Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Παρουσίαση
του βιβλίου της Τίνας Κουτσουμπού
"Του καιρού γυρίσματα και επτά ακόμη διηγήματα"
στο Αίτιον (22-5-17)

Γιώργος Δελιόπουλος
Διώνη Δημητριάδου
Θανάσης Πετρούλας (κιθάρα)













Θωμάς Κοροβίνης

Σκίρτημα ερωτικόν

Ο Κ. Π. Καβάφης εις την Πόλιν

εκδόσεις Άγρα








ο επινοημένος, αληθινός Καβάφης

Σαν γράφει ο Κωνσταντίνος Καβάφης το θεωρούμενο απολύτως βιωματικό (λες και τα υπόλοιπα δικά του δεν αποτυπώνουν τη ζωή και τα σώψυχά του) Ο Δεκέμβρης του 1903, είναι ξεκάθαρο πως από τα μνημονικά κατάλοιπα ξεχωρίζει κάποιο:

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω –
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες  λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν·
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.



Ποιο άραγε να είναι αυτό το πρόσωπο που ολόκληρο -χείλη, μαλλιά και μάτια- αχνοφέγγει πίσω από κάθε στίχο του ποιητή; Η φαντασία μας μπορεί να το πλάσει, να το δει. Να το αγγίξει όμως; Κι έρχεται η λογοτεχνία με τη θρασύτητά της (ευτυχώς!) να γεμίσει τα κενά που λείπουν. Να δώσει υπόσταση, σώμα στο ερώμενο πρόσωπο. Κι έτσι περίοπτο και ανάγλυφο να το βάλουμε κι αυτό δίπλα στα γραμμένα από τον ποιητή. Γιατί, η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης παίρνοντας το προσωπείο του νεαρού -δεκαεννιάχρονου- Καβάφη, λίγο απέχουμε από το να θεωρήσουμε και τούτο το κείμενο καβαφικό.

[…]Ο εβενόχρους νεαρός, ο αναλαβών να εκτελέση χρέη αχθοφόρου, εζώσθη αυτομάτως μετά προθυμίας τας αποσκευάς[…]Εγώ ηκολούθουν εις απόστασιν δύο έως τριών μέτρων με βήμα αργόν άμα δε ευσταθές, σαγηνευθείς υπό του σφριγηλού φυσικού κάλλους και της αφοπλιστικής απλότητος του ευρώστου συνομηλίκου μου.


Για να εκτελέσει ένα χατίρι του παππού του, Γιωργάκη, ο νεαρός Κωνσταντίνος θα συνοδεύσει ως μικρός αφέντης τον Χασάν, συνομήλικό του γιο του επιστάτη, για να παραλάβουν μια εμπορική παραγγελία. Όμως η απογευματινή ατμόσφαιρα, ζεστή και υπέρ το δέον ερωτική, θα αποσπάσει την προσοχή από τη γύρω θάλλουσα φύση και θα την επικεντρώσει στο φυσικό κάλλος του προπορευόμενου νεαρού. Και δεν είναι η πρώτη φορά που τον έχει παρατηρήσει. Όπως εξομολογείται στον εαυτό του, άρα και σε μας που ήδη μας έχει βάλει ακάλεστους στην ατμόσφαιρα μιας ερωτικής φαντασίωσης, είχε ήδη προ ημερών θαυμάσει ως λαθροθεατής τον νεαρό Χασάν στα δημόσια λουτρά, χωρίς να τολμήσει τότε να τον πλησιάσει. Αυτή, ωστόσο, η επίσκεψη στο χαμάμ ήταν σημαδιακή, αφού τότε ήταν να συμβεί η πρώτη του ερωτική περίπτυξη λάθρα εις μίαν κώχην, σύντομη και ηδονιστική μεθ’ ενός ευειδούς νέου, έχοντος παράστημα υψηλόν και καρατομήν κλασικού κούρου.  Η ολιγόλεπτη αυτή επαφή με τον άγνωστο περιστασιακό σύντροφο, εγγράφεται μέσα του, όμως,  σαν μια φαντασίωση επαφής με τον ποθητό νεαρό Χασάν:

[…]Ίσως εξ αιτίας της συνοπτικής εκείνης κραιπάλης ο πόθος μου δι’ αυτόν να είχε πολλαπλασιασθεί. Τώρα πλέον ο μυχίως υπ’ εμού ποθούμενος Ανατολίτης, άνευ ίχνους εκ μέρους του εσκεμμένης προθέσεως σκανδαλισμού μου, επέπρωτο να με εκμαυλίζη όμως τα μάλα εν τη παρουσία αλλά και εν τη απουσία του, διότι είχεν εγκατασταθεί εις την ψυχήν  μου ως ίνδαλμα ερωτικόν και τον εγύρευα διαρκώς παντού.

