Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Ο φόνος είναι χρήμα Πέτρος Μάρκαρης εκδόσεις Κείμενα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Ο φόνος είναι χρήμα
Πέτρος Μάρκαρης
εκδόσεις Κείμενα
 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal




ένα καθαρά πολιτικό βιβλίο

Σήμερα οι φτωχοί πρέπει να ξεσηκωθούν μόνοι τους, αν θέλουν να δουν άσπρη μέρα. Δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από κάποιο κίνημα, πρέπει να γίνουν μόνοι τους ένα κίνημα. Όλα τα άλλα είναι νοσταλγικές και δακρύβρεχτες ιστορίες από το παρελθόν. Και εγώ, ο Λάμπρος Ζήσης, έπρεπε να μετακομίσω από την ιδεολογία του μαρξισμού-λενινισμού στην ιδεολογία της φτώχειας. Τα υπόλοιπα είναι κινήματα των βολεμένων. (σ.14)

Ο Λάμπρος Ζήσης, που μιλάει εδώ, γνώριμη φιγούρα στους αναγνώστες του Μάρκαρη, αποτελεί την αντίστιξη στην προσωπικότητα του αστυνόμου Χαρίτου, μόνιμου πρωταγωνιστή στις αστυνομικές ιστορίες του συγγραφέα. Ο παλαιός αριστερός, με διώξεις και ιστορία στο κίνημα, παροπλισμένος πλέον αλλά ιδεολογικά ταγμένος στα πιστεύω του, αποτελεί πάντοτε τον λυτρωτικό αντίλογο στη λογική του κρατικού μηχανισμού, που φυσικό είναι σε μια αστυνομική ιστορία να προβάλλει στο θεματικό της κέντρο. Η αλήθεια είναι πως ο Μάρκαρης επινόησε τον βασικό ήρωά του, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο,με μια ευαισθησία πρωτόγνωρη  σε όλους όσοι μέσα στη συνείδησή μας είχαμε (ως απότοκο των πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες μεγαλώσαμε και ενηλικιωθήκαμε ιδεολογικά) την αστυνομική φιγούρα (τον «μπάτσο») ως απολύτως αρνητική και φορτισμένη με αισθήματα αποστροφής. Γι’ αυτό και δεν μας ξενίζει η προσέγγιση, όχι απλώς φιλική αλλά σχεδόν αδελφική, των δύο ανδρών, που κάτω από άλλες συνθήκες θα είχαν το λιγότερο εχθρικά (κι ας ήταν μη εκδηλωμένα) αισθήματα ο ένας για τον άλλο. Δικαιολογημένη η προκατάληψη, δουλεμένη στη συνείδηση από γενιά σε γενιά. Κι όμως, ο Μάρκαρης βρήκε τον τρόπο να την υπερβεί. Ίσως η γραφή του δεν συνιστά και μια ταυτόχρονη αλλαγή στάσης (τουλάχιστον στους περισσότερους από εμάς) απέναντι σε εξουσιαστικούς μηχανισμούς, όμως, κατορθώνει να διατηρεί επί τόσα χρόνια το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον αμείωτο, εξοικειώνοντάς μας με τον συμπαθή κατά γενική ομολογία ήρωά του. Ταυτόχρονα στα μυθιστορήματά του μπόρεσε να αποδώσει την κοινωνική κατάσταση γύρω από τους ήρωες, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν την ελληνική πραγματικότητα με αληθοφάνεια αλλά και με μια διάθεση ανάλυσής της στα πλαίσια πάντα μιας λογοτεχνίας που όλο και περισσότερο πλησιάζει το κοινωνικό (στα πλαίσια του polar) και όχι μόνο το αποκλειστικά αστυνομικό μυθιστόρημα. Για όποιον παρακολουθεί τη γραφή του Μάρκαρη ήταν αναμενόμενη η ιδεολογική στροφή του Ζήση, έτσι δοσμένη με πολλή προσοχή, ώστε να μην αποστασιοποιηθεί εντελώς από την ιδεολογία του, άρρηκτα δεμένη μαζί του και στερεωμένη στη συνείδησή  του με πολύχρονους προσωπικούς αγώνες. Ο Ζήσης θα εκτιμήσει σωστά τις συγκεκριμένες συνθήκες, από τη μια  τον κοινωνικό αποκλεισμό μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, και από την άλλη την πολιτική ανευθυνότητα και αναποτελεσματικότητα στη λύση των ζωτικών προβλημάτων. Και πιστός στη θέση ότι είναι αναγκαία η ανάληψη προσωπικής ευθύνης για όσα συντελούνται, θα επιχειρήσει να οργανώσει ένα κίνημα σε λαϊκή βάση, ακηδεμόνευτο από πολιτικά κόμματα, με τη δυναμική που μόνον τα αυθεντικά λαϊκά κινήματα μπορούν να έχουν: το κίνημα των φτωχών, που φιλοδοξεί να συμπεριλάβει τους άνεργους, τους άστεγους, τους μικροαστούς και μεσοαστούς, τους ντόπιους και τους μετανάστες.
Έτσι, για πρώτη φορά στα μυθιστορήματα του Μάρκαρη, οι κεντρικοί ήρωες θα είναι δύο, στους οποίους θα προσδώσει φωνή με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καθώς σε εναλλαγή θα παρουσιάζει δύο φαινομενικά διαφορετικές, παράλληλες ιστορίες. Στην πορεία, και όπως κομμάτι κομμάτι θα αναφαίνονται τα νέα στοιχεία για τις τρεις δολοφονίες που θα κληθεί να εξιχνιάσει ο Χαρίτος,  θα αποκαλυφθεί η σχέση μεταξύ τους.
Στην προσφιλή του θεματική των τελευταίων χρόνων, ο Μάρκαρης θα εστιάσει πάλι στο τοπίο που ακολούθησε το υποθετικό τέλος της οικονομικής και συνακόλουθα κοινωνικής κρίσης. Σε μια εποχή επενδύσεων από ξένους φορείς, δύο δολοφονίες επενδυτών (ενός Σαουδάραβα και ενός Κινέζου) θα συνταράξουν την ελληνική πραγματικότητα. Θα ακολουθήσει η δολοφονία ενός αρθρογράφου που σχολίασε τα γεγονότα. Όλα θα λυθούν, όταν γίνει ο συσχετισμός των δυο παράλληλων αφηγήσεων (του Ζήση και του Χαρίτου), όταν θα αποδειχθεί πως τα πράγματα ποτέ δεν είναι όπως φαίνονται.
Το νέο μυθιστόρημα του Μάρκαρη δεν ξαφνιάζει τον πιστό αναγνώστη του συγγραφέα. Τα πρόσωπα οικεία, σκιαγραφούν από τη μια το περιβάλλον του Χαρίτου στον χώρο της δουλειάς του στην αστυνομική διεύθυνση, από την άλλη το περιβάλλον της οικογένειάς του. Οι δύο αυτοί χώροι εναλλάσσονται προσφέροντας την ένταση της πλοκής ή τη χαλάρωση αναλόγως. Η σοφή μέσα στην απλότητά της Αδριανή, η γυναίκα του αστυνόμου, πάλι θα ανοίξει ένα διαφορετικό παράθυρο στα σκοτεινά τοπία που τον απασχολούν. Το οικογενειακό του καταφύγιο για μια ακόμη φορά σωτήρια λέμβος. Το Λεξικό του Δημητράκου, το αγαπημένο ανάγνωσμα του Χαρίτου, πάντα πρόσφορο σε ερμηνείες των λέξεων, κι ας παραδέχεται ο χρήστης του ότι δεν μπορεί πια να παρακολουθεί τη διαρκώς εξελισσόμενη εποχή που παρασύρει και τη χρήση των λέξεων ή την αλλαγή του νοήματός τους.

