Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017


Πετρούπολη

του Αντρέι Μπέλυ

μετάφραση και σημειώσεις: Σταυρούλα Αργυροπούλου

επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

εκδόσεις Κίχλη





Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, εσύ ο αναγνώστης, όταν νοιώθεις ότι έχεις παρασυρθεί και ακολουθείς τον συγγραφέα που σαν μαέστρος ενορχηστρώνει εικόνες, μουσικές, στιγμές και γεγονότα, και μαζί ήρωες και αναγνώστες; Όλα και όλους τους τοποθετεί με σκηνοθετική ευστροφία και έμπνευση και με εύστοχες παρεμβάσεις/οδηγίες μέσα στο εξαίσιο σκηνικό μιας πόλης, της Πετρούπολης, εκεί στα 1905, σημαδιακή χρονιά. Μπορείς, ας πούμε, να μιλήσεις για τη μουσική αυτού του βιβλίου ή να το δεις σαν ένα εξαίσιο εικαστικό δρώμενο ή έστω να μαζέψεις φράσεις σκόρπιες και να συνθέσεις ένα άλλο κείμενο, μικρότερο και περιεκτικότερο από τις επτακόσιες σελίδες καθαρής ανάγνωσης ετούτου εδώ. Και πάνω εκεί σε συνεπαίρνει ο ενθουσιασμός, αυτή η αιφνίδια έξαψη που δίνει καμιά φορά η τέχνη της γραφής, και λες ότι ο συγγραφέας εδώ τα έχει πει όλα και ακόμα περισσότερα από όσα θα μπορούσε να πει την εποχή εκείνη. Είναι όμως ένα τόσο ξεχωριστό βιβλίο και ξέρεις πως είσαι από τους τυχερούς που το γνώρισαν, όπως κάποτε χάρηκες για τον Προυστ, για τον Σελίν, τον Τζόυς, τον Ροτ, τον Μούζιλ, τον Κάφκα και κάποιους άλλους εκλεκτούς που ευτυχώς έκατσαν κι έγραψαν τι σκεφτόντουσαν κι έτσι έξαφνα σωθήκαμε όλοι.

Για πρώτη, λοιπόν, φορά μεταφράζεται η Πετρούπολη του Αντρέι  Μπέλυ στα ελληνικά, στην πλήρη εκδοχή του 1913-14.  Κι έτσι γνωριζόμαστε με το περίφημο έργο του  μοντερνιστή συγγραφέα που ξάφνιασε και τους ομοτέχνους του. Και αλήθεια, από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας σε τραβάει από το μανίκι, σε κρυφοκοιτάζει από τις γωνίες, χαίρεται σαν παιδί με την απορία σου: ποια επιτέλους είναι η ιστορία εδώ και ποια σειρά κρατά η αφήγηση; Τα γεγονότα όπως και οι ήρωες κυκλοφορούν σ’ αυτή την εμβληματική πόλη, μπερδεύονται μεταξύ τους, μηχανορραφούν, αυτοενοχοποιούνται, αποενοχοποιούνται, εξοργίζονται και μετανιώνουν, τρομοκρατούν και τρομοκρατούνται, αφήνονται στην τύχη ή προσπαθούν να αλλάξουν την τύχη τους. Στο κέντρο της ιστορίας μια βόμβα που δεν εκρήγνυται την ώρα που περιμένουμε, και έτσι σελίδα τη σελίδα θαρρείς θα ακούσεις τον εκκωφαντικό της θόρυβο αλλά ο συγγραφέας όλο το αναβάλλει. Γιατί θέλει να σου δείξει το πώς και το γιατί, όπως θέλει να σε τριγυρίσει στους δρόμους της πόλης για να δεις πώς είναι και πώς φοβάται ότι θα γίνει αν και όταν…

Η πόλη έχει δύο όψεις. Και οι άνθρωποι είναι μοιρασμένοι στα δύο. Δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους. Από τη μια, στο κέντρο της πόλης οι μεγαλοαστοί και οι αριστοκράτες, και απέναντι, στα νησιά, οι άλλοι, η απειλή για την κυριαρχία των μεγάλων και πλούσιων ονομάτων. Η σκοτεινή εκδοχή μιας άλλης πόλης, μιας άλλη Ρωσίας, που ονειρεύεται να καταπιεί την παλιά. Η Ρωσία του αναβρασμού, με τον ατμό ήδη να ανασηκώνει το καπάκι που άλλαξε τη μορφή της χώρας αλλά και τον τρόπο που έκτοτε βλέπουμε τα πράγματα. Και ο Μπέλυ εδώ είναι σε θέση να δώσει την ατμόσφαιρα, το κλίμα της μεταιχμιακής αυτής εποχής.



[…]οι κάτοικοι των νησιών συγκαταλέγονται κι αυτοί στον πληθυσμό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η γενική απογραφή διεξάγεται και γι’ αυτούς. Έχουν κι αυτοί αριθμημένα σπίτια, οικόπεδα, δημόσια ιδρύματα. Ο κάτοικος του νησιού είναι δικηγόρος, συγγραφέας, εργάτης, υπάλληλος της αστυνομίας. Θεωρεί τον εαυτό του πολίτη της Πετρούπολης, είναι όμως κάτοικος του χάους, απειλεί να σκεπάσει μ’ ένα σύννεφο την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας.

Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς δεν ήθελε να σκεφτεί περισσότερο: τα απείθαρχα νησιά πρέπει να συντριβούν, να συντριβούν! Να τα καρφώσουν στη γη με το σίδερο της πελώριας γέφυρας και να τα τρυπήσουν προς κάθε κατεύθυνση με τα βέλη των λεωφόρων.



Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς Αμπλεούχοφ, που ονειρεύεται τη συντριβή αυτών των άλλων, γερουσιαστής, κατασταλαγμένος υποστηρικτής του καθεστώτος, σε ιδεολογική διαμάχη με τον γιο του, κάποια στιγμή θα αντιληφθεί ότι απειλείται η ζωή του από τρομοκρατική ενέργεια. Το εύρημα του συγγραφέα είναι ότι ο εκτελεστής έχει οριστεί να  είναι ο γιος του! Ποιοι είναι, λοιπόν, οι εχθροί; Μια νέα τάξη πραγμάτων με φιλοδοξίες μεγάλες θέλει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με τους γεννήτορες, κυριολεκτικά και συμβολικά. Ο συμβολισμός άλλωστε είναι σχεδόν παντού σ’ αυτό το βιβλίο. Πίσω από λέξεις, χρώματα, ονόματα, διαρκώς εμφανίζονται τα δύο συμβαλλόμενα μέρη που επιζητούν την ένωσή  τους προκειμένου να αποδοθεί σωστά το νόημα.



Μέσα σε τούτο το ρευστό γκρίζο φόντο, τελείες πρόβαλλαν ξάφνου στα παράθυρα και κοιτούσαν έκπληκτες: φώτα, φωτάκια, που η έντασή τους δυνάμωνε, ξεπετάγονταν μέσα από το σκοτάδι και γίνονταν κοκκινωπές κηλίδες, ενώ την ίδια στιγμή από ψηλά έπεφταν καταρράκτες γαλάζιοι, μενεξεδένιοι, μαύροι.

Η Πετρούπολη χανόταν μέσα στη νύχτα.



Κάποια στιγμή εισβάλλει στην ιστορία το κόκκινο ντόμινο, και από κει και στο εξής θα στοιχειώνει τα πρόσωπα. Κι ας αποκαλύπτεται ποιος κρύβεται πίσω από τη μάσκα του. Η παρουσία του σημαίνει το πανηγύρι, το καρναβάλι, την υποκριτική διπλοπροσωπία, τη μασκαράτα, το ψεύτικο και το υποκρυπτόμενο προσωπείο, την απρόβλεπτη συνάντηση ίσως με  τη μοίρα. Όσο για το κόκκινο χρώμα, η απειλή που προοιωνίζεται σαφέστατη.



«3 Οκτωβρίου. Στην πνευματιστική συνεδρία η οποία γινόταν στο διαμέρισμα της αξιοσέβαστης βαρόνης Ρ.Ρ., οι συγκεντρωμένοι πνευματιστές σχημάτισαν μια πνευματιστική αλυσίδα. Ακριβώς όμως τη στιγμή που τη σχημάτισαν, στο μέσον της αλυσίδας εμφανίστηκε ένα ντόμινο και, χορεύοντας, άγγιξε με τις πτυχές του μανδύα του την άκρη της μύτης του συμβούλου Σ. ο γιατρός του νοσοκομείου Γκ… διαπίστωσε ότι στη μύτη του συμβούλου υπήρχε ένα βαρύτατο έγκαυμα· σύμφωνα με διάφορες φήμες, η άκρη της μύτης του καλύφθηκε από μοβ κηλίδες. Εν ολίγοις, το κόκκινο ντόμινο είναι πανταχού παρόν».



Ένα απρόβλεπτο, αναπάντεχα πολύμορφο μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται σήμερα με τη γνώση του παρόντος μέσα στα χρόνια που μεσολάβησαν και τις ανακατατάξεις της ιστορίας, αλλά και με τους ενδιαφέροντες πειραματισμούς στην τέχνη της γραφής. Πόσο όμως θα αποτελούσε πρωτοπορία στην εποχή του αυτός ο γνήσιος εκπρόσωπος του μοντερνισμού! Ακόμα και σήμερα ευχάριστα ξαφνιάζει με τη νεωτεριστική του γραφή. Η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική της αφήγησης, η ανατροπή των κανόνων δομής κειμένου, η πληθώρα των σημείων στίξης! Εδώ αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Ειδικά σήμερα, στην εποχή της αμφισβήτησης των σημείων που καθοδηγούν τη σωστή ανάγνωση (κάτω από το πρίσμα της δήθεν απλοποίησης του κειμένου), έχουμε εδώ (σε πείσμα των καιρών) ένα κείμενο διάστικτο από κόμματα, τελείες, άνω τελείες, θαυμαστικά και αποσιωπητικά. Αναπόσπαστο κομμάτι και αυτά τα σύμβολα ανάγνωσης της σκηνοθεσίας που φτιάχνει ο Μπέλυ, καθοδηγώντας τους ήρωες σαν να ήταν ηθοποιοί και τον αναγνώστη σαν να είναι ο υποβολέας που τους βοηθά στην εκφορά του κειμένου. Απόλαυση αναγνωστική, συμμετοχή του αναγνώστη μέσα στην ιστορία, δίπλα στους ήρωες, μέσα στην πόλη, την Πετρούπολη.


