Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017


Άσπρο-μαύρο
του Νίκου Νασόπουλου






Σε φόντο γκρίζο

έβλεπες

τις μέρες

άσπρες-μαύρες...

με μοναχά

τις αλλαγές

στων φύλλων

τις αιχμές,

αυτές

χρώματα είχανε,

τις εποχές,

ν' αλλάζουν,

μα ο χρόνος

ήταν άχρονος,

τι σήμερα,

τι χθες.....





Νίκος Νασόπουλος 




Μεγαλωμένος στα νότια, κοντά στη θάλασσα, γράφει μικρά και μεγαλύτερα κείμενα, ποιήματα και τραγούδια από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Βιβλία, κείμενα και ποιήματά του έχουν τυπωθεί ή αναρτηθεί σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες, τραγούδια του βρίσκονται σε διαδικτυακές πλατφόρμες ήχου. Τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ιστορικό διήγημα και μυθιστόρημα...



(οι φωτογραφίες είναι της Dane Shitagi από το New York City Ballerinas project)

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017




«Τά πικρά πορτοκάλια»

(ποίημα) π. Σταύρου Τρικαλιώτη








Δέν τά γεύτηκα ποτέ

-κι ἄς λέγαν –

τά πικρά πορτοκάλια

ἐκείνου τοῦ χειμώνα.

Φαρμάκι στάξαν πικρότατο

στήν παιδική μας τήν ψυχή

οἱ μεταμφιεσμένοι δωσίλογοι.



Εὔκολη λύση

οἱ φτωχοί κ᾽ἀνυπεράσπιστοι

ὅπως πάντα συμβαίνει!

Ὅμως ὁ Θεός

-πού γνωρίζει

 «καρδίας καί νεφρούς»-

ἔφραξε τ᾽ἀπύλωτα στόματα

τῶν ἀδίκων

κι ἀπένειμε δικαιοσύνη

στούς φτωχούς ἐνοικιαστές

τῶν γαλάζιων σπιτιῶν



π. Σταύρος Τρικαλιώτης



Ἀγία Παρασκευή

Σεπτέμβριος 2017

Κινηματογράφος και φασισμός

του Χριστόφορου Τριάντη

(Για τον φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε στις 26 Σεπτεμβρίου 1940 στα ισπανικά σύνορα για να μην πέσει στα χέρια της Γκεστάπο. Ήταν από τους πρώτους που έγραψε για την τέχνη και τον φασισμό.)




Οι διαφορές θεάτρου και κινηματογράφου είναι μεγάλες. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι μία ακόμη κοινότοπη παρατήρηση αναρτημένη στον πίνακα της τέχνης, είναι μια καλλιτεχνική αλήθεια.

  Κατ’ αρχήν, στο θέατρο ο ηθοποιός βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον θεατή. Η σχέση ανάμεσα στους  ηθοποιούς και το κοινό είναι ζωντανή,  παλλόμενη, και πληροί όλα εκείνα τα στοιχεία με τα οποία χτίζονται οι μεγάλοι ρόλοι, τα μεγάλα έργα, οι μεγάλες -ψυχαγωγικές- απολαύσεις. Ο ηθοποιός μοχθεί να παίξει, να γίνει ένας άλλος χαρακτήρας, και το σημαντικότερο να «δώσει» αυτόν τον χαρακτήρα στο κοινό, με την αίγλη και την αλήθειά του. Η θεατρική παράσταση είναι μια τελετή. Υπάρχει το θαυμαστικό στοιχείο και η απόλαυση.


   Στον κινηματογράφο όλα καθορίζονται από τις μηχανές. Οι λήψεις  γίνονται σε διαφορετικούς  χώρους  και τόπους.  Οι ηθοποιοί προσαρμόζονται στις  απαιτήσεις της λήψης, των μετρήσεων, του χρόνου, των σκηνικών, των εναλλαγών, των διακοπών, των σκηνοθετικών επιταγών και όχι της ηθοποιίας. Δεν παίζουν αποκλειστικά για το κοινό, αλλά για τις απρόσωπες μηχανές, δεν τους  παρακολουθούν ζωντανά μάτια, αλλά κάμερες κι ένα σωρό άλλα συμπαρομαρτούντα που έχουν σχέση με τη φωτογραφική αποτύπωση «των πραγμάτων». Μετράει η εικόνα και όχι ο λόγος (κι η ηθοποιία).

