Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

«σε άσπρο μαύρο η απουσία» Διώνη Δημητριάδου μαζί με μια φωτογραφία του Θάνου Τσιμέκα


«σε άσπρο μαύρο η απουσία»
Διώνη Δημητριάδου
μαζί με μια φωτογραφία του Θάνου Τσιμέκα




Τι χώρος είναι αυτός; Κι αν δεν είναι χώρος, τότε τι;

Ανοίγω το παράθυρο. Κοιτάζω. Τα βράδια που ερχόσουν. Άφηνες το αυτοκίνητο πριν τη στροφή, κατηφόριζες τον δρόμο κι έμπαινες στο σπίτι.

Σιωπή.

Η φωτογραφία που κοιτάζω είναι τραβηγμένη με φόντο κάποια θάλασσα. Δεν θυμάμαι πια πού ήταν. Τα μάτια σου είναι στραμμένα κατ’ ευθείαν μπροστά, κοιτάζεις τον φακό. Όχι τον φωτογράφο, τον φακό. Είναι ασπρόμαυρη λήψη. Το χρώμα, έλεγες, χαρίζει ψέμα στην εικόνα, την κάνει να δείχνει «κατασκευασμένη», μια αποτύπωση πραγματικότητας που δεν πείθει. Το ασπρόμαυρο είναι πιο γήινο, πίστευες. Δεν μπόρεσα να σε πείσω ότι ίσα-ίσα η αντίθεση άσπρου και μαύρου είναι που μπορεί να «πειραχτεί» περισσότερο από τον φωτογράφο. Μέσα στο μυαλό σου τα πράγματα έτσι κι αλλιώς μοιρασμένα και ξεκάθαρα. Άλλο η φύση και άλλο η Τέχνη. Δεν μπορείς να μιμηθείς τη φύση, όσο κι αν προσπαθήσεις. Παραχώρηση μου έκανες σε κάθε φωτογραφία. Ας είναι.

Αν και σε τόνους του άσπρου και του μαύρου, μαντεύω (ή μήπως θυμάμαι;) το χρώμα που έχει το πουκάμισο. Ήταν σίγουρα ένα λαδί, στο χρώμα των ματιών σου. Αυτό δεν χρειάζεται να κοιτάξω καμία φωτογραφία για να το θυμηθώ. Το κουβαλάω μέσα μου και, πίστεψέ με, είναι το ίδιο ζωντανό. Όπως τότε.

Στα όνειρα βάζεις χρώμα; Δεν ξέρω να απαντήσω. Νομίζω πως ναι, αν και ποτέ δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτε χρωματιστό την άλλη μέρα. Όλα σε άσπρο και σε μαύρο. Σε μαύρο πιο πολύ.

Διώνη Δημητριάδου
(η φωτογραφία του Θάνου Τσιμέκα)


Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

"Η Γοργόνα" από το «Μηχανικό Μολύβι» μαζί με δύο φωτογραφίες του Sebastião Salgado



"Η Γοργόνα"

από το «Μηχανικό  Μολύβι»

μαζί με δύο φωτογραφίες του Sebastião Salgado





Το καμένο σουτιέν

μιας Cécile

έναν Μάη

νίκησε την εντροπία

της στάχτης του

ανασύστησε την

σομόν δαντέλα

πέταξε ψηλά και

κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί

Γι' αυτό, απόρησε,

καήκαμε εμείς;

Για τούτες τις ειδήσεις

σπάσαμε με τις ντουντούκες

της επιθυμίας τα δεσμά;

Με μιας τότε σηκώθηκαν

ανταριασμένες

η Έμιλυ

η Βιρτζίνια

η Καλλιρρόη 

μα και η ίδια η καμία

η Cécile

πήγαν μαζί να βρουν

την πληγωμένη

στα νερά της Ρόδου

της δώσανε φιλί γλυκό

την αγκαλιάσαν

κι εκείνη λευκή

απ' τον αφρό ξεπρόβαλε

και μίλησε

Κορίτσια,

Μη φοβάστε!




"Μηχανικό Μολύβι"
η πρώτη δημοσίευση στο https://technischerbleistift.blogspot.com/2018/12/blog-post_6.html?fbclid=IwAR3pO1G4fmso_UQWiN047l0VjkQSPRHddb4SLNThWsJ0ugKq8QTpK0Q4ymY

(οι φωτογραφίες του Sebastião Salgado)

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Ο Κατάδεσμος Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη Από 15 Δεκεμβρίου και κάθε Σάββατο Στον Πολυχώρο Τέχνης “Alte Fablon”


Ο «Κατάδεσμος» 
του Θωμά Κοροβίνη 
επί σκηνής!



Ο «Alte Fablon» παρουσιάζει
τη θεατρική παράσταση
Ο Κατάδεσμος
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του 
Θωμά Κοροβίνη
Από 15 Δεκεμβρίου και κάθε Σάββατο στις 12 τα μεσάνυχτα
Στον Πολυχώρο Τέχνης “Alte Fablon”
Διεύθυνση: Φιλίππου 71 & Χριστοπούλου (περιοχή Ιασωνίδου) Τηλ: 2314014430 





Η παράσταση
Ο Κατάδεσμος είναι ο σπαρταριστός μονόλογος μιας γυναίκας απ’ τη Θεσσαλονίκη, που ύστερα από αρκετές δεκαετίες τυραννικής έγγαμης ζωής εκρήγνυται σ’ ένα σπαρακτικό και σαρκαστικό ξέσπασμα, στήνοντας απέναντι της τον σύζυγο της, στην προσωπικότητα του οποίου αποδίδει τα χειρότερα αντρικά ελαττώματα καθώς και ποικίλες άλλες παραδοξότητες. Στο λόγο της Ζηνοβίας, που έχει ύφος αποτροπιαστικό ενώ παράλληλα λειτουργεί ως αυτοκάθαρση, σκιαγραφείται στην ακραία της εκδοχή, η χειρότερη εικόνα του σύγχρονου Έλληνα μέσα από συμβιβασμούς, ιδιοτελείς επιλογές, φαλλοκρατικές εμμονές, ακραίες ερωτικές προτιμήσεις και μια απόλυτα αμοραλιστική συμπεριφορά.