Και τώρα αυτό το ερωτικό ίνδαλμα, ο Χασάν, βρίσκεται προπορευόμενος, να σκανδαλίζει εν αγνοία του προφανώς, τον νεαρό Κωνσταντίνο, ο οποίος επαιτεί τα ευτελή ψιχία του ενδιαφέροντός του επί ματαίω και προσπαθεί αθέλητα τάχα να τον αγγίξει. Δεν γνωρίζει ακόμα ότι αυτή η ερωτική παθογένεια της μονόπλευρης έλξης αλλά και της κρυφής απόλαυσης (λόγω του αυστηρού περίγυρου που αυτά είτε δεν τα εννοεί είτε τα εννοεί αλλά τα αποστρέφεται) θα κυριεύσει τη ζωή του αλλά και θα αποτελέσει ως ηδονισμός και λαγνοθηρία τη βαθύτερη ουσία του ποιητικού του λόγου ολάκερου, με όποιο παραπλανητικό μανδύα θα ήθελε να την ενδύσει.

Θα αναφωνήσει έμπλεως απόγνωσης:

[…]Ω, κατηραμένοι οι ηθικολόγοι! Αρχαιόθεν είθισται επί τας κεφαλάς ημών των ηδονιστών να πίπτη η σφοδρά και εξημμένη οργή των ανεράστων.

Αλήθεια πόσοι, ακόμα και σύγχρονοι μελετητές του Καβάφη, αποστεγνώνουν την ποίησή του από τον ίμερο τον ξεχωριστό, που βρίσκεται κάτω από κάθε λέξη του; Πόσοι αρνούνται να δουν τον κρυφό ερωτισμό, ωστόσο πεισματικά θάλλοντα, μέσα στα ποιήματά του; Αποδίδουν σε μας έτσι έναν στεγνό από χυμούς λόγο, με μόνον τον φιλοσοφικό στοχασμό, που κι εκείνον δεν θα τον είχε ο ποιητής, αν δεν αφηνόταν (λάθρα έστω) στον βαθύ καημό που τον ταλάνιζε. Ας είναι. Υπάρχουν ευτυχώς τολμηροί γραφιάδες (πόσο τιμητική ακούγεται αυτή η ιδιότητα), που  όχι μόνον αναδύουν μέσα από τον στοχασμό του ποιητή την αισθαντική παρουσία του σιωπηλού έρωτα, αλλά και βάζουν με την άδεια τη λογοτεχνική τις απούσες ψηφίδες στην εικόνα του αληθινού Καβάφη.

Μία ώρα διαρκεί αυτός ο απογευματινός περίπατος από τα τελωνεία του Καράκιοϊ μέχρι την παραλία του Εμίνονου μέσω της γέφυρας του Γαλατά. Και ο νεαρός Καβάφης, μέσα από την πένα και τη φαντασία του Θωμά Κοροβίνη, θα φέρει στον νου εικόνες της παρελθούσης ιστορίας, Καίσαρες και Πατριάρχες, Αυτοκράτορες και Παδισάχ και άλλους πολλούς που έθεσαν το προσωπικό τους στίγμα πάνω στο πολύπαθο σώμα της Βασιλεύουσας. Έτσι γίνεται, όταν αγαπάς πολύ μια πόλη, πολύ περισσότερο όταν αυτή είναι η Πόλη και σου έρχονται στο μυαλό νοσταλγικές αναμνήσεις. Και δένει απολύτως η σκέψη στα παλαιά ιστορούμενα με το ερωτικό σκίρτημα, σαν αυτό να γύρευε το πλαίσιο για να ακουμπήσει, το έδαφος για να σταθεί.




Σ’ αυτό το μικρό αφήγημα, το επινοημένο καβαφικό απομνημόνευμα, αρκούν οι λίγες σελίδες για να περάσει μπροστά από τα μάτια μας ο Κωνσταντίνος  Καβάφης, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι αληθινά. Στην ατμόσφαιρα μέσα της αγαπημένης Πόλης, με όλα όσα τον καθόρισαν κατόπιν και τον διαμόρφωσαν σαν τον πιο χαμηλόφωνο ερωτικό ποιητή. Σιωπές, υγρά μάτια που επινοούν εικόνες ποθητές, αγγίγματα φευγαλέα και ανεπαίσθητα, ικανά να πυροδοτήσουν τις αισθήσεις, κι ας είναι μάταιη η προσπάθεια της επαφής. Ο ποιητής που αγαπάμε.