Εν τέλει, ένα βιβλίο για μια πόλη στο μεταίχμιο κοσμογονικών αλλαγών. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μία ανάγνωση. Και σε μία δεύτερη εκδοχή, εξίσου ενδιαφέρουσα, μια πορεία προς τη σκέψη των ανθρώπων, μια ανίχνευση των εσωτερικών διεργασιών που κατευθύνουν τις επιλογές. Γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς τη συμβολή των αντικρουόμενων σκέψεων, αυτή τη διαλεκτική των αντιθέσεων όχι μόνο μέσα στους ιδεολογικούς χώρους αλλά και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Η πάλη με τον εαυτό του και με τα δεδομένα του. Καμία αμφιβολία πλέον για τις απαραίτητες σχεδόν επτακόσιες σελίδες στις οποίες εκτείνεται η ιστορία. Μήπως τελικά ήταν και λίγες;

Η μετάφραση από τα ρωσικά της Σταυρούλας Αργυροπούλου σε μια ρέουσα γλώσσα που υπηρετεί απολύτως το πνεύμα του έργου. Η ίδια προσφέρει και πολλές πληροφορίες στις σημειώσεις. Το επίμετρο από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου τοποθετεί το έργο και τον συγγραφέα στην εποχή τους ολοκληρώνοντας και βοηθώντας την απρόσκοπτη πρόσληψη από τον αναγνώστη αυτού του πολυσήμαντου βιβλίου. Τέλος το εξώφυλλο, με την επεξεργασμένη εικόνα που τότε, το 1913 εξυπηρετούσε την παράσταση μιας φουτουριστικής όπερας, και τώρα ταιριάζει με τον τόσο περίεργα σύγχρονο και πρωτοποριακό συγγραφέα. Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου από την Ούρσουλα Φωσκόλου με τις ελάχιστες κόκκινες πινελιές αχνά απειλητικές γύρω από την εικόνα αλλά μετασχηματιζόμενες στην εσωτερική πλευρά  του εξωφύλλου στο απόλυτο κόκκινο. Κάποιες λεπτομέρειες που δένουν με το περιεχόμενο σε σύνολο εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μια αναγνωστική πρόκληση αλλά και απόλαυση ξεχωριστή.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/petroupoli/)



Σκοτεινός Αρκτικός

του Ίαν Μακ Γκουάιρ

μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

εκδόσεις Ψυχογιός






η απουσία του Θεού



«Θα τολμούσα να πω πως ο Θεός δεν περνάει πολύ χρόνο εδώ πάνω, στον Αρκτικό […] Κατά πάσα πιθανότητα δεν του αρέσει η παγωνιά».



Η ιστορία του Σκοτεινού Αρκτικού είναι σκληρή και ανελέητη, δυνατή σαν γροθιά και βαθιά καταδυόμενη στην ψυχή μας. Δεν γλιτώνεις εύκολα απ’ αυτήν. Ο Ίαν Μακ Γκουάιρ μάς μπαρκάρει όλους εκόντες άκοντες στο φαλαινοθηρικό Volunteer που ξεκινά από το Γιόρκσερ και πάει γραμμή για τα νερά του Αρκτικού Κύκλου, αλλά και για τη δρομολογημένη καταστροφή του. Μόνο που αυτό φυσικά δεν το γνωρίζουν όλοι οι επιβαίνοντες. Ο καθένας και μια ιστορία μαύρη, και η ψυχή τους πιο σκοτεινή και από τα νερά στα οποία πλέουν. Στα 1859 το κυνήγι της φάλαινας για το πολύτιμο λάδι της αποτελεί πόλο έλξης για τους ριψοκίνδυνους τυχοδιώκτες. Και το ταξίδι θα ξεκινήσει.

Ο Χένρι Ντραξ, μια μορφή που έρχεται κατευθείαν από την κόλαση, ικανός για όλα τα ανοσιουργήματα χωρίς τύψη καμία, και στον αντίποδά του ο Πάτρικ Σάμνερ, ο γιατρός του πλοίου, έτοιμος για όλα (να σωθεί ή να αφανιστεί μέσα στους πάγους) μια που δεν έχει τίποτα πλέον να χάσει, θα αναμετρηθούν μέχρι το τέλος, παλεύοντας ο καθένας με τους δικούς του δαίμονες. Ισορροπίες, άλλοτε σταθερές και άλλοτε ασταθείς και επικίνδυνες, και με τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος. Και όταν θα βρεθεί άγρια βιασμένο και δολοφονημένο το σώμα του παιδιού στο αμπάρι, θα φανεί ότι στα έγκατα του πλοίου κάτι σατανικό ενεδρεύει και επιθυμεί την απόλυτη κυριαρχία. Ποιος θα το αντιμετωπίσει; Το περίεργο αυτό σμάρι ανθρώπων, που αποτελεί το πλήρωμα του φαλαινοθηρικού, θα μπορούσε έτσι κι αλλιώς να οδηγήσει στα άκρα την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η αγαθή και η πονηρή φύση του ανθρώπου αντιμέτωπες. Το Κακό όμως  κερδίζει στα σημεία.

