Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017


το ξόδεμα




να ξεχυνόμουν θα ’θελα

πάνω από τα πράγματα όλα

τα άφθαρτα για μια φορά να αγγίξω

μα όσο το ξέρω πως μπορετό αυτό δεν είναι

σκορπιέμαι εδώ κι εκεί

στα υλικά πατώντας

ξοδεύοντας όσα έχω μέσα μου

σ’ αξόδευτους ανθρώπους

Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017


αυγουστιάτικο



    Μα, δεν είναι όλα τα φεγγάρια ίδια.


Καθώς αντιφεγγίζει μέσα σου η μορφή τους

δείχνοντας σαν σε καθρέφτη το ένα πρόσωπο

και ασημίζει μια πέτρινη πεζούλα

σε ανοιχτό θαλασσινό τοπίο.

Τότε σαν να ξεκαθαρίζει ο μέσα κόσμος

κι έρχονται φίλοι από παλιά να συναριθμηθούν,

με ξεχασμένα λόγια πεσκέσι αυγουστιάτικο

για ένα ποτήρι σπίρτο δυνατό

και ξεκινά μοναχικό το γλεντοκόπι.

Αθάνατη ελληνική εικόνα

σπαρμένη μάγια.


Απ’ όλα τα φεγγάρια ετούτα αγαπώ.



Διώνη Δημητριάδου
(φωτογραφία: Gideon Knight)






Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017


Από το ημερολόγιο «εν πλώ»
με πίνακες του Χρήστου Κεχαγιόγλου
και 12 ποιήματα του Σωτήρη Κακίση
ο Αύγουστος






Δύο ποιήματα
από τη συλλογή
«Χάρτης ναυαγίων»
της Έφης Καλογεροπούλου
εκδόσεις Μετρονόμος σειρά Ποιείν
Η συλλογή είναι δίγλωσση
Μετάφραση στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα





Σφάλμα τυχαίας διαδρομής



Είμαστε η χαμένη δυνατότητα

οι λέξεις που δε γίναμε

τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας

ξημερώματα

οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες

χειρονομίες τους

οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου

το παράθυρο



Είμαστε το λίγο

του χρόνου το ελάχιστο



Το ολομόναχο του κόσμου

είμαστε

η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου





Error of accidental route



We are the lost possibility

the words we never were

the children falling from our dreams

at dawn

roads blind alleys and their endless

gestures

the vacant seats next to the train’s

window



We are the least

the minimum of time



The world’s aloneness

we are

the dust of slain time





Αθέατη όψη



Να θυμηθώ το πρόσωπό σου θέλω

στον εξόριστο των ανθρώπων τόπο

σε εγκατάλειψη που μυρίζει θειάφι

άσκοπη κίνηση να κάνω

σε ζώνη απαγορευμένη

εκεί που η ανθρώπινη αγέλη εκπνέει

ζωή σε εκκρεμότητα

γιατί ο θάνατος είναι σύμπτωμα ζωής

κι οι ζωντανοί αγέννητοι νεκροί

που παίζουν ζάρια

τζογάροντας τα πρόσωπά τους






Invisible view



I want to remember your face

in the country of exiles

in abandonment smelling of Sulphur

to make an aimless move

in a prohibited area

where the human herb exhales

life in abeyance

for death is a symptom of life

and the living unborn dead

playing dice

staking their faces





(ποίηση: Έφη Καλογεροπούλου, μετάφραση: Γιάννης Γκούμας)


(οι φωτογραφίες των τοπίων είναι του Richter Christian)

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017


Αέρας καβαλάρης

διήγημα

της Εύας Μ. Μαθιουδάκη

από τα «Μικρά πείσματα»

εκδόσεις Το ροδακιό




Καθόταν κουλουριασμένος πάνω στο μαρμάρινο σκαλί. Η παλιά αστική πολυκατοικία ακατοίκητη, με δυο τάβλες χιαστί να κλείνουν την κεντρική είσοδο. Το μαρτύριο του Αγίου Αντρέα, αλλά αυτός καθόταν από κάτω αδιαμαρτύρητα.

Γιορτές, κόσμος πολύς, κρύο και βουητό.