Και η γλώσσα, η καθαρεύουσα των πεζών καβαφικών κειμένων, σαν μια άσκηση γραφής του ποιητή, που περιγράφει εδώ το ερωτικό του σκίρτημα επιλέγοντας αυτήν ακριβώς την αποδιωγμένη σήμερα μορφή της ελληνικής. Και καταφέρνει έτσι να δείξει ο επινοητής αυτού του αναγνώσματος ότι η γλώσσα ακολουθεί τη μέσα αίσθηση, μεταμορφώνοντάς την σε λέξεις γεμάτες από πάθος, ασπαίρουσες από ένταση. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, τώρα του Καβάφη. Μια τριάδα αγίων μορφών και  αγιασμένων λέξεων της λογοτεχνίας μας, έτσι όπως ο Θωμάς Κοροβίνης με τα τρία σύντομα επινοημένα  αφηγήματά του (εδώ το τρίτο αναφερόμενο στον Καβάφη μετά από τα προηγηθέντα για τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό) μας σύστησε ξανά. Όπως δεν τους ξέραμε, όπως τους ήθελε η φαντασία μας, όπως μάλλον αληθινά θα ήταν.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/skirtima-erwtikon/)

Μαρία Λάτσαρη


Εν δυνάμει πραγματικότητα

εκδόσεις Μανδραγόρας







μια νοητή πραγματικότητα

Στην προμετωπίδα του βιβλίου μια φράση του C.S. Sherrington:
[…]ο νους σπάνια, ή μάλλον ποτέ, δεν αντιλαμβάνεται κάτι με απόλυτη αδιαφορία, δηλαδή χωρίς «συγκίνηση». Όλα συνδέονται με τα συναισθήματα.

Θα μπορούσε η ποίηση να ξεκινά με αυτή τη διαπίστωση. Ο νους, η λογική, ο κόσμος του συνειδητού. Και κάτω από την επιφάνεια η κινητήρια δύναμη, ο κόσμος των συναισθημάτων, απρόβλεπτος και αφανής όσο το τεράστιο σώμα ενός παγόβουνου που απειλεί να διαλύσει τα πάντα με ένα του άγγιγμα. Το υποσυνείδητο που αποβαίνει κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η ποίηση, η σιωπηλή κραυγή, ένας κόσμος υπαινιγμών και ενδείξεων, που αφήνει να υπονοήσουμε το απύθμενο βάθος, από όπου κινούν όλα για να φτάσουν στον λόγο. Ήδη η ποιήτρια έχει δώσει το στίγμα του δικού της λόγου. Και μας προκαλεί να εισχωρήσουμε σ’ αυτόν.
Χωρισμένη σε τρία μέρη η ποιητική συλλογή, με το πρώτο να φέρει τον τίτλο Συγγένειες. Συνδέσεις ανθρώπων, κάποιες φυσικές, κάποιες διαψευσμένες ακριβώς σ’ αυτό το αυτονόητο της φυσικής τους σχέσης, κάποιες άλλες πολύτιμες, ίσως γιατί δεν φέρουν φυσικούς δεσμούς, δεν ακουμπούν σε στέρεο έδαφος αλλά σε ένα τοπίο διαρκώς μεταλλασσόμενο. Δείγματα λόγου:

Ρωτώ την ποίηση / για το σχήμα της λύπης / την ιτιά μού δείχνει
σε μια φυσική σχέση εδώ το ποίημα με τη φύση, να μορφοποιεί το σχήμα του κατά τη δική της οπτική.

Και εδώ τα εξαιρετικά  Κλειστά παραθυρόφυλλα (το παραθέτω ολόκληρο):

Τράβηξε τον σιδερένιο γάντζο
που κρατούσε τα παντζούρια στον τοίχο
και τα έκλεισε
σα να κλείνει ντουλάπι
σα να κλείνει φέρετρο
σα να θάβει γονείς
στο μικρό δωμάτιο
χωρίς τύψεις
πατέρας μητέρα
θαμμένοι
ο κόσμος
απέραντος και ζωντανός
περιμένει
τον καλεί
να ζήσει
Μπαίνοντας
άκουσε τον πατέρα
«τόση ώρα
για δυο παραθυρόφυλλα»

Στο ποίημα αυτό πόσο εύκολα καταργούνται οι στενοί δεσμοί, πώς ξεκλειδώνει η πόρτα που φυλάγει το υποσυνείδητο, πώς αναδεικνύεται ο ποιητικός λόγος σε οπτική που ανατέμνει βαθιά τη ζωή!

Γιατί ξεκάθαρα η ποιήτρια θα δηλώσει:

Βυθίζομαι
σαν φίδι που κουβαλάει στη ράχη του
όλα τα αλλαγμένα πουκάμισα
μοτίβο ψαροκοκόκαλο

Τα πάντα γράφουν πάνω μας και μέσα μας, χωρίς να αποκόπτεται κανένα κομμάτι - τουλάχιστον οικειοθελώς.