Συντελεστές:

Κείμενο: Θωμάς Κοροβίνης


Σκηνοθεσία: Τιτίκα Δελιγκά

Σχεδιασμός Φωτισμών: Διονύσης Καραθανάσης

Σκηνικά: Θάνος Καρώνης

Σχεδιασμός Έντυπων: Lacrimosa Design

Φωτογραφίες: Θανάσης Κριτσωτάκης

Οργάνωσης Παραγωγής & Επικοινωνία: Απόστολος Λιάπης

Παραγωγή: Alte Fablon

Επί σκηνής: Σοφία Τριανταφυλλίδου



Παραστάσεις

Από 15 Δεκεμβρίου 2018 και κάθε Σάββατο στις 12 τα μεσάνυχτα

Διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 10 ευρώ με ένα ποτό

Προπώληση εισιτηρίων: Alte Fablon

Δευτέρα – Παρασκευή 10:30 - 20:30

Απαραίτητη η κράτηση λόγω περιορισμένων θέσεων

Πληροφορίες και κρατήσεις: 

Πολυχώρος Τέχνης "Alte Fablon" 

Διεύθυνση: Φιλίππου 71 & Χριστοπούλου (περιοχή Ιασωνίδου)

Τ: 2314014430

Facebook : https://www.facebook.com/altefablonthessaloniki/

Blog:http://altefablon.blogspot.com/

Εύσαρκο κάτι σαν φως Βίκυ Δερμάνη εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr http://frear.gr/?p=23216


Εύσαρκο κάτι σαν φως

Βίκυ Δερμάνη

εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr
http://frear.gr/?p=23216




Στεγνωμένες σκιές σε ασφυκτικά περίκλειστα παράθυρα και σπίτια. Μια αγέλη βρώμικες ζωές, από προσωπεία νεκρικά, από χέρια αιδημοσύνης που πλέκονται ξεπλέκονται, με μάτια ολάνοιχτα σ’ επίκληση φτηνή. Ποτέ δε μίλησαν, δεν τίποτα απαίτησαν ποτέ. Στις λευκές της ζωής τους ημέρες προτάσσουν στήθος καλυμμένο από κλωνάρια αξιοθρήνητα χάρτινης διαφυγής, μαραμένο. Σέρνουν ξυπόλητοι της ύπαρξής τους τα υπάρχοντα από δωμάτιο σε δωμάτιο σε κίνηση άσκοπη και διαρκή, υστερικά κλαίνε, επίκλησιν αξιοπρεπούς κάνουν ζωής. Έτσι. Με χέρια που πλέκονται και ξεπλέκονται· δίχως ποτέ τα της

ζωής να πράττουν συχνά ψιθυρίζοντας η μοίρα τους πως

                         η μοίρα φταίει που τους έλαχε κακή.



Το εύσαρκο ποίημα ενσωματώνει τη ζωή, όπως την καταγράφει η Βίκυ Δερμάνη στην κατακόκκινη σαν το αίμα πρόσφατη συλλογή της. Γιατί δεν είναι μόνον το εύγλωττο εξώφυλλο της Χριστίνας Καραντώνη, που γράφει και αυτό τις εικαστικές του λέξεις για να ολοκληρωθεί το σκηνικό. Είναι που σε κάθε σελίδα του βιβλίου βρίσκεις κατάσαρκα να χαράσσονται μέσα σου οι σκηνές που φτιάχνει η ποιήτρια. Με την αναγνωστική άδεια που παρέχει η ποίηση (κυρίως αυτή) εισέρχεσαι στο σκηνικό των ποιημάτων και θαρρείς πως αναγνωρίζεις παλιό, γνωστό δικό σου φόντο. Ας πούμε πως είναι η πλατεία Βικτωρίας, όπως ήταν κάποτε βαθιά φυλαγμένη στη μνήμη αλλά και η σύγχρονη, πονεμένη και σκυφτή από τα χρόνια και από τον άδικο καιρό.

Επώδυνη η είσοδος στο σπίτι, στα δωμάτια, με τις σκιές προσώπων που τα κατοικούσαν κάποτε, με τα άλλα πρόσωπα που σαν σκιές εγκαταβιούν μέσα τους.

                            

[…] Πάνε χρόνοι πολλοί  που ένα σμήνος πουλιών κούρνιαζε στου κεφαλιού του την αρένα. Το σπίτι γεμάτο καπνούς,  μουγκανητά, ουρλιαχτά σειρήνων τεράστιων, σαλπίσματα πόνου γυμνού. Στο σπίτι πόρτες, παράθυρα πάντα κλειστά. Μέσα από λάβα και στάχτη πέρασε η ζωή του. […]



Και είναι πολλά τα πρόσωπα. Κάποια με το όνομά τους: Μαρία, Γιώργος, Άννα, Ελένη, Δήμητρα, Παναγιώτης, Θύμιος, Ζωή, Ηλέκτρα, Αγγελική, Διονυσία, Ρενάτα. Μα είναι και τα άλλα, τα περισσότερα, που νιώθεις πως στεγάζουν την ανωνυμία τους πίσω από όσα κερδίζουν την απαθανάτισή τους μέσα στο ποίημα. Φυσικά ανάμεσα τους η δημιουργός των μορφών, η ποιήτρια, πότε να κοινωνεί την απουσία μιλώντας με το γεμάτο ιδιωτικό άχθος πρώτο πρόσωπο, πότε να μεταφέρει μέσα της (και από εκεί στους στίχους της) το αλλότριο πάθος, ωστόσο τραγικά συγγενές. Ποιος μπορεί να πει τι κρύβει το εγώ του ποιητικού υποκειμένου, πώς να ορίσεις το προσωπικό και το αλλότριο, όταν ασφυκτικά σε στριμώχνει η ζωή,  όταν οδυνηρά ολισθαίνει γύρω σου και μέσα σου; Και, επιτέλους, οι κλειστοί χώροι μήπως στην πραγματικότητα είναι τα βασανιστικά στενά περιθώρια μιας κοινής ζωής, που και όταν ανοίγει σε κάποιο παράθυρο, πάλι μια κλειστή πραγματικότητα αντικρίζει στον έξω κόσμο;



Ξέρεις τι είναι μια ζωή ολόκληρη; (Μια ζωή). Τέσσερις

τοίχοι, ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι

είναι να κοιτάζω τις ζωές τις ξένες; Να κοιτάζω λαθραία.

Δική  μου δεν έχω. Ένα παράθυρο το βιος μου. Περιουσία

λειψή και κλεμμένη. […]



Αλλά και αυτός που διαβάζοντας αισθάνεται την υγρασία των τοίχων, τους σοβάδες να πέφτουν, τις διαλυμένες ζωές από την έξω και τη μέσα κατακρήμνιση, δεν είναι εδώ απλός αναγνώστης· συμμέτοχος είναι στη γραφή και στον εσώκλειστο πόνο. Γνωστή, άλλωστε, η συνθήκη της γραφής: η αφορμή της θνητή και οι δρόμοι προσπέλασης σ’ αυτήν όσοι και οι αναγνώστες, αυτοί που έχουν την αίσθηση πως έχουν μερίδιο δικό τους στο περίκλειστο τοπίο της ποιήτριας.
Όπως βρίσκεσαι μέσα στον ποιητικό χώρο, νιώθεις τον κίνδυνο όλα αυτά να καταχωρισθούν στη συνείδησή σου με τη μορφή μιας κανονικότητας αδράνειας, παραίτησης, εγκατάλειψης.



