Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Ωδή στο Κακό μικρή μελέτη για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ Χαρά Νικολακοπούλου ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ωδή στο Κακό

μικρή μελέτη για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ

Χαρά Νικολακοπούλου

ΑΩ  εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ως τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης • Fractal (fractalart.gr)



 

Ως τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης

Η ενασχόληση με ένα κλασικό λογοτεχνικό έργο έχει πάντα ενδιαφέρον, όσες κι αν είναι μέσα στα χρόνια οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί, οι αναλύσεις που επιχείρησαν να φθάσουν ως την «ψυχή» του έργου αλλά και του δημιουργού του αναπόφευκτα. Το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε η Έμιλυ Μπροντέ, Ανεμοδαρμένα Ύψη (πρώτη του έκδοση το 1847), δεν θα γινόταν να ξεφύγει από τον κανόνα. Υποτιμημένο ή ακόμη και κατακριτέο από την κριτική της εποχής του για την καινοτόμο αφηγηματική του τεχνική (με τον εν μέρει εξωδιηγητικό/ετεροδιηγητικό αφηγητή να παραχωρεί μέρη της αφήγησης σε άλλα πρόσωπα) αλλά και την αναπάντεχα τολμηρή για τα ήθη της εποχής  διείσδυση στην ψυχή των ηρώων παρουσιάζοντας τα παράφορα πάθη που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, γνώρισε κατόπιν μεγάλη επιτυχία και καθιερώθηκε ως ένα από τα πλέον σχολιασμένα έργα της παγκόσμιας πεζογραφίας. Ελεύθερο πνεύμα η Έμιλυ, με μια ωριμότητα που περισσότερο ταίριαζε σε ενήλικο (εξαίρετο δείγμα άλλωστε τα ποιήματά της, γραμμένα σε ακόμη νεότερη ηλικία) αγγίζει στην όψιμη φάση του Ρομαντισμού με το βιβλίο αυτό τον πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης, υποδεικνύοντας τις σκοτεινές πτυχές που σκιάζουν τις κατ’ επίφαση συμπεριφορές καλύπτοντας το Κακό που εμφωλεύει ως εγγενής αρχέγονη συνθήκη στην ανθρώπινη ψυχή. Έτσι, οι ήρωές της δεν αποτελούν ακραίο δείγμα συγγραφικής επινόησης, αλλά –όσο τρομακτικό κι αν ακούγεται– είναι  λογοτεχνικές περσόνες αρχετυπικών μορφών, στις οποίες υπακούει η ανθρώπινη ύπαρξη.



Η Χαρά Νικολακοπούλου έχει εντρυφήσει τόσο στο ίδιο το βιβλίο όσο και σε μελέτες που έχουν γραφεί γι’ αυτό. Κατορθώνει έτσι να δώσει τη δική της συμβολή –στηριγμένη  σε έγκυρες βιβλιογραφικές πηγές– γι’ αυτό το μοναδικής έντασης μυθιστόρημα. Ξεκινώντας από την κύρια αφηγηματική φωνή του κυρίου Λόκγουντ (παρατηρητής, σχολιαστής και τιμητής των γεγονότων) θα προχωρήσει κατόπιν στις δύο κεντρικές φιγούρες (τον Χήθκλιφ και την Κατερίνα) επικεντρώνοντας στην έννοια του Κακού που διατρέχει όλη την ιστορία και καθίσταται, κατά μία έννοια, αυτό ο βασικός πρωταγωνιστής, άυλος και αθέατος ως οντότητα, υπαρκτός όμως με τους χαρακτήρες που διαμορφώνει, με τις πράξεις στις οποίες οδηγεί. Η Νικολακοπούλου γράφει μια μικρή μελέτη, διατυπώνοντας κατά τόπους την προσωπική της άποψη, παράλληλα τεκμηριώνοντας τις ήδη διατυπωμένες και δημοσιευμένες απόψεις. Μια σημαντική, επομένως, σύνοψη των πλέον καταξιωμένων θέσεων για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, που συμβάλλει στην κατανόηση των δομικών στοιχείων του βιβλίου και, κυρίως, στην εμπνευσμένη, ρηξικέλευθη θεματική του και στον τρόπο που η Έμιλυ τη διαχειρίζεται.

Ενδιαφέρουσα ακόμη η ενασχόλησή της με την ίδια την Έμιλυ Μπροντέ, κυρίως σε ό,τι αφορά την εξοικείωσή της με την έννοια του τραγικού μέσα από γεγονότα της οικογένειάς της, που εκβάλλουν δημιουργικά στο έργο της. Μοιράζει στους δύο ήρωες το βασικό χαρακτηριστικό του καθενός (μιλάει για το «σκοτεινό εγώ» του Χήθκλιφ και για τον «αγώνα για αυτοπραγμάτωση» της Κατερίνας) προκειμένου να δείξει την ισχύ του πεπρωμένου, την τραγικότητα των προσώπων, αντιμέτωπων με τη Μοίρα, αλλά και την αποκαθήλωση της παραδεδομένης ηθικής – συμβολή της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση των ηθών υπό την έννοια μιας πρώιμης και θαρραλέας πρότασης.  Παραπέμπει στην Ποιητική του Αριστοτέλη και στον  ορισμό του Μύθου, με έμφαση στα δομικά του μέρη, για να δείξει πώς ένα έργο κλασικό της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα έχει τα στηρίγματά του στο αρχετυπικό δράμα.

Στο εξώφυλλο ένα έξοχης αισθητικής έργο της Βασιλικής Σιαφάκα. Πρόκειται για μια εύστοχη «συνομιλία» του βιβλίου της Νικολακοπούλου με το επίσης σημαντικό των ίδιων εκδόσεων ΑΩ, 41 ποιήματα - 41 Poems Emily Brontë Μετάφραση: Βασιλική Σιαφάκα. Στο Παράρτημα παρατίθεται φωτογραφικό υλικό και Βιβλιογραφία. Μικρό και περιεκτικό βιβλίο ξεχωριστής σημασίας.


Διώνη Δημητριάδου

 


Απόσπασμα

 

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα η κατεστημένη ηθική ξηλώνεται εις τα εξ ων συνετέθη, οι πρωτόγονες ορμές, τα βίαια ένστικτα και οι συγκινησιακές παρορμήσεις είναι καταιγιστικά, οι κοινωνικές συμβάσεις και οι θεσμοί χλευάζονται. Δεν έχουν θέση εδώ οι δακρύβρεχτες μεγαλοστομίες ούτε οι φλύαροι μελοδραματισμοί, στοιχεία με τα οποία ταυτίστηκε κάποια στιγμή το ρομαντικό κίνημα. Ο λόγος είναι μεστός, τραχύς και στέρεος, οι εξομολογήσεις σπαρακτικές και λιτές σαν τα ανεμοδαρμένα βράχια του τοπίου, οι άνθρωποι είναι γυμνοί απέναντι στον εαυτό τους και στην τραγικότητα της ύπαρξής τους.  (σ. 44).