Και οι εκλεκτές συγγένειες συναντώνται άραγε στα όνειρα, αυτά τα δηλωτικά του υποσυνειδήτου; Στο Ντιβάνι  θα ξαπλώσει ο Φρόυντ και θα σκεφθεί τη θεωρία των ονείρων. Ας μην έχουμε λοιπόν αυταπάτες:

Γέννημα δικό μας, εύρημα της προϊστορίας μας τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας. Δεν υπάρχουν ομοενύπνιοι, μόνο επισκέπτες σε ξένα όνειρα.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο Πρόσωπα του έρωτα, μας δίνει τις εκδοχές (οδυνηρές με κάποιο τρόπο όλες) ενός έρωτα άλλοτε αποδομημένου:

όσο πλησιάζω
δεν είσαι συ
αποδομείσαι
κηλίδες κόκκινες και μπλε
φιγούρα από πίνακα πουαντιγισμού

άλλοτε ματαιωμένος παρά τους όρκους:
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας

έτοιμος να ξαναμπεί στην αναζήτηση ενός

ξενιστή
να την αντέχει την αγάπη

Αναπόφευκτα το τρίτο μέρος δεν μπορεί παρά για Αποχωρισμούς να μιλάει, τραγικά απότοκα του έρωτα, όπως τον όρισαν η Καμίγ Κλοντέλ και η Μαρί Τερέζ, μνημονευόμενες και σε δύο ποιήματα (αλήθεια, πώς εξαγοράζει ο έρωτας το πάθος του;) ή αλλού όπως ακόμα αναπνέει

Πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου.

Αν αυτό βέβαια θεωρείται ζωή και αναπνοή. Η ποιήτρια πάλι με απόλυτη φυσικότητα θα πει:

Η αναζήτηση του άλλου μισού
του Έρωτα
Μάταιη

Τονίζοντας έτσι με το κεφαλαίο γράμμα την τραγική ματαιότητα της αναζήτησης. Η φυγή είναι πρόσκαιρη; Υπάρχει επιστροφή;
Σε κάποιο στίχο αυτό μοιάζει αδύνατο:

τώρα
στους τοίχους
κρέμονται γυμνά του Μοντιλιάνι
κι οι καθρέφτες δεμένοι με σκοινιά
πάνω σε φορτηγά
Φεύγουν

Πάλι με τονισμένο το φευγιό για να μη μείνουν αυταπάτες.
Ακόμα όμως κι όταν ο έρωτας απομακρύνεται, μπορείς να κρατήσεις κάτι δικό σου. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, άρα και των Αποχωρισμών, προτάσσεται ευφυώς αυτό του Δάντη:

Κοίτα τον Πάρη, τον Τριστάνο,
είναι ο έρωτας που τους έκανε να
αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτόν

Αναχώρησαν. Όμως τους διέσωσε η τέχνη. Αυτούς και το ερωτικό τους σκίρτημα, όσο κι αν η ζωή το ματαίωσε. Έτσι, στο κλείσιμο της συλλογής η ποιήτρια θα πει:

Χιόνι πέφτει απαλά
άσπιλο άχρονο
βάναυσα λευκό
σβήνει τις γραμμές
των κορμιών
ούτε ήχος ούτε φως
γλιστρά ανάμεσά μας
Τώρα για πάντα δική σου

Το ποίημα αποφάσισε να κρατήσει την αίσθηση, το άγγιγμα. Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικό, έτσι όπως οι στίχοι πλέοντας με τη δική τους δυναμική πολλαπλασιάζουν την εικόνα, την κρατημένη μέσα τους, σε όλες τις πιθανές αναγνώσεις. Η δύναμη της λογοτεχνίας. Άλλωστε, από τον τίτλο της συλλογής το έχει δηλώσει η ποιήτρια. Η εν δυνάμει πραγματικότητα. Αυτό που θα μπορούσε να είναι. Και ας μην είναι.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/en-dynamei-pragmatikotita-maria-latsari/)

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017




Μια συνομιλία απρόσμενη. Κλασική λογοτεχνία.
Και ο Machado de Assis υπέροχος.



Ο θόρυβος απ’ τις φωνές και τις άμαξες ξύπνησε έναν ζητιάνο που κοιμόταν στα σκαλιά της εκκλησίας. Ο κακομοίρης ανακάθισε, είδε περί τίνος επρόκειτο και ξάπλωσε πάλι· τώρα όμως είχε ξυπνήσει για τα καλά και, ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα μάτια ανοιχτά, κοιτούσε τον ουρανό. Ο ουρανός τον κοιτούσε κι εκείνος με την ίδια απάθεια, αλλά δεν είχε τις ρυτίδες του ζητιάνου ούτε τα ξεχαρβαλωμένα του παπούτσια ούτε φορούσε τα κουρέλια του· ήταν ένας ουρανός καθαρός, έναστρος, γαλήνιος, ολύμπιος, σαν εκείνον που είχε παρευρεθεί στους γάμους του Ιακώβ και στην αυτοκτονία της Λουκρητίας. Κοιτάζονταν οι δυο τους, σαν να ’παιζαν το ποιος θα γελάσει πρώτος· δύο μεγαλειότητες, αντίπαλες και ήρεμες, χωρίς αλαζονεία και ταπεινοφροσύνη, κι ήταν σαν να ’λεγε ο ζητιάνος στον ουρανό:

-  Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να μου πέσεις στο κεφάλι.


