Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Τα γενέθλια Ανέκδοτο διήγημα της Δέσποινας Καϊτατζή






Τα γενέθλια

Ανέκδοτο διήγημα  της Δέσποινας Καϊτατζή

αφιερωμένο στον  μικρό Χ.


Ξενύχτι. Δούλευε σχεδόν όλη νύχτα. Έπρεπε να ετοιμάσει μια ιστοσελίδα για έναν απαιτητικό πελάτη. Έπεσε ξερός τα χαράματα. Τον ξύπνησε ένας εφιάλτης. Είχε αργήσει λέει στο σχολείο και τον μάλωνε ο δάσκαλος. Η ώρα ήταν ήδη ένδεκα παρά. Έτρεξε στο μπάνιο. Την πίστη μου μέσα, Πώς τα κατάφερα πάλι. Πάντα τα ίδια. Γιατί ενέδωσα πάλι; Έπρεπε να το αφήσω για μετά. Μια ζωή τα ίδια. Πάντα το ίδιο υποχωρητικός στις πιέσεις των άλλων. Την πίστη μου μέσα. Ηλίθιος, ηλίθιος, ηλίθιος. Φτου γαμώ... Σήμερα βρήκα ν' αργήσω; Σήμερα;  
      Ετοιμάστηκε γρήγορα γρήγορα. Φόρεσε τα καλά του. Πήδησε στ' αυτοκίνητο. Στο βενζινάδικο πήρε έναν freddo cappuccino κι ένα κρουασάν. Το αυτοκίνητο βολίδα. Πάλι καλά που δεν τον πέτυχε η τροχαία. Έφτασε στις δυο και μισή στη πόλη που κάποτε τον είχε ανεβάσει στα ύψη και μετά τον πέταξε στα τάρταρα. Τα καταστήματα κλειστά. Σταμάτησε κοντά στην οικοδομή. Πάρκαρε όπως όπως. Πάτησε το κουδούνι. Η καρδιά του, μηχανή αυτοκινήτου υπό φοβερή πίεση, έτοιμη να εκραγεί. Θα έβλεπε επιτέλους το γιο του μετά από έξι μήνες. Ήταν στα μαχαίρια με την πρώην του. Δεν τον άφηνε να τον δει. Ήταν στο διαζύγιο. Δύσκολα πράγματα. Αμοιβαίες αντιμαχίες, ενοχοποιήσεις, επιθέσεις. Κι ανάμεσα το παιδί. Να το σκίζουν στα δυο στον κύκλο με την κιμωλία. Εδώ βέβαια η αντιμαχία ήταν μεταξύ των γεννητόρων. Είχε κάνει το λάθος να το διεκδικήσει. Βρήκε μπροστά του μια λέαινα έτοιμη να τον κατασπαράξει, προκειμένου να διασφαλίσει τον απόλυτο έλεγχο στη ζωή του παιδιού της. Σκαρφίστηκε χίλιους λόγους και αιτίες για να βγάλει τον πατέρα από το γονικό κάδρο. Να τον ξεριζώσει απ' τη ζωή του γιου του. Ευτυχώς μεταξύ των δικηγόρων τελικά διευθετήθηκε η δυνατότητα να τον βλέπει μέχρι την τελική απόφαση του δικαστηρίου.
     Του κατέβασε το παιδί κι εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα του ασανσέρ. Τον είδε ν' ανοίγει την είσοδο και να τρέχει στην αγκαλιά του. Περπατούσαν κρατώντας του το χέρι. Η μικρή παλάμη δροσερό χάδι στην ιδρωμένη χούφτα του. Δυο παιδιά που προχωρούσαν ανέμελα στον δρόμο. Πήγαν με τα πόδια προς την πλατεία. Σταματήσαν σ' ένα ATM. Έβγαλε ένα πενηντάρικο. «Μπαμπά δεν έχεις λεφτά και βγάζεις τόσο λίγα;» ρώτησε ο μικρός. «Για σένα είναι αγόρι μου», του απάντησε. «Μα αυτά είναι πολλά για μένα» απόρησε το παιδί. «Είναι το δώρο σου, δυστυχώς δεν προλάβαμε την αγορά. Και δεν γνώριζα τι θα ήθελες να σου αγοράσω» είπε και τον έσφιξε πάνω του λες κι αποζητούσε εξιλέωση. Πώς τα κατάφερα έτσι... πώς τα έχω κάνει στραπάτσα γαμώτο μου. Τον πήρε αγκαλιά και τον σήκωσε ψηλά. Τα βλέμματα αντάμωσαν παρατεταμένα. Βούτηξαν για λίγο μαζί σε πηγή ανείπωτης ευτυχίας. Τον κατέβασε γρήγορα πριν ξεχειλίσει η πηγή απ' τα υγρά μάτια. Μπήκαν σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Αγόρασαν μια τούρτα κι επτά κεράκια. Ζήτησε και πλαστικά κουταλάκια. Κάθισαν σ' ένα παγκάκι στο πάρκο. Στη γαλήνη των ήρεμων δέντρων. Άνοιξε το κουτί με την τούρτα. Τοποθέτησε τα κεριά. Τα άναψε με τον αναπτήρα. Του είπε να τα σβήσει κάνοντας μια ευχή.