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Πάπυρος Irene Vallejo Η περιπέτεια του βιβλίου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα μετάφραση: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Πάπυρος

Irene Vallejo

Η περιπέτεια του βιβλίου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

μετάφραση: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη

εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Irene Vallejo: «Πάπυρος» (diastixo.gr)

 



Η «θύρα εισόδου» στον κόσμο των βιβλίων είναι για τον καθένα μια προσωπική υπόθεση, ή αλλιώς περιπέτεια, πολύμορφη, απαιτητική, απρόσμενη, ανατρεπτική, γεμάτη από απολαβές, θυσίες και εκπλήξεις. Πόσοι, όμως, από εμάς έχουμε αναζητήσει την ιστορία, την περιπέτεια ζωής των ίδιων των βιβλίων; Η Irene Vallejo (Ιρένε Βαγιέχο), με διακεκριμένες σπουδές στην Κλασική Φιλολογία, επιχειρεί στο σπουδαίο βιβλίο της να δείξει τα ίχνη των λέξεων μέσα στον χώρο και τον χρόνο, εκκινώντας από την εποχή που μόνον «έπεα πτερόεντα» συνιστούσαν την προφορική παράδοση, για να φτάσει στη σημερινή καταστροφολογία κάποιων που διαβλέπουν τη σταδιακή εξαφάνιση των γραπτών λέξεων μπροστά στην καταιγιστική επικράτηση της οθόνης και της ηλεκτρονικής πληροφορίας. Στο εκτενές δοκίμιό της –μια περιπέτεια γραφής από μόνο του– μας οδηγεί στην πιο ευφάνταστη (κι όμως αληθινή πέρα ως πέρα) ιστορία, που θέτει στον πρωταγωνιστικό ρόλο όχι τον άνθρωπο αλλά το δημιούργημά του, όχι τον εφευρέτη της γραφής αλλά τις ίδιες τις γραφόμενες λέξεις. Και κατορθώνει το σπουδαιότερο: μεταποιεί σταδιακά τον αναγνώστη της σε ερευνητή των βιβλίων, καθώς κάθε τόσο σταματά το διάβασμα για να επιβεβαιώσει μακρινές του μνήμες, να συμπληρώσει προφορικές και γραπτές αφηγήσεις/ μαρτυρίες και (κυρίως αυτό) να ανατρέξει ο ίδιος σε βιβλία για να ανοίξει τον ιδιότυπο διάλογο με τη συγγραφέα του Πάπυρου. Εκτός, φυσικά, αν ο σύγχρονος αναγνώστης επιλέξει για μια ακόμη φορά την ευκολία της διαδικτυακής πληροφόρησης. Όσο, όμως, έχουμε ανοιχτό αυτό το «βιβλίο για το βιβλίο» μένουμε μέσα στις λέξεις του, ακολουθούμε τα βήματα μέσα στον χρόνο, απορούμε και θαυμάζουμε (έτσι με το ταυτόσημο των δύο λέξεων) για την αντοχή του μέσα σε περίπου τριάντα αιώνες και παρά τις ποικιλόμορφες διώξεις που υπέστη.

Η αφήγηση της Βαγιέχο συνάδει απολύτως με τη φύση του θέματός της, δηλαδή καταργεί τη γραμμικότητα του χρόνου επιλέγοντας την αποσπασματική, θυμική και μνημονική εστίαση σε πρόσωπα και γεγονότα, παρεμβάλλει συχνά την προσωπική της εμπειρία σύνδεσης με τον κόσμο του βιβλίου και της γραφής, βρίσκει υπόγειες και υπόρρητες σχέσεις ανάμεσα σε ρεύματα, εποχές, συγγραφείς και έργα. Έτσι, αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο τον πολυσύνθετο κόσμο των  βιβλίων, που καθόλου δεν γνωρίζουν από όρια, επικοινωνώντας αναπάντεχα με όσα έχουν γραφεί αλλά και με όσα θα γραφούν· όπως άλλωστε και η σκέψη των ανθρώπων, την οποία αποτυπώνουν, από τη φύση της αγνοεί τις χωροχρονικές δεσμεύσεις.



Στηριγμένη η Βαγιέχο στα γερά θεμέλια της ιστορικής γνώσης, ταυτόχρονα γοητευμένη από τις προφορικές παραδόσεις και τα παραμύθια, δίνει τις δύο συντεταγμένες προκειμένου να βρεθεί ο «τόπος» αλλά και το «γενεαλογικό δέντρο» του βιβλίου. Η απλή (μαγική όμως) αλληλουχία των λέξεων που αποκτά μορφή σε μια προφορική αφήγηση θα είχε χαθεί, αν είχε μείνει μια ανάμνηση ανάσας, αν δεν ερχόταν η γραφή και το βιβλίο να διασώσουν με τον δικό τους τρόπο τον χώρο, τον χρόνο, τι λέξεις. Ανασυνθέτει με την αρωγή της φαντασίας και αναπαριστά το πλαίσιο της κάθε εποχής, μέσα στην οποία ο γραπτός λόγος δημιουργήθηκε, αναπτύχθηκε, κυνηγήθηκε και διαμορφώθηκε. Μια περιπλάνηση που θα σταθεί στα πεδία των μαχών του Αλέξανδρου, στα ανάκτορα της Κλεοπάτρας, στον διωγμό της γνώσης και τη δολοφονία της Υπατίας, στις βιβλιοθήκες (με εκτενή αναφορά στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας) και στα εργαστήρια αντιγραφής χειρογράφων, στις πυρές όπου κάηκαν απαγορευμένοι κώδικες και στα γκουλάγκ, στη βιβλιοθήκη του Σαράγεβο και στον υπόγειο λαβύρινθο της Οξφόρδης, όπως τον γνώρισε η ίδια. Ένα νήμα που ενώνει τους κλασικούς με τον σύγχρονο κόσμο, μια εικόνα ενιαία στην ουσία της.