Α, ρε Δημητράκο, ζούσες σε έναν κόσμο που θεωρούσε επένδυση το ασήμι στα εικονίσματα και τα πλακάκια της κουζίνας. Αν ζούσες σήμερα, θα χρειαζόσουν φροντιστήριο για να καταλάβεις τι σημαίνει επένδυση. (σ.165)


Γνωστά τα μοτίβα. Για να ξεχωρίσουμε επομένως τη νέα ιστορία του Μάρκαρη, θα πρέπει να στραφούμε στο ιδεολογικό πλαίσιο πίσω από την πλοκή. Μέσα από τη στροφή του Ζήση σε άλλον ορίζοντα, πιο προσγειωμένο, αν και λιγότερο ιδεολογικά στιβαρό, αναγνωρίζουμε ένα από τα βασικότερα θέματα σύγχρονου προβληματισμού. Ποιο είναι το μέλλον της αριστεράς αλλά και ποιο το στήριγμα όσων νιώθουν να καταρρέει το πολιτικό τουλάχιστον πλαίσιο της θεσμοθετημένης μορφής της, αφήνοντας μετέωρο τον ιδεολογικό τους κόσμο; Πώς να καταργηθεί, κάτω από νέες συνθήκες ζωής,  η συνειδητή πίστη στα οργανωμένα άνωθεν σχήματα που καθορίζουν την πολιτική πράξη και τη συμμετοχή στα δρώμενα;

Μιλάει και τα λόγια του είναι μια σκούπα. Σκουπίζει ολόκληρη τη ζωή μου. όλους τους αγώνες και τις θυσίες , που τις πλήρωσα με ατ καλύτερά μου χρόνια: τα βασανιστήρια, τους διωγμούς, τις εξορίες […] Α, σε Λένιν, λέω μέσα μου. κατέλαβες τα χειμερινά ανάκτορα και νόμισες ότι θα καταργούσες τη φτώχεια. Την πάτησες κι εσύ κι εμείς, οι κληρονόμοι σου. (σ.36)

Ακόμα και το τέλος της ιστορίας θα πρέπει να θεωρηθεί μια συγγραφική πολιτική παρέμβαση, με το ψήγμα αισιοδοξίας που αφήνει να διαφανεί. Ο Μάρκαρης έχει γράψει το πιο πολιτικό του βιβλίο, το πιο οδυνηρό στην αλήθεια του, όπως ανακύπτει άλλοτε φανερά και άλλοτε υποκρυπτόμενη πίσω από την αστυνομική πλοκή, η οποία πλέον αποδεικνύεται το προκάλυμμα για μια ιστορία κυρίως πολιτικού προβληματισμού. Στις εκδόσεις Κείμενα, που επαναλειτουργούν και εισέρχονται με ιδιαίτερη δυναμική στο εκδοτικό τοπίο.

