Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΟ Διώνη Δημητριάδου Η ΣΟΦΗ ΚΑΤΑΒΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΣΙΣΥΦΟΣ: ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΗ Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΣΙΣΥΦΟΣ


ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΟ



Διώνη Δημητριάδου



Η ΣΟΦΗ ΚΑΤΑΒΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΣΙΣΥΦΟΣ:

ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΗ

Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΣΙΣΥΦΟΣ





Η συνάντησή μου με τον Σίσυφο έγινε πολύ νωρίς, κι ας μην ήξερα ακόμη αν θα ανέβαινα μαζί του την απότομη πλαγιά με το άχθος του φορτίου στον ώμο ή αν θα τον παρατηρούσα στη μοναχική  ανοδική του πορεία. Πόσα πια να ξέρει ένα παιδί δεκαέξι χρονών; Ήταν κι εκείνο το δοκίμιο του παραλόγου που από νωρίς κι αυτό (ή κυρίως αυτό) με πήρε μαζί του στο θεμελιακό του ερώτημα. Είναι άραγε παράλογος ο άνθρωπος στην αυτονόητη απορία του ή ίσως παράλογη είναι η σιωπή του κόσμου που τον αγνοεί; Θέλει πολλά χρόνια στην πλάτη σου για να δεχθείς το απλό μα και σκληρό της παράλογης συνύπαρξης των δύο. Κι εγώ τότε δεν είχα ακόμη ούτε τα χρόνια ούτε το άγγιγμα της ζωής να γράφουν πάνω μου.
Πώς γράφεται η ποίηση; Δεν θέλει συναισθηματισμούς – όχι αυτή η ανούσια (κι ανέξοδη) ρηχότητα των λέξεων για μένα. Ζητά την πείρα της ζωής· το κάθε τι που γράφεις να έχει πίσω του αίμα, να σου ζητά να δείξεις το πρόσωπό σου με τις χαραγματιές του άλγους, να λες θυμάμαι και να τρέχουν μέσα σου οι εικόνες αδυσώπητες, να μην μπορείς να τις σταματήσεις. Να πρέπει να επιλέξεις τις πιο σκληρές για να γραφτούν, να τις φροντίσεις έπειτα να μην τρομάξουν οι άλλοι, οι απ’ έξω, που διαβάζουν σαν να ξεφυλλίζουν περιοδικά, να μη σε σταυρώσουν και αυτοί καταδικάζοντας την ποίηση εν συνόλω να χαθεί στα δύστροπα κι αδιάβαστα.  Όσο κι αν το θες να είσαι μαζί μ’ εκείνους  που ξέρουν και κατανοούν, όσο κι αν βάζεις (γι’ αυτούς και μόνον) πίσω από τις λέξεις χνάρια μυστικά, κλειδιά και αντικλείδια για να ανοίξουν πόρτες και να βρουν τον εαυτό τους – όχι εσένα, φυσικά.
Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, ο προσωπικός μου Σίσυφος, ο δικός μου άνω θρώσκων, ήρθε όταν ήταν η ώρα του. Στην πολλοστή του κάθοδο, λιγάκι λοξοδρόμησε,  στάθηκε μπροστά μου, απίθωσε τον βράχο του και είπε: σειρά σου τώρα. Τον είδα που μου χαμογέλασε και τότε του είπα: δεν σε θέλω κατηφή, σε θέλω σοφό μέσα στην πείρα σου, να περιγελάς τους κανόνες που σε συνθλίβουν αιώνες τώρα, να πάρεις τη μοίρα στα χέρια σου και να ανέβεις πάλι και πάλι την πλαγιά σαν να είναι κατόρθωμά σου κι όχι βαριά τιμωρία των άδικων θεών του κόσμου, της ανελέητης Μοίρας τότε και τώρα και πάντοτε. Έτσι σε θέλω. Ευτυχή.
Ετούτα εδώ τα ποιήματα ένας διάλογος είναι με τον δικό  μου Σίσυφο. Κι αν κάποια τρέχουν σαν χείμαρρος χωρίς σταματημό για ανάσα, είναι γατί ο νόστος του μυαλού δεν επιτρέπει καμία στάση, μην και χαθεί ο ειρμός (το νήμα που με συγκρατεί σε ίσια πορεία) και κατακρημνισθώ μαζί με τις απόκρημνες τις λέξεις, γιατί δεν μου χαρίζονται ούτε αυτές. Κι αν κάποια άλλα είναι μια σταλιά, είναι γιατί φυλάνε μέσα τους αρχαίο μέτρημα των λέξεων, παλιό ρυθμό που δεν τα αφήνει σε πολυλογίες ανέξοδες αλλά κρατά μαστίγιο και τις φέρνει στα συγκαλά τους, μην και ξεφύγει από μέσα τους το περιττό και ανούσιο.
Είναι και το κορίτσι στο εξώφυλλο. Αυτό κανοναρχεί τις λέξεις με τον ρυθμό του οργάνου που κρατάει και γέρνει λίγο το κεφάλι συγκαταβατικά στις αρρυθμίες τους. Αφουγκράζεται την τέχνη της και δίνει τον σκοπό στην ανώφελη ανοδική πορεία. Περιμένετε την κάθοδο, λέει, που έχει μέσα της όλη τη σοφία του πηγαιμού και της επιστροφής, ξανά και ξανά. Απ’ το μηδέν στο άπειρο και πίσω πάλι. Και δίνει την αρχή του χορού για τις παιδικές τις μνήμες, για τους έρωτες τότε και τώρα, για τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς (τους προδομένους) αγώνες, για την απουσία και την απώλεια που κουβαλάμε μέσα μας, οι αχθοφόροι της ζωής. Μα και για την ποίηση, που πάντα έρχεται αρωγός και πάλι μας λέει: για λίγο, κι εμείς αποδεχόμαστε ετούτο το καβαφικό του ιαματικού αντίδωρου. 
Μέσα στις λέξεις παραμονεύει ο δράκος του παραμυθιού, δρόμοι παλιοί με ξεφτισμένα πάθη, πρόσωπα που χαμογελούν ελπίζοντας, κι ύστερα ποτάμια που ξεχύνονται – ασθμαίνουσες οι μνήμες σε μια πορεία άφευκτη προς την κατάργησή τους. Τι να διασώσει από το σώμα των ερώτων το ελάχιστο μου ποίημα; Κι ας μην το θέλησα ποτέ να γράψω ερωτικά, πάντα υποδόρια ερχόταν κι έσκαβε το πάθος ξέχειλο, και τότε αύτανδρο βυθιζόταν το πλεούμενο. Έτσι, όσα στην επιφάνεια βγήκαν δεν είναι παρά επαναστατημένες λέξεις μέσα μου.
Και τι να είναι άραγε η γραφή, και η λογοτεχνία και επιτέλους η ποίηση, κυρίως αυτή, τι είναι; Λέξεις που ακροβατώντας ισορροπούν στο εδώ και στο πιο πέρα της συνείδησης, κρεμιούνται απ’ το ταβάνι, αιωρούνται πάνω απ’ το κεφάλι μου, κατακρημνίζονται έπειτα, αδύναμες να ισορροπήσουν στο κενό, περιγελούν την άγνοιά μου –δεν σας γνωρίζω, δεν ξέρω πού με πάτε– κρύβομαι να μη με δουν, μα αυτές με ξετρυπώνουν πάντα –δεν έχω βρει άλλη κρυψώνα απ’ τη ντουλάπα μου– πού να τις ξεγελάσω, πάντα θα με φέρνουν στη  επιφάνεια του εδώ και τώρα να μιλήσω, κι ας μην έχω πάντα κάτι περίτεχνο να πω. Μίλα απλά, προστάζουν κι εγώ διαλύομαι, δεν ξέρω να ισορροπώ ούτε ποτέ μου τα κατάφερα να μάθω το ποδήλατο, και η γραφή έχει απαιτήσεις, λεπτές ακροβασίες και ίλιγγο πολύ. Μάθε να πέφτεις, ψιθυρίζουν μέσα μου, φοβάσαι; Ο φόβος της γραφής, από τους πιο βαθιά κρυμμένους, με αντοχές πολλές, με επιχειρήματα κυρίως λογικά – αυτά ακόμα πιο πολύ σκοτώνουν την ψευδαίσθηση και ύστερα θρυμματίζουν τους καθρέφτες που επιμένουν να δείχνουν παραμορφωτικά τα  είδωλα. Και λες να αφήσεις λοιπόν παράθυρα ανοιχτά, οι λέξεις να αναπνεύσουν, να φύγουν να χαθούν, να μη σε βασανίζουν. Και τότε αντί να εξαφανιστούν, λες και αυτό περίμεναν, ορμάνε μόνες στο χαρτί, σε κάνουν πέρα και χωρίς ανάσα γράφουν και γράφουν ασυνάρτητα. Έτσι νομίζεις. Αλίμονο! Το πιο ανυπόφορο είναι που βλέπεις αποτυπωμένη τη ζωή σου, τη αγωνία σου, τους φόβους σου γραμμένους πια. Και τότε ησυχάζουν, ηρεμούν οι λέξεις μέσα σου, βυθίζονται σε κώμα άγρυπνο. Να λες πως πέθαναν κι αυτές να αναπνέουν. Ως να έρθει πάλι η ώρα του ξεσηκωμού, της ανταρσίας η ώρα, η δική τους. Ατέλειωτη σισύφεια πορεία σωστική για τούτες και για σένα. Κι αν σώζεται ο Σίσυφος, κι εγώ μαζί του σώζομαι· ευτυχείς και οι δύο καθώς κατηφορίζουμε.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικο Καρυοθραύστις, τεύχος 2, σ.σ.201-206)