Χωρισμένο σε δύο μέρη («Η Ελλάδα οραματίζεται το μέλλον», «Οι δρόμοι της Ρώμης»), ο Πάπυρος, το βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο δοκίμιό της, τώρα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε εξαιρετική απόδοση και υποσημειώσεις από την Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, προσφέρει μια εικόνα του κόσμου όταν ακόμη ο προφορικός λόγος δημιουργούσε τη δική του ιστορία με τη συμβολή πολλών φωνών που αναπαρήγαγαν τα παραμύθια, τους θρύλους, τα τραγούδια, με τις αναπόφευκτες προσμείξεις, ή αποσιωπήσεις, διατηρώντας τον ρυθμό ως τρόπο απομνημόνευσης, «Πρόκειται», γράφει, «για ένα τεράστιο παράδοξο: καταγόμαστε από έναν κόσμο που χάθηκε, στον οποίο μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά μόνο μετά την εξαφάνισή του. Η εικόνα που έχουμε για την προφορικότητα προέρχεται από τα βιβλία» (σ. 123). Αμφισβητείται έτσι η θεωρία του Σωκράτη (ανεπτυγμένη στον πλατωνικό διάλογο Φαίδρος) που αντικρούοντας τον Θεό Θευθ και την εφεύρεση των γραμμάτων υποστηρίζει, μέσω του Αιγύπτιου βασιλιά Θαμούν, ότι τα γράμματα θα οδηγήσουν τον άνθρωπο σε εξασθένιση της μνήμης του κι έτσι στη λήθη. Ακριβώς το αντίθετο συνέβη.

Με τον τρόπο που γράφει αποκαλύπτει την αδήριτη ανάγκη που ώθησε σε μια σειρά επινοήσεων και εφευρέσεων, ώσπου ο γραπτός λόγος να φθάσει από τα χέρια των ολίγων εκλεκτών να γίνει κοινό κτήμα, πολύτιμο απόκτημα εκπαίδευσης και παιδείας. Νιώθεις διαβάζοντας πως το βιβλίο δεν είναι μόνο μια από τις σπουδαιότερες επινοήσεις του ανθρώπου αλλά ένα μέσο για να αποκτήσει την ποθητή του ελευθερία, απαλλαγμένος από προλήψεις, διεκδικώντας την ισότητα των γνώσεων και των ευκαιριών.  Αλλά και ο τρόπος που αφηγείται, αφήνοντας στην άκρη το (ίσως αναμενόμενο για ανάλογη μορφή έργου) απόμακρο ακαδημαϊκό ύφος με την παράθεση στεγνών επιστημονικών γνώσεων, και επιλέγοντας την πιο ζωντανή αφήγηση, τόσο γνώριμη από τις εξιστορήσεις και τα παραμύθια, προσδίδει στο έργο της μια πολύτιμη ποιότητα, το κάνει οικείο και προσβάσιμο σε όλους. Σωστά επισημαίνει ο Mario Vargas Llosa: «Η αγάπη για τα βιβλία και το διάβασμα διαπερνά κάθε σελίδα αυτού του αριστουργήματος. Είμαι σίγουρος ότι θα διαβάζεται από τους σημερινούς αναγνώστες, αλλά και για πολλά χρόνια ακόμα».

Ολοκληρώνοντας το βιβλίο της, δοκίμιο όσο και  παραμύθι, η Βαγιέχο προτείνει τη συνέχειά του. Αν σ’ αυτό έδειξε τη γέννηση και τη διαμόρφωση του κόσμου των βιβλίων, απομένει κατά τη γνώμη της κάτι ακόμη σπουδαιότερο να φανεί, ο κόσμος των ανθρώπων, των αναγνωστών, ένα αφήγημα όπως γράφει, «για το σιωπηλό πάθος τόσων ανθρώπων τους οποίους ενώνει αυτή μυστηριώδης πίστη: αφηγήτριες, εφευρέτες, γραφείς, εικονογράφοι, βιβλιοθηκάριοι, μεταφράστριες, βιβλιοπώλες, πλανόδιοι πωλητές, λόγιοι, κατάσκοποι, εξεγερμένοι, ταξιδιώτες, μοναχές, σκλάβοι, τυχοδιώκτριες, εκδότες». (σ. 496-497). Κι αν ο Πάπυρος μιλά για το μοναχικό ταξίδι, την περιπέτεια ζωής του βιβλίου, αυτό που προαναγγέλλει θα αφορά μια συλλογική πλέον περιπέτεια, θα μας αφορά όλους τους λάτρεις του βιβλίου. Η ίδια η Βαγιέχο δεν αποδέχεται τους κακούς οιωνούς για τη σταδιακή εξαφάνιση του γραπτού λόγου. Πιστεύει, και το αποδεικνύει στο δοκίμιό της, πως ό,τι άντεξε μέσα στους αιώνες έχει πλέον κερδισμένη την αξία του όσο και τη μακροημέρευσή του. Μακάρι!

 

Διώνη Δημητριάδου

Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

Μπορούμε ακόμη… Του Χρήστου Κεραμίδη (φωτογραφία: Tsvetomil Plamenov Semkov)

 

Μπορούμε ακόμη…

Του Χρήστου Κεραμίδη

(φωτογραφία:  Tsvetomil Plamenov Semkov)





Μπορούμε ακόμη  να βηματίζουμε στους δρόμους.

Να παρελαύνουμε μπροστά σας  χωρίς επευφημίες.

Ακούμε την ηχώ από τους τελευταίους

κτύπους των τυμπάνων.

Τους  σαλπιγκτές που επιστρέφουν μόνοι

δίχως προορισμό.

Τους  μουσικούς  που απόμειναν στο ψύχος,

πεθαμένοι χρόνια τώρα.

Η απλότητα στα ποιήματά μας είναι παραπλανητική.

Η ομορφιά τους μοιάζει τ’ αγριολούλουδα.

Στάζει το καθάριο νερό των πηγαδιών.

Στα γυμνά κι έρημα  τοπία.

 

Χρήστος Κεραμίδης

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2022

Το γεγονός Annie Ernaux μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Το γεγονός

Annie Ernaux

μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη

εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Annie Ernaux: «Το γεγονός» (diastixo.gr)

 

 


Προμετωπίδα στο βιβλίο της επιλέγει η Annie Ernaux μια αλήθεια διατυπωμένη από τον Μισέλ Λερίς, «Η διττή επιθυμία μου: το γεγονός να γίνει γραφή και η γραφή να γίνει γεγονός». Ποια η προϋπόθεση για να φθάσει ένα γεγονός να γίνει γραφή; Αλλά και (κυρίως αυτό) πότε μία γραφή αποκτά την υπόσταση ενός γεγονότος, πότε ξεφεύγει από τη θεωρητική (και επιφανειακά τουλάχιστον ανέξοδη) χάρτινη υφή και μετουσιώνεται σε πράξη διαδραστική; Η Annie Ernaux, εκκινώντας κατά την προσφιλή της συνήθεια από βιωματικές εμπειρίες, παρουσιάζει μια λογοτεχνική γραφή που δεν είναι μόνο βιωματική αλλά ξεκάθαρα και απροκάλυπτα αυτοβιογραφική. Έτσι, οι ιστορίες της ποτέ δεν μένουν επιφανειακά σε ένα θεωρητικό πεδίο, αντιθέτως αποκτούν σάρκα και οστά και καθίστανται τεκμήρια της ζωής της. Επιλέγοντας για τίτλο την απλή λέξη «γεγονός», δεν εννοεί μόνον κάτι που συντελέστηκε αλλά του προσδίδει την ιδιαίτερη σημασία στη ζωή της, ικανή να το φέρει ως θέμα στο βιβλίο της.