Συνηθίζει ο κόσμος τα πάντα, ξέρετε. Την ψυχή στα παζάρια ξεπουλάει, τη ζωή τη ζοφερή από τσιγκέλια κρεμά,

στέκει ατάραχος πίσω από παράθυρα μισάνοιχτα, δίχως

δέος ή τρόμο κανένα, κοπάδια κοιτάζοντας από τσακάλια

κ' ύαινες όπου τα δόντια τους δείχνουν αιματωμένα

που, αφηνιασμένα και ανεμπόδιστα στους δρόμους, επελαύνουν. […]

Της μέρας η κανονικότητα συνεχίζεται δίχως τίποτα και

κανείς να την ταράξει.



Αυτή είναι η μία εκδοχή, η πιο τραγική, πιθανόν η πλέον αναμενόμενη. Ποιος είπε πως η ποίηση αστειεύεται, κάθε φορά που ανοίγει τα κλειστά παράθυρα και αντικρίζει το ζοφερό τοπίο να συμφωνεί με το περίκλειστο; Ποιος είπε πως κάθε φορά που ο ποιητικός λόγος συνομιλεί με τις προσωπικές σου αφορμές δεν  νιώθεις να μετουσιώνονται οι λέξεις σε αποκλειστικά δικές σου; Είναι τότε η στιγμή που στρέφεις και κοιτάζεις τους ποιητές κατά πρόσωπο. Ψάχνεις την πόρτα που πέρασες, το κατώφλι που διάβηκες και εισχώρησες στον ιδιωτικό χώρο. Εν προκειμένω, η Δερμάνη έχει προλάβει να συνομιλήσει με τον άλλο ποιητή τοποθετώντας στην προμετωπίδα τα δικά του λόγια:



Είν’ ένα γήπεδο που βρέχεται

και με στεγάζει.



Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου



Τώρα συνειδητοποιείς πόση βροχή είχαν μέσα τους τα ποιήματα, πόσο μέσα στην υγρασία τους μούλιαζε η ζωή και λιγόστευε. Ο χώρος ήταν ανοιχτός από την αρχή, βρεχόταν από παντού· τα ποιήματα μέσα του «στεγάζονταν» μουσκίδι ως το κόκαλο. Δεν περίμεναν να ανοίξει κανένα παράθυρο (έτσι κι αλλιώς βρεγμένο από τα δάκρυα και θαμπό από μέσα) – μάταιη η αναμονή του ανέλπιστου, δεν έρχεται. Μόνο αν η βροχή ήθελε να σταματήσει, τότε ναι. Αν αυτή έπαυε να βρέχει τις ζωές των προσώπων, τότε θα άνοιγε αόρατο παράθυρο στο φως. Γίνονται, όμως, θαύματα; Και πώς να τα ζητήσεις, έτσι όπως έχεις απομείνει ορφανός από παρουσίες αγαπημένες, εκτεθειμένος στη βορά των ανθρωποειδών και έρημος από Θεό κι ελπίδα; Μήπως, τότε, η Ποίηση έχει «κλειδί» στο φως; Ιαματική, όσο γίνεται, μέσα στον συντελεσμένο χρόνο, έρχεται να δώσει το ελάχιστο μιας ζεστής παρουσίας. Να δώσει το λίγο το δικό της, αντίδοτο στον αφανισμό της ζωής. Η ποιήτρια τελειώνοντας τη συλλογή της είναι προκλητική απέναντι στον σκοτεινό μέσα τόπο, δικό της και δικό μας:


[…]

Η βροχή έξω σταμάτησε, τα παράθυρα το τραγούδι

Άρχισαν, ζεστάθηκε το σπίτι όλο. Ενώ



Εύσαρκον το ποίημα τύλιξες· κάτι σαν ένδον φως.



Η ποίηση της Βίκυς Δερμάνη προσφέρει κάθε φορά τα τιμαλφή, τα πολύτιμα σε όποιον έχει τη δύναμη να εισχωρήσει στο μαύρο ή το αιμάσσον κόκκινο της γραφής της. Δεν θα ισχυρισθώ πως πρόκειται για ποίηση ελπίδας. Όχι, σε καμία περίπτωση. Μάλιστα το μαύρο της γραφής συχνά τη φέρνει στο χείλος του γκρεμού (με όποια σημασία θέλει κανείς να δώσει στο χάος που χάσκει μπροστά της (παράδειγμα η προηγούμενη συλλογή της «Ψυχή πουθενά», εκδόσεις ΑΩ, 2017)· μια Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων ή μια ποίηση σε τεντωμένο σχοινί. Θα πω, όμως, πως η ποίησή της στρέφει την  προσοχή στην ένδον αντιμετώπιση της αλήθειας, στον άνθρωπο που έχει τον καθρέφτη μέσα του, που μπορεί να βλέπει το ελάχιστο φως να ξεπροβάλλει κάθε που νιώθει πως έχει φτάσει στο άκρο, στο όριο της δύναμης του. Πρέπει να έχεις δοκιμαστεί στη θέα του ιερού τρόμου για να έχεις το μικρό μερίδιο που σου αναλογεί στα θαύματα. Αλλιώς δεν γίνεται. Η ποιήτρια το γνωρίζει καλά αυτό και το προσφέρει μέσα από τη γραφή της. Έξοχη για μια ακόμη φορά.



Διώνη Δημητριάδου


Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

"Το δάχτυλο στο στόμα" της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη










"Το δάχτυλο στο στόμα"


της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη






Ξυπνά απ' τ' άγρια χαράματα. Σηκώνεται απ' το κρεβάτι. Σχεδόν αυτόματα με το που ανοίγει τα μάτια. Το χουζούρι στο κρεβάτι που τόσο της άρεσε το έχει καταργήσει από καιρό. Ανοίγει τον υπολογιστή. Πάει στο μπάνιο. Βρέχει το πρόσωπο με κρύο νερό και μετά πάει στην κουζίνα. Αυτόματα σαν τηλεκατευθυνόμενη. Οι ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάθε πρωί. Ετοιμάζει την καφετιέρα για τον πρωινό καφέ. Τοποθετεί το φίλτρο. Ρίχνει μέσα δυο μεζούρες καφέ, μετά ρίχνει στο πίσω μέρος της συσκευής το νερό. Περιμένοντας κάνει τις καθιερωμένες ασκήσεις κινησιοθεραπείας για να χαλαρώσουν κάπως οι μαγκωμένες αρθρώσεις. Να τεντωθούν οι μύες του λαιμού και της ράχης. Κοιτάζει το ημερολόγιο. Πέμπτη 6 Δεκέμβρη. Του Αγίου Νικολάου σήμερα αναλογίζεται. Απ’ τις λίγες γιορτές που θυμάται χωρίς να συμβουλευτεί το εορτολόγιο.  Στην κουζίνα πλημμυρίζουν ρυθμοί και τραγούδια μαζί με τον χουρχουρητό ήχο της καφετιέρας.