Νέο λογοτεχνικό περιοδικό Cartel στις παρυφές της λογοτεχνικής νομιμότητας www.cartel-mag.com

Νέο λογοτεχνικό περιοδικό
Cartel
στις παρυφές της λογοτεχνικής νομιμότητας

www.cartel-mag.com


Φθινόπωρο του Γρηγόρη Σακαλή μαζί με μια φωτογραφία του Alan Schaller


Φθινόπωρο

του Γρηγόρη Σακαλή
μαζί με μια φωτογραφία του Alan Schaller





Έφυγε κι αυτό το καλοκαίρι

κι ο χρόνος παίρνει μακριά

τις αναμνήσεις μας

στην αποθήκη του

που τη λένε μνήμη

έπεσαν ξανά τα πρωτοβρόχια

του Σεπτέμβρη

οι καρδιές μαζεύονται

ανασκουμπώνονται

εν όψει του χειμώνα

οι έρωτες του καλοκαιριού

μοιάζουν σαν να μην υπήρξαν

και μόνο στα νυχτερινά όνειρα

επανέρχονται

δύσκολος καιρός

για τον τόπο μας

οι ξένοι μας ορίζουν

καθορίζουν το κάθε τι

τη ζωή

τις σκέψεις μας

κι εμείς μοιάζουμε να είμαστε

πιο αδύναμοι

από κάθε άλλη φορά.