Διώνη Δημητριάδου



Αυτιστικός Θεός Δημήτρης Μαύρος εκδόσεις Gutenberg η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Αυτιστικός Θεός
Δημήτρης Μαύρος
εκδόσεις Gutenberg
 η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr



Ο νέος ποιητής Δημήτρης Μαύρος αφιερώνει το εκτενές (μα και πολύμορφο) ποίημά του στον δάσκαλό του που τον μύησε στα τοπία της ποίησης παραλλάσσοντας τα λόγια του Δάντη από το Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας: Του Δημήτρη Αρμάου Il miglior uomo del parlar materno, καλώντας τον καλύτερο άνδρα της μητρικής γλώσσας. Και είναι αυτός ο πρώτος ιδεασμός για τον αναγνώστη του πως εδώ θα συναντήσει πριν απ’ όλα τη μαγεία (ή το παιχνίδι) της γλώσσας, με την πλαστικότητα και την πολυσημία της. Ωστόσο, πιστός στα χνάρια του δασκάλου του, κάθε φορά στοχεύει τη μία σημασία της κάθε λέξης, που την καθιστά ικανή να ανοίξει την εικόνα – μία κι αυτή, αν θέλουμε να εισχωρήσουμε στον κόσμο του ποιητή με οδηγό τη γλώσσα που κατέχει τον κύριο ρόλο. Αν η αναγνωστική πρόσληψη (πολυποίκιλη φυσικά) συμπέσει με το μοναδικό εννοιολογικό περιεχόμενο που προσδίδει στις λέξεις του ο ποιητής, τότε  η μέθεξη έχει συντελεστεί.
Θεωρώ πως το πρώτο που αξίζει να σχολιαστεί σχετικά με τον Αυτιστικό Θεό, πριν ακόμα και από τον τίτλο, είναι η σπάνια επιλογή (κυρίως για πρώτη ποιητική παρουσία) της θεματικής συνοχής των ποιημάτων – στην ουσία πρόκειται για ένα συνθετικό ποίημα χωρισμένο σε πέντε μέρη, με εμβόλιμα σχόλια της κάθε ενότητας. Δηλωτικό αυτό του τρόπου με τον οποίο ο Μαύρος αντιμετωπίζει την ποίηση. Μια ποιητική συλλογή δεν μπορεί να είναι μια σύναξη ανόμοιων θεματικά (συχνά και υφολογικά) στιχουργημάτων. Είναι ένα σώμα ενιαίο, με τα μέλη του σε οργανική σύνδεση μεταξύ τους· και όταν η σύνδεση αυτή καταργείται, τότε το σώμα διαλύεται.
Ο ποιητής παρουσιάζεται με τρεις μορφές, καθώς διατηρεί εκτός από την πρόδηλη ποιητική, κι εκείνη του μεταφραστή (ή καλύτερα του μεταγραφέα) και αυτή του σχολιαστή· έτσι προμηνύει το παιχνίδι της γραφής, καθόσον διασπάται στα τρία, προκειμένου να στήσει το σκηνικό του ποιήματος κατά τον ιδιάζοντα τρόπο του. Αρχικά είναι ο Αδάμ του ποιήματος (και συγγραφέας του επινοημένου κειμένου) ως αφηγητής που εκθέτει τον μονόλογό του μέσα στην απέραντη μοναξιά που τον έχει καταδικάσει  η προκαθορισμένη μοίρα του. Ένα κείμενο, όπως διαβάζουμε στον Πρόλογο, αυτιστικό που αναγνωρίζει τον ρόλο του και τον υμνεί. Αυτός ο Αδάμ (στην ουσία ταυτισμένος με έναν αυτιστικό θεό μέσα στη μοναχική του παντοδυναμία) που πολύ απέχει από την αρχετυπική περσόνα της θεολογικής ερμηνείας του κόσμου, θα μπορούσε να είναι ένας άνδρας σημερινός με συγκεχυμένα τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Αλλά, ακόμα κι αν μείνουμε στα θεολογικά πλαίσια, προκύπτει μια ανάλογη ερμηνεία του ποιητικού ευρήματος. Μόνο που τότε ο αυτισμός αφορά το ίδιο το θεϊκό υποκείμενο, απόμακρο, αυτοαναφορικό και εν τέλει απόν από τον κόσμο τον οποίο δημιούργησε – ικανή συνθήκη για να θεωρηθεί αυτός ο κόσμος χωρίς κανένα νόημα. Ας έχουμε, ωστόσο, υπ’ όψη ότι το ποίημα του Μαύρου δεν έχει στην πραγματικότητα θεολογικό περιεχόμενο, δεν αγγίζει  τα θεϊκά πράγματα παρά μόνον τα ανθρώπινα.
 Κατόπιν είναι ο Mεταγραφέας του  κειμένου του Αδάμ, ο οποίος δεν μεταφράζει απλώς αλλά μεταποιεί κατά το δοκούν το αρχικό κείμενο, σε σημείο που να δημιουργείται τεχνηέντως από τον ποιητή η αίσθηση της αμφίβολης αυθεντικότητας. Ενδιαφέρον εδώ το σχόλιο που προκύπτει στον προσεκτικό αναγνώστη για την πιστότητα της γραφής γενικά, για την κληρονομούμενη παράδοση, για τα όρια της μεταφραστικής αυθαιρεσίας. Και ακόμη πιο ενδιαφέρον να βλέπουμε σε έναν νέο ποιητή τη σύνδεση ανάμεσα στο προκείμενο που είναι η ποίησή του και στο διαχρονικό που υπαινικτικά παρουσιάζεται. Τέλος είναι ο Σχολιαστής που αναλαμβάνει να δώσει διευκρινίσεις –πάντα με τον δικό του προσωπικό ερμηνευτικό τρόπο– άλλοτε διαφωτίζοντας και άλλοτε σκοπίμως συσκοτίζοντας το ποιητικό τοπίο.