Βλέπει τον εαυτό παιδί να κάθεται με τις γυναίκες στο κρεβάτι της μάνας και να παρακολουθεί μ’ ενθουσιασμό. Από δίπλα τα’ αδέλφια να κοιμούνται. Αυτή δε θέλει με τίποτε να την πάρει ο ύπνος και να χάσει το γλέντι. Το τραπέζι έχει τραβηχτεί στην άκρη του δωματίου. Στο κέντρο αγκαλιάζονται και χορεύουν γελαστές ανδρικές φιγούρες. Οι υπόλοιποι σε κύκλο γύρω τους.  Ενδιάμεσα σηκώνουν ένας ένας κάποια γυναίκα που διαλέγουν και χορεύουν μαζί της  καρσιλαμά. Φέρνουν στροφές, απομακρύνονται και μετά έρχονται πάλι κοντά αντικριστά, δίπλα δίπλα ή πλάτη με πλάτη, απομακρύνονται πάλι, πλησιάζονται, κάνουν στροφή, απομακρύνονται. Επικεντρώνει την προσοχή της στον μπαμπά. Τον ακούει που τραγουδά ενώ χορεύει. Yürü yavrum, yürü,/başmak yavrum yürü*” Τα γόνατα λίγο λυγισμένα. Το κεφάλι γέρνει ελαφρώς προς τα δεξιά. Απλωμένα τα χέρια. Ο αντίχειρας και ο μεσαίος του δεξιού χεριού ακουμπούν φευγαλέα κι επαναλαμβανόμενα βγάζοντας κάθε φορά τον γνώριμο ήχο ρυθμικά. Η παλάμη του αριστερού χεριού γέρνει χαλαρά προς τα κάτω με τα δάχτυλα λίγο ανοιχτά. Τα μάτια χαμηλωμένα. Τα φρύδια κάπως σμιχτά. Στα χείλη ανεπαίσθητο μειδίαμα. Έκφραση εκτόνωσης και χαράς, πληρότητας θα έλεγες. Εκστατικής ηδονής αλλά και κάποιου πόνου συνάμα. 

Αφήνει τις ασκήσεις και πάει μέσα στον υπολογιστή. Ψάχνει στο γιου τιουμπ το Κόνιαλι. Ακούει. Πρέπει οπωσδήποτε να μάθει το νόημα των στίχων.  Από παιδί άκουγε το τραγούδι χωρίς να καταλαβαίνει. Αυτή η λέξη “γιάρουμ”  πολύ της αρέσει κι όμως δε γνωρίζει τι σημαίνει, σκέφτηκε μουρμουρίζοντας “γιαόρουμ γιάβρουμ γιάρουμ”. Βρίσκει τους στίχους στα τούρκικα και στα ελληνικά.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γινόταν χαμός στο πατρικό. Ολονύχτιο φαγοπότι με τραγούδι και χορό. Γιόρταζαν τον μεγάλο αδελφό. Το πρώτο παιδί και μοναδικό αγόρι της οικογένειας. Ο μπαμπάς πολύ μερακλής. Το μικρό σπίτι δυο δωματίων όλο κι όλο άνοιγε διάπλατα. Ερχόταν οι φίλοι κρατώντας σαν τους μάγους τις τούρτες με την ολόλευκη σαντιγί περιτυλιγμένες με τη διαφανή ζελατίνα. Ήταν σχεδόν η μοναδική φορά κάθε χρόνο που έτρωγαν τούρτα για όσες μέρες κρατούσε μέχρι να τελειώσουν όλες. Η μάνα τις έκρυβε ψηλά πάνω στη ντουλάπα κι αυτά σκαρφάλωναν κρυφά και χώνοντας τα δάχτυλα στην τούρτα έτρωγαν στα κλεφτά λίγη απ’ τη σαντιγί που μπορούσαν να φτάσουν. 

Οι άνδρες κάθονταν γύρω από το τραπέζι με τον μπαμπά. Έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν, μεράκλωναν και σηκώνονταν για χορό. Τα πιάτα πηγαινοέρχονταν. Η μάνα με κάποιες άλλες στο πίσω δωμάτιο ετοίμαζαν τους μεζέδες. Δε διασκέδαζε η μάνα. Φρόντιζε τους επισκέπτες, κυρίως τον μπαμπά και τους φίλους του. Είχε την έγνοια να τους  ευχαριστήσει. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν του χορού. Ήταν τόσο αβέβαιη και αδέξια που όταν ο μπαμπάς ή κάποιος άλλος την τραβούσαν με το ζόρι για χορό έχανε τα βήματα και την ισορροπία. Οι γυναίκες δεν κάθονταν με τους άντρες. Έπαιρναν ένα κέρασμα με λικέρ και φοντάν. Ενδιάμεσα πηγαινοέρχονταν κι αυτές  στο πίσω δωμάτιο και ψιλοτσιμπούσαν. Τον περισσότερο χρόνο θρονιάζονταν όλες μαζί ένα μπουλούκι πάνω στο κρεβάτι της μάνας κοιτάζοντας τους άνδρες και περιμένοντας να τις σηκώσουν για χορό. Η μια πάνω στην άλλη στην κυριολεξία. Έτσι που μια χρονιά έσπασε το κρεβάτι κι έγειρε απ’ τη μια πλευρά στο πάτωμα βουλιάζοντας σαν βάρκα. Ήταν την ίδια χρονιά που ένας  φίλος του μπαμπά μερακλώθηκε τόσο που έβγαλε το πιστόλι και πυροβόλησε στο ταβάνι του σπιτιού. Όλοι είχαν κατατρομάξει τότε, δεν ήταν συνηθισμένοι στις μπαλωθιές. Η μάνα είχε στεναχωρηθεί που  τρύπησαν το ταβάνι.  



Ασυναίσθητα φέρνει το δάχτυλο στο στόμα. Νιώθει την κάψα. 



Το βράδυ θα μαζευτούν εθιμοτυπικά στο σπίτι του αδερφού. Χωρίς τραγούδια και χορούς. Τίποτε δε θα θυμίζει εκείνες τις ιδιαίτερα εύθυμες και ανέμελες βραδιές που φάνταζαν τόσο στα παιδικά μάτια...



*“Βάδιζε μωρό μου, βάδιζε,/το πασουμάκι μωρό μου να περιφέρεις”










Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum, δίγλωσσο βιβλίο σε δική της μετάφραση. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, http://www.poiein.gr, http://staxtes.com/ http://www.intellectum.org,  http://frear.gr/, http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  και άλλες Λογοτεχνικές σελίδες και περιοδικά με τα οποία συνεργάζεται, όπως και μεταφρασμένα ποιήματά της στα αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και βουλγαρικά.




































Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

2+2 επιλογές - προτάσεις για ανάγνωση η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/2-syn-2-epiloges-protaseis-gia-anagnosi/



2+2 επιλογές - προτάσεις για ανάγνωση

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό 

Fractal

http://fractalart.gr/2-syn-2-epiloges-protaseis-gia-anagnosi/





Εξορίες

ποιήματα

Δημήτρης Αγαθοκλής

εκδόσεις Μελάνι




Μια κατ’ εξοχήν διακειμενική ποίηση γράφει σ’ αυτή τη δεύτερη ποιητική του συλλογή ο Δημήτρης Αγαθοκλής, με πλείστες αναφορές στον αρχαίο κόσμο, όπου ανιχνεύει τις αφορμές του στη φιλοσοφική σκέψη, στον ομηρικό λόγο και στο μυθολογικό υπόβαθρο όλων αυτών. Ταυτόχρονα βρίσκει την ποιητική του έμπνευση σε τόπους και πρόσωπα της συλλογικής μας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Με τη χρήση του πολυτονικού συστήματος γραφής (δεν το συναντάμε πλέον συχνά) χειρίζεται τη γλώσσα με επάρκεια και με εύστοχη επιλογή λέξεων οδηγεί σε ένα ευρηματικό αποτέλεσμα. Μια ενδιαφέρουσα ποίηση, ένα ξάφνιασμα μέσα στην πληθώρα των ποιητικών προτάσεων.

Πίσω ἀπὸ τὸν λόφο εἶναι μιὰ πόλη

ἀπό σκιὰ καὶ φῶς, ἥλιο καὶ ζόφο·

ἂγγελοι ἀπ’ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ὂροφο

πέσαν – γίναν ἀστοὶ γίναν αἰπόλοι.

Ὃλοι ριζώσαν. Κι ἀπ’ τὸ λίγο, πολλοὶ

κτίσαν σπίτια, ταίρι πῆραν ὂμορφο

κλεῑσαν τὰ φτερὰ βαθιά τους στὸν κόρφο,

ρίξαν ἂγκυρα στὴ γῆ τὴν ὓπουλη.

[…]

(από το ποίημα «Πήγασος»)



[…]

(Κι εἶμαι μόνος καὶ γυρνῶ σὲ μακρινὴ

χώρα χωρὶς χειμὰδια, χωρὶς Θεό –

Πέθανα. Δὲν μὲ σκιάζουν οἱ φοβέρες!

Τῶν Προπατόρων δράχνοντας τὸ ὑνὶ

σφικτά, σκυφτὰ ὀργώνω μὲ ὑπομονή.

Νεκρός, δομῶ, γαλανόλευκο Ναό).

(από το ποίημα «Νέκυια»)





Αποδύοψις

ποιήματα

Μαρία-Λυδία Κυριακίδου

εκδόσεις Πνοή




Πρώτη ποιητική συλλογή για τη Μαρία-Λυδία Κυριακίδου, η οποία μας προκαλεί ήδη από τον τίτλο για μια διαφορετική ανάγνωση. Η επινοημένη αποδύοψις ως αυτοαναφορική προς την ποίηση  μάς συστήνει τον ειλικρινή και χωρίς προσχήματα ποιητικό λόγο· σε σχέση με τον αναγνώστη-αποδέκτη αφορά την είσοδό του στα ποιήματα επίσης απροσχημάτιστα, με τη διάθεση να απεκδυθεί μέρος από τον δικό του κόσμο, προκειμένου να εισχωρήσει μέσα του ο λόγος της ποιήτριας. Συχνή η απεύθυνση σε ένα δεύτερο πρόσωπο που καλύπτει ίσως μια πρωτοπρόσωπη αναφορά. Η γλώσσα αλλού να ακούγεται σκληρή και αλλού να αφήνεται σε μια πιο ευαίσθητη φωνή – οι δύο όψεις της ζωής σε αντίστιξη εύστοχη. Μια ποίηση με παλλόμενη ζωή μέσα της, μια γραφή πολλά υποσχόμενη.



Από παιδί παιδεύω

έναν φόνο.

Να σκοτώσω

παλεύω

εσένα.



Σκέψη μου σε είπα

αλλά το παν κτητικό

φυλακή.



Μάνα μου σε φώναξα,

μα απ’ όλες εσύ ήσουν η

Μήδεια.



Από παιδί παιδεύομαι

από έναν φόνο.

Παλεύω να

σκοτώσω

εμένα.

(Από Παιδί)



[…]

Κάποτε ήμουν

των αθώων

προτού αρχίσω να στριμώχνω κάτι

λουλούδια που δεν πότισα

κάτι αρμαθιές που δε φόρεσα

κάτι σφαλιάρες που

ποτέ δεν έδωσα

κάτι «σ’ αγαπώ» που έπνιξα,

κάτι συγγνώμες που δε ζήτησα

[…]

(από το ποίημα «Κάποτε»)





Δωμάτιο με Θέα

και άλλα διηγήματα

π. Σταύρος Τρικαλιώτης

εκδόσεις Γρηγόρη




Ο π. Σταύρος Τρικαλιώτης έχει δοκιμαστεί στην ποίηση («Ο ποιητής των βράχων», εκδόσεις Σιδέρη) και τώρα μας προσφέρει τη γραφή του στη μικρή φόρμα του διηγήματος μέσα από είκοσι τρία πεζά. Η θεματική του αντλείται κυρίως από τα προσωπικά του βιώματα (παιδική και νεανική ηλικία) άλλοτε με απροκάλυπτα αυτοβιογραφική μορφή και άλλοτε με την κάλυψη της μυθοπλασίας. Σε κάποια από αυτά είναι φανερή η ιδιότητά του (όπως άλλωστε και σε πολλά από τα ποιήματά του) μέσα από μια θεολογική θεώρηση της ζωής, ωστόσο αυτό δεν τον οδηγεί σε έναν στείρο διδακτισμό αλλά τουναντίον σε μια γραφή γεμάτη από αισθήματα ανθρωπισμού. Θα έλεγα πως η γραφή του π. Σταύρου μοιάζει να αγαπά τον άνθρωπο, να τον κατανοεί στις αδυναμίες του, να του συμπαραστέκεται νοερά. Σε μια εποχή που από πολλές πλευρές αμφισβητείται (και όχι πάντα   άδικα) η παρουσία της εκκλησίας δίπλα στα αληθινά προβλήματα της ζωής, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα ετούτη η εκδοχή προσέγγισης που επιχειρείται μέσω της λογοτεχνίας.


 

[…] Ἦταν πλέον μεσημέρι. Τότε ἦταν πού πῆρε τή μεγάλη ἀπόφαση. Ἄρχισε ν᾽ ἀνοίγει διάπλατα τά μεγάλα παράθυρα κι ὁ μεσημεριάτικος ἥλιος φώτιζε ὅλο τό σπίτι. Ὅλα ἄρχισαν νά γίνονται ὄμορφα καί πιό λαμπερά. Τά κρύσταλλα στό σκρίνιο ἄστραφταν σάν ἀκριβά διαμάντια. Οἱ πελώριοι καί ἀξιόλογοι πίνακες ζωγραφικῆς, πού κοσμοῦσαν τό σαλόνι, λές καί ζωντάνεψαν. Σέ λίγο ἦρθε καί ἡ Γεωργία μέ τό τσάι, τραγουδώντας χαρούμενη ἕνα παλιό τραγούδι.