Τι θα συμβεί όταν θα αντιδράσει και η φύση; Οι πάγοι του Αρκτικού Κύκλου έχουν τη δική τους άποψη και θα παίξουν τον δικό τους ρόλο σ’ αυτό το σκηνικό που παραβιάζει την ηρεμία τους. Η φύση και ο άνθρωπος σε δυναμική αντιπαλότητα. Η φύση παντοδύναμη και απαθής για τα ανθρώπινα δράματα. Και ο άνθρωπος απέναντί της αδύναμος και μόνος. Κάτω από τις ακραίες συνθήκες, στις οποίες θα βρεθεί,  πόσα από τα χαρακτηριστικά του μπορεί να διασώσει; Κι αν αυτά είναι ήδη σε έκπτωση, τι θα απομείνει;

Οι σκηνές που καταγράφονται εδώ είναι από τις πιο δυνατές στη λογοτεχνία. Δεν είναι η δράση που τους δίνει δύναμη (ωστόσο αυτή δεν λείπει), είναι κυρίως η καταγραφή της εσωτερικής διεργασίας στο μυαλό των ανθρώπων. Η περιγραφή των συναισθημάτων, οι μύχιες σκέψεις, ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του και στα όριά του ( ο μόνος διάβολος είναι αυτός που ζει μέσα μας), τέλος η υπέρβαση αυτών των ορίων, το άγγιγμα του τέλους, η ανέλπιστη σωτηρία (;), η άλλη όψη της ζωής.



[…] του δημιουργείται η εντύπωση πως η ελευθερία που απολαμβάνει είναι πολύ κενή, είναι η ελευθερία ενός άστεγου ή ενός ζώου. Αν είναι ελεύθερος, στην τωρινή του κατάσταση, τότε κι αυτό το ξύλινο τραπέζι μπροστά του είναι ελεύθερο – το ίδιο κι αυτό το άδειο ποτήρι. Και τι σημαίνει «ελεύθερος»; Τέτοιου είδους λέξεις είναι λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο: καταρρέουν και σκίζονται με την ελαφρότερη πίεση.



Από την αρχή του μυθιστορήματος ο αναγνώστης νιώθει να αγγίζει τα δικά του όρια αντοχής απέναντι σε μια τόσο ρεαλιστική αφήγηση που τον κρατά και δεν τον αφήνει να ανασάνει. Σκληρή η ζωή άλλωστε. Η λογοτεχνία δεν την ωραιοποιεί, και όποτε το επιχειρεί δεν πείθει. Η συγκεκριμένη εκδοχή της στο μυθιστόρημα του Μακ Γκουάιρ  επιλέγει τη ρεαλιστική (αν όχι τη νατουραλιστική) καταγραφή.  Ο αναγνώστης θα αμφισβητήσει τα θεμέλια της πίστης του,  θα νιώσει μια καταπιεσμένη αίσθηση δικαίου να τον πνίγει. Μπορεί οι όροι της ανθρώπινης συμβίωσης να έχουν σαθρά χτιστεί, μα δεν υπάρχει ούτε Θεός, λοιπόν; Δεν βλέπει, δεν προνοεί, δεν επεμβαίνει; Σκληρός και ο ίδιος απέναντι στα δημιουργήματά του;



«Πιστεύεις πραγματικά πως όλα αυτά είναι Δικό Του έργο; Οι φόνοι; Τα ναυάγια; Οι πνιγμοί;»



Η δικαιοσύνη των ανθρώπων, αυτό το επινοημένο σύστημα αξιών είναι τόσο αδύναμο μπροστά στη δύναμη του Κακού. Ο αναγνώστης αναζητά την κάθαρση, λες και παρακολουθεί τραγωδία, και όσο βλέπει να μη διασώζονται  ούτε ψήγματα του Καλού, τόσο μέσα του αποζητά την αυτοδικία. Και αυτή θα του τη δώσει ο συγγραφέας, στο τέλος του συναρπαστικού αυτού βιβλίου. Και τότε όλα θα έρθουν στη θέση τους. Για να συμβεί όμως αυτό, έπρεπε πρώτα να ξεθεμελιωθεί ο κόσμος.



[…] ο κόσμος έφυγε από τους μεντεσέδες του, αρμενίζει όπου θέλει.

Αυτό το ξεθεμέλιωμα πρέπει να αντέξει ο αναγνώστης, αυτή την απουσία του ορθού, του δικαίου. Και η αποκατάσταση θα έρθει από τον Σάμνερ, τον ήρωα που στην αρχή του βιβλίου θα νιώσει τη μηδαμινότητά του:





[…] ο κόσμος είναι πελώριος […] κι αυτός ένας μικροσκοπικός ασήμαντος κόκκος του, που εύκολα χάνεται και ξεχνιέται.



 Αυτή η ελάχιστη παρουσία μπορεί να ανατρέψει το σαθρό οικοδόμημα, αρκεί να διατηρεί μέσα της ένα υπόστρωμα δικαίου και καλοσύνης.




Την ιστορία που γράφεται στα σκοτεινά νερά του Αρκτικού Κύκλου, τους ανθρώπους του φαλαινοθηρικού Volunteer δεν τα ξεχνάς εύκολα. Όπως συμβαίνει με τα δυνατά έργα της λογοτεχνίας. Και είναι άξιο παρατήρησης ότι ένα έργο τόσο απροσχημάτιστα  βίαιο μπορεί να συνεπαίρνει, να ενθουσιάζει, να συγκλονίζει, να συνιστά μια αναγνωστική απόλαυση. Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα συμβάλλει σημαντικά στην αίσθηση του ρεαλιστικού τοπίου που δημιουργείται στον αναγνώστη. Οι κατάλληλες λέξεις με το σκληρό περίβλημα γράφουν στη μνήμη, συμπληρώνουν την εικόνα, υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία που εμπνεύστηκε ο Ίαν Μακ Γκουάιρ.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/7454-skoteinos-arktikos)

επί πληρωμή

της Αγγελικής Γιαννοπούλου






Μάζεψε με προσοχή τις δακτυλογραφημένες σελίδες. Και χαμογέλασε εντός της από πληρότητα. Σαν τη μάνα που μετά τον τοκετό αγκαλιάζει και βλέπει για πρώτη φορά το παιδί της. Με προσοχή με τρυφεράδα τις έβαλε σ’ ένα μεγάλο χάρτινο φάκελο. Είχε πάρει μετά από καιρό την απόφαση της να εκδώσει το νέο της πόνημα. Κάθε αναστολή, κάθε εμπόδιο που της έβαζε ο νους της, κάθε μήπως, α, κι όχι, είχαν πλέον ηττηθεί. Τόσες φορές που στάθηκε απέναντι του, που το μάλωσε, το έσβησε, το ξανασύνδεσε, το κομμάτιασε, που με το μεγεθυντικό φακό είδε τα λάθη της, που διόρθωνε, έγραφε, διόρθωνε. Τώρα ήταν έτοιμο, ολοκληρωμένο στα μάτια και στην ψυχή της.

Την άλλη μέρα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι νωρίς λες κι είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Η ματιά της όλη τη νύχτα το αναζητούσε, άκουγε την ανάσα του, προσδοκούσε, αγωνιούσε. Ντύθηκε με βιάση, ήπιε δυο γουλιές απ’ τον καφέ της και βγήκε στο δρόμο. Κρατούσε σφιχτά με προσοχή το φάκελο. Βρήκε ταξί και καθώς έδινε τη διεύθυνση του προορισμού της κάτι μέσα της την έκανε να δειλιάσει. Τώρα περνούσε από το μικρό πάρκο. Στην απαίτησή της να σταματήσει ο ταξιτζής την κοίταξε συνοφρυωμένος μα υπάκουσε. Σίγουρα θα την πέρασε για ιδιόρρυθμη ίσως με μια μικρή δόση τρέλας. Ίσως και να ψιθύρισε ''πάει ο κόσμος το ’χασε.'' Πλήρωσε και κατευθύνθηκε στο πρώτο παγκάκι του πάρκου. Κάθισε και τότε όλες οι αρνητικές σκέψεις της ξεχύθηκαν με αγριότητα, σκοτείνιασαν το νου της. Η λογική της της έλεγε κλείνοντας το μάτι με κυνισμό πως η εποχή είναι δύσκολη, η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει τους πάντες. Οι Έλληνες δε διαβάζουν κι ο ποιητής που έγραψε το περίφημο ποίημα-βεγγαλικό: «Οι μισοί Έλληνες γράφουν ποιήματα – οι άλλοι μισοί δε διαβάζουν τίποτα» το είχε πει ξεκάθαρα και κοφτά. Κι αν δεν αξίζει; Κι αν είναι χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, κι αν... Σκόνταψε πάλι σε όλα τα αν... Άναψε ένα τσιγάρο και φύσηξε με δύναμη τον καπνό. Κι έπειτα ήρθε να τη χτυπήσει νέο κύμα σκέψεων. Πώς να αποχωριστεί κάτι πολύ δικό της κι αγαπημένο; Εκεί μέσα στο φάκελο ήταν οι γνώσεις της, οι εμπειρίες της, όλος ο φανερός και κρυμμένος εαυτός της. Ολότελα αυτή. Οι ήρωές της όλοι αγαπημένοι , γεμάτοι αδυναμίες σφάλματα κι αρετές, ανθρώπινοι, γνωστοί της που από πάντα περνοδιαβαίνουν τη ζωή κι αφήνουν το ίχνος της ύπαρξής τους. Και τώρα πρέπει ,ήρθε ο καιρός να βγουν στο φως, να εξομολογηθούν, να μιλήσουν με τη δική της πένα. Τους ζωγράφισε με το δικό της χρωστήρα, τους πρόσθεσε χρώματα κι εντέλει τους δημιούργησε, τους έβγαλε από τη σιωπή και την ανυπαρξία. Πρέπει να τους μοιραστεί. Να τους αγαπήσουν κι άλλοι, να βρουν μέσα απ’ αυτούς κομμάτια της δικής τους ζωής, να ταξιδέψουν μαζί τους, εντός τους κι εκτός, να βυθιστούν στο σκοτάδι, να αναδυθούν ανακουφισμένοι στο φως. Με αυτές τις σκέψεις σηκώθηκε. Έριξε μια ματιά σχεδόν μητρική στο φάκελό της και με νέο κουράγιο δρασκέλιζε τώρα την πόρτα του εκδοτικού οίκου. Χωρίς ιδιαίτερες κουβέντες· άλλωστε οι πρώτες συμφωνίες είχαν γίνει. Θα επωμιζόταν ένα χρηματικό ποσό για την έκδοση του βιβλίου της κι έπειτα θα αναλάμβαναν οι ειδήμονες του οίκου όλα τα επόμενα. Επί πληρωμή λοιπόν... λες και δεν είχε κοπιάσει, ξενυχτίσει, δουλέψει τόσες ώρες, τόσους μήνες, τόσα χρόνια. Επί πληρωμή γίνονται σήμερα οι εκδόσεις. Άφησε πάνω στο δρύινο γραφείο με τις στοίβες των βιβλίων, με τις στοίβες των φακέλων το δικό της φάκελο. Ένιωσε σαν τη μάνα που αφήνει το πρωτάκι της στο σχολείο, το αποχαιρετά με συγκίνηση και περηφάνια και ξέρει ότι ήρθε ο καιρός να περπατήσει μόνο του στον κόσμο μακριά της.



Αγγελική Γιαννοπούλου



(στη φωτογραφία το γραφείο της Τζέιν Όστεν)

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017


Επιγράμματα

του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη

εκδόσεις ΑΩ







Γιατί να ονομάσει ο ποιητής Επιγράμματα αυτές τις ολιγόστιχες ποιητικές του καταθέσεις; Ανατρέχοντας μνήμες και γνώσεις πηγαίνω προς τα πίσω και διαβάζω εκείνα τα ελεγειακά επιτάφια σχόλια, που άφηναν την τελευταία  μνεία των νεκρών – επιφανών ή όχι. Κι ας άλλαξε μέσα στα χρόνια η φύση των επιγραμμάτων, σε μια απόπειρα ίσως των δημιουργών να μιλήσουν πιο πολύ για τη ζωή παρά για τον θάνατο. Κι ας έχει πλέον χαθεί για τον σύγχρονο αναγνώστη η αρχική έννοια της λέξης. Δεν μπορώ να απομακρυνθώ από την επιτάφια χρήση τους, έστω από την αόρατη σχεδόν εκείνη σχέση που αποκτούσαν οι λίγες αυτές λέξεις με τον νεκρό, αδύναμο πια να τις ακούσει. Με αυτό το πρίσμα, λοιπόν, προσεγγίζω τα Επιγράμματα του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη.

Τα επιγράμματα τηw συλλογής ακολουθούν την αλφαβητική σειρά.

Επιλέγω από το Α την Άνοιξη:



ΑΝΟΙΞΗ



Το τεντωμένο του ακροβάτη σκοινί,

του ιχνηλάτη μισοσβησμένο χνάρι,

μιας εξώπορτας το ρόπτρο,

μεταίχμιο...



από το Γ τη Γαλήνη:



ΓΑΛΗΝΗ



Στάθηκα  στην άκρη,

το έναυσμα πάραυτα εδόθη.

Το σύνθημα ήταν «σιωπή»

μια άλλη όψη της φωνής.



Από το Ζ τη Ζωή



ΖΩΗ



Απρόσμενο παράθυρο

στο χρόνο ολοφώτιστο,

χορός πυρίδρομος προς θάνατον·

πρωτίστως, ολάνθιστος κήπος το σύμπαν.



Από το Ψ τον Ψίθυρο:



ΨΙΘΥΡΟΣ



Αγγίζω το αυτί μου στο χώμα.

Αφουγκράζομαι...

Το βάθος των αιώνων βλέπω·

μνήμη των γενεών.



Τέλος από το Θ τον Θάνατο:



ΘΑΝΑΤΟΣ



Βέβαιον,

το μόνον εν μέσω αβεβαιοτήτων

κατάλυσις των δεσμών του έσω κόσμου

προαύλιον του οίκου της αληθείας.

Συντεταγμένα,

η ζωή παρελαύνει προς αυτόν.



Στάθηκα στα πέντε αυτά επιγράμματα, ίσως γιατί περισσότερο από τα υπόλοιπα απηχούν την αίσθηση του περάσματος από τη μια όχθη στην άλλη, και μάλιστα με την ήρεμη ενατένιση της μετάβασης αυτής, σαν να πρόκειται για μια συνέχεια της ζωής σε άλλη μορφή, άγνωστη για τους ζώντες, οικεία όμως και προσφιλή (σαν νέα ζωή) για τους τεθνεώτες. Ο ποιητής ακούει τον ψίθυρο των αιώνων μέσα από τη γη, τη σιωπή σαν μια άλλη όψη ζωής (εδώ έξοχα συνδέονται οι δύο αισθήσεις, όραση και ακοή), επιβεβαιώνει το μεταίχμιο ως μόνη σταθερά, και εύστοχα περιγράφει το σύμπαν σαν έναν ολάνθιστο κήπο.

Με τη σκέψη ότι δεν θα μπορούσα να προσδοκώ κάτι ευρύτερο και ουσιωδέστερο από την ολιστική αυτή εικόνα, παρατηρώ τα ψήγματα ζωής που εμπεριέχονται στα υπόλοιπα σαράντα επιγράμματα. Ο έρωτας, η γέννηση, η έμπνευση, η δημιουργία, το θάρρος, η δύναμη, και άλλες έννοιες ελπιδοφόρες και αισιόδοξες. Πώς συνάδουν άραγε με την παραπάνω αίσθηση του αόρατου περάσματος; Το μυαλό  μου πηγαίνει στη Στήλη της Ηγησούς, ένα από τα ωραιότερα ταφικά μνημεία του Κεραμεικού, και αναλογίζομαι πόσο συνταιριαστά μπόρεσε εκείνος ο αρχαίος γλύπτης να αποδώσει το ίδιο μήνυμα. Η νεκρή Ηγησώ κρατά στο χέρι ένα δείγμα του εφήμερου (κάποιο από τα κοσμήματά της που τόση χαρά της είχε δώσει όσο ζούσε με τη λάμψη του) και το κοιτάζει με εκείνη την αδιόρατη θλίψη, περισσότερο συνειδητοποίηση των μάταιων ορίων ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Η ζωή ένα όλον αδιαίρετο, όσο κι αν θέλουμε να μοιράζουμε τους κόσμους μας σε ορατό και αόρατο ή ανύπαρκτο. Έτσι όλες οι ζωντανές αναφορές στα επιγράμματα του Σκηνιώτη αφορούν, σκέφτομαι, τη μία και μοναδική ζωή. Αρχικά με τις επισημάνσεις για τις έννοιες που την καθορίζουν, προσδίδοντας νόημα και ενδιαφέρον. Και κατόπιν με τη διαπίστωση για τη φυσική συνέχεια (και όχι τέλος) αυτής της ζωής σε άλλη διάσταση. Η Τέχνη έχει τους δικούς της δρόμους και με κάθε μορφή της επικοινωνεί με τους αποδέκτες της. Όσο για το αν αυτές οι διαφορετικές μορφές της επικοινωνούν μεταξύ τους, αυτό περίτρανα επιβεβαιώνεται κάθε τόσο.


Ο ποιητής, απρόσμενος σχοινοβάτης σε ισορροπία επικίνδυνα όμορφη, μπορεί να δει τις αφανείς συνδέσεις του σύμπαντος κόσμου, να τις βάλει μέσα σε στίχους, να μιλήσει γι’ αυτές. Τότε, ναι, μπορεί να ονομάσει τα ποιήματά του, αυτά τα μικρά σε σώμα, Επιγράμματα. Και με το ελάχιστο αυτού του λεκτικού οπλισμού να δώσει μια πλήρη εικόνα του κόσμου, που τον αφορά ως δημιουργό που αντικρίζει τον εαυτό του στο χαρτί, αλλά κυρίως αφορά εμάς τους αποδέκτες του έργου του. Χωρίς διδακτισμό, κατάθεση σοφίας και τα συναφή, αλλά μόνο με τη συμπύκνωση του νοήματος που χωρά σε δυο τρεις στίχους, τόσο περιεκτικούς, ωστόσο, σε βαθιά συνειδητοποίηση του κόσμου ολόκληρου. Με μια λιτή όψη της έκδοσης, να αντανακλά το περιεχόμενο του λόγου. Διακριτική όσο ένα πάτημα πάνω στο χώμα που σκεπάζει τόσα περασμένα, ζώντα όμως κατά μια έννοια. Εξαίσια ποιητική δουλειά!



Διώνη Δημητριάδου
(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Φρέαρ frear.gr http://frear.gr/?p=18575)










Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017


θεωρητικά





Όχι δεν είναι υπόθεση μιας θεωρίας

θωρακισμένης, στεγανής

το πώς νοούμε τη ζωή,

το πώς διαβάζουμε τα λόγια και τις πράξεις.

Αφήνει ίχνη αιχμηρά το κάθε πάτημά μας.

Πώς να βρουν δρόμο οι επόμενοι;



Αν όμως το προσωπικό μας στίγμα

αντέχουμε να δούμε

στων άλλων τη  στρεβλή πορεία,

κι αν έχουμε στα λόγια τα δικά μας μια χαραμάδα ανοιχτή

να μπει για λίγο ο άλλος,

πώς ωχριούν οι βεβαιότητες,

τα στεγανά μας πώς συνθλίβονται,

παράταιρη απομένει η εριστική φωνή

σε άηχους τόπους να κραυγάζει

και στα νερά τα άνυδρα πλεούμενο να ρίχνει.



Το βλέμμα κάνει  κυκλική τροχιά,

τις τρέμει τις γωνίες,

θέλει να αγγίζει σώματα,

απόψεις να ακούει.

Τα όμοια τα καταργεί, τα ίδια τα φοβάται,

και την εικόνα την τυφλή τη σπάει στον καθρέφτη.



Διώνη Δημητριάδου

 (φωτογραφία: Réhahn)

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017


Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια

νουβέλα

της Λίλας Τρουλινού

εκδόσεις Περισπωμένη




Ένα αίνιγμα που ζητά εξήγηση, αποκρυπτογράφηση. Μια γραφή (η Λίλα Τρουλινού στην πρώτη της νουβέλα), που ακροβατεί ανάμεσα στον πεζό και στον ποιητικό λόγο. Ένα έγκλημα που, όπως όλα άλλωστε τα γεγονότα μικρά ή μεγάλα σημαντικά ή ασήμαντα, έχει πολλές διαφορετικές αναγνώσεις, όσες και οι οπτικές των ανθρώπων. ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες των μικρών μαθητών, έτσι που κινούνται ανάμεσα στον πραγματικό και στον  σουρεαλιστικό χώρο και χρόνο. Και ένα ελληνικό τοπίο, πολύπαθο και πολυσήμαντο κι αυτό. Που συχνά δεν το υποφέρεις.

Η εικόνα πολυπρισματική, μια τοιχογραφία , στην οποία το κάθε πρόσωπο θα βάλει τη δική του ψηφίδα. Όταν απομακρυνθείς από την εικόνα, μπορείς να δώσεις την ερμηνεία του όλου.

Η ιδιαίτερη τέχνη της γραφής της Λίλας Τρουλινού  καταφέρνει να δώσει τα πολλαπλά σημαινόμενα ενός γεγονότος, με τόση αληθοφάνεια, που δεν μπορείς να ξεδιακρίνεις εύκολα τον πυρήνα του σημαίνοντος, του γεγονότος. Γιατί, το γεγονός φυσικά ένα είναι. Οι ερμηνείες αλλά και οι σκοπιμότητες γύρω από αυτό πολλές.