Προσωπικά, κάθε μέρα που ξυπνάω, ανάλογα με τα κέφια μου, διαλέγω και μία παρανάγνωση. (Σχολιασμός ΙΙ)

Όλα όμως είναι μέσα στο ποίημα, δεν υπάρχει τίποτα έξω από αυτό, δεν υπάρχει ο «παντογνώστης» αφηγητής/σχολιαστής. Ένα παιχνίδι της γραφής από τον ποιητή που δίνοντας φωνή στον Αδάμ και την Εύα του (μάνα και Εύα μαζί) κατορθώνει να μιλήσει για τον άνθρωπο διαχρονικά, για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, τη βίωση της απώλειας, τη δημιουργία της γραφής, πρωτίστως τη γλώσσα.

Ο Αδάμ προδιέγραψε τη ζωή του ώστε να την καταστήσει παρελθόν. Με αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα διέρρηξε την ζωή – εννοώντας ότι έλαβε την απαραίτητη απόσταση και βρήκε τις λέξεις. (Σχολιασμός ΙΙ)

Με ειρωνικό κατά τόπους και αυτοσαρκαστικό τρόπο, ο Δημήτρης Μαύρος ανατέμνει το ποιητικό τοπίο, αν όχι με ευστοχία τουλάχιστον με ξεκάθαρη διάθεση να δημιουργήσει ανατρεπόμενους χώρους· καθόλου μικρό πράγμα, καθώς  τέτοιες κινήσεις επιτρέπονται (ή και επιβάλλονται υπό μίαν έννοια) σε δόκιμους δημιουργούς. Εδώ σ’ αυτή την πρώτη του ποιητική κατάθεση διακρίνεται όχι τόσο μια ωριμότητα και ένα καταστάλαγμα, που δεν θα ήταν άλλωστε εύκολο να δικαιολογηθεί, αλλά μια προσπάθεια να ανασηκωθεί το προσωπείο σοβαρότητας της ποίησης για να αποκαλυφθεί η κενότητα που συχνά υποκρύπτεται. Είναι εμφανής η τοποθέτηση του ποιητή (μέσω του ποιητικού υποκειμένου) μέσα στον κόσμο με την υποψία του φορτίου της ήττας που αναπόφευκτα φέρει στους ώμους του. Από αυτό το σημείο πηγάζει η ικανότητα (και το δικαίωμα ίσως) ενός λόγου οιονεί προφητικού.


…προς ένα νενικήμεθα, προς μια σειρά ματ[αι]ωμένες κατανύξεις, στο κυνήγι ενός thesaurus κι η υπεροψία με τραβά στον πυθμένα, [ποιον; εμένα!] και το βένθος με κοιτά γεμάτο μάτια, ποιο πένθος, το πένθος θέλει μνήμη […] σιβυλλαίνω τε και πρόφημι, καλούμαι να κατευναστώ με την καταστροφή μου, <αίσθημα ευκολότερο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, απ’ την αναμονή>, να παρατήσω και τις τρεις διαστάσεις πριν με λιώσει ο χρόνος, ελπίζοντας πως σαν τετράγωνα και κύβοι αθροιστούν στη στάχτη, πως θα μπορώ πια να πλαγιάσω, αν πρώτα σαν παιδί, ανήξερος, ξερός… (Πολίτης Κάιν – Κάτεργα, Ημέραι)

Ίσως το πλέον κομβικό σημείο προς κατανόηση του (δύσβατου) ποιήματος να βρίσκεται στην έννοια της παρέκκλισης, όπως τη μεταφέρει ο ποιητής από την αρχαία φιλοσοφία σε σημερινή και διαχρονική ισχύ:

Φαίνεται πως έπαψα να πέφτω· πλέον είμαι πεπτωκώς, άρα κείτομαι εδώ στην Κόλαση, αλλά καθώς έπεφτα, παρεξέκλινα, άρα κείτομαι εδώ σε μια Κόλαση καλύτερη χάρη σ’ εμένα. (Πολίτης Κάιν – Κάτεργα, Ημέραι)

Αυτό σε συνδυασμό με το ομηρικό ὤλετο, ὤλετό μοι νόστος (Ι.413), που θα θυμηθεί ο ποιητής για να δέσει άρρηκτα με το τετελεσμένο της λέξης πεπτωκώς, προβάλλει σε διακριτό επίπεδο το αναπόφευκτο. Από το σημείο της συνειδητής κατάστασης εκκινεί η αυθαίρετη πλέον πορεία, η παρέκκλιση και (το τίμημα) η προσωπική Κόλαση, ως ποινή αλλά και κατάκτηση ταυτόχρονα. Ο άνθρωπος ως μονάδα μοναχική, από επιλογή αλλά και από προδιαγραφή, ανάγεται σε ένα επίπεδο ανώτερο της ευτελούς θνητότητας, σε σκεπτικιστή, αμφισβητία και εν τέλει σε δημιουργό ενός δικού του σύμπαντος. Τότε μπορεί να  δώσει υπόσταση στον άλλο ουρανό (τον ουρανό του) θεωρώντας πως ο Θεός είναι απών και αδιάφορος, άρα ο άνθρωπος ελεύθερος να αντιστρέψει την τάξη των πραγμάτων – βασική αρχή του υπαρξισμού. Απότοκο της θέασης αυτής είναι η εσωτερική δυστοπία που βιώνει, το έσω σπαρασσόμενο τοπίο. Εννοεί όσα θέλει, απορρίπτει ό,τι έξωθεν τον περιορίζει, κανοναρχεί τον δικό του κόσμο. Είναι ο εαυτός του, είναι κάθε φορά κατ’ επιλογή ένας άλλος – Je est  un autre, όπως γράφει στην προμετωπίδα με τη ρήση του Arthur Rimbaud (Lettre à Paul Demeny, 15 mai 1871). Η ταυτότητα είναι πάντα υπό αίρεση, ένα ζητούμενο.
Το συνθετικό ποίημα του Δημήτρη Μαύρου είναι απαιτητικό στην ανάγνωσή του, γεγονός που ίσως αποκλείει από το βαθύτερο νόημά του όποιον θα αρκεστεί σε μια επιπόλαιη προσέγγιση. Θέτει, έτσι, έναν ακόμη προβληματισμό σχετικά με το προσβάσιμο του ποιητικού λόγου για τον μέσο αναγνώστη – διαχρονικό φυσικά θέμα, ανοιχτό σε συζήτηση, αν είναι αυτός ο μέσος αποδέκτης της ποίησης που ενδιαφέρει τελικά. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα μια πρώτη παρουσία στα ποιητικά πράγματα, που θέτει σε αμφιβολία (άρα σε αρχή αναζήτησης) τα παραδεδομένα της ποίησης εν συνόλω.