   Βασικό στοιχείο της διαφοράς είναι το εξής: ο κινηματογράφος διασπά την ενότητα της σκέψης. Στις κινηματογραφικές προβολές όλα   αλλάζουν συνεχώς, οι εικόνες και οι σκηνές έρχονται και παρέρχονται κατ’ εξακολούθηση. Ο ηθοποιός βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη στο  βουνό, αμέσως μετά σ’ ένα υπόγειο και ύστερα από λίγο πετά μ’ ένα αερόστατο (μαζί με διάφορους άλλους). Με αυτόν τον «κινηματογραφικό» τρόπο η σκέψη του θεατή δεν έχει συνέχεια και προσήλωση στο θέαμα, αποκόπτεται, νεκρώνεται στιγμιαία, για να επαναληφθεί αυτή η διαδικασία  πολλές φορές και για όλους.

  Πάνω σε αυτήν την «τεχνική» του κινηματογράφου και της προβολής, ο φασισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος να προωθήσει τις πολιτικές του απόψεις (τις ανύπαρκτες  πολιτικές του απόψεις) και να χειραγωγήσει τις μάζες. Αφήνοντας άθικτες τις υπάρχουσες οικονομικές σχέσεις και τις σχέσεις ιδιοκτησίας, οι φασιστικές κυβερνήσεις επεδίωξαν  -δια μέσου των κινηματογραφικών εικόνων- να δώσουν ιερότητα και φετιχιστική δυναμική στους κάθε είδους φύρερ και στον βασικό «ιδεολογικό» μοχλό κάθε φασιστικού καθεστώτος : τον πόλεμο. Γι’ αυτό γίνονταν πολύωρες προβολές κινηματογραφικών επικαίρων και ταινιών. Εκθειάζονταν τελετές, σκοτωμοί, κατακτήσεις, παρουσιάζονταν πλήθος θεατρινισμών και υπερβολών. Οι μάζες συμμετείχαν στα γεγονότα δια των εικόνων και του αίματος. Αποκτούσαν ταυτότητα και αποστολή: να σκορπίσουν τη δυστυχία προς ίδιον όφελος.


   Οι φασίστες  αναπαριστούσαν την πραγματικότητά όπως ήθελαν, μην αποκαλύπτοντας την «αληθινή πραγματικότητα». Η ωμότητα και οι σφαγές συμβάδιζαν με τα τεθωρακισμένα, τα αεροπλάνα και τα πλοία που σάρωναν και αιχμαλώτιζαν τον κόσμο. Μέσα στην εικόνα χάνονταν εκατομμύρια άνθρωποι. Ήταν μόνο αριθμοί προς εξαφάνιση. Πάνω από αυτά,  κυριολεκτικά και κινηματογραφικά, στεκόταν ο «μεγάλος ηθοποιός» φύρερ ν’ απειλεί ότι θα συντρίψει και θα κάψει τα πάντα, εκτός από τις υφιστάμενες οικονομικές σχέσεις. Αυτές συνέχισαν να υπάρχουν «τροπαιούχες» και να διαχωρίζουν τον κόσμο σε προλετάριους και καπιταλιστές. Χρησιμοποιούσαν, λοιπόν, οι φασίστες την κινηματογραφική εικόνα και τον πόλεμο – θάνατο, για ν’ αλλάξουν τον άνθρωπο, να τον κάνουν να μη σκέφτεται, μόνο να μισεί.

 Χριστόφορος Τριάντης





μήπως έτσι;



δηλητηρίων αναμείξεις

και σπίρτα δυνατά

φάρμακα της ψυχής

και αποκούμπι αδυνάτων

έρχονται ακάλεστα συχνά

κι αφού απάνω τους χρεωθούν

το ασήκωτο το βάρος

αποχωρούν

αφήνοντας το χνάρι τους

στα αθέατα του μυαλού

(κατά πως λένε οι πιο σοφοί

που είδαν πολλά)



κι όταν ξανά σε θυμηθούν

-εσύ τάχα λησμονημένα τα ’χεις-

σιγοπατώντας άηχα το αντίδωρο αφήνουν



[μην έτσι γράφονται οι σκέψεις πιο καλά;

