Ετικέτες

"10 νέες βιβλιοπροτάσεις" "8 ενδιαφέρουσες ποιητικές εκδόσεις" "Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" "Προδημοσίευση" "Λέξεις απόκρημνες" Διώνη Δημητριάδου "Προδημοσίευση" Σωτήρης Κακίσης "Μια νύχτα τη μέρα" ποιήματα εκδόσεις Ερατώ Βιβλία "Τα κοινά και τα ιδιωτικά" Κριτική από τη Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη Βιβλία (αποσπάσματα) Βιβλία (αποσπάσματα) "Οι άνθρωποι τα σπίτια τα βιβλία" Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (16 νέες βιβλιοπροτάσεις) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 προτάσεις για ανάγνωση) Βιβλιοπροτάσεις Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" διάβασε και προτείνει (15 νέες προτάσεις για ανάγνωση) Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Ο αντάρτης" Διηγήματα Διώνη Δημητριάδου "Ο παππούς" Δοκίμια Δοκίμια "Πόρτες ανοικτές ή κλειστές;" (η περίπτωση του Κάφκα) Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτρης Φύσσας "Εμένα μου λες (ποιήματα 1997-2016) Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μιχάλης Γκανάς "Άψινθος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Colm Tóibín "Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Jack Kerouac "Στοιχειωμένη ζωή - η χαμένη νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Miguel de Unamuno "Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο σκακιστή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Oliver Sacks David Hume "Η δική μου ζωή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Stefan Zweig "Σκακιστική νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' W. G. Sebald Jan Peter Tripp "Αδιήγητη ιστορία" Μεταφράσεις (ποίηση) Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες Ποιητική σύναξη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Δύο ποιήματα
της Νίκης Κωνσταντοπούλου
από τη συλλογή «Εγώ απέναντι»
εκδόσεις Vakxikon





[εκείνος ο άνθρωπος]

στέκεται μέρες τώρα
στη μέση του δρόμου
τα αυτοκίνητα τον προσπερνούν
οι άνθρωποι περνάνε από δίπλα του ξυστά
ακουμπάνε τον ώμο τους
κι αμέσως τινάζουν το παλτό τους
τα περιστέρια δεν τον πλησιάζουν ούτε για λίγα ψίχουλα
τα παιδιά τον κοιτάζουν με περιέργεια
μέχρι οι μανάδες να τα απομακρύνουν γρήγορα

Τέτοια συντονισμένη αδιαφορία
θα ζήλευε και ο διάβολος.




Στην ντουλάπα

Στην ντουλάπα του σπιτιού μου
βάζαμε άτακτα όλα μας τα ρούχα –όπως τις σκέψεις μας.
Στριμώχναμε τα παλιά·
πάνω πάνω ήταν τα νέα για να ξεχνάμε.
Παλιά παλτά του πατέρα μου
που μύριζαν αλκοόλ και τσιγάρο
όπως τα νιάτα του.
Παλιές φούστες της μάνας μου
χρωματιστές με λουλούδια
που μύριζαν άκρατο ρομαντισμό.
Παλιές τσάντες που αποθήκευες ευκολότερα
τα αντικείμενα που μαρτυρούσαν.
Στην ντουλάπα του σπιτιού μου
στο δεξί φύλο χαμηλά
υπήρχαν πολλά μικρά κουρελάκια
στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο.
Εκεί γεννούσε η γάτα μας
ενώ εμείς αφαιρούσαμε κομμάτια μνήμες.
Μετά παίρναμε αγκαλιά τα μικρά
και σωπαίναμε για ώρες.


Franz Kafka
Στη σωφρονιστική αποικία
μετάφραση: Βασίλης Τσαλής
εκδόσεις Κίχλη




«Εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία, και δεν μπορώ και δεν θέλω να είμαι τίποτε άλλο […] Ό,τι δεν είναι λογοτεχνία με κάνει να πλήττω και το μισώ γιατί με ενοχλεί ή με εμποδίζει έστω και μόνο στη φαντασία μου».
(Franz Kafka, από σχεδίασμα επιστολής στον πατέρα της Φελίτσε, Τα ημερολόγια, 21 Αυγούστου 1913)

Ίσως η παραπάνω θέση να είναι ξεκάθαρη για τις προθέσεις των γραπτών του εμβληματικού αυτού συγγραφέα, σε σημείο να μην νομιμοποιείται κανείς να ερευνήσει την ουσία τους πιο πέρα από όσο επιτρέπει η αισθητική απόλαυση της λογοτεχνίας – χωρίς φυσικά αυτή η εκδοχή ανάγνωσης να είναι και μικρή υπόθεση. Ωστόσο, ποιος αναγνώστης ή μελετητής του Κάφκα δεν έθεσε σε λειτουργία τη σκέψη του διαβάζοντας τις ιστορίες του; Ποιος δεν μπήκε στον πειρασμό να παραλληλίσει τις παράδοξες φαινομενικά εικόνες αυτού του καφκικού σύμπαντος με όσα η εποχή (η κάθε εποχή έκτοτε) παρουσιάζει σε εφιαλτική εκδοχή ομοιότητας; Γιατί, αν η λογοτεχνία προσφέρει μια προνομιούχο θέα στον κόσμο πέρα από την αισθητική απόλαυση της ανάγνωσης, η αλληγορική γραφή ακόμη περισσότερο έχει μέσα της τη δυναμική να διευκολύνει την εισχώρηση σε τόπους που αρχικά φαίνονται μόνο αποκυήματα λογοτεχνικής φαντασίας, στην πορεία όμως μεταλλάσσονται σε καθρέφτες μιας απολύτως αληθινής ζοφερής πραγματικότητας.

Το διήγημα «Στη σωφρονιστική αποικία» γράφτηκε την εποχή που ο δημιουργός του δούλευε πάνω στη «Δίκη», με την οποία υπάρχει κοινός τόπος συνάντησης. Η ίδια αίσθηση του παραλόγου στον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος διατρέχει και τα δύο κείμενα. Η αίσθηση ότι παρακολουθείς μια διαδικασία τιμωρητική (περισσότερο εγκεφαλική στη Δίκη, περισσότερο πρακτική στη Σωφρονιστική αποικία), αποκαλυπτική για τον παράλογο μηχανισμό της εξουσίας που κινεί τα νήματα, η οποία όμως έχει τον μανδύα της απολύτως αποδεκτής λειτουργίας μιας κοινωνίας «δικαίου». Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για τους μηχανισμούς επιβολής της εκάστοτε εξουσίας αλλά και για τα συστήματα σωφρονισμού που κάθε εποχή επέβαλε για να εξυπηρετηθεί η κυρίαρχη ιδεολογία και η δική της αίσθηση περί δικαίου. Ίσως να είναι αρκετή η μνεία σε κείνο το μακρινό του Διαφωτισμού, ότι δηλαδή δεν νοείται τιμωρία σωφρονιστική που να εξαντλεί μέχρι θανάτου τον σωφρονιζόμενο. Εκδικητικοί μηχανισμοί κυρίως, και σε δεύτερο λόγο παραδειγματικοί προς γνώση και συμμόρφωση των υπολοίπων. Ωστόσο, το κείμενο εδώ είναι του Κάφκα, άρα μας οδηγεί στον δικό του κόσμο, αυτό το σύμπαν, από όπου πηγάζουν άλλα δεδομένα πολύ πιο σύνθετα από τις παραπάνω περί συστημάτων δικαίου παρατηρήσεις.

Διαβάζω στο επίμετρο την άποψη του Kurt Tucholsky (που αποδελτιώνεται και στο «αυτί» του βιβλίου): "Μη ρωτάτε για το νόημα της ιστορίας. Δεν υπάρχει νόημα. [...] Ίσως αυτό το βιβλίο να μην ανήκει στην εποχή του [...]. Είναι εντελώς αδιανόητο". Δεν εκπλήσσομαι με την αδυναμία εξήγησης ούτε με την αποδοκιμασία που εισέπραξε η πρώτη ανάγνωση του διηγήματος (το 1916), καθόσον είναι αναμενόμενη η άρνηση  της αποδοχής μιας αλήθειας, όταν αυτή σου θυμίζει πόσο πραγματικά είναι όσα λέει αλλά και όσα υπαινίσσεται πίσω από τις λέξεις. Πόσοι, εκείνο το μακρινό 1916 μέσα σ’ έναν  πόλεμο ακόμη σε εξέλιξη, θα ήταν έτοιμοι να δεχθούν ότι το σκηνικό της καφκικής σωφρονιστικής αποικίας είναι μια άλλη μορφή της αληθινής θηριωδίας που αυτός ακριβώς ο πόλεμος έφερε ως απόλυτη απανθρωποποίηση μπροστά στη βία, ή ότι είναι ίσως μια άλλη μορφή  των πραγματικών αποικιών  σωφρονισμού, που άρχισαν τη λειτουργία τους ήδη πολλά χρόνια πριν; Θα μπορούσε ο Κάφκα να θέλει να σχολιάσει με το διήγημά του αυτό τις συνθήκες σε μια τέτοια αποικία, προσθέτοντας τη δική του ακραία εκδοχή στην τιμωρητική διαδικασία; Φυσικά κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να αποκλειστεί. Ωστόσο, πιστεύω ότι μάλλον θα ήταν πιο ορθό, με βάση το συνολικό έργο του Κάφκα και με δεδομένο ότι ελάχιστα διαφοροποιεί την οπτική του από γραφή σε γραφή, να πούμε ότι πρόκειται για μια ακόμα κατάθεση της βαθύτερης έννοιας που διαποτίζει όλο το έργο του αλλά και της έγνοιας που τον διακατέχει. Η έννοια της αποξένωσης του ατόμου από τα δημιουργήματά του, ακόμη και όταν απολύτως τα οικειοποιείται. Αυτό σε απόλυτη σχέση με την αποξένωση όλων αυτών που νομίζουν ότι είναι αμέτοχοι σε κάτι που αφορά τους άλλους, και που μόλις αντιληφθούν τη σχέση μαζί του τρέπονται σε μια φυγή - απόδειξη της αποστασιοποίησής τους. Στο σύνολο, ένας κόσμος απελπιστικά  άξενος. Αυτή την εικόνα του κόσμου δίνει σε όλα του τα έργα, παραλλάσσοντας κάθε φορά (εξυπηρετώντας την πλοκή) το σκηνικό του, με τον ίδιο απώτερο όμως στόχο: την εμφάνιση της εφιαλτικής τοιχογραφίας του κόσμου μας.

Έτσι, εδώ μας μεταφέρει σ’ αυτήν τη φανταστική αποικία όπου θα παρακολουθήσουμε την εκτέλεση μιας ποινής, η οποία αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Για μια ασήμαντη αιτία (απέναντι στη λογική της οποίας ωχριά κάθε παραχάραξη του κοινώς αποδεκτού ως  ορθού, που συχνά συναντάμε σε στρατιωτικούς χώρους) ο καταδικασμένος (σε μια παρωδία δίκης έξω από κάθε έννοια δικαιοσύνης) θα υποστεί το απόλυτο βασανιστήριο. Η ποινή του θα εγγραφεί πάνω στο σώμα του με τη βοήθεια ενός μηχανήματος που φέρει ακίδες, οδηγώντας τον έτσι σε μια επώδυνη απάνθρωπη θανάτωση. Ο αξιωματικός που θα εφαρμόσει την απόφαση ενέχεται προσωπικά στη διαδικασία αυτή, εφόσον τον βλέπουμε με πάθος να υπερασπίζεται την αποτρόπαια αυτή μηχανή, όπως ένα δικό του δημιούργημα το οποίο σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύει να πέσει σε αχρηστία. Η απόλυτη σύνδεση του ανθρώπου με το δημιούργημα της τεχνολογίας; Περισσότερο, θα λέγαμε, η απόλυτη αποκοπή του ανθρώπου/δημιουργού από την έννοια της χρηστικότητας μιας μηχανής. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα καταστρατηγούν τη θεμελιώδη αξία που τα γεννά και, αντί να εξυπηρετούν τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του ανθρώπου για βελτίωση της κοινωνίας του, οδηγούν στην απομάκρυνση από τις ίδιες τις ανάγκες του και στην περιθωριοποίησή του από την ίδια του τη ζωή, μεταλλασσόμενα σε όργανα καταπίεσης ή ακόμα και αφανισμού του. Με τη χρήση της αλληγορικής γραφής ο Κάφκα δείχνει εδώ το ζοφερό σκηνικό ενός ανοίκειου κόσμου. Όλα τα πρόσωπα που διαδραματίζουν τον ρόλο τους στην ιστορία αυτή επιβεβαιώνουν την αποξένωσή τους από το νόημα της ζωής. Ο κατάδικος, σε μια κατάσταση αντιληπτικής ηλιθιότητας, αδυνατεί να εννοήσει το μέγεθος της ποινής του και τον επερχόμενο θάνατό του. Ο στρατιώτης, που έχει έναν βοηθητικό ρόλο στην εκτέλεση, συμπράττει στην έλλειψη σοβαρότητας και σ’ αυτή την ανόητη πρόσληψη του θέματος, ίσως γιατί και αυτός έχει μειωμένη αντιληπτική ικανότητα ή γιατί η εξοικείωσή του με ανάλογες πράξεις τον έχει καταστήσει έναν ανόητο συνένοχο. Αυτή η τελευταία παράμετρος έχει την ιδιαίτερη σημασία της, αν σκεφτούμε πόσο συχνά ο εξουσιαστικός μηχανισμός ανακαλύπτει αιφνίδιους συμμάχους εκεί που θα ήταν αναμενόμενη η αντίδραση στη λογική του. Αυτό, όμως, το θέμα ανατέμνεται καλύτερα από τον συγγραφέα στην περίπτωση του ερευνητή/ταξιδιώτη, που ως επιφανής καλεσμένος θα κληθεί να παρακολουθήσει την εκτέλεση και -κατά την εμφανή προσδοκία του αξιωματικού- να υποστηρίξει προπαγανδίζοντας την τελειότητα του μηχανήματος και την ορθότητα αυτού του τύπου εκτέλεσης. Παρακολουθούμε τη σκέψη του, τις αντιδράσεις του, μας είναι απολύτως κατανοητή η φρίκη που τον διακατέχει, εντούτοις καμία κίνηση δεν κάνει για να αποτρέψει (στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό) την απάνθρωπη εκτέλεση. Η αδράνεια, λοιπόν, εκλαμβάνεται ως θέση/στάση; Εξομοιώνεται αυτός που παρακολουθεί αδρανής με τον δήμιο/ιδεολόγο; Στο κατατοπιστικό επίμετρο της έκδοσης περιλαμβάνεται ένα ενδιαφέρον άρθρο του Hans Dieter Zimmermann με τον εύγλωττο τίτλο «Οι δράστες και οι αδρανείς», στο οποίο διατυπώνεται η άποψη ότι «όλοι είμαστε υποταγμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό θανάτου – δίχως να λαμβάνεται υπόψη ποιος είσαι και τι κάνεις». Ενδεχομένως να υπάρχει μερίδιο ευθύνης στον καθένα. «Ο Κάφκα δεν γυρεύει ούτε να αντιγράψει τον κόσμο ούτε να τον εξηγήσει, αλλά να τον αναπλάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα για να φωτίσει την ανεπάρκειά του. Ο Κάφκα μάς οδήγησε μέχρι τα σύνορα της αλλοτρίωσης. Επιτέθηκε πολλές φορές αλλά δεν κατάφερε ποτέ να τα περάσει», θα γράψει ο Ροζέ Γκαρωντύ στη μελέτη του για τον Κάφκα «Για ένα ρεαλισμό χωρίς όρια». Η αλλοτρίωση, κατά την παραπάνω άποψη, είναι δυνατόν να  καλύπτει με το βάρος της (το απροσδιόριστο πάντοτε) κάθε κίνηση του ανθρώπου, ο οποίος, ακόμη κι όταν τη συνειδητοποιεί (πολύ περισσότερο όταν την αγνοεί), αδυνατεί να βρει τρόπο να την προσπελάσει;  

Όμως εδώ ακριβώς αφήνει το περιθώριο ο Κάφκα για μια διαφοροποίηση (όσο σπάνια και όσο δύσκολη κι αν είναι), η οποία δυνάμει καθίσταται όχημα εξελίξεων. Ο ταξιδιώτης μπορεί να αδυνατεί να αποτρέψει την εκτέλεση, όμως θα αρνηθεί να υποστηρίξει τον μηχανισμό σωφρονισμού. Είναι η προσωπική του αντίσταση σε κάτι που λογικά και ηθικά τον υπερβαίνει. Και η απροθυμία του αυτή θα πυροδοτήσει την πιο απρόσμενη εξέλιξη. Ο αξιωματικός θα απελευθερώσει τον κατάδικο και θα πάρει τη θέση του στο μηχάνημα/δήμιο. Ο θύτης θα μεταλλαχθεί αιφνιδίως σε θύμα κάτω από τα γρανάζια της φονικής μηχανής, τη λειτουργία της οποίας θα υπερασπισθεί με τον δικό του θάνατο, που ταυτοχρόνως θα σηματοδοτήσει και την καταστροφή της ίδιας, ως αποτέλεσμα κάποιας δυσλειτουργίας. Μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη μηχανή/αποθέωση της τεχνολογίας και στον άνθρωπο που ιδεολογικά ταγμένος στην υπεράσπισή της θα θανατωθεί από αυτήν, ωστόσο οικειοθελώς. Ένα πλέγμα σημείων προς εξέταση, ένα τέλειο λογοτεχνικό κατασκεύασμα της ιδιοφυούς σκέψης του συγγραφέα. Όχι, όλο αυτό δεν ερμηνεύεται μονοδιάστατα ως μια κραυγή κατά του ολοκληρωτισμού, όπως ενδεχομένως προβάλλεται ως επικρατούσα άποψη. Εμπεριέχει όλη τη φιλοσοφία του Κάφκα, αυτού του εμβληματικού πρωτοπόρου της ευρωπαϊκής σκέψης, που μπόρεσε στις ιστορίες του να δώσει τον απόλυτο ρεαλισμό μέσα από την παραδοξότητα. Μια αληθής περιγραφή της πραγματικότητας που βιώνουμε.

Κι εκεί που νομίζεις ότι έχουν όλα ειπωθεί, έρχεται το τέλος της ιστορίας για να προσθέσει αυτό το ελάχιστο βάρος που ολοκληρώνει το νόημα. Ο ταξιδιώτης θα αποχωρήσει από την αποικία μόνος απαγορεύοντας την έξοδο σε όποιον άλλον θα ήθελε να αποδράσει από αυτήν.

Μπορούσαν ακόμα να πηδήξουν στη βάρκα, αλλά ο ταξιδιώτης σήκωσε ένα βαρύ, γεμάτο κόμπους παλαμάρι, τους απείλησε και τους έκοψε τη φόρα.

Ο δρόμος διαφυγής είναι μόνον γι’ αυτούς που συνειδητοποιούν την ύπαρξη διεξόδου. Σαν μια πόρτα που είναι ανοιχτή μόνον για όποιον τη βλέπει ανοιχτή, για να θυμηθούμε πάλι τη «Δίκη» και την καθοριστική για την κατανόηση όλου του έργου του Κάφκα αλληγορία. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν υπάρχει άνοιγμα, δεν προβλέπεται έξοδος από τον περίκλειστο χώρο. Πράγματι, ο άνθρωπος οδηγήθηκε μέχρι τα όρια της αλλοτρίωσης και αφέθηκε εκεί αβοήθητος. Μόνος του θα πρέπει να αναζητήσει τη χαραμάδα που διασπά τη συνοχή του αδιαπέραστου τοίχου. Μια χαραμάδα που υπάρχει μόνον αν ο ίδιος την εφεύρει.

Με μια αφήγηση του Κάφκα δεν μπορείς να πεις ποτέ ότι τελείωσες. Σε κάθε νέα ανάγνωση θα ανακαλύπτεις μια άλλη παράμετρο, μια λεπτομέρεια που σου διέφυγε και που ίσως ανοίγει καινούργιο δρόμο προσέγγισης. Φυσικά αυτό είναι ίδιον των σπουδαίων συγγραφέων. Κι επειδή η σημαντική γραφή απαιτεί και μια ανάλογη παρουσίαση στο αναγνωστικό κοινό, θα πρέπει εδώ να γίνει μνεία και στη συγκεκριμένη έκδοση. Εκτός από το κείμενο του διηγήματος διαβάζουμε και το εξαιρετικό επίμετρο, με κείμενα και σχολιασμένες φωτογραφίες, το οποίο καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση στο βιβλίο από όση το ίδιο το διήγημα. Απολύτως κατανοητό. Όσο πιο προκλητική για τη σκέψη είναι μια λογοτεχνική πρόταση, τόσο η επεξεργασία της είναι  πολυσχιδής και πολυσήμαντη.

Διώνη Δημητριάδου

 (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό diastixo http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/6710-sti-sofronistiki-apoikia)
Κυτίο κρυφών ονείρων
του Γρηγόρη Σακαλή

εκδόσεις Ενδυμίων





[…]
και δεν γινόμαστε
ούτε καν αφήγημα
μέσα στη νεύρωση της ταχύτητας
που βασανίζει τους ζωντανούς


Μια πορεία προς το μηδέν αντιλαμβάνεται ο ποιητής, μέσα από την οποία δεν θα απομείνουν ούτε δυο λέξεις να θυμίζουν το πέρασμά μας. Και η συμπερίληψή του στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο προσδίδει στην ποίησή του την τραγικότητα της ενσυναίσθησης.

Δεν είναι πάντα στην προτίμηση του Γρηγόρη Σακαλή το εμείς του ποιητικού λόγου. Ακόμα κι αν δεχθούμε την εναλλαγή των προσώπων σαν ένα προκάλυμμα πίσω από το οποίο κρύβεται σχεδόν πάντα το ένα και μοναδικό πρόσωπο, πιο συχνά προτιμά να έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του -αλλά και αναπόφευκτα εκτεθειμένος- μέσα από ένα απροκάλυπτο εγώ. Προτιμώ αυτή την εκδοχή, γιατί χωρίς κανένα προσωπείο μένει ξεκάθαρο στην έκθεσή του το ποιητικό ζητούμενο. Και η αλήθεια είναι ότι οι στίχοι του Σακαλή επιχειρούν να μιλήσουν γι’ αυτήν την ποθητή ουσία, εσωτερική και προσωπική στην πρόθεσή της, ωστόσο συλλογική στην προέκτασή της. Έχει ενδιαφέρον αυτή η μετάλλαξη του ιδιωτικού σε κοινό, μέσα από τον προσωπικό λόγο που καταλήγει να μιλά για κοινά βιώματα. Ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός τρόπος για να προσεγγίσεις με βεβαιότητα την ποίηση  του άλλου. Λίγη σημασία έχει να αποδείξεις (με ποια επιχειρήματα άραγε;) τη βαθύτερη πρόθεση του ποιητή. Υποθέσεις μόνον μπορείς να αποπειραθείς για τα ίχνη προσωπικών τραυμάτων που ενσωματώνονται στους στίχους του. Ας το παραδεχθούμε. Τον εαυτό μας ανακαλύπτουμε, όταν διαβάζουμε την ξένη σκέψη. Και ίσως εκεί να εντοπίζεται η αξία του ποιητή. Να μπορεί να μιλήσει στον άγνωστο αναγνώστη του, που με την αθωότητα της προσέγγισης εισχωρεί σε ένα τοπίο προσωπικής ερμηνείας δικαιώνοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο του.

Ο Γρηγόρης Σακαλής χρησιμοποιεί ευθύβολο λόγο, ειλικρινή και απροσχημάτιστο. Ο στίχος του δεν περιπλέκει τα πράγματα περισσότερο από ό,τι η ίδια η ζωή που τον εμπνέει. Το παρακάτω ποίημα το τιτλοφορεί Μοίρα:

Ξύπνησα ένα πρωί ξαπλωμένος
στο πάτωμα
μέσα στα χαρτιά και τις μουτζούρες μου
ήταν χειμώνας και πάγωνα
άνθρωπο δεν είχα να μιλήσω
και τα ντουλάπια μου άδεια
αναρωτήθηκα αυτή είναι η μοίρα μου
νηστικός και μόνος
και είπα όχι
θ’ αλλάξω τη μοίρα μου
το κάνανε κι άλλοι
που ήτανε πιο δύσκολα από μένα
ας γράφω στο πάτωμα
ας κοιμάμαι με τα ρούχα
θ’ αρπάξω τη ζωή
και θα τη ζήσω.

Σ’ αυτούς τους στίχους, με μια ανάσα, χωρίς περιττά σημεία στίξης που θα σχολίαζαν τον λόγο επεμβαίνοντας ανάμεσα στον ποιητή και στον αναγνώστη, σαν να βιάζεται να μιλήσει και να ορίσει τη δική του πορεία, να πάρει τη μοίρα στα χέρια του και να χαράξει τη ζωή του. Βιάζεται, γιατί μπορεί να τον ξυπνήσει η ζωή από το ανθρώπινο όνειρο. Δεν του χρειάστηκαν πάνω από λίγες λέξεις για να δώσει όλη την εικόνα. Ο δοκιμασμένος αναγνώστης καταλαβαίνει και τοποθετώντας τον εαυτό του πλάι στον ποιητή -μέσα απολύτως στο ποίημα και όχι απέναντι για να το κρίνει σαν ξένο σώμα-  λέει πως συμφωνεί. Αυτό δεν είναι και λίγο για την ποίηση.

Στέκομαι σ’ ένα ποίημα που τολμά να προσδιορίσει την ευτυχία μιας αλλοτινής εποχής. Και μιλώ για τόλμη, γιατί αυτή μάλλον χρειάζεται για να περιγράψεις τα δεδομένα της ζωής σου κάποτε, όταν διαπιστώνεις πλέον την τραγικότητα της απουσίας τους. Περισσότερο με αγγίζει, γιατί μέσα στην απλή καθημερινότητα, που χτιζόταν με λιτά υλικά, βρίσκει χώρο και για το άπιαστο ονειρικό τοπίο, που ωστόσο τότε φάνταζε αναπόφευκτο:

Νοστάλγησα τις μέρες
που είχα ένα δωμάτιο
μ’ ένα κρεβάτι
δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι.
Ήμουν ευτυχής
χωρίς να το ξέρω.
Νοστάλγησα τον καιρό
που είχα ένα κορίτσι ζωηρό
σταμάταγε το χρόνο
μ’ ανάσταινε με τα φιλιά της
κορίτσι αιχμηρό.
Νοστάλγησα την εποχή
που δύο μπλου – τζην κρέμονταν στον τοίχο
πέντε βιβλία άνθιζαν στο ράφι
κι η επανάσταση φαίνονταν αναπόφευκτη.


Μαζεύοντας, λοιπόν, τα υλικά αυτής της ποίησης ανακαλύπτουμε τον στοχασμό που δεν χρησιμοποιεί βαριές εκφράσεις, εξεζητημένες, αλλά ξέρει να βρίσκει στόχο. Η μοναξιά, η νοσταλγία, η συνειδητοποίηση μιας ήττας (που περισσότερο σαν ήττα μιας γενιάς νοείται) αλλά και η διάθεση να συνεχίσει με τα λιγοστά μέσα που διαθέτει. Και βέβαια η ποίηση. Η ιαματική (έστω για λίγο) που έρχεται να δώσει τη συνέχεια του λόγου δίπλα σ’ αυτούς που προηγήθηκαν (Σαχτούρη, Καρούζο, Κατσαρό θα μνημονεύσει). Η δυνατή, η γνήσια ποιητική φωνή γνωρίζει τον δρόμο συνάντησης με όσους άξιους έχουν προπορευθεί. Η φυσική συνέχεια του ποιητικού λόγου. Και επιλέγοντας τους παραπάνω τρεις (ο καθένας για διαφορετικό λόγο σπουδαίος) ορίζει και τη δική του τοποθέτηση στα ποιητικά δρώμενα. Ο απλός στίχος περιεκτικός και σαφής, καταγγελτικός αλλά και μοναχικός (όπως αρμόζει) μακριά από ακαδημαϊκές διακρίσεις που έρχονται τάχα να καταξιώσουν αμφίβολης ποιότητας ποιητικές καταθέσεις. Μακριά από δημόσιες σχέσεις που μόνο κακό κάνουν στην αλήθεια της γραφής. Με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα απέναντι στον αναγνώστη/συνοδοιπόρο της ποίησης. Αυτή την εκδοχή της ποίησης θεωρώ ότι υπηρετεί ο Γρηγόρης Σακαλής. Και ο ποιητής που μέσα τους στίχους του άφησε μια χαραμάδα για να περάσει (έστω με κάποιο σκεπτικισμό) η επανάσταση, νομίζω δικαιούται να μιλά για ιδέες μεγάλες/οράματα ζωντανά/σχεδόν πραγματικά. Η ποίηση, άλλωστε, πάντοτε είναι οραματική. Ο Κατσαρός με την ευθύβολη καταγγελία στη φωνή του, ο Καρούζος με τις κρυφές του εκρήξεις/ρήξεις, αλλά και ο Σαχτούρης με τις πέραν της πραγματικότητας αληθινές οξύμωρες εικόνες του, αυτοί και άλλοι πολλοί αφήνουν ανοιχτό τον δρόμο για τους συνεχιστές. Για όσους, όπως εδώ ο ποιητής μας, νιώθουν κάποιες εκκρεμότητες μέσα τους επιτακτικές:

κάποιες εκκρεμότητες να κλείσω
να γράψω
ν’ αγαπήσω
να ζήσω


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Book tour http://www.booktourmagazine.com/news/kytio-kryfon-oneiron-toy-grigori-sakali-ekdoseis-endymion/)

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Μεσόγεια

Το χαμένο περιβόλι  της Αττικής

Ανθολόγιο

του Γιώργου Π. Ιατρού


Εκδόσεις ΑΩ




Πρόκειται για ένα ξεχωριστό ανθολόγιο, αφιερωμένο στα Μεσόγεια της Αττικής. Μια εξαιρετική δουλειά του Γιώργου Π. Ιατρού που παρουσιάζει ένα οδοιπορικό στη γη των Μεσογείων, με τις μαρτυρίες των περιηγητών, τη φωνή των λογοτεχνών, τις αναφορές της δημοσιογραφίας. Μια «τοιχογραφία» μνήμης από το παρελθόν μέχρι τις μέρες μας.

Ο Γιώργος Ιατρού είναι  μαθηματικός στο επάγγελμα, αλλά αγαπά πολύ τον τόπο του. Τόσο ώστε να αναπτύξει μια παράλληλη πολύ ενδιαφέρουσα συγγραφική δραστηριότητα για να τον τιμήσει. Το ανθολόγιο αυτό είναι στην ίδια γραμμή και τη φιλοσοφία με το «Σούνιο – Λαύριο – Κερατέα  Η τεθλασμένη της μνήμης» (2004). Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του: 

Επιδίωξή μου ήταν ο αναγνώστης σε μια διαδρομή μέσα στο χρόνο να ανακαλύψει πλήθος εικόνων του τόπου μας που αναζήτησα σε σπάνια δυσεύρετα κείμενα από παλιά ξεχασμένα και σύγχρονα βιβλία – περιοδικά – εφημερίδες. Ελπίζω να διακρίνεται από την ίδια ερωτική σχέση - έρως από το ες ρει αυτό που ρέει μέσα σου (Πλάτων, «Κρατύλος») για την λογοτεχνία και τον τόπο όπως και ο πρώτος τόμος.

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
Μεσόγεια της Αττικής... μια διαδρομή μέσα στο χρόνο, με όχημα την λογοτεχνία και 11 σταθμούς - κεφάλαια που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς τόπους.
Άξονές του είναι:
- η αρχαία εποχή στους δήμους της Νότιας Αττικής βασισμένη σε κείμενα σύγχρονων λογοτεχνών κι αρχαιολόγων
- οι εντυπώσεις των περιηγητών 18ου-19ου αιώνα κυρίως
- τα γεγονότα διαφόρων ιστορικών περιόδων που σημάδεψαν την τοπική κοινωνία
- η λογοτεχνική προσέγγιση της λαογραφίας του τόπου
- η αναφορά σε σημαντικούς ανθρώπους που κατάγονται ή σχετίζονται με τα Μεσόγεια
- τα τοπόσημα, η περιγραφή, η υμνογραφία της φύσης και οι προσπάθειες προστασίας της

Δομικά χωρίζει ο συγγραφέας – ανθολόγος το βιβλίο σε έντεκα ενότητες: Παλλήνη, Σπάτα, Παιανία, Κορωπί, Μαρκόπουλο, Κουβαράς, Καλύβια,  Κερατέα. Συμπεριλαμβάνονται και οι περιοχές Βραυρώνα, Πόρτο Ράφτη, Ανάβυσσος- Παλαιά Φώκαια- Σαρωνίδα, οι οποίες μπορεί να μην ανήκουν  γεωγραφικά στα Μεσόγεια αλλά, όπως διευκρινίζει ο ανθολόγος «κοινωνικά και πολιτιστικά όμως ανήκουν σ’ αυτό το χώρο λόγω της άμεσης σχέσης με τους κατοίκους Μαρκοπούλου, Καλυβίων, Κερατέας». Μια ανοιχτή ματιά στον γεωγραφικό ορισμό, καθώς το βάρος πέφτει στην ανθρώπινη παρουσία και στις σχέσεις που δημιουργούνται.

Ανθολογούνται πολλοί: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οδυσσέας Ελύτης, Κωστής Παλαμάς, Μαξίμ Ρεϊμπώ, Βασίλης Ρώτας, Γιάσπερ Σβένμπρο, Ηλίας Βενέζης, Κώστας Βάρναλης, Άρης Φακίνος, Γιώργος Σουρής, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ελένη Γκίκα, Μαριάννα Κορομηλά, Γιάννης Ξανθούλης, Γιώργος Χρονάς, Ζακ Λακαριέρ, Έντμουντ Άμπου, Βασίλης Ρώτας, Εβλιά Τσελεμπή και πολλοί άλλοι. Μια τοιχογραφία εντυπώσεων, σκέψεων, εικόνων που μας προσκαλούν με την πολυσημία τους να γνωρίσουμε τα Μεσόγεια.



Δείτε εδώ δύο αποσπάσματα από τα ανθολογημένα στο βιβλίο:

Και πρώτα μια παπαδιαμαντική εκδοχή ετυμολόγησης του Γέρακα, δημοσιευμένη στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 16 Αυγούστου 1886:

[…]Εφθάσαμεν τέλος εις Γέρακα, τον σταθμό του σιδηροδρόμου Λαυρείου, σύνεγγυς του ομώνυμου μετοχίου της Πεντέλης. Το όνομα δεν ετυμολογείται παρά το Ιέραξ, ως ηδύνατό τις να υποθέση. Εν μέσω των γηραιών εκείνων κορμών, εν μέσω των γιγαντιαίων εκείνων ελαιοδέντρων, η ηχώ αντηχεί ακόμα: Γέρακα! Γέρακα! και η εγχώριος παράδοσις προσεπιμαρτυρεί ότι αρχαίος μοναχός της γεραράς μονής Πεντέλης, αφού είχεν εγκεντρίσει τις οίδε πόσας μυριάδας αγριελαιών, απηύδησε πλέον και ανέκραξε: Γέρακα! Γέρακα! ως προφέρεται κατ’ επιχώριον ιδιωτισμόν το εγήρασα.
(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)


Και από την  Μαριάννα Κορομηλά («Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα»):

[…]Στο Κορωπί, τότε, δεν υπήρχε ούτε κτηνίατρος ούτε γεωπόνος. Το μεγαλοχώρι των Μεσογείων, 24 χιλιόμετρα από την Αθήνα, ζούσε ακόμη στον περασμένο αιώνα. Το κάθε σπιτικό είχε τη σούστα με το γαϊδουράκι στη μεγάλη αυλή με την «πορτάρα» κι όλη η οικογένεια περνούσε την ημέρα της στο «χαγιάτι», ένα μεγάλο ισόγειο υπόστεγο, δίπλα στα συνεχόμενα δωμάτια του σπιτιού, κοντά στο φούρνο και στο πατητήρι. Οι άντρες έβγαιναν με τις γυναίκες τους στην πλατεία μια φορά το χρόνο, της Αναλήψεως, που γιόρταζε το χωριό.
(Μαριάννα Κορομηλά)

Τα κείμενα συνοδεύουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Γιώργου Βασιλακόπουλου, οι οποίες με τη λιτή τους αισθητική υπογραμμίζουν με τον καλύτερο τρόπο το μεσογείτικο τοπίο και τον χαρακτήρα των ανθρώπων που το έχουν για γενέθλιο τόπο.
Ο συγγραφέας στον πρόλογο (Αντί Προλόγου, όπως το λέει) θα θυμηθεί τον Μπόρχες και τον τρόπο που εκείνος μιλάει για τον δικό του αγαπημένο τόπο, το Μπουένος Άιρες, γιατί όλοι οι τόποι ίδιοι είναι στα μάτια όσων τους αγαπούν.  

Διώνη Δημητριάδου





Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

από τη συλλογή

«Η απόλαυση της σκιάς»

της Μαρίας Ρασσιά

εκδόσεις Κέδρος

ένα ερμηνευτικό σχόλιο στη νουβέλα «Ο ξένος»




ένας Ξένος ανάμεσά μας

Ίσως δεν είθισται να σχολιάζεται ένα μόνον τμήμα ενός συνόλου, εν προκειμένω μόνον ένα διήγημα (μία νουβέλα καλύτερα) μέσα από μια συλλογή διηγημάτων. Η αποκοπή του «Ξένου» από το σύνολο, στο οποίο η συγγραφέας τον τοποθέτησε,  δεν σημαίνει έλλειψη ενδιαφέροντος για τα υπόλοιπα κείμενα. Με μια άλλη οπτική θα μπορούσε να είναι ο σηματοδότης για τη συνολική εκτίμηση του έργου της Μαρίας Ρασσιά. Ένας οδοδείκτης για τον τρόπο που γράφει και δημιουργεί, που πορεύεται στο λογοτεχνικό τοπίο.

[…]Ένα σμήνος πουλιών πέρασε έξω. Οι σκιές τους πέταγαν στον άσπρο τοίχο πάνω από το κεφάλι του πατέρα. Έσκυψα πάνω του. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του. Η ησυχία μέσα του με τάραξε. Έμεινα εκεί. Σκυμμένος. Ο πατέρας είχε φύγει.

Από το σημείο αυτό ξεκινά στην ουσία η ιστορία του «Ξένου». Μια ιστορία που παραπέμπει στον άλλο «Ξένο» της λογοτεχνίας.

Aujourd'hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas. (L'Étranger, Albert Camus)
Σήμερα πέθανε η μαμά. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω. (Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ)

Οι συνειρμοί στη λογοτεχνία είναι αναπόφευκτοι, καθώς ο αναγνώστης έχει το δικό του κειμενικό φορτίο, συχνά τις δικές του εμμονές. Ωστόσο, και ο τίτλος εδώ σε προκαλεί να ανακαλέσεις στη μνήμη το εμβληματικό μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ.

Ο ήρωας της Μαρίας Ρασσιά, μόλις αντιλαμβάνεται τον θάνατο του πατέρα του, κλείνει το καλοριφέρ, παίρνει την ομπρέλα του και βγαίνει στον δρόμο. Μπορεί για τον πατέρα του να ήταν η τελευταία μέρα στον κόσμο, για τον ίδιο όμως είναι η πρώτη μέρα στη νέα του δουλειά. Θα φροντίσει για όλα επιστρέφοντας. Μόνο που η επιστροφή του θα αργήσει μερικές μέρες, καθώς ένα ξαφνικό ταξίδι στην επαρχία έχει και αυτό προτεραιότητα. Ένας ξένος ανάμεσα σε ξένους. Άγνωστος στους συναδέλφους του, όπως ήταν άγνωστος από παιδί ανάμεσα στους συμμαθητές του, των οποίων τα ονόματα αρνιόταν υποσυνείδητα να θυμηθεί. Κυκλοφορεί σαν σκιά του εαυτού του. Μια σκιά όμως αποτελεί το αποτύπωμα του προσώπου πάνω στα πράγματα, στους άλλους, στον κόσμο. Οι άλλοι τον βλέπουν, τον πλησιάζουν. Ο ίδιος ποια εικόνα των άλλων αποκομίζει; Πώς τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σ’ αυτήν; Τον βλέπουμε να παρακολουθεί μια ξένη κηδεία.


Μαύρες σκιές κάθονταν σε όλα τα στασίδια ενώ ένα μαύρο φέρετρο γυάλιζε κάτω από έναν λιτό πολυέλαιο. Άναψα κερί κάθισα. Τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες κάθονταν στο πλάι. Η μία φορούσε μαντίλι στο κεφάλι.
Ξαφνικά ένας λυγμός ανέβηκε από το στήθος μου και στάθηκε στο λαιμό μου. Μια στρουμπουλή κυρία δίπλα ακούμπησε το χέρι μου. «Κουράγιο, αγόρι μου. Τι σου ήταν;»
«Πατέρας μου».

Η τοποθέτησή του στον ξένο ρόλο, άλλη μια εκδοχή της αποξένωσης, μια άρνηση (ή μια αδυναμία;) ένταξης στην καλά φυλαγμένη, την καθορισμένη γι’ αυτόν θέση στον κόσμο. Κι έπειτα η εξοικείωση με τους άγνωστους, το ηλικιωμένο ζευγάρι του επαρχιακού μίνι – μάρκετ. Κι εδώ, όμως, οι άλλοι του ανοίγονται, όχι ο ίδιος. Ο λόγος τους, η θαλπωρή της οικογένειας, καθυστερούν ακόμα λίγο την ώρα της επιστροφής. Είναι και η Λίμνη των Ευχών, αυτός ο τόπος της μνήμης, της ανάκλησης των νεκρών. Είναι εκεί που θέλει να πάει, σε μια προσωπική εκδοχή της κηδείας που χρωστάει στον πατέρα του.

Τίποτα δεν κουνιόταν, όμως ένα απαλό αεράκι πηγαινοερχόταν σαν παιχνίδι: εδώ θα σηκωθεί ένα φύλλο, εκεί θα σηκωθεί, πού τελικά θα σηκωθεί; Υπήρχαν πολλοί κορμοί δέντρων πεσμένοι. Όμως ήταν υγροί, φαίνονταν ζωντανοί απ’ το χρώμα τους· σίγουρα, αν τους έξυνα, θα έβγαζαν τον δικό τους χυμό. Κάθισα σ’ έναν, αφού έλεγξα τριγύρω. Κρατούσα σφικτά το λουλούδι. Η υγρασία με διαπερνούσε. Είχα παγώσει, όπως και ο πατέρας· μόνος του στο σπίτι.

Ο Αλμπέρ Καμύ, εισηγητής του παραλόγου στη λογοτεχνία, έχει αναλύσει στο έργο του (λογοτεχνικό, δοκιμιακό, θεατρικό) τη συνειδητή αυτή απομόνωση του ατόμου μέσα σ’ έναν κόσμο που του αρνείται την οποιαδήποτε λογική ερμηνεία. Ο άνθρωπος ρωτά, όμως εισπράττει από παντού σιωπή. Καμία ανθρώπινη δύναμη, ακόμα και αυτή η πανίσχυρη Απορία δεν εκμαιεύει ούτε μια λέξη από τη συμπαντική αλαλία. Και τότε ο άνθρωπος, μόνος και ξένος απέναντι σε  όλα, δίνει τις δικές του απαντήσεις χαράζοντας έτσι την προσωπική του τραγική πορεία. Η εναργής συνείδησή του τον προστατεύει από την κατάρρευση, νιώθοντας ότι περιγελά την εκκωφαντική σιγή  με τη δική του εκδοχή. Δηλώνει ότι κατανόησε το παιχνίδι του σύμπαντος, την παγίδα της μοναδικής αλήθειας, και επιλέγει τη σωτηρία μέσω της προσωπικής ερμηνείας. Ο Ξένος της Μαρίας Ρασσιά κινητοποιεί τη σκέψη του αναγνώστη προς αυτή την κατεύθυνση. Και ο τίτλος της νουβέλας ευφυώς μας παρασύρει. Ο Ξένος της δεν είναι μόνο η αποξενωμένη φιγούρα. Είναι πάνω απ’ όλα ο Ξενοφώντας:

«Ξένος;» με ρώτησε η γριά.
«Διπλά», είπα.
Η γριά γέλασε.
«Ξενοφώντας ή Ξενοκράτης;» με ρώτησε.
«Ξενοφώντας».

Μέσα από αυτό  το παιχνίδι των λέξεων ο Ξένος μπορεί να διεκδικήσει -με την άδεια τη λογοτεχνική- μια παρουσία συνειδητή. Επιστρέφοντας στο σπίτι θα τακτοποιήσει τα πάντα. Και θα αρχίσει να εννοεί τον κόσμο γύρω του με ζωντανές τις αισθήσεις του.
Ο «Ξένος» της Μαρίας Ρασσιά, ένα κείμενο ιδιαίτερης αξίας, και ως προς την ιδέα αλλά και ως προς την τεχνική, που θα μπορούσε και από μόνο του να μας συστηθεί εκδοτικά, ως παρουσία πλήρης νοήματος.

Διώνη Δημητριάδου


Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Μνήμη Ε.Χ. Γονατά




Να θυμηθούμε τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, με το παράδοξο πίσω από τις ιστορίες του. Έναν καλλιτέχνη της γραφής Αλλά και τις εκδόσεις Στιγμή του Αιμίλιου Καλιακάτσου, του άλλου καλλιτέχνη. Αποδεικνύουν και οι δύο ότι η γραφή δεν χρειάζεται πολλά για να συγκινήσει (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης), να πάρει μαζί της σε κίνηση τον αναγνώστη. Αλλά ταυτόχρονα  ζητά και την αισθητική, την Τέχνη (όχι μόνο την τεχνική) από τη μεριά του εκδότη. Διαβάζεις και αγγίζεις τη σελίδα, τη σχεδόν ανάγλυφη. Νιώθεις την αγάπη για το βιβλίο.

Ένα απόσπασμα από τον «Ταξιδιώτη» του Ε.Χ.Γονατά, εκδόσεις Στιγμή, Δεκέμβριος 1984 (ο εκδότης εκτός από τον αριθμό των αντιτύπων εντός εμπορίου τύπωνε και λίγα αριθμημένα για αυτούς που έβλεπαν το βιβλίο με τη συλλεκτική του αξία)

[…]
    Είχε την εντύπωση πως βρισκόταν μέσα σε μία σαραβαλιασμένη βάρκα κι ένας κωπηλάτης πλάι του, που δεν μπορούσε να τον δει και που μασούλαγε αδιάκοπα μούσμουλα -η ξυνή και λίγο σάπια μυρουδιά τους τον χτυπούσε στα ρουθούνια- τραβούσε τα κουπιά που σκίζανε βαριά τα πηχτά νερά. Από τις τρύπες που άνοιγαν, ανεβαίναν για μια στιγμή οι στεναγμοί των πνιγμένων και τους καλούσαν. Μα ο κωπηλάτης, βουβός κι ατάραχος, τραβούσε γερά τα κουπιά, παρασέρνοντας τη βάρκα ολοένα μακρύτερα.
   Προτού τον κυριέψει ολότελα η ναυτία, έβαλε όση δύναμη του απόμενε, κατάφερε να ξεσταυρώσει τα χέρια και σηκώνοντας από χάμω το καπάκι, το τράβηξε μ’ ορμή πάνω στην κάσα. Το καρφωμένο μαχαίρι ταλαντεύτηκε, γράφοντας με τη λαβή του άσπρες τροχιές στον αέρα. Στο ελάχιστο διάστημα που χρειάστηκε για να σφαλίσει το καπάκι, πρόλαβε να δει ξανά, για τελευταία φορά, την αδειανή κάμαρά του με τους κατακόκκινους βαμμένους τοίχους· είδε τα παράθυρά της ν’ ανοίγουνε διάπλατα και τον άνεμο να χιμάει και να σβήνει τη φλόγα του καταραμένου κεριού.

   Ο κωπηλάτης συνέχισε να τραβάει, αμίλητος πλάι του -μασώντας πάντα τα σαπισμένα του μούσμουλα- ολοένα και πιο γλήγορα τα κουπιά και να οδηγεί τη βάρκα που έτριζε, μέσα από σκοτεινά, ατελείωτα, δίχως όχτες κανάλια.