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) και μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), του The Uppsala University Alumni Network, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και Karin Boye Sällskapet. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές, ένα βιβλίο μετάφρασης σουηδικής ποίησης και μια συλλογή διηγημάτων. Ποιήματα και διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις και μεταφράστηκαν στα αγγλικά, σουηδικά, γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά.

[η φωτογραφία από την ταινία Kramer vs. Kramer του Robert Benton, 1979]


Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Όταν ο Νάρκισσος πνίγηκε στο smartphone της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μαζί με μια φωτογραφία του Γιώργου Λαθύρη








 Όταν ο Νάρκισσος πνίγηκε στο smartphone

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

μαζί με μια φωτογραφία του Γιώργου Λαθύρη






Κι επέρασαν χρόνοι πολλοί κι ακολούθησαν ημέρες αμφισημίας
Κι εχάθη η προλιθική εποχή κι εφανερώθη αυτή της μεταμετότητας
Η επικυριαρχία του μετά της μετανεωτερικότητας η παλαιότης
Η ευρηματικότητα του ερωτηματικού αβεβαιοτήτων η βεβαιότης
Και επήλθε ο καιρός της επικράτειας της ναρκισσιστικής εποχής
Της σύγχυσης του ανεκπλήρωτου της εγκιβωτισμένης δυσθυμίας
Ο Νάρκισσος Εγώ χωρίς περίγραμμα προέκταση μαστού άδειου
Τα μάτια δίχως κόρες εξωθούν σε γυάλινες οθόνες ανικανοποίητου
Σκύβει και καθρεφτίζεται σε αναποτελεσματικές άπειρες selfie
Πασχίζει για το δικό του πρόσωπο ενθουσιάζεται χάνει την εικόνα 
Το άδειο πουκάμισο απλωμένο φουσκώνει σ' εναλλασσόμενους άνεμους
Βουλιάζει και πνίγεται καθημερινά στη θολή γυαλάδα του smartphone
Κι όμως κάτι αποζητά επιτέλους κάποιος να του έλεγε τί και πώς
Τί και πώς τί και πώς τί και πώς τικαιπώςτικαιπώςτικαιπώςςςςςςς







Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, Δίοδος, http://www.poiein.gr, http://frear.gr/, https://diastixo.gr, http://www.periou.gr/, http://staxtes.com/ , http://www.intellectum.org,   http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  κλπ

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

"Μέδουσας Φτύμα" διήγημα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μαζί με τρεις φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μάνου


Μέδουσας Φτύμα



[φοράει μάσκες 
προσωπεία να κλείσουν 
 πληγές χαίνουσες ] 



διήγημα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

 μαζί με τρεις φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μάνου





Καθόταν στο τραπέζι με τον άνδρα και τα παιδιά. Απαστράπτουσα. Φινετσάτη  κι ας ήταν κάπως παλιά τα ρούχα. Παρέπεμπε σε ντίβα εποχής. Ο άνδρας δίπλα ασήμαντος. Τα παιδιά ομορφούλικα και ζωηρά πηγαινοέρχονταν ένα τσούρμο. Απέναντι η μάνα χαμογελαστή με ήρεμο βλέμμα. Σχεδόν αθώου παιδιού. Από δίπλα η γιαγιά. Περνούσε συνεχώς όλους με το βλέμμα της σαν ραντάρ, ιδιαίτερα την Ανδρονίκη. Λες και ήθελε να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν εντάξει. Πότε πότε έριχνε κλεφτές ματιές στους χωριανούς στα γύρω τραπέζια. Δεν ήταν συνηθισμένη σε οικογενειακές εξόδους. Φοβόταν μην τους μπουν στο μάτι. Μη συμβεί κάτι και τους προσβάλει κάποιος με καμιά μπηχτή, με κανένα υπονοούμενο. Λίγο πιο πέρα καθόταν η γηραιά κυρία. Εκείνη η σκυλόγρια. Η Ανδρονίκη δεν ήθελε να τη βλέπει μπροστά της με τίποτε. Με το ένα πόδι στον τάφο κι ακόμη αρνιόταν να αποδεχτεί το νήμα που τις έδενε. Εμείς θα φορτωθούμε το μπάσταρδο, έλεγε και ξανάλεγε όταν κάποια γειτόνισσα τολμούσε να θίξει το θέμα. Ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα είχε περάσει τη μάνα της. Γιατί να είναι δικό μας το μούλικο.