Οι ηλικιωμένοι αναζητούσαν τη χειραψία, σαν τους φαροφύλακες και τους φαντάρους που παν στον κουρέα για να νιώσουν ένα χέρι, να νιώσουν ζωντανοί. Οι επαίτες, πάλι, τη ματιά μας. Σκέτος ο οβολός βροντοκοπά ντροπή – περνάς και δεν κοιτάς.

Αυτά όμως τα δυο παιδιά, έξι και οκτώ χρονών θα ’ταν δε θα ’ταν, στάθηκαν εκείνο το βράδυ μπροστά στο μικρόσωμο κουλουριασμένο Αφγανό, στη θολούρα της γιορτής, καρδιά του κέντρου.

«Εδώ θα κοιμηθείς;»

«Όχι, αλλού… »

Το «αλλού» το ’πε αλλοιωμένο, συρτά και χαμηλά.

«Πάνω στο άλογο;» ρώτησαν. «Έχεις άλογο;» και γέλασαν χαρούμενα.

Πρόλαβε η μάνα η κλώσα να τα τραβήξει μακριά και πήγαν παρακάτω…

Μείναμε μόνοι εμείς να κοιτάζουμε το άλογο και τον αέρα καβαλάρη… Προσπέρασα ύστερα κι εγώ με το κεφάλι χαμηλά και παρωπίδες.



Εύα Μ. Μαθιουδάκη

(Μικρά πείσματα, εκδόσεις Το ροδακιό)









Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017


Δύο ποιήματα
από τη συλλογή της Έλσας Κορνέτη
«Αγγελόπτερα»
  εκδόσεις Μελάνι




Η Πηνελόπη στη σκόνη της



Έξοδος διαφυγής Ι



Άσε τον χρόνο σε κόκκους να στοιβάζεται – είναι ο μόνος τρόπος να τον κάνεις χειροπιαστό – να τον αγγίξεις – μην τον καθαρίζεις – μην τον πετάς – προσπάθησε απλώς να τον καταλάβεις – για να κυλίσει ο χρόνος θέλει συμμετοχή – αμέτοχη άμα σε βρει θα σε αγνοήσει – Ματαίωσε την πίκρα της προσμονής – Οργάνωσε την  εκτυφλωτική απόδρασή σου –



Άσε την κεντημένη σκόνη να σε ανεβάσει στον πέπλο της να

γίνει το ιπτάμενο υφαντό που θα σε ταξιδέψει



Άσε τους υπολογισμούς, τις αξίες, τις αποστάσεις

παραδώσου στο χάος

που δεν έχει καμία ερώτηση

που δεν δίνει καμία απάντηση



Έξοδος διαφυγής ΙΙ




Απεγνωσμένα ψάχνει να κρυφτεί

από μάτια λαίμαργα

που με μικρές μπουκιές

την τρώνε

Επειγόντως θέλει να εξαφανιστεί

Απ’ την ευθύνη της φήμης

να γλιτώσει

Βουτά και μπλέκεται με ορμή

στα τεντωμένα νήματα

του έμπιστου αργαλειού της

Με τη σαΐτα της

κλωθογυρνά

Κουκούλι σφιχτό

στο σώμα της

υφαίνει

Μες στην καρδιά

ενός πέπλου νυφικού

η μνήμη της αλαφραίνει

γιατί τα βάσανα της υπομονής

τα γράφει τώρα το στημόνι

σε αναπαράσταση ζωής πικρής

το μόνο της πίστης αποδεικτικό

πως η ίδια κάποτε

σύζυγος υποδειγματική υπήρξε



Τώρα ποιος θα της εξαργυρώσει την αναμονή;

Γιατί το τίμημα μιας υπερβολής

οι γυναίκες του μέλλοντος

να πληρώσουν;



