Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

μια διαδρομή Πατήσια και πλατεία Βικτωρίας


μια διαδρομή Πατήσια και πλατεία Βικτωρίας



Σε ξύλινα πατώματα και στα θαμπά τα τζάμια -κάποτε κρύσταλλα- χαμένα εν ζωή τα λυγμικά τα ίχνη. Μνήμη σωματική, γήινη υποψία. Πατήσια και πλατεία Βικτωρίας μια νύχτα περπατώντας έχασα τους φίλους όλους -βιαζόντουσαν να δούνε τον αγώνα ζωντανά- κι οι άλλοι -αυτοί που σκούρυναν τους δρόμους που βαδίσαν- δεν είναι πια εδώ. Η μνήμη δεν χαράζει, άυλη πάντα ήταν -κι ας μην το ’ξερε το σώμα που θυμόταν- ξυράφια έχουν τα λόγια και η απουσία θεριά. Γι’ αυτό σου λέω δεν ξαναπάω στο τέρμα Πατησίων στη Χαρά, μα ούτε Καλύμνου και Ίου στη γωνία -συνωμοσία των νησιών- και μια απροσχημάτιστη απορία. Καλύτερα στο Άλμα στην Πιπίνου -κάποτε τσόντες έβαζε- στα θρύψαλα όλα τώρα. Εκεί δεν θα φοβάμαι μην ξεπροβάλεις από τη γωνία κι ούτε που θέλω να σ’ ακούσω πάλι για μια λειψή αφισοκόλληση να λες. Πάμε να φύγουμε από δω, στην Τερψιθέα να φτιαχτούμε, να σκαρφαλώσω στο τοιχάκι,  να μου πεις πως όλα πάντα έτσι θα ’ναι. Ψέματα! Ποτέ ξανά δεν πήγα με τα πόδια διαδρομή, ούτε Πατήσια και πλατεία Βικτωρίας. Και ο αγώνας -να το ξέρεις- στημένος ήταν.
Διώνη Δημητριάδου

(η Κατερίνα Γώγου περπατά στην Πατησίων, 1978, φωτογραφία του Διονύση Πετρουτσόπουλου)




Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Σχεδόν Βιβλικά του Δημήτρη Αγγελή εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/sxedon-vivlika/


Σχεδόν Βιβλικά

του Δημήτρη Αγγελή

εκδόσεις Πόλις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/sxedon-vivlika/




η αρμόζουσα αποκαθήλωση

«Κάθε έργο τέχνης είναι μια μοναξιά υπό κατασκευή», είπε ο Θεός μες στο ιδιωτικό σκοτάδι του πριν αρχίσει την εξαήμερο δημιουργία.

Έτσι αρχινά το νέο ποίημα του Δημήτρη Αγγελή. Και το ονομάζω ποίημα, δηλαδή ένα μόνον, γιατί μέσα στις είκοσι τέσσερις ποιητικές καταθέσεις που συμπεριλαμβάνονται στα «Σχεδόν Βιβλικά» του διαβάζω διαφορετικές ποιητικές επεκτάσεις του ενός θέματος, εκδοχές του ενός ποιήματος. Αυτές οι είκοσι τέσσερις εκδοχές/νοηματικές επεκτάσεις θα μπορούσαν να είναι τα είκοσι τέσσερα γράμματα που δομούν αρχετυπικά μια γλώσσα, με τις εντολές της οποίας ο ποιητής πορεύεται και χτίζει με τη σειρά του το δικό του σύμπαν. Η μοναξιά της δημιουργίας μάς υποδέχεται για να μας καθοδηγήσει -με τη σύζευξη της θεϊκής εξαήμερης κατασκευής του κόσμου- στα μικρά πεζόμορφα στιχουργήματα του Αγγελή, με την υπενθύμιση της πρώτης ικανής ποιητικής συνθήκης, δηλαδή της μοναχικής πορείας.

Βιβλικά, λοιπόν, εδώ τα ποιήματα, βιβλικές οι πλείστες των αναφορών, ακόμα και η αίσθηση που σου δημιουργείται έχει την αρχή της στους οικείους χώρους και τα οικεία πρόσωπα των βιβλικών τόπων. Η λέξη «σχεδόν» επιβλητική και αυτή, όσο και η δεύτερη του τίτλου, δηλωτική της ανθρώπινης παρέμβασης και της συνακόλουθης νοητικής αμφιβολίας, που συνοδεύει την πίστη καθιστώντας την οικεία και προσβάσιμη στον άνθρωπο. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ την έννοια της οικειότητας. Γιατί πιστεύω ότι ο ποιητής έτσι προσεγγίζει τον χώρο του αθέατου εμβληματικού τοπίου, με την ελπίδα ότι μπορεί να εισχωρήσει σ’ αυτό χωρίς την αίσθηση της  παραβίασης του άβατου χώρου. Ίσως γι’ αυτό και καταφέρνει να πετύχει τη συμπόρευση των δικών του λέξεων με αυτές τις παλαιές χωρίς να διακρίνονται τα ίχνη της εμπνευσμένης συρραφής.

Όλα τα πρωινά που σηκώνομαι απ’ τον θάνατο και δεν είσαι δίπλα μου να με παρηγορήσεις. Τότε έρχεται ο Μάρκος με το λιοντάρι του, ο Ιωάννης με τον αετό του, ο Λουκάς με το βόδι του κι ο Ματθαίος με τον άνθρωπό του. Έρχεται ο Ανδρέας στάζοντας λέπια, η αγία Πελαγία ντυμένη άντρας κι η αγία Αικατερίνη κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα.

Απ’ την πλευρά του Χειμώνα μας έπλασε ο Θεός· γι’ αυτό κρυώνουμε μόνοι τα πρωινά, όσες φωτιές κι αν ανάψετε – εσείς οι άλλοι.

Θεωρώ ότι η προσέγγιση αυτή απαιτεί τη συνειδητή  αρωγή των λέξεων, που έχουν επιλεγεί με πολλή προσοχή. Δεν έχουμε εδώ την τυχαία ή επιπόλαιη σύμπραξη των είκοσι τεσσάρων γραμμάτων, αλλά ούτε και τον (ευφυή σε άλλες περιπτώσεις) αυτοματισμό της γραφής που ανασύρει από το υποσυνείδητο τις ικανές συνδέσεις. Ο Αγγελής (το έχουμε δει αυτό και στην προηγούμενη ποιητική του συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου») ακουμπά τον χώρο της υπερρεαλιστικής εκδοχής του λόγου κατά ένα μέρος των στίχων του επιλέγοντας τα πιο παράξενα τοπία (συχνά δίπλα στα ρεαλιστικά) και ανατρέποντας το σκηνικό αιφνιδιαστικά και απρόσμενα. Ωστόσο στα τωρινά του ποιήματα, χωρίς να εγκαταλείπεται η παραπάνω  αυθόρμητη εν μέρει καταγραφή, διαφαίνεται μια πιο συνειδητή επεξεργασία των λέξεων, έτσι ώστε αυτές να δώσουν με πιο ευθύβολο τρόπο τη σημασία τους. Κυρίως να δείξουν τον συσχετισμό των δύο χώρων: από τη μια ο ανθρώπινος, ατελής αλλά δημιουργικός στη φαντασία και την αμφισβήτηση, από την άλλη ο θεϊκός, τελειούμενος μέσα στις θρησκευτικές δοξασίες και στις θεολογικές προσεγγίσεις (φυσικά πάλι των ανθρώπων).

Κάτω απ’ τη λέξη ‘ήλιος’ άπλωσα μες στο δωμάτιο τα ρούχα για να στεγνώσουν. Τα νερά έσταζαν πάνω στις λέξεις ‘εφημερίδες’ και ‘τσιμέντο’, σχηματίζοντας μια λίμνη. Φαντάστηκα τη λέξη ‘χρυσόψαρα’ να κολυμπάει μπροστά στο ξύλινο τραπέζι μου. Σέρβιρα καφέ στο φλιτζάνι. Κάτω απ’ τη λέξη ‘φως’, όμως, δεν μπόρεσα να διαβάσω.

Έξω απ’ το παράθυρο περνούσε ένα καραβάνι από πολεμικούς ελέφαντες. Ένας λιπόσαρκος γέροντας εξόρκιζε, κραδαίνοντας έναν σταυρό, τον πειρασμό να τρέξει κοντά τους. Αν έλεγες ‘ακρογιαλιά’ αντί ‘έρημος’, κίτρινες πεταλούδες ξεπηδούσαν απ’ τα μισάνοιχτα συρτάρια των χεριών του.

Σκέφτηκα την πνευματική μου ζωή με τέτοιαν ένταση, που η εικόνα απέναντί μου δάκρυσε.

Η επινόηση των λέξεων, η απολύτως συνειδητή χρήση του λεκτικού κώδικα με σκοπό την έκφραση της σκέψης. Η πνευματική ζωή, όπως τη δημιουργεί ο άνθρωπος,  που όμως αναμετράται με την παρουσία (ή την απουσία;) του Πνεύματος. Η ποίηση, εν τέλει, που επινοεί τη δική της πραγματικότητα θέλοντας να ορίσει το σύμπαν του δημιουργού της.

Σ’ αυτό το σύμπαν χωρούν πολλά πρόσωπα. Άλλα ενδεδυμένα την αγιότητα του βιβλικού κειμένου (με δεδομένη την οικείωση που σχολιάστηκε παραπάνω) και άλλα του εδώ κόσμου, της Τέχνης κυρίως που δημιουργεί τα δικά της θαύματα και διεκδικεί το μερίδιο σε μια αθανασία ανθρωπίνων διαστάσεων. Αυτά τα πρόσωπα είναι που προσδίδουν στο κείμενο τη μαγική διαχρονικότητα των αισθημάτων μέσα από τη σύζευξη των εικόνων. Πώς συνδιαλέγεται αίφνης ο μυθικός Νώε με τον Χένρι Γκορέτσκι; Η αθωότητα εδώ έρχεται μέσα από τη γέννηση ενός νέου κόσμου, που μακάρι να βρίσκει την αρμονία του στη ρυθμική λιτότητα της μουσικής.

[…] Ο κύριος Νώε ανοίγει την ομπρέλα του και φεύγει μέσα στην ατελείωτη νεροποντή του Χένρι Γκορέτσκι.

Κι ο Χένρι Γκορέτσκι δεν είναι παρά η επίσημη φωνή του Θεού που φυτεύει χρυσούς σπόρους ροδιού στα νερά, πριν αποδώσει τον κόσμο ξανά στην αθωότητα.


Αλλού ο μεγαλόπνοος Σικελιανός θα έρθει να απαγγείλει το ποίημά του κρατώντας τη ρομφαία του, σαν άλλος άγγελος της Αποκάλυψης. Η αγία Τερέζα θα δώσει την παραμυθητική αρωγή της διαβάζοντας ποιήματα και ο Κάφκα θα δώσει το «παρών» στη μόνη αληθινή επανάσταση: να τρέχεις μόνος με τις σημαίες μες στη βροχή. Η Χώρα του Ποτέ των παιδικών μας χρόνων παρέα με τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Ο Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ να ψάχνει την ομοίωση με τον άλλο Ιώβ της Βίβλου σε μια νύχτα χωρίς ξημέρωμα. Και η Ρουθ πότε να βρίσκεται μέσα στο βιβλίο της και πότε να μεταλλάσσεται απροειδοποίητα στην περιπλανώμενη ψυχή της Νατζά του Αντρέ Μπρετόν. Και οι πόλεις, η πάνω και η κάτω. Και το πέρασμα για την πάνω πόλη. Και η επιστροφή σε μια πόλη που αγαπήσαμε. Όλα αυτά μέσα στα ποιήματα με διόδους/περάσματα για τον αναγνώστη που θα εισχωρήσει και θα δει τη μείξη των εικόνων, τη μετάλλαξη των μορφών. Ίσως το πιο φυσικό πέρασμα, η καλύτερη είσοδος, να είναι η ζωγραφιά του Marc Chagall στο εξώφυλλο, «Η δημιουργία του ανθρώπου», πολυσήμαντη και επιβλητική, όσο και η ποιητική δημιουργία στο βιβλίο του Αγγελή, το δικό του Άσμα Ασμάτων, ένας ύμνος στη ζωή, στην αγάπη, στην επινόηση της Τέχνης, στην Ποίηση. Πέρα από τον θάνατο που καραδοκεί,  κάθε που ο Λάζαρος της εδώ ζωής θα διαψεύδει τη σκιά της θρησκευτικής του εκδοχής:

[…]

Την  ώρα που ακουγόταν το “Stand by Me” και η δεξίωση προς τιμήν του ήταν ήδη προχωρημένη, μια εσωτερική φωνή τον έκανε να σηκωθεί και να τραβήξει μόνος για το ποτάμι. Άκουσε από μακριά να φωνάζουν τ’ όνομά του, «Λάζαρε, Λάζαρε», αλλά δεν γύρισε. Ύστερα νύχτωσε.

Έτσι, αναπόφευκτα συντελείται και η αρμόζουσα αποκαθήλωση, καθόλου τελετουργική, ίσα ίσα απλή και λιτή, όπως αναμένεται να είναι κάθε εσωτερίκευση του νοήματος μιας απαστράπτουσας εικόνας, όταν αφαιρεθούν τα ιερά της άμφια και μείνει η ανθρώπινη ουσία. Πολύτιμη και βοηθητική η ποίηση θα δείξει τον τρόπο σ’ αυτή την πρόσφατη ποιητική κατάθεση του Δημήτρη Αγγελή, την ωριμότερη ως τώρα, την πληρέστερη ως συνολική πρόταση.

[…] κάποτε το απόθεμα των αγίων και των ποιητών σου τελειώνει. Όλοι μετακομίζουν. Απομένει άδειο το διαμέρισμα, μόνο με μια γραφομηχανή για να γράφεις.



Διώνη Δημητριάδου

Το Κήτος Μικρά και μεγάλα πεζά της Ούρσουλας Φωσκόλου εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/to-kitos-ursula-foskoloy/


Το Κήτος

Μικρά και μεγάλα πεζά

της Ούρσουλας Φωσκόλου

εκδόσεις Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/to-kitos-ursula-foskoloy/





μαζί στην κοιλιά του κήτους

(αφηγηματικές καταπόσεις μνημονικών εικόνων)

[…]

Θα φτιάξω κάποτε μία μεγάλη φούσκα. Θα την τρυπήσω απαλά κι έπειτα θα καθίσω μέσα της, σε μια καρέκλα, δίπλα απ’ τη δική σου. Θα σου παραμερίσω τα μαλλιά και θα σε δω – ακόμη μια φορά – έστω κι ανάποδα.

Η φυγή προς τα πίσω, η επεξεργασία των μνημονικών αποθεμάτων της παιδικής ηλικίας, μπορεί σε κάποιους να φαίνεται μια επιστροφή στην αθωότητα, με όσο ανέμελο από φροντίδες βλέμμα μπορεί να διασωθεί στην πάροδο των χρόνων. Η απουσία της ειλικρίνειας στην ενήλικη αυτή οπισθοχώρηση (γιατί μάλλον έναν τέτοιο χαρακτήρα θα προσδίδαμε, αν αντέχαμε να είμαστε ευθύβολοι) επιτρέπει μια πλασματική εν πολλοίς ανασκαφή στα τοπία των παιδικών μας αναμνήσεων. Και η λογοτεχνία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων σε ήπιες, ανώδυνες  αποχρώσεις. Όσο, όμως, η καλή γραφή αποφασίζει να εισχωρήσει στα ενδότερα του αποθηκευμένου χρόνου, τόσο θα συναντάμε και συχνότερα  την άλλη όψη της εικόνας.

Η Ούρσουλα Φωσκόλου, με την πρώτη της πεζογραφική κατάθεση (για τον ακραιφνώς ή όχι πεζό χαρακτήρα της γραφής της θα επανέλθω παρακάτω) επιχειρεί μια κατάδυση σε βάθος, μια άσκηση αναπνοής ιαματική για την ίδια, απρόσμενη ωστόσο για τον ανυποψίαστο αναγνώστη της. Τα παιδιά εδώ αλλά και οι μεγαλύτεροι (τα παιδιά που μεγάλωσαν) φέρουν έναν ολόκληρο κόσμο υπό κατασκευή μέσα τους, σαν να βρίσκονται σε μια διαρκή πορεία ενηλικίωσης με άγνωστο  αποτέλεσμα. Παρατηρούν τα πρόσωπα γύρω τους και κρατούν εικόνες, τις επεξεργάζονται και τις μεταλλάσσουν σε προσωπική εκδοχή ζωής. Οι εικόνες αυτές δεν είναι, ωστόσο, κοινότοπες και αναμενόμενες. Εδώ οι τόποι είναι παράδοξοι, ανατρεπτικοί του συμβατικά αποδεκτού. Είναι λογοτεχνικοί τόποι; Είναι μυθοπλαστικά δημιουργήματα μόνο; Υποψιαζόμαστε ότι πίσω από τη φανταστική σκηνοθεσία προσώπων και καταστάσεων υπάρχει αληθινό περιεχόμενο ζωής. Και αυτό είναι που κάνει τη γραφή πιο συναρπαστική. Τοποθετείται η δημιουργός τους ανάμεσα στους παλαιούς μυθοπλάστες, που ελάχιστα επέτρεπαν στο προσωπικό τους βίωμα να εισχωρήσει στις ιστορίες τους, και σε κάποιους (νεότερους) που αποτυπώνουν την ακριβή σχεδόν μορφή της ζωής τους μέσα στα γραπτά τους. Η Φωσκόλου αναμειγνύει την αλήθεια της με το ψέμα, τη μαγική αυτή απάτη της λογοτεχνίας, και μας δίνει τις μικρές της ιστορίες με την αληθοφάνεια να ισορροπεί επικίνδυνα στο λεπτό σχοινί μιας σουρεαλιστικής εικόνας. Κάποιες από τις ιστορίες της είναι πολύ μικρές, ίσα που προλαβαίνει ο αναγνώστης να συνειδητοποιήσει τη μετατροπή της καθημερινότητας  σε παράδοξη μοναδικότητα.
Κάποιες άλλες, τα μεγάλα πεζά, σαν να έχουν ενσωματώσει τον πυρήνα των μικρών (αυτό δεν αφορά τόσο το θέμα τους όσο την αίσθηση της ανατροπής του κοινού κανόνα) και τον εκτείνουν τώρα με την άνεση κάποιων παραπάνω σελίδων ανάγνωσης. Όσο για το Κήτος, αυτό μπορεί να τιτλοφορεί μια από τις μικρές ιστορίες, δανείζει όμως τον σκοτεινό του όγκο σε όλες, έτσι που το φανταζόμαστε να υποκρύπτεται πίσω από τις λέξεις τους έτοιμο να καταπιεί το σύμπαν τους. Ένα Κήτος δηλωτικό του αρχετυπικού φόβου, μια προ-μνημονική κατάσταση του ανθρώπινου γένους, όσο ακόμη αυτό διαβιούσε σε υδάτινο περιβάλλον, μια απειλή κατάποσης του μικρού και εύθραυστου ανθρώπινου μεγέθους από το κυρίαρχο θαλασσινό δικό του. Μια τεράστια φαλαινική ουρά προβάλλει καταμεσής της θάλασσας, και ο ελάχιστος άνθρωπος είναι χαμένος. Η κοιλιά του θηρίου παραδόξως όμως μπορεί να αποβεί και φιλική κρυψώνα για να αποθέσεις το σώμα σου και να κοιμηθείς ή να ταξιδέψεις. Ο συνειρμός ελεύθερος για τον αναγνώστη που συνδέει την πλεύση μέσα στις ιστορίες με το σωστικό περίβλημα-Κήτος. Η συγγραφέας φαίνεται πως κυκλοφορεί μαζί του και συχνά το επισκέπτεται αποζητώντας θαλπωρή. Είναι ίσως αυτός ένας τρόπος να ξορκίσει παιδικούς (ή και ενήλικες φόβους); Είναι ίσως ο καλύτερος αφηγηματικός δρόμος, που βγάζει ίσα στην καρδιά της ευφυούς ιστορίας; Η αφήγηση της Ούρσουλας φανερώνει ένα παράλληλο σύμπαν δίπλα σ’ αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Αποφασίζεις αν θέλεις να συμπορευτείς. Αρχετυπικός ο φόβος αλλά και μέγα το δέλεαρ της επαφής με το μυστικά κρυμμένο παράδοξο πρόσωπο του κόσμου. Τολμά και μιλά για όσα εύκολα κρύβονται πίσω από μια επίπλαστη αθωότητα ή μια άρνηση συνειδητοποίησης της πραγματικής πορείας από την ανωριμότητα στην ενηλικίωση. Ποια κομμάτια πραγματικότητας επιλέγει το παιδί να κρατήσει φυλαγμένα, ποιες εικόνες το ακολουθούν μεγαλώνοντας; Κυρίως τι παραδέχεται ο ενήλικας ότι φέρει μέσα του από τα παιδικά του χρόνια, φυσικά απομυθοποιημένο και καθαρό από πρόσθετη αθωωτική πατίνα; Κάτω από αυτό το πρίσμα η γραφή της Φωσκόλου είναι και ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη και ενθαρρυντική για τα λογοτεχνικά πράγματα.   

Ο κόσμος αυτού του βιβλίου είναι ένα σύνολο από ενδιαφέρουσες καταπόσεις. Το κήτος της μικρής ιστορίας απειλεί  να καταπιεί στο σκοτεινό του βάθος τον εραστή που αποχωρεί, το κορίτσι χορταίνει την πείνα του μόνον όταν δαγκώσει το προκλητικό στην όσφρηση χέρι της μαγείρισσας.

[…] ένιωσα μέσα μου μια οργισμένη μηχανή, σαν τρένου, να βρυχάται. Η Ρόζα δίπλα προσπαθούσε να χαμογελάσει. Τότε, σαν να ’μουν χρόνια νηστική, πήρα το κρύο δεξί της χέρι και το δάγκωσα. Τ’ ορκίζομαι, πεινούσα.

Η γιαγιά καταπίνει τα σεντόνια της και εξαϋλώνεται. Από την κοιλιά της αγελάδας προβάλλουν τα χέρια του ανθρώπου που κατάπιε. Το ακουστικό του τηλεφώνου σαν δίνη ρουφά το πρόσωπο. Οι εραστές καταπίνουν ο ένας τον άλλο ως τον τελειωτικό χαμό.

[…] Αμίλητη και με το στήθος πονεμένο απ’ την προσπάθεια, ρουφούσες απ’ τα σπλάχνα μου, αχόρταγη, αέρα και υγρασία, μέχρι να βγει -θριαμβευτική- απ’ τα πνευμόνια σου η τελευταία κραυγή. Πέθαινα τότε κι εγώ -κάθε φορά- χαμογελώντας.

Η σειρά αυτών των καταπόσεων, δηλωτική ενίοτε της πληρότητας της απόλαυσης, είναι ταυτόχρονα και μια ξεκάθαρη αναφορά στη ζωή την ασπαίρουσα, που δεν την κατανοείς στο ελάχιστο, αν δεν την καταπιείς ως το τελευταίο ψίχουλο, αν δεν την πιεις ως την τελευταία ρανίδα της. Έτσι και τις ιστορίες αυτές, τις μικρές αλλά και τις μεγαλύτερες, τις γεύεσαι. Η γραφή της Φωσκόλου εμπεριέχει τις αισθητικές ποιότητες, σε προσκαλεί και σε προκαλεί να δοκιμάσεις τις αισθήσεις σου και να αισθανθείς τον κόσμο από την  αρχή.

Μικρά και μεγάλα πεζά ονομάζει τις ιστορίες της. Σκέφτομαι πως για να σου επιτρέψει ο λόγος τις διαδρομές από το ρεαλιστικό τοπίο στο ανατρεπτικό παράδοξο των εικόνων θα πρέπει να έχει ανοιχτές τις διόδους ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές της γραφής, να μην έχει στεγανά. Ιδίως στα μικρά πεζά του βιβλίου αναιρείται έστω και για λίγο ο πεζός χαρακτήρας και το κείμενο πατάει στον αποκαλυπτικό, σουρεαλιστικό  κόσμο της ποίησης, που μπορεί από την πεζότητα της καθημερινότητας να οδηγεί αιφνιδίως στο άτοπον.  

Όταν το σπίτι βάραινε τις πλάτες της σαν γρανιτένιος σάκος, η μάνα μου άνοιγε το μικρό ντουλάπι της τηλεόρασης και, βγάζοντας αθόρυβα το ουίσκι, γέμιζε ένα ποτήρι σχεδόν ίσαμε πάνω. Καθόταν έπειτα ήσυχη, με τους αγκώνες της στητούς στο ξύλινο τραπέζι, στύλωνε τη ματιά στον άδειο τοίχο κι έγραφε. Κάρφωνε το  μολύβι στην κοιλιά, το τράβαγε ως το στέρνο κι έβγαζε από μέσα της ό,τι από μικρή κρατούσε επιμελώς κρυμμένο: τραγούδια κι έρωτες, μετάνοιες σπαρακτικές, μίση, αγάπες κι έγνοιες – κι εκείνο το αιώνιο βάσανο του τι θα φάμε.



Ετούτο το κήτος, το προτρεπτικό για τη γραφή, προφυλάσσει τις αναμνήσεις, προσφέρει θαλπωρή, ταυτόχρονα ως υποσυνείδητη αρχετυπική ακραία φοβική εικόνα ξορκίζει ομοιοπαθητικά τον πυρήνα του ίδιου του φόβου, ανακινεί και αναμοχλεύει την κρυμμένη παιδικότητα και τακτοποιεί τις οξείες γωνίες της σε μια ενηλικίωση που νιώθει τη φυσική συνέχεια του χρόνου και συμφιλιώνεται με τον αποθηκευμένο της πλούτο. Γιατί, πλούτος θα πρέπει να λογίζεται όλος ο κόσμος που κατακτήθηκε από τη μικρή ηλικία και ξαφνικά ζητά τη δικαίωσή του, έστω μέσω της γραφής και της ανάγνωσης (για να εννοήσουμε εδώ τους δύο πόλους μιας συγγραφής, συγγραφέα και αποδέκτη), με όλο το πραγματικό τραυματικό του περιεχόμενο. Η παιδικότητα φέρει μέσα της την επώδυνη άσκηση προς την ωριμότητα, και αυτή έχει αποδοθεί εδώ με τον καλύτερο τρόπο. Γι’ αυτό και οι ενήλικες των ιστοριών (που κάποτε ήταν παιδιά) αγγίζουν, γεύονται, οσφρίζονται, κοιτάζουν και ακούν με τις αντένες των αισθήσεων σε εγρήγορση, σε πλήρη λειτουργία, αλλά και ταυτόχρονα ερωτεύονται, μεθούν και χάνονται, εκδικούνται και μισούν, κυρίως έχουν μνήμη. Η Ούρσουλα Φωσκόλου τους τοποθετεί στο σύμπαν μιας σαπουνόφουσκας, όπως αυτές που συναντάμε στα πάρκα των θαυμάτων. Μόνο που εδώ δεν υπάρχουν οι σαλτιμπάγκοι των πανηγυριών αλλά ανθρώπινες απτές και αληθινές φιγούρες. Αναμφίβολα αυτό το Κήτος ήρθε για να ταράξει τα νερά της σύγχρονης γραφής. Κι έχει ήδη καταφέρει να μας πάρει μαζί του στο σκοτεινό του βάθος, ταυτισμένους με πολλές από τις παραδόξως οικείες κοφτερές του αφηγηματικές απολήξεις.



Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Διαβάζοντας και σχολιάζοντας από την ποιητική συλλογή «Σεμνά θαμμένα» της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου εκδόσεις Λαγουδέρα μαζί με τρεις φωτογραφίες του Άγγελου Μπαράι


Διαβάζοντας και σχολιάζοντας

από την ποιητική συλλογή

«Σεμνά θαμμένα»

της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου

εκδόσεις Λαγουδέρα
μαζί με τρεις φωτογραφίες του Άγγελου Μπαράι



Μου άρεσε πολύ κάτι που γράφει εν είδει προλόγου η ποιήτρια:

Όλα τα αγαπημένα μου πλάσματα είχαν ένα αυστηρά προσωπικό όνομα, το μυστικό τους όνομα, κι ας έχουν πεθάνει, κι ας έχουν αποσυντεθεί, κι ας έχουν χαθεί απ’ τη ζωή μου για πάντα. Δεν θα το επαναλάβω ποτέ σε κανέναν άλλο το Όνομα αυτό… Κανείς έρωτας, καμιά αγάπη, καμιά τρυφερότητα δεν αξίζει επανάκληση.

Μου αρέσει, για τη μοναδικότητα του αισθήματος που χαρίζει σε ό,τι αγαπά. Για την επίγνωση της οριστικής απώλειας της σωματικής παρουσίας, για τη συνειδητοποίηση της αποσύνθεσης της ύλης. Πιο πολύ, ωστόσο, αγαπώ αυτά τα λόγια, γιατί δεν κάνουν καμιά μικρόψυχη διάκριση στα όντα που αγαπά, είτε είναι οι (τάχα) ανώτεροι νοήμονες άνθρωποι είτε τα ζώα που τους χαρίζει την αγάπη και την αφοσίωσή της. Σύντροφοι όλοι, αγαπητικά πρόσωπα.

Επιλέγω από τα ποιήματά της ένα από κάθε μέρος από τα τρία που συναποτελούν τη συλλογή της υπό τον γενικό τίτλο «Σεμνά θαμμένα».




Από τον «Τόπο»

Θα σπείρω πάλι φέτος δάκρυα

Περιουσία είναι ο καημός

Ένα υφαντό φωνών που μίσεψαν

Στο χαλάκι αυτό πατάμε και πετάμε

Κι αλίμονο σ’ αυτούς που δεν φίλησαν ποτέ

Υγρά τα χείλη υφάντρας.

-Τη χάσανε τη  ηδονή

Να στερεώνονται στο σχέδιο

Όπως αστέρια ψίχουλα-



Καταδικάζονται σε θλιβερή ζωή αλυπίας

Κι αφήνουν πίσω μόνο μπάζα

Χώμα ποτέ




Από το «Μηνολόγιο πένθους»

Ελευσίνα, 20 Νοέμβρη 2016

Ελευσίνα

Να κάτσω στην αρχαία πέτρα

να κάτσω στον αρχαίο ψαλμό

να μιληθούν τα οστά μου με τις πέτρες

και αυτόν που πάτησε το θάνατο να τον ακούσουν

τον λίθο που σκίζει



Ποιος είπε ότι ο χρόνος είναι περατός

κι απ’ τα συντρίμμια ακόμη διαφεύγει

ποιος είπε ότι ο κόσμος είναι χωρισμός

τα δάκρυά του κόσμημα

στο χώμα κι αλλού

στις κόχες και στις ροζέτες του ουρανού




Από τον «Τρόπο»

10.7.17

Σ’ έναν κόσμο κυνηγών

Σ’ έναν κόσμο κυνηγών κι εγώ

Θηρεύω ομορφιά

Το κορίτσι με το σκουλαρίκι

Την κυρία με την ερμίνα

Το βλέμμα σου το αζωγράφιστο το διαυγές ζαφείρι

Το ρεύμα του αέρα που αφήνει πίσω ένα γεια σου τζόγια μου

Ένα φιλί από δυόσμο

Χάδι πευκοδάσους

Χτες που η πανσέληνος έγινε διπλοτυπία του χλωρού εφιάλτη

Κι ανέτειλε διάπλατα η θεά

Χωρίς να πυρπολεί πληγές



Ακόμα κι εδώ

Κυρίως εδώ

Μέσα στο Σφαγείο

Ζωών που δεν πρόλαβαν

Δεν μπόρεσαν να γίνουν ήρωες

-Ήταν εξ αρχής σφαχτάρια στη μάντρα και δεν το ξέρανε-



Κυρίως εδώ

Στον αντίλαλο ενός μουγκανιτού πνιγμένου στο αίμα

Στο πλάι του προδομένου

Στην πλάνη του προδότη



Περπατώντας πάνω στο σκοτωμένο χώμα

Θητεύω στη Σχολή Των Αγέννητων Ηρώων



Προϋπόθεση σπουδών:

Δεν έχει γήρας να ασπαστείς

Το αποκηρύσσεις το γήρας

-Γερνάνε οι σφαγείς μονάχα

Ο αμνός ποτέ-




Στην ποίηση της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου ανιχνεύεται εκείνη η σπάνια αρετή μιας ενδόμυχης τακτοποίησης της ζωής σε όλο της το εύρος. Η ζωή σαν ένας κύκλος που τελειούται, ολοκληρώνεται με το πέρας της, με τον θάνατο να νοείται και αυτός σαν μέρος της. Με το πένθος αναπόφευκτη συνθήκη για να μπορείς να πεις ότι βίωσες τη ζωή. Ταυτόχρονα αγγίζει μέσα στους στίχους της εικαστικές εικόνες, πολύτιμα θαυμαστικά του νου, παίρνοντας ανάσα από την ομορφιά που αποτυπώθηκε πάνω τους. Αλλά και το μοιρασμένο παιχνίδι απαιτεί τη σκληρή συνειδητοποίηση. Με ποια πλευρά θα πάς; Θα είσαι ο κυνηγός ή ο αμνός; Όσο για το ερώτημα αν έχεις πράγματι επιλογή, ας αφεθεί στις απορίες που γεννά, έτσι κι αλλιώς, η καλή ποίηση. Η ποιήτρια παραπέμπει στο εξαίσιο υφαντό, αν οι φωνές που μίσεψαν μπορούν να δώσουν μιαν αμφίβολη έστω απάντηση. Αλλά δεν έχουμε από κάπου αλλού να πιαστούμε, εμείς της εδώ όχθης, αν με εννοείτε.








Η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία, Θέατρο και Μουσική. Εργάζεται στον Χώρο Τέχνης «Ιδιόμελο». Το έργο της «Ένα Συννεφάκι στο Πόρτο – Τρελό» βραβεύτηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Παιδικού Θεατρικού Έργου. Το 2003 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κάστωρ το βιβλίο της και cd «Μια Ριγέ Γαρίδα Ροζ», τραγούδια για παιδιά. Στα έργα της περιλαμβάνονται ακόμη: Το θεατρικό «Αχ, Πεφταστέρι», τα αφηγήματα «Ανασαίνει ο κήπος» από τις εκδόσεις Κέδρος, η νουβέλα «Το δέντρο της Αμαλίας» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και το θεατρικό «Η επιστροφή της Μαρούλας» από τις εκδόσεις Λαγουδέρα. Η ποιητική συλλογή «Σεμνά Θαμμένα» είναι η πρώτη της.
Επιμέλεια, σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου

"Σώμα" νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη εκδόσεις Πατάκη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kuriakidis-achilleas-patakis-soma-3


Σώμα

νουβέλα

του Αχιλλέα Κυριακίδη

εκδόσεις Πατάκη
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kuriakidis-achilleas-patakis-soma-3





τά δ’ ἂλλα συγχεῖ πάνθ’ ὁ παγκρατής χρόνος·

φθίνει μέν ἰσχύς γῆς, φθίνει δε σώματος,

θνῂσκει δέ πίστις, βλαστάνει δ’ ἀπιστία.



(Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ)



Σκέφτομαι τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους διαβάζεται η καινούργια νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη. Κι έπειτα εκτιμώντας το μέγεθος του κειμένου (η ιστορία εκτείνεται σε μόλις σαράντα τρεις σελίδες) σκέφτομαι την αξία της γραφής, στη σύντομη, περιεκτική εκδοχή της, ιδίως όταν αναμετράται με ένα θέμα τουλάχιστον πρωτότυπο, αν όχι ιδιαίτερο και μοναδικό στον τρόπο της προσέγγισής του από τον συγγραφέα. Από τον τρόπο της εξιστόρησης πηγάζει και η δυνατότητα της πολλαπλής ανάγνωσης.

Μπορεί κανείς να ξεκινήσει από το παράθεμα στην προμετωπίδα του βιβλίου, τα λόγια που εκστομίζει ο Οιδίποδας, στο βαθύ πλέον γήρας, ανήμπορος και με τη βαρύτατη ενοχή που (αναίτιος αυτός, θύμα της Μοίρας) πρέπει να φέρει μέσα του, ως να λυτρωθεί με τον θαυμαστό τρόπο που επέλεξε γι’ αυτόν ο Σοφοκλής. Η μνεία του παντοδύναμου χρόνου, που επιβάλλει τη φθοροποιό δράση του πάνω στους ανθρώπους αδιακρίτως, επιβεβαιώνοντας τη θνητή τους υπόσταση. Δραματικά ηχεί δίπλα στον λόγο του μυθικού ταλανισμένου πλάσματος η κραυγή του σύγχρονου πάσχοντος Πόσο δεν θέλω να πεθάνω (Νίκος Καρούζος), επίσης επιλεγμένη προλογικά από τον Κυριακίδη εν είδει καθοδηγητικού νήματος προς απρόσκοπτη ανάγνωση. Όπως ξετυλίγεται η αφήγηση της ιστορίας, της προσωπικής ταλαιπωρίας του ήρωα με το σπάνιο όνομα του οσιομάρτυρος (ελάσσονος και περιθωριακού στο εορτολόγιο) Μαρτινιανού, νιώθεις συχνά να επανέρχονται τα παραπάνω λόγια του ανθρώπου που αγωνιά για την εξέλιξη της σωματικής του υγείας, περισσότερο όμως πάσχει κραυγάζοντας την απάτη μέσα στην  οποία πορεύτηκε σε όλη τη ζωή του (Το σώμα, αγαπητέ μου. Πόσο αδικήθηκε από τις ιδέες!) εκθειάζοντας την ψυχή του, που ποτέ δεν αντίκρισε, το πνεύμα του που τώρα παραδίδεται αμαχητί χωρίς στο ελάχιστο να μπορεί να δώσει αρωγή στο σώμα που φθίνει ανυπεράσπιστο. Κι όμως αυτό ήταν η μόνη απτή πραγματικότητα.

[…] η πιο χρωματιστή ταινία που είδα ποτέ είναι ο ασπρόμαυρος Καθρέφτης, εγώ όμως είμαι της Θυσίας, εγώ είμαι εκείνου του θανάτου που αναβάλλεται, που ακυρώνεται γιατί ο αφέτης έσφαλε τον πυροβολισμό, εγώ είμαι εκείνης της ζωής που επιμένει, πείσμων, τούτο το σώμα θέλω να περάσει άβροχο την ερυθρά του θάλασσα, να φτάσει απέναντι με όλες τις μνήμες του άτρωτες. Το σώμα μου.

Τι θα θυμάται όταν ξεχάσω;

Το σώμα και η μνήμη του. Όταν χάνεται η επαφή με την πραγματικότητα, όταν το πνεύμα ασθενεί, το σώμα διατηρεί την αυτονομία να θυμάται. Η παντοδύναμη αφή ίσως αναδεικνύεται τότε σε κυρίαρχη αίσθηση που συγκρατεί ζωντανή τη σχέση του σώματος με  αυτόν τον κόσμο. Απαλλαγμένο το σώμα από τις έμμονες ιδέες, τις οποίες αδυνατεί πλέον ο νους να παραγάγει (οι εμμονές είναι η εκδίκηση του  νου όταν το σώμα θέλει και μπορεί μονάχο του), αφήνεται στη μνημονική ιχνηλασία των στιγμών που έγραψαν πάνω του. Αυτή η μνήμη δεν σβήνει, ακριβώς γιατί στην αποτύπωσή της δεν πήρε μέρος η νοητική διεργασία του μυαλού. Αλλά και η γεύση του παγωτού της παιδικής παρηγοριάς μετά την εγχείρηση αλλά και η όσφρηση, που αποτύπωσε τη μυρωδιά των σελίδων εκείνου του πρώτου Κλασσικού Εικονογραφημένου (Οι άθλιοι του Victor Hugo, 1951).

Δεν ήταν η πρώτη του χειρουργική επέμβαση. Έξι χρονών, αμυγδαλές, έφαγε τα περισσότερα παγωτά που θυμάται να ’χει φάει μέσα σε πέντε μέρες, και διάβασε το πρώτο Κλασσικό Εικονογραφημένο που η μυρωδιά του έμελλε να τον συνοδεύει σε κάθε διαφυγή του από λογής υπόνομους, στο θάνατο κάθε Φαντίνας – η μυρωδιά, και η εικόνα ενός καπέλου που επέπλεε στο ποτάμι, σηματοδοτώντας τον αμετάκλητο πνιγμό του Κακού.

Η μία ανάγνωση της ιστορίας αφορά την πορεία του ήρωα στη ζωή, με γνώμονα τα σημαδιακά πάθη του σώματος, αυτά που τον οδήγησαν μέσα σε νοσοκομεία, σε εντατικές, με σωληνάκια που τον κρατήσανε ζωντανό, με τα μικρόβια να υπονομεύουν και να σπαταλούν άσκοπα τη ζωή του, με τη σοβαρότερη απειλή όλων να δρομολογεί το τέλος της. Υποχωρούν εδώ όλα τα επιτεύγματα του νου, οι πνευματικές αναζητήσεις, η σωτηρία της ψυχής, μπροστά στο σώμα που διεκδικεί την προσοχή που δικαιωματικά του ανήκει ως μόνης πραγματικά αντιληπτής οντότητας, απολύτως αληθινής και όταν σφύζει από ζωή αλλά και όταν καταρρακωμένο παραδίδεται στα χέρια της επιστήμης. Κοιτάζοντας στο εξώφυλλο του βιβλίου το αδειανό καπέλο να αιωρείται σε ανύπαρκτο χώρο, δεν μπορείς να αποφύγεις τη σκέψη: τι απομένει όταν το σώμα φεύγει, εγκαταλείπει τον αγώνα  της ζωής; Το ορατό της ύπαρξης, μόνον το σώμα είναι δηλωτικό της παρουσίας. Αλλιώς άδειες καρέκλες, κενά αντικείμενα, που μόνο υπενθυμίζουν τη ζωή που κυκλοφορούσε δίπλα μας.

Σε παραλληλισμό με αυτό το δίπολο πνεύμα (ψυχή) – σώμα θα επινοηθεί ένα άλλο: νόημα – γλώσσα. Ένα περίεργο στην άρθρωσή του ιδίωμα θα ηχήσει δίπλα στον ήρωα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Δεν είναι μόνον που αδυνατεί να κατανοήσει τη γλώσσα αυτή, είναι και το πρωτόγνωρο του ακούσματός της, κάτι σαν βρυχηθμός ζώου εν οδύνη. Έτσι αρχίζει μια διαφορετική ανάγνωση του βιβλίου. Είναι το σώμα που κυριαρχεί στην αντιπαράθεση με την ψυχή; Ίσως τότε και η μορφή της γλώσσας υπερισχύει του νοήματος που αυτή εμπεριέχει; Ο ήρωας έχει ιδιαίτερη εμμονή με τη φόρμα, τον τρόπο που επινοήθηκε (ως μέγιστη σύμβαση πολιτισμού) χάριν της επικοινωνίας και διαμόρφωσε τις γλώσσες του κόσμου. Δεν του αρκεί να δεχθεί ότι αυτό που άκουσε είναι μια κάποια γλώσσα (ίσως χαμένη πλέον ως λεκτικός κώδικας), επιθυμεί να μάθει το όνομά της, το «σώμα» που περικλείει τα νοήματα που αυτή εκφράζει. Αν χαθεί το σώμα, τότε χάνεται και η επικοινωνία, δεν υπάρχει πλέον κανένας απολύτως λόγος να επινοηθεί κώδικας. Η συν-εν-νόηση  καταργείται αυτομάτως. 

[…] αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος: η αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους.

Η σημασία της μοναδικής λέξης, στην κατάλληλη θέση, με τη σωστή σειρά που οδηγεί στο νόημα. Η λέξη είναι η σημαντική. Το σημαίνον. Αυτό οδηγεί στο σημαινόμενο. Κι έρχεται εδώ αρωγός η ποίηση, το ελάχιστο του λόγου (καθόλου τυχαία βέβαια τη βρίσκουμε στη γραφή του Κυριακίδη, μεγάλου μάστορα και λάτρη της μικρής φόρμας) για να δώσει την ερμηνεία σε όλο αυτό το λεκτικό «παιχνίδι». Οι στίχοι του Σεφέρη:

[…] δανειζόταν ένα στίχο του Σεφέρη […] για να υποστηρίξει την άποψή του ότι η ποιητικότητα μπορεί να αναβλύσει ακόμα και από τις πιο ακριβόλογες εναποθέσεις σ’ ένα ποίημα μιας εικόνας ή μιας σκέψης.[…] Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα; / Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά / κι ακόμη μια φορά / η άκρη του φτερού ενός γλάρου. «Προσέξτε τον τελευταίο στίχο: όχι ένας γλάρος, όχι το φτερό ενός γλάρου, αλλά η άκρη του φτερού ενός γλάρου.! Κάτι τέτοιοι στίχοι» κατέληγε, «προσδίδουν μιαν απατηλή ευταξία στο ωραίο ποιητικό χάος!»

Κι όμως, η γλώσσα η παράξενη που άκουσε δεν ήταν παρά σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι […] ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα, σύνθετα ρήματα που όμως εξέφραζαν το απλό, το στοιχειώδες, λέξεις μιας γλώσσας αποθέωσης του … ουσιαστικού […] υποταγμένης στο σώμα, στις καθαρά βιολογικές συνιστώσες, πιστῆς τῇ τῶν πραγμάτων φύσει[…]. Μια γλώσσα που ομνύει στο σώμα και υπηρετεί μόνο τις ανάγκες του (διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο).


Η νουβέλα αυτή, μικρή ως προς το σώμα της (τη μορφή της)  έρχεται να καταθέσει τον φόρο τιμής που αναλογεί στο Σώμα. Γιατί εδώ ο πρωταγωνιστής/ήρωας είναι αυτό το ταλαιπωρημένο, φοβισμένο, ασθενές και αγωνιωδώς κραυγάζον σώμα, που μέσα του φέρει το πνεύμα, τη σκέψη του ήρωα, ωστόσο είναι αυτό που τον καθοδηγεί, που απαιτεί, που διαμορφώνει με τις ορέξεις του τη διάθεση, την πνευματική κατάσταση και την ψυχική υγεία του ανθρώπου που υπεραίρεται για όλα τα άλλα του γνωρίσματα πλην του σώματος. Επιστρέφω σε μια ακόμα ρήση που εισαγωγικά παρατίθεται στο βιβλίο, και που τώρα, μετά την ανάγνωση, αποκτά όλο της το νόημα:

Η ψυχή έχει σώμα;

(Ζαν Λικ Γκοντάρ και Φιλίπ Σολέρς)

Φυσικά το μέγιστο της σημασίας εντοπίζεται στο ερωτηματικό, που θέτει εν απορία δημιουργική όλη την ιστορία. Μπορεί να έχει υπόσταση σωματική κάτι που παραμένει σε χώρο απρόσιτο για τις αισθήσεις μας; Κι αν αυτό ισχύει, τότε γιατί να μην έχει και το σώμα ψυχή; Οι ιστορίες του Αχιλλέα Κυριακίδη είθισται να αφήνουν μια ερώτηση (εμφανώς ή όχι) στο τέλος τους, ένα παράθυρο ανοιχτό για τον αναγνώστη. Πολύ περισσότερο αναμενόμενα τα ερωτήματα σ’ αυτή τη  νουβέλα, που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως δοκιμιακός στοχασμός με μυθοπλαστικό τρόπο.



Διώνη Δημητριάδου


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Φωτογραφίες από την παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Παναγιώτη Δημητριάδη "Ο Φόνος του Λευκού" στο Επί Λέξει 5 Δεκεμβρίου 2017

Φωτογραφίες από την παρουσίαση
της πρώτης ποιητικής συλλογής
του Παναγιώτη Δημητριάδη
"Ο Φόνος του Λευκού"
στο Επί Λέξει
5 Δεκεμβρίου 2017



Για τη συλλογή μίλησαν οι κριτικοί και λογοτέχνες:
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου και Διώνη Δημητριάδου

Ποιήματα διάβασαν οι:
Βίκυ Κλεφτογιάννη και Λήδα Ντόντου







Γιώργης Παυλόπουλος Ποιήματα 1943-2008 εκδόσεις Κίχλη


Γιώργης Παυλόπουλος

Ποιήματα

1943-2008

εκδόσεις Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση
στο περιοδικό Fractal 
http://fractalart.gr/giorgis-paylopoulos-poiimata-1943-2008/




το μείζον και το έλασσον



Πώς να μιλήσεις για έναν ποιητή του μείζονος μεγέθους, που όμως κατέτασσε εαυτόν στους ελάσσονες ομοτέχνους του; Η πολύχρονη επαφή με το έργο του ποιητή, η συγκίνηση που προκαλεί η ποίησή του, με τις ποικίλες μικρές αφορμές των λέξεών του, είναι ένας προσωπικός οδηγός για την προσέγγισή του. Η οδύνη της ποιητικής του φωνής, ωστόσο, και η πικρή ματιά που έριξε ο Παυλόπουλος στον κόσμο γύρω του -από όπου πηγάζει η ποιητική του έμπνευση- είναι ο αντικειμενικά υπαρκτός λόγος που οδηγεί τον μελετητή του ή τον απλό αναγνώστη του να ανατρέχει στα ποιήματά του. Κι εδώ επιτέλους σε έναν τόμο όλο το έργο του, πολύτιμη έκδοση για όποιον αναζητά τον χαμηλόφωνο και περιεκτικό νοήματος, οδυνηρό συχνά, λόγο του ποιητή.

Αρκετά χρόνια πριν, όταν η Λογοτεχνία είχε ακόμα τη θέση που της ταιριάζει στη ελληνική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανόταν στην ύλη της τελευταίας τάξης του Λυκείου ένα ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου, τα εμβληματικά «Αντικλείδια». Θυμάμαι το ενδιαφέρον των μαθητών για μια ποίηση που μιλά για την ποίηση με τον μοναδικό τρόπο που ο ποιητής προσεγγίζει το θέμα του: αποκαλυπτικός, όσο επιτρέπει η μεταφορικότητα της ποίησης, αλλά και κρυπτικός, όσο επιβάλλει η επικοινωνία με τον πλέον συνεπτυγμένο και φειδωλό σε λέξεις ποιητικό λόγο. Θυμάμαι όμως και  την άγνοια όλων για έναν ποιητή, που θα μπορούσε να λογίζεται από τους σημαντικότερους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όχι τόσο για τις εγκωμιαστικές αναφορές που είδαν το φως σε μελέτες για το έργο του (αυτές είναι πράγματι λίγες), όσο για τα ίχνη του λόγου του που ανακαλύπτουμε στις γραφές των μεταγενέστερων. Η επίδραση που ασκεί στους επόμενους διαχρονικά η αφηγηματική προσέγγιση των τόπων, των προσώπων και των καταστάσεων στην ποίηση του Παυλόπουλου θα ήταν από μόνη της ικανή να τον ξεχωρίσει ανάμεσα στους πολλούς ικανούς  εργάτες της ποίησης. Αρκεί, φυσικά, να έχουμε το σωστό μέτρο για να αποδίδουμε την τιμή εκεί που πρέπει. Έρχεται, λοιπόν, αυτή η έκδοση με το corpus του έργου του Γιώργη Παυλόπουλου. Έτσι, μπορεί κάποιος να ανατρέξει στις πρώτες γραφές του ποιητή και να προχωρήσει στην εξελικτική του πορεία ως τα τελευταία του γραπτά. Πιστεύω ότι η ενασχόληση με τα γραπτά του Παυλόπουλου αφορά εκτός από τους ειδικούς μελετητές της ποίησης επιπροσθέτως ένα ευρύτερο κοινό, καθώς προσφέρει με αυθορμητισμό και απλότητα έναν απροσχημάτιστο λόγο που οδηγεί στο  βάθος του ποιητικού τοπίου (με τα πλέον εύστοχα αυτοαναφορικά ποιήματα) αλλά και στους πλέον κοινούς τόπους των ελπίδων και των διαψεύσεων των απλών ανθρώπων.

Στο Επίμετρο του Γιάννη Ξουριά με τα Εργοβιογραφικά για τον ποιητή διαβάζουμε:

Σε μια από τις επισκέψεις μου, όταν νοσηλευόταν στο ΚΑΤ, μου ζήτησε να μείνω μαζί του ως αργά, όσο πιο αργά μπορούσα. Ο μόνος τρόπος να ξεπεράσουμε την δύσκολη κατάσταση της υγείας του ήταν ο γνωστός: να συζητάμε για ποιήματα.

Η ποίηση, λοιπόν, με τον πιο ανθρώπινο ρόλο που θα της επιφυλάσσαμε όσοι κατά καιρούς πασχίζαμε να βρούμε στόχους και κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο μέσα στα ποιήματα που φτιάχνανε οι ποιητάδες όλου του κόσμου. Κι όμως εδώ με την απλή φυσικότητα του αυτονόητου η ποίηση (προσέξτε: η συζήτηση για την ποίηση) έρχεται σαν  μια (έστω πρόσκαιρη) σωστική λέμβος, που θα μας πάρει μακριά από την οδύνη όχι όμως μιλώντας μας για ανούσια και ψεύτικα ίσως ουτοπικά πράγματα, αλλά για τη δική της οδυνηρή κατάθεση του λόγου. Καθώς έχω μπροστά μου όλη την ποιητική παρουσία του Παυλόπουλου, απομονώνω φράσεις του/ποιητικά αποκόμματα, που δίνουν μια ξεχωριστή, προνομιούχο θέα στον κόσμο του έτσι όπως τον μοιραζόταν με τον αποδέκτη του λόγου του. Γιατί την ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου την εκτιμούσαν όσοι τη γνώριζαν, αν και χαμηλόφωνη και αποσυνάγωγη των μεγάλων ποιητικών συνάξεων.

Ο ποιητής στη φυσική του συνέχεια, σημείο στον ποιητικό χάρτη κι αυτός, τραγουδά τον πόνο εκείνου του άλλου, του μακρινού ταξιδευτή:



Και το καράβι μου στον κήπο της

δεμένο κι άγρυπνο

σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί

μου θύμιζε κάποτε τους συντρόφους που χάθηκαν

ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.



(Στης Κίρκης)





Κι εδώ θυμάται τον αθέλητο πολεμιστή που πάλευε με το δίκιο του και την αγραμματοσύνη του τραγουδώντας κι εκείνος τα αθάνατα της λευτεριάς τραγούδια:



Έτσι με πήρανε τα κλάματα καθώς ξημέρωνε

και βγήκα κι ακούμπησα στον τοίχο του περιβολιού.

Γύρω μου κανείς. Μήτε ο Ποιητής μήτε το άσπρο άλογο.

Χάραζε η μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω από τα κυπαρίσσια

το φως ενός σπαθιού κρεμόταν στον αγέρα.



(Το Κατώγι)



Μα νιώθει πως απ’ τους παλιούς απόντες πιο πολύ πονάνε οι νέες αναχωρήσεις, καθώς γύριζαν τα χρόνια και χάνονταν οι άνθρωποι. Το ποίημα τότε έρχεται απρόσκλητο και ονειρικά χαμένο, και θα τα χωρέσει μέσα του όλα, και τα ορατά και τα αθέατα. Έτσι θα πει χαιρετίζοντας τον Μπόρχες:



[…]Είναι το αναπότρεπτο:

Η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις.



Και βέβαια δεν είναι τίποτε απ’ όλα τούτα.

Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του

και μάταια θα παλεύει να το θυμηθεί μετά

κι όταν ακόμη θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή.



(Ο Ποιητής και το Φεγγάρι)



Όλοι χωράμε

οι ζωντανοί κι οι νεκροί

σ’ ένα ποίημα.



(33, Τριαντατρία χαϊκού)



Μα τι διάβολο σημαίνουν όλα αυτά; τη ρώτησε.

Όλα σημαίνουν μέσα στο ποίημα και το ξέρεις

του είπε καθώς τον αγκάλιαζε

για να του δείξει ότι δεν ήταν όνειρο.



(Το Δωμάτιο η Γυναίκα και το Ποίημα)



Και θα μείνει με τη μνήμη όλης της παρουσίας και απουσίας που μπορεί να χωρέσει ένα σώμα. Με τις εικόνες να τον ακολουθούν όσο κι αν εκείνος θέλει να βρει αποκούμπι στη λήθη την ευεργετική. Πώς να αποκοπείς, όμως, από το νήμα που σε κρατά σταθερά στη ρότα της συνέχειας;



Ας με ξεχνάνε, είπε.

Εγώ θα έρχομαι να τους βλέπω

θέλω να τους βλέπω συχνά.

Δεν μπορώ να συνηθίσω

το σκοτάδι εκεί κάτω.



(Θα έρχομαι)




Ποια είναι, λοιπόν, αυτή  η ποίηση, που μπαινοβγαίνει στο όνειρο, που στεγάζει μέσα της ζώντες και τεθνεώτες αδιακρίτως, που χλευάζει την απιστία των ανθρώπων στα θαύματα των λέξεων και των επινοήσεων; Η Ποίηση με το γράμμα κεφαλαίο και την ολάνοιχτη πόρτα που μόλις αφήνει κάποιον να κοιτάξει φευγαλέα το μαύρο της σκοτάδι;






[…] Όμως μερικοί

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.



(Τα Αντικλείδια)



Μα, όλο αυτό είναι μια αυταπάτη; Το άσαρκο σώμα της ποίησης είναι μια καλειδοσκοπική εικόνα που αλλάζει διαρκώς μορφή ενσωματώνοντας τις προηγούμενες.



Ένας ταξιδιώτης

αποκοιμιέται πάνω στ’ άλογό του

και βλέπει στ’ όνειρό του

πως τάχα το ταξίδι του

είναι ένα όνειρο

που το βλέπει κοιμισμένος

πάνω στ’ άλογό του.



(Ο Ταξιδιώτης)



Κι έτσι σ’ αυτήν την ποίηση δένουν όλα σε μια αδιάσπαστη συνέχεια. Το τώρα με το πριν, το εδώ και το εκεί, το γήινο και το αθέατο, τα πρόσωπα,  τα πράγματα και η ποίηση που τα ιστορεί. Και όλο αυτό είναι ένα ταξίδι θεραπευτικό της ψυχής αλλά και του σώματος, με τον ποιητή να το εισηγείται δοκιμάζοντάς το πρώτα πάνω του και μέσα του. Γι’ αυτό λέω πως τα ποιήματα που έγραψε ο Γιώργης Παυλόπουλος έχουν αποδέκτη. Αυτόν που εισχωρεί μέσα στα αφηγημένα του, αντικρίζει το δικό του πρόσωπο στις ποιητικές επισημάνσεις και αφήνεται να οδηγηθεί μαζί με τον ποιητή στον τόπο και τον χρόνο, όσο μπορεί πίσω, να δει το νήμα της συνέχειας. Άλλωστε, ποιος θα το διατύπωνε με μεγαλύτερη ευκρίνεια;



Αυτός που γράφει το ποίημα

κι εκείνος που θα το διαβάσει

μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο

με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε.



Μέσα στο ποίημα βέβαια

έχουν χαθεί κι οι τρεις.



(Οι τρεις)





Η έκδοση της Κίχλης, με τη γνώση και το μεράκι των καλών εκδόσεων, όπως πάντα. Επιμελημένη και προσεγμένη σε όλα της. Χωρίς πολλά επιπρόσθετα κείμενα, μόνο με τα απαραίτητα στο σύντομο Επίμετρο, αφήνει την ποίηση, τον καθαρό λόγο του Παυλόπουλου να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη, στου οποίου την κρίση αφήνεται το ποιητικό μέγεθος του ποιητή. Φυσικά μείζων ποιητής ο Γιώργης Παυλόπουλος, κι ας εξέφραζε με ταπεινότητα την αντίρρησή του ο ίδιος για τον εαυτό του.





Διώνη Δημητριάδου