Κι ο ουρανός στον ζητιάνο:



-  Ούτε εσύ πρόκειται να σκαρφαλώσεις ως εδώ.

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα Κίνκας Μπόρμπα του Machado de Assis, Ρεαλιστική τριλογία, Gutenberg, σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα)

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017


Παραδίδονται Μαθήματα Ζωγραφικής Εντός του Καταστήματος

διήγημα της Κατερίνας Τζωρτζακάκη



   




Κάπου εκεί στον ύπνο του εκείνο το βράδυ ξετρύπωσε από σκέψεις τόσο μακρινές μια κοπέλα, που όταν ήταν φοιτητής είχε ερωτευτεί και δεν το είχε πει σε κανέναν. Εκείνος σύχναζε σε μια καφετέρια κοντά στο Πανεπιστήμιο, φορτωμένος κάθε φορά με βιβλία και σημειώσεις κι εκείνη δούλευε σε μια γκαλερί απέναντι και μερικές φορές ήταν καθισμένη στο μεγάλο σκαλί έξω και κάπνιζε με ένα βλέμμα που θύμιζε εύθραυστο κορίτσι από άλλη εποχή. Την κοιτούσε γεμάτος λαχτάρα ένα απόγευμα και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ήταν σαν να είχαν μιλήσει, σαν να είπαν πολλά μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός ή σαν να ξαναγεννήθηκε. Έκτοτε καταλάβαινε πως η κοπέλα κάπνιζε πιο συχνά έξω για να τον κοιτάζει ή άλλες φορές καθόταν σε συγκεκριμένο σημείο μέσα στη γκαλερί από όπου τα βλέμματά τους κλεφτά μπορούσαν πάλι να συναντιούνται για λίγο κι ύστερα τάχα να απομακρύνονται για να βρεθούν πάλι λίγο μετά κι ήταν όλοι αυτοί οι διάλογοι των ματιών ένας χείμαρρος μέσα στην καρδιά του. 

    Εκείνα τα χρόνια ήταν ένας πολύ επιμελής νέος, γεμάτος υποχρεώσεις, αφοσιωμένος στις σπουδές του στη Νομική, η περηφάνια των γονιών του και όλων των συγγενών, όμως συχνά τα βράδια ξυπνούσε ξαφνικά με ταχυπαλμίες κι ένιωθε πως ήθελε να τρέξει για κάπου μακριά. Η γκαλερί, στην οποία δούλευε η κοπέλα που χωρίς να γνωρίζει είχε αγαπήσει, ήταν ένας κόσμος που τον γοήτευε. Οι πίνακες ήταν γεμάτοι χρώματα έντονα ή μελαγχολικά, γεμάτοι εικόνες κατακερματισμένες σύγχρονες ή τοπία ρομαντικά, και συνεχώς κάτι του φώναζαν. Δεν μπορούσε να το ακούσει, όμως. Το ειδύλλιο με το άγνωστο κορίτσι τελείωσε άδοξα λίγο πριν το τέλος του τελευταίου εξαμήνου. Τυχαία έξω είδε ένα χαρτάκι ένα πρωί, που η γκαλερί ήταν κλειστή.
"ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ"
Όταν γύρισε στο διαμέρισμά του δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται. Κι αν η κοπέλα ήταν ζωγράφος; Αν εκείνη είχε χρωματίσει όλους αυτούς τους πίνακες; Αν εκείνη δίδασκε ζωγραφική; Πέρασε ένα σαββατοκύριακο σχεδόν αποφασισμένος να μη δώσει τα δύο τελευταία μαθήματα που χρωστούσε και να αλλάξει ζωή, να γίνει ζωγράφος δίπλα στην όμορφη άγνωστη, να ταξιδέψει μαζί της στον κόσμο και αποτυπώσει σε πίνακες την ομορφιά του, να τη ζωγραφίσει κι εκείνη γυμνή και ντυμένη και να κάνει μαζί της πολλά παιδιά, που θα ζωγράφιζαν κι αυτά και θα έγραφαν και θα τραγουδούσαν. Δεν ήθελε να γίνει δικηγόρος. Τελικά τελείωσε τις σπουδές του με άριστα, έγινε δικαστικός και παντρεύτηκε μια δικηγόρο και τα παιδιά τους σπούδασαν Νομική και Ιατρική, έγιναν κι εκείνα άνθρωποι επιμελείς και γεμάτοι υποχρεώσεις και μερικές φορές έβλεπε στα μάτια τους τα δικά του σύννεφα μα γρήγορα άλλαζε σκέψη για να μην στενοχωριέται, για να μην θυμάται, για να μην νιώθει. Την κοπέλα από τη γκαλερί φυσικά την είχε ξεχάσει εντελώς για δεκαετίες μέχρι που εκείνο το βράδυ την είδε στο όνειρό του.