Κανένα στο παλάτι δεν κατάλαβε

πώς βγήκε η Πηνελόπη

Με τόσους άγρυπνους φρουρούς

κι όλα τ’ ανοίγματα κλεισμένα

Κανένας δεν πρόσεξε

την ύφανση

της διαφυγής

στον μύθο





Η ομηρία του μύθου



Κλεισμένοι στη σπηλιά

έπρεπε ν’ αποφασίσουν

ποιος απ’ όλους είναι

ο αληθινός Ποιητής

κι ενώ άρχισαν με αβρότητα να ξεμαλλιάζονται

κι έπειτα με ευγένεια να χτυπιούνται



-         Εγώ είμαι ο Ποιητής

-         Όχι εγώ είμαι ο Ποιητής

-         Εγώ είμαι σας λέω



ο Κύκλωπας με το ηχηρό του μάτι

επέστρεψε στη σπηλιά κι έφραξε την είσοδο

κυλώντας έναν βράχο γνωστό

κι αφού έφαγε τους διοργανωτές, τους μουσικούς

κι άλλους περιφερόμενους κι έδειχνε ακόμα

πεινασμένος ρώτησε τους αναμαλλιασμένους:





Λοιπόν, ποιος από εσας είναι ο Ποιητής;

 κι όλοι μαζί τού απάντησαν:

 Κανένας!



Έλσα Κορνέτη

Υπόθεση Λέβενγουορθ

της Anna Katharine Green

εκδόσεις Gutenberg (σειρά Μυστήριο)

μετάφραση – εισαγωγή: Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος






Να, δες. Κοίτα πρώτα τούτη την εικόνα κι ύστερα αυτή.

Άμλετ



Στην αρχή του κάθε κεφαλαίου υποδέχεται τον αναγνώστη ένα μικρό παράθεμα, συνήθως από τον Σαίξπηρ, καθοδηγώντας τον στην αναγνωστική του πρόσληψη ή προϊδεάζοντάς τον υπαινικτικά για την πορεία της πλοκής. Το παραπάνω απόσπασμα από τον Άμλετ θα μπορούσε, ωστόσο,  να αφορά όλο το μυθιστόρημα, έτσι που φαίνεται να σε βοηθά να στρέψεις το βλέμμα σου σε κάθε μια εικόνα, όπως αυτές σταδιακά θα σου αποκαλύπτονται. Γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα απαιτεί την παρατηρητικότητα του αναγνώστη, παράλληλα προκαλεί αλλά και επιβραβεύει την οξυδέρκειά του, όταν κατορθώνει να υποψιαστεί τις αποκαλύψεις του συγγραφέα. Και εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τόσο καλά δουλεμένο κείμενο, που οδηγεί στη λύση του μυστηρίου κινητοποιώντας ταυτόχρονα δημιουργικά τη σκέψη του αναγνώστη.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1878, λίγα χρόνια πριν την εμφάνιση του Σέρλοκ Χολμς, έκανε τεράστια εκδοτική επιτυχία και καθιέρωσε την Άννα Κάθριν Γκριν ως μητέρα του αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Η Αγκάθα Κρίστι επηρεάστηκε από την Γκριν στη δική της εκδοχή της αστυνομικής λογοτεχνίας  ως προς τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του  βασικού της ήρωα Ηρακλή Πουαρό αλλά και ως προς την ανάπλαση της ιστορίας από αυτόν στο τέλος του βιβλίου – κάτι που ξεκίνησε φυσικά από τον Πόε και συνεχίστηκε και καθιερώθηκε ως τεχνική από την Γκριν. Η πολύ ξεχωριστή όμως προσφορά της γενικά στην υπόθεση της αστυνομικής λογοτεχνίας (και η βασική της διαφορά, κατά τη γνώμη μου, από την Αγκάθα Κρίστι) εντοπίζεται ακριβώς σ’ αυτό, ότι δηλαδή η γραφή της Γκριν συνιστά αδιαμφισβήτητα λογοτεχνία και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Δεν αρκείται στη δράση, στο μυστήριο και στην ανατροπή της πλοκής, στοιχεία που ελκύουν το κοινό των αστυνομικών βιβλίων αφήνοντας συχνά στην άκρη την ποιότητα του λόγου, την ουσιαστική τέχνη της γραφής. Η Γκριν πλάθει χαρακτήρες, καταδύεται στον ψυχικό τους κόσμο, τοποθετεί στο στόμα των ηρώων της σκέψεις ενδιαφέρουσες, προσφέρει με δυο λόγια μια λογοτεχνική γραφή ιδιαίτερα αξιόλογη.