Αίφνης, σηκώνεται βοριάς, δυνατός χειμερινός βοριάς, που ρημάζει τ’ αγκάθια, τα ξεριζώνει και τα παρασέρνει, τ’ αγκάθια κυλιούνται στο χώμα, συνωθούνται και κουβαριάζονται, συσπειρώνονται και κατρακυλάνε, μπήγουν τα λέπια τους το ένα στ’ άλλο, βγάζουν λεπίδες, μπήγουν μαχαίρια, ρίχνουν φαρμακερές σαΐτες, τσακίζονται, κομματιάζονται, θρυμματίζονται, όλος ο κάμπος ξερνάει αγκάθια, όλος ο κάμπος κατρακυλάει, όλος ο κάμπος μια φουρτούνα. «Παππού, κρατήσου!» ουρλιάζει ο Φρίξος. «Παππού, κρατήσου στη σχεδία!» και ο παππούς με τη μαύρη καλύπτρα στο μάτι υψώνει την πειρατική σημαία και πιάνει το τιμόνι, ενώ τα παιδιά κωπηλατούνε με μανία, βοριάς συντρίβει το κατάρτι, βοριάς σπάει το τιμόνι, βοριάς διαλύει τη σχεδία κι όλοι βουτούν μέσα στη θύελλα των αγκαθιών.



Διώνη Δημητριάδου

Ανεξαρτησίες και εθνικές ταυτότητες στη Νότιο Αμερική
ιστορικό δοκίμιο
   του Σπύρου Χρηστάκη
   συγγραφέα-ιστορικού ερευνητή
       

                      
                          από τις ΑΩ Εκδόσεις







Ο ιστορικός Σπύρος Χρηστάκης επιχειρεί να δείξει την πορεία δημιουργίας των εθνικών κρατών στην περιοχή του Ρίο ντε λα Πλάτα (Αργεντινή Ουρουγουάη, Παραγουάη και Βολιβία) στις αρχές του 19ου αιώνα. Ενδιαφέρον θέμα το οποίο εξετάζει στηριγμένος στην ιστορική σχολή των Annales του Μπρωντέλ και του Ζακ λε Γκοφ αναδεικνύοντας τη σημασία της χρονικής διάρκειας (μέσης, μακράς και σύντομης). Επισημαίνει τον διαφορετικό τρόπο συνειδητοποίησης της έννοιας του έθνους ανάμεσα στους λαούς της Αμερικής (που δεν έχουν να στηριχθούν ιδεολογικά για τη δημιουργία του εθνικού κράτους σε κανένα παρελθόν) και της Ευρώπης (που κυρίως σ’ αυτό το ένδοξο παρελθόν στηρίζονται για να διεκδικήσουν τη δικαίωση του εγχειρήματός τους).

Η μελέτη αυτή αποδεικνύεται σημαντική γιατί μέσω αυτής αντιλαμβανόμαστε την αμερικανική ιδιαιτερότητα. Η έλλειψη συνέχειας με ένα παρελθόν ανύπαρκτο οδήγησε σε προσήλωση στο παρόν  (αυτό περισσότερο αφορά την περίπτωση της Βόρειας Αμερικής) αλλά και σε μια  κατασκευασμένη εθνική συνέχεια με τους γηγενείς πολιτισμούς της νοτιοαμερικανικής ηπείρου, προκειμένου να στηριχθεί το νέο εθνικό κράτος κάθε φορά.

Ο Σπύρος Χρηστάκης αντιπαραθέτει την περίπτωση της ελληνικής ανεξαρτησίας, η οποία βέβαια δεν παρουσιάζει αναλογίες με τη δημιουργία των εθνικών κρατών στη Νότιο Αμερική, παρουσιάζεται όμως προς σύγκριση αντιθετική. Στην περίπτωση τη δική μας ο νεοελληνικός διαφωτισμός ως απότοκο του ευρωπαϊκού κινήματος θα δώσει άλλη διάσταση στην υπόθεση της ανεξαρτησίας και θα αναζητηθούν συνδέσεις με την ευρωπαϊκή σκέψη από τη μια αλλά και με το ένδοξο ελληνικό παρελθόν από την άλλη. Κατασκευή φυσικά υπάρχει και εδώ, μόνο που είναι εντελώς διαφορετικά τα μεγέθη, οι συνθήκες (αν και χρονικά συμπίπτουν) πολύ απέχουν από αυτές της αμερικανικής ηπείρου. Είναι άλλο πράγμα η οθωμανική κυριαρχία και άλλο η αποικιακή εξάρτηση.


Με πολλά στοιχεία και πλούσια βιβλιογραφία κατά ενότητα το πόνημα αυτό απευθύνεται και στον μελετητή της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου αλλά και στον αναγνώστη που διευρύνει τις γνώσεις του διαβάζοντας ένα ενδιαφέρον βιβλίο.

Στην προμετωπίδα τα λόγια του Μαριάνο Μορένο, που ακόμα και σήμερα έχουν την αξία τους για κάθε λαό όπου γης:



Είναι Δίκαιο οι λαοί να τα περιμένουν όλα από τους άξιους αντιπροσώπους τους στην πολιτική αλλά είναι επίσης απαραίτητο να μαθαίνουν οι ίδιοι τα δικαιώματά τους και τα θέματα που τους αφορούν.

Μαριάνο Μορένο, 1810



Διώνη Δημητριάδου