Διώνη Δημητριάδου



Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

Μεσοδιάστημα του Γρηγόρη Σακαλή


Μεσοδιάστημα
του Γρηγόρη Σακαλή


Ασυνόδευτοι
ήρθαμε στη ζωή
ασυνόδευτοι
θα φύγουμε
κι είναι το μεσοδιάστημα
τόσο μικρό
ένας κόκκος στην άμμο
ένα δευτερόλεπτο
στους αιώνες του χρόνου
ψάχνουμε να βρούμε
ένα νόημα
σε όλο αυτό
το νόημα της ζωής
γράφτηκαν χιλιάδες βιβλία
θρησκευτικά και άλλα
γι’ αυτό το μυστικό
και πολλοί διαβάζουν μανιωδώς
να το ανακαλύψουν
όμως ο καθένας
δίνει στη ζωή του
το νόημα που θέλει
για να τη γεμίσει
για να έχει το κουράγιο
να τη ζήσει
αυτό το μικρό μεσοδιάστημα
αυτή τη φωτοβολίδα
που τη λέμε ζωή.

Γρηγόρης Σακαλής

Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» και «Θαμμένος στην Άμμο», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars και τις συλλογές «Κυτίο κρυφών ονείρων» και «Άχρονη μετάβαση» από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» κυκλοφορεί σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.


            



Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

Μαργαρίτες Χρυσοξένη Προκοπάκη εικονογράφηση: Μιχάλης Αμάραντος εκδόσεις Στίξις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Μαργαρίτες
Χρυσοξένη Προκοπάκη
εικονογράφηση: Μιχάλης Αμάραντος
εκδόσεις Στίξις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 




οι εύθραυστοι ήρωες

Γιατί τότε συνειδητοποίησα ότι η καθημερινότητα μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή από ένα τυχαίο γεγονός.

Η παραπάνω αλήθεια διατρέχει όλα τα διηγήματα στη νέα συλλογή της Χρυσοξένης Προκοπάκη, αποδεικνύοντας κάτι που ήταν εμφανές και από την προηγούμενη συγγραφική της κατάθεση, το μυθιστόρημα «Μια τυχαία Ιφιγένεια»: η γραφή είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στον δημιουργό και τις επινοήσεις του, τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες. Η γραφή της Προκοπάκη δεν αναζητά το απρόσμενο και το αιφνίδιο σε περίπλοκες σχέσεις, σε ιδιάζουσες λογοτεχνικές περσόνες, σε απίθανες ιστορίες. Απολύτως κατανοεί πως η ανατροπή όσων θεωρούνται δεδομένα και ασφαλή βρίσκεται μέσα στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, αυτών που ίσως δεν θα προσέλκυαν τους συγγραφείς ως χαρακτήρες των ιστοριών τους, ωστόσο αποτελούν το πιο καθαρό και αυθεντικό υλικό για μια πολύ ενδιαφέρουσα γραφή. Ακριβώς γιατί η τυχαιότητα με τη δυναμική της αφορά χωρίς διακρίσεις τη ζωή στο σύνολό της και της αρέσει να κρύβεται μέσα σε απλές, καθημερινές και κοινότοπες βεβαιότητες.
Ο τρόπος, που οι ήρωες των διηγημάτων αντιλαμβάνονται τη σημασία των ανατροπών της τύχης, καθορίζει και την επίδραση που θα έχουν αυτές στη ζωή τους. Η συμφιλίωση με τις άφευκτες συνθήκες, η προσαρμογή των επιθυμιών τους με τα νέα δεδομένα, είναι ο δικός τους οπλισμός απέναντι σε δυνάμεις που τους ξεπερνούν. Και είναι τότε που μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, όχι αλώβητοι αλλά δυνατοί. Έχοντας πλέον στη συνείδησή τους την ποιότητα του φόβου – ως τότε μάλλον ελάχιστη ή ασήμαντη.

Φόνη: Δεν ξέρω. Φοβήθηκα. Είναι κακό;
Κοπέλα: Όχι, δεν είναι κακό. Αλλά ο φόβος υπάρχει μόνο για ένα λόγο.
Φόνη: Και ποιος είναι αυτός;
Κοπέλα: σε κάνει πιο έυθραυστο. Συνειδητοποιείς τα όριά σου με το φόβο. (σελ. 79)


Οι ήρωες της Προκοπάκη συνειδητοποιούν ότι η ζωή είναι αλλού. Όσο επώδυνη και να είναι η νέα θέα στην πραγματικότητα, κατανοούν πως είναι δική τους επιλογή η προσαρμογή· ακόμα κι αν η επιλογή τους είναι συνώνυμη με μια φυγή με «βαλίτσες απελπισμένων προορισμών», όπως ευφυώς τιτλοφορείται το πρώτο διήγημα της συλλογής. Κανείς δεν εγγυάται ότι μια στροφή μπορεί να οδηγεί σε ένα καλύτερο σκηνικό· κι όμως πρέπει να πάρουν την απόφαση οι ίδιοι. Η γραφή τουλάχιστον εγγυάται για τα ενδιαφέροντα σκηνικά. Σκοπίμως ο θεατρικός όρος εδώ, γιατί πολλές από τις ιστορίες του βιβλίου δημιουργούν την αίσθηση ότι τις βλέπεις να παριστάνονται υποκριτικά στο θεατρικό σανίδι. Ίσως θα ήταν μια ιδέα να αποτελέσουν τον πυρήνα για να γραφούν μικρά μονόπρακτα ή να λειτουργήσουν ως μονόλογοι σε θεατρικά αναλόγια.
Ο συνδετικός ιστός των διηγημάτων πλέκεται, έτσι, γύρω από τους χαρακτήρες με τις ανασφάλειές τους, τους κατακτημένους φόβους τους την εξοικείωσή τους με τις ανατροπές της ζωής τους. Δεν εξαντλείται, όμως, εκεί η σύνδεση των φαινομενικά ανόμοιων σε ύφος και σε μορφή ιστοριών.

[…] για τον καθένα έχουμε διαφορετικό όνομα. Ή μάλλον δεν έχουμε καν όνομα, μονάχα αναμνήσεις. Όπως εγώ με τη μαμά. Δεν θυμάμαι πια το όνομα της μαμάς. Θυμάμαι όμως τα χέρια της, τον μακρύ λαιμό της, τα χρυσά σκουλαρίκια της. Θυμάμαι τις μαργαρίτες που είχε πάντα σ’ ένα βάζο. Το όνομά της όμως το ξέχασα. Δεν ξέρω πότε ακριβώς. Ίσως να μην το έμαθα και ποτέ. (σ.84)


Ο τίτλος της συλλογής «Μαργαρίτες» (έξοχη η λιτή εικαστική τους παρουσία με την εικονογράφηση του Μιχάλη Αμάραντου) μας οδηγεί να ανακαλύψουμε τα ταπεινά αυτά λουλούδια σε όλα τα διηγήματα, απρόσμενα τις πιο πολλές φορές, σαν να αποφασίζουν μόνα τους να εισχωρήσουν αυθαιρέτως στην πλοκή και να δηλώσουν την παρουσία τους. Άλλοτε σαν προσφερόμενα λουλούδια, άλλοτε σαν απομεινάρια της ομορφιάς τους κάποτε, άλλοτε σαν λέξεις μέσα στα λόγια των προσώπων ή σαν θύμηση παλιά, κάθε φορά μια διακριτή παρουσία. Πέρα από την προφανή διάθεση να αποτελέσουν (με λογικό ή παράλογο τρόπο) κομμάτι των ιστοριών και να λειτουργήσουν ως συνδετικός ιστός, αξίζει να επισημανθεί η συγκεκριμένη επιλογή της μαργαρίτας. Η ταπεινότητα της παρουσίας της, μέσα στο πλήθος των πολύχρωμων λουλουδιών, παραπέμπει στους ήρωες των ιστοριών του βιβλίου. Δεν είναι εντυπωσιακοί, ίσως δεν σε κερδίζουν με την πρώτη ματιά, θα μπορούσαν να περάσουν τη ζωή τους στην πλήρη αδιαφορία των υπολοίπων. Κι όμως, ξεχωρίζουν ακριβώς γι’ αυτή την καθημερινότητά τους, την απλότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή τους, κυρίως για τον αυθεντικό και ειλικρινή αιφνιδιασμό τους, όταν αυτή ανατρέπεται. Η Μαργαρίτα, ηρωίδα του ομώνυμου τελευταίου διηγήματος, φέρει μέσα της κάτι από τους ήρωες των υπολοίπων διηγημάτων. Θα μπορούσε να θεωρηθεί, με τη στάση της και τον τρόπο που αντιμετωπίζει την παράδοξη ζωή της αλλά και τις αδυναμίες των άλλων, μία σύνοψη των υπολοίπων χαρακτήρων. Η Προκοπάκη κατόρθωσε να οδηγήσει σοφά τις ιστορίες της σ’ αυτή την τελευταία, όπως οι αντιξοότητες που επιφυλάσσει η μοίρα οδηγούν καμιά φορά σε ένα αισιόδοξο σκηνικό ή έστω σε μια ελπιδοφόρα σκέψη. Οι «Μαργαρίτες» εν τέλει είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο, κι ας καταγράφει (ή κυρίως γι’ αυτό) τις καταργημένες βεβαιότητες, τους φόβους και τις ανασφάλειες. Η ζωή είναι κι αυτή ένα παιχνίδι, και η γραφή αποδεικνύεται ενδιαφέρουσα όταν την αποτυπώνει με αυτή την ιδιότητά της.