Όλη η υπόθεση στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα αφορά την οικογένεια Λέβενγουορθ και η πλοκή περικλείεται στους τοίχους του σπιτιού του κυρίου Λέβενγουορθ, μέσα στο οποίο ο ίδιος θα βρεθεί δολοφονημένος, στο δωμάτιο της Βιβλιοθήκης του, με την πόρτα κλειδωμένη από μέσα και με τη γνώμη όλων των ενοίκων να συμπίπτει στο γεγονός ότι κανείς ούτε ήρθε στο σπίτι αλλά ούτε και έφυγε από αυτό, με τις κλειδαριές ανέγγιχτες.  Μυστήριο, ωστόσο, παραμένει πού μπορεί να πήγε η καμαριέρα Χάνα, και κυρίως πότε και πώς.

Η Γκριν πλάθει με λεπτομέρειες (όχι τόσο εξωτερικές όπως η Αγκάθα Κρίστι αλλά κυρίως εσωτερικές) τον χαρακτήρα των προσώπων, ώστε να αναδεικνύονται σε πλήρεις προσωπικότητες. Εστιάζει στις δύο γυναίκες, τις ανιψιές του Λέβενγουορθ, την Ελεάνορ και τη Μαίρη, που ζουν υπό την προστασία του θείου τους, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται από τη μία στην άλλη, όπως εξελίσσεται η πλοκή και νέες αποκαλύψεις έρχονται στο φως. Σημαντικό πρόσωπο είναι και ο Χάργουελ, ο ιδιαίτερος γραμματέας του Λέβενγουορθ, ο οποίος με πολύ μεγάλη προσοχή θα σκιαγραφηθεί από τη συγγραφέα, ώστε και να αποκαλύπτει αλλά και να αποκρύπτει στοιχεία για την υπόθεση με τα λόγια του και με τις πράξεις του. Όπως επίσης και ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος Ρέιμοντ, ο οποίος θα αναλάβει να εξιχνιάσει κομμάτια της υπόθεσης, έχοντας παράλληλα τον ρόλο του αφηγητή της ιστορίας.  Αλλά και τα δευτερεύοντα πρόσωπα πλάθονται έτσι που να μπορείς να τους δεις μπροστά σου με το βάρος που το  καθένα έχει στην ιστορία. Άλλα πιο κοντά στα κεντρικά πρόσωπα και άλλα πιο απομακρυσμένα δημιουργώντας μια σειρά από ομόκεντρους κύκλους.

Δεν μπορείς παρά να μείνεις περισσότερο στη φυσιογνωμία του ήρωα της Γκριν (με δεδομένο ότι ο ήρωας στα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι ο ντετέκτιβ που θα οδηγήσει την ιστορία στη λύση της, το αίνιγμα στην αποκρυπτογράφησή του). Εδώ η Γκριν παρουσιάζει τον ντετέκτιβ  Εμπενέζερ Γκράις, έναν τύπο ιδιόρρυθμο, που -σε αντίθεση με άλλους ανάλογους χαρακτήρες αστυνομικών βιβλίων- μπορεί να περάσει και απαρατήρητος, να μείνει στη σκιά των γεγονότων μέχρι τη στιγμή που θα πάρει στα χέρια του το νήμα για να μας οδηγήσει έξω από τον λαβύρινθο του μυστηρίου.



Κι εδώ επιτρέψτε μου να σας πω ότι ο κύριος Γκράις, ο ντετέκτιβ, δεν ήταν ο λεπτός και νευρώδης άντρας με το διαπεραστικό βλέμμα που μοιάζει να εισβάλλει στον πυρήνα της ύπαρξής σου και να παραβιάζει στη στιγμή το κρυμμένο μυστικό της, που από την αρχή δεν σου άφηνε καμιά αμφιβολία πως θα ανακαλύψει. Ο κύριος Γκράις ήταν ένας εύσωμος και ήρεμος άνθρωπος, μ’ ένα βλέμμα που όχι μόνο δεν σου επιτίθεται αλλά ούτε καν στέκεται πάνω σου. Αν σταματά κάπου, είναι πάντα σε κανένα ασήμαντο αντικείμενο μέσα στο οπτικό του πεδίο, ένα βάζο, ένα μελανοδοχείο, ένα βιβλίο ή κουμπί. Αυτά τα αντικείμενα έδειχνε να τα εμπιστεύεται και να τα καθιστά χώρους διαφύλαξης των συμπερασμάτων του, αλλά εσένα… εσύ θα μπορούσες να ήσουν το καμπαναριό της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, παρά τη σχέση που νομίζεις πως έχεις με τον ίδιο ή με τις σκέψεις του.