Ὁ Πέτρος ὅταν τήν εἶδε, τῆς χαμογέλασε γιά πρώτη φορά ἀπό τότε πού τήν εἶχε προσλάβει, ἐδῶ καί ὀκτώ χρόνια. Πῆγε κοντά στό μεγάλο ἀνοικτό παράθυρο μέ τίς διπλές βελούδινες καί ἄσπρες κουρτίνες καί ρουφοῦσε ἀχόρταγα ὅσο ἀέρα χοροῦσαν τά πνευμόνια του.
   Ἡ ἀρχή εἶχε γίνει. Οἱ μάσκες τῆς θλίψης καί τῆς ὑποκρισίας κατέρρεαν. Τοῦ ἐρχόταν νά κλάψει ἀπό εὐτυχία, νά βγεῖ στούς δρόμους, νά περπατήσει χαρούμενος, νά συνομιλήσει μέ τίς ὧρες μέ τούς συνανθρώπους του. Νά ξανακερδίσει τόν χαμένο χρόνο.[…]
(απόσπασμα από το διήγημα «Το σπίτι με τα μεγάλα παράθυρα»)



Δέν ἔφυγες. Μέ περιμένεις ἐκεῖ σκονισμένη ἀπό τήν πολυκαιρία, στό τετράδιο ᾽Εκθέσεων τῆς ἕκτης Δημοτικοῦ, στήν ἔκθεση «Ἡ Γειτονιά μου». Ἔχω χρόνια νά σέ διαβάσω. Εἶσαι στήν πέμπτη καἰ στήν ἕκτη γραμμή. Κάθεσαι στήν πολυθρόνα τοῦ σκηνοθέτη, φορᾶς τό ζεστό βαθυπράσινο σάλι σου, τά στρογγυλά μαῦρα γυαλάκια σου καί μᾶς ρίχνεις κλεφτές ματιές μέ τά μεγάλα βαθουλωτά σου μάτια. Κανένας δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τό διαπεραστικό βλέμμα σου.[…]
(απόσπασμα από το διήγημα «Παλιά γειτονιά»)






Υπαρξιστής

μυθιστόρημα

Δήμητρα Παπακωνσταντοπούλου

εκδόσεις Ιωλκός




Σε βαθιά νερά θέλησε να βρεθεί η Δήμητρα Παπακωνσταντίνου με το πρώτο της βιβλίο. Όχι μόνον γιατί πρόκειται (σύμφωνα με την έκδοση) για μυθιστόρημα, είδος που απαιτεί πολύχρονη τριβή με τη θεματική του και άσκηση επίπονη πάνω στη μορφή του – έκπληξη προξενεί η ηλικία των είκοσι τριών ετών, κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο) αλλά και γιατί ο υπαρξισμός είναι η έννοια με την οποία καταπιάνεται – αποκαλυπτικός άλλωστε και ο τίτλος. Να πω αρχικά πως το μυθιστόρημα ως είδος εκτείνεται σε βάθος χρόνου είτε μέσα από την πλοκή και την περιπέτεια των προσώπων είτε μέσα από τις εμβόλιμες ετεροχρονισμένες αφηγήσεις, επομένως δύσκολα θα έπαιρνε ο Υπαρξιστής τον τίτλο του μυθιστορήματος. Όσο για τη φιλοσοφική θεωρία του Υπαρξισμού, ο τρόπος που ανιχνεύεται μέσα στην ιστορία του βιβλίου απέχει από την απόλυτη ελευθερία άρα και απόλυτη ευθύνη, έννοιες που εν συνόψει τον περιγράφουν. Περισσότερο ο ήρωάς της προσεγγίζει τη θεωρία του Παραλόγου, κατά τη φιλοσοφική ανάλυσή της από τον Καμύ – ένας κόσμος χωρίς νόημα, με τον άνθρωπο να κατανοεί την παράλογη συνύπαρξή του με το σύμπαν που σιωπά. Εντούτοις, το επιλέγω και το προτείνω για ανάγνωση για την τόλμη που είχε μια τέτοια επιλογή, κυρίως σε μια εποχή που πολλές «ευκολίες» συναντάμε στους πεζογράφους. Η ιστορία του βιβλίου είναι ικανή να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη, αρκεί να συμφιλιωθεί αυτός με την ιδέα πως δεν διαβάζει μυθιστόρημα και πως οπωσδήποτε ο όρος υπαρξιστής παραπέμπει σε κάτι άλλο από αυτό που ως φιλοσοφική θεωρία του έρχεται στον νου.
«Πιστεύω κατά κάποιον τρόπο σ’ εμένα. Πιστεύω πως ίσως υπάρχω μόνο εγώ και πως όλα τα υπόλοιπα γύρω μου τα κάνω να μοιάζουν εξίσου υπαρκτά μ’ εμένα, απλά για να αποκτά η ζωή μου κάποιο νόημα. Δεν μπορώ να σ’ το διατυπώσω καλύτερα γιατί με μπερδεύει. Μη νομίζεις πως το έχω ξεκάθαρο στο μυαλό μου».(σελ.72)
«Για μένα μιλάω. Άλλωστε για μένα εγώ είμαι το παν όπως κι εσύ για σένα». (σελ.48)


Διώνη Δημητριάδου

Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ μυθιστόρημα Έλενα Χουζούρη εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/o-theios-abraam-menei-panta-edw/


Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ

μυθιστόρημα

Έλενα Χουζούρη

εκδόσεις Πατάκη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/o-theios-abraam-menei-panta-edw/




η αγαπημένη Saloniko και ο πολυσήμαντος Αβραάμ

Τι δεν ξέρουμε, τελικά, σ’ αυτή την ίδια μας τη χώρα που θα έπρεπε να ξέρουμε; Ποιος έχει δίκιο; Από τι είμαστε φτιαγμένοι;  Τι εξακολουθεί επιτέλους να μας στοιχειώνει;

Τα ερωτήματα της Αλίζα, ηρωίδας του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη, μπορεί να αποτελούν την αφορμή για την προσωπική της πορεία προς τη γνώση και την αυτογνωσία, έτσι όπως η μυθοπλασία την κατευθύνει στην πλοκή της  ιστορίας, ταυτόχρονα, όμως, οδηγούν σε επώδυνες (στη γενίκευσή τους) διαπιστώσεις για αυτά που μας στοιχειώνουν, όχι μόνον στον μικρόκοσμό μας αλλά (κυρίως) στα σκοτεινά  περάσματα της συλλογικής μας συνείδησης.  Το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί και μέσα από αυτή την αναγνωστική εκδοχή παράλληλα με την ιστορία των ηρώων της.
Η Αλίζα, όπως τη θέλει η συγγραφέας, έχει πολλά πιθανά ονόματα που γράφουν μέσα της σαν αληθινά (Κοέν, Μόλχο, Νατάν, Πάρδο ή Αμπραβανέλ, Φερναντέζ, Ματαλόν, Αρούχ ή Μπενβενίστε, Αλίζα Μπενγιαμόρ, Φερναντέζ, Ναρ, Μάνο ή Αρδίττι, Ματαλόν, Μποτόν, Μόλχο, Πάρδο, Μομπούργκο),γιατί η ίδια το παραδέχεται:

Θα μπορούσαν αυτές οι οικογένειες να ήταν η δική μου οικογένεια. Θα μπορούσα εγώ, να είμαι η απόγονος όλων, να έχω όλων τα επίθετα.