Γρηγόρης Σακαλής

(φωτογραφία: Alan Schaller)

Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» και «Θαμμένος στην Άμμο», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars και τις συλλογές «Κυτίο κρυφών ονείρων» και «Άχρονη μετάβαση» από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» κυκλοφορεί σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή Δήμητρα Χριστοδούλου εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή

Δήμητρα Χριστοδούλου

εκδόσεις Μελάνι
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
https://www.fractalart.gr/eikosi-tesseris-xtypoi-kai-siwpi/






η πόλη-τα παιδιά-ο θάνατος



Ακριβώς είκοσι τέσσερις στίχους αριθμεί το κάθε ποίημα, όπως είκοσι τέσσερα είναι τα γράμματα της αλφαβήτου ή όπως είκοσι τέσσερα μόνον τα χτυπήματα της ώρας που ορίζουνε τον χρόνο μιας ημέρας. Και αρκούν, όταν η ποίηση θέλει να πει τα απαραίτητα, χωρίς τίποτε να περισσεύει από τα λόγια της, όταν μόνον έτσι φθάνουν στον αποδέκτη οι λέξεις της σαν χτυπήματα κοφτά και αγγίζουν τον μέσα κόσμο. Η Δήμητρα Χριστοδούλου επί μακρόν ποιούσα λόγο ποιητικό φθάνει τώρα στο πρόσφατο έργο της να πει το αυτονόητο: το λίγο είναι αρκετό.
Στο εισαγωγικό της μικρό σημείωμα διευκρινίζει πως τα νέα της ποιήματα μιλούν για την πόλη, τα παιδιά και τον θάνατο. Και σκέφτομαι πόσο σοφά δένουν μεταξύ τους τα τρία αυτά στοιχεία της θεματικής της.
Η πόλη είναι το πλαίσιο, ο χώρος που χρειάζονται για να σταθούν τα πρόσωπα των ποιημάτων της, ώστε να μην αιωρούνται χωρίς σώμα και ψυχή. Ταυτόχρονα είναι ο χώρος για να μπορέσει και η ίδια η ποιήτρια να οριοθετήσει τον δικό της λόγο – απολύτως προσωπικό και σκληρά απαιτητικό στην πολυσημία του. Μια πόλη που μέσα της θα βρεθεί:
 Μόνο η φωνή του εξόριστου αρχαγγέλου/Που βάλθηκε να συμμαζεύει τα φτερά του/Σε αντίσκηνα, σε τρώγλες του θανάτου/Ενώ τα όργανα της τάξης αναγγέλλουν/Πως πρέπει να παραδοθεί ο δαρμένος/Ο σκύλος, ο φονιάς κι ο ξένος.
Μέσα σ’ αυτή την πάσχουσα πόλη, που σαν σώμα ανθρώπινο με πνοή θνήσκουσα καρκινοβατεί και περιμένει από κάπου μια λύτρωση, έχουν τόπο να σταθούν τα παιδιά; Παιδιά που κάποτε παίζαν – τώρα όχι. Που άλλαξαν πια τον τόπο κατοικίας και σαν λύκοι-αγρίμια, που τους βρήκε απρόσμενα η θεία σφαίρα, κρατούνε τον θεό σε εγρήγορση, μην ξεχαστεί και δεν σημαδέψει τον επόμενο στόχο της κυρίαρχης βούλησης. Παιδιά σε μια έσχατη φωτογραφία να χαμογελούν χαμένα στον χρόνο. Αυτά μπορούν να χαμογελούν ή και να γελούν ακόμη. Τα άλλα τριγυρνούν μέσα στην πόλη με την αρχαία λάμψη  και ακουμπούν το ποδήλατό τους σε χαμηλό τοιχίο. Και τότε η πόλη ανταποκρίνεται, συμπάσχει:
Κατεβαίνοντας από ασήκωτη θλίψη/Ευθύς ο τοίχος ψήλωσε ως τα άστρα.
Και η γραφή; Σωπαίνει ή μιλά; Η ποιήτρια σε αυτοαναφορικές της εκδηλώσεις θα δώσει την τραγική προέκταση του ποιητικού της λόγου.
Κι ανηφορίζω σιγά σιγά προς το άστρο μου/Ψιθυρίζοντας αδέξιους στίχους/Σαν Κυριακή που σιγοψιχαλίζει./Σαν χειμωνιάτικη γιορτή.
Πώς να αποδώσει το σκηνικό της μέλλουσας ταφής σωμάτων και ψυχών;
Φτωχά παιδιά, σκυλιά κυνηγημένα./Πληγιασμένα σε κάθε πόντο του κορμιού./Έτοιμα να δαγκώσουν ως το κόκαλο/Χέρι που θα τους δώσει νερό./Κάθε που σκύβω πάνω στα χαρτιά μου/Ακούω το κλάμα τους προς τ’ άστρα.
Η συνειδητοποίηση του ποιητικού χρέους απέναντι στον πόνο των ανθρώπων – κι ας λέμε πως μας νοιάζει μόνο η αισθητική του λόγου (Τέχνη κι αυτή)· όταν ξεχειλίζει η θλίψη, το ποίημα ακολουθεί. Αδύναμο μπροστά στο σκηνικό του τρόμου, ωστόσο δυνατό μέσα από τις διττές του σημασίες, από το νόημα της κάθε λέξης που ξετυλίγεται σε παρηγορητικά λόγια, θαυμαστό ίαμα του πόνου.
Κι ο θάνατος; Αυτός παντού, κυρίαρχος, άρχοντας του τόπου και των ψυχών, να θυμίζει πως ό,τι νοείται για ζωή, ζωή δεν είναι παρά μια υπόσχεση του τέλους – μόνη βεβαιότητα. Μας δίνει η ποίηση βεβαιότητες; Ίσως όχι, αφού από τη φύση της είναι πάντα δεμένη με ένα ερωτηματικό. Ακολουθεί, όμως, ετούτο το θεατρικό σκηνικό με πιστότητα· η ποίηση της Χριστοδούλου αγαπά τη θεατρικότητα του λόγου σε τέτοιο βαθμό που να μπορείς να δεις περίοπτα τα πρόσωπα του εκλεκτού μα και τραγικού της θιάσου να περνούν από μπροστά σου – το καθένα κι ένας ρόλος σε σοφή διδασκαλία από την ποιήτρια. Ίσως γι’ αυτό η αίσθηση του θανάτου μέσα στα ποιήματά της (αν και τώρα πιο ξεκάθαρη από παλαιότερα ποιήματα) απηχεί την αμφιβολία  αν είναι όλο αυτό αληθινό ή ίσως μια ακόμη θεατρική εκδοχή ενός επινοημένου σκηνοθετικά τοπίου. Παρήγορη και ως προς αυτό η ποίηση.
Το μόνο ποίημα που ξεφεύγει από τον αυστηρό κανόνα των είκοσι τεσσάρων στίχων τιτλοφορείται Σχόλιο και όντως σχολιάζει όλα τα υπόλοιπα με τον τρόπο του.:


