Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ο Θοδωρής Γκόνης στη Λέσχη μας!


Ο Θοδωρής Γκόνης στη Λέσχη μας!

Οι φίλοι της καλής λογοτεχνίας ευπρόσδεκτοι.




Την Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018, στις 6 το απόγευμα, υποδεχόμαστε στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής (Αλέκου Κοντόπουλου 13) τον Θοδωρή Γκόνη για να συζητήσουμε μαζί του το πρόσφατο βιβλίο του «Εφτά Λευκά Πουκάμισα», διηγήματα, εκδόσεις Άγρα.

«Εφτά λευκά πουκάμισα. Η καλή φορεσιά ενός σπιτιού που προσπάθησε να μην την τσαλακώσει ποτέ και τη φόρεσε μονάχα στις μεγάλες του ώρες. Στα ταξίδια του στις στενές θάλασσες και στους χωματένιους δρόμους αυτού του βίου».


Με τη συνάντηση αυτή λήγει η φετινή περίοδος (2017-18), δεύτερη για τη Λέσχη μας. Από τον Οκτώβριο του 2017 ως τον Μάιο του 2018 είχαμε τη χαρά να συνομιλήσουμε για τα βιβλία τους με εξαίρετους συγγραφείς: Χλόη Κουτσουμπέλη, Ούρσουλα Φωσκόλου, Μιχάλης Μοδινός, Καρολίνα Μέρμηγκα, Κάλλια Παπαδάκη, Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Αχιλλέας Κυριακίδης, και τώρα ο Θοδωρής Γκόνης.

Τον ερχόμενο Οκτώβριο με νέες συναντήσεις.

Οι συντονίστριες της Λέσχης

Διώνη Δημητριάδου

Δήμητρα Καραχάλιου

"αυτό" της Inger Christensen μετάφραση – επίμετρο: Σωτήρης Σουλιώτης εκδόσεις Σαιξπηρικόν η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/christensen-inger-saixpirikon-auto-dimitriadou


"αυτό"
της Inger Christensen
μετάφραση – επίμετρο: Σωτήρης Σουλιώτης
εκδόσεις Σαιξπηρικόν
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/christensen-inger-saixpirikon-auto-dimitriadou




το ποίημα και μια δυναμική ερμηνεία του κόσμου

Είναι μεγάλη η συζήτηση γύρω από τον καθορισμό του ρόλου της ποίησης, κυρίως ως προς τη σκοπιμότητα που ενδεχομένως εμπεριέχει, την αποτελεσματικότητά της μέσα στο κοινωνικό σώμα/αποδέκτη, την έμμεσα εισηγητική της παρέμβαση στις εξελίξεις (πολιτικές κυρίως), την ικανότητά της να αποτελέσει ένα τρόπον τινά μανιφέστο, πολύτιμο «εγχειρίδιο», που με την πύκνωση του λόγου να μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός εξελίξεων και δυναμικών αλλαγών. Αλλά -από την άλλη πλευρά- εγείρεται η αποστομωτική ίσως θεωρία, που αρκείται ευφυώς στον αισθητικό χαρακτήρα της ποίησης αλλά και της τέχνης γενικότερα, που έχει από μόνη της, πέρα από την οποιαδήποτε σκοπιμότητα, τη δυναμική να διεγείρει συνειδήσεις ωθώντας σε νέες μορφές δημιουργίας μέσω της ενσυναίσθησης. Όταν γράφει η Christensen τις παρακάτω επαναλαμβανόμενες προτάσεις που καταλήγουν στην αποκαλυπτική τελευταία, αρχίζεις να σκέπτεσαι την εγγενή δυνατότητα ενός ποιήματος να μεταλλάξει τη ματαιότητα της δράσης σε αποτελεσματικότητα του ονείρου. Και τότε αρχίζουν όλα:

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω

Ο Σίσυφος τραγουδά:

Μια πέτρα πετάει πάνω απ’ τα βουνά





Η Δομή

Το ποιητικό βιβλίο-ποταμός αυτό της Inger Christensen,  είναι ένα ποίημα 250 σελίδων, που όμως μπορεί να διαβαστεί σαν ένα ποίημα της μιας ανάσας. Κι αν κάποιος μπορεί να σκεφθεί άλλα ανάλογα σχοινοτενή, όμως  χαώδη έργα, τον προλαβαίνω για να πω ότι το συγκεκριμένο ακολουθεί μια άψογη δομή, η οποία όχι μόνο  το συγκρατεί για να μην αποβεί χαοτικά ατελέσφορο αλλά ίσα ίσα διευκολύνει την αναγνωστική του προσπέλαση, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον οξύμωρο, μια αυστηρή δομή για ένα έργο από τα πλέον υπερβατικά των καθιερωμένων σχημάτων. Χωρισμένο σε τρία μέρη:

Πρόλογο

Λόγο και

Επίλογο



με το ουσιαστικό μέρος, τον Λόγο, να έχει τη μεγαλύτερη έκταση και να χωρίζεται σε τρία επίσης μέρη:
    Σκηνή
    Κείμενο
   Δράση



με το κάθε ένα απ’ αυτά να υποδιαιρείται σε οκτώ μέρη:

Συμμετρίες

Μεταβατικότητες

Συνέχειες

Συνεκτικότητες

Μεταβλητότητες

Επεκτάσεις

Ακεραιότητες

Καθολικότητες.



Οι σοφά επιλεγμένες αυτές ονομασίες (με το σχήμα 3, 3, 8 να στερεώνει μια αυστηρά τηρούμενη δομή) καθοδηγούν την ανάγνωση επιστρατεύοντας τη λογική σύνδεση των εννοιών. Το σκηνικό πρώτα, απαραίτητο για να βρει τον χώρο να δράσει το υποκείμενο  στη βάση ενός κειμένου. Οι έννοιες προχωρούν από την αρχική συμμετρία και  ως να φθάσουν στην ποθητή καθολικότητα θα διέλθουν από τις ανακατατάξεις μιας συνοχής και μιας μεταβλητότητας. Θα σπάσουν στα κομμάτια τους, θα διαφοροποιηθούν, θα δεχθούν προσμείξεις, θα ανασυνταχθούν, θα συμπεριλάβουν τα αντίθετα τους. Και όλα αυτά και στα τρία μέρη, σκηνή, κείμενο, δράση. Η πορεία του κόσμου. Η πλήρης εικόνα.