Η Αλίζα θα μπορούσε να συνοψίζει στην περίπτωσή της όλες τις ομοειδείς· μέσα στο προσωπικό της δράμα αλλά και στην προσωπική της πορεία ανίχνευσης της αλήθειας αντιφεγγίζουν και οι ιστορίες των άλλων και κορυφώνονται στο δράμα ενός λαού που ως τα σήμερα αντιπαλεύει μέσα του την πατρογονική ιστορία με τη σύγχρονη πορεία του, την εβραϊκή θρησκεία με το πολιτικό/εθνικιστικό κίνημα του σιωνισμού, με τις αντιδράσεις μας να ποικίλλουν από την αποστροφή για τις πολιτικές επιλογές της χώρας τους ως τη συμπαράσταση για το δράμα τους ως λαού/αποδιοπομπαίου στα χρόνια της ναζιστικής λαίλαπας.

Η Λούνα, η ουσιαστική ηρωίδα του βιβλίου μέσα από την εγκιβωτισμένη δική της ιστορία, σε αναδρομική αφήγηση, ενσωματώνει στο προσωπικό της δράμα όλους εκείνους που επέλεξαν τη ζωή και όχι τον θάνατο (ανάμεσα στα έτσι κι αλλιώς μηδενικά περιθώρια που είχαν) και αγωνίστηκαν να παραμείνουν ζωντανοί κουβαλώντας την ενοχή, τις προσωπικές τους Ερινύες, τα δικά τους φαντάσματα. Αλλά και βαθιά να τους τρώει το ερώτημα:

Τελικά δεν μπόρεσα ακόμη να απαντήσω στο μεγάλο μου ερωτηματικό. Γιατί έπρεπε να συμβούν όλα αυτά; Γι’ αυτό περιορίζομαι μόνο σε μια ευχή: Να μη ξανασυμβούν ποτέ.

Είναι η «φωνή» της Λούνα που μέσα από γράμματα και φωτογραφίες θα κινητοποιήσει την εγγονή της, την Αλίζα, να ερευνήσει το παρελθόν.
Η Ρέινα, είναι η άλλη γιαγιά,  με τα τραύματα στο σώμα της και την αλαλία της, απομεινάρι περιεκτικό όλων των κυνηγημένων, βασανισμένων και αφανισμένων από τη θηριωδία του ναζισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

[…] η γιαγιά Ρέινα που καθόταν κάτω από τη μεγάλη μας ομπρέλα και μας κοιτούσε με τα μεγάλα καστανά της μάτια δεν άντεξε τη ζέστη και σήκωσε τα μανίκια της, δεν είχαμε έως εκείνην τη στιγμή της ζωής μας δει γυμνά τα χέρια της γιαγιάς Ρέινα, πάντα είχε κατεβασμένα τα μανίκια της πρώτος διέκρινε τους έξι αριθμούς που είχαν χρώμα μπλαβί σαν κάτι σάπιο και τρομακτικό μαζί ο αδελφός μου, από κοντά του έτρεξα κι εγώ κι έπειτα μικρά παιδιά ήμασταν δεν ξέραμε, πώς να ξέρουμε, η γιαγιά Ρέινα έκανε τατού στο χέρι της, αρχίσαμε να φωνάζουμε και οι δυο μαζί και να δείχνουμε τη γιαγιά Ρέινα πες μας τους αριθμούς, γιαγιά Ρέινα, πες μας να τους γράψουμε στην άμμο και τότε από τα μάτια της γιαγιάς Ρέινα άρχισαν να τρέχουν δάκρυα και μόνον δάκρυα […]

Η μοναδική φράση που διασώζει η καταργημένη γλωσσική της επικοινωνία είναι σημαδιακή: Μας ταπείνωσαν. Στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η πεμπτουσία του δράματος του λαού της.
Ο πατέρας της Λούνα, ο Ιακώβ ή Τζάκο, έμπορος στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στην πραγματικότητα μη θρησκευόμενος, ακολουθεί όλες τις εβραϊκές παραδόσεις πιστεύοντας πως έτσι δεν αποκόπτεται από τον δεσμό που τον κρατάει μέσα στην πανάρχαια κοινότητα και του δίνει την ιδιαίτερη ταυτότητα (μέσα σε μια πολυεθνική Θεσσαλονίκη, τη δική του Saloniko) με όποιο κόστος φέρει μαζί της.

[…] δεν μπορούσε να φανταστεί έξω από τη Θεσσαλονίκη τη ζωή του, τη ζωή της οικογένειας του, τη ζωή των προγόνων του, αυτήν τη μακρά πατρογονική σειρά τη χαμένη στα βάθη πέντε αιώνων. Μια τεράστια δεξαμενή μνήμης μέσα στην οποία αναπαυόταν δεκάδες εκατοντάδες κουκούλια γεμάτα από πρόσωπα, ιστορίες, παραμύθια, τραγούδια, γεύσεις. Δεν έχανε την ευκαιρία να δηλώνει με περισσή περηφάνια ότι ήταν Σαλονικιός και αμέσως μετά Ευρωπαίος και να νιώθει θαυμάσια σ’ αυτήν τη διττή ταυτότητά του.

Είναι αυτός που θα δει την αλλαγή που έρχεται στη ζωή της οικογένειάς του και των ομοφύλων του και θα θέσει το τραγικό ερώτημα:

Μήπως, λοιπόν, ούτε εδώ; Αλλά τότε πού;

Η μητέρα της Αλίζα, η Νόρα, με την άρνησή της προς τη δική της μητέρα, με την απαξιωτική της συμπεριφορά προς τη Λούνα, αδυνατεί να δεχθεί την επιλογή της (έτσι πιστεύει) να καταφύγει στο Βουνό εγκαταλείποντας τους δικούς της να οδεύσουν προς τον χαμό στα στρατόπεδα εξόντωσης. Κι όμως, υπήρχε η συμβολή των Εβραίων στην αντίσταση (πόσο ελάχιστα γνωρίζουμε και για το θέμα αυτό) υπήρχε η δική τους σκληρή αναμέτρηση με τον κατακτητή, κάτω από μια ιδεολογία που βρήκε πρόσφορο έδαφος και στη Θεσσαλονίκη. Θα φθάσει κι αυτή στην αλήθεια, έτσι όπως η Αλίζα κομμάτι κομμάτι θα την αποκαλύπτει. Υπάρχει περιθώριο να αλλάξουν οι αντιλήψεις, να συγχωρεθούν οι άνθρωποι και να συγχωρέσουν; Ναι, αρκεί να αφήσουν ανοιχτή τη συνείδησή τους στην αλήθεια.