    Ήταν νέος στο όνειρό του, νέος και αποφασισμένος να τη συναντήσει. Είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και θα πήγαινε στο κατάστημα για να τη γνωρίσει, για να του μάθει εκείνη να ζωγραφίζει, για να τη φιλήσει, για να φύγουν μετά μαζί και να πάνε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και να μείνουν εκεί για μέρες κάτω από τα σκεπάσματα πίνοντας κρασί. Ήταν νέος και η καρδιά του τρεμόπαιζε, ένιωθε ανησυχία και ενθουσιασμό, άγχος και αγαλλίαση, ένιωθε έρωτα, ένιωθε πως επιτέλους ζούσε. Έφτασε στη γκαλερί και ανέβηκε το μεγάλο σκαλί, εκείνο το σκαλί στο οποίο τόσες φορές είχε καθίσει αυτό το πλάσμα που λάτρευε. Η πόρτα ήταν κλειστή και πήγε να την ανοίξει. Μα όταν άκουσε το τρίξιμό της, ένιωσε κάποιον να τον σκουντάει και ξαφνικά πετάχτηκε. Βρέθηκε σε μπλε πιτζάμες κι ένα σώμα μεσήλικα με μια κοιλιά που προεξείχε, σε ένα τεράστιο πολυτελές κρεβάτι με τη γυναίκα του δίπλα του, που φορούσε ακριβό νυχτικό μα είχε στρυφνό βλέμμα και τον σκουντούσε με τόση δύναμη που το όνειρο διαλύθηκε, διαλύθηκε η πόρτα και το σκαλί και η γκαλερί και εκείνος ο έρωτας και η ελπίδα πως επιτέλους κάτι θα ζούσε.

     "Σήκω, το δικαστήριο σου είναι σε δυο ώρες κι έχω κι εγώ δικαστήριο και έχω αργήσει. Σήκω, τι έπαθες;"

Ξαφνικά ένιωσε πως δεν ήταν εκείνος αυτός ο δικαστής, που σε δυο ώρες κάποιος αθώος ή ένοχος θα κοίταζε με τρόμο. Πως δεν ήταν ο άντρας ο ευυπόληπτος, ο επιτυχημένος, που οι περισσότεροι ζήλευαν για την οικονομική άνεσή που είχε. Πως δεν ήταν ο καλός πατέρας που στεκόταν πάντα δίπλα στα παιδιά του και τα ενθάρρυνε να γίνουν σωστοί άνθρωποι και τυπικοί και υπεύθυνοι, όπως εκείνος. Πως δεν ήταν ο καλός σύζυγος που δεν ξεχνούσε ποτέ γενέθλια ή επετείους και δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του, ούτε κακομεταχειριζόταν τη γυναίκα του ποτέ, ούτε όταν τον εκνεύριζε ακόμη και για λόγο απλό της το έλεγε.

    Μα τώρα ξαφνικά ήταν ένας άλλος, ένας όμορφος νέος που λαχταρούσε να ζωγραφίσει και να κάνει έρωτα, και ξύπνησε σε ένα σώμα γερασμένο και μισούσε αυτή τη γυναίκα δίπλα του με την βραχνιασμένη από τον ύπνο φωνή που τον σκουντούσε, μισούσε το πολυτελές κρεβάτι και το όμορφα το διακοσμημένο υπνοδωμάτιο, τα βαριά έπιπλα στο σαλόνι, τη γεμάτη λουλούδια βεράντα και την όμορφη γειτονιά με τα ακριβά αυτοκίνητα. "Τι έχεις; Νιώθεις καλά;", του έλεγε η γυναίκα του και συνέχιζε να τον σκουντάει κι εκείνος έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε για λίγο πως πέθαινε. 

    "Ξύπνα, αγάπη μου, θα αργήσουμε, ξύπνα επιτέλους...", ακουγόταν η βραχνιασμένη φωνή και εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Ανεκπλήρωτο πατώντας ελαφρά για να μην το ακούσουν έτρεξε  να κρυφτεί πίσω από την τεράστια βιβλιοθήκη, για να μην τον ταράζει άλλο, να μην του προκαλεί δυστυχία. Για να τον αφήσει απλώς να ζήσει τη ζωή που εκείνος ο ίδιος είχε μάλλον συνειδητά επιλέξει.


Κατερίνα Τζωρτζακάκη

(ο πίνακας της Νίκης Ελευθεριάδη)





Καίτη Κουμανίδου

Αμφίδρομος καθρέφτης

Εκδόσεις ΑΩ






Κάποιες σκέψεις με αφορμή την ποίηση

της Καίτης Κουμανίδου







[…]

Περασμένα μεσάνυχτα

πόσο απέχουν τα όνειρα

από την αλήθεια



Να τα θωπεύω δεν έμαθα ακόμα

χωρίς να με ξυπνάνε



Η ποίηση της Καίτης Κουμανίδου θα μπορούσε να συνοψισθεί στο νόημα των παραπάνω στίχων. Ο κόσμος των ονείρων, η παντοδυναμία του υποσυνειδήτου, αλλά και η πραγματικότητα που απέχει από το επιθυμητό περιεχόμενο, αυτό το διαφορετικό περιβάλλον στο οποίο μέσα ζούμε εν ύπνω.



Όποιος επί πολλά χρόνια ασχολείται με την ποίηση έχει μάθει να θεωρεί αξιόλογους τους στίχους που γεννούν ερωτήματα, αυτούς που σε ωθούν να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις λέξεις ανάμεσα στις δικές τους. Έτσι κι εδώ, στη συλλογή ποιημάτων Αμφίδρομος Καθρέφτης, θαρρώ πως ακόμα και ο τίτλος προκαλεί σε έναν διάλογο με την ποιήτρια. Μια αμφίδρομη ποίηση, με τις δύο πλευρές της, τις δύο οπτικές της, από τη μια αυτή της ποιήτριας αλλά και από την άλλη τη δικαιωματικά αναδυόμενη, αυτή του αναγνώστη.



Τα όνειρα είναι κυρίαρχα στους στίχους της Κουμανίδου, είτε ως πόθοι επιδιωκόμενοι (αλλά συχνά ανεκπλήρωτοι) είτε ως εικόνες του υποσυνειδήτου (εύγλωττες πολύ) που έρχονται στον ύπνο για να ξαφνιάσουν με την αλήθεια τους. Και στις δύο περιπτώσεις ο άυλος χαρακτήρας τους μπορεί να παρασύρει το ποίημα σε έναν λυρισμό, που όμως δεν εισχωρεί ως το κέντρο των πραγμάτων. Για παράδειγμα, στο ποίημα Όνειρο ήταν οι στίχοι καταλήγουν:



Μονάχα

μονάχα περιμένω λόγια μυστικά

με τον άνεμο να μου στείλεις



Έρωτας ήσουν θαρρώ

ή

όνειρο του ανέμου





Και στο ποίημα Προσμονή θα αναρωτηθεί:



Θα συναντηθούμε τάχα

ακέραιοι κι άφωνοι

στου ύπνου τις καμάρες



Ο έρωτας όμως δεν είναι άυλος· γήινο είναι το σώμα του, υλικά τα αγγίγματά του. Και η ποιήτρια το γνωρίζει αυτό, όταν γράφει στο ποίημα Ο Ταξιδευτής:



Έφυγε ο ταξιδευτής

πίσω δε θα ’ρθει

πικρό το ψωμί στο τραπέζι





Κάθε φορά που η ποίησή της αναγνωρίζει την αξία των υλικών υποστάσεων και απομακρύνεται από τη δουλεία των άυλων λέξεων, αποκτά δύναμη ο λόγος της και οι στίχοι γίνονται αξιομνημόνευτοι και σημαντικοί. Ανέφερα τώρα δα τη λέξη δουλεία, και πρέπει να εξηγήσω τι εννοώ. Μια παρεξήγηση είναι γύρω από τον απαραίτητο τάχα ρομαντικό και λυρικό χαρακτήρα που θα έπρεπε να έχει ο λόγος προκειμένου να θεωρηθεί ποιητικός. Φυσικά δεν ισχύει. Η ποίηση είναι αυθόρμητη δημιουργία, έξω από ασφυκτικούς κανόνες. Ίσως ο μόνος κανόνας (αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος), που αν δεν τον ακολουθεί αυτομάτως μεταπίπτει σε άλλο είδος, είναι η τήρηση του ρυθμού. Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός, που γίνεται αντιληπτός σαν διαβάσουμε δυνατά ένα ποίημα, είναι που συγκρατεί τις λέξεις μεταξύ τους και τους δίνει τον ποιητικό ήχο. Έτσι, ακόμα και με τις πιο ρεαλιστικές λέξεις (ψωμί, πικρό, τραπέζι), όπως βλέπουμε παραπάνω, γράφεται ποίημα ικανό να φέρει τη γνήσια συγκίνηση. Όταν η καρδιά του ποιήματος, το νόημα, κινητοποιεί τον αναγνώστη να συμπορευθεί, να συν – κινηθεί (ετυμολογικά ενδιαφέρουσα η λέξη συγκινούμαι), τότε το κλάμα των λέξεων περιττεύει. Ο λυγμός είναι και αυτός εσωτερικός, άρα και ειλικρινής.