μήπως τα ποιήματα έτσι;]



Διώνη Δημητριάδου

(φωτογραφία: Noell S .Oszvald)


Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017









η αποσκευή

Στον δρόμο φωνές παιδιών που πάνε προς την πόρτα του σχολείου. Σκεπάζονται από τον εκνευριστικό σερνάμενο ήχο που κάνουν οι μικρές -και άμαθες- ρόδες της σχολικής τσάντας. Σαν ταξιδιωτικές βαλίτσες από εκείνες που τις σέρνεις σε αίθουσες αναμονής αεροδρομίων με το βάρος μιας μετοίκησης, έστω και προσωρινής. Κάποτε το σχολικό φορτίο χωρούσε όμορφα και τακτοποιημένα σε σάκες, συνήθως πάνινες καρό, που θύμιζαν βαλίτσες παλιοκαιρισμένες δεμένες με λουρί. Μετά, σε πιο ανάλαφρη εκδοχή, δένονταν τα βιβλία με ελαστικό ιμάντα και συχνά ρίχνονταν στην πλάτη, μήπως και με το ανέμελο στυλ ξορκιζόταν η καθημερινή αναγκαστική δουλεία - ήμασταν πολύ νέοι για να εκτιμήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ανάγκη και στην επιλογή. Έτσι, θυμίζαμε κάποιες άλλες εξορμήσεις, με σακίδιο στην πλάτη (ενίοτε και με δεμένη τη μικρή σκηνούλα πάνω του), για τα άγονα κυκλαδονήσια.
Ταξιδιώτισσα είναι η γνώση, γι’ αυτό και η προσομοίωση. Μόνο που αμφιβάλλω αν τα παιδάκια, που σήμερα το πρωί παίρνουνε τον δρόμο για το σχολείο, έχουν κατ’ ελάχιστο στο μυαλό τους αυτήν την εκδοχή του πράγματος. Κι ας τα ορμηνεύουν οι μανάδες να προσέχουν, έτσι όπως αργότερα θα τα ξεπροβοδίζουν για κάποιο αληθινό ταξίδι.

Διώνη Δημητριάδου
(από το βιβλίο "Ο βιωμένος χρόνος - μικρές ιστορίες", εκδόσεις ΑΩ)
(φωτογραφία: δημοτικό σχολείο, Ηνωμένοι φωτορεπόρτερ, συλλογή Ν. Ε. Τόλη)





Παρουσίαση βιβλίου

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017


Γιάννης Λειβαδάς

Μπλεζ Σαντράρ - ένα βιογραφικό σκαρίφημα

εκδόσεις Κουκούτσι







[…]

Ο Σαντράρ που προέκτεινε το βάθος της γραφής και το μετέτρεψε σε ύψος, ο Σαντράρ που ξεμπρόστιασε την αφήγηση, ο Σαντράρ που αποκάλυψε μία μέχρι πρότινος απόκρυφη ποιητική διαχρονικότητα, η οποία δεν αναζητούσε λύσεις, αποτελούσε λύση. Ένας λογοτέχνης που δεν παραβίασε ανοιχτές πύλες, πιστεύοντας πως ένας ορισμός του απολεσθέντος «κέντρου» θα μπορούσε να αποκαταστήσει το ανθρώπινο δράμα. Ένα ποιητής που δεν ήρθε για να δώσει, αλλά για να δοθεί.

Έτσι παρουσιάζει ο Γιάννης Λειβαδάς τον Μπλεζ Σαντράρ, τον εμβληματικό μοντερνιστή, στον πρόλογο του ενδιαφέροντος αυτού σύντομου βιογραφικού σκαριφήματος, όπως ο ίδιος το ονομάζει. Και, πράγματι, κατορθώνει με τόσο μικρό σε έκταση κείμενο να δώσει την εικόνα του Σαντράρ, και να παρακινήσει τον αναγνώστη να ερευνήσει περισσότερο τα γραπτά του και τις καινοτομίες του. Το πόνημα αυτό έρχεται ως συνέχεια του άλλου πληρέστερου 23 ποιήματα και μία συνέντευξη – εισαγωγή, επιμέλεια, σημειώσεις και μερική μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Ναυσικά Αθανασίου (εκδόσεις Κουκούτσι, 2012).  

Σταχυολογώ από το ενδιαφέρον βιογραφικό του Σαντράρ κάποια σημεία που δείχνουν όχι μόνον την ιδιοσυγκρασία του ποιητή αλλά και την ευστοχία του βιογράφου στην επιλογή των αξιομνημόνευτων στοιχείων.


Ο Φρεντερίκ (το αληθινό όνομα του Σαντράρ ήταν Φρεντερίκ Λουί Σοσέρ) συγκλονισμένος από το χαμό της Ελέν (η αγαπημένη του Ελέν είχε βρει τραγικό θάνατο πυρπολώντας κατά λάθος τον εαυτό της με μια παλιά λάμπα πετρελαίου) νοσηλεύτηκε σε μια ψυχιατρική κλινική με συμπτώματα βαριάς κατάθλιψης. Στην ίδια κλινική θα γνώριζε τον περιθωριακό ζωγράφο Άντολφ Βέλφλι, του οποίου η προσωπικότητα θα γινόταν η βάση για τη δημιουργία του «Μοραβαζίν» (από τα κορυφαία έργα του Σαντράρ) του εξωφρενικού χαρακτήρα του ομώνυμου βιβλίου που θα έγραφε μετά από χρόνια, και θα αποτελούσε αποσιωπημένη πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή του βιβλίου «Ταξίδι στα βάθη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν.

Άξια λόγου αυτή η αναφορά, καθόσον δείχνει ταυτόχρονα την πορεία της αυθεντικής δημιουργίας από την  παρατήρηση του συγγραφέα (εδώ ο Σαντράρ) στον γύρω κόσμο και στους χαρακτήρες που εκεί εντοπίζει, αλλά και την άλλη δημιουργία, αυτήν που μπορεί να συμπεριληφθεί κάτω από τον όρο λογοτεχνικά δάνεια, για να το πούμε κομψά αποσιωπώντας ίσως τον δόλο (εδώ ο Σελίν) που υποκρύπτει μια τέτοια ενέργεια.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950[…] παθαίνει καρδιακή προσβολή και αναφωνεί: «ελπίζω να ’χω τη δύναμη να βαστώ την πένα μου!».

Μέσα σε δέκα λέξεις όλη η έγνοια, η αγάπη του Σαντράρ για τη γραφή.




Εκτός από τον πρόλογο και το εκτενές βιογραφικό του Σαντράρ, ο Λειβαδάς παραθέτει και μια επιστολή προς τον εκδότη Βασίλη Ζηλάκο, η οποία αποκτά ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς δείχνει (σαν μια εξωκειμενική πληροφορία) την αδιόρατη αλλά πολύ καθοριστική σχέση της γραφής με  μια μαγική σύμπτωση. Η σκηνή μέσα σε ένα παλαιοπωλείο με επιλεγμένες εκδόσεις, χρήσιμες αλλά σπάνιες:

[…] Με ρώτησε τι θα πήγαινα να κάνω στο Ιβλίν. Του εξήγησα πως ενδιαφερόμουν για το νεκροταφείο στο Λε-Τρεμπλέ-Σιρ-Μολντρ (εκεί έχει μεταφερθεί η τέφρα του Σαντράρ). Βγαίνοντας ήρθε ξωπίσω μου και είπε, «δες πάνω στην πόρτα». Την άνοιξε για μένα και στάθηκε δείχνοντας με τον στραβό ηλικιωμένο του δείκτη: το κεφάλι του Μπλεζ Σαντράρ, ανφάς, τυπωμένο σε κάρτα, κοσμούσε το τζάμι ακριβώς πάνω από την πετούγια. Η παγωνιά και ο ενθουσιασμός δεν μου είχαν επιτρέψει να την εντοπίσω κατά την είσοδό μου. Χαμογέλασα. Μου είπε πως αυτή ήταν η καλύτερη θέση για μια κάρτα σαν αυτή. Κι εκεί παρέμεινε. Ο ποιητής καλωσόριζε, ο ποιητής ξέβγαζε.

Την έκδοση συμπληρώνει φωτογραφικό υλικό με τον Σαντράρ σε διαφορετικές πόζες, εποχές και ηλικίες.



Διώνη Δημητριάδου