Η πλατεία του χωριού γεμάτη στο ετήσιο γλέντι για το αντάμωμα των απανταχού συγχωριανών. Μικροί μεγάλοι, γέροι παιδιά όλοι μαζί κάθονταν παρέες παρέες και γλεντούσαν με σουβλάκια, σπιτικές πίτες, μπύρες, αναψυκτικά. Λαϊκά πράματα. Με μερικά ευρώ διασκέδαζαν και χόρευαν κάτω από τον έναστρο ουρανό. Το αντάμωμα διοργάνωναν οι γυναίκες του πολιτιστικού συλλόγου. Κάθε καλοκαίρι, έψηναν πίτες και σουβλάκια, καλούσαν λαϊκές ορχήστρες.

Η Ανδρονίκη κάθε τόσο έβρισκε αφορμή για να σηκωθεί. Άλλοτε για να χορέψει και άλλοτε για να πει κάτι σε κάποιον παραδίπλα. Γοητευτική. Περπατούσε λικνίζοντας με σαγήνη το καλλίγραμμο κορμί της, δίνοντας την αίσθηση εμπιστοσύνης στον εαυτό. Με μια πρώτη ματιά θα έλεγε κανείς πως έδινε την εντύπωση ατόμου που τα είχε βρει με τον εαυτό και τους γύρω. Ατόμου με πηγαία κατάφαση απέναντι σε όλους και σε όλα. Αν όμως την πρόσεχες λίγο καλύτερα, έβλεπες άλλα. Τους άντρες τους κρατούσε από μακριά και τους προκαλούσε συνάμα. Τα βλέμματά τους έπεφταν λαίμαργα πάνω της. Πολλές φορές βρόμικα. Ήξερε πολύ καλά ότι αρέσει στους άνδρες. Επεδίωκε να τους προκαλεί. Δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό που την ωθούσε να το κάνει. Ήθελε με κάθε ευκαιρία να τους ανάβει και να τους αφήνει να λιώνουν. Κι  αυτή να σβήνει με τον ασήμαντο το βράδυ στο σπίτι. Γι’ αυτόν τουλάχιστον ήταν σίγουρη. Αυτός τη λάτρευε. Θα ήταν πάντα πλάι της. Σκλάβος. Τη σκυλόγρια ούτε που γύριζε να την κοιτάξει. Έδειχνε να της είναι παντελώς αδιάφορη. Μέσα της όμως έβραζε. Ήθελε όχι μόνο να της κάνει αισθητή την παρουσία της αλλά και να την τσιγκλίσει με τον πιο προκλητικό τρόπο. Ακόμη και να της χιμήξει, αν γινόταν. 


Με ανακατώνει που τη βλέπω, αν συνεχίσει να πηγαινοέρχεται το πορνίδιο θα σηκωθώ να φύγω, είπε κάποια στιγμή χαμηλόφωνα η γηραιά κυρία στη διπλανή της. Γιατί πορνίδιο; Παντρεμένη γυναίκα με παιδιά είναι, της απάντησε εκείνη. Και πώς του μοιάζει, ολόιδια είναι ακόμη και στο βάδισμα, συνέχισε μέσα από τα δόντια. Κοίτα, μας κουβάλησε και το πουταναριό τη μάνα της, συνέχισε η γηραιά κυρία με απαξίωση. Αγέρωχη η Ανδρονίκη ξανασηκώθηκε για χορό. Του έμοιαζε και σε αυτό. Με απαλές πλαστικές κινήσεις λεπταίσθητης σαγήνης. Απόλαυση να τη βλέπεις Κι ας είχε τις γόβες στιλέτο φθαρμένες. Είχε έναν αέρα, μια αύρα ντίβας πάνω της. Μετά τον χορό ξανακάθισε. Ο άνδρας πάντα σιωπηλός δίπλα κατέβαζε μπίρες. Κάπου κάπου χασκογελούσε με τα παιδιά. Δεν του έριχνε ούτε μια ματιά. Αυτός ήταν πάντα εκεί. Οι κινήσεις της όλες μελετημένες, λες και πριν τις εξόδους έκανε πρόβες μπρος στον καθρέφτη μιμούμενη μανεκέν και σταρ του σινεμά. Με αμυδρό χαμόγελο ανεμελιάς και επιτηδευμένης συγκατάβασης κοίταζε τάχα αδιάφορα γύρω. Κάποιες φορές έριχνε ματιές στη μάνα, που καθόταν ευχαριστημένη αντίκρυ και την καμάρωναν μαζί με τη γιαγιά.