Εν προκειμένω, το γεγονός αφορά τον τρόπο που η νεαρή τότε Ernaux, το 1963, έθεσε τέρμα σε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Φοιτήτρια τότε, στα είκοσι τρία της χρόνια, αντιλήφθηκε ότι μια μάλλον αδιάφορη συνουσία είχε ως αποτέλεσμα να πρέπει να διαχειρισθεί μια νέα ζωή που μεγάλωνε μέσα της, και την οποία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση. Έχει σημασία να μεταφερθούμε στην εποχή εκείνη και να δούμε τα μέτρα που ίσχυαν απέναντι στις εκτρώσεις, πράξεις απολύτως παράνομες για το νομικό καθεστώς, και να συνεκτιμήσουμε φυσικά το ηθικό πλαίσιο ως συνακόλουθο των αναχρονιστικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, που διαμόρφωνε ως απολύτως αρνητική τη στάση του κοινωνικού σώματος. Παρακολουθούμε τον τρόπο που η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη φθάνει στο τέλος της, και ταυτόχρονα βλέπουμε πώς το γεγονός μπαίνει εκ των υστέρων (χρόνια πολλά μετά) σε λέξεις· το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία το 2000. Το μοίρασμα ενός προσωπικού βιώματος με τους άλλους ποτέ δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Πρέπει αρχικά να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι αποτελεί, όσο βαρύ κι αν είναι, κομμάτι της διαμόρφωσής σου, πρέπει να πάρει στη συνείδησή σου τις αληθινές του διαστάσεις.

Η έκτρωση, μια πραγματικότητα αλλά και μια αναγκαιότητα, με την οποία έχουμε σήμερα ευτυχώς αρκετά εξοικειωθεί μετά από τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας  αλλά και την εξέλιξη των κοινωνικών αντιλήψεων, δεν παύει να είναι για την ίδια τη γυναίκα μια τραυματική εμπειρία. Διαβάζοντας το βιβλίο της Ernaux, ωστόσο, δεν είναι αυτή η κύρια αίσθηση που αποκομίζουμε, ή έστω το τραύμα είναι ορατό σε συγκεκριμένες στιγμές –ποτέ μια «επέμβαση» με πρωτόγονα μέσα στο σπίτι μιας «ειδικής» γύρω από παρόμοια θέματα, με τον κίνδυνο μιας μόλυνσης πιθανόν θανατηφόρας, δεν είναι απλή υπόθεση– όμως δεν πρόκειται εδώ μόνο γι’ αυτό.  Ούτε, βέβαια, είναι κάτι απλό η αποβολή του εμβρύου στη τουαλέτα της φοιτητικής εστίας (μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές τους βιβλίου)· όπως γράφει με υποδειγματική περιεκτικότητα νοήματος:

 

Στην τουαλέτα της εστίας έφερα στον κόσμο ζωή και θάνατο την ίδια στιγμή. (σ. 96).

 

Η ουσία του βιβλίου βρίσκεται, όμως, σε ένα επίπεδο πιο πέρα και πιο πάνω από το τραύμα, που είναι έτσι κι αλλιώς παρόν σε όλο του το μέγεθος. Είναι εκεί που θα συνειδητοποιήσει ακριβώς τη θέση της:

 

Για πρώτη φορά, ένιωθα ότι ήμουν ένας κρίκος σε μια αλυσίδα γυναικών· από μας θα περνούσαν οι μελλοντικές γενιές. Οι μέρες ήταν γκρίζες, χειμωνιάτικες. Πλανιόμουν εν μέσω του κόσμου, λουσμένη στο φως. (σ. 96).


 

Είναι εκεί που νιώθει πως η συγκεκριμένη εμπειρία της αξίζει και πρέπει να φθάσει σε όσο γίνεται περισσότερους, όχι μόνον ως τραύμα αλλά ως μεταπήδηση σε ένα άλλο στάδιο ζωής, όταν οι δεσμοί με τις οικογενειακές και κοινωνικές συμβατικότητες κόβονται, όταν η ζωή αλλά και ο θάνατος ορίζονται από συνειδητές πράξεις δικές της. Ωρίμαση και αυτονομία στη ζωή της; Προερχόμενη από μια οικογένεια εργατική, επέλεξε την απομάκρυνση από τις προδιαγραφές των οικογενειακών βλέψεων διαχωρίζοντας εντελώς τη ζωή της από τη ζωή του εργάτη πατέρα και την ηθική που αυτή υπαγόρευε για τα όρια που πρέπει κανείς να θέτει στις φιλοδοξίες του – στοιχεία που έχουμε δει και στα άλλα της βιβλία. Δεν μας ξαφνιάζει, επομένως, η θέση της σ’ αυτό το καθοριστικό γεγονός της ζωής της.

 

Περπατούσα στους δρόμους της πόλης με το μυστικό της νύχτας της 20ής προς την 21η Ιανουαρίου φυλαγμένο καλά μες στο κορμί μου, σαν κάτι το ιερό. Δεν ήξερα αν βρισκόμουν  στις παρυφές του τρόμου ή της ομορφιάς. Ένιωθα περήφανη. Ένα συναίσθημα πανόμοιο με κείνο που γνώριζαν οι μοναχικοί θαλασσοπόροι, οι ναρκομανείς και οι κλέφτες, το συναίσθημα τού να φτάνεις εκεί που άλλοι δεν θα τολμήσουν ποτέ να πάνε. Σίγουρα κάτι από τούτη την περηφάνια μ’ έκανε να γράψω αυτό το βιβλίο. (σ. 100).

 

Έτσι, ένα καθοριστικό γεγονός, όχι μόνον τραυματικό αλλά πολυδιάστατο στη σημασία του για την ουσιαστική της ενηλικίωση, ενώ είχε μείνει τότε κρυφό σχεδόν από όλους, έρχεται χρόνια μετά ως μνήμη ζωντανή να κοινοποιηθεί παίρνοντας τη μορφή βιβλίου. Και στη συνέχεια αναπόφευκτα το ίδιο το βιβλίο ως καταγεγραμμένη προσωπική εμπειρία ανοίγει τον ορίζοντά του και παύει πλέον να απηχεί μόνο το προσωπικό βίωμα· γίνεται αυτό το ίδιο «γεγονός», υπερβαίνοντας την αφορμή του και εισχωρώντας (με διαρκώς ανανεωμένη τη μορφή του) στη ζωή και στη συνείδηση των άλλων. Η Ernaux, μ’ αυτή τη σύντομη (μόλις 100 σελίδων) εξιστόρηση/εξομολόγηση κατόρθωσε να μιλήσει για μια εμπειρία ζωής και θανάτου βιωμένη από την αρχή ως το τέλος μέσα από το σώμα της, για την ηθική αξιολόγηση των πράξεων, τη θαρραλέα στάση απέναντι στο απαγορευμένο, απέναντι στον νόμο.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη. Ένα συγκλονιστικό  μικρό αριστούργημα.