Διώνη Δημητριάδου



Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Η τραγική «παρέκτασις» (μαζί με κάποιες προεκτάσεις, μεταφορικές ή απολύτως κυριολεκτικές)

Η τραγική «παρέκτασις»
(μαζί με κάποιες προεκτάσεις, μεταφορικές ή απολύτως κυριολεκτικές)


Ο μέγας τραγικός Σοφοκλής αρέσκεται στα έργα του να κάνει μια μικρή ‘παύση’ από τη δραματική κλιμάκωση, και, όπως οδηγείται στην κορύφωση της τραγικής εξέλιξης, να παραθέτει μια όαση χορευτική, ένα ‘υπόρχημα’ ολιγόστιχο με αισιόδοξο περιεχόμενο. Αυτό, λίγο πριν επέλθει η ισορροπία των πάντων, λίγο προτού αποκατασταθεί η κοσμική αρμονία, φυσικά με την ολοκληρωτική συντριβή του περιδινούμενου ήρωα.
Παραθέτω εδώ ως παράδειγμα τη β΄ αντιστροφή από το ‘υπόρχημα’ της Αντιγόνης:
«ἰὼ πῦρ πνειόντων χοράγ᾽ ἄστρων, νυχίων
φθεγμάτων ἐπίσκοπε,
παῖ Διὸς γένεθλον, προφάνηθ᾽
ὦναξ, σαῖς ἅμα περιπόλοις
Θυίαισιν, αἵ σε μαινόμεναι πάννυχοι χορεύουσι
τὸν ταμίαν Ἴακχον.»

«Συ, κορυφαίε του χορού στ’ αστέρια τα φλεγόμενα,
συ που ορίζεις της νύχτας τα τραγούδια,
παιδί, του Δία σπορά,
εδώ μπροστά μας έλα
μαζί με τις ακόλουθές σου τις Θυιάδες,
που όλη τη νύχτα μαίνονταν
και σε τιμούσαν με χορούς
εσένα τον προστάτη Ίακχο.»
(νεοελληνική απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)
Υμνούν τον Βάκχο, με χαρά και προσμονή της σωτηρίας. Για να ακολουθήσει η τραγική κατάληξη. Τι εξυπηρετεί αυτή η χαρούμενη επίκληση; Μια ανάπαυλα πριν έρθει η κορύφωση του δράματος; Ίσως μια ψευδαίσθηση πως όλα ρυθμίζονται με τη θεϊκή παρέμβαση; Κυρίως η συνειδητοποίηση εν τέλει του θεατή πως όλα θα γίνουν όπως είχαν ρυθμιστεί από την αρχή (άτη, ύβρις, τίσις, νέμεσις, κάθαρσις) ή έστω πως αυτή η ‘εναλλαγή’ στα ανθρώπινα πράγματα είναι αναμενόμενη στον κύκλο των κοσμικών ορίων.
[Όλο το παραπάνω μπορεί να είναι μόνο μια προσωπική καταφυγή σε κλασικά κείμενα που ποτέ δεν βρέθηκαν με δίσημους λόγους να παραπλανούν. Μπορεί να είναι και αφορμή για σκέψη για τους πιο επιρρεπείς στο δύσκολο νοητικό ταξίδι, ένα έναυσμα για γόνιμη αμφισβήτηση μιας απατηλής βεβαιότητας.]
Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2020

Η ασπίδα του Αρχίλοχου του Τάσου Σ. Μάντζιου


Η ασπίδα του Αρχίλοχου

του Τάσου Σ. Μάντζιου  



Σε θέση δύσκολη
σαν βρέθηκε στη μάχη
ο Αρχίλοχος,
χωρίς δεύτερη σκέψη,
έριξε την ασπίδα καταγής
και το ’βαλε στα πόδια.
Έριξε την ασπίδα καταγής,
και το πεδίο της μάχης
εγκατέλειψε.

Σαν επαγγελματίας
που ήταν,
να παραμείνει φρόντισε
σώος κι αρτιμελής 

-   καθόλου τη δουλειά του
δεν θα βοηθούσε
ένα ενδεχόμενο
εργατικό ατύχημα.

Τάσος Σ. Μάντζιος
(εικόνα: ερυθρόμορφο αγγείο 6ου αιώνα)


Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Ο πωλητής παρελθόντων Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα μετάφραση: Μαρία Μπεζαντάκου εκδόσεις opera η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Ο πωλητής παρελθόντων

Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα

μετάφραση: Μαρία Μπεζαντάκου
εκδόσεις opera



ένας μικρός νυχτερινός θεός

Υπάρχει αλήθεια στα όνειρα; Στην ουσία του αναπάντητο το ερώτημα, γιατί ακόμη κι αν μπορεί να δοθεί  μια απάντηση, θα είναι διάστικτη από την επιθυμία και όχι την απόδειξη του αληθινού υποστρώματος μιας ονειρικής κατάστασης. Όταν υπεισέρχεται η μνήμη (πάντα με τη δική της λογική, άλλοτε απορριπτική και άλλοτε επινοητική), τότε όλα θα πρέπει να θεωρούνται πιθανά, ακόμη και αληθινά. Ωστόσο, είναι απολύτως επιτρεπτό να ονειρεύεται κανείς και να τεκμηριώνει το ονειρικό σκηνικό με στοιχεία αληθινά ή, ακόμη καλύτερα, επινοημένα. Απολύτως ελεύθερο και το πεδίο της λογοτεχνικής μυθοπλασίας για στοχαστική γραφή πάνω στο όνειρο και στο παιχνίδι της μνήμης· άλλωστε θεμιτό και δόκιμο το μαγικό της ψεύδος. Ο Αγκουαλούζα (γεννημένος στην Αγκόλα από γονείς Πορτογάλους αποίκους) γράφει ένα μυθιστόρημα εστιάζοντας σ’ αυτό το παιχνίδισμα των εντυπώσεων αποδεικνύοντας ότι εκεί που η λογική σηκώνει τα χέρια, ανυπεράσπιστη μπροστά στο θαύμα της επινοημένης ιστορίας, γράφονται σπουδαία βιβλία. Από τις εκδόσεις opera ο πωλητής των παρελθόντων, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου.

Ο ήρωας του βιβλίου, Φέλιξ Βεντούρα, είναι αλμπίνος. Μια ευφυής συγγραφική σύλληψη που τονίζει την έλλειψη χρωστικής σε μια κοινωνία, όπως αυτή της Αγκόλας, που έζησε την αποικιοκρατία και αγωνίστηκε για την απελευθέρωσή της. Ο ίδιος μάλιστα σε συνέντευξή του εξηγεί πόσο σχετική είναι η έννοια μαύρος ή λευκός. Πάντα η οπτική διαφέρει αναλόγως του τόπου και των συνθηκών: 

Όταν ο βορειοαμερικανός ποιητής Λάνγκστον Χιούζ είχε επισκεφθεί τη Νιγηρία, διαμαρτυρήθηκε για την απαγόρευση εισόδου του σε μια θρησκευτική τελετή. «Μα… είμαι κι εγώ μαύρος» είπε, για να πάρει την απάντηση: «Κύριε, μαύρος μπορεί να είστε στη χώρα σας. Εδώ, αυτό να το ξεχάσετε». 

Ο Βεντούρα ειδικεύεται στη δημιουργία παρελθόντων, χρήσιμη υπηρεσία σε όσους επιθυμούν να παρουσιάσουν μια βελτιωμένη εικόνα γενεαλογικού δέντρου ή σημαντικών δραστηριοτήτων, εκπληρώνοντας το όνειρό τους να αποδειχθούν επιφανείς και σπουδαίοι. Πρόκειται για πολιτικούς, επιχειρηματίες, στρατιωτικούς κ.λπ. δηλαδή τη νέα αστική τάξη που απαιτεί την αποδοχή του κόσμου και τον θαυμασμό του. Κι αυτός τους πουλάει αυτό το παρελθόν μεταποιώντας την πραγματικότητα, επινοώντας ονόματα, επιφανείς προγόνους και γενικά ό,τι θα καταργούσε χρόνια υποταγής και δουλοπρέπειας. Σε μια κοινωνία που αναδύεται νέα αλλά με πολλαπλά τραύματα, όλα αυτά μετρούν. Ακόμη κι αν δεν είναι αληθινά. Ένα καυστικό σχόλιο για τη νέα πραγματικότητα της Αγκόλας, για κάθε νέα κοινωνία που θέλει να στηριχθεί σε πήλινα πόδια.

Ο λευκός ξένος που τον επισκέπτεται, όμως, έχει μια διαφορετική απαίτηση και πληρώνει καλά για τις υπηρεσίες του γενεαλόγου. Θέλει να γεννηθεί από την αρχή, να επινοηθεί γι’ αυτόν ένα νέο όνομα και μια ολόκληρη γενεαλογία. Και το πιο εξωφρενικό, η γενεαλογία αυτή να είναι αφρικανική! Όταν αρχίζει να χτίζει στοιχείο το στοιχείο αυτή την εντελώς πλαστή ιστορία, θα δει έκπληκτος πως κάποιες πληροφορίες επαληθεύονται – τουλάχιστον μέσα από την οπτική του Ζοζέ Μπούχμαν, όπως είναι το νέο όνομα του πελάτη του, αποκαλυπτικό (Buchmann) στη σημειολογία του. Το θέμα αυτό θα αρκούσε για να γραφεί ένα ενδιαφέρον, μέσα στην παραδοξότητά του φυσικά, βιβλίο. Ωστόσο, ο Αγκουαλούζα χρησιμοποιεί όλο αυτό το σκηνικό για να αναδείξει κάτι ακόμα πιο παράξενο. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ο Εουλάλιο (άλλο ένα παιχνίδι με το όνομα), μια σαύρα τιγρέ σπάνιου είδους, ένας μικρός νυχτερινός θεός, που μπορεί να γελάει σαν άνθρωπος διαθέτοντας μια ιδιόμορφη ευλαλία και να  αντιδρά στον παράλογο κόσμο που τον περιτριγυρίζει. Ο Εουλάλιο, πριν γίνει σαύρα, ήταν άνθρωπος που έζησε περίπου έναν αιώνα και τώρα βιώνει τη μετενσάρκωσή του. Η προηγούμενη ζωή του έρχεται στα όνειρά του αλλά κι αυτόν μπορούν να τον ονειρευτούν οι άνθρωποι. Ζει μέσα στο σπίτι του Φελίξ, ανασαίνει στους τοίχους που είναι γεμάτοι από βιβλία (ένα πλοίο γεμάτο φωνές), φοβάται τους σκορπιούς και μεταφέρει διηθημένα στη δική του συνείδηση (ώριμη λόγω της προηγούμενης ανθρώπινης υπόστασής του) όσα βλέπει κι ακούει. 



Μια ιστορία για τα όνειρα, τις ψευδαισθήσεις, την τάχα αδιάψευστη πραγματικότητα, τις μαγικές επινοήσεις που –γιατί όχι;– καμιά φορά βγαίνουν αληθινές. Ποια είναι η διαφορά στη φράση «είδα ένα όνειρο» από τη φράση «έκανα ένα όνειρο»; Για να έχουν υπόσταση τα όνειρα θα πρέπει να τα δημιουργούμε.

«Η πραγματικότητα είναι οδυνηρή και ατελής» μου έλεγε, «αυτή είναι η φύση της, και γι’ αυτό τη διακρίνουμε απ’ τα όνειρα» (σελ. 71). 

Αλλά και η ευτυχία μήπως δεν είναι εξαρτημένη από τα όνειρα; Δεν αφορά τη γαλήνη που έρχεται, όταν η συνείδηση βρίσκεται εν υπνώσει;

Φανταