Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Συνάντηση με τον Μιχάλη Μοδινό στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής


Την Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017, στη δεύτερη για τη φετινή περίοδο συνάντηση με συγγραφέα στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής, υποδεχθήκαμε τον Μιχάλη Μοδινό και συζητήσαμε μαζί του το μυθιστόρημά του «Εκουατόρια».
Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που κράτησε πάνω από δύο ώρες και μας οδήγησε στα βάθη της Αφρικής για να αναζητήσουμε τις πηγές του «μυθικού» ποταμού Νείλου αλλά και να γνωρίσουμε, χάρη στον χαρισματικό αφηγητή, το πείραμα της ουτοπικής κοινωνίας  Εκουατόρια. Μια πολύ ξεχωριστή εμπειρία.


Το ραντεβού μας ανανεώνεται για την Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου, στις 6 το απόγευμα. Μαζί μας θα είναι η Ούρσουλα Φωσκόλου για να συζητήσουμε το βιβλίο της «Το Κήτος», εκδόσεις Κίχλη.




Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Διώνη Δημητριάδου: «Καλύτερα να πούμε ότι το ήθος του ποιητή φαίνεται μέσα στην αγωνία του. Δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις» Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη


Διώνη Δημητριάδου:

«Καλύτερα να πούμε ότι το ήθος του ποιητή φαίνεται μέσα στην αγωνία του. Δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις»

Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη
(αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal  http://fractalart.gr/diwni-dimitriadou-interview/)








Με αφορμή τις «Απόκρημνες λέξεις» η Ασημίνα Ξηρογιάννη συνομιλεί με τη Διώνη Δημητριάδου για όλα: για την ποίηση και την μετάφρασή της, για την αγωνία και το ήθος του ποιητή, για το ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο και την ποίηση σήμερα, για το διαδίκτυο και φυσικά για τις «Απόκρημνες λέξεις».



–Κυρία Δημητριάδου, συζητάμε  εδώ με αφορμή τις «Απόκρημνες λέξεις» και όχι μόνο. Θα σας πάω λίγο πίσω, να ρωτήσω πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία με την ποίηση; Επιρροές, ερεθίσματα, λογοτεχνικά πρότυπα ίσως.

Διαβάσματα πολλά θα βρείτε πίσω από όποιον με σοβαρότητα καταθέτει στο χαρτί τη γραφή του. Στην περίπτωσή μου αυτό ισχύει. Όχι, δεν έγραφα πάντοτε, και οπωσδήποτε δεν έγραφα ποίηση πάντοτε. Δεν μιλώ, όπως καταλαβαίνετε, για στιχάκια που όλοι κάποτε σκαρώσαμε. Αυτά ήταν παιχνίδια και μόνον. Κάποια στιγμή οι λέξεις προτιμούν τη μεταφορικότητά τους και τη συμπύκνωση νοημάτων. Έτσι από τον πεζό μεταβαίνεις στον  ποιητικό λόγο. Διαβάσματα όμως πολλά. Ελληνικά και ξένα. Και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Είναι ίσως αναπόφευκτο να αγαπάς κάποιους ποιητές περισσότερο, και αγαπώντας τους κάποτε να πατάς πάνω στον δρόμο τους. Πρότυπα, όμως, όχι. Γιατί ο καθένας απέναντι σ’ αυτό που γράφει είναι μόνος του. Συχνά απελπιστικά μόνος του.



–Στις «Απόκρημνες λέξεις» μού δίνετε την αίσθηση ότι προσπαθείτε να ανιχνεύσετε από  τι υλικά είναι φτιαγμένα τα ποιήματα, καθώς και  να δώσετε το στίγμα μιας Ποιητικής… Διακρίνω κιόλας έναν δοκιμιακό χαρακτήρα στα ποιήματα…

Ενδιαφέρουσα η παρατήρησή σας και εύστοχη. Αγαπώ πολύ τον δοκιμιακό λόγο και φοβάμαι ότι πολλά από τα γραπτά μου  καταλήγουν να τον θυμίζουν. Αυτό κυρίως μου συμβαίνει στα πεζά που γράφω, ίσως όμως να ανιχνεύεται δοκιμιακός λόγος και στα ποιήματα. Δεν έχει όρια η γραφή μάλλον. Ο κάθε ποιητής μιλά για την ποιητική του με άμεσο, όπως εγώ, ή με έμμεσο τρόπο. Και όταν γίνεται αυτή η προσέγγιση στο «πώς» και το «γιατί» της ποίησης, όλο αυτό θα μπορούσε να έχει στοιχεία δοκιμιακά. Ο ρυθμός όμως και η εσωτερική μουσική των στίχων ξεχωρίζουν τα δύο είδη. Όσο για τα υλικά των ποιημάτων, αυτά δεν μπορεί παρά να είναι, τουλάχιστον για μένα, γήινες αφορμές, αυθεντικές συγκινήσεις, χαμηλοί τόνοι και μια μελαγχολία, που δεν βγαίνει από καμιά ρομαντική διάθεση αλλά από τη σκέψη και τις αισθήσεις ζώντας μέσα σε κόσμο πολύπαθο (εννοώ εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο).


  -Είναι ένα βιβλίο για την αγωνία της γραφής  και το ήθος του   ποιητή!


Αυτά τα δύο πάνε μαζί. Καλύτερα να πούμε ότι το ήθος του ποιητή φαίνεται μέσα στην αγωνία του. Δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Η αγωνία αυτή ξεκινά  από την αρχική ιδέα και φθάνει ως την ολοκλήρωσή της. Γράφεις και σκίζεις, διαγράφεις και διασώζεις κομμάτια κι αποσπάσματα. Και όταν όλα αυτά κάποτε δέσουν σε ένα όλον, τότε αρχίζει η άλλη αγωνία, της έκθεσης προς τα έξω. Ο ποιητής εκτίθεται. Εκεί το μόνο που μπορείς να πεις είναι ότι αυτό που έγραψες είναι κομμάτι του εαυτού σου, κι ας μην το κατανοήσει κανείς. Άλλωστε για τον κάθε αναγνώστη υπάρχει και διαφορετική προσέγγιση του ποιήματος. Μια «πρόταση» κάνει ο ποιητής, και ίσως κι αυτό να υποδεικνύει το ήθος του.



-Η έκδοση είναι δίγλωσση. Πείτε μου λίγο σχετικά με τους μεταφραστές και την εργασία τους.

Ένα ερώτημα διαχρονικό είναι αν η ποίηση μεταφράζεται. Πώς, δηλαδή, θα μεταφερθεί σε μια άλλη γλώσσα που έχει τους δικούς της ρυθμούς, έχει τις δικές της ανάσες. Θεωρώ, λοιπόν, πως γίνεται, αρκεί αυτός που μεταφράζει να είναι ποιητής ο ίδιος, ώστε να δώσει την αίσθηση της ποίησης στο κείμενο. Έτσι προκύπτει ένα νέο ποίημα που θυμίζει το αρχικό, όμως είναι καινούργιο. Ευτύχησα ως προς αυτό, γιατί οι δύο εξαιρετικοί μεταφραστές μου βλέπουν έτσι την ποίηση και τη μετάφρασή της. Ο καθηγητής RobertCrist, θεωρητικός της λογοτεχνίας, κριτικός και ποιητής ο ίδιος, έχοντας μεταφράσει Γιώργο Χειμωνά και Άρη Αλεξάνδρου, μου έκανε τη μεγάλη τιμή να ασχοληθεί με τα δικά μου ποιήματα. Δίπλα του η Δέσποινα Λαλά – Crist, λογοτέχνις, και λάτρης της ποίησης. Και οι δύο ξεκίνησαν να μεταφράζουν για το κέφι τους, και όταν είδαμε το αποτέλεσμα, είπαμε: γιατί όχι; Έτσι προέκυψε αυτή η πολύ προσεγμένη αισθητικά δίγλωσση έκδοση από τις Μικρές εκδόσεις του Σταμάτη Πάρχα.



-Μπορεί να είναι επικίνδυνες οι λέξεις;

Κάθε λέξη εμπεριέχει τον κίνδυνο της κατανόησής της πέρα από συμβατικότητες και ελάχιστες συμφωνημένες ερμηνείες. Άρα μπορείς να τις χαρακτηρίσεις «Απόκρημνες». Για παράδειγμα, ποιον κίνδυνο μπορεί ποτέ να έχει η λέξη τραπέζι; Απολύτως χρηστικού χαρακτήρα λέξη. Ωστόσο ο κώδικας επικοινωνίας κατορθώνει να σπάσει τα πλαίσια της χρήσης του στα χέρια ενός ποιητή, και τότε η λέξη απογειώνεται:

«Το ψωμί είναι στο τραπέζι

το νερό είναι στο σταμνί

το σταμνί στο σκαλοπάτι

δώσε του ληστή να πιει»



θα πει ο Ιάκωβος Καμπανέλης και αμέσως άλλο το νόημα που βγάζει η λέξη, άλλη η προέκτασή του. Οι λέξεις είναι όμορφες με τον κίνδυνο που έχουν.



-Χρειάζεται ο δημιουργός στην ποίηση να μπαίνει με βλέμμα καθαρό και αθώο;

Βασική προϋπόθεση αυτή, ώστε να βρίσκει τον αποδέκτη του. Νομίζω ότι το ψέμα στο ποίημα αποκαλύπτεται, φαίνονται οι  μιμήσεις, οι αντιγραφές και τα προσποιητά αισθήματα. Ο ποιητής δεν κάνει χειρωναξία, δεν δείχνει τεχνικές. Θα μου πείτε, βέβαια, ότι έχουμε και βραβευμένη τέτοια ποίηση και μάλιστα με μεγάλες τιμές. Ε, ναι. Τι να κάνουμε; Ίσως το ψέμα, το καλοδουλεμένο, να είναι καμιά φορά ισχυρότερο της αθωότητας.



-Σε ποιους ανήκει η ποίηση;

Σε όλους αυτούς που δέχονται την πρόκληση/πρόσκλησή της. Δεν θα έλεγα ότι ανήκει στον ποιητή της, μια που το κάθε έργο από τη στιγμή της δημιουργίας του αποκόπτεται από τον δημιουργό του (άρα και τη θνητή του αφορμή) και ανοίγεται αυτόνομο σε κάθε πιθανή συνάντηση με μια διαφορετική ερμηνεία. Από τη στιγμή που θα διαβάσεις ένα ποίημα και κάτι θα σου πει εσένα προσωπικά, είναι πλέον κτήμα σου, προσωπική σου υπόθεση που αντιστοιχεί στα δικά σου βιώματα. Η μαγεία της ποίησης είναι αυτή.



-Θα ήθελα ένα σχόλιό σας για το ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο.

Πληθωρική παραγωγή και από παλαιότερους και από νεοεμφανιζόμενους. Δύσκολη η επιλογή, αν δεν έχεις τα κριτήρια τα αισθητικά. Νομίζω, όμως, ότι μετά από μια περίοδο σύγχυσης που έδωσε την ευκαιρία στην παραλογοτεχνία να έρθει στην επιφάνεια και να επιπλεύσει με ψεύτικο μανδύα λογοτεχνικό, ξεκαθαρίζει το τοπίο. Βλέπω πολλά αξιόλογα βιβλία και σε ποίηση και σε πεζογραφία. Ο χρόνος θα δώσει σε κάποια το βάρος που τους αναλογεί. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι όλη αυτή η δραστηριότητα προκύπτει εν μέσω γενικότερης κρίσης. Και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η λογοτεχνική παραγωγή από μικρούς εκδότες που προσέχουν πολύ τις επιλογές τους αλλά και την αισθητική των εκδόσεών τους.  Ένα εξώφυλλο, για παράδειγμα, μπορεί να συνοψίσει όλο το βιβλίο. Δείτε την εξαιρετική φωτογραφία της Χριστίνας Καραντώνη. Μια «απόκρημνη» εικόνα στις «Λέξεις απόκρημνες».



-Ποιο το μέλλον της ποίησης;

Πάντα θα υπάρχουν καλοί ποιητές μέσα στην ειλικρίνειά τους, ταυτόχρονα όμως πάντα θα γράφονται στιχάκια που καμία σχέση δεν θα έχουν με τον ποιητικό λόγο και άλλα πάλι ευπώλητα και σκοπίμως δυσνόητα. Αντίστοιχα πάντα θα υπάρχουν αναγνώστες της ποίησης που θα ανιχνεύουν την ιδιαίτερα αξιόλογη φωνή, αλλά και πάντα κάποιοι που θα πέφτουν στην παγίδα του ευτελούς σπουδαίου. Μέσα σ’ αυτό το τοπίο η ποίηση θα υπάρχει και θα προκαλεί. Ως λόγος ιδιαίτερων αξιώσεων στις καλές  της στιγμές θα προσφέρει μοναδικές συγκινήσεις. Ίσως για λίγους. Αλλά, πότε τα ξεχωριστά πράγματα χαρακτηρίζονταν από μαζικότητα;



-Τι είναι Ποίηση εν τέλει;

Ξέρετε, κάποιοι διαφωνούν με αυτό το κεφαλαίο γράμμα στην ποίηση. Θεωρώ ότι εννοείτε μια ποίηση αυθόρμητη ως αρχική ιδέα, κοπιαστική πολύ ως καταγραφή και αθώα ως τελική κατάθεση. Με αυτή την ποίηση συντάσσομαι, και λέω πως με τα χαρακτηριστικά αυτά δίνει τις καλύτερες στιγμές της. Γιατί, αν εννοούμε μια προσχεδιασμένη ευκολία ενδεδυμένη με την πονηρή σκοπιμότητα, τότε καλύτερα να απέχουμε απ’ αυτήν.



-Ποια η γνώμη σας για τα λογοτεχνικά βραβεία;

Αναπόφευκτα λειτουργούν διαφημιστικά για τα βιβλία και τους συγγραφείς, με τη λογική συχνά του marketing, και αυτό οπωσδήποτε έχει την αρνητική του πλευρά. Κυρίως αν πίσω απ’ αυτά διαφαίνεται η σκιά ενός κυκλώματος οικείων και ευνοουμένων. Αν πάρουμε την πιο αθώα εκδοχή τους, δεν είναι κακό να επιβραβεύεται μια λογοτεχνική προσπάθεια, ιδιαίτερα αν πρόκειται για νέα πρόσωπα που έχουν την ανάγκη μιας ώθησης. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο αληθινός κριτής της αξίας είναι ο αναγνώστης, όσο βέβαια καταφέρνει να μην επηρεάζεται από την ιδιότυπη «τρομοκρατία» των επωνύμων.



-Τo νόημα της Κριτικής!

Θίγετε, φοβάμαι, ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Γράφοντας εγώ η ίδια κριτικές βιβλίου, γνωρίζω και τη δυσκολία της καλής κριτικής αλλά και τις πολλές παγίδες που κρύβει. Με τον όρο «καλή κριτική» δεν εννοώ την ευνοϊκή σε καμία περίπτωση. Ούτε όμως και την εμπαθή και χαιρέκακη, την υπερφίαλη και εγωπαθή. Πιστεύω ότι ένας καλός κριτικός έχει δύο χαρακτηριστικά: γνώση του αντικειμένου και αγάπη για τη λογοτεχνία. Έτσι μπορεί να δώσει τη θέση του ξεκάθαρη, να εμπλουτίσει το γνωστικό πεδίο του αναγνώστη, να λειτουργήσει ως δρόμος μεσολαβητικός ανάμεσα σ’ αυτόν και στο βιβλίο. Άλλωστε μια κοινή αγάπη τους ενώνει, αναγνώστη, συγγραφέα και κριτικό.



  -Θα σας δίνω λέξεις, θα μου δίνετε σκέψεις:

Θάλασσα:

Ολόκληρη μέσα μας.



Φωτιά:

Ίσως η αρχή και το τέλος των πάντων.



Φύση:

Μέσα της μικραίνουμε όμορφα.



Kαβάφης:

Το σύμπαν των λέξεων και των πράξεων. Μια «σωματική» ποίηση.



Δρόμος:

Ανοιχτή πορεία, απρόβλεπτη στις στροφές.



Παιδί:

Ο εαυτός μας κάποτε. Τον αγνοούμε στο μεγαλύτερο κομμάτι του.



Παίγνιο:

Ένα παιχνίδι που μας εμπαίζει.



Ελλάδα:

Το άφευκτο ένδυμά μας σε ό,τι κάνουμε και σε ό,τι είμαστε.



Γλώσσα:

Πολύμορφος κώδικας, εύπλαστος όσο και δεσμευτικός.



Κόκκινο:

Επικίνδυνο όσο και όμορφο.



Λύπη:

Αναπόφευκτη αίσθηση, ωστόσο συχνά γενεσιουργός δύναμη, αφορμή  δημιουργίας.



Ελύτης:

Θα μπορούσε η ποίηση και χωρίς αυτόν, η Ποίηση όμως όχι.



Μάσκα:

Η ποικιλία των μορφών μας σε μια συμβατική εναλλαγή. Όταν απελευθερωθούμε από αυτές γινόμαστε αληθινοί.



Θέατρο:

Η ενδιαφέρουσα όψη των πραγμάτων. Υποδυόμαστε ποιούντες ήθος.



-Λογοτεχνία και Διαδίκτυο…

Αμφιλεγόμενος ο ρόλος του διαδικτύου στην υπόθεση της λογοτεχνίας. Ελεύθερη καθώς είναι η δημοσίευση, κυκλοφορούν τα πάντα, από τα πιο σπουδαία πράγματα ως τα ευτελή. Μπορείς να έρθεις σε επαφή με τη λογοτεχνική πληροφορία (ας μου επιτραπεί ο όρος) απρόσκοπτα και δωρεάν. Από κει και πέρα επιστρατεύονται τα κριτήρια αισθητικής προκειμένου να ξεδιαλύνεις το αξιοπρόσεκτο. Θα έλεγα ότι η πληθώρα των κειμένων αλλά και η εύκολη πρόσβαση σ’ αυτά δίνουν το θετικό πρόσημο, κατά τη γνώμη μου, στη σχέση της λογοτεχνίας με το διαδίκτυο.



-Διαβάζονται αλήθεια από τον κόσμο όλα αυτά τα λογοτεχνικά περιοδικά σήμερα;

Μιλάτε, υποθέτω και για τα ηλεκτρονικά και για τα έντυπα. Από όλους σίγουρα όχι. Αυτό ίσχυε πάντα. Γνωρίζουμε ότι το κοινό της λογοτεχνίας έχει τους δικούς του ρυθμούς και τις δικές του συνήθειες, συχνά εμμονικές. Τα έντυπα περιοδικά εξακολουθούν να έχουν τους πιστούς αναγνώστες τους, που τα αναζητούν κάθε δυο ή τρεις μήνες στα βιβλιοπωλεία. Όσο για τα ηλεκτρονικά, αυτά διαβάζονται περισσότερο ευκαιριακά, έχουν περιστασιακούς αναγνώστες και οπωσδήποτε λιγότερους πιστούς ακολούθους. Δεν πειράζει, όμως, καθόλου αυτό. Το διαδίκτυο υπακούει σε μια άλλη ταχύτητα πρόσληψης της πληροφορίας. Πιστεύω ότι εν τέλει κάτι μένει.



-Θα ήθελα να θέσετε η ίδια ένα ερώτημα και να το απαντήσετε με τον δικό σας τρόπο!

Ζώντας πάντα μέσα σε πόλη, ιδιαίτερο χώρο πολυσύχναστο και γι’ αυτό αγαπημένο, και αντλώντας από εικόνες δικές της, θέτω ένα ερώτημα που αφορά τις πόλεις και τον «κόσμο» τους:

Χαμογελούνε άραγε οι πόλεις; / Συνήθως θλίβονται σαν τις θυμόμαστε.  / Γεμάτες οι βαλίτσες τους λιγάκι κοντοστέκονται / διστάζοντας πλάι σε γκρίζα παροπλισμένα τραίνα. / Κι οι δρόμοι τους γεμάτοι από πατημασιές / ανθρώπων που απόκαμαν / χαζεύοντας του χρόνου τη ροή. / Μα σαν ανοίγονται στο φως τα παιδικά τα μάτια / αχόρταστα ακόμη από εικόνες / σ’ ένα μικρό μειδίαμα αφήνονται οι πόλεις. / Ίσως αυτός να είναι ο ρόλος τους. / Την εκλεκτή συγγένεια να θυμίζουν / ανάμεσα στην προσμονή και στη φυγή.

(η συνέντευξη παραχωρήθηκε στην Ασημίνα Ξηρογιάννη για το blog varelaki και αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Fractal)


Η Κούλα Αδαλόγλου για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου    «Ο βιωμένος χρόνος - Μικρές Ιστορίες»      εκδόσεις ΑΩ, 2017


Η Κούλα Αδαλόγλου

για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου

   «Ο βιωμένος χρόνος - Μικρές Ιστορίες»

     εκδόσεις ΑΩ, 2017




Σύντομες ιστορίες και άλλες λίγο εκτενέστερες.

Με πυρήνα τους τον χρόνο, και με κέντρο κάποιο περιστατικό.

Με ζωντάνια, παραστατικότητα και στοχασμό – κάποια ολόκληρα καταγραφές στοχασμών. Η προσπάθεια να κρατηθεί η στιγμή, μέσα στον βιωμένο χρόνο, τον εξωτερικό αλλά, κυρίως, τον εσωτερικό χρόνο.

Γραφή με ποιητικές καταβολές αλλά και με στέρεη την υφή του πεζού λόγου, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ένα βιβλίο που μου κράτησε πολύ καλή συντροφιά.

Ένα μικρό δείγμα: 
Ο απόηχος

Υπάρχει το βάρος του τυπωμένου πόνου. Αυτό που το λέμε πένθος λογοτεχνική αδεία. Στριμώχνεται και ασφυκτιά μέσα στις σελίδες, φωνάζει κι αλυχτά, ίδιο με τη φωνή του πληγωμένου ζώου. Συχνά το λες με το όνομά του: το πάθος το αβίωτο. Δυνατά και σταθερά επανερχόμενο σε κάθε ανανέωση μιας σιωπηλής ανάγνωσης. Απόηχος όμως μόνο είναι του ξένου πόνου, που λάθρα τον αγγίζεις. Και όταν έρθει η ώρα, τότε μαζεύεις φύλλα και αποκόμματα και μια φωτιά ανάβεις. Γιατί μόνο τη θέρμη τους έχεις ανάγκη πια. Ο ήχος ο δικός σου ακούγεται, που τον απόηχο καταργεί.

(Διώνη Δημητριάδου, "Ο Βιωμένος Χρόνος - Μικρές Ιστορίες", εκδόσεις ΑΩ, 2017)

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Πάρτι του Νίκου Βαρδάκα και μια φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη


                                Πάρτι

του Νίκου Βαρδάκα
και μια φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη





Κεριά  φωτίζουνε  το  δωμάτιο  αυτό  που

οι  ποιητές  ονομάζουνε  αύριο. Δυνατά

ακούγεται  η  μουσική, όσο  το  πιάνο  και  τα

βιολιά  ζευγαρώνουν  στην  ψυχή.

Φωνές  και  τραγούδια, κρασί  και  λουλούδια

ψέγουν  το  Είναι  μας  και  μαλώνουν  την  Πούλια.

Ως  το  πρωί, μέχρι  ο  ήλιος  να  φέξει  αυτό  το  πάρτι

πρέπει  να  αντέξει.

Να  ξεφύγουμε  απ’ το  σώμα  μας, να  καούμε  στο  χρώμα  μας.

Το  γκρίζο  να  γίνει  μαβί, να  αλλάξουμε  μορφή  που

περιφέρουμε  σαν  το  σκουλήκι  που  μεταμορφώνεται  σε

μεταξοσκώληκα.

Πιείτε, χορέψτε  η  χαρά  είναι  σύντομη, μονάχα  αγαπήστε

ξημερώνει  η  ντροπή.



Νίκος Βαρδάκας
(από τη συλλογή "Στην μνήμη", εκδόσεις 24 γράμματα)

Stefan George Ποιήματα και πεζά Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Γιώργος Βαρθαλίτης


Stefan George

Ποιήματα και πεζά

Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Γιώργος Βαρθαλίτης

Εκδόσεις Gutenberg
(η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/george-stefan-gutenberg-poiimata-kai-peza)






Τα ποιητικά αγάλματα του Στέφαν Γκεόργκε

Ο Γκεόργκε […] στα άψυχα και παγωμένα έργα της πλαστικής θα αντιτάξει τα δικά του ποιητικά αγάλματα[…] Τα αγάλματα αυτά δεν είναι στατικά αλλά δυναμικά: κινούνται, ζουν και πάλλονται από πάθος. Από την ερμογλυπτική προτίμησε την αγαλματουργία των λόγων.

(από την Εισαγωγή του Γιώργου Βαρθαλίτη)



Η ευσύνοπτη έκδοση/αναφορά στο έργο του σημαντικού Γερμανού ποιητή Στέφαν Γκεόργκε  (Γερμανία 1868 – Ελβετία 1933) παρουσιάζει επιλεγμένα (και σχολιασμένα) ποιήματα από επτά συλλογές του (1892-1913) και ένα πεζό Γράμματα του Βασιλιά Αλέξιου στον ποιητή Αρκάδιο. Μια κατατοπιστική Εισαγωγή για την προσωπικότητά του και τη συμβολή του στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια λογοτεχνία θεωρήθηκε απαραίτητη, καθόσον δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα άλλη συστηματική αναφορά στο έργο του.  Στα Επιλεγόμενα θα δούμε μια εκτενή ανάλυση στη διαχρονική σχέση του Γκεόργκε με την αρχαιότητα, όπως αναδεικνύεται μέσα από την ποίησή του. Προκειμένου να τοποθετηθεί ο ποιητής μέσα στην εποχή του και να διαφανούν ομοιότητες και διαφορές από τους συγχρόνους του δημιουργούς, παρατίθενται δύο κείμενα για τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε και τον Ούγκο φον Χόφμανσταλ μαζί με ποιήματά τους. Και, τέλος, κάτι πρωτότυπο: δέκα αποσπάσματα ποιητικά του Γκεόργκε σε μετάφραση από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (δημοσιευμένα το 1937), στο πνεύμα προσέγγισης της ξένης λογοτεχνίας εκείνων των χρόνων, που απηχούν τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής τους, όπως γράφει στο Σημείωμα για την έκδοση ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Ένα Χρονολόγιο, ένα βιογραφικό σημείωμα και φωτογραφικό υλικό ολοκληρώνουν την έκδοση.

Ο Βαρθαλίτης επισημαίνει τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Γκεόργκε και εξηγεί τις λεκτικές επιλογές του ποιητή αποκαλύπτοντας τις αισθητικές του αντιλήψεις. Οπαδός της θέσης Η Τέχνη για την Τέχνη ο Γκεόργκε απομακρύνθηκε από κάθε σκοπιμότητα θα μπορούσε να σκιάσει το ποιητικό αποτέλεσμα, υπερασπιζόμενος την καθαρότητα της του καλλιτεχνικού έργου στην υπηρεσία του αισθητικά Ωραίου. Οπαδός του Συμβολισμού, όπως τον γνώρισε κυρίως στη γαλλική του εκδοχή, και αρνητής μιας ρεαλιστικής απόδοσης του ποιητικού λόγου, προχώρησε σε μια δική του προσωπική λογοτεχνική ‘‘γλώσσα’’. Κατάφερε να συνδυάσει την αδρή συναρμογή (harte Fügung) με την αβρή συναρμογή (sanfte Fügung) επιμένοντας στην αυτονομία της κάθε λέξης ως οντότητας ποιητικής και προσδίδοντας έτσι στο έργο του την αίσθηση του στιβαρού λόγου και ταυτόχρονα τον ρυθμό μέσα από την ομοιοκαταληξία. Την ομοιοκαταληξία την είχε ως επιλογή στα περισσότερα έργα του και την εγκαταλείπει εν μέρει προς το τέλος, όταν διατυπώνει σε περισσότερο δωρικό ύφος και σε πιο ελεύθερο και στοχαστικό στίχο τον ποιητικό του λόγο. Η πορεία αυτή γίνεται εμφανής στην ανθολόγηση, η οποία παρακολουθεί χρονικά τις δημιουργικές διαφοροποιήσεις. Αξίζει εδώ να σημειωθεί η πιστότητα στη μεταφραστική απόδοση από τον Γιώργο Βαρθαλίτη, ο οποίος επιλέγει ομοίως να αποδώσει σε ομοιοκατάληκτο ή ανομοιοκατάληκτο στίχο αναλόγως την ποίηση του Γκεόργκε. Έτσι δεν χάνεται τίποτα από τη μουσικότητα των στίχων, όπως αυτοί γράφτηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα.  