 

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

Ο δικός της καθρέφτης Γεωργία Συλλαίου εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο δικός της καθρέφτης

Γεωργία Συλλαίου

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Δομώντας και αποδομώντας το Κακό • Fractal (fractalart.gr)


 


δομώντας και αποδομώντας το Κακό

 

Μοιρασμένη σε δύο οπτικές γωνίες, δύο όψεις του καθρέφτη, η καινούργια ιστορία που αφηγείται η Γεωργία Συλλαίου. Και πίσω από αυτές τις δύο όψεις, προβάλλει μια τρίτη, που αν και δεν ακούγεται η φωνή της αποτελεί το κύριο πρόσωπο αυτής της μυθοπλασίας. Μέσα από αυτό τον πρωτότυπο τρόπο, η εικόνα διασπάται σε κομμάτια, που άλλοτε συμπληρώνουν το ένα το άλλο συμβάλλοντας δημιουργικά στη συνολική «τοιχογραφία» και άλλοτε λειτουργούν αντιστικτικά, επιτρέποντας την αμφιβολία για την αλήθεια των πραγμάτων να κυριαρχεί, πέρα από όποια σφαλερή βεβαιότητα. Έτσι, όμως, συνταιριάζει καλύτερα η μυθοπλασία με τις συστροφές της πραγματικής ζωής, που όπως είναι φυσικό δεν έχει μόνο μία όψη αλλά η αλήθεια της (απολύτως υποκειμενική κάθε φορά) διαθλάται μέσα από ποικίλα κάτοπτρα.

Οι δύο αφηγήσεις (όψεις μέσα από καθρέφτη) ανήκουν στις δύο αδελφές (την Ερμιόνη και τη Στέλλα) και αφορούν ένα κουβάρι από γεγονότα που ξετυλίγεται γύρω από τη Νόρα, την ξαδέλφη τους με τον ασταθή ψυχισμό και την καταλυτική παρουσία στη ζωή και των δύο. Διαφορετικοί χαρακτήρες, η μεγαλύτερη Ερμιόνη και η Στέλλα, η μία πιο κλειστή, ερμητική και απόμακρη, η άλλη περισσότερο ανοιχτή και εξωστρεφής, μοιάζει να χτίζουν τη ζωή τους γύρω από τη Νόρα, καθορίζοντας τη σχέση μεταξύ τους από τον βαθμό επιρροής που ασκεί πάνω τους η ξαδέλφη τους.


Μια σταδιακή (και ίσως προβληματική) ενηλικίωση; Θα μπορούσε να διαβαστεί κι έτσι αυτή η ιστορία, με κεντρικό άξονα τις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στην ευρύτερη οικογένεια. Ωστόσο, δύο γεγονότα, που συνιστούν την πλοκή της νουβέλας, διαταράσσουν την ομαλή πορεία από την εφηβεία στην ωριμότητα. Τα δύο κορίτσια θα χάσουν τους γονείς τους σε δυστύχημα, και ο πιο κοντινός συγγενής, ο αυταρχικός θείος, αδελφός της μητέρας τους, θα αναλάβει την κηδεμονία τους. Όταν μια μέρα ο θείος θα βρεθεί νεκρός, όλοι θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν τις πραγματικές συνθήκες του θανάτου του αντικρίζοντας το Κακό μέσα από παραμορφωτικά κάτοπτρα.




Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της ιστορίας είναι η αριστοτεχνικά δομημένη μορφή της, χωρισμένη σε δύο μέρη (Η εικόνα, Το ράγισμα) και το κάθε ένα από αυτά πάλι μοιρασμένο στις δύο αφηγηματικές πρωτοπρόσωπες φωνές των δύο αδελφών. Μια απόπειρα να «δομηθεί» το Κακό, προκειμένου κατά το δυνατόν να ελεγχθεί; Αν ισχύει αυτή η οπτική, τότε πράγματι το νέο βιβλίο της Συλλαίου, ακολουθώντας μια πορεία δραματική (με τα υλικά του θεάτρου ή του κινηματογράφου) χτίζει μια σύγχρονη εκδοχή της κοινοτοπίας του Κακού, που βρίσκεται δίπλα μας, αθέατο ή μεταμφιεσμένο σε συνήθη οικογενειακά σκηνικά, ωστόσο πάντα απειλητικό στην ανάπτυξή του. Και, τότε, ίσως ο καλύτερος τρόπος να το κοιτάξεις είναι μέσα από τον καθρέφτη, μήπως έτσι μετριάζεται η δύναμή του να σε μεταμορφώσει.  Ακόμα και αν δεν έρθει η ποθητή κάθαρση, ακόμα κι αν το Κακό θα αποδειχθεί παντοδύναμο στη συχνότητά του και στην οικείωση με αυτό, είναι σημαντική μια μυθοπλασία που τολμά να διεισδύσει στις σκοτεινές πτυχές του. Βέβαια, κατά τη συγγραφική επιλογή, ο καθρέφτης θα ραγίσει, καθώς μετά τα γεγονότα θα έρθει η φυσική τους συνέχεια μαζί  με τη σταδιακή ωρίμαση των προσώπων, και τότε μέσα από τα ραγίσματά του (που αναπόφευκτα πολλαπλασιάζουν το είδωλο) αποκτά και η εικόνα νέες εκδοχές αποτύπωσης της αλήθειας.

Και ο αναγνώστης; Μένει μετέωρος, αφού πρέπει μόνος του να ενώσει τα στοιχεία-ψήγματα αποκάλυψης που του δίνονται; Θεωρώ πως εδώ βρίσκεται ένα από τα καλύτερα στοιχεία του βιβλίου. Η καλή λογοτεχνία, γνωστό αυτό, δεν απαντά στα ερωτήματα, ξέρει όμως να τα θέτει. Κι εδώ έχουμε μια από τις καλύτερες εκδοχές αυτής της δημιουργικής λογοτεχνίας, που προκαλεί τον αναγνώστη της να σκεφθεί, να βρει το νήμα πίσω από τις λέξεις και να δέσει την ιστορία με τον δικό του αντιληπτικό τρόπο.