Επιτέλους κάπως δικαιωμένη μετά τον Γολγοθά, σκεφτόταν κάθε φορά που έβλεπε έτσι τη μάνα. Για την ίδια ήταν δύσκολα. Από μέσα της ούρλιαζαν φωνές. Τουρκόσπορο. Μπάσταρδο. Πού είναι η μάνα σου ρε; Ποιος σε έσπειρε εσένα; Γιατί σε έχει η γιαγιά μούλικο; Είσαι για παρτούζες; Και εκείνη η σκατόψυχη η σκυλόγρια, που καθόταν χωρίς ντροπή παραδίπλα, να έρχεται μπροστά στα μάτια της ξανά και ξανά σαν επαναλαμβανόμενο βίντεο, να τη διώχνει σηκώνοντας κατά πάνω της το σκουπόξυλο της αυλής, να τη φωνάζει: Μην ξαναπατήσεις το πόδι σου, πουτάνας γέννα. Τράβα να γίνεις σαν κι εκείνη, τράβα από ’κει που ήρθες μπάσταρδο.

Το κεφάλι βούιζε. Παραλίγο να σωριαστεί κάτω. Να αρχίσει να ουρλιάζει κι αυτή για να σιγήσουν τα μέσα ουρλιαχτά. Για μια στιγμή την άγγιξε το βελούδινο βλέμμα της γιαγιάς, που της έγνεψε κατευναστικά. Ήξερε η γιαγιά, αυτή την ανάστησε και ένιωθε την παραμικρή της αντίδραση. Το γαλήνιο νεύμα της τη συνέφερε κάπως. Ανάσαινε ασθμαίνοντας. Πήρε ένα τσιγάρο. Πήγε να το βάλει στο στόμα, να ρουφήξει. Με το που άνοιξε το στόμα απλώθηκε μαύρο σκοτάδι. Πίσσα. Πηγάδι θεοσκότεινο το στόμα. Το πρόσωπο μεταμορφώθηκε. Παραμορφώθηκε τερατόμορφο. Κακόσχημο ομοίωμα δράκαινας. Από τη σκοτεινή χοάνη του στόματος ξεχείλιζε ακατάσχετος οχετός. Μέδουσας φτύμα, φίδια κομμένα, βδέλλες που έψαχναν να κολλήσουν βεντούζες. Όλα τα μούλικα και τα πουτάνας κόρη που σωρεύτηκαν μέσα της πήραν μορφή και ξεπηδούσαν από το στόμα. Τον γνώριζε από παιδί αυτόν τον οχετό. Μια ζωή τον έφερε μέσα της. Συμβίωνε μαζί του. Με χέρι τρεμάμενο και κινήσεις κάπως ασταθείς έβαλε το τσιγάρο στο στόμα. Πήρε μια βαθιά ρουφηξιά. Ξαναρούφηξε. Γέμισε τα πνευμόνια καπνό. Φύσηξε τον καπνό προς τα πάνω. Πήρε απανωτές ανάσες. Βαθιές. Μετά άδειασε μονορούφι το ποτήρι της μπύρας. Ξαναπήρε βαθιές ανάσες. Σκούπισε τα χείλη και έκλεισε το στόμα. Αυτό ήταν. Με το που έκλεισε το στόμα τα τέρατα κρύφτηκαν πάλι.

Όλα εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας πίσω από ένα λαμπερό προσωπείο με ανεπαίσθητο μειδίαμα. Οι κινήσεις της επανέκτησαν κάπως τη φινετσάτη χάρη. Με στόμα κλειστό και σύσπαση των μυών γύρω από τα χείλη, φρύδια ελαφρώς ανασηκωμένα σε μια έκφραση απέριττα γοητευτική και πάλι. Με μια πρώτη ματιά θα έλεγε κανείς πως έδινε την εντύπωση ατόμου που τα είχε βρει με τον εαυτό και τους γύρω. Ατόμου με πηγαία κατάφαση απέναντι σε όλους και σε όλα.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

 (από ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων)



Η Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη  είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, Δίοδος, http://www.poiein.gr, http://staxtes.com/ http://www.intellectum.org,  http://frear.gr/, http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me, https://diastixo.gr/,  

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

"Το δάχτυλο στο στόμα" της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη










"Το δάχτυλο στο στόμα"


της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη






Ξυπνά απ' τ' άγρια χαράματα. Σηκώνεται απ' το κρεβάτι. Σχεδόν αυτόματα με το που ανοίγει τα μάτια. Το χουζούρι στο κρεβάτι που τόσο της άρεσε το έχει καταργήσει από καιρό. Ανοίγει τον υπολογιστή. Πάει στο μπάνιο. Βρέχει το πρόσωπο με κρύο νερό και μετά πάει στην κουζίνα. Αυτόματα σαν τηλεκατευθυνόμενη. Οι ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάθε πρωί. Ετοιμάζει την καφετιέρα για τον πρωινό καφέ. Τοποθετεί το φίλτρο. Ρίχνει μέσα δυο μεζούρες καφέ, μετά ρίχνει στο πίσω μέρος της συσκευής το νερό. Περιμένοντας κάνει τις καθιερωμένες ασκήσεις κινησιοθεραπείας για να χαλαρώσουν κάπως οι μαγκωμένες αρθρώσεις. Να τεντωθούν οι μύες του λαιμού και της ράχης. Κοιτάζει το ημερολόγιο. Πέμπτη 6 Δεκέμβρη. Του Αγίου Νικολάου σήμερα αναλογίζεται. Απ’ τις λίγες γιορτές που θυμάται χωρίς να συμβουλευτεί το εορτολόγιο.  Στην κουζίνα πλημμυρίζουν ρυθμοί και τραγούδια μαζί με τον χουρχουρητό ήχο της καφετιέρας.

Βλέπει τον εαυτό παιδί να κάθεται με τις γυναίκες στο κρεβάτι της μάνας και να παρακολουθεί μ’ ενθουσιασμό. Από δίπλα τα’ αδέλφια να κοιμούνται. Αυτή δε θέλει με τίποτε να την πάρει ο ύπνος και να χάσει το γλέντι. Το τραπέζι έχει τραβηχτεί στην άκρη του δωματίου. Στο κέντρο αγκαλιάζονται και χορεύουν γελαστές ανδρικές φιγούρες. Οι υπόλοιποι σε κύκλο γύρω τους.  Ενδιάμεσα σηκώνουν ένας ένας κάποια γυναίκα που διαλέγουν και χορεύουν μαζί της  καρσιλαμά. Φέρνουν στροφές, απομακρύνονται και μετά έρχονται πάλι κοντά αντικριστά, δίπλα δίπλα ή πλάτη με πλάτη, απομακρύνονται πάλι, πλησιάζονται, κάνουν στροφή, απομακρύνονται. Επικεντρώνει την προσοχή της στον μπαμπά. Τον ακούει που τραγουδά ενώ χορεύει. Yürü yavrum, yürü,/başmak yavrum yürü*” Τα γόνατα λίγο λυγισμένα. Το κεφάλι γέρνει ελαφρώς προς τα δεξιά. Απλωμένα τα χέρια. Ο αντίχειρας και ο μεσαίος του δεξιού χεριού ακουμπούν φευγαλέα κι επαναλαμβανόμενα βγάζοντας κάθε φορά τον γνώριμο ήχο ρυθμικά. Η παλάμη του αριστερού χεριού γέρνει χαλαρά προς τα κάτω με τα δάχτυλα λίγο ανοιχτά. Τα μάτια χαμηλωμένα. Τα φρύδια κάπως σμιχτά. Στα χείλη ανεπαίσθητο μειδίαμα. Έκφραση εκτόνωσης και χαράς, πληρότητας θα έλεγες. Εκστατικής ηδονής αλλά και κάποιου πόνου συνάμα. 