Καμπάνες από άκρου εις άκρον μες στη χώρα.
Ή πυρκαγιά ή εθνική γιορτή θα είναι.
Ή αφίχθηκε στο κεντρικό αεροδρόμιο
Το φέρετρο το σκεπασμένο με τη σημαία
Που μες στην ένταση της διεθνούς περιοδείας
Το λησμονήσαμε στην γκαρνταρόμπα.
Εκτός κι αν άλλαξε η γεωγραφική μας θέση.
Μπορεί. Τόσοι έχουν μεταμεληθεί, τόσοι δηλώνουν πλέον
Χορτοφάγοι.

Και είναι τότε που η ποίηση εν πλήρει συνειδήσει γίνεται ο σχολιαστής της ζωής (ή μάλλον της προσωπικής μα και εθνικής συμφοράς) και με τον λόγο να ακουμπά πάνω ακριβώς στην πληγή ομιλεί υπαινικτικά μα και προφητικά. Η απώλεια είναι μπροστά μας σε τοπίο ανελέητο μέσα στην πλήρη αδιαφορία ή την ανικανότητα να το κατανοήσουμε. Ακόμη και η ειρωνεία, σαρκαστικό συμπλήρωμα του λόγου, αποτυπώνει το κακό, τη συμφορά. Η ποιήτρια ολοκληρώνει τα είκοσι τέσσερα χτυπήματα των ποιημάτων της με την επίγνωση ενός ρόλου πολύτιμου μα συχνά υποτιμημένου από τους αδαείς:
 Κυρίες, κύριοι, θα σας κληροδοτήσω/Σιδερωμένα παλιοκούρελα./Γνωρίζω πως οι περισσότεροι/Θα προτιμήσετε τα δικά σας./Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά.
Μια ποίηση που, κατά την ομολογία της ίδιας της ποιήτριας, χρειάστηκε κι αυτή το αίμα της· Δάγκωσα χώμα στα κρυφά, θα πει.


Διώνη Δημητριάδου

Κάθε Ιούλιο επιστρέφω Γιώργος Μολέσκης εκδόσεις βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Κάθε Ιούλιο επιστρέφω

Γιώργος Μολέσκης

εκδόσεις βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό  Fractal
https://www.fractalart.gr/kathe-ioulio-epistrefo/








η μνήμη και η επιστροφή



Σκέφτομαι: Τι είναι η μνήμη; Για κάποιους είναι μια σκονισμένη σοφίτα με ξεχασμένα αντικείμενα, για άλλους ένα κομπολόι που ψηλαφούν συνέχεια τις χάντρες του, για μένα είναι ένας δρόμος που πάει παράλληλα με τον δρόμο της καθημερινής μου πορείας. Γι’ αυτό και τόσο συχνά επιλέγω να τον περπατώ.

Η μνήμη που συμβαδίζει με την καθημερινότητα της ζωής, όπως την εννοεί ο Γιώργος Μολέσκης, έχει μια υπόσταση ζωντανή· δεν λειτουργεί σαν τα μουσειακά εκθέματα που καταλήγουν συχνά βαρετά ή θλιβερά απομεινάρια. Η μνήμη δεν αναβιώνεται σε εκδηλώσεις επετειακές, σε ευκαιριακούς λόγους και σε παραστάσεις επισήμων. Είναι μια ζώσα πραγματικότητα, που επιβιώνει και επιμένει να δηλώνει την παρουσία της σε ό,τι κάνουμε και σε ό,τι σκεφτόμαστε. Η μνήμη μας είναι εμείς.
Στο πρόσφατο βιβλίο του, ο επανειλημμένα βραβευμένος για τις γραφές του συγγραφέας, παίρνει αφορμή από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στην Κύπρο το 2003 (κλειστά ήδη τότε για 29 χρόνια) για να κάνει το ταξίδι του. Επειδή συχνά το διανοητικό ταξίδι που αποτυπώνεται σε λογοτεχνικό λόγο δεν αρκεί –κυρίως όταν τα γεγονότα του παρελθόντος έχουν γράψει βαθιά μέσα στη συνείδηση με πολύ αποθηκευμένο πόνο– ισχυρή αποβαίνει η απαίτηση για ένα αληθινό ταξίδι. Τότε είναι που η γραφή ξεπερνά το πλαίσιο μιας λογοτεχνικής κατάθεσης και καταλήγει να έχει ζώσα φωνή και ψυχή που πάλλεται και φωνάζει.
Αυτό νιώθει ο αναγνώστης, καθώς διαβάζει  το «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» του Μολέσκη. Ο συγγραφέας γυρνά πίσω στον χρόνο για να συναντήσει τον εαυτό του τότε παλιά, στα χρόνια του αγώνα 1955-1959, πριν το πραξικόπημα του 1974 που οδήγησε στην εισβολή, στον πόλεμο, την καταστροφή και τον όλεθρο, στα γεγονότα που βύθισαν σε ένα διαρκές πένθος το νησί. Απαραίτητη η επιστροφή αυτή για να φανεί ο χρόνος πριν τα τραγικά γεγονότα, ο τρόπος που ζούσαν οι άνθρωποι ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο τους  μέσα από αγώνες για το δίκιο τους. Να φανεί η συνύπαρξη του ελληνικού με το τουρκοκυπριακό στοιχείο του νησιού, η αμόλευτη ακόμα από τα σχέδια των μεγάλων και την προδοσία των αφρόνων πολιτικών με τις καταστροφικές τους ιδεοληψίες. Κατόπιν θα αφηγηθεί τα γεγονότα του τραγικού Ιουλίου του 1974 και τη τουρκική κατοχή πλέον της μισής Κύπρου.
Ο Μολέσκης επιστρέφει πίσω στον τόπο του για να συναντήσει την τωρινή του  μορφή, μετά τον εποικισμό, να συγκρίνει το τότε με το τώρα, να καταγράψει το τοπίο και να προκαλέσει με τη σειρά του τη σύμπλευση αυτού που τον διαβάζει, στο μερίδιο φυσικά της συγκίνησης που αναλογεί στην αναγνωστική  απόσταση. Το κατορθώνει αυτό, έτσι όπως τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δένουν ομαλά με τη μυθοπλασία. Αυτή η σύζευξη κρίνεται απαραίτητη, καθώς χρειάζεται η λογοτεχνική γραφή και η φαντασία, προκειμένου  αφενός να καλυφθούν κάποια αναπόφευκτα κενά της μνήμης (η χρονική απόσταση τα δικαιολογεί) και να δεθούν μεταξύ τους τα γεγονότα. Αφετέρου έτσι γίνεται δυνατή στον συγγραφέα η αποτύπωση μιας περασμένης ζωής που ακόμη πονά μέσα στην αλλοίωσή της ή την οριστική της απώλεια – ο συγγραφέας παίρνει αναγκαστικά τον ρόλο του μυθοπλάστη και λειτουργεί με τη φαντασία του για να απαλύνεται έτσι ο πόνος της γραφής, όσο γίνεται. Σαν όλα αυτά να έχουν συμβεί με τη λογοτεχνική άδεια της μυθιστορηματικής απόδοσης σε κάποιους άλλους, σε άλλο τόπο και χρόνο. Λογοτεχνική η συνθήκη αυτή και απολύτως αποδεκτή και κατανοητή.
Το βιβλίο διαβάζεται σαν ένα οδοιπορικό στη σημερινή Κύπρο, τη διχοτομημένη βίαια, αλλά και σαν ένα ταξίδι προς το τότε της Ιστορίας που καθόρισε ανεξίτηλα το σήμερα του νησιού. Διαβάζεται, ωστόσο, και σαν ένα συναρπαστικό στη γραφή του αφήγημα με την τέχνη του Μολέσκη που ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα στη συγκίνηση και στη ρεαλιστική εκτίμηση των πραγμάτων. Έτσι καταγράφει και τις σκέψεις του, μια αφορμή για τις συνακόλουθες του αναγνώστη του:



Στα επόμενα ταξίδια και στους επόμενους Ιούληδες όλα θα ήταν διαφορετικά, ακόμη κι εγώ ο ίδιος θα ήμουν διαφορετικός. Μόνο η ζέστη θα ήταν πάντα η ίδια. Για ν’ αλλάξει, θα πρέπει να μετακινηθεί ολόκληρο το νησί από τη γεωγραφική του θέση, πράγμα το οποίο θα έλυνε όχι μόνο το πρόβλημα της καλοκαιρινής ζέστης και της συχνής λειψυδρίας αλλά και το πολιτικό πρόβλημα του τόπου. Γιατί όσο και να κατευθύνει τις σκέψεις, τις πράξεις και τις επιθυμίες μας η ιστορία, η γεωγραφία είναι αυτή που μας κάρφωσε εδώ, στον τόπο των πυρωμένων Ιούληδων και στο διαχρονικά ταραγμένο τούτο σταυροδρόμι της Μεσογείου.

Ο Μολέσκης κάθε Ιούλιο επιστρέφει στο τότε της πατρίδας του. όπως ο σκύλος του ο Μίσια, που κάθε χρόνο, στις 15 και στις 20 Ιουλίου, αναπαράγει με σπαρακτικό τρόπο τον ήχο των σειρήνων, που έρχονται να μας θυμίσουν τα όσα τραγικά ζήσαμε την περίοδο εκείνη του 1974, θα πει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Vakxikon.gr (18-7-2019).



Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας και Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου 2018 (για τις εκδόσεις 2017)



 Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 
και  Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου 
2018 (για τις εκδόσεις 2017) 



Τα βραβεία απονέμονται στους Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων), Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργο Κυριακόπουλο, Ελισάβετ Χρονοπούλου, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Αλέξη Πολίτη, Ρίκα Μπενβενίστε, Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Γιώργο Κ. Παναγιωτάκη, Ντανιέλα Σταματιάδη, Βαγγέλη Ηλιόπουλο, Seng Soun Ratanavanh, Ροδούλα Παππά και Μαρίζα Ντεκάστρο. Τιμητική διάκριση απονέμεται στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ποιητική».

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 
2018 (για τις εκδόσεις 2017)
Α. Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το έτος 2018 απονέμεται στη Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου για τη συνολική της προσφορά στα Γράμματα.
Β. Το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2018 για τις εκδόσεις του 2017 απονέμεται κατά πλειοψηφία στη Σώτη Τριανταφύλλου για το έργο της «Το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο», εκδόσεις Πατάκη.
Γ. Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος - Νουβέλας 2018 για τις εκδόσεις του 2017 απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας (κατά αλφαβητική σειρά) στον Γιώργο Κυριακόπουλο για το έργο του «Η τρισεγγονή της Αραπίνας και άλλες ιστορίες», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, και στην Ελισάβετ Χρονοπούλου για το έργο της «Ο έτερος εχθρός», εκδόσεις Πόλις.
Δ. Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2018 για τις εκδόσεις του 2017 απονέμεται κατά πλειοψηφία στην Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη για το έργο της «Η επιστροφή των νεκρών», εκδόσεις Πόλις.
Ε. Το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής 2018 για τις εκδόσεις του 2017 απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Αλέξη Πολίτη για το έργο του «Η ρομαντική λογοτεχνία στο έθνος κράτος 1830-1880: Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, πνευματική κίνηση, αναγνώστες», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
ΣΤ. Το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας-Βιογραφίας-Χρονικού-Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας 2018 για τις εκδόσεις του 2017 απονέμεται κατά πλειοψηφία στη Ρίκα Μπενβενίστε για το έργο της «Λούνα», εκδόσεις Πόλις.
Ζ. Το Ειδικό Θεματικό Βραβείο 2018 (για βιβλίο εκδόσεως 2017 που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα) απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου για το έργο του «Οι πρόσφυγες και τα καθήκοντά μας απέναντί τους», εκδόσεις Πόλις.
Ως προς το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2018 για τις εκδόσεις 2017, η Επιτροπή αποφάσισε κατά πλειοψηφία να μην απονεμηθεί. Η Επιτροπή αποφάσισε ομοφώνως την απονομή τιμητικής διάκρισης στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ποιητική».
Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου 
2018 (για τις εκδόσεις 2017)
Α. Το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Κ. Παναγιωτάκη για το έργο με τίτλο «Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, βιβλίο 2. Όταν ήρθαν για εμένα», εκδόσεις Πατάκη.
Β. Το Κρατικό Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου απονέμεται εξ ημισείας στην εικονογράφο Ντανιέλα Σταματιάδη και στον συγγραφέα Βαγγέλη Ηλιόπουλο για το έργο με τίτλο «Η βάρκα που τη λένε μνήμη. Η μνήμη ως βάλσαμο της ψυχής και θεμέλιο της κοινωνίας», εκδόσεις Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη και στην εικονογράφο Seng Soun Ratanavanh και στην συγγραφέα Ροδούλα Παππά για το έργο με τίτλο «Στη μύτη του κουταβιού μια ακριδούλα…  Χαϊκού» για τις τέσσερις εποχές, εκδόσεις Νεφέλη.
Γ. Το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Βιβλίου απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Βαγγέλη Ηλιόπουλο για το έργο με τίτλο «Θωμάς Q. BIT. Ταξιδιώτης στο κάτοπτρο του χρόνου», εκδόσεις Πατάκη.
Δ.  Το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για παιδιά απονέμεται κατά πλειοψηφία στην Μαρίζα Ντεκάστρο για το έργο με τίτλο «Λίγο πριν… λίγο μετά το 1821. Ένας κόσμος σε κίνηση», εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.

Μικρά δωμάτια πανικού διηγήματα Μιλτιάδης Σαλβαρλής εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Μικρά δωμάτια πανικού

διηγήματα

Μιλτιάδης Σαλβαρλής

εκδόσεις Μετρονόμος

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/salbarlis-miltos-metronomos-mikra-domatia-panikou-dimitriadou



τα δωμάτια και τα πρόσωπα



Ζωή. Ζωή μου. Φυλακή μου. Ζωή σε τοίχους. Ζωή πίσω από υγρά τζάμια. Ζωή με μόνη ζεστασιά το χνώτο. Ζωή με δυο χεράκια κοκαλιάρικα γαντζωμένα στα κάγκελα παιδικού πάρκου στο δημόσιο βρεφοκομείο. Ζωή με τις παλάμες απλωμένες, όσο περιμένεις τον χάρακα να χτυπήσει – με την κόψη. Ζωή με χειροκροτήματα. Ζωή με λεφτά. Πολλά λεφτά. Καλή ζωή; Σκατοζωή; Ποιος ξέρει; Ίσως το μάθω κάποτε. Σε μιαν άλλη ζωή.

Με τα παραπάνω λόγια κλείνουν τη ζωή τους οι ιστορίες του Σαλβαρλή. Όποιος μπόρεσε να ανοίξει τις πόρτες των μικρών τους δωματίων έχει καταλάβει πως όλες συνοψίζονται στην τελευταία με τον τίτλο Ζωή, φυλακή, ζωή μου (αντί επιλόγου). Οι ήρωες των ιστοριών, αφού ολοκληρώσουν (με ευφυή τρόπο γραφής) τον χρόνο που τους αναλογεί μέσα στη φόρμα του διηγήματος, έρχονται στο τέλος να χαρίσουν στον αναγνώστη τη δική τους απομυθοποίηση· ναι, είναι πλάσματα της φαντασίας του δημιουργού τους, που μπερδεύουν την αλήθεια με το λογοτεχνικό ψέμα, τον βιωμένο χρόνο των προσώπων με τον επινοημένο της μυθοπλασίας. Και ναι, τα μικρά δωμάτια πανικού, όπου εγκαταβιούν αυτοί οι ήρωες, δεν είναι παρά οι χώροι που οι ίδιοι δημιουργούν και επιτρέπουν στον εαυτό τους να κινηθεί μέσα τους – καμιά φορά βέβαια τον ορίζουν οι άλλοι αλλά κι αυτό ίσως το ίδιο να είναι τελικά. Και ο χρόνος τους, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση που τους παραχωρείται με τη λογοτεχνική άδεια. Όπως θα πουν οι ίδιοι:
-Είστε καιρό εδώ;
-Δεν ξέρω. Έχω χάσει λίγο τον χρόνο.

Ο Σαλβαρλής, όπως κάθε καλός χειριστής (μα και δημιουργός ταυτόχρονα) των μύθων, αιχμαλωτίζει μέσα στις ιστορίες του τα πρόσωπα μαζί με το βάρος της ζωής που το καθένα έχει χρεωθεί. Φτιάχνει πλήρεις ιστορίες, αποτυπώσεις μιας ολοκληρωμένης ζωής – όπως θα μπορούσε να νοηθεί η πληρότητά της με τα αληθινά ή και τα φανταστικά στοιχεία της βίωσης. Και κατορθώνει με τη γραφή του –εύστοχη στον πυρήνα της και επινοητική στις στροφές (συχνά απότομες) της αφήγησης– να δώσει στις δέκα ιστορίες, συν μία μαζί με τη συμπληρωματική/επιλογική, μια συλλογή διηγημάτων που ξεχωρίζει και σε ύφος και σε θεματική. Περισσότερο ακόμη, είναι ενδιαφέρουσα η συνύφανση  των χρονικών διαστημάτων, έτσι που να προσιδιάζουν στην πραγματική ζωή, που αδυνατεί να διακρίνει μεταξύ τους το τότε και το τώρα, να αποδώσει ένα και μόνο χρονικό πλαίσιο στη συνείδηση με τα πολλαπλά χρονικά σημεία που έγραψαν πάνω της. Οι ιστορίες του λειτουργούν σαν χώροι, που ενσωματώνουν την πλοκή (στα διαφορετικά χρονικά επίπεδα) και σαν «δωμάτια» περίκλειστα που μέσα τους οι ήρωες έχουν να αντιπαλέψουν με τη ζωή τους, με τις επιθυμίες τους (συχνά καταργημένες), με τον εαυτό τους στα πολλαπλά του είδωλα. Τελικά με τον καθρέφτη τους, που αποδίδει όσα θα ήθελαν να δουν – αρνητικά ή θετικά είδωλα μιας αλήθειας προσωπικής που διστάζουν συχνά να παραδεχθούν. Πώς θα γινόταν, όμως διαφορετικά; Το παλίμψηστο των επινοήσεων αποκαλύπτει κάθε τόσο και μια άλλη όψη του πραγματικού ή αυτού που εκλαμβάνεται ως πραγματική όψη της ζωής.  Ο χώρος αποκτά μια διάσταση ξεχωριστή ως οντότητα, σαν να είναι μια παρουσία ανθρώπινη που πρέπει να την αντιμετωπίσεις όπως μπορείς. Δεν είναι απρόσωπο το τοπίο εδώ. Έτσι οι χώροι στις ιστορίες είναι και αυτοί πρωταγωνιστές, είναι ήρωες κι αυτοί. Και είναι έτοιμοι να υποδεχθούν την πολυπλοκότητα των σχέσεων.

Έχω κακό προαίσθημα. Δεν είναι πρώτη φορά. Απλώς σήμερα είναι κάπως διαφορετικό. Αν πρέπει να το περιγράψω, μοιάζει με κάποιες μέρες του χειμώνα . Ενώ ξέρεις ότι το σπίτι είναι κρύο, σαν άδειο, λες και κάποιος άφησε ανοιχτή την πόρτα του ψυγείου, κι ενώ προετοιμάζεσαι ψυχολογικά να το αντέξεις, χιμάει η παγωνιά κατά πάνω σου και  σφίγγει την καρδιά σου. Σαν το σπίτι να είναι ακόμα πιο παγωμένο. Ακόμα πιο άδειο. Λες και κάποιος να άφησε ανοιχτές τις πόρτες και του ψυγείου και της κατάψυξης. (Κακό προαίσθημα)

Μικρές ή μεγάλες μάχες, σχέσεις που διαπλέκονται παράξενα, η παιδική ηλικία πάντοτε κυριαρχικά παρούσα να ορίζει συμπεριφορές και να αποτυπώνεται στα πρόσωπα που νομίζουν πως ωρίμασαν, κι όμως συνειδητοποιούν πως πρώτα  πρέπει να συμφιλιωθούν με το παιδί που αγρυπνά μέσα τους.  Αλλά και σχέσεις μυστικές με πρόσωπα που κάποιος περιμένει να έρθουν και ποτέ δεν εμφανίζονται. Και άλλοι άρρηκτοι δεσμοί με τις προηγούμενες γενιές που επιμένουν να δίνουν το στίγμα τους  στους επόμενους.

Η Όλγα, η εγγονή, πέθανε στα εξήντα πέντε της. Ένα κομμάτι παξιμάδι κάθισε στον λαιμό της και κανείς δεν βρισκόταν πλάι της να τη βοηθήσει καθώς πνιγόταν. Το πρόσωπό της μπλάβισε όσο η ανάσα της λιγόστευε. Και αντίθετα από όσα λένε, καμιά εικόνα από τη ζωή της δεν πέρασε μπροστά απ’ τα μάτια της. Ίσως γιατί έσβησε γρήγορα. Ίσως, πάλι, επειδή, χωρίς καλά καλά να το αντιληφθεί, είχε αρχίσει με τη φαντασία της να ζει τις ζωές άλλων και να πλάθει ιστορίες  τις ώρες τις ατέλειωτες πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν στο καράβι, τις ώρες της μοναξιάς της. Ποτέ δεν τη φώναξαν «Καπετάνισσα». Δεν ήταν. Άλλωστε, ούτε τη γιαγιά την Όλγα στο νησί φώναζαν «Καπετάνισσα». Διότι ούτε κι εκείνη ήταν.



Άνθρωποι με μνήμες, συνδεδεμένοι με  τους χώρους, που μέσα τους κλείνουν τις αφηγήσεις τους. Όλες οι ιστορίες μια αναμέτρηση του προσώπου με τον εαυτό του, με τον χρόνο και τον χώρο του. Απολύτως συνδεδεμένο το εξώφυλλο του βιβλίου (η φωτογραφία της Χριστίνας Καζαντζίδου) με το περιεχόμενο. Ο άδειος καναπές, ο ξεφτισμένος στις άκρες του, η μοναξιά και ο κλειστός χώρος με μόνο το  μικρό άνοιγμα. Όσο αντέχει το λιγοστό φως να περάσει και να φωτίσει εικόνες ζωής μέσα στις ιστορίες του βιβλίου.
Ιστορίες που δένουν όλες μαζί στο τελευταίο κείμενο του βιβλίου, το τόσο αποκαλυπτικό για τα μυστήρια της γραφής.  Και ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο θα εξομολογηθεί:
Πολλά πράγματα δεν έχω κουράγιο να κάνω τα τελευταία χρόνια. Μόνο να γράφω θέλω. Να βγάζω από μέσα μου μνήμες, ανθρώπους και βλέμματα.



Διώνη Δημητριάδου