ’ άφηνε το μάγκωμα. Και τα χωριάτικα ρητά, την υπογραφή σου και το πουλί σου να προσέχεις πού τα βάζεις και έξω απ’ το βρακί σου ας είναι κι αδελφή σου. Η ατμόσφαιρα εκτός από μάγκωμα όμως, μύριζε πια και κάτι άλλο. Κάτι ζυμωνόταν, κάτι έβραζε, κάτι που σε παράσερνε ήθελες δεν ήθελες, σαν τη γλώσσα.

Τότε ήταν που με πήρε κι η μάνα μου τηλέφωνο να μου πει ότι μάζεψαν τις ελιές στο λιοΐρι και μου στέλνει ένα κιούπι γεμάτο για να βγάλω το χειμώνα. Να πάω να το παραλάβω από το πρακτορείο των λεωφορείων. Και συνέχισε, «είναι και η Δημητρούλα, η κορη του παπά μας στην Αθήνα. Πέρασε στη φιλολογία. Κοίτα να το βρεις. Και να το βοηθήσεις, κορίτσι μόνο του,  άμα θέλει κάτι. Είναι σεμνό κορίτσι, σοβαρό και καλόκαρδο. Όχι σαν κάτι άλλες…» και τη φαντάστηκα να φτύνει στον κόρφο της. 

Ζήτημα να την είχα δει τρεις φορές τη Δημητρούλα.  Δεν είχα καμία όρεξη να κάνω τη νταντά και τον ξεναγό σ’ άλλο ένα βλαχαδερό, μου έφτανε ο εαυτός μου. Αλλά όταν μιλούσε η μάνα μου, δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Έτσι ανηφόρισα για άλλη μια φορά στη Νομική και τη συνάντησα. Κι άρχισα τώρα εγώ τα μαθήματα γεωγραφίας. Την πήγα στο στέκι των συμπατριωτών μας. Και στον κινηματογράφο. Πήγαμε πολλές φορές στον κινηματογράφο. Μέσα στο σκοτάδι, δίπλα δίπλα, με τους ηθοποιούς να λένε και να κάνουν αυτά που θέλαμε να πούμε και να κάνουμε εμείς αλλά δεν βρίσκαμε τις λέξεις και τις κινήσεις, με τα χέρια  δεμένα σαν πεινασμένα ζώα έτοιμα να ορμήσουν, αλλά να μην μπορούν. Κι ήταν και κόρη παπά.

Πήγαμε βόλτες στα βιβλιοπωλεία, χαζεύοντας τις βιτρίνες, μπουρδελότσαρκες θα τις έλεγαν κάποιοι συμφοιτητές μου, μιλώντας με άλλες λέξεις στο στόμα, άλλες στο μυαλό, άλλες στην καρδιά, άλλες στα χέρια. Την πήγα και στο βιβλιοπωλείο της όχθης. Ήθελα να μου μεταφράσει το λατινικό ρητό που έβλεπα εκεί φαρδύ πλατύ όποτε πήγαινα, αλλά δεν είχα τολμήσει να ρωτήσω τι σημαίνει. Για να περάσει στη φιλολογία η Δημητρούλα, κάτι λίγα λατινικούλια έπρεπε να τα ξέρει. 

«Φοβού τον άνθρωπο του ενός βιβλίου», μου έκανε τη μετάφραση, όταν βγήκαμε έξω. Τι σήμαινε αυτό; Δεν έμοιαζε με σύνθημα, με τα συνθήματα που ήξερα, που όλα συμφωνούσαν μεταξύ τους, ένας είναι ο εχθρός, άλλο αν διαφωνούσαν στο ποιος ακριβώς, ο φασισμός, ο ιμπεριαλισμός, ο καπιταλισμός ή ο αναθεωρητισμός. Το συζητούσαμε με τη Δημητρούλα και προβληματιζόμασταν. Και είχαμε πολλές απορίες. Κι εγώ σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ταμπέλα για βιβλιοπωλείο, σαν αυτές που είχαν τα μπακάλικα, «ο πωλών τοις μετρητοίς και ο πωλών επί πιστώσει»,  γιατί αν όλοι δεν αγοράζουν παρά μόνον ένα βιβλίο τι θα γίνονταν οι βιβλιοπώλες, κλέφτες; Αλλά δεν το είπα, γιατί μου φάνηκε πολύ χωριάτικο. 

Ξαναπήγαμε στο βιβλιοπωλείο αναζητώντας ένα βιβλίο για το οποίο γινόταν πολύ κουβέντα, ότι ήταν πνευματώδες και μοντέρνο και απελευθερωμένο, ότι πιο αντίθετο από χωριάτικο δηλαδή. Όλα όσα θέλετε να μάθετε γύρω από το σεξ και φοβάστε να ρωτήσετε, το έλεγαν. Είχαμε δει και μια ταινία στο σινεμά, του Γούντι Άλεν, με τον ίδιο τίτλο περίπου, και ο Γούντι Άλεν ένα χωριατόπαιδο μας είχε φανεί, ένα αστείο κομπλεξικό χωριατόπαιδο και πολύ γελάσαμε μαζί του και μαζί μας, αλλά δεν μάθαμε τίποτα σχετικό με τον τίτλο.