 

Άλλωστε η ποίηση ποτέ δεν ακούμπησε τη χαρά των ανθρώπων, ποτέ δεν περπάτησε στις μεγάλες φωτισμένες λεωφόρους. Αναζητά πάντοτε τις μικρές ατραπούς, τα στενά περάσματα που οδηγούν κατ’ ευθείαν στον μέσα τόπο. Όπως εδώ:



[…]

Πέρα μακριά

επιθυμίες που κόλλησαν στη λάσπη

Πέρα μακριά

αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό

Πέρα μακριά

η βροχή που άρχισε να πέφτει

η καρδιά που χτυπά

Πέρα μακριά

βράδιασε



Πάμε στο σπίτι ν’ ανάψουμε το φως



(Πέρα μακριά)





Όταν η ποίηση της Κουμανίδου χρησιμοποιεί το υλικό σώμα των λέξεων, ο στίχος της χωρίς χαρούμενες αναλαμπές (που μοιάζουν πλέον αταίριαστες) δίνει όλο του το βάρος, όλο του το μέγεθος. Τότε μιλά καλύτερα η σιωπή των στίχων. Μα, όπως θα πει και η ίδια, αυτή η σιωπή είναι διαφορετική:



Ετούτη την άγρια σιωπή

κανείς δεν την αντέχει



(από τη Δοκιμασία της σιωπής)





Σωστά. Μια που η σιωπή των μετρημένων στίχων είναι πολύ πιο εκκωφαντική, άρα και πιο άγρια, από τον κούφιο εντυπωσιασμό που δίνουν οι ηχηρές και ανούσιες λέξεις.



Παρατηρώ το εξώφυλλο του βιβλίου και τις ζωγραφιές (όλες της ποιήτριας που είναι και ζωγράφος) και βλέπω ξανά τους δύο διαφορετικούς δρόμους που επιλέγει για να εκφραστεί, εικαστικά εδώ. Γήινα χρώματα και τετράγωνες φόρμες στην εικόνα του εξωφύλλου (που κοσμεί και το ποίημα της σελίδας 32). Στα υπόλοιπα έργα περισσότερο εντυπωσιακές εικόνες, σε μια πιο φλύαρη εικαστική γραφή. Δύο διαδρομές κι εδώ. Μα, όπως συμβαίνει με τους αμφίδρομους καθρέφτες, μόνο η μία όψη είναι αυτό που δηλώνει η λέξη. Με αφορμή αυτό το τελευταίο, έρχομαι στο ποίημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Και αποσπώ ένα κομμάτι που με σαφήνεια νομίζω τοποθετεί τα όρια του αληθινού. Και στη ζωή και στην ποίηση αναπόφευκτα:



Υπάρχει ένας ίσκιος

να καθίσει ο άνθρωπος

να ξαποστάσει

να σκεφθεί

ν’ αποδεχθεί τη μοναξιά του

να κόψει τον γόρδιο δεσμό

του συμπαντικού πεπρωμένου

να δεχθεί τη μεγάλη αλήθεια

να φιλιώσει με το τέλος;



Εδώ η ποιήτρια αποκαλύπτει το βάθος στο οποίο μπορεί να οδηγήσει την ποίησή της αποσείοντας όλο το βάρος των περιττών καλλωπισμών των λέξεων. Η τραγικότητα του ερωτήματος που θέτει, καθόσον δεν μπορεί να απαντηθεί, η τοποθέτηση του ελάχιστου ανθρώπινου μεγέθους μέσα στο σύμπαν που αγνοεί (ηθελημένα ή όχι) την ύπαρξή του, αυτή η παράλογη συνύπαρξη έτσι διατυπωμένη σε στίχο αξίζει και αρκεί από μόνη της για να πούμε ότι η Κουμανίδου είναι ποιήτρια. Μια ποιήτρια που δεν έχει καμία απολύτως χρεία ρομαντικών παρεμβάσεων στον στίχο της ούτε καμία απολύτως υποστήριξη από πρόσθετα  στολίσματα στις λέξεις της και ομιχλώδη ονειρικά φεγγάρια. Όλη η αλήθεια και η δύναμη των στίχων ακουμπά στην απλότητα της έκφρασης.



Διώνη Δημητριάδου
η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Book tour Μια κριτική προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Αμφίδρομος καθρέφτης» της Καίτης Κουμανίδου από τις εκδόσεις ΑΩ

Διαβάστε περισσότερα:
http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-stin-poiitiki-syllogi-amfidromos-kathreftis-tis-kaitis-koymanidoy-apo-tis-ekdoseis-ao/