Άψογη έκδοση, με τη φωτογραφία του εξωφύλλου (Lary Towell, Abandoned house) να αποδίδει την ερημιά, την εγκατάλειψη, τη μάταιη αναζήτηση ενός νοήματος στα πρόσωπα των δύο κοριτσιών που αντικρίζουν τον κόσμο από το παράθυρό τους.


Διώνη Δημητριάδου



Αποσπάσματα

 

Αυτό συνέβαινε πάντα με τη Νόρα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου: θυμός, μετά λατρεία, έπειτα πάλι οργή και ούτω καθεξής. Έκανα δυο βήματα, θέλοντας να την αγκαλιάσω, να της φιλήσω τα χέρια, έχοντας επίγνωση των επιπτώσεων ενός τέτοιου παράτολμου διαβήματος. Η Νόρα αντιλήφθηκε τις προθέσεις μου και έκανε ένα βήμα πίσω. (σ. 84).

 

Πριν κλείσω την τελευταία βαλίτσα μας, ρίχνω μια ματιά πίσω μου. Βλέπω τη Νόρα να χάνεται μέσα στις θαμπές αντανακλάσεις. Μας αποχαιρετά, κι εμένα και την Ερμιόνη. Καμιά από τις δυο μας δεν μπορεί να τη διεκδικήσει πια. (σ. 134).

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022

Σταμάτα να παριστάνεις τον φασουλή και άλλα διηγήματα Ασπασία Κράλλη εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Σταμάτα να παριστάνεις τον φασουλή

και άλλα διηγήματα

Ασπασία Κράλλη

 εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Παρατήρηση αρχή δημιουργίας • Fractal (fractalart.gr)


 


 

παρατήρηση αρχή δημιουργίας

 

Η μικρή φόρμα είναι απαιτητικό είδος, κι ας θεωρείται από κάποιους μια εύκολη γραφή, με δεδομένη την περιορισμένη έκτασή της. Ωστόσο, είναι τέχνη συγγραφική να κατορθώσεις μέσα στο  μικρό «σώμα» ενός κειμένου να δώσεις αρχικά το θέμα σου, πλήρες και αλώβητο από περιττολογίες και θεματικές απομακρύνσεις, άρα αστοχίες. Κατόπιν, πρέπει να εστιάσεις στον ένα και μοναδικό ήρωα, γιατί αυτός συμπυκνώνει στο πρόσωπό του τη βασική ιδέα (άρα και αρχική που δεν εγκαταλείπεται ποτέ) που γέννησε την ανάγκη της συγκεκριμένης γραφής. Αλλά και η πλοκή (όσο κι αν η μικρή έκταση την περιορίζει) οφείλει να είναι παρούσα, ζωντανή και εξελισσόμενη. Μου αρέσουν οι γραφές που μοιάζει να ξέρουν τι ακριβώς θέλουν να πουν, και δεν τις συναντώ συχνά.

Η Ασπασία Κράλλη, γνωστή από τις θεατρικές της σημαντικές ενασχολήσεις, δίνει εδώ μια συλλογή από ένδεκα διηγήματα, που όλα εκκινούν από την παρατήρηση. Οι αφορμές που προσφέρει η ζωή των άλλων, όσο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εναλλάσσονται οι σκηνές της, αποτελούν την ουσιώδη αρχή της δημιουργίας, το έναυσμα, το κίνητρο για τη σκέψη και ακολούθως για το προσωπικό βίωμα (παρόν και αυτό), που θα επεξεργαστεί μέσα από τον δικό του κόσμο όσα περισυλλέγει παρατηρώντας. Και είναι πράγματι ενδιαφέρουσες οι σκηνές/αφορμές που αποτελούν εδώ το αρχικό υλικό για τη λογοτεχνική επεξεργασία, για την τελική  μυθοπλασία. Εικόνες που θα περνούσαν (κάποιες από αυτές) απαρατήρητες, μεταπλάθονται σε μια ενδιαφέρουσα θεματική, που προχωρά πολύ πιο πέρα από το αρχικό ερέθισμα, καθώς ανοίγει τον ορίζοντά της για να προσελκύσει την αναγνωστική πρόσληψη, προσωπική και αυτή.

Από την προμετωπίδα του βιβλίου της η Κράλλη δείχνει προς τα πού έχει γυρίσει τη ματιά της, καθώς οι στίχοι από το τραγούδι των Beatles φέρνει στην επιφάνεια όλη τη μοναχικότητα, την κρυμμένη συχνά πίσω από μια φαινομενικά συντροφευμένη ζωή. Μπορεί μια τσάντα ξέχειλη από παράταιρα και άχρηστα αντικείμενα να αποτελέσει θέμα μιας ιστορίας; Ή η σκηνή έξω από ένα δισκάδικο να προκαλέσει τη συγγραφική περιέργεια; Αλλού, συνηθισμένες καταστάσεις, όπως μια ανεκπλήρωτη επιθυμία, ή ένας χαμένος έρωτας, ή μια αναγκαστική οικογενειακή συμβίωση, θα ξεδιπλώσουν διαδοχικά επίπεδα σκέψεων και συναισθημάτων, μέσα από μια αφήγηση που ποικίλλει στις επιλογές της (εναλλαγή προσώπων που οδηγεί σε διαφορετική οπτική  για το ίδιο γεγονός ή σε αναπάντεχες αποκαλύψεις), με τον διάλογο μετρημένο, να μην επισκιάζει τα αφηγηματικά κομμάτια μέσα από τη φωνή του παντογνώστη αφηγητή στις περισσότερες ιστορίες. Και όλο αυτό χωρίς να υπερτονίζονται οι συναισθηματικές καταστάσεις, αλλά να υπονοούνται μέσα από την κατάλληλη περιγραφ



Η Κράλλη έχει εμφανή τον ρυθμό στις αφηγήσεις της, σαν να απευθύνεται στο κοινό μιας παράστασης στο θεατρικό σανίδι, σαν να πρέπει να κρατήσει εναργή την προσοχή του θεατή/αναγνώστη της· και το καταφέρνει. Έχοντας στο κέντρο το πρόσωπο που την ενδιαφέρει, επιτρέπει στα δευτερεύοντα πρόσωπα να κινούνται στα πίσω πλάνα διατηρώντας το καθένα τη δική του οπτική – ενδεικτικό το διήγημα «Στα σκαλοπάτια», με το παραπληγικό παιδί, τους γονείς του, τις τρεις φίλες που παρατηρούν τη σκηνή. Ευρηματικοί και οι τίτλοι των ιστοριών, ξεφεύγουν από τα τετριμμένα και κοινότοπα, προκαλώντας την προσοχή του αναγνώστη (ως προϊδεασμός αρχικά) να  στραφεί εκεί που η συγγραφέας επιθυμεί.