-Θα ξαναπάς στη Θεσσαλονίκη;
-Ναι, οπωσδήποτε. Δεν τελείωσα με το μεταπτυχιακό μου. ο θείος Αβραάμ με περιμένει, ακούγεται σταθερά η απάντηση της Αλίζα.
-Όταν θα ξαναπάς, θα έρθω κι εγώ μαζί σου.

Ο Παύλος, μυημένος στις σοσιαλιστικές ιδέες, φίλος των παιδιών του Ιακώβ αλλά και άντρας της Λούνα, εκεί στο Πάικο, στο Βουνό όπου έδρασε το αντάρτικο, ήταν από τους Έλληνες εκείνους που δεν έβλεπαν διαχωριστικές γραμμές να τους χωρίζουν από τους Εβραίους γείτονές τους, που ένιωθαν πως η πόλη τους ήταν φτιαγμένη από κοινότητες, και κάθε μία από αυτές συνέβαλλε στην προκοπή της. Αυτή η μερίδα ήταν που βοήθησε τους καταδιωκόμενους στα δύσκολα χρόνια. Σε πλήρη αντιδιαστολή με όσους τους αρνήθηκαν το δικαίωμα στη ζωή και στην περιουσία, αρνούμενοι στην ουσία ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της πόλης τους, το σεφαραδίτικο, από τα πιο σπουδαία σ’ αυτήν την πόλη που κατοικήθηκε από ένα πολύμορφο πλήθος και κέρδισε γι’ αυτό τη μοναδική της φυσιογνωμία.
Το Πριν της ιστορίας πηγαίνει πίσω στο 1931 για να σταματήσει στο πογκρόμ του Κάμπελ, στη φωτιά – νέα φωτιά αυτή η σκόπιμη, που ήρθε να κατακάψει ό,τι είχε αφήσει όρθιο ή άλλη, του 1917, η τυχαία. Και ακολούθησε η καταστροφή των περιουσιών των Εβραίων από εθνικιστικά και φασιστικά στοιχεία, τους τριεψιλίτες (Ε.Ε.Ε.) μαζί με χαμάληδες του λιμανιού και πρόσφυγες (Καμένοι και ξεσπιτωμένοι από ποιους; από αυτούς που είχαν έρθει στην πόλη τους επίσης καμένοι και ξεσπιτωμένοι). Η αφήγηση θα φτάσει μέχρι το 1939, τότε που όλα προμηνούσαν τη σκοτεινή πορεία που θα ακολουθούσε αλλά δεν την έβλεπαν όλοι. Κι όσοι την έβλεπαν, θαρρούσαν πως δεν θα τους αγγίξει η συμφορά. Κι ακολουθεί το Τότε της ιστορίας, που φτάνει ως τον Εμφύλιο, για να δώσει μιαν ακόμα διάσταση στο δράμα της οικογένειας του Ιακώβ, που το βιώνει στον  μικρόκοσμό της, αλλά και στο δράμα της ευρύτερης κοινωνίας μια πόλης που δεν ήταν πια η ίδια. Γιατί, τα τρία μεγάλα κεφάλαια, στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα (Πριν, Τότε, Μετά) πέρα από τη ιστορία των ανθρώπων αφορούν και την πόλη, που τόσο εύστοχα ο Mark Mazower ονόμασε στο δικό του βιβλίο Πόλη των Φαντασμάτων.

Στον τίτλο ο Αβραάμ, πατριάρχης και εθνάρχης των Εβραίων, σε μια ανάγνωση του εμβληματικού ονόματος, είναι και αυτός ένα πανάρχαιο φάντασμα που συνδέει την πόλη με το κομμάτι του παρελθόντος της που φαίνεται να έχει ξεχάσει – όχι γιατί έτσι γίνεται με τα παλαιά της μνήμης αλλά γιατί θέλησε να διαγράψει ένα κομμάτι από το σώμα της, το εβραϊκό-σεφαραδίτικο, που ήταν κάποτε ολοζώντανο. Ο Αβραάμ της ιστορίας, όμως, είναι, σε μια δεύτερη ανάγνωση,  ένα άλλο λαμπρό παιδί αυτής της πόλης, πάλι ξεχασμένο και κατακρεουργημένο από τις πολιτικές που κυριάρχησαν αλλά και από τους ομοϊδεάτες που δεν τους άρεσαν οι διαφωνίες του. Ο Αβραάμ Μπεναρόγια (1887-1979), από τους πρώτους σοσιαλιστές, που έδεσε τη μορφή του με την προοδευτική πνοή της πόλης, ήταν η αφορμή για την κατάδυση της Αλίζα στο παρελθόν. Από αυτόν, ως θέμα της μεταπτυχιακής της εργασίας στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, ξεκίνησε όλο το ταξίδι που την οδήγησε στη γνώση της αληθινής ιστορίας και στην αυτογνωσία. 


Η Έλενα Χουζούρη έδωσε το υλικό της δικής της έρευνας εν μέρει με τον τρόπο τον δημοσιογραφικό, παραθέτοντας εμβόλιμα πληροφορίες και ντοκουμέντα, με διάχυτη ωστόσο τη λογοτεχνική επεξεργασία, με τη συγκίνηση που φανερά διαπνέει όλη τη γραφή της – αυτό συμβαίνει όταν το θέμα δεν είναι μόνον αφορμή για ένα ακόμα μυθιστόρημα αλλά ο τρόπος να πεις κάποια πράγματα που νιώθεις να σε καίνε. Έτσι, ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα βιβλίο που προσφέρεται για διαφορετικές αναγνώσεις (όπως γίνεται με όλα τα καλά βιβλία). Κυρίως έχουμε μια ιστορία (μυθοπλαστική στην κεντρική της θεματική) που ενσωματώνει με εύστοχο τρόπο την ευρύτερη ιστορία του τόπου και έρχεται ταυτόχρονα να καταθέσει τη μνήμη ως αξία πολύτιμη. Καθόλου τυχαία «προλογίζει» το βιβλίο η φράση του Ζέμπαλντ:

Ηθική ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας είναι η μνήμη

W.G.Sebald

Φράση που αναδεικνύει το ήθος της λογοτεχνίας. Όχημα η χρησιμοποίηση της μνήμης στην ηθική της διάσταση από τον εκάστοτε συγγραφέα, που θα στραφεί προς το παρελθόν για να το αναπλάσει και να το φωτίσει. Παράλληλα συντελείται η κινητοποίηση της μνήμης του αναγνώστη. Είναι, επομένως, ο «θείος Αβραάμ» της Χουζούρη ένα μυθιστόρημα πρόκληση/πρόσκληση προς τον αναγνώστη να ξαναδιαβάσει την ιστορία του τόπου με τη συνειδητοποίηση πως όλα είναι ανοιχτά στη γνώση και στην ανανέωση της εικόνας που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτά. Το ήθος της λογοτεχνίας αφορά την αναβάπτιση στη συλλογική μνήμη, με όση καθαρότητα σκέψης μπορεί να επιστρατεύσει ο καθένας μας, με όση αλήθεια αντέχει.



Διώνη Δημητριάδου