Ο Γκράις μαζί με τον Ρέιμοντ θα αναλάβουν να ρίξουν φως στην υπόθεση, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι στην πραγματικότητα συνεργάζονται, όπως λανθασμένα θα θεωρήσει ο Ρέιμοντ. Ο Γκράις θα κρατήσει για τον εαυτό του τα «κλειδιά» της ιστορίας, για να τα φανερώσει στο τέλος μπροστά στους έκπληκτους παρευρισκόμενους. Είναι από την αρχή ως το τέλος μια σκιά πίσω από τους άλλους, μια ανώτερη σκέψη που όλα τα διευθύνει. Ένας χαρακτήρας που δεν ξεχνιέται εύκολα.


Κυρίως, όμως, δεν ξεχνάς  το πώς γράφονται όλα αυτά. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις, για παράδειγμα, τον τρόπο που η Γκριν μεταπηδά από τη λεπτομερή περιγραφή ενός δωματίου (βλέπεις ακόμα και τη λάμψη του μπρούτζου και την αναλαμπή του μαρμάρου) στην περιγραφή των προσώπων για να τα ενσωματώσει στο επιβλητικό σκηνικό σαν να ήταν και αυτά αντικείμενα του χώρου. Σελίδες υψηλής λογοτεχνίας και ως γραφή αλλά και ως σύλληψη. Ή αλλού θαυμάζεις τον τρόπο που παρουσιάζει για πρώτη φορά  τις δύο ανιψιές, πρώτα ως ήχο και μετά ως εικόνα, η οποία ανατρέπει την αρχική απατηλή αίσθηση που σου έδωσε η φωνή. Ή πάλι, δεν είναι αυθεντικός, εξαίσιος λόγος αυτός εδώ, που εκφέρεται με την αθωότητα απλώς μιας παρατήρησης ή μιας απορίας, διεκδικεί όμως τη θέση του στις καλύτερες σελίδες της λογοτεχνίας;

[…]ίσως να γνωρίζετε τι σημαίνει να οσμίζεσαι τον κίνδυνο πριν τον δεις, να αισθάνεσαι επιρροές ν’ ασκούνται γύρω σου κι όμως ν’ αγνοείς τι είναι αυτό που σ’ επηρεάζει τόσο δυνατά έως τη στιγμή που κάποιο τυχαίο γεγονός σού αποκαλύπτει  ότι ένας εχθρός βρίσκεται δίπλα σου, ένας φίλος πέρασε έξω από το παράθυρο σου ή η σκιά του θανάτου διέσχισε το βιβλίο σου την ώρα που διάβαζες ή έσμιξε με την ανάσα σου ενώ κοιμόσουν;



Η Γκριν, αν δεν επέλεγε το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας  (που έχει αρκετούς πολέμιους και αμφισβητίες ως λογοτεχνικό είδος) θα είχε βρει αναμφίβολα τη θέση της στην αμερικανική αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία ως αριστοτέχνις της γραφής δίπλα στους μεγάλους του είδους. Μας δίνεται τώρα η ευκαιρία μέσα από τη νέα σειρά «Μυστήριο» των εκδόσεων Gutenberg να απολαύσουμε το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα για πρώτη φορά μεταφρασμένο στα ελληνικά σε μια ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση, σε μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου, ο οποίος παραθέτει και τη σύντομη αλλά κατατοπιστική εισαγωγή. Ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, με ψυχογραφική εμβάθυνση, με το μυστήριο που δικαιολογεί το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετεί, και μια πλοκή τέλεια ρυθμισμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια. Γιατί όπως σοφά υπαινίσσεται στην αρχή ενός κεφαλαίου η συγγραφέας με το απόσπασμα από τον Οθέλλο, εδώ βρίσκεται η ουσία μιας ιστορίας μυστηρίου:

Κάνε με να το δω· ή καν απόδειξέ μου το έτσι

Που να μην έχει κλείδωση ή θηλιά η απόδειξη

Για να πιαστεί η υποψία.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/green-annakatharine-gutenberg-upothesi-lebengouorth)