Αφήνει τις ασκήσεις και πάει μέσα στον υπολογιστή. Ψάχνει στο γιου τιουμπ το Κόνιαλι. Ακούει. Πρέπει οπωσδήποτε να μάθει το νόημα των στίχων.  Από παιδί άκουγε το τραγούδι χωρίς να καταλαβαίνει. Αυτή η λέξη “γιάρουμ”  πολύ της αρέσει κι όμως δε γνωρίζει τι σημαίνει, σκέφτηκε μουρμουρίζοντας “γιαόρουμ γιάβρουμ γιάρουμ”. Βρίσκει τους στίχους στα τούρκικα και στα ελληνικά.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γινόταν χαμός στο πατρικό. Ολονύχτιο φαγοπότι με τραγούδι και χορό. Γιόρταζαν τον μεγάλο αδελφό. Το πρώτο παιδί και μοναδικό αγόρι της οικογένειας. Ο μπαμπάς πολύ μερακλής. Το μικρό σπίτι δυο δωματίων όλο κι όλο άνοιγε διάπλατα. Ερχόταν οι φίλοι κρατώντας σαν τους μάγους τις τούρτες με την ολόλευκη σαντιγί περιτυλιγμένες με τη διαφανή ζελατίνα. Ήταν σχεδόν η μοναδική φορά κάθε χρόνο που έτρωγαν τούρτα για όσες μέρες κρατούσε μέχρι να τελειώσουν όλες. Η μάνα τις έκρυβε ψηλά πάνω στη ντουλάπα κι αυτά σκαρφάλωναν κρυφά και χώνοντας τα δάχτυλα στην τούρτα έτρωγαν στα κλεφτά λίγη απ’ τη σαντιγί που μπορούσαν να φτάσουν. 

Οι άνδρες κάθονταν γύρω από το τραπέζι με τον μπαμπά. Έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν, μεράκλωναν και σηκώνονταν για χορό. Τα πιάτα πηγαινοέρχονταν. Η μάνα με κάποιες άλλες στο πίσω δωμάτιο ετοίμαζαν τους μεζέδες. Δε διασκέδαζε η μάνα. Φρόντιζε τους επισκέπτες, κυρίως τον μπαμπά και τους φίλους του. Είχε την έγνοια να τους  ευχαριστήσει. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν του χορού. Ήταν τόσο αβέβαιη και αδέξια που όταν ο μπαμπάς ή κάποιος άλλος την τραβούσαν με το ζόρι για χορό έχανε τα βήματα και την ισορροπία. Οι γυναίκες δεν κάθονταν με τους άντρες. Έπαιρναν ένα κέρασμα με λικέρ και φοντάν. Ενδιάμεσα πηγαινοέρχονταν κι αυτές  στο πίσω δωμάτιο και ψιλοτσιμπούσαν. Τον περισσότερο χρόνο θρονιάζονταν όλες μαζί ένα μπουλούκι πάνω στο κρεβάτι της μάνας κοιτάζοντας τους άνδρες και περιμένοντας να τις σηκώσουν για χορό. Η μια πάνω στην άλλη στην κυριολεξία. Έτσι που μια χρονιά έσπασε το κρεβάτι κι έγειρε απ’ τη μια πλευρά στο πάτωμα βουλιάζοντας σαν βάρκα. Ήταν την ίδια χρονιά που ένας  φίλος του μπαμπά μερακλώθηκε τόσο που έβγαλε το πιστόλι και πυροβόλησε στο ταβάνι του σπιτιού. Όλοι είχαν κατατρομάξει τότε, δεν ήταν συνηθισμένοι στις μπαλωθιές. Η μάνα είχε στεναχωρηθεί που  τρύπησαν το ταβάνι.  



Ασυναίσθητα φέρνει το δάχτυλο στο στόμα. Νιώθει την κάψα. 



Το βράδυ θα μαζευτούν εθιμοτυπικά στο σπίτι του αδερφού. Χωρίς τραγούδια και χορούς. Τίποτε δε θα θυμίζει εκείνες τις ιδιαίτερα εύθυμες και ανέμελες βραδιές που φάνταζαν τόσο στα παιδικά μάτια...



*“Βάδιζε μωρό μου, βάδιζε,/το πασουμάκι μωρό μου να περιφέρεις”










Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum, δίγλωσσο βιβλίο σε δική της μετάφραση. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, http://www.poiein.gr, http://staxtes.com/ http://www.intellectum.org,  http://frear.gr/, http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  και άλλες Λογοτεχνικές σελίδες και περιοδικά με τα οποία συνεργάζεται, όπως και μεταφρασμένα ποιήματά της στα αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και βουλγαρικά.




































Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

"Έχει ένα κέφι ο Μόσε…" της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη




Έχει ένα κέφι ο Μόσε…

                  