Όταν πήγα στο γραφειάκι του να πληρώσω, ο βιβλιοπώλης σήκωσε το κεφάλι του από αυτό που διάβαζε και με κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια.  Κοίταξε και τη Δημητρούλα που έκανε ότι κοίταζε τα βιβλία στο ράφι λίγο παραδίπλα. Ποτέ δεν την είχα ξαναδεί τόσο κόκκινη. «Τι το θέλετε αυτό το βιβλίο;» είπε. Σκέφτηκα ότι διαφωνεί με την επιλογή μου για κάποιους αόριστους ιδεολογικούς ή ηθικούς λόγους και ταυτόχρονα πάει κόντρα στο «συφέρο» του και με ένα νεύμα του κεφαλιού  και μια δειλή χειρονομία του έδειξα την ταμπέλα του, τη δική του την ταμπέλα που διαφήμιζε τα πολλά βιβλία, όσο περισσότερα τόσο το καλύτερο. Εκείνος χαμογέλασε με τα μάτια, στρογγυλεύοντάς τα και με το στόμα επιμηκύνοντάς το. «Για κάποια πράγματα δεν χρειάζεται κανένα βιβλίο» είπε, «για τα πράγματα της ζωής. Ξέρουν τα κορμιά από μόνα τους. Είναι ένα δασάκι στην Καισαριανή, ό,τι πρέπει».

Είχα μείνει αποσβολωμένος και δεν τολμούσα να κοιτάξω την κόρη του παπά μας. Δεν ακούσαμε τις συμβουλές του. Πήραμε το βιβλίο, είχαμε εκτεθεί πολύ για να κάνουμε πίσω. Και δεν πήγαμε στο δασάκι της Καισαριανής. Το ίδιο βράδυ όμως δώσαμε ραντεβού στο άλσος του Πεδίου του Άρεως, σ’ ένα ερημικό παγκάκι. Μας έπεφτε πιο κοντά από την Καισαριανή. Και συνεχίσαμε τα μαθήματα γεωγραφίας, αλλά αυτή τη φορά με ιδιαίτερη έμφαση στα πράσινα σημεία, δασάκια πάρκα και αλσύλλια, που επειδή στο κέντρο του κέντρου ήταν ελάχιστα έως ανύπαρκτα, αρχίσαμε όλο και να ξεμακραίνουμε στα περίχωρα, μέχρι τη θάλασσα φτάσαμε. Όσο για εκείνο το βιβλίο δεν το ξεφύλλισα ποτέ και έτσι δεν μπορώ να πω τη γνώμη μου. Και όσο κι αν στύβω το κεφάλι μου δεν μπορώ να θυμηθώ τι απέγινε.

Μετά από χρόνια, Ιούλιο μήνα κάναμε διακοπές σ’ ένα Κυκλαδονήσι. Σε μια  έρημη παραλία απ’ αυτές που λες, αν ο Παράδεισος υπάρχει και είναι νησί, έτσι πρέπει να είναι οι ακτές του. Μόνο άλλο ένα ζευγάρι ήταν εκεί. Μια νέα κοπέλα κι ένας ηλικιωμένος άντρας. Ο άντρας έκανε γυμναστική. Μια περίεργη γυμναστική, κινέζικη, γιαπωνέζικη, δεν ξέρω τι, που έμοιαζε με προθέρμανση για μπαλέτο. Πότε σήκωνε το πόδι ψηλά πάνω από το κεφάλι κι έμενε εκεί, πότε λύγιζε το κορμί του και έσκυβε  και το περνούσε κάτω από τα πόδια του. Έπαιρνε στάσεις  που θύμιζαν πότε πουλί, πότε άγριο ζώο, πότε δέντρο. Είχα χαζέψει.


Η Δήμητρα με σκούντησε, «φιγούρες», είπε, «κάνει τη φιγούρα του στη νεαρή. Έτσι είναι, άμα θες φρέσκο κρέας ενώ εσύ παλιώνεις, πρέπει  να αποδεικνύεις ότι έχεις δόντια να το μασήσεις» και στα λόγια της υπήρχε κάτι σαν απειλή, και κάτι… χωριάτικο. Κοίταξα καλύτερα προς τα κει και αναγνώρισα τον βιβλιοπώλη, λουσμένο στο φως.  Την ίδια στιγμή τον αναγνώρισε και η Δήμητρα. «Για δες εκεί, ο βιβλιοπώλης μας», είπε. «Τι ωραίος άντρας! Και κρατιέται πολύ καλά για την ηλικία του. Φοβερή φόρμα. Δεν σου φαίνεται έτοιμος για την επόμενη Πράξη; Σαν έτοιμος από καιρό…» Η φωνή της είχε αλλάξει. Στα λόγια της τώρα ακουγόταν μια νοσταλγία σχεδόν οδυνηρή.


Ομολογώ ότι ζήλεψα πολύ. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι άφησα τη θαλασσινή αύρα να καθαρίσει τα πνευμόνια μου, από κάθε τι χωριάτικο. Σκέφτηκα να πάω να τον χαιρετίσω, να υποβάλω τα σέβη μου, αλλά δεν το έκανα, το θεώρησα ιεροσυλία Εξάλλου πάει καιρός που ξέρω καλά ότι δεν υπάρχουν αισθήματα και ιδέες και χαρακτήρες αποκλειστικότητες του χωριού ή της πόλης. Όλοι για έναν και ένας για όλους που έλεγαν και οι τρεις σωματοφύλακες. Έμεινα στη θέση μου να κοιτάω και να απολαμβάνω. Έμεινε μόνο ο σεβασμός και… η αγάπη.

Ήρθε κι ο μεγάλος  κι έπεσε στην αγκαλιά μου κι άρπαξε με τα χέρια του τα μάγουλά μου κι έστρεψε το κεφάλι μου κατά κει, όπως κάνει συνήθως όταν θέλει να προσέξω κάτι που του έκανε αυτού εντύπωση. «Κοίτα», είπε, «αυτός ο γέρος χορεύει». Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου. «Πάντα χόρευε. Και δεν είναι γέρος, είναι ο… εαυτός του».

Ήθελα να του πω κι άλλα, μια ιστορία για μια σημαία και μια άλλη σημαία, τι σήμαινε η μια και τι σήμαινε η άλλη, αλλά αυτός είχε φύγει κιόλας από την αγκαλιά μου και έτρεχε στον αδελφό του. Έπαιζαν βαρελάκια στην άμμο. Κυλιόντουσαν στην άμμο  μέχρι που οι κόκκοι της, σαν το σουσάμι, κάλυπταν κάθε πόρο στα κορμιά τους και τα έκαναν να μοιάζουν με πήλινα και κουτρουβαλώντας έπεφταν στη θάλασσα όπου ξεπλένονταν και τίναζαν από πάνω τους το σουσάμι,  βγάζοντας κραυγές θριάμβου. Η μάνα τους τούς φώναζε «βάλτε τα καπέλα σας, θα σας κάψει ο ήλιος».

Χώμα, νερό και φωτιά. Και φως, πολύ φως. Τα υλικά της δημιουργίας ήταν εκεί μπροστά μας. Οι Ίωνες, οι πρώτοι φυσικοί φιλόσοφοι δεν χρειάστηκαν τίποτα άλλο για να δημιουργήσουν τον κόσμο. Γιατί οι δικές τους σκέψεις ήταν πράξεις δημιουργίας. Χώμα νερό και φωτιά και δίπλα ο άνθρωπος των πολλών βιβλίων, ή του κανενός βιβλίου, όταν πρόκειται για τα ζητήματα της  ζωής. Μ’ αυτά και μόνο φτιάχνεται ο κόσμος κι ο άνθρωπος.

Είπα να τους φωνάξω και να τους μιλήσω για τους Ίωνες. Να τους μιλήσω και για τον βιβλιοπώλη των πολλών βιβλίων και της Πράξης και για το πώς σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με την ύπαρξή τους, δεν το έκανα όμως. Το θεώρησα ιεροσυλία να τους διακόψω την ώρα που πιάναν τη ζωή με τα χέρια τους και με όλους τους πόρους του κορμιού τους.

Αντί γι αυτό γύρισα στη Δήμητρα. «Αλήθεια, εκείνο το βιβλίο υπάρχει ακόμα; Ξέρεις πού βρίσκεται; Εσύ τουλάχιστον το διάβασες; Έμαθες τίποτα;». Η Δήμητρα έβαλε τα γέλια. Άρχισε να γελάει με κείνο το γέλιο της, το τόσο… Που έδιωχνε το μάγκωμα. Μ’ εκείνο το γέλιο της που με έκανε να την αγαπήσω.

ΥΓ1. Τον καιρό της δικτατορίας ο Μανόλης Γλέζος είχε ένα βιβλιοπωλείο επί της Ιπποκράτους, κοντά στην Ακαδημίας.
ΥΓ2. Το διήγημα αυτό είναι μέρος μιας ανέκδοτης συλλογής διηγημάτων με τίτλο «Βιβλιοθήκες».


Η Αρετή Πάνου γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στο Γραμματικό. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε πολλά χρόνια στη Διεύθυνση Πληροφορικής της Αγροτικής Τράπεζας, που δεν υπάρχει πια.  Από τη φύση της αναγνώστης, πέρασε στο γράψιμο από αγάπη. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων: «Μήτρα με αγκάθια» (εκδόσεις Λαγουδέρα, 2010) και «Κωμικοτραγική» (εκδόσεις Carpe Librum). 


         

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

"Ο επικήδειος" διήγημα της Αρετής Πάνου


Ο επικήδειος

διήγημα

της Αρετής Πάνου




Για το Βαλέριο Κόιτο η μέρα είχε ξεκινήσει ευοίωνα. To πρωί στα λουτρά η κουβέντα ήταν πολύ ευχάριστη. Όλοι θεωρούσαν την   είσοδό του στη σύγκλητο βέβαιη και πανηγυρική· η φυσική θέση για έναν ευπατρίδη σαν κι αυτόν, με τόσα ανδραγαθήματα στις μακρινές εκστρατείες.  Η Ρώμη έχει ανάγκη τη γενναιότητα και την αφοσίωσή του. Έπρεπε λοιπόν να είναι έτοιμος κάθε στιγμή, με την πορφυρή του  τήβεννο απαστράπτουσα, τον εναρκτήριο λόγο και τα κόκκινα παπούτσια του καλογυαλισμένα.  Ειδικά τον λόγο, κατασταλαγμένο και ζωντανό ταυτόχρονα, να κάνει καλή εντύπωση στους πατρίκιους, να  τους ταρακουνήσει· υπάρχουν τόσα προβλήματα που ζητάνε λύση, στην απώτατη περιφέρεια αλλά και στην ίδια την καρδιά του κράτους.  Τους πιο ηλικιωμένους τους παίρνει ο ύπνος πάνω στα έδρανα. Όλοι συμφωνούσαν, η γερασμένη σύγκλητος χρειάζεται νέο αίμα.  Η Ρώμη έχει αρχίσει να γερνάει.

Εύκολα η συζήτηση στράφηκε στον θάνατο. Απόκτησε σοβαρότητα και  φιλοσοφικό βάθος. Ποιος θάνατος είναι ωραίος και ποιος άσχημος και ποιος μπορεί να το ξέρει. Καθώς όμως οι σκλάβοι τους άλειβαν και τους έτριβαν με αρωματικά έλαια, δεν έμεινε για πολύ εκεί.  Γύρισε στις γυναίκες της Ρώμης, ωραίες κι άσχημες, στις ερωτοδουλειές, στα σκάνδαλα και τις δολοπλοκίες. Ο Βαλέριος, ένας ομορφάντρας στα σαράντα πέντε του, ένιωθε κυρίαρχος και σ’ αυτό το θέμα.

Φυσικό ήταν να γυρίσει στην έπαυλή του σε μεγάλα κέφια. Πρώτα έφαγε καλά. Ζήτησε να του σερβίρουν το αγαπημένο του φαί, κυνήγι μαγειρεμένο με μυρωδικά και φρεσκοψημένες πίτες. Ήπιε πολύ κρασί, ζήτησε μάλιστα και του έφεραν κι έριξε μέσα στο ποτήρι του από κείνο το βοτάνι της Αφροδίτης, το ηδονικό.  Στο τέλος ζήτησε σταφύλια και την όμορφη νεαρή σκλάβα του, την Ελένη.

Η Πουλχερία, η γυναίκα του, δεν εμφανίστηκε καθόλου στη διάρκεια του γεύματος. Πάει καιρός που τον αποφεύγει. Κάποτε εκείνος διψούσε για κείνη μόνο, κι αν έπεφτε το μάτι του σε καμιάν άλλη, εκείνη γινόταν θηρίο, να του το βγάλει. Περήφανη γυναίκα, από μεγάλο τζάκι της Ρώμης. Από τότε όμως που γέννησε τα παιδιά τους άλλαξε.  Σιγά σιγά έγινε αγνώριστη. Κυκλοφορεί κρυμμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια μέσα σε ρούχα ασουλούπωτα, με το βλέμμα χαμένο κι όλο κλείνεται στα διαμερίσματά της με τις δούλες της. Την έχει δει μάλιστα να κάνει και το σχήμα του καινούριου θεού των σκλάβων. Μόνο γι’ αυτόν έχει μάτια πια. Τον Βαλέριο δεν τον νοιάζει, ένας άνθρωπος δυνατός και πλούσιος, τι να ζηλέψει απ’ αυτόν τον κακομοίρη θεό. Όμως, έχει μια μικρή ανησυχία για την Πουλχερία, αν θα μπορεί να την προστατεύει πάντα. Η κατάσταση στη Ρώμη είναι μπερδεμένη, χάος και άλλοι, για πολύ λιγότερα, βρέθηκαν στο στόμα του λιονταριού.

Η Ελένη ήρθε και κάθισε δίπλα του στο ανάκλιντρο. Έπιανε τις ρόγες απ’ το σταφύλι μία μία και τις έβαζε πότε στο δικό του στόμα και πότε στο δικό της. Με τα χείλη, τα δόντια και τη γλώσσα προσπαθούσαν ν’ αρπάξει ο ένας τη ρόγα από τον άλλο, ή να του χώσει τη δική του. Έπαιζαν. Τα στόματά τους βάφτηκαν κατακόκκινα. Στόματα κανίβαλων. Χούφτωσε τα στήθη της κι έφερε τις δικές της ρόγες στο στόμα του. Βύζαξε αχόρταγα για κάμποση ώρα, αυτός ένας άντρας χορτασμένος. Η Ελένη έγειρε και τον τράβηξε κοντά της. Ανέβηκε πάνω της και…  εκεί τα κακάρωσε. Τετέλεσται.





Το ανάκλιντρο έγινε νεκροκρέβατο. Πάνω εκεί τον έπλυναν οι δούλες με κρασί, τον άλειψαν με μύρα, τον χτένισαν κι έβαλαν στεφάνι στα μαλλιά του. Του φόρεσαν την πορφυρή χλαμύδα και τα κόκκινα παπούτσια του.  Γύρω γύρω άναψαν αρωματικά κεριά και λιβάνια. Η Πουλχερία πρωτοστατούσε σιωπηλά. Του άξιζε η πιο λαμπρή κηδεία του άντρα της, για την ευγενική του καταγωγή και τη γενναιότητά του. Να υποκλιθεί μπροστά του η Ρώμη. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια.  Η τελετή, το γεύμα, οι δωρεές στους φτωχούς, οι μουσικοί και προπαντός ο επικήδειος. Στον επικήδειο  κατασταλάζει η ζωή του εκλιπόντα και της οικογένειάς του. Κι αυτό το καταστάλαγμα περνάει στ’ αρχεία και στην ιστορία της Ρώμης·   είναι η  ιστορία της Ρώμης. Οι μεγάλες οικογένειες ανταγωνίζονται μεταξύ τους, ποια θα έχει τους πιο λαμπρούς επικήδειους που θα εξασφαλίσουν το πέρασμά της στην ιστορία και στην αιωνιότητα. Οι επικηδειογράφοι θησαυρίζουν. Η Πουλχερία αναστενάζει και κάνει τον σταυρό της. Σηκώνει το κεφάλι της και κοιτάζει κάπου ψηλά. «Συγχώρα με, Θεέ μου. Για την αιωνιότητα, Κύριε, μόνον Εσύ ξέρεις κι Εσύ αποφασίζεις». Για ό,τι περνάει από το χέρι της όμως, θα φροντίσει να είναι τέλειο. Πάει να βρει τον Γαλέριο, τον γραμματικό της οικογένειας.



Ο Γαλέριος δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από τον νεκρό Βαλέριο. Και τώρα ακόμα είναι πολύ όμορφος. Ντυμένος στην πορφύρα, σημάδι ανεξίτηλο της καθαρόαιμης γενιάς του, που τον ακολουθεί και πέραν του βίου τούτου.   Ακόμα κι αυτή η στραβή του μύτη, έτσι που ταιριάζει πάνω στο πρόσωπό του, δεν μοιάζει με ατέλεια, αλλά με στοιχείο που έβαλε εκεί κάποιος καλλιτέχνης για να του δώσει ενδιαφέρον και ένταση,  γιατί θα του φαινόταν ανούσιο να ζωγραφίζει λουλούδια ή να σμιλεύει νεαρά κορμιά στην παλαίστρα που είναι από μόνα τους τέλεια. Το κάνει ίδιο με μαρμάρινη προτομή, ρωμαϊκή, που μπορεί να μην έχει την ομορφιά των ελληνικών αγαλμάτων,  την αψεγάδιαστη, έχει όμως ρεαλισμό και δύναμη.


Πόσο τον βασάνισε στη ζωή του αυτή η ομορφιά τον Γαλέριο, μόνον αυτός το ξέρει. Και δεν ήταν μόνο η ομορφιά, ο Βαλέριος τα ’χε πάντα όλα, πλούτη, δόξα, τιμές κι αξιώματα κι έρωτες, κι εκείνος δεν είχε τίποτα ποτέ. Ήταν ο νόθος, ο παρακατιανός, ο γιος της Ελληνίδας σκλάβας, με το σακατεμένο πόδι, ένας δούλος καλός για να ταΐζει τα ζώα. Ευτυχώς κατάλαβαν πως ήταν καλός στα γράμματα και τον έκαναν γραμματικό. Όλες οι μεγάλες οικογένειες της Ρώμης είχαν τον γραμματικό τους. Σαν γραμματικός είχε συνοδέψει τον Βαλέριο στις εκστρατείες του. Λουφάζοντας σε κάποια γωνιά, τον έβλεπε την ημέρα να καλπάζει στη μάχη,  κραδαίνοντας το σπαθί του, για να επιβάλει την τάξη της Ρώμης σε εχθρούς απ’ όλες τις φυλές του κόσμου, με την ίδια ορμή που τη νύχτα γλεντοκοπούσε και  κατακτούσε γυναικεία  κορμιά απ’ όλες τις φυλές του κόσμου. Ο Γαλέριος στην κρυψώνα του, να τρέμει απ’ τον φόβο κι εκείνος να χύνεται μέσα σ’ όλα ατρόμητος σαν τον Αχιλλέα. Μάταια περίμενε ο Γαλέριος να βρει ένας εχθρός την αχίλλειο πτέρνα του, να σημαδέψει καλά και να τον ξαπλώσει επιτέλους κάτω, στο χώμα. Τον Βαλέριο τον προστάτευαν οι θεοί της Ρώμης. 

Κι αυτός η κρυμμένη σκιά του, να παρακολουθεί και να καταγράφει, αόρατος για όλους και πιο πολύ για τον αφέντη του. Τον θυμόταν όταν ήθελε γυάλισμα η πανοπλία του, όταν έπρεπε να στείλει αναφορά στη Ρώμη ή γράμμα σε κάποιο φίλο ή ακόμα και στη γυναίκα και τα παιδιά του. Δε χρειαζόταν να του το υπαγορεύσει κατά γράμμα. Αρκεί να του έδινε το θέμα και τον παραλήπτη. Ο Γαλέριος ήξερε τι να γράψει σε κάθε περίπτωση, είτε επρόκειτο για ακριβή στοιχεία, τις δυνάμεις του αντιπάλου ή την τροφοδοσία της λεγεώνας, είτε για φλογερά ερωτόλογα ή πατρικές συμβουλές. Έμπαινε στη θέση του άλλου. Έβαζε τα δυνατά του να είναι δίκαιος, αλλά όχι αλαζόνας, να περιγράφει τα κατορθώματά του με σεμνότητα, ερωτευμένος αλλά όχι γλυκανάλατος, ένας άντρας μακριά απ’ την εστία του· έπρεπε η Πουλχερία να νιώσει την ίδια λαχτάρα και την προσμονή καθώς θα τα διαβάζει.  Περίμενε με αγωνία την απάντηση.

Καμιά φορά ο Βαλέριος του ζητούσε να δει τι είχε γράψει, συνήθως του είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Διάβαζε και τον διόρθωνε. Κάπως αλλιώς θα ’πρεπε να τα είχε γράψει ο Γαλέριος, πιο απλά και ξεκάθαρα,  δεν αναγνώριζε τον εαυτό του μέσα στο γράμμα. Τι γραμματικός ήταν αυτός να γράφει του κεφαλιού του, αντί αυτά που θέλει ο κύριός του και μόνον αυτά.  Τότε τον έπιανε μια σιγουριά ότι ο ίδιος θα τα είχε γράψει καλύτερα, αλλά να που δεν είχε καιρό για γράμματα. Δεν τον άφηναν τα καθήκοντα, οι μάχες, οι γυναίκες και οι κραιπάλες. Ήταν σαν αυτός ο άνθρωπος να ζούσε πολλές ζωές μέσα στη δική του, του Γαλέριου και άλλων. Σαν να ρουφούσε τις ζωές τους. Ο Γαλέριος δεν είχε ζωή γιατί του τη ρούφηξε ο Βαλέριος. Πόσες φορές είχε σκεφτεί να τον σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια…

Αυτή η σκέψη δεν τον άφηνε να ησυχάσει, τον δηλητηρίαζε μέρα νύχτα, τον δυσκόλευε πιο πολύ κι απ’ το πόδι του το σακάτικο, αλύγιστο σαν κουπί και το ίδιο άχρηστο μ’ ένα κουπί στη στεριά. Καταδικασμένος να το σέρνει μαζί του, σημάδι της εκφυλισμένης γενιάς του και της μισερής του ύπαρξης. Κι απ’ αυτό το περπάτημά του ακόμα που προκαλούσε το γέλιο ή τον οίκτο, ποτέ το θαυμασμό ή τον έρωτα. Έμοιαζε να βασανίζεται μόνος του, να τον εμποδίζει να προχωρήσει ένας δεύτερος, αόρατος εαυτός μπλεγμένος με τα ίδια του τα μέλη. Οι γυναίκες δεν τον ήθελαν στο κρεβάτι τους. Το ’ριχνε κι αυτός στο ποτό για να βυθιστεί στη λήθη, να βρει παρηγοριά στην ανυπαρξία.  Στο τέλος δοκίμασε κι αυτόν τον καινούριο θεό, το Θεό της αγάπης. Μαζί με άλλους κατατρεγμένους που τους είχαν ρουφήξει τη ζωή. Ήθελε να ξεπλυθεί επιτέλους απ’ τα βάσανα, να ξυπνήσει ένα πρωί αθώος σαν μικρό παιδί, ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί λιγάκι. Εκείνος αγάπησε ληστές και φονιάδες, τους συγχώρεσε και τους πήρε στην αγκαλιά του, έδωσε στους τυφλούς το φως τους.  Δεν θα μπορούσε να δώσει λίγη γαλήνη σ’ έναν κουτσό γραμματικό... Προσευχόταν.  Όμως το φαρμάκι δεν τον άφηνε.