Σημαντική έτσι κι αλλιώς η γραφή της Ασπασίας Κράλλη, για την αρχική ιδέα, τον πολλαπλασιασμό της παρατήρησης και τη μεταποίησή της σε λογοτεχνία, για τον αφηγηματικό τρόπο, ακόμη πιο αξιοπρόσεκτη γιατί είναι η πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία. 


Διώνη Δημητριάδου 


Απόσπασμα

 

 Κοίταξε γύρω του και διαπίστωσε ότι, ευτυχώς δεν τους κοιτούσε κανείς. Αυτό ήταν πάντα κάτι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν. Όταν ήταν μόνοι τους στο σπίτι, ένιωθε ότι μπορούσε να αισθάνεται και να φέρεται σαν φυσιολογικός πατέρας. Μπροστά στον κόσμο όμως τον έπνιγε ένα αίσθημα ντροπής α ενοχής. Αισθανόταν διαρκώς ότι κάπως έπρεπε να απολογηθεί. Κοίταξε γύρω του και είδε τις μοναδικές πελάτισσες του μαγαζιού να είναι απορροφημένες σε μια συζήτηση που έμοιαζε να τις ενδιαφέρει πολύ.

[…]

Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, το παιδί έδειχνε σημάδια κόπωσης. Το πήρε στα χέρια. Το σώμα του είχε μεγαλώσει και δεν χωρούσε πια καλά στην αγκαλιά του. Τον πέρασε προσεκτικά από την πόρτα για να μη χτυπήσει το κεφάλι του στο κούφωμα και άρχισε να κατεβαίνει αργά τα σκαλοπάτια.

Τον κρατούσε σαν τρόπαιο, σαν γυάλινη κούκλα. Η προσοχή του ήταν τώρα ολοκληρωτικά στραμμένη στον γιο του, έτσι δεν πρόσεξε μέσα στο σκοτάδι ότι ανάμεσα στις φυλλωσιές του κήπου η μία από τις τρεις φίλες είχε κοντοσταθεί και τους κοιτούσε… διακριτικά.  («Στα σκαλοπάτια», σ.85-86).

 

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

Το διαλυμένο σπίτι Horst Krüger Τα νεανικά μου χρόνια στη Γερμανία του Χίτλερ μετάφραση: Σίσσυ Παπαδάκη εκδόσεις Gutenberg/σειρά: Ιστορία η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Το διαλυμένο σπίτι

Horst Krüger

Τα νεανικά μου χρόνια στη Γερμανία του Χίτλερ

μετάφραση: Σίσσυ Παπαδάκη

εκδόσεις Gutenberg/σειρά: Ιστορία

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Το διαλυμένο σπίτι» του Χορστ Κρίγκερ (κριτική) – Το σιωπηλό δράμα ενός συλλογικού τραύματος (bookpress.gr)

 

 


Η κανονικότητα και η επώαση του Κακού

 

Το συλλογικό τραύμα των Γερμανών, απότοκο των χρόνων του Ναζισμού, είναι βαθύ και ακόμη ζωντανό, όσο κι αν ο χρόνος και οι πολιτικές εξελίξεις λειαίνουν, όπως είναι αναμενόμενο, τις κοφτερές γωνίες. Κατά τον Γκίντερ Γκρας ο μόνος τρόπος για να εξιλεωθεί κανείς ήταν να αντιμετωπίσει και να παραδεχτεί το παρελθόν του. Η έννοια της συλλογικής ενοχής και ευθύνης, φυσικά, δεν είναι καθόλου απλή, γιατί μια κοινωνία πολυδιάστατη και πολύμορφη σε όλες τις παραμέτρους της, δεν μπορεί να εκληφθεί συλλήβδην ως αριθμητικό σύνολο μονάδων που δρουν καθ’ όμοιο τρόπο. Υπάρχει και η απόλυτη άποψη, διατυπωμένη  από τον  Jean Améry (Hans Maier): Δικαιούμαι να πω ότι στη δική μου συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. […] Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. (Jean Améry, Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, Άγρα, σε μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη).  

Από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδοχές αποτύπωσης του ηθικού φορτίου μιας ολόκληρης γενιάς που έζησε στα χρόνια γέννησης και ανόδου του Ναζισμού, αποτελεί η μέσω της γραφής (λογοτεχνικής ή όχι, με  γνωστό πάντως τον αφορισμό του Τέοντορ Αντόρνο: «Το να γράψεις έστω και ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο») συνειδητοποίηση, αποδοχή, ερμηνεία εν τέλει, του αισθήματος προσωπικής ευθύνης – στο μέτρο, φυσικά, που η μονάδα/ψηφίδα της συνολικής τοιχογραφίας μετέχει, επωμίζεται, χρεώνεται την επικράτηση του Κακού.

Ο Χορστ Κρίγκερ (1919-1999), ο εγκυρότερος Γερμανός αρθρογράφος της μεταπολεμικής περιόδου, ανατρέχει στις αναμνήσεις του από τα χρόνια ανόδου και επικράτησης του Ναζισμού, όπως ο ίδιος βίωσε την εποχή αυτή στο Άιχκαμπ, ένα προάστιο του Βερολίνου, κατά τη δεκαετία του 1920 και του 1930 (αλλά και κατόπιν στα χρόνια του πολέμου ως σμηνίας της Βέρμαχτ) με τους φιλήσυχους και αδιάφορους για τα πολιτικά πράγματα κατοίκους, σε μια οικογένεια που τίποτα δεν έμοιαζε ικανό να διαταράξει την ηρεμία της. Το βιβλίο γράφτηκε το 1965-1966 και εκδόθηκε το 1966, ως απότοκο της συγκλονιστικής του εμπειρίας να παρακολουθήσει τη σειρά δικών που έγιναν στη Φρανκφούρτη (1963-1965) για τα εγκλήματα στο Άουσβιτς. Ήταν τότε που για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τη δική του ευθύνη, το προσωπικό του μερίδιο στη γερμανική κτηνωδία. Τον συντάραξε η συνειδητοποίηση της δικής του θέσης σ’ έναν κόσμο που στα χρόνια εκείνα έμοιαζε φυσιολογικός και κανονικός, μέσα του όμως επωαζόταν το αυγό του φιδιού. Αυτό που θα μας δείξει στη συγκλονιστική του αφήγηση, είναι πόσο τραγικά αληθινή είναι η κοινοτοπία του Κακού, που θεωρητικά έχει αναπτύξει η Χάνα Άρεντ, μα και πόσο αφορά, πέρα από τη γερμανική περίπτωση, κάθε σταδιακή επώαση του Κακού που εκλαμβάνεται ως φυσιολογική (άρα αποδεκτή) κανονικότητα, όπου γης.

