Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017


Θλιμμένα βαλς

διηγήματα

του Ντενί Εμορίν

μετάφραση και επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου

εκδόσεις βακχικόν
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/thlimena-vals/)






η ακτινογραφία ενός ταραγμένου κόσμου



Δεν υπάρχει πραγματικά τίποτα πιο δύσκολο να δημιουργήσεις από τις σύντομες ιστορίες, των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη μοναδικότητα της σύλληψης - σκίτσα τα οποία αν και προτείνονται από την πραγματικότητα, μουχλιάζουν και χρωματίζονται από τη φαντασία μόνο.

Η παραπάνω διαπίστωση ανήκει στον Λευκάδιο Χερν, και πιστεύω ότι αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την ουσία που περικλείεται μέσα στις μικρές γραφές, τις σύντομες αποτυπώσεις (με τη βοήθεια της μυθοπλασίας) μιας πραγματικότητας τόσο σύνθετης. Ο Ντενί Εμορίν στις δεκατρείς μικρές του ιστορίες, τις οποίες στεγάζει κάτω από τον τίτλο Θλιμμένα βαλς, επιδιώκει την αναμέτρησή του με τη συντομία του κειμένου και το εύρος του περιεχομένου. Και αναδεικνύεται χωρίς αμφιβολία νικητής.

Δύσκολη υπόθεση να αποδοθεί ένας ταραγμένος κόσμος, απότοκο πολλών ανακατατάξεων και πληθώρας λαθών, που αναπόφευκτα (ως εξωτερικό περίβλημα) συσσωρεύονται στον ψυχισμό των ανθρώπων διαταράσσοντας με τη σειρά τους το εύθραυστο εσωτερικό τους τοπίο. Οι ελάχιστες σε έκταση αυτές ιστορίες δίνουν η καθεμιά και μια εκδοχή του αδιεξόδου των ηρώων τους, που ασφυκτιούν σε ένα περιβάλλον που μεταλλάσσεται από φιλικό σε εχθρικό. Πώς, για παράδειγμα, να αντιμετωπίσεις έναν καθρέφτη που επιμένει να σου θυμίζει την αληθινή σου όψη;



Το όπλο εκπυρσοκρότησε, τίναξε τα λεπτά τοιχώματα του διαμερίσματος. Σκίσιμο φωτιάς και φωνή  μίσους. Στον καθρέφτη, λίγο πιο πάνω από το δεξί μάτι, μια τρύπα διακοσμημένη με μικρές γυάλινες ρυτίδες εμφανίστηκε στο μέτωπό «του».

Ή, πώς να αποδιώξεις από μέσα σου (και μέσα από τα γραπτά σου) την κυρίαρχη γυναικεία μορφή, που ωστόσο την έχεις ανάγκη όπως το οξυγόνο;

Αναρωτιόμουν αν η γυναίκα μου μερικές φορές με διαπερνούσε έτσι, με όλη της την ύπαρξη.

Σηκώθηκα με κακή διάθεση να δουλέψω ένα μυθιστόρημα. Στο γραφείο μου, επάνω στο τραπέζι, που με απομόνωνε από τον κόσμο και ειδικά από την Αλίσια, δεν κατάφερνα να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου. Η Αλίσια ήταν εκεί, σ’ αυτόν τον στενό κύκλο που της ήταν απαγορευμένος. Αισθανόμουν την παρουσία της, το βλέμμα της, ακόμα και τη σιωπή της.


Αλλού θα δούμε μικρές και ασήμαντες παρεξηγήσεις, παράλογους φόβους να γίνονται καθοριστικοί παράγοντες που παίζουν τη ζωή κορώνα γράμματα. Οι ήρωες των διηγημάτων του Εμορίν αναζητούν τον χώρο τους, προκειμένου να υπάρξουν, να σαρκωθούν σε αληθοφανείς περσόνες. Αυτός, όμως, ο ποθητός χώρος αρνείται να αποτελέσει το ασφαλές περιβάλλον γι’ αυτούς. Μνήμες από το παρελθόν ξεπηδούν και το καθιστούν ιδιαιτέρως  επίφοβο. Ίσως να  είναι το ασταθές εσωτερικό τους  τοπίο που προσδιορίζει την αμφίβολη ισορροπία τους στον κόσμο που τους περιβάλλει. Κι όμως, στην αρχή της αφήγησης όλα φαίνονται ομαλά και κοινότοπα, όπως πολύ συχνά συναντάμε σε διηγήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ανατροπή είναι που κάνει τη γραφή του Εμορίν αξιόλογη στη διάκρισή της από τις πολλές άλλες. Η αφηρημάδα μιας αναγνώστριας, για παράδειγμα, θα οδηγήσει απρόσμενα στο τέλος τη ζωής της. Και σε κάποιες ιστορίες συγχέεται η πραγματικότητα με τη συγγραφική μυθοπλαστική απάτη, χωρίς να μπορείς να ξεδιακρίνεις τα όρια μεταξύ τους. Έτσι, θα δούμε μια απλή αναιμία να μετεξελίσσεται -σε μόλις δύο σελίδες- σε ανάγκη επιτακτική για αιμοσταγή δράση, για κυριολεκτική αφαίμαξη του άλλου.   

[…]βύθισε τα αιχμηρά δόντια της στη σάρκα μπροστά της. Το αίμα κυλούσε στο στόμα της Βιργινίας, έβαφε τα μάγουλά της κόκκινα, πλημμύριζε τον λαιμό της… Νόστιμη αίσθηση, απερίγραπτη. Έβγαλε μια άγρια κραυγή. Οι δυνάμεις της ξαναγύριζαν. Ξαναζούσε.

Και ένα παγκάκι που ξηλώνεται για να αντικατασταθεί από ένα καινούργιο ίσως παίρνει, μέσα σε μια ταραγμένη από τις ζοφερές μνήμες συνείδηση, τραγικές διαστάσεις.

Στην αρχή δεν είπε τίποτα. Τελικά, κατάφερε να αρθρώσει: «Είναι δικό μου, δικό μου! Δεν έχετε το δικαίωμα!» Έπειτα, ξανά ένα κύμα από λέξεις ξεχύθηκε από το στόμα του, σ’ αυτήν την ακατανόητη γλώσσα που έμοιαζε με γερμανικά…

Εκείνη την ημέρα και τις επόμενες τα παιδιά δεν πήραν καραμέλες. Ο Άβελ, που κατάφεραν να ακινητοποιήσουν πριν τον οδηγήσουν κανείς δεν ξέρει πού, δεν ξαναήρθε ποτέ.

Δίπλα στους συμπαθείς ήρωες ελλοχεύουν νοσταλγοί μιας παράλογης βίας, που πυροδοτούν και στη σκέψη του αναγνώστη τραγικές εικόνες του παρελθόντος που ακόμα δεν λένε να πεθάνουν. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει συχνά τον ρόλο της υπενθύμισης, έρχεται να δικαιώσει την ηθική πλευρά της κοινωνίας και να καταδικάσει, ακόμα και με τη σιωπή των ηρώων της, τις μορφές του κακού που στοιχειώνουν τη ζωή τους.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα μπροστά στο βιβλιοπωλείο με λάστιχα που στρίγκλιζαν. Βγήκε ένας άνδρας. Ο Ζαν-Ιβ δεν κατάλαβε τι συνέβαινε, δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί την Πέρλα ούτε τα Ιεροσόλυμα. Ένα δευτερόλεπτο μετά τα πάντα φλέγονταν. Ο γέρος κατέρρευσε στο πεζοδρόμιο. Αυτή τη φορά το βιβλιοπωλείο είχε κλείσει οριστικά.

Σ’ αυτήν τη δυστοπική εικόνα -και επειδή όλα μετρούν στη μυθοπλασία με το ιδιαίτερο βάρος που προσδίδουν στην πλοκή- δεν μας ξαφνιάζει καθόλου η παρείσφρηση, για παράδειγμα, της Αμερικής του Κάφκα, όταν τυχαία (;) ένας ήρωας θα πιάσει στα χέρια του ένα βιβλίο από τα πολυάριθμα που έχει μπροστά του. Όχι, δεν είναι καφκικό το περιβάλλον σε όλες τις ιστορίες, ωστόσο ο προσεκτικός αναγνώστης θα αναγνωρίσει πίσω από τους χώρους και τα πρόσωπα κάτι από τον κόσμο του σπουδαίου συγγραφέα. Και ίσως τότε να του φανεί τραγικά οικείος ο κόσμος που ο Εμορίν διαλέγει για πλαίσιο των ιστοριών του.

Έπειτα, είναι και ο τίτλος. Από τη μια η θλίψη και από την άλλη το βαλς, χορός που απαιτεί δύο και σε εναργή συμμετοχή για να δέσουν με τον ρυθμό. Οξύμωρο; Εύκολα το εννοούμε μέσα από τη μοναξιά που ξεχειλίζει στην ψυχή των ηρώων, έστω και αν περιτριγυρίζονται από άλλες παρουσίες. Η μοναχικότητα, γιατί κυρίως γι’ αυτή την ποιότητα της μοναξιάς πρόκειται, είναι μια απολύτως προσωπική υπόθεση, και έρχεται εδώ ο καλός συγγραφέας να μας το θυμίσει. Οι τροχιές των ανθρώπων μπορεί να διασταυρώνονται, όμως αυτό που προσδιορίζει το βαρύ φορτίο μέσα τους είναι η αίσθηση ότι είναι μόνοι τους. Ο Εμορίν με την ευαισθησία της γραφής του επιφυλάσσει και το αντίβαρο σ’ αυτήν την απομόνωση, την αναγκαστική ή και την ηθελημένη, προσφέροντας δίπλα στον βασικό ήρωα κάθε φορά κάποιον που τον νοιάζεται, τον αγαπά, τον φροντίζει, όπως μπορεί.

[…]ο Άλφρεντ, ναι, ο Άλφρεντ έκλαιγε. Δυνατοί λυγμοί τράνταζαν το κορμί του. Ήταν η έκπληξη της ζωής μου: οι μεγάλοι μπορούσαν να κλαίνε; Είχα την εντύπωση ότι οι γονείς μου παρηγορούσαν το αγοράκι τους! Αλλά το αγοράκι τους ήμουν εγώ, ο Ρεμί, και μόνον εγώ! Ο Άλφρεντ ήταν μεγάλος, παντρεμένος και αρχηγός οικογένειας! Πώς ήταν δυνατόν;

Ένα μήνυμα αισιοδοξίας ότι δεν χάνονται όλα, όσο κι αν το νομίζουμε; Μια αίσθηση ευθύνης του λογοτέχνη που οφείλει να ανοίξει ένα παράθυρο σε πιο ευοίωνη εικόνα; Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια δυνατή γραφή, αξιοπρόσεκτη στη σημασία της. Από τη σύλληψη της ιδέας ως τη δημιουργία χαρακτήρων ευδιάκριτων (παρά τη συντομία της δράσης), ως τις εμπνευσμένες ανατροπές. Στοιχεία που δηλώνουν την αξία του συγγραφέα.



Διώνη Δημητριάδου

Μιά ἔγνοια μέ πνίγει

(διήγημα)

π. Σταύρου Τρικαλιώτη






«Ὁ ἀγέρας φυσάει ξαφνικός

ἡ καρδιά μου παγώνει

καί ρωτιέμαι μά δέν ξέρω τό γιατί·





μιά ἔγνοια μέ πνίγει

γιά ὅ,τι συμβαίνει ὅ,τι δέν συμβαίνει

γιά ὅ,τι θά συμβεῖ



καί ψάχνω μά δέ βρίσκω τό γιατί.»*



Διάβασε αὐτό τό ποίημα καί τοῦ ἄρεσε γιατί ἀντικατόπτριζε ἐκείνη τή στιγμή τίς σκέψεις καί τή τήν ψυχολογική του διάθεση. Ἐδῶ καί μερικές ἡμέρες εἶχαν συμβεῖ πολλά δυσάρεστα στή ζωή του. Αἰφνίδια ἀπώλεια προσφιλοῦς του προσώπου, οἰκονομική δυσπραγία καί ἄλλα ἀπρόσμενα γεγονότα, πού τόν εἶχαν ὁδηγήσει σέ ἀδιέξοδο καί τοῦ εἶχαν δημιουργήσει ἕνα αἴσθημα ἀνικανοποίητου.

   Τίποτε πλέον δέν τόν εὐχαριστοῦσε, οὔτε ἡ παρέα τῶν φίλων του, οὔτε τό θέατρο οὔτε ὁ κινηματογράφος, μά οὔτε καί οἱ ἀγαπημένες του ἐκδρομές στά χιονοδρομικά κέντρα, οἱ ὁποῖες παλαιότερα ξετρέλαιναν.

   Μαγείρευε πλέον μηχανικά πολύ ἁπλά φαγητά - ἦταν ἐργένης- μόνο ἀπό ἀνάγκη καί γιά νά ἔχει νά βάλει μιά μπουκιά στό στόμα του.

   Εἶχε ἀρχίσει νά σκοτεινιάζει γιά τά καλά. Μέσα Δεκεμβρίου καί ἡ Ἀθήνα ντυνόταν τά γιορτινά της. Ὅμως, ὅλα αὐτά τόν Ἀνέστη τόν ἄφηναν ἐντελῶς ἀδιάφορο. Καθόταν μέ τίς ὧρες στόν καναπέ ἤ στό γραφεῖο του καί ἄφηνε σέ ἕνα σωρό «γιατί» νά τορπιλίζουν τό μυαλό του. Τό κρύο τοῦ χειμώνα εἶχε κάνει κατάληψη καί στήν καρδιά του. Ἦταν ἔξυπνος ἄνθρωπος – εἶχε βγάλει τό Φυσικό μέ ἄριστα- ἀλλά αὐτή του ἡ ἐξυπνάδα ἔκανε πιό αἰσθητή τήν τραγωδία του.

   Σκεφτόταν, σκεφτόταν πολύ. Ἔκανε πολλούς καί περίπλοκους συλλογισμούς καί ὅλο ἀναρωτιόταν γι᾽ αὐτά πού τοῦ εἶχαν συμβεῖ καί τόν βασάνιζαν. Ὁρισμένα δέν μποροῦσε νά τά χωνέψει μέσα του. «Θά μποροῦσε αὐτό νά μή μοῦ εἶχε συμβεῖ. Θά μποροῦσε νά μήν εἶχε πεθάνει τώρα τό ἀγαπημένο μου πρόσωπο. Θά μποροῦσαν τά οἰκονομικά μου νά εἶναι πιό ἀνθηρά», σκεφτόταν καί τόν ἔπιανε τό πικρό παράπονο. «Ἔπειτα εἶναι ζωή αὐτή πού κάνω; Ἕνας ἐργένης εἶμαι πού σπατάλησα τά καλύτερα χρόνια τῆς ζωῆς μου σέ ταξίδια καί διασκεδάσεις καί ὅλο ἀνέβαλα τά σχέδια γιά τήν ἀποκατάστασή μου, πού ποτέ τελικά δέν ἦρθε. Καί τί κατάφερα στή ζωή μου; Ἔμεινα ἕνας μαγκούφης καί μισός. Καί τώρα πού ἦρθαν ἀπανωτές οἱ δυσκολίες καί τά προβλήματα, δέν ξέρω πώς νά τά διαχειριστῶ».

   Ὧρες ὧρες αὐτές οἱ σκοτεινόχρωμες σκέψεις τόν τόν πανικόβαλαν. Καί τότε ἄρχιζε νά ἀνησυχεῖ σοβαρά γιά τήν ψυχική του ὑγεία. «Ἔτσι πού πάω, σίγουρα θά πέσω – τό λιγότερο- σέ κάποια μορφή κατάθλιψης ἤ καί σέ κανένα βαρύτερο ψυχικό νόσημα καί ἄντε μετά νά ξεμπλέξεις μέ τούς ψυχιάτρους καί τά ἀναγκαῖα φάρμακα πού θά μοῦ χορηγήσουν. Θά καταντήσω σάν φυτό, ὅπως τίς προάλλες ὁ φίλος μου ὁ Ἀρίστος, πού στό τσάκ τή γλίτωσε ὁ καημένος ἀπό τό ψυχιατρεῖο. Κι ἄν μπεῖς στή φωλιά τοῦ κούκου, τήν ἔβαψες, κατά τό κοινῶς λεγόμενο. Ὁ Θεός νά σέ φυλάει!»

   Μέσα στήν παραζάλη του θυμήθηκε τή συχωρεμένη τή μητέρα του – καλή της ὥρα ἐκεῖ πού βρίσκεται- ἡ ὁποία σέ άνάλογες δύσκολες καταστάσεις πού ἀντιμετώπιζε, τοῦ πρότεινε νά διαβάζει στίχους ἀπό τούς Ψαλμούς τοῦ Δαυίδ. «Εἶναι βάλσαμο γιά τήν ψυχή, παιδί μου», τοῦ ἔλεγε. «Πόσα καί πόσα βάσανα δέν πέρασα κι ἐγώ στή ζωή μου; Κι ὅμως, τά ξεπέρασα γιατί πάντα κατέφευγα στήν προσευχή καί στήν καρδιακή ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου. Ἐκεῖ ἔβρισκα τή λύση σέ ὅλα μου τά προβλήματα, ἐκεῖ ἔβρισκε παρηγοριά ἡ ψυχή μου. Ἦταν σάν νά μιλοῦσε στήν καρδιά μου ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Ἔφερε στό νοῦ του τή μητέρα του σάν νά ἦταν ὁλοζώντανη, σάν νά τόν χάιδευε καί νά τόν ἀγκάλιαζε, ὅπως τότε πού ἤτανε παιδί.

   «Σέ κάποιο ράφι τῆς βιβλιοθήκης μου ἔχω καταχωνιασμένο τό Ψαλτήρι τῆς μητέρας μου», σκέφτηκε. «Γιά νά δοκιμάσω νά τό διαβάσω λίγο, δέν ξέρεις καμμιά φορά τί γίνεται! Ἔπειτα εἶναι ἡ εὐχή καί ἡ πείρα τῆς μανούλας μου. Λίγο τό ἔχεις;»

   Ἔπειτα ἀπό πολύ ψάξιμο βρῆκε τό Ψαλτήρι. Τό ἄνοιξε μέ λαχτάρα. Στήν πρώτη σελίδα διάβαζε:



ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ

ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ

Ἐν Λονδίνῳ 1948



Τό τομίδιο μέ τούς Ψαλμούς, πού κρατοῦσε πλέον στά χέρια του, ἦταν πολύ ὄμορφο. Εἶχε μικρά τυπογραφικά στοιχεῖα – γιά ἐξοικονόμηση χώρου-, ὄμορφη ἀρίθμηση μέ ἐναλλαγή γραμμάτων καί ἀριθμῶν, καί ποιητική διάταξη τῶν στίχων. Στή δεύτερη σελίδα παρατήρησε σημειωμένα μέ μολυβάκι τά γραμμματάκια τῆς μητέρας του: Καλλιόπη Βράχου, 18 Ὀκτωβρίου 1951.

   «Τότε πρέπει νά ἦταν εἴκοσι ὀκτώ χρόνων κι ἐγώ μικρό παιδάκι πέντε χρόνων» συλλογίστηκε. Συγκινήθηκε καί χωρίς νά τό καταλάβει μερικά δάκρυα πότισαν τά μάγουλά του. Δάκρυα πολύ καυτά. Ἔνιωσε σάν νά καθάρισε ἡ ὅρασή του καί ξαφνικά νά εἶχε ἀνακαλύψει ἕνα καινούργιο νόημα στήν πεζή καί ἄχαρη ζωή του. Θυμήθηκε τά ὄμορφα παιδικά του χρόνια καί τά γλυκά ὄνειρα πού ἔκανε τότε γιά τή ζωή του. Τόν ἐνθουσιασμό καί τό πεῖσμα πού τόν χαραχτήριζαν.

Ἄρχιζε νά ξεφυλλίζει τό τευχίδιο μέ τούς Ψαλμούς, ὥσπου ἔφτασε στήν τελευταία σελίδα. Ἐκεῖ, πάνω στή λευκή σελίδα ἡ μητέρα του εἶχε σημειώσει ὁρισμένους ψαλμικούς στίχους, γράφοντας μπροστά ὁρισμένους τίτλους. Στόν πρῶτο στίχο ἔγραφε: ὅταν μᾶς βρίσκουν οἱ θλίψεις στή ζωή, Ψαλμός ΜΕ´, 45, σελίδα 50. Ὁ Ἀνέστης μέ κάποια ἀγωνία καί συνάμα περιέργεια ἀνάτρεξε ἀμέσως στήν παραπομπή καί διάβασε:



Ὁ Θεὸς ἡμῶν καταφυγὴ καὶ δύναμις,

βοηθὸς ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα.



Διάβασε τόν στίχο δυό-τρεῖς φορές καί προσπάθησε νά ἐμβαθύνει στό νόημά του. Αὐτό ἦταν! «Εἶναι σάν νά σοῦ μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: Ἐγώ εἶμαι τό καταφύγιό σου καί ἡ δύναμή σου, ἐγώ μόνο μπορῶ νά σέ βοηθήσω στίς τρομερές θλίψεις πού σέ βρῆκαν», μετέφρασε στά γρήγορα μέσα του. Ξαναδιάβασε τόν στίχο ἄλλες δυό φορές. Ἔκλεισε τό τευχίδιο καί τό ἔσφιξε πάνω στό στῆθος του. Εἶχε ἀρχίσει νά νιώθει κάποια ἀνακούφιση. Ἔπειτα πῆγε στήν κρεβατοκάμαρά του, στάθηκε μπροστά σέ ἕνα παλιό κόνισμα τῆς Παναγίας τῆς παρηγορήτριας - ὅπως ἦταν ἡ ὀνομασία της, πολύτιμο οἰκογενειακό κειμήλιο ἀπό τή Μικρά Ἀσία- καί αὐθόρμητα γονάτισε γιά πολλή ὥρα μπροστά στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Μέ λυγμούς ἄρχισε νά τῆς λέει τόν πόνο τῆς ψυχῆς του καί νά κλαίει ἀπαρηγόρητα σάν μικρό παιδί. Πέρασαν εἴκοσι λεπτά καί τοῦ φάνηκε σάν νά ταξίδεψε στόν Παράδεισο. Χρόνια εἶχε νά προσευχηθεῖ μέ τόση μεγάλη θέρμη.

   Ἀφοῦ σηκώθηκε, ἄνοιξε τό ἑρμητικά κλεισμένο παράθυρο κι ἕνας λαμπερός καί εὐεργετικός ἥλιος μπῆκε στό σκοτεινό δωμάτιο καί τό ζωγράφισε μέ τίς χρυσές του ἀχτίδες.

   Ἀνανεωμένος καί μέ ἀναπτερωμένο τό ἠθικό του βγῆκε στόν κεντρικό δρόμο καί σέ μιά μεγάλη ἀλάνα εἶδε τά ἀγόρια πού ἔπαιζαν ξέγνοιαστα ποδόσφαιρο. Τά χάρηκε καί τούς χαμογέλασε, χωρίς ἐκεῖνα νά τόν ἀντιληφθοῦν. Στή μαυρισμένη καρδιά του εἶχε εἰσχωρήσει πλέον μιά ἀνείπωτη χαρά. Ἔνιωθε ἕνα ἀλλόκοτο ἐσωτερικό σκίρτημα καί ἠρεμία.

   Ἀφοῦ περπάτησε καμμιά ὤρα περίπου, ξαναγύρισε στό σπίτι καί πῆγε στήν κρεβατοκάμαρά του νά ἀλλάξει ροῦχα. Δίπλα στό κόνισμα τῆς Παναγιᾶς παρατήρησε  τή φωτογραφία τῆς μητέρας του καί τοῦ φάνηκε πώς τοῦ χαμογελοῦσε. Τήν πῆρε στά χέρια του καί τή φίλησε. «Σέ εὐχαριστῶ μητέρα πού αὐτή τή δύσκολη ὥρα ἦρθες κοντά μου καί μέ συμβούλευσες» τῆς ψιθύρισε σάν νά τόν ἄκουγε. «Ξέρω, τό νιώθω πώς ἡ εὐχή σου μέ συντροφεύει πάντοτε», συνέχισε.

   Ξαναδιάβασε τό ποίημα καί ἄρχισε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μέ ἀφορμή τό περιεχόμενο τοῦ ποιήματος, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν ποιήτρια: «Ἀγαπητή μου Ἰωάννα, ὁ χειμωνιάτικος ἀέρας πού περιέγραψες ἔπαψε πλέον νά φυσᾶ. Ἠ καρδιά μου δέν εἶναι πλέον παγωμένη, ἀλλά ζεστή καί χαρούμενη. Ἀγαπάω πλέον ὅλον τόν κόσμο. Τά βασανιστικά γιατί πού μέ ἔπνιγαν – καί ἔπνιγαν κι ἐσένα- καί παρολίγο νά μέ ὁδηγήσουν στήν τρέλα ἤ στήν αὐτοκτονία, ἐξαφανίστηκαν μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δέν μέ ἀπασχολοῦν πλέον. Δέν ψάχνω πιά γιά ἀπαντήσεις σέ ἀδιέξοδα ἐρωτήματα. Ψάχνω ἀπό σήμερα μόνο τόν Χριστό πού μοῦ δίδαξε νά ἀγαπῶ ἀπό μικρό παιδί ἡ μητέρα μου καί τόν εἶχα κρυμμένο καί καταχωνιασμένο στήν ψυχή μου, ὅπως τό Ψαλτήρι στή βιβλιοθήκη».

   Κατόπιν κάθισε στόν καναπέ, πῆρε τό τευχίδιο τῶν ψαλμῶν, τό ἄνοιξε τυχαῖα σέ κάποια σελίδα καί ἄρχισε νά διαβάζει δυνατά τόν πρῶτο στίχο στόν ὁποῖο ἔπεσε τό μάτι του:



Εἰσάκουσον, ὁ Θεός, τῆς προσευχῆς μου ἐν τῷ δέεσθαί με

πρός σέ

ἀπό φόβου ἐχθροῦ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν μου. **



Ἐκλεισε τό Ψαλτήρι, ἔγειρε γιά λίγο τό κεφάλι του στό μαξιλάρι τοῦ καναπέ καί ἔτσι ἀνάλαφρο πλέον τόν πῆρε ἕνας γλυκός ὕπνος…



π. Σταύρος Τριακαλιώτης



* Ἰωάννας Τσάτσου, Ποιήματα, Κύκλος Α´, VIII, σελ. 20, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, 1988

 ** Ψαλμός ΞΓ´, 2

 (η φωτογραφία του Sebastião Salgado)




Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017


Ένα αισιόδοξο μήνυμα
Ανθολόγιο "Συν Ποιείν"




Ολοκληρώθηκε ο πρώτος τόμος “ΣυνΠοιείν” με την Αυτοανθολόγηση 150 ποιητών, λογοτεχνών, θεατρικών συγγραφέων, στιχουργών και εικαστικών.

Ο Πρώτος τόμος περιλαμβάνει ποιήματα και κείμενα επιλεγμένα από τα βιβλία (αλλά και ανέκδοτο υλικό) από τους ίδιους τους συγγραφείς, θεατρικά και παιδική λογοτεχνία, ποιήματα και διηγήματα βραβευθέντα σε διαγωνισμούς (Πανελλήνιους και της Κύπρου) και αποσπάσματα από εργασίες ακαδημαϊκών.

Συνοδεύεται από οπτικοακουστικό υλικό με ποιητικό λόγο, μουσική και videoart. Το αρχείο «οπτικής ποίησης» Ελλήνων και Ξένων Λογοτεχνών είναι ένα Project που αφορά την ποίηση, λογοτεχνία και τα εικαστικά γενικότερα. Έχουν δημιουργηθεί περισσότερα από 200 videos οπτικοποιημένης ποίησης, τα οποία αποτελούν μία ουσιαστική πρόταση στα πλαίσια της βιωματικής εκπαίδευσης (πολλά από αυτά με την συμμετοχή μαθητών στην δημιουργία, με επιλογή εικόνων, δικών τους φωτογραφιών αφήγησης και μουσικής) και αποτελούν χρήσιμα εκπαιδευτικά «εργαλεία» ώστε οι μαθητές να προσεγγίσουν πολύπλευρα την λογοτεχνία και τον ποιητικό λόγο μέσω και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ήδη ως εκπαιδευτικό υλικό προβάλλονται σε σχολεία και κοινωνικά φροντιστήρια.

Η ιδέα για αυτή την σειρά εκδόσεων με ποίηση και γενικά λογοτεχνία προέκυψε από την ανάγκη που εξέφρασαν εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, για μια συγκεντρωτική παρουσίαση με ελεύθερη πρόσβαση σε μορφή e-book, των σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων, με προσωπική επιλογή από το έργο τους, καθώς και των νέων τάσεων και ρευμάτων της Ελληνικής γραμματείας.

Η συλλογή αυτή παρέχει στους εκπαιδευτικούς μας μια ξεχωριστή δυνατότητα. Να ασχοληθούν και να κρίνουν και δημιουργούς οι οποίοι δεν έχουν τίτλους. Αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες προτάσεων διδασκαλίας άγνωστων, αλλά αξιόλογων συγγραφέων, παράλληλα με τους ήδη αναγνωρισμένους και έχουν την δυνατότητα να καταγράψουν την αξιολογική τους κρίση. Το σχολείο τοιουτοτρόπως αποκτά αυτόνομη λειτουργία και φυσικά ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ.

Το βιβλίο «ΣυνΠοιείν» θα διατίθεται ελεύθερα.



Οι συγγραφείς οφείλουμε να δώσουμε ό,τι καλό οραματιστήκαμε και πάνω του δημιουργήσαμε

με όλες τις δυνάμεις μας. Η θέση μας είναι απλή.

Η μεγάλη επανάσταση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την παιδεία και από τη νέα γενιά.




ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ «ΣΥΝΠΟΙΕΙΝ»

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΛΙΓΙΖΑΚΗΣ

ΣΙΣΣΥ ΑΛΗΦΡΑΓΚΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΑΞΙΩΤΟΥ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΝΑΚΗ ΑΞΟΥΓΚΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΑΜΠΑΝΖΗΣ

ΕΛΕΝΗ ΑΡΑΠΗ

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΒΑΦΕΙΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΥΤΣΑΣ

ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ

ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΙΛΑΣ

ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ (ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ)

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΤΡΑΣ

ΦΩΤΕΙΝΗ ΔΟΥΡΟΥ

ΠΕΜΗ ΓΚΑΝΑ

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

ΜΑΙΡΗ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ ΓΚΙΩΝΗ

ΜΑΡΙΑ ΓΚΟΥΜΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΛΑΤΩΝ ΔΕΛΤΑ

ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Θ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ

ERINA ESPIRITU

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΑΧΟΣ

ΆΓΓΕΛΟΣ ΉΒΟΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΘΑΛΑΣΣΕΛΗΣ

ΓΑΒΡΙΛΗΣ ΙΣΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΈΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΙΑΚΩΒΟΣ ΘΗΡΑΣ ΚΑΡΑΜΟΛΕΓΚΟΣ

ΟΛΓΑ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗ

ΕΛΣΑ ΚΑΣΑΠΗ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΙΚΑΝΗΣ

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΚΟΜΝΟΥ

ΙΟΥΛΙΑ ΚΩΝ. ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ

ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΣΟΦΙΑ ΚΡΑΒΒΑΡΙΤΗ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΑΖΑΝΑΣ

ΣΩΤΗΡΙΑ ΛΑΣΚΟΥ

ΙΣΜΗΝΗ ΛΙΟΣΗ

ΚΛΕΟΠΆΤΡΑ ΜΑΚΡΊΔΟΥ- ROBINET

ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΚΑΛΕΦ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

ΖΕΤΑ ΜΠΕΛΑΟΥΡΗ

ΜΟΙΡΑ ΜΠΙΖΑΝΟΥ

ΠΑΝΟΣ ΝΙΑΒΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΝΟΥ

ΈΚΤΟΡΑΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ

ΦΑΝΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΆΝΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

MΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ROSENZWEING

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΟΡΦΕΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΜΙΧΕΛΑΚΗΣ

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

ΘΑΝΟΣ ΠΑΣΧΟΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΠΠΑΣ

ΜΑΙΡΗ ΠΕΣΤΡΟΒΑ

ΕΥΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΛΙΑΝΟΥ

ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΥ

ΛΟΥΚΙΑ ΠΛΥΤΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ

ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΡΩΜΑΝΟΥ

ΜΑΡΙΝΑ ΣΑΒΕΡΙΑΔΟΥ

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

MΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΝΤΑ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΝΤΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΗΜΗΝΤΗΡΑ

ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΣΚΕΥΟΦΥΛΑΞ

AΝΤΩΝΗΣ Δ. ΣΚΙΑΘΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΥΛΛΑΙΟΥ

NΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

ΣΠΥΡΟΣ ΤΑΚΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΖΟΚΑ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

ΑΘΗΝΑ ΤΙΤΑΚΗ

ΕΛΕΑΝΑ ΤΣΕΣΜΕΛΗ

ΗΛΙΑΣ ΤΣΕΧΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΑΡΣΑΡΗΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΑΚΗΣ

ΧΑΡΟΥΛΑ ΦΡΑΓΚΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΑΓΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ

ΤΖΙΝΑ ΨΑΡΡΗ...



Οργανωτική Επιτροπή Επιμέλειας Και Ενήμερωσης

ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ. Εκπαιδευτικός, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΝΑΚΗ ΑΞΟΥΓΚΑ. Εκπαιδευτικός, συγγραφέας.

ΑΝΤΩΝΗΣ Δ. ΣΚΙΑΘΑΣ: Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ. Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, μεταφράστρια.

Θ. ΠΑΣΧΟΣ Εκπαιδευτικός, ποιητής.

ΚΛΕΟΠΆΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ-ROBINET. Συγγραφέας

(στέλεχος του γαλλικού υπουργείου συγκοινωνιών κ έργων Δντρια του τμήματος Υδάτινοι πόροι στην ΟΡΛΕΑΝΗ)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΝΟΥ. Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, εικαστικός.

ΕΛΕΝΗ ΑΡΑΠΗ (ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΣΚΕΨΗ). Εκπαιδευτικός, συγγραφέας.

ΚΑΪΤΑΤΖΗ ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ. Κλινικός ψυχολόγος–ψυχοθεραπεύτρια.

(Ανοιχτή Μονάδα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουψάλα

και στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση του Υπουργείου Παιδείας)

ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ. Παραγωγός, Σεναριογράφος, Σκηνοθέτης,

Συγγραφέας, Εκπαιδευτικός

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΠΠΑ. Εικαστικός, Συγγραφέας. Σκηνοθέτιδα, Εκπαιδευτικός

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ, Εκπαιδευτικός, συγγραφέας.

ΦΑΝΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (εκπαιδευτικός)

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017




Για το βιβλίο "Ο βιωμένος χρόνος - μικρές ιστορίες"
της Διώνης Δημητριάδου
γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη


Ο βιωμένος χρόνος της Διώνης Δημητριάδου

γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη



Όταν σε περιβάλουν πολύτιμα δώρα δημιουργών πολύτιμων … ! «…αντί-κείμενα, έτσι όπως τα θέλουμε να βρίσκονται απέναντί μας, κάπως σαν να βλέπουμε το είδωλό μας σε καθρέφτη» (εμείς, ο χώρος, τα πράγματα).

Ο τίτλος μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο του βιβλίου καθώς η έννοια και κυρίως η βίωση του χρόνου υπάρχει διάχυτη στο βιβλίο και επανέρχεται όχι μόνο ως περιεχόμενο αλλά και ως τίτλος πολλών από τα κείμενα (ο χρόνος μέσα μας), (ο χρόνος που τελειώνει), (ο προσωπικός χρόνος). Το δε εξώφυλλο με τον υπέροχο πίνακα Fish Magic του Paul Klee μας εισάγει στη μαγεία της συνείδησης και βίωσης του χρόνου αλλά και τη μαγεία και τη χαρά της βίωσης της ανάγνωσης ενός αληθινού και πραγματικά καλού βιβλίου.

Διαβάζοντας το βιβλίο «Ο βιωμένος χρόνος» της Διώνης Δημητριάδου αισθάνεσαι ευχαρίστηση, βίωση «ενός "αχά αισθήματος"» το έχω νιώσει κι εγώ «Όλοι οι άλλοι γύρω μαζεμένοι κι εσύ μια μοναξιά» (μια προσωπική υπόθεση). Μνήμες στοχασμοί και αναστοχασμοί για το χρόνου τον προσωπικό και τον «αντικειμενικό», το χρόνο που χάνεται στη στιγμή και συνάμα υπάρχει διαπαντός ίσως, τη βίωση του χρόνου, της στιγμής και του πάντοτε που περιέχει, στοχασμοί που αγγίζουν δικούς σου… «το τώρα το πριν το μετά το ποτέ και το πάντοτε»* Υπαρξιακό άγχος για τη ζωή που φεύγει, τη στιγμή που χάνεται «γράφεις ακόμα και σε χαρτάκι από τσιγάρα και διασώζεις τη στιγμή» (η χειρολαβή) και «Θέλησε για λίγο να κρατήσει τη στιγμή, να τη ζεστάνει μέσα στην παλάμη της, να μη της φύγει» (η στιγμή), «Μονάχα τον απόηχο της στιγμής να κράταγα» (μόνο έτσι ο έρωτας). Χάνεται και όμως όχι καθώς διαχέεται στο βιβλίο η επίγνωση πως η στιγμή δε χάνεται (η στιγμή). Με χαμηλόφωνο και άμεσο λόγο άλλοτε αφηγηματικό, άλλοτε μεστό δοκιμιακό και άλλοτε πυκνό ποιητικό η συγγραφέας μοιράζεται μαζί μας μνήμες και συγκινήσεις τονίζοντας εμφατικά τη σημαντικότητα της βίωσης της στιγμής, του εδώ και τώρα, αλλά και  την ενδεχόμενη διαχρονικότητα της στιγμής. Παράλληλα μας κοινωνεί την επίγνωση πως τίποτε δε χάνεται καθώς ό,τι βιωμένο το φέρουμε δια παντός εντός μας. Στο βιβλίο υπάρχει διάχυτη  μια θλίψη για το βιωμένο χρόνο και τη στιγμή που χάνονται και μια  ανομολόγητη  ανεκπλήρωτη επιθυμία ίσως παράτασης της στιγμής, παράλληλα όμως και η αίσθηση διάσωσης και διάρκειας της στιγμής μέσω της μνήμης «Ο ήχος ο δικός σου ακούγεται, που τον απόηχο καταργεί» (απόηχος). Η Διώνη Δημητριάδου μέσα από την αλληγορική αφήγηση μας κοινωνεί διαισθητικά την ιδέα ότι ίσως και να μη χάνεται η στιγμή δια παντός «Τράβηξε το χέρι του και απορημένο κοίταξε τον ήχο που κρατούσε. «Τι ωραία στιγμή!», ψιθύρισε.  (η στιγμή).

Κρατώντας το αληθινό και καλό όπως προανάφερα βιβλίο «Ο βιωμένος χρόνος» της Διώνης Δημητριάδου στα χέρια μου και μέσα μου τη συγκίνηση και τους στοχασμούς που μου πρόσφερε, οι συνειρμοί μου πηγαίνουν στο εξαιρετικό ποίημα «Ευφορία» του σπουδαίου Σουηδού ποιητή Gunnar Ekelöf από το οποίο επιθυμώ ως επίλογο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα:

«Η φύση όλη γύρω σου ισχυρή απ’ αγάπη και  θάνατο.

Σαν να ήταν  η τελευταία νύχτα πριν από ένα μακρινό, μακρινό ταξίδι:

Κάποιος στην τσέπη έχει  το εισιτήριο τελικά κι όλες τις αποσκευές μαζεμένες.

Και μπορεί να καθίσει και να νιώσει απομακρυσμένων χωρών την εγγύτητα,

Να νιώσει πως όλα είναι σε όλα, ταυτόχρονα το τέλος και η αρχή του,

Να νιώσει πως εδώ και τώρα είναι τόσο η αναχώρηση όσο και η επιστροφή του,

Να νιώσει πως η ζωή και ο θάνατος μέσα του δυνατά σαν κρασί είναι!

Ναι, να είμαι ένα με τη νύχτα, ένα με τον εαυτό μου, με του φωτός τη φλόγα

που με κοιτάζει ήρεμο στα μάτια, ήρεμο και αινιγματικό.»**





*Διαδρομές, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, 2015

**Ευφορία, Γκούναρ Έκελεφ (Gunnar Ekelöf) Färjesång , 1941

    απόδοση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη (ανέκδοτο)

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου
της Ασημίνας Ξηρογιάννη
"Λίγη φθορά για γούρι"











Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί

Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης

της Παρασκευής Κοψιδά – Βρεττού

εκδόσεις βακχικόν




Η επικοινωνία των δημιουργών μεταξύ τους,  η συνομιλία τους, ζωντανή ή μέσα από τα έργα τους, πάντα προσελκύει το ενδιαφέρον των μελετητών και των αναγνωστών. Πολύ περισσότερο όταν είναι απρόσμενη. Η Παρασκευή Κοψιδά – Βρεττού προσέγγισε στο δοκίμιό της δύο από τους πλέον ενδιαφέροντες συγγραφείς του 19ου αιώνα, τον Λευκάδιο Χερν και τον Πιερ Λοτί. Στην εισαγωγή του βιβλίου θα αναρωτηθεί ποια ανάγκη οδηγεί στη συγγραφή, και δίπλα σε κάποιες προσωπικές αναζητήσεις, που κυρίως καθορίζουν τις συγγραφικές επιλογές, θα επισημάνει τις συγγένειες (εκλεκτές οπωσδήποτε) ανάμεσα σε εποχές αλλά και σε πρόσωπα, που αποκτούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον φιλομαθή αναγνώστη. Έτσι, θα δούμε τους δύο συγγραφείς μέσα από τις παραλληλίες της ζωής τους, από την κοινή τους (λίγο ως πολύ) πορεία.

Γνωρίζουμε το μεταφραστικό έργο του Λευκάδιου Χερν, την προτίμησή του στη γαλλική λογοτεχνία, κυρίως στον Γκωτιέ και τον Λοτί, και την επίδραση που ο τελευταίος άσκησε στο έργο του Χερν, κατά δήλωση του ίδιου. Ήδη δομείται μια συσχέτιση των δύο, ικανή για να στραφεί η προσοχή στη συνεξέταση των δύο λογοτεχνών. Η Κοψιδά δείχνει να αξιολογεί ως σημαντική τη σχέση συγγραφέα και μεταφραστή:


Η καλή τύχη για τον συγγραφέα είναι το συναπάντημα με τη φίλια ψυχή του μεταφραστή του και για τον μεταφραστή η ανταπόκριση στο «ανεκδιήγητο» περιεχόμενο της δικής του ψυχής. Η πετυχημένη μετάφραση δεν είναι παρά η ψυχική, συγκινησιακή μεταγραφή της «λέξης» του συγγραφέα, που γίνεται και λέξη αυθεντικής τονικότητας του «μεταγραφέα».

Η δοκιμιογράφος θα αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου της στην επαφή του Χερν με τη γαλλική κουλτούρα και λογοτεχνία σε μια προσπάθεια να δείξει πως τίποτα δεν γίνεται τυχαία αλλά έχει τους δικούς του αφανείς συνδέσμους που οδηγούν στις εσωτερικές σχέσεις. Έτσι, ο Χερν μεταφράζοντας εναποθέτει και ενσωματώνει στη μετάφρασή του το δικό του πνεύμα, τη δική του ποιότητα. Ήδη η εσωτερική σχέση συντελείται. Τους έφερε κοντά τον έναν στον άλλον ο ρομαντισμός τους, η μελαγχολία, η ανάγκη να δραπετεύσουν από τον δυτικό πολιτισμό αναζητώντας την άλλη όψη του κόσμου στη μαγεία της Ανατολής.

Το βιβλίο χωρίζεται στα εξής κεφάλαια, ενδεικτικά του εύρους της εργασίας:

Εισαγωγή

Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί: Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης

Ο Λευκάδιος Χερν και η μετάφραση

Ο Λευκάδιος Χερν και η γαλλική λογοτεχνία

Νέα Ορλεάνη: Η συνάντηση του Χερν με τη γαλλική κουλτούρα

Νέα Ορλεάνη: Η "ανακάλυψη" της γαλλικής λογοτεχνίας

Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί

Πιερ Λοτί: Ένας αυθεντικός οριενταλιστής

Συνάντηση στη "χώρα" της μαγικής μελαγχολίας

Σημειώσεις

Βιβλιογραφία

Λευκάδιος Χερν - Πιερ Λοτί: Βιογραφικά

Λευκάδιος Χερν - Πιερ Λοτί: Φωτογραφίες



Με πλούσιο υλικό στα χέρια της η Κοψιδά και με κέντρο της εργασίας της τον Χερν οδηγεί πρώτα στη σχέση του με τη γαλλική λογοτεχνία, προκειμένου να φανεί το ενδιαφέρον του για τον Λοτί.
Και από κει μεταβαίνει στις ιδιαίτερες συνδέσεις των δύο λογοτεχνών, με επικέντρωση στη διάθεσή τους για φυγή από τον δυτικό πολιτισμό και την αγάπη τους για το ανατολικό πολιτισμικό στοιχείο, που καθόρισε και την πορεία της ζωής τους. Μια ζωή ξεχωριστή για τον καθένα, με πολλά κοινά στοιχεία ωστόσο.

Μια ενδιαφέρουσα μελέτη, δοκιμιακής μορφής, με μοιρασμένο το περιεχόμενό της σχεδόν εξίσου ανάμεσα στον λόγο και στο υλικό που διαμόρφωσε αυτόν τον λόγο. Μια έκδοση καλαίσθητη και προσεγμένη από τις εκδόσεις βακχικόν.



Βιογραφικά της συγγραφέως από το «αυτί» του βιβλίου:


Η Παρασκευή Κοψιδά - Βρεττού γεννήθηκε στη Λευκάδα. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών (1993), με βαθμό άριστα. Υπηρέτησε ως φιλόλογος και από το 2003 ως Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στο νομό Λευκάδας.

Σημαντική είναι η συμβολή της στην κοινωνική έρευνα, την παιδαγωγική και τη φιλολογική επιστήμη. Έχει λάβει μέρος σε διεθνή και πανελλήνια συνέδρια. Μελέτες, άρθρα και βιβλιοκρισίες της έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων, επιστημονικές επετηρίδες και στον Τύπο. Είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας και μέλος διαφόρων επιστημονικών εταιριών και φορέων. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία φιλολογικού, παιδαγωγικού και λαογραφικού περιεχομένου και δύο ποιητικές συλλογές. Το δοκίμιο Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί: Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης είναι το ενδέκατο βιβλίο της.





Διώνη Δημητριάδου