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη*








          
Θεόρατος ο Μόσε πηγαινοέρχεται στην παραλία με τα πολύχρωμα κολιέ περασμένα στον καρπό. Κενιάτης. Το πρόσωπο κατάμαυρο. Τα λευκά δόντια και το ασπράδι των ματιών σπάνε το σκούρο του δέρματος. Στον εβένινο καρπό λαμποκοπούν αχάτης,  φίλντισι, κοράλλια, κεχριμπάρια. Τα κάνει η μάνα και μου τα στέλνει, λέει ο Μόσε στην προσπάθειά του να πουλήσει. Κοιτάξτε τους κόμπους. Το δέσιμο ανάμεσα στις χάντρες. Δυο μέρες παλεύει η μάνα για να τελειώσει το καθένα. Ζητά είκοσι ευρώ για το διπλό κολιέ από πράσινο φίλντισι και κρυσταλλάκια. Τελικά το πουλά δέκα. Ξέρει από παζάρια η κυρία. Του ζητά σκουλαρίκια ασορτί μα δεν έχει. Θα φέρω στο πανηγύρι, λέει, της διπλανής πόλης. Αρχές Σεπτέμβρη θα με βρεις εκεί, της χαμογελά. 
Έχει ένα κέφι ο Μόσε...  Χαμογελάει συνεχώς λες για να σπάει το κατράμι της ζωής όπως το μαύρο στο πρόσωπο. Άλλοτε πάλι ξεκαρδίζεται στα γέλια με το παραμικρό, έτσι που δεν καταλαβαίνεις αν πρόκειται για γέλιο ή για κλάμα. Τα βράδια ο Μόσε κοιμάται στο πάρκο στο τέρμα της πλατείας στο γκαζόν δίπλα στο αυτοκίνητο. Κάνει πολλή ζέστη στο αυτοκίνητο. Σκέτος φούρνος. Αδύνατο να βγάλει τη νύχτα μέσα όπως το χειμώνα που τουρτουρίζει απ' το κρύο διπλωμένος στα δυο. Ξαπλώνει εκεί έξω δίπλα στο τροχήλατο σπίτι του.  Να το φυλάει μην του το κλέψουν και δεν θα έχει ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ. Δεν θα μπορεί να περιφέρεται από τόπο σε τόπο για να πουλάει την πραμάτεια. 
Στον πρωινό περίπατο τον βλέπω αλφαδιασμένο πάνω στο γρασίδι. Κουκουλωμένος χαμογελά και στον ύπνο. Απ' τα νοτισμένα βλέφαρα στάζουν κεχριμπάρια. Μπορεί και να ονειρεύεται τη μάνα. Κάποια κοπέλα. Κάποια καλύβα ίσως στη  σαβάνα μ' ένα τσούρμο παιδιά απ' έξω να παίζουν ανέμελα, να πειράζονται.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη







*
Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα είναι μέλος της «Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ)» και μέλος της Εταιρείας «Συντροφιά της Karin Boye (Karin Boye Sällskapet)». Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδόσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Δύο ποιήματα της Έντιθ Σεντεργκραν μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη μαζί με δύο πίνακες του Hans Andersen Brendekilde




Δύο ποιήματα 
της Έντιθ Σεντεργκραν 

 μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
μαζί με δύο πίνακες του Hans Andersen Brendekilde






Μια επιθυμία

Από όλο τον ηλιόλουστο κόσμο μας

επιθυμώ μόνο έναν καναπέ κήπου

όπου μια γάτα λιάζεται...

Εκεί θα ήθελα να κάτσω

με ένα γράμμα στο στήθος,

ένα μοναδικό μικρό γράμμα.

Έτσι φαντάζει το όνειρό μου...

Του Φθινοπώρου οι μέρες



***



Του Φθινοπώρου οι μέρες είναι διαφανείς

βαμμένες στη βάση κίτρινου του δάσους...

Του φθινοπώρου οι μέρες χαμογελούν σ' όλο τον κόσμο.

Είναι υπέροχο δίχως επιθυμία να σε παίρνει ο ύπνος,

χορτάτη από τ' άνθη και κουρασμένη από την πρασινάδα,

με κρασιού στεφάνι κόκκινο στο προσκεφάλι...

Του Φθινοπώρου η μέρα πλέον άλλη επιθυμία δεν έχει, 

τα δάχτυλά της είναι αμετάκλητα κρύα,

παντού στα όνειρά της βλέπει,

πώς πέφτουν ασταμάτητα λευκές νιφάδες...



Έντιθ Σέντεργκραν, Ποιήματα, 1916

Μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη



En önskan

Av hela vår soliga värld
önskar jag blott en trädgårdssoffa
där en katt solar sig...
Där skulle jag sitta
med ett brev i barmen,
ett enda litet brev.
Så ser min dröm ut...

***

Höstens dagar

Höstens dagar äro genomskinliga

och målade på skogens gyllne grund...

Höstens dagar le åt hela världen.

Det är så skönt att somna utan önskan,

mätt på blommorna och trött på grönskan,

med vinets röda krans vid huvudgärden...