Το διαλυμένο σπίτι του γίνεται μια μικρογραφία της γερμανικής κοινωνίας που τελούσε εν υπνώσει, κι έτσι δεν εννόησε έγκαιρα μια πορεία προδιαγεγραμμένη – όταν ο απλός πολίτης δεν αφυπνίζεται, δεν νιώθει τη σιωπή, την ανοχή του, όχι απλώς ως «κανονικότητα» αλλά ως στοιχείο άρρηκτα δεμένο με τη διαμόρφωση της ιστορίας, τότε είναι συμμέτοχος σε όποια μορφή πάρει αυτή. Έτσι, περιγράφοντας με το χαμηλόφωνο ύφος του, τόσο γλαφυρό όμως, τι συνέβαινε στην οικογένειά του και στους γείτονές του –όλοι συνηθισμένοι, θα πει, άνθρωποι– σιγά σιγά ανοίγει το σκηνικό για να φανεί η ευρύτερη εικόνα. Η μητέρα του διαβάζει το ευπώλητο της εποχής (Ο Αγών μου, του Χίτλερ), χαρίζει μικρές σβάστικες στο παιδί της, θεωρεί μέρα τη μέρα σωτήριο το φρικτό πρόσωπο του ναζισμού. Ο ίδιος, χωρίς ακριβώς να καταλαβαίνει τι κάνει (και σε τι πιστεύει), επηρεασμένος από τον συμμαθητή του, θα λάβει μέρος σε αντιστασιακή πράξη και θα συλληφθεί. Όμως το καθεστώς, ξέροντας  να διακρίνει τον ιδεολόγο από τον ανίδεο πολιτικά, τον αφήνει ελεύθερο. Δεν κινδυνεύει από τέτοιους πολίτες, ίσα ίσα σ’ αυτούς στηρίζει (όσο και στους συνειδητά ταγμένους) την κυριαρχία του. Και αυτή είναι μια ενοχή που δεν μπορεί εύκολα να αποποιηθεί η συνείδηση της γενιάς του Κρίγκερ. Ας επισημανθεί, όμως, η «δραπέτευση» της αδελφής του (από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια)  τόσο από τον ασφυκτικό κλοιό της οικογένειας, όσο και από μια ζωή ήδη νεκρή – ποιος θα τολμούσε όπως αυτή να δει τα όρια διαφυγής τόσο τραγικά δεμένα με το αδιέξοδο;



Ο Κρίγκερ στον Επίλογο του βιβλίου (γραμμένο δέκα χρόνια μετά) θα πει ότι μοιάζει σαν να δημιουργήθηκε από μόνο του, σαν με τη συγκεκριμένη αφορμή να άνοιξε ένα ρήγμα συνειδησιακό, να βγήκε το ορμητικό ποτάμι στην επιφάνεια. Και πράγματι, η αφήγησή του σε αδιάκοπη ροή, τόσο που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, απηχεί και τον τρόπο που έφτασε η μνήμη στο χαρτί, εμπλουτισμένη με την αναγκαία συνειδητοποίηση που δεν επέτρεπε κανένα άλλοθι. Όταν αναρωτιέται τι θα έκανε αν αυτός επιλεγόταν να οδηγήσει τους Εβραίους στο κολαστήριο του Άουσβιτς, αν ένιωθε τον ρόλο του εκείνη την ώρα, αν ήξερε, αν καταλάβαινε τι γινόταν, αν είχε άραγε τη βούληση να αντιδράσει και να υποστεί τις συνέπειες, είναι επιτέλους αντιμέτωπος με  το μείζον ερώτημα που φωλιάζει στην ψυχή των Γερμανών της γενιάς εκείνης: εγώ πού ήμουν τότε; Καμιά φτηνή δικαιολογία δεν είναι αρκετή· η τύχη επέλεγε κάποιον στα μετόπισθεν, κάποιον στο μέτωπο του πολέμου και κάποιον συνεργό στα εγκλήματα. Καθόλου τυχαία η τελευταία πρόταση του βιβλίου συνοψίζει όλα τα παραπάνω: Σκέφτομαι πως ο Χίτλερ θα μείνει για πάντα μαζί μας, για όλη μας τη ζωή. Το γεγονός ότι όλο αυτό θέλησε να το καταγράψει, στην ουσία του επέτρεψε να συνεχίσει τη ζωή του, λίγο πιο ανακουφισμένος· τουλάχιστον αυτός μίλησε, τα είπε. 

 

Η μετάφραση της Σίσσυς Παπαδάκη, σε όμορφα και σωστά ελληνικά, παρακολουθεί το ύφος της αρχικής γραφής. Στο Επίμετρο, το κείμενο του Μάρτιν Μόζεμπαχ, ανακεφαλαιώνει όλο το βιβλίο, σχολιάζει τον τρόπο γραφής του Κρίγκερ, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα την προσωπικότητά του, με την «άτυπη κατάθλιψη», την ηθελημένη υποβάθμιση ή και αποσιώπηση του δικού του ρόλου προκειμένου να φανεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα,  να ανοίξει ο ορίζοντας σε ευρύτερο σκηνικό. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο, από τα καλύτερα που έχουν γραφεί γι’ αυτό το «σιωπηλό» δράμα ενός συλλογικού τραύματος.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Τώρα τη στιγμή που το στοιχειό εξαφανίζεται, που ακόμα και οι τυφλοί αρχίζουν να βλέπουν καθαρά, αλλάζεις πλευρά, εσύ, ο ασήμαντος σμηνίας της Βέρμαχτ, ο εικοσιπεντάχρονος, ένας μόνο από τα είκοσι εκατομμύρια ένστολους, εμφανίζεσαι ολομόναχος, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Βορείου Αμερικής και λες: «Δεν θέλω άλλο, δεν μπορώ άλλο. Έρχομαι εξαιτίας του μίσους μου για τον Χίτλερ και γιατί έχω θυμώσει με τον λαό μου και δεν τον εμπιστεύομαι». (σ. 147).

 

[…] ήταν βεβαίως ο Χίτλερ· είναι ακόμα μαζί μας. Παραμένει κυρίαρχος στο σκοτάδι, υπόγεια. Με κάποιον τρόπο έχει επιφέρει ένα ρήγμα. Άλλοι κυνηγούν το χρήμα, άλλοι πηγαίνουν στη δίκη του Άουσβιτς, κάποιοι τα κουκουλώνουν, κάποιοι τα ξεσκεπάζουν – αυτές είναι οι δύο πλευρές του γερμανικού νομίσματος. Σκέφτομαι πως ο Χίτλερ θα μείνει για πάντα μαζί μας, για όλη μα τη ζωή! (σ. 210).