Το Θέμα



Μέσα σε μια τόσο μικρή λέξη, «αυτό», μπορεί να χωρέσει ο κόσμος; Ναι, αν τον δούμε ως αρχικό στοιχείο, απειροελάχιστο μόριο που εμπεριέχει τον σκοπό του – κατά την αριστοτελική θεωρία της Εντελέχειας, τη μετάβαση/εξέλιξη από το δυνάμει ον στο ἐνεργείᾳ ον και την εκπλήρωση του σκοπού που αυτό από την αρχή εμπεριείχε. Ο ποιητικός Πρόλογος της Christensen ξεκινά πάνω σ’ αυτή την αρχή, με τις λέξεις σταδιακά να πολλαπλασιάζονται δίνοντας έτσι και την εικόνα της δημιουργίας από το ελάχιστο στο διαρκώς διαμορφούμενο και επεκτεινόμενο:

Αυτό. Αυτό ήταν. Έτσι άρχισε. Αυτό είναι. Συνεχίζει. Κινείται. Πιο πέρα. Γίνεται. Γίνεται αυτό, αυτό κι αυτό. Πάει πιο πέρα απ’ αυτό. Γίνεται άλλο. Γίνεται πιο πολύ. Συνδυάζει το άλλο με το παραπάνω και συνεχίζει να γίνεται άλλο και παραπάνω. Πάει πιο πέρα απ’ αυτό. Γίνεται κάτι άλλο από το άλλο και παραπάνω. Γίνεται κάτι. Κάτι καινούργιο. Κάτι όλο και πιο καινούργιο.



Σ’ αυτόν τον έξοχο Πρόλογο θα δώσει όχι μόνον την αρχή της δημιουργίας αλλά και τα στοιχεία εκείνα που θα καθορίσουν στη συνέχεια την πορεία προς την πιθανή καταστροφή – εγγενή και αυτά τα στοιχεία σ’ έναν κόσμο που δρομολογήθηκε από την αρχή για μια αναπόφευκτη αυτοματαίωση. Για παράδειγμα, από εκεί ξεκινά η ψευδαίσθηση της ελευθερίας μέσα σ’ έναν κόσμο που για να στερεωθεί χρειάστηκε να ορίσει συμφωνίες και συμβάσεις δεσμευτικές:

Σκηνοθετούν, γιατί σκηνοθετούν μια ελευθερία, γιατί εξαναγκάζονται να επιθυμούν να πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι και γιατί αυτοί, όταν πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι, ξεχνούν τι είναι ελευθερία και ξεχνούν το δικό τους, τυχαίο θάνατο.

Σκηνοθετούν γιατί σκηνοθετούν μια τάξη. Γιατί κρατούν τη ζωή σε τάξη, πιστεύουν ότι κρατούν τη ζωή σε τάξη.



Καθώς το έργο προχωρεί στον Λόγο φαίνεται περισσότερο η πρόθεση της Christensen να συμπληρώσει την αρχική εικόνα εισχωρώντας στις επιμέρους πραγματικότητες του ενός κόσμου, όπως αυτός εξελίσσεται και δημιουργεί νέους ορίζοντες, νέα αποκτήματα, νέα προβλήματα, νέες ασυμβατότητες. Η αρχική μηδαμινή στις ανάγκες της κοινωνία μεγεθύνεται, οι άνθρωποι απομονώνονται, οι ψευδαισθήσεις κυριαρχούν. Μια ανατομία έχουμε εδώ της κοινωνικής συμβίωσης, της επιβαλλόμενης εξουσίας με τους μηχανισμούς της να φορούν το προσωπείο της λαϊκής συναίνεσης, τις εξεγέρσεις να καταπνίγονται, τις αφυπνισμένες συνειδήσεις να περιθωριοποιούνται, να στιγματίζονται. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στίχοι από το έργο της ποιήτριας γίναν σύνθημα αγώνων της επαναστατημένης νεολαίας, δείχνοντας ότι η ποίηση έχει τη δύναμη να μιλήσει με τον πιο προωθητικό λόγο, να εκφράσει τις πιο ριζοσπαστικές διεκδικήσεις. Ιδίως στα χέρια μιας ποιήτριας, οπαδού του μοντερνισμού, που αρνείται την αντικειμενικότητα της μιας και μοναδικής  αταλάντευτης ερμηνείας του κόσμου και ανοίγει τη σκέψη στη δημιουργική φαντασία. Τα σημεία που η ποιήτρια μιλά για το πώς χτίζεται η πολιτική εξουσία (σε όλα τα επίπεδα) παρακινούν σε συνειρμούς και σήμερα:

[…] όταν χτίσανε την πόλη ήταν άνοιξη και κανείς δεν

πρόσεξε τις σκιές

όταν χτίσανε τις σκιές ένοιωσαν σαν στο σπίτι τους

[…] η λειτουργία μας είναι να είμαστε ακατανόητοι

η λειτουργία μας είναι να είμαστε

η λειτουργία μας



Γραμμένο το «αυτό» στη δεκαετία του ’60 (εκδόθηκε το 1969) φέρει μέσα του το όραμα μιας κοινωνίας που θα ανατρέψει το κακοφορμισμένο σώμα της υπάρχουσας, εγκυμονεί το όνειρο, την ουτοπία (όπως τελικά αποδείχθηκε)· το ενδιαφέρον είναι πως τη δυνατότητα στο όνειρο τη θεωρεί η ποιήτρια ως άφευκτη πορεία του κόσμου προς το μέλλον:

Προσπάθησα να μιλήσω για  έναν κόσμο που δεν υπάρχει

Για να υπάρξει.



Αυτό θα μπορούσε να είναι το σύνθημα για κάθε επανάσταση, κυρίως γιατί η  Christensen δέχεται ως αναπόσπαστο κομμάτι της πορείας προς την αλλαγή του κόσμου αυτή την  ίδια την αλλαγή, καταργώντας κάθε πιθανό βόλεμα των πρωτοπόρων σαν βρεθούν στην εξουσία:


[…] πρέπει να φροντίζουμε να κατευθυνόμαστε συνειδητά και κατευθείαν προς το αδύνατο. Καθοδόν πρέπει φυσικά να κρατάμε την ισορροπία. Αλλά μόνο υπό τον όρο η ισορροπία να γίνεται ανασφαλής. Όλο και περισσότερο ανασφαλής.



Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λόγος, το μεγαλύτερο κομμάτι της ποιητικής σύνθεσης, με τα τρία μέρη του και τις οκτώ υποδιαιρέσεις του καθενός απ’ αυτά, συνιστά μια πλήρη εικόνα του κόσμου όπως είναι και όπως θα μπορούσε να είναι. Η διαρκής κινητικότητα του ποιητικού υποκειμένου να παρατηρεί, να καταγράφει, να διακηρύσσει, να αποκαλύπτει, να παρακινεί σε αφύπνιση, να καταργεί την πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου χειρότερου κόσμου στη θέση του υπάρχοντος, αναδεικνύει το μακροσκελές αυτό ποίημα σε ένα εγχειρίδιο αυτογνωσίας, γνώσης του κόσμου και γνώσης των δυνατοτήτων μας και της θέσης μας σ’ αυτόν. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η σειρά του Επιλόγου, είσαι έτοιμος να δεχθείς την απλοποίηση πάλι των λέξεων· οι στίχοι μικραίνουν, οι λέξεις λιγοστεύουν. Έχει δοθεί το άπαν. Απομένει η δική σου εκτίμηση. Είσαι μπροστά σε ένα μορφοποιημένο σύμπαν (η αυστηρή οργάνωση του λόγου ήταν απαραίτητη για να δειχθεί σε όλο του το μέγεθος), το οποίο καταρρέει. Κυριαρχεί ο φόβος, παντοδύναμη συνθήκη που αποτρέπει από την όποια ενέργεια. Εξ αρχής εμπεριείχε ως σκοπό του το ατελές, το ανολοκλήρωτο;

Ο φόβος […] για έναν κόσμο που ποτέ δεν δημιουργείται

για έναν κόσμο που ποτέ δεν τελειοποιείται





Η Ποίηση



Είναι, λοιπόν, ο ποιητικός λόγος μια δύναμη προωθητική των εξελίξεων, ως ανάλυση των συνθηκών, ως επισήμανση των εγγενών προβλημάτων, ως πρόταση τελικά μιας ανατροπής; Μια απόλυτη απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, όχι μόνο γιατί τα ποιητικά μέσα είναι συχνά δύσκολα για μια απρόσκοπτη επικοινωνία, όσο γιατί από την ίδια την ποίηση (ακόμη και στα πλέον ριζοσπαστικά σε μορφή και θεματολογία ποιήματα όπως το συγκεκριμένο εδώ) εκφράζεται μια αμφισβήτηση ως προς τη δυνατότητα μετατροπής του κόσμου των σκοπιμοτήτων και των συμβάσεων σε κόσμο των φυσικών αξιών. Έρχεται πάλι στη σκέψη η εικόνα του Σίσυφου με την επαναλαμβανόμενη κίνηση προς τα πάνω, τη ματαιότητα επίτευξης του στόχου:

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω



Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να του απαγορεύσει να έχει την προσωπική του νίκη πάνω στη μάταιη αυτή κίνηση. Το Υποκείμενο αναλαμβάνει τη συνέχεια:

Ο Σίσυφος τραγουδά:

Μια πέτρα πετάει πάνω απ’ τα βουνά

Η Christensen έδωσε με το έργο της την εικόνα του συστήματος (καθόλου κοινότοπη η λέξη, καθώς δηλώνει τη συνέργεια των επιμέρους στοιχείων προκειμένου να σταθεί ακλόνητος ο δεδομένος κόσμος), έδειξε τους μηχανισμούς του, αποκάλυψε τη σαθρότητά του, έδωσε και το έναυσμα στη σκέψη να κινηθεί. Με τη γλώσσα που χρησιμοποίησε αναβάθμισε τη χρήση του κώδικα επικοινωνίας, δείχνοντας τη δυναμική που κρύβει μέσα της ακόμα και η ελάχιστη των λέξεων, όταν με αρχή μόνο τις δύο συλλαβές (μία στη Δανική γλώσσα) μπορείς ως έμπνευση αλλά και ως γραφή να πολλαπλασιάσεις τα λόγια, τις εικόνες, τις προοπτικές και τα όνειρα. Αυτή η γλώσσα υπαινικτικά πλούσια μέσα στον πυκνό ποιητικό λόγο πολλαπλασιάζει και τη δυναμική του έργου.

Αξίζει να σημειωθεί στα θετικά της έκδοσης και η απόδοση του έργου από τον μεταφραστή Σωτήρη Σουλιώτη σε ρέοντα λόγο, με ρυθμό και ένταση, καθώς και οι χρήσιμες πληροφορίες που δίνει ο ίδιος στο Επίμετρο. Φυσικά τα εύσημα να δοθούν και στις εκδόσεις Σαιξπηρικόν για την επιλογή ενός έργου μοναδικού στη δυναμική του, την ανάγνωση του οποίου είχαμε στερηθεί επί μακρόν.

Διώνη Δημητριάδου

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Συμεών ο πρόσφυγας μυθιστορηματική αφήγηση του Λεωνίδα Ζησιάδη εκδόσεις Ιανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9889-simeon-prosfigas


Συμεών ο πρόσφυγας
μυθιστορηματική αφήγηση
του Λεωνίδα Ζησιάδη
εκδόσεις Ιανός
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9889-simeon-prosfigas




 Ο Συμεών Κουιντούρογλου, ο ήρωας του Ζησιάδη, ίσως είναι αληθινός, ίσως όχι· ίσως υπήρξε ο πυρήνας που πάνω του χτίστηκε η μυθοπλασία· ίσως όμως να είναι και ολόκληρος αποκύημα της φαντασίας του δημιουργού του. Αυτό που έχει σημασία είναι πως στο πρόσωπό του βρίσκουν την εικόνα τους όλοι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που έφυγαν κυνηγημένοι από τη γη τους για να βρουν μια ελπίδα ζωής στην αντίπερα όχθη, την Ελλάδα, αυτήν που θεωρούσαν δεύτερη πατρίδα. Συνάντησαν, όμως, σε όποιο  μέρος κι αν εγκαταστάθηκαν, την εχθρική αντιμετώπιση από τους «γνήσιους» Έλληνες, τους οιονεί θεματοφύλακες των πατρογονικών εδαφών. Εκατοντάδες οι ιστορίες που αφηγούνται τη δύσκολη ζωή, τον τρόπο που ο καθένας μπόρεσε να κερδίσει το ελάχιστο που του αναλογούσε ως δικαίωμα επιβίωσης, την ανάδειξη πολλών σε ποικίλες δραστηριότητες, την καταξίωση τελικά. Σήμερα ποιος διανοείται να αναζητήσει στο γενεαλογικό δέντρο τις προηγούμενες γενιές των προσφύγων; Και, αν το κάνει, θα είναι για να επαινέσει και όχι για να κατακρίνει. Σήμερα, δυστυχώς, άλλοι έχουν πάρει τη θέση των τότε κατατρεγμένων· άλλους στοχεύει η ιδεοληψία. Η ιστορία όμως του Ζησιάδη μιλά για κείνα τα χρόνια τα δύσκολα, για την προσπάθεια να ενσωματωθούν στον κορμό της ελληνικής πραγματικότητας οι άνθρωποι που τους έλεγαν απαξιωτικά «τουρκογεννημένους», «τουρκοβαφτισμένους», «αλλόφωνους» κι «αλλόπιστους». Κι αυτοί έπρεπε να αποδείξουν το αυτονόητο, ότι είχαν την ελληνική συνείδηση, συχνά πιο ανεπτυγμένη από τους εδώ διώκτες τους. Από το 1934 ως το 1945 είναι ο αφηγηματικός χρόνος της ιστορίας. Στο κέντρο της ο Συμεών, πρόσφυγας από τη Μικρασία, καραμανλής, με ανάμεικτη τη γλώσσα του και πιο οικεία την τουρκική, με την οικογένειά του, το μαγαζί του (όσπρια και δημητριακά), τα χούγια του, τους φίλους του, τον ιδιότυπο χαρακτήρα του. Στο φόντο της ιστορίας, γύρω από τον μικρόκοσμο των ηρώων, ο άλλος κόσμος, τα ευρύτερα πλαίσια της κοινωνίας, η πόλη και τα γεγονότα που λειτουργούν σε άλλο επίπεδο, με το δικό τους βάρος να καθορίζει και τα όρια των δυνατοτήτων των απλών ανθρώπων. Κι ακόμα πιο πέρα, στον πιο μακρινό από τους ομόκεντρους αυτούς κύκλους, οι μεγάλοι του κόσμου να ετοιμάζονται για πόλεμο, τον πιο καταστρεπτικό από εκείνον που είχαν ονομάσει Μεγάλο Πόλεμο, γιατί αγνοούσαν ότι φτιαχνόταν ο χειρότερος. Ο Συμεών, με την οξεία πολιτική ματιά που χαρακτήριζε τους φερμένους από τη Μικρασία, ώριμα κρίνει:

Αναλογιζόταν πολλές φορές τη Δημοκρατία που χάθηκε και τον Βενιζέλο που ζούσε εξόριστος στη Γαλλία. Τον Βενιζέλο δεν τον αγαπούσε, όπως κάνουν οι φανατικοί. Τον παραδεχόταν.

Περιέπεσε σε σκέψεις. «Πώς ο Θεός στραβώνει τον άνθρωπο», έλεγε μέσα του κάθε φορά που θυμόταν τα παλιά. «Εκείνος ο Βενιζέλος, το μεγάλο μυαλό και ο μεγάλος πατριώτης, πώς έκανε το λάθος να ζητήσει εκλογές μέσα στη φωτιά του πολέμου στη Μικρασία;». Δεν το χωρούσε το μυαλό του. «Πόλεμος και εκλογές, ολούρμου; Αυτά έκανε και ήρθαν στα πράματα οι βασιλιάδες με τους λακέδες τους».

Το ξανασκέφτηκε τώρα και ψευτόφτυσε στον αέρα με αγανάχτηση.

-            Φουκαριάρα Ελλάδα, μουρμούρισε, πόσα ακόμα να τραβήξεις έχεις! Παράδες γιοκ, στρατός γιοκ, αεροπλάνα γιοκ, νοσοκομεία, σχολεία, δρόμοι, γέφυρες γιοκ, μανιφατούρα γιοκ. Νε πιτσίμ μιλέτ είσαι; Να φας δεν έχεις, βασιλιάδες ήθελες!



Η κρίση του έξυπνου Μικρασιάτη σωστή απέναντι στα πολιτικά διλήμματα της εποχής αλλά και στις επιχειρηματικές του υποθέσεις, στις οποίες μάλιστα αποδείχθηκε ικανός να βλέπει μπροστά και να προγραμματίζει με τέτοιο τρόπο, ώστε από απλός έμπορος στα Λαδάδικα να μεταμορφωθεί σε σημαίνον πρόσωπο της οικονομικής ζωής της χώρας με διεθνείς διασυνδέσεις. Και όμως διατήρησε το χαμηλό προφίλ του, μέχρι το τέλος η κατοικία του ήταν η λιτή αρχική, οι φίλοι του οι ίδιοι, όπως άλλωστε ακλόνητες και οι συντηρητικές αντιλήψεις του για τις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Παράλληλα με την οικονομική του πλέον άνεση και κάνοντας σοφή διαχείριση κατόρθωνε να παρέχει τη βοήθεια που οι γύρω του χρειάζονταν. Ένας άρχοντας με όλη τη σημασία της λέξης.

Η ιστορία έρχεται σε μας μέσα από τη  οπτική του συγγραφέα που αφηγείται (αρχίζοντας από την παιδική του ηλικία) ως γνώριμος της οικογένειας του Συμεών· έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να βλέπουμε πώς η ώριμη γνώση του συγγραφέα μετατρέπεται κατά τόπους (ειδικά στο πρώτο μέρος του βιβλίου) σε  μια αφήγηση γεμάτη από παιδική απορία, σκανταλιά, χιούμορ.

Τα ʾλεγε, όμως, γλαφυρά η Καλλιόπη. Με κείνο το χαριτωμένο, ρυθμικό και στρογγυλεμένο σμυρναίικο ιδίωμα. Στόλιζε τα λόγια της με παρεμβαλλόμενες τσουχτερές παροιμίες, τη μία πιο ξετσίπωτη από την άλλη. Ήταν απόλαυση να την ακούς. Κι εγώ ακόμα, παρά τη μικρή μου ηλικία, έντεκα χρονών παιδί, ξεραινόμουνα στα γέλια με τα αστεία της, που τα πετούσε εκεί που δεν το περίμενες, κάνοντας και τους ανάλογους μορφασμούς. «Μέσα εσύ!», μου ʾβαζε τις φωνές η μάνα μου, όταν η διήγηση έπαιρνε κακό δρόμο κι άρχιζαν τα ερωτικά και οι χοντράδες της Καλλιόπης.



Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο αφορά τα γεγονότα του 1934 και το δεύτερο το διάστημα από το 1935 ως το 1945. Το πρώτο κινείται σε αργό ρυθμό, τονίζοντας έτσι τα βασικά της ιστορίας – χαρακτήρες και συνθήκες ζωής. Το δεύτερο συμπυκνώνει τον χρόνο της αφήγησης δείχνοντας με γοργό ρυθμό την ανέλιξη του κεντρικού ήρωα αλλά ταυτόχρονα και τις καταιγιστικές εξελίξεις στον διεθνή χώρο και κατ’ επέκταση την επίδραση στον ελληνικό χώρο και στον μικρόκοσμο των ηρώων στη Θεσσαλονίκη. Πόλεμος, Κατοχή, διωγμοί των Εβραίων.

Δεν τη χωρούσε ο νους μας τόση θηριωδία και τόσο σαδισμό. Με τη βαθιά συμπόνια για τους συμπολίτες μας, ψάχναμε να διακρίνουμε ανάμεσά τους τρεις συμμαθητές μας, που ξέραμε ότι ήταν στην πλατεία. Είδαμε και πολλούς άλλους γνωστούς μας Εβραίους. Στην άκρη, μπροστά μας, αναγνώρισα τον κύριο Χαΐμ, το γιατρό, να κυλάει τον όγκο του στο σκονισμένο έδαφος, μούσκεμα στον ιδρώτα. Ήταν αβάσταχτο το θέαμα. Οι δυστυχισμένοι έχουν υποστεί πολύ χειρότερο εξευτελισμό από αδέσποτο σκυλί…






Ο Συμεών του Ζησιάδη είναι ένας Έλληνας Σαλονικιός, αυτό το ιδιαίτερο μείγμα που έδεσε σε ενιαία φυσιογνωμία τον Έλληνα της προσφυγιάς με το αφομοιωτικό άρωμα της πόλης με την ξεχωριστή προσωπικότητα. Το λέει και ο ίδιος στον Πρόλογο του βιβλίου:

[…]

Τότε ήταν ο «Θρακιώτης», ο «Καραμανλής», ο «Πόντιος», ο «Σμυρνιός»…

Τότε ήταν οι «ντόπιοι» και οι «πρόσφυγες».

Σήμερα είμαστε όλοι ένα. Στην καταγωγή, στη γλώσσα, στις

 συνήθειες.

Είμαστε Έλληνες Σαλονικιοί.

Φύσηξε ο βαρδάρης και σάρωσε όλες τις ιδιαιτερότητες.





«Μυθιστορηματική αφήγηση» έχει χαρακτηρισθεί η ιστορία που εμπεριέχεται στο βιβλίο του Ζησιάδη. Το ποσοστό του μύθου και αυτό της αληθινής ιστορίας δεν μπορούμε να το εκτιμήσουμε, και ούτε έχει τόση σημασία· ο τρόπος όμως της αφήγησης, η ζωντανή γλώσσα, η εναλλαγή (αυθαίρετη αλλά όμορφη) των χρόνων από το παρελθόν ενός Αορίστου στον Ενεστώτα της δράσης, η διατήρηση των ιδιωμάτων αλλά και των τουρκικών εμβόλιμων λέξεων στην ομιλία του Συμεών, όλα αυτά αποδεικνύουν την αξία αυτής της γραφής. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αφήγημα, και αυτό θα ήταν αρκετό. Δεν συναντάμε άλλωστε και πολλά αξιόλογα του είδους, ακόμα και από δόκιμους συγγραφείς. Ετούτο, που θεωρείται και το καλύτερο του Ζησιάδη, άξια φέρει τον τίτλο.







Διώνη Δημητριάδου




Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Σχιζοφασία Ποιήματα 2007-2017 Γιάννης Σ. Βιτσαράς εκδόσεις Οδός Πανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=21684


Σχιζοφασία

Ποιήματα 2007-2017
Γιάννης Σ. Βιτσαράς
εκδόσεις Οδός Πανός
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=21684




Δύσκολο είναι να αφεθείς στον κυματισμό των λέξεων

όπως σπάνε και ξεκολλούν από το σώμα σου.

Ερήμην σου.



Να τις εμπιστεύεσαι τις λέξεις. Ακόμα πιο πολύ να εμπιστεύεσαι την εσωτερική διεργασία που τις γεννά παρακάμπτοντας τη λογική, που θεωρητικά τουλάχιστον ευθύνεται για τη γέννησή τους. Αν εισχωρήσεις βαθύτερα – και αν το αντέχεις φυσικά – μπορείς να αφεθείς, κατά την προτροπή του ποιητή, στον κυματισμό τους ή στην τρικυμία τους, που αναπόφευκτα θα έρθει με τη δυναμική που έχουν ενσωματωμένη μέσα τους οι λέξεις. Κυρίως αν αναγνωρίσεις και σεβαστείς την εγγενή τους αυτονομία και αισθανθείς τη μαγική υπέρβαση· το δημιούργημα ξεφεύγει από τον δημιουργό. Με όποιο κόστος, φυσικά.

Τα ποιήματα του Γιάννη Βιτσαρά είναι πολυπρόσωπα, όσο και μοναχικά. Εξηγώ το οξύμωρο, με τη σαφή γνώση πως πίσω από τη φαινομενική αντίφαση υποκρύπτεται η αλήθεια. Ένα είναι το ποιητικό υποκείμενο και -κατά ποιητική σύμβαση (πώς αλλιώς γράφονται τα ποιήματα;)- μοναχικό. Ωστόσο διαβάζοντας δεν μπορείς να μη δεις τα άλλα πρόσωπα, που είτε υπαινικτικά βρίσκονται μέσα τους είτε ο ποιητής έχει προλάβει να κάνει τη μνεία τους αρχίζοντας το ποίημα – με μια αφιέρωση, για παράδειγμα, ή με μια υπενθύμιση οικειότητας. Όπως αυτός, λοιπόν, αναζητά τον κοινό τόπο με αυτούς, έτσι και ο αναγνώστης φέρει στη μνήμη του δικές του παραστάσεις και οικείους συνειρμούς. Θα μπορούσε κάποιος να σχολιάσει την ποιητική συλλογή πατώντας πάνω στα ίχνη των προσώπων·  να σταθεί, ας πούμε,  στους πιο επιφανείς για να εννοήσει τη συνειρμική συσχέτιση. Με περισσότερο ενδιαφέρον, όμως, θαρρώ αξίζει να δούμε τις πιο χαμηλόφωνες παρουσίες (τον Ανδρέα Αγγελάκη και την Τίλλα Μπαλή), που εδώ τους χαρίζεται λίγη από τη μνεία που θα άξιζε να έχουν αλλά δεν έχουν. Ίσως αυτό να είναι κι ένα χρέος του ποιητή (αν επιτέλους μπορούμε να μιλήσουμε με τέτοιους όρους), να νιώθει την παρουσία των απόντων και να μιλά μέσα στα δικά του λόγια γι’ αυτούς αφιερώνοντας κάποιο ποίημα ή και ολόκληρη τη συλλογή του (περίπτωση του Αγγελάκη). Από όποια οπτική κι αν το δούμε, η συνύπαρξη του ποιητή με αυτά τα πρόσωπα βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο του, όπως αυτός μας αποκαλύπτεται στα ολιγόλογα ποιήματά του.

Και είναι ένας κόσμος με χρώματα το γκρίζο και το μαύρο, που αφήνουν πότε πότε να φανεί ένα κόκκινο ή ένα κίτρινο. Θαμπές αποχρώσεις που βάφουν τους χώρους των ποιημάτων.

Ντυμένη αμετάκλητα στα μαύρα

Μοιάζεις δεκαοχτάχρονη

Εικόνες κι ουρλιαχτά

Ψευδόμενο ανίερο τοπίο

Κι όμως με λίγο άνεμο

Τα μακριά μαλλιά σου με θωπεύουν

Και αγκαζέ το κόκκινο περνάμε πάρκο

Αδιάφοροι

Αμετάπειστοι

Μέσα μας μόνο

Και πολύ.



(Το Κόκκινο Πάρκο, αφιερωμένο στη Νανά Ησαΐα)



Κι έξαφνα βλέπεις πως μέσα σε μόλις 11 στίχους και σε 36 λέξεις δίνεται το στίγμα ενός κόσμου ολόκληρου, με την αισθητική του, τις επιλογές του, τη μοναξιά του (επιλογή κι αυτή), με τα χρώματά του, με τη δήλωση μιας σαφούς ταυτότητας με τα δύο στερητικά Α να διαλύουν κάθε προσπάθεια ενσωμάτωσης σε μια άλλη λογική, συμβατική και βολική. Η ποίηση αυτή βρίσκεται στην αντίπερα όχθη· κατοικεί σε χώρους κλειστούς, νυχτερινούς, υπόγειους, σε μπαρ, σε καταγώγια, σε σκοτεινά δωμάτια με κλειστές τις γρίλιες. Κι όταν βρεθεί σε ανοιχτό χώρο, γράφεται πάλι με λέξεις βαθυκόκκινες ή υποκίτρινες, δηλωτικές της εσωτερικής απομόνωσης.

Η ποίηση είναι, κατά μία έννοια, ένας αμυντικός μηχανισμός.. Γράφεις για να κάνεις τη ζωή λίγο πιο βιώσιμη, να βρεις ένα κλαδί να πιαστείς στο ολισθηρό έδαφος, να μην κατακρημνιστείς. Κι εκεί που νόμισες ότι πάτησες στέρεο έδαφος, όλα πάλι ολισθαίνουν προς το βάραθρο. Γράφονται οι λέξεις με μια σχεδόν αυτόματη γραφή, από ένα τοπίο αχαρτογράφητο που αρνείται κάθε λογική επικάλυψη και χλευάζει τις απόλυτες ερμηνείες Η αυτονομημένη πλέον λέξη έχει εξουσία πάνω σου, επιτίθεται, δαγκώνει. Ο ποιητής μας εδώ μοιάζει να το κατανοεί αυτό, έτσι νιώθει πως δεν συγχωρεί η ποίηση επιπολαιότητες και επιφανειακές προσεγγίσεις, αλαζονείες και υπερβάσεις των ταπεινών μεγεθών.  Είσαι ό,τι σου επιτρέπει κάθε φορά το ποίημα να είσαι· ούτε πιο πάνω αλλά ούτε και πιο κάτω. Η πρώτη ύλη των ποιημάτων είναι που καθορίζει και το πόσο μακριά μπορούν αυτά να ανοιχτούν. Τα πρόσωπα και τα όνειρα μετρούν το κάθε ποίημα και οδηγούν τον ποιητή να απαθανατίσει μορφές ή να αποστηθίσει λέξεις.

Τα μαλλιά σου ομοιοκαταληκτούν

Με δικά τους σημαινόμενα.

Αλλάζουν τον καιρό.

Μεταλλάσσονται σε τουλίπες Ολλανδίας.

Ποιήματα που με δαγκώνουν ξαφνικά



Και εγώ όλο να ψάχνω αιμοστάτες





Σε μια γωνία μικραίνω του τοίχου

Αποστηθίζω τις πρώτες ύλες του ονείρου

Που επινόησα

Και ήρεμος

Σχεδόν αθώος

Κοιμάμαι.



(Πρώτες Ύλες Ι και ΙΙ)



Με μια γλώσσα που διαρκώς ξεφεύγει από την κοινά συμφωνημένη, τη συμβατή με τα αποδεκτά της σημαινόμενα, επιβεβαιώνει ο ποιητής τον τίτλο της συλλογής του. Και ίσως έτσι είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να βιώσεις τη θέαση του κόσμου από μια προνομιούχο θέση, που δεν ορίζεται από τα μάτια που κοιτάζουν μεν αλλά αδυνατούν να δουν· ο εσωτερικός τρόπος θέασης δίνει τις εικόνες τις ποιητικές. Όπως στο ποίημά του Στον Τειρεσία ή Λουτρά Παλλάδος, αλλού θα βρεθεί η αληθινή όραση  (Είδες Αθαναίας στάθεα και λαγόνας Αλλ' ουκ αέλιον πάλιν όψεαι ώ έμε δειλάν), κατά την προτροπή του ποιητή:



Κοίταξε μόνον μην και σβηστεί

Από τα όμματά σου όλο αυτό



Θα ’σαι πια σχέτλιος στ’ αλήθεια.



Σχετική, φυσικά, η έννοια της δυστυχίας. Πέρα από τα κοινά μέτρα (πόσο ατονούν μπροστά στην κάθε προσωπική βίωση!) η έννοια του δυστυχούντος μόνον ατομικά ορίζεται – ο ποιητικός λόγος αυτό το γνωρίζει καλά. Γι’ αυτό και εδώ έχει θέση η αναζήτηση των ομοειδών, των ομοτράπεζων, των άλλων  εκλεκτών, σε μια απόπειρα ο ποιητής να κάνει δυνατή:

Μίαν Έσχατη

Διανοητική Συνεύρεση



(από τη «Βόλτα», αφιερωμένη στη Νατάσα Χατζιδάκι)



ή αλλού συναισθανόμενος ο ίδιος την εκλεκτή συνοδοιπορία ακουμπά στην προμετωπίδα του βιβλίου τα λόγια του άλλου ποιητή για να νιώσει τη συμπερίληψη στο εμείς:

Στα λεωφορεία θα μπαίνουμε. Θα κατεβαίνουμε στις αποβάθρες.

Δίχως επιθυμίες θα πίνουμε. Δεν θα βλέπουμε όνειρα.

Δεν θα βλέπουμε καράβια να περνούν

στο βάθος των υαλοπινάκων.

Τραίνα να μακραίνουνε τους τόπους. Το θάνατό μας

δεν θα βλέπουμε.



(Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα 1973-2008)





Η δυνατή ποίηση, με όποιον τρόπο και αν επιλέγει να μιλήσει, αξίζει να ερευνηθεί στα σημεία της και να αποκρυπτογραφηθεί στα πολλαπλά της σημαινόμενα. Αυτό επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του ποιητή Γιάννη Βιτσαρά. Και ακριβώς επειδή στην ουσία πρόκειται για την πρώτη του ποιητική συλλογή, η επισήμανση αυτή αποκτά και το δικό της ενδιαφέρον.



Διώνη Δημητριάδου




"για μια στιγμή μονάχα" Διώνη Δημητριάδου







για μια στιγμή μονάχα ας ενδώσουμε


φωνάζουν οι καιροί

κι εμείς κωφεύουμε

στα ίχνη μέσα μας πατώντας διαρκώς

αναμοχλεύοντας παλιούς μας έρωτες

κι όλο για πρόσωπα μιλώντας

που χάθηκαν τότε παλιά



για μια στιγμή ας το παραδεχθούμε


αταίριαστα βαδίζουμε

ποτέ μας δεν θα δέσουμε σημαία στο κατάρτι

θα κλείσουμε τα μάτια

καθώς στα κύματα παραδομένο

λυγίζει το παγκόσμιο ιστιοφόρο

βυθίζεται αύτανδρο



για μια φορά μονάχα


να βάλουμε στους στίχους μας

των άλλων την κραυγή

που αδύναμη σε λίγο σβήνει

ίσως τότε ποιητές να είμαστε

για τούτη την πολύτιμη στιγμή

που γίναμε η φωνή των άλλων



Διώνη Δημητριάδου

Ο άλλος εγώ διήγημα της Μαρίας Μ. Στρίγκου εκδόσεις βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/o-allos-egw/


Ο άλλος εγώ
διήγημα
της Μαρίας Μ. Στρίγκου
εκδόσεις βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/o-allos-egw/




πώς παίρνεις τη ζωή σου πίσω



Θέλω τη ζωή μου πίσω, μ’ ακούς;

Αν συνοψίζεται ένα βιβλίο μέσα σε λίγες μόνο λέξεις, τότε το διήγημα «Ο άλλος εγώ» της Μαρίας Στρίγκου φαίνεται να μας αφορά όλους ή τουλάχιστον όσους δεν αφήνονται στη βολική θέση που τους έχει δοθεί/ορισθεί. Και ας μην πάει ο νους μας σε συνθήκες καταπίεσης, σε αναγκαστική αποδοχή ανοίκειων πραγμάτων· εδώ έχουν θέση στο παιχνίδι (κάποιοι έτσι το βλέπουν) όλοι: γνωστοί και άγνωστοι, απρόσωποι μηχανισμοί αλλά και οικεία πρόσωπα. Όλοι σε μια συμφωνημένη συνθήκη που απαιτεί τη ρύθμιση των σχέσεων χωρίς αντίρρηση αλλά ίσα ίσα με αγαστή αποδοχή και εσωτερίκευση του τάχα επιθυμητού, από τη γνώση του εαυτού ως τη γνώση του κόσμου γύρω μας και της θέσης μας σ’ αυτόν. Ωστόσο, πάντα υπάρχει χώρος για μια ερώτηση, η οποία εγείρεται και με τη σειρά της απαιτεί μια απάντηση. Που δεν έρχεται. Και τότε αποφασίζεις να δεις τον θετικό σου ρόλο σ’ αυτό που λέγεται ζωή, καλύτερα σ’ αυτό που φιλοδοξείς να χτίσεις ως ζωή. Μόνο που αυτή η διαδικασία (πόσο ψυχρή ακούγεται αυτή η λέξη) ζητά ψυχή, ζητά αίμα – και γεννιέται η σκέψη πως μπορεί αυτά τα δύο να είναι ένα πράγμα.

Η γραφή της Μαρίας δεν είναι εύκολη· και ως προς τη δημιουργία της και ως προς την ανάγνωσή της από τον αποδέκτη της αλλά και από την ίδια. Θέλει ψυχή δυνατή να πεις ότι αυτά θα τα γράψεις, θέλει αίμα για να φτάσουν στο χαρτί, θέλει θάρρος να τα δεις γραμμένα (ο δημιουργός είναι κι αυτός ένας αναγνώστης της γραφής του – αυτό για όποιον φυσικά το αντέχει), θέλει αυθεντική εισχώρηση και ίσως επώδυνη ταύτιση από την πλευρά του αλλότριου αναγνώστη. Αν ήταν ποίηση, θα ακουγόταν πιο φυσικό το παραπάνω, γιατί ο ποιητικός λόγος έχει τις δικές του απαιτήσεις. Είναι, όμως, διήγημα, που για να διαβαστεί πρέπει να αφαιρέσουμε από το γνωστικό μας οπλοστάσιο τα τυπικά χαρακτηριστικά του είδους. Αυτό από μόνο του προσδίδει ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο κείμενο· ας μην είμαστε αυστηροί κριτές, εφόσον μιλάμε για λογοτεχνική απόπειρα. Εδώ δεν έχουμε μια μείξη των ειδών ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί υβριδικό το κείμενο. Η Μαρία δεν αναμειγνύει τα είδη. Προσφέρει μια διαφορετική θέα στη φόρμα του διηγήματος. Θεωρώ πως συνιστά μια ενδιαφέρουσα οπτική, και θα έπρεπε να είμαστε ανοιχτοί σε ανάλογα εγχειρήματα.

Το διήγημα αποτελείται από 24 μικρά κεφάλαια, που εντάσσονται θεματικά στην πορεία αναζήτησης της Ψυχής. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση προσδίδει την αμεσότητα – μόνη ανεκτή επιλογή σε ένα θέμα όπως αυτό. Γι’ αυτό και μεταφέρει απρόσκοπτα στον αναγνώστη την ερώτηση αρχικά, την απόγνωση κατόπιν, τη σταδιακή κατάκτηση μέσα από διαδοχικές απώλειες στη συνέχεια, τη συνειδητοποίηση στο τέλος. Η αρχή σε μια τέτοια πορεία μπορεί να γίνει, όταν πας προς τα πίσω για να βρεις την προσωπική σου ρίζα. Να αποκοπείς απ’ αυτήν για να συνεχίσεις με την ποθητή αυτονομία. Ο κίνδυνος; Πάντα παρών. Αλίμονο αν όλο αυτό θα δινόταν άκοπα και με ασφάλεια. Επιλέγοντας αποσπασματικά προτάσεις από όλα τα κεφάλαια φαίνονται ίσως τα δύσκολα βήματα, τα ίχνη του αίματος:

Η ώρα «μου» ήταν προνόμιο χαρισμένο σε άλλους, από τα προγονικά μου και βάλε πόσες ρίζες πίσω.

[…]

Θυσίασα πολλά ποτάμια μέχρι να σταθώ στη θάλασσα.

[…]

Με προσκάλεσε η μέσα ζωή.

[…]

«Πιε. Θέλει κι η πληγή τη φροντίδα της για να γιάνει».

[…]

Θα ήθελα εκεί να με προσμένει ένας Παράδεισος.

[…]

Μα δε μου κάνουν τη χάρη οι δαίμονες.

[…]

Είχε στην άκρη των οφθαλμών του, βλέπεις, μια θάλασσα απερπάτητη κι άγρια, σα θηλυκό που δεν το άγγιξε κανείς.

[…]

Ποτές του δε σταμάτησε να στάζει. Το αίμα λέω. Το αίμα. Το ανίκητο και το συγγενεμένο.

[…]

«Κανένας δε σε νίκησε. Μονάχα εσύ, εσένα».

[…]

Πάντα η θάλασσα παρούσα. Άλλοτε άβυσσος κι άλλοτε αγκαλιά. Στο τέλος, όπως και να ’ναι, σε πνίγει.

[…]

«Νιώσε το μέγεθος της λευτεριάς».

[…]

Ούτε την ξεκλείδωτη πόρτα άντεχα να κοιτάζω. Άμα σου γίνει εύκολο ν’ απλώσεις το χέρι και ν’ αδράξεις τη ζωή, ενώ είσαι άμαθος μέχρι τα τώρα, τρομάζεις.

[…]

Μέρες εφτά. Ύστερα μπορείς ευτυχισμένος να πνιγείς. Μα θα ’χεις ταξιδέψει.



Κάποιες ακόμα σκέψεις πάνω στο εκλεκτό κείμενο:

Η γη και η θάλασσα, το δεδομένο και το άγνωστο, η ασφάλεια και η περιπέτεια. Το θεμελιακό αυτό δίπολο, όπως δίνεται στο κείμενο της Μαρίας, ενώ φαίνεται να ξεχωρίζει τα μεγέθη, τις ποιότητες, αφήνει μια υποψία ότι οι δύο όψεις του θα μπορούσαν να είναι μία και μόνη. Ίσως το ποθητό να είναι η κυκλοφορία ανάμεσά τους· μια για ν’ αγγίζεις τη χωμάτινη υπόστασή σου, μια για να επιθυμείς τα άγρια πετάγματα. Και οι δαίμονες πάντα εκεί. Το γήινο και το μαγικό ίσως να είναι ένα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσες να το εννοήσεις, αν πρώτα δεν περπατήσεις στο μεσοδιάστημα. Πώς, όμως, το περπατάς; Ο άλλος εγώ ποιος είναι; Πρέπει πρώτα να τον βρεις για να τον αντιμετωπίσεις. Και λέω πως η γραφή το καταφέρνει. Κι αμέσως ο αντίλογος έρχεται να υπερασπίσει την πράξη απέναντι σε μια νεφελώδη θεωρία. Να, όμως, που η καλή γραφή (κομμάτι της παντοδύναμης Τέχνης) μιλά για να σου πει αυτό το απλό που το γνωρίζουν όσοι παιδεύτηκαν γράφοντας και διαβάζοντας: τα παράθυρα γύρω μας έχουν σπασμένα τζάμια, κι εμείς πρέπει να περάσουμε ανάμεσα· η λογοτεχνία δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, σε βοηθά όμως να περάσεις και να ελπίσεις να μην κοπείς.


Μια τέτοια λογοτεχνία υπηρετεί η Μαρία Στρίγκου. Νομίζω μάλιστα πως ό,τι γράφει στην ουσία το ίδιο μοιάζει να μας λέει. Είτε πρόκειται για μυθιστόρημα είτε για παραμύθι είτε για ποίηση είτε για διήγημα, μιλά για τη μαγική παραμυθία, την παρηγοριά στον άνθρωπο που πασχίζει να δει πέρα από τα κλειστά παράθυρα, που επιχειρεί να περάσει μέσα από τα σπασμένα γυαλιά και ρισκάρει να κοπεί θανάσιμα. Λέει:

Μπορώ και μοναχός μου να δακρύζω. Να κοινωνώ και αίμα και φωτιά. Πάμε πάλι απ’ την αρχή.

Αφήνω για το τέλος ένα σχόλιο για τα σκίτσα (στο εξώφυλλο αλλά και μέσα στις σελίδες) που συμπληρώνουν την έκδοση. Και λέω «συμπληρώνουν» και όχι «κοσμούν» που συνηθίζεται να λέγεται για την εικονογράφηση ενός βιβλίου, γιατί εδώ πράγματι πρόκειται για συνομιλία, για συμπλήρωμα του λόγου της Μαρίας με την εικαστική παρέμβαση του Κώστα Κουκουζέλη.
Το δέντρο και τα κλαδιά της ελιάς. Τα απλά υλικά που δημιουργούν το πρότυπο της ζωής. Αυτής της ζωής που η γραφή τη θέλει γεμάτη από ψυχή. Μια ψυχή που όσο δύσκολα κατακτιέται, τόσο απλή είναι (οφείλει να είναι) στον πυρήνα της. Η Μαρία με το διήγημά της μας έδωσε μια προσωπική της θέα σε μια πορεία ζωής προς αναζήτηση αυτού του πυρήνα.

Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Διεθνής ημέρα μουσείων Εκδηλώσεις του Μουσείου Αλέκου Κοντόπουλου και του Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου




Διεθνής ημέρα μουσείων

Εκδηλώσεις
του Μουσείου Αλέκου Κοντόπουλου και
του Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου


Συμμετέχοντας στον εορτασμό της «Διεθνούς ημέρας μουσείων», το Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου και το Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου ανοίγουν ένα δίκτυο επικοινωνίας-συνεργασίας μεταξύ τους και με αντίστοιχου ενδιαφέροντος μουσεία και συνδιοργανώνουν εκδήλωση για το έργο των δύο καλλιτεχνών.

            Την Παρασκευή 18 Μαΐου 2018 θα πραγματοποιηθεί ειδική ξενάγηση στους χώρους του μουσείου Αλέκου Κοντόπουλου σε ομάδα επισκεπτών, με δήλωση συμμετοχής και σειρά προτεραιότητας. Θα ακολουθήσει διάλεξη, ανοιχτή στο κοινό, με θέμα «Αλέκος Κοντόπουλος – Γιώργος Ζογγολόπουλος, ο διάλογος και η κληρονομιά δύο πρωτοπόρων της ελληνικής τέχνης» που θα δοθεί από τον ιστορικό τέχνης, Δρ. Αλέξανδρο Τενεκετζή, και θα προσεγγίζει την παράλληλη δράση των δύο καλλιτεχνών, αλλά και την κληρονομιά που άφησαν στην ελληνική καλλιτεχνική και πνευματική ζωή μετά το θάνατό τους μέσα από την ίδρυση των δύο φορέων πολιτισμού. Θα ακολουθήσει συζήτηση.


            Την Κυριακή 20 Μαΐου, αντιστοίχως, οι ενδιαφερόμενοι, με δήλωση συμμετοχής και σειρά προτεραιότητας, θα επισκεφτούν το Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου στο Ψυχικό και την Υπαίθρια Δημοτική Γλυπτοθήκη Ψυχικού – Πλατεία Γιώργου Ζογγολόπουλου που φέρει το όνομα του Έλληνα γλύπτη.



Πρόγραμμα εκδηλώσεων:

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018, στο Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου και ώρα

6:00μ.μ. Ξενάγηση (με δήλωση συμμετοχής και σειρά προτεραιότητας).

7:00μ.μ. Διάλεξη (ανοιχτή στο κοινό, στο Αναγνωστήριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης).

Κοντόπουλου 13, Αγία Παρασκευή, τηλέφωνο επικοινωνίας 210-6010121.



Κυριακή 20 Μαΐου 2018, στο Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου και ώρα

12:00 Ξενάγηση (με δήλωση συμμετοχής και σειρά προτεραιότητας).

Λεωφόρος Δημοκρατίας 49, Ψυχικό, τηλέφωνο επικοινωνίας 210-6712210.



Είσοδος ελεύθερη.

Για δηλώσεις συμμετοχής:

Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου: τηλ. 210-6010121, museumak@otenet.gr

Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου: τηλ. 210-6712210, info@zongolopoulos.gr



Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η



Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής

Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου

και το Ίδρυμα Γεώργιου Ζογγολόπουλου

σας προσκαλούν



την Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018, στις 7.00μ.μ.

στο Αναγνωστήριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης

(Κοντόπουλου 13-Αγία Παρασκευή)



στη διάλεξη του Ιστορικού Τέχνης

 Δρ. Αλέξανδρου Τενεκετζή

με θέμα:

«Αλέκος Κοντόπουλος – Γιώργος Ζογγολόπουλος,

ο διάλογος και η κληρονομιά
δύο πρωτοπόρων της ελληνικής τέχνης»


Ξενάγηση στο Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου, στις 6.00μ.μ.







και την Κυριακή, 20 Μαΐου 2018, στις 12:00

 στην επίσκεψη – ξενάγηση

στο Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου

και στην Υπαίθρια Δημοτική Γλυπτοθήκη Γιώργου Ζογγολόπουλου

                  (Λεωφόρος Δημοκρατίας 49, Ψυχικό)              





          Ο Δήμαρχος Αγίας Παρασκευής                                  Η Πρόεδρος Δ.Σ.
                 Γιάννης Σταθόπουλος                                           Τερψιχόρη Γκιόκα                                                                




«Ο ρόλος του πνεύματος είναι να στηρίζει κάθε φορά τη βαθύτερη εκείνη ανθρώπινη πραγματικότητα που δεν έχει όνομα γιατί δεν υπόκειται σε περιορισμούς– με τους ασίγαστους αγώνες του για την προσωπική μας ελευθερία και την ηθική μας τελείωση».
                                                          Αλέκος Κοντόπουλος
«Ο καλλιτέχνης δεν ήρθε σε αυτή τη ζωή για να πετύχει. Ήρθε για να καεί, για να μάθει, για να μιλήσει ως ανταποκριτής της φωτιάς. Ο καλλιτέχνης είναι ένα φύλλο χαρτί που πέφτει στη φωτιά, καίγεται, αλλά ζει η λευκότητά του αιώνια!».                                                                                                      .                                                           Γιώργος Ζογγολόπουλος