Και να που όλο το φαρμάκι άδειασε μέσα σε μια στιγμή. Αυτή η δύναμη κι αυτή η ομορφιά δεν πληγώνει πια τον Γαλέριο. Μπορεί να την παρατηρεί, σαν καλλιτέχνης το μοντέλο του ή άνθρωπος που στοχάζεται κοιτάζοντας στον καθρέφτη. Μήπως τελικά ο Θεός της αγάπης επιβάλει τη δικαιοσύνη Του με τον θάνατο; Σηκώνει το κεφάλι του ψηλά και δεν ξέρει αν πρέπει να πει ευχαριστώ Θεέ μου που με απάλλαξες ή Θεέ μου συγχώρα με γι’ αυτή τη βλασφημία.

Τελικά ο Κόιτος έμεινε προ των πυλών, δεν πρόλαβε  να μπει μέσα, σκέφτεται  ο Γαλέριος, μπερδεύοντας την πύλη της συγκλήτου, με την πύλη της Ελένης. Μεγάλη ατυχία αυτή για ένα Ρωμαίο πολίτη. Κόιτους άντε πόρτας και Κόιτους ιντεράπτους.  Πάντα πίστευε ότι το όνομα του καθενός γίνεται τελικά μοίρα του και ίσως το δικό του όνομα να φταίει για όλο αυτό το βάσανο και το κουπί που τράβηξε στη ζωή του.



Η Πουλχερία ανέθεσε στον Γαλέριο τον επικήδειο του Βαλέριου. Θα μπορούσε να προσλάβει τον καλύτερο επικηδειογράφο. Είναι πολλοί κι ανταγωνίζονται μεταξύ τους, για τα πιο περίτεχνα σχήματα, τις δυνατές εικόνες, τους ύμνους που θ’ αφήσουν εποχή, τα ανέκδοτα και τις έξυπνες φράσεις  που θα χαραχτούν στη μνήμη. Ένα καινούριο είδος γραπτού λόγου ανθεί στη γηραιά Ρώμη, ο επικήδειος. Όμως η Πουλχερία ήξερε καλά τη δύναμη του δικού του λόγου, από κείνα τα γράμματα που την έκαναν να λιώνει από πόθο. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να μιλήσει πιο πιστά για το Βαλέριο, από τον Γαλέριο που ήταν η σκιά του από μικρό παιδί. Ποιος άλλος γνωρίζει σαν τον Γαλέριο τη ζωή του Βαλέριου, τη δύναμη και το ήθος του, την προσφορά του στη Ρώμη, ώστε να τα διηγηθεί έτσι που να κάνει τους ευπατρίδες να δακρύσουν και να θαυμάσουν. Έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Γαλέριο και στις ικανότητές του. Πιστεύουν και στον ίδιο Θεό. Ποτέ της δεν τον είδε σαν δούλο, αλλά σαν ένα μέλος της μεγάλης οικογένειας των Κόιτων. Τώρα ήρθε η ώρα να του δώσει και την ελευθερία του.



Ο Γαλέριος νιώθει κιόλας ελεύθερος. Ώστε αυτή είναι η ελευθερία, αυτή η ελαφράδα, αυτή η απομάκρυνση απ’ όλα και όλους κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, σαν να τον βλέπει κι αυτόν από μακριά. Ούτε το πόδι του δεν τον βαραίνει τόσο πολύ. Μα αυτό μοιάζει με τον Παράδεισο, σκέφτεται και σηκώνει το κεφάλι του προς τον ουρανό, ψάχνοντας κι αυτός δεν ξέρει τι. Έχει ωστόσο άλλη μια αυστηρή εντολή να υπακούσει, μια παραγγελία να εκτελέσει, έναν άθλο. Να γράψει έναν επικήδειο που θα δοξάσει τον Βαλέριο και θα συγκινήσει όλη τη Ρώμη, πατρίκιους και πληβείους που παρακολουθούν ατάραχοι στην αρένα θηρία να κατασπαράζουν ανθρώπους. Και πρέπει να το καταφέρει με τις λέξεις του μόνο. Η αλήθεια είναι πως θα υπάρχει και μουσική υπόκρουση. Θα πρέπει μάλιστα να συνεννοηθεί με τους μουσικούς για τα σημεία που θα ανεβάζουν ή θα κατεβάζουν τον τόνο, για το ρυθμό που θα πρέπει να ταιριάζει με τον ρυθμό της δικής του αφήγησης. Γιατί οι λέξεις του θα κάνουν όλη τη δουλειά. Η αθανασία του Βαλέριου κρέμεται απ’ τις λέξεις του.

Δεν το φανταζόταν ότι έχει τόσα πολλά να πει για τον Βαλέριο. Πολλά και καλά, ανακατεμένα, τα νοιώθει να φουσκώνουν το στήθος του, να ξεχειλίζουν. Μα αυτός νόμιζε ότι είχε μόνο φαρμάκι μέσα του.  Τώρα  βλέπει καθαρά ότι υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορεί να το ονοματίσει, δεν τολμάει.  Να ’κανε πάλι το θαύμα του ο Θεός της αγάπης ή να ’ναι ο Ιανός, ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων που του δείχνει την άλλη του όψη. Γιατί μπορεί ο καινούριος Θεός να ’ναι πιο καλός, αλλά ο παλιός του φαίνεται πιο αληθινός.

Τώρα δεν έχει παρά να σκύψει μέσα του για να γράψει τον καλύτερο επικήδειο. Να μπει στα παπούτσια του άλλου.  Να ρουφήξει με μιας  τη ζωή του και ν’ αφήσει το απόσταγμά της να στάξει στην ιστορία. Σαν να ήταν δική του ζωή, να τυλίγεται εκείνος την πορφύρα. Γιατί μέσα του δεν υπάρχει μόνο φαρμάκι. Κι αυτός είναι ένας άνθρωπος ελευθερωμένος που μπορεί να εκτελέσει πιστά την εντολή και την παραγγελία που του δόθηκε, ενώ κάνει και γράφει του κεφαλιού του. Και ξέρει ότι ενώ ο Βαλέριος θα δοξάζεται, εκείνος θα παίρνει την τιμή και τον έπαινο του λαού της  Ρώμης κι οι παντοδύναμες λεγεώνες της θα τον μεταφέρουν στα πέρατα του κόσμου.

Για τον φτωχό Γαλέριο η παντοκρατορία της Ρώμης είναι τόσο πραγματική και αμετάβλητη όσο και το κουτσό του πόδι και όσο οξυδερκής και να ’ναι δεν μπορεί να δει ότι σύντομα θα πέσει. Ούτε μπορεί να φανταστεί τη μεγάλη τέχνη που θα δημιουργηθεί στους αιώνες που θα ’ρθουν από παραγγελιές, που αυτοί που θα τις δώσουν θα σβήσουν και θα  ξεχαστούν, ενώ αυτοί  που θα τις εκτελέσουν  δεν θα πεθάνουν ποτέ. Όπως δεν μπορεί να φανταστεί, ότι θα ’ρθει ο καιρός που το χρώμα της πορφύρας θα είναι το χρώμα των κατατρεγμένων  κι όλων αυτών που τους έχουν ρουφήξει τη ζωή.





Υστερόγραφο

Μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις, όταν ήμουν παιδί, ήταν να σκαλίζω τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Κι όπως οι περισσότερες απολαύσεις είχε και το στοιχείο της παρανομίας. Όταν του ζητούσα επίσημα την άδεια, μου έλεγε «περίμενε να μεγαλώσεις λίγο ακόμα». Εκεί λοιπόν, ανάμεσα σε πολλούς αρχαίους Έλληνες, στον Μπακούνιν και τον Σοπενάουερ, στον Γληνό, τον Βάρναλη και τον Γκαίτε, κρυμμένο πίσω πίσω, ανακάλυψα και το «βιβλίο του  γιατρού Γύρα», μια προπολεμική σεξολογία που διάβασα, εννοείται, κρυφά και απνευστί. Στις μεθόδους  αντισύλληψης αναφέρονταν με τα λατινικά τους ονόματα, η διακεκομμένη συνουσία (coitus interruptus) και η συνουσία προ των πυλών (coitus ante portas). Δεν έμαθα τίποτα για το σεξ και την προφύλαξη από εκείνο το βιβλίο, όμως αυτά τα ονόματα μού έμειναν. Αυτά και  το regina rosas amat  που κάναμε στο λύκειο είναι οι μόνες λατινικούρες που θυμάμαι.  Αφιερώνω λοιπόν αυτό το διήγημα σε όλους τους ανησυχούντες για τη λατινομάθεια των ελληνόπαιδων.



Αρετή Πάνου

Η Αρετή Πάνου γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στο Γραμματικό. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε πολλά χρόνια στη Διεύθυνση Πληροφορικής της Αγροτικής Τράπεζας, που δεν υπάρχει πια.  Από τη φύση της αναγνώστης, πέρασε στο γράψιμο από αγάπη. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων: «Μήτρα με αγκάθια» (εκδόσεις Λαγουδέρα, 2010) και «Κωμικοτραγική» (εκδόσεις Carpe Librum).