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διαβάζουμε στην Εισαγωγή του Βαρθαλίτη τα σχετικά με την ιδεολογία του Γκεόργκε. Κατηγορήθηκε ότι με το έργο του προετοίμασε τον ερχομό του εθνικοσοσιαλισμού. Η προβολή της έννοιας του Ηγεμόνα καθώς και η μοιρολατρία θα μπορούσαν ίσως να θεωρηθούν ιδεολογικά συγγενή θέματα με τον Ναζισμό και αντίθετα με την έννοια του Ανθρωπισμού, πολύ δε περισσότερο με αυτήν της Δημοκρατίας. Αλλά έτσι  καταδικάζουμε (εκ του αποτελέσματος) μια πρώιμη (άρα όχι σκόπιμη) ιδεολογική μακρινή  συγγένεια. Και, οπωσδήποτε, μπορεί να ρίξουμε στην αφάνεια (χωρίς σαφείς αποδείξεις) ένα τόσο σημαντικό έργο. Ο Βαρθαλίτης καταλήγει:

Αντίθετα από τον Πάουντ και τον Ντ’ Ανούντσιο, κράτησε τα χαρτιά του ερμητικά κλειστά. Ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα αν θα επιδοκίμαζε την επέλαση των  βαρβάρων.

Εδώ τρία αποσπάσματα του ποιητικού έργου του Γκεόργκε, το ένα από τον πρώιμο Ηλιογάβαλο (1892), δείγμα της λογοτεχνικής πρωτοπορίας της εποχής του όπως επισημαίνει ο μεταφραστής,  και τα άλλα δύο από  Το άστρο του δεσμού (1913):  

Στις μαύρες μέρες μου είπα: θέλω να σκοτώσω

Κάποιον στον όχλο, να τον κάνω να σπαράζει…

Κι όποιον χλευάζει στον σταυρό θα τον καρφώσω.

Είναι το μίσος τώρα μέσα μου που ουρλιάζει.



Με τους ΠΟΛΛΟΥΣ αυτούς εγώ δεν μοιάζω ο ΕΝΑΣ·

Πηγαίνω μόνο εκεί που η μοίρα μ’ οδηγεί

Κι αν τους φραγγέλωνα ώσπου το αίμα τους να βγει:

Έχουνε στάρι κι έχουν τέρψεις της αρένας.



Όταν στα ρούχα τους κι εμένα λησμονώντας

Μέσα στην τύρβη τους εισχώρησα κρυφά

-φοβάμαι- δεν τους μίσησα ποτέ βαθιά·

Σωστά την ίδια μου στυγνότητα μετρώντας.



Μακριά απ’ τον όχλο κλείστηκα στ’ ανάκτορά μου

Κι ηρέμησα άβουλος μονάχος κι ελαφρύς

Κι εκεί το πρόσωπο σχεδόν μιας αδερφής

Σ’ έναν καθρέφτη αντίκρισα μπροστά μου.



(από τον Ηλιογάβαλο, 1892)





Μη σκέφτεστε πολύ το που κανείς δεν ξέρει!

Το νόημα των μορφών της ζωής είναι μυστήριο:

Ο άγριος κύκνος που πλήγωσες και στην αυλή σου

Με το φτερό σπασμένο κράτησες για λίγο

Σου θύμισε -είπες- κάποιο πλάσμα μακρινό

Με εσένα συγγενές που σκότωσες σ’ εκείνον.

Αυτός μαράζωσε χωρίς ευγνωμοσύνη

Για τη φροντίδα σου μα και χωρίς κακία…

Όταν το τέλος του όμως ήρθε η λοίσθια

Ματιά του σ’ έψεξε γιατί τον είχες βάλει

Σ’ έναν καινούργιο κύκλο των πραγμάτων.





Είμαι μονάχος κι είμαι δύο

Είμαι κι η μήτρα κι ο σπορέας

Είμαι η έννοια κι είμαι το σημείο

Είμαι το θύμα κι ο σφαγέας

Είμαι και ξίφος και θηκάρι

Είμαι κι η θέα κι η ματιά

Είμαι κι αλήθεια και σκοτάδι

Είμαι το ξύλο κι η φωτιά

Είμαι κι ο πλούσιος κι ο γυμνός

Είμαι κι ο στόχος και το βέλος

Είμαι ο ικέτης κι ο βωμός

Είμαι  μια αρχή κι είμαι ένα τέλος.



(από Το άστρο του δεσμού (1913)




Στα παραπάνω ποιητικά του Γκεόργκε διαφαίνεται η δωρική αυστηρότητα αλλά ταυτόχρονα δίνεται η αίσθηση μιας παράδοξα σύγχρονης ποίησης αν και σε τόση απόσταση χρονική από τη σημερινή γραφή. Μήπως, όμως, αυτό είναι γνώρισμα μιας πολύ ξεχωριστής ποιητικής παρουσίας; Άλλωστε ο Μπόρχες με την κρίση του μας καθοδηγεί: Ο Γκεόργκε είναι από τα πιο αινιγματικά φαινόμενα της ευρωπαϊκής πνευματικής ιστορίας.



Διώνη Δημητριάδου




Κριτικές 'αναγνώσεις' Ζαχαρίας Σώκος "Διπλή προσπέραση"


Διπλή προσπέραση

του Ζαχαρία Σώκου

εκδόσεις Μελάνι
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/diplh-prosperasi/)




η ορατή και η αθέατη όψη της ζωής



[…]

Τα πιο καλά ποιήματα

έτσι κι αλλιώς δεν γράφονται,

ανάπηρες οι λέξεις να τα πούνε,

η πέτρα είναι, η κίτρινη,

στα δόντια πεθαμένων

κέρματα για τα αντίπερα.

Κτερίσματα πολύτιμα,

τα βρίσκουνε του μέλλοντος οι ειδικοί

διαβάζουνε ποιήματα στα κόκαλα,

το βίο τους διαβάζουν

κι απορούνε.



Η φωνή του ποιητή καταθέτει την παραπάνω διαπίστωση εμπλουτίζοντας έτσι την αυτοαναφορική ποίηση. Για να πεις, όμως, την αλήθεια αυτή, θα πρέπει να έχεις εντρυφήσει στα ενδότερα και της ποίησης και της ζωής, και να έχεις διαπιστώσει (με το αναπόφευκτο κόστος, φυσικά) τη διττή πραγματικότητα. Η μία της πλευρά δείχνει την εγγενή αδυναμία του ποιητικού λόγου να μιλήσει για την ουσία των πραγμάτων, όντας μέσα στη ζωή και διακινδυνεύοντας κάθε μέρα με την καθαρότητα και την αξιοπιστία των λέξεων (κυρίως αποδεικνύοντας το αδύνατον της απόπειρας),  προκειμένου να φανεί η άλλη όψη της θνητής παρουσίας. Όσο για την άλλη πλευρά, αυτή (έτσι κι αλλιώς σε προνομιούχο και αθέατο χώρο δείχνοντας) απειλεί συχνά να εγκατοικήσει στον λόγο, προσδίδοντας έτσι ακόμα πιο κρυπτικό και σκοτεινό χαρακτήρα στην ποιητική κατάθεση.



Οι σκέψεις αυτές πηγάζουν από την ποίηση του Ζαχαρία Σώκου, καθώς διαβάζοντας συνειδητοποιώ πως πατάει ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, ή να το πω αλλιώς, αντιλαμβάνεται ως σύνολο αδιάσπαστο τη διττή φύση του ενός κόσμου. Είναι άξιο παρατήρησης το γεγονός πως συχνά εισχωρεί σε τόπους αόρατους για να συναντήσει -εκεί στην περιοχή του μη αισθητού- τους προσφιλείς του απόντες, να τους μεταφέρει στην εδώ πλευρά της ζωής και με την αρωγή των στίχων (που όλα τα μπορούν) να δημιουργήσει μια ποίηση στην οποία η ζωή θάλλει σε αδιάσπαστη συνέχεια. Κάπως έτσι μπερδεύεται η ζωή και η μη ζωή μέσα στην ποιητική συνείδηση. Και κάπως έτσι καταργούνται αυτοστιγμεί τα σύνορα  ανάμεσά τους.



[…]

Έτσι κι αλλιώς

δεν έχει η γη πατήματα

κι ο ουρανός κρικέλια

κι ο Άρχοντας ο θάνατος

της μοίρας ορντινάτσα



Τότε, όμως, η ποίηση έχει έναν ακόμα λόγο ύπαρξης. Να δείξει το πώς γίνεται αυτή η σύμπλευση, αυτό το αντάμωμα. Ο Ζαχαρίας Σώκος, από την πρώτη συλλογή του, «Άλλα ρούχα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, είχε δείξει ότι πατάει με άνεση σ’ αυτά τα θέματα, τα πιο σκοτεινά και ασαφή, και τους προσδίδει μια ανάσα ζωής αυθεντικής. Θυμάται, πολύ πίσω πηγαίνοντας, και με μνήμη καθαρή ενσωματώνει στον λόγο του τις παλαιές μορφές, τις ιστορικές ακόμα και τις μυθικές, όπως στην προηγούμενη ποιητική του πρόταση αναζητούσε τα πρόσωπα σ’ εκείνους τους ομηρικούς ήρωες, κυρίως τους ελάσσονες για να τους χαρίσει την ελάχιστη κι αυτός ποιητική αθανασία. Περισσότερο όμως φέρνει μέσα στον στίχο του τους πιο κοντινούς που έφυγαν, τις νέες αναχωρήσεις.



Στον Υμηττό το έστρωσε

(μνήμη Τάσου Ρεϊζόπουλου)



Καλέ μου Τάσο

σήκω να πάμε στου Κωβαίου

κι ας με νικήσεις

δυο κορδόνια στο μπιλιάρδο



Του Σαββουλίδη

δεν πονάει το στομάχι

μπορεί στο μάθημα

να σε σηκώσει



Έλα,

νταλίκες δίκροκες

στρίβουν στη Μεσογείων,

της μνήμης φτυαρίζουνε

τα ίχνη σαν σβουνιές

και στην πλατφόρμα

τα φορτώνουν



Στον Υμηττό

το έστρωσε ως κάτω

νύφες, νιφάδες κρύβουνε

το πρόσωπό σου,

ξασπρίζουν οι φωτογραφίες σου,

παγώνουν

Τάσο, ξύπνα,

εκείνο τον πολίτικο

να παίξεις το ρυθμό

μπορεί κι ο θάνατος

νταλκάδες να ’χει



Κι ως τραγουδάς

ποτέ μη ξεχαστείς και σταματήσεις



Στην αρματωσιά της η γραφή του έχει, εκτός από τη ζωντανή μνήμη των προσωπικών βιωμάτων, την προφορική παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, στη λιτή περιεκτικότητα του οποίου ο Σώκος συχνά καταφεύγει για να βρει το λεπτό νήμα που ενώνει τις λέξεις και τις καθιστά ικανές να αποδώσουν το νόημα, τη σκέψη, κυρίως την αίσθηση του ρυθμού στον λόγο. Έτσι δένουν μέσα στο ίδιο ποίημα τα πρόσωπα που τραγουδήθηκαν στόμα με στόμα από τον λαό, με τον σύγχρονο ποιητικό λόγο που στιχουργεί εδώ πάνω σε παλαιά δοκιμασμένα βήματα. Και ακούγεται σαν ένα αδιάσπαστο δημιούργημα πάνω από χρονικούς περιορισμούς και πέρα από συνδέσεις προσώπων. Η συνέχεια του ποιητικού λόγου. Μια ζωντανή φωνή, ικανή να συγκινεί σήμερα πατώντας σε παλαιούς δρόμους και προσθέτοντας σ’ αυτούς τη δική της πραγματικότητα.



Άσσος μπαστούνι



Μην πας κατά το Παλιοκκλήσι

έπεσε αντάρα στη στροφή

στου Πάνου θα βρεθούνε



Λένε πως στον Αβράδιαγο

βγαίνουν νεράιδες δύστροπες,

νεράιδες κακιασμένες,

σκύβεις νεράκι για να πιείς

και σε τραβάνε μέσα



Μην πας κατά το Παλιοκκλήσι

ξυπνάει για όρθρο η παπαδιά

κι η αντάρα όλο ζυγώνει,

έχεις ρηγάδες στο χαρτί

μα ο άσσος σου μπαστούνι



Αχνίζω στο παράθυρο

κάπνα παραμερίζω,

διπλώνει η μαύρη μπέρτα του

έχει άσσους από χέρι



Μην πας, μην πας,

πικρίζουν τα γλυκόχορτα

και σκώρος στις βελέντζες



Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός, που χαρακτηρίζει την ποίηση του Σώκου, συνέχει μεταξύ τους όλα του τα ποιήματα, είτε αναφέρεται σε προσωπικές του απώλειες, φίλους που γκριζάρουν τώρα σε φωτογραφίες, είτε αναμετρά το μπόι του με την ιστορία του τόπου του, με την ευρύτερη έννοια του χώρου της ιστορίας και της μυθολογίας ή με τη στενότερη του τόπου καταγωγής του, την Αιτωλία. Τόποι και ονόματα, μια πληθώρα ονομάτων μέσα στα ποιήματά του λειτουργούν σαν οδόσημα για να βρίσκει τον δρόμο του και να καθοδηγεί κι εμάς. Είναι, άραγε, μια ποίηση με κοινωνική χροιά, που ξεπερνά το προσωπικό βίωμα και ανοίγεται στον άλλο που ακούει, να τον διδάξει και, αν το κατορθώσει, να του δείξει μια πορεία σωστική; Δεν θα διακινδύνευα να προσδώσω χαρακτήρα πολιτικό στην ποίηση του Σώκου, εκτός φυσικά αν δεχθούμε πως όλα μα όλα έχουν μερίδιο στην πολιτική σκέψη. Αλλά ούτε θα έλεγα πως πρόκειται για μια ποίηση του κλειστού χώρου, μια σκιαγράφηση μόνον της προσωπικής του ζωής με αποδέκτη τον ίδιο. Εδώ όλα μοιάζει να συνομιλούν με τον αναγνώστη. Ακόμα και το δεύτερο ενικό πρόσωπο, που συχνά χρησιμοποιείται από τον ποιητή, ανοίγει σιωπηλό διάλογο, ρωτά και αποκρίνεται, ζητάει συμμετοχή στους κοινούς τόπους μνήμης, στην αναφορά στα πρόσωπα, σε ένα από κοινού κατακτημένο φορτίο ζωής. Ίσως είναι η μοίρα του ποιητή  να βάζει μέσα στο ποίημα αυτό που αλλιώς δεν αντέχεται κι έτσι να πορεύεται μαζί του. Μαζί και οι συνοδοιπόροι, παρόντες και απόντες, Παπαδιαμάντης, Καρυωτάκης, Κωστής Παπαγιώργης, κι άλλοι πολλοί, αλλά και ο Μάρκος Μέσκος, δάσκαλος να τον καθοδηγεί στο πώς γράφονται όλα αυτά. Ο μίτος της Αριάδνης εκεί μπροστά του.



έλα να πούμε

νέα ρητά με ρήματα αρχαία




Ο Ζαχαρίας Σώκος γράφει ιστορώντας και ιστορεί γράφοντας. Όσα διασώζει η μνήμη του και όσα φέρει μέσα του ως ιστορική κοινή μνήμη, συνιστούν το σύμπαν της γραφής του. Μια παλλόμενη από ζωή γραφή, με την ταυτόχρονη επίγνωση της θνητότητας, της άφευκτης τελείωσης μιας θνήσκουσας ζωής. Αυτό το συνταίριασμα είναι που ξεχωρίζει τη γραφή του μέσα στις τόσες σύγχρονές της. Και τόσο εύστοχα το δίνει στο (καλύτερο ίσως ποίημα της συλλογής) Απογεύματα του Απρίλη στη Θεσσαλονίκη:



Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης

τα απογεύματα,

βαδίζει σε ρυθμούς Ανατολής,

βαλκανική ενίοτε,

ρωμέικη,

ξέχειλη, επαρχιώτικη, ακατέργαστη,

πληθυντική, σπαταλημένη,

η ίδια καλλίστη αρμονία

[…]

Κι ο θάνατος, ο χαμερπής,

εκεί σιμά, εκεί κοντά,

εκεί και παραπέρα,

σελώνει πράσινο φαρί

και μαύρο καλιγώνει,

αυτός ο παλιοπούστης.



Η ζωή, στην πιο ερεθιστική της σαγήνη και προκλητικότητα, αυτή την πρωτόγονη αλλά και καλλιεργημένη ταυτόχρονα, τη γηγενή αλλά και τη φερμένη από άλλους τόπους (τι εύστοχη αναφορά στα πολλά πρόσωπα της Σαλονίκης), αντάμα με τον χάροντα που ορμά να τη συντρίψει σαν ήρωας ενός δημοτικού τραγουδιού καβάλα στ’ άλογο του. Μια εικόνα που όλα τα εμπεριέχει και όλα τα αναβαπτίζει ποιητικά για να τους δώσει νέα ζωή. Μα, και βέβαια η ποίηση μπορεί να το κάνει αυτό το σύζευγμα να φαίνεται όμορφο κι ελκυστικό. Και τότε ίσως να πρέπει να παραδεχθούμε πως οι λέξεις μπορεί να μην είναι τόσο ανάπηρες, όπως σε αφοπλιστική ειλικρίνεια και βαθιά γνώση των μεγεθών, μας λέει ο ποιητής.



Διώνη Δημητριάδου