Höstens dag har ingen längtan mer,

dess fingrar äro obevekligt kalla,

i sina drömmar överallt den ser,

hur vita flingor oupphörligt falla...



Edith Södergran, Dikter, 1916

Översättning Despoina Kaitatzi-Choulioumi



ΕΝΤΙΘ ΣΕΝΤΕΡΓΚΡΑΝ (1892 – 1923)


Η Έντιθ Ειρένε Σέντεργκραν, Φιλανδο-σουηδή ποιήτρια γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη στις 4.4.1892 και πέθανε στις 24.6.1923 στη Ραϊβόλα της Φιλνδίας. Πατέρας ήταν της ο Ματίας Σέντεργκραν και μητέρα της η Χελένα Χέλμρους. Πήρε γερμανική εκπαίδευση στην Αγία Πετρούπολη και έζησε σε πολυπολιτισμικό και πολύγλωσσο περιβάλλον. Πέθανε από φυματίωση όπως και ο πατέρας της. Η Έντιθ Σέντεργκραν ήταν η πρώτη Σκανδιναβή μοντερνίστρια. Κατά την εποχή της ιδέες και σκέψεις για την ανανέωση όλων των αξιών για ένα ισχυρό και δημιουργικό άτομο ενώθηκαν στο πνεύμα της χειραφετημένης «μοντέρνας γυναίκας». Με το καινοτόμο, οραματικό και ριζοσπαστικό έργο της εισήγαγε στην σκανδιναβική ποίηση τα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως τον συμβολισμό, τον εξπρεσιονισμό και τη ρωσική πρωτοπορία. Το καινοτόμο και ανατρεπτικό έργο της που μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες αποτελείται από τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: «Ποιήματα» (1916) από την οποία και τα οκτώ ποιήματα σ’ αυτό το βιβλίο. «Η λύρα του Σεπτέμβρη» (1918), «Ανάκατες παρατηρήσεις» (αφορισμοί) (1919), «Ο βωμός του ρόδου», 1919, «Του μέλλοντος σκιά» (1920) και μετά θάνατον «Η χώρα που δεν είναι» [Εναπομείναντα ποιήματα] (1925). 



Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, http://www.poiein.gr, http://staxtes.com/ http://www.intellectum.org,  http://frear.gr/, http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  άλλες λογοτεχνικές σελίδες, περιοδικά και ποιητικές ανθολογίες, όπως και μεταφρασμένα ποιήματά της στα αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και βουλγαρικά.




Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Δύο ποιήματα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μαζί με έναν πίνακα του Camille Pissarro


Δύο ποιήματα
της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη
μαζί με έναν πίνακα του Camille Pissarro





Με της βροχής τα δάκρυα


τσικ τσικ ακούω δύσθυμη τις στάλες

το βλέμμα τάσι τσίγκινο σωρεύει

σκεύος χωμάτινο μεταμορφώνομαι

λάσπη κολλάω σε τζάμι ραγισμένο

αμάλγαμα μουντό μετάλλων ευγενών

ενέχομαι σε μουλιασμένη κάμαρα

νίβομαι με της βροχής τα δάκρυα



Οι μνήμες χορεύουν

οι μνήμες χορεύουν
ήρεμοι ποταμοί ανασύρονται
ανήσυχοι εφορμούν καταρράχτες
θυμωμένες αντάρες ξεχύνονται
άνθη υγρά φτερά ερωδιών ταριχευμένων
κομμένες ρίζες  δέντρων στεγνών
πουλιά πεταρίζουν στο βλέφαρο
στου νου τη χόβολη  κάρβουνα
αναπάντεχα σπινθηρίζουν 
κοτσύφια στην κάννη του χρόνου
εκπυρσοκροτούν στην ομίχλη
χορεύουν χορεύουν χορεύουν
χήνες χαρούμενες χοροπηδούν
άδουν θλιμμένες κύκνειο άσμα
χορεύουν αχνά και χάνονται
εισχωρούν στη λησμοσύνη
βυθίζονται στη στάχτη της λήθης

πότε πότε κάποιες δραπετεύουν
διάσπαρτα εκτοξεύονται συστάδες υδάτινης πύκνωσης φάλαινας  αγελαίας
νιφάδες χιονιού μιας άλλης διάστασης φωσφορούχες διαχέονται  στα σύμπαντα

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

(από ανέκδοτη ποιητική συλλογή)

(o πίνακας του Camille Pissarro)





*
Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: “Λιγοστεύουν οι λέξεις”, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, “Διαδρομές”, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, “Συναισθηματικό αλφαβητάρι”, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, “Ο Δρόμος”, 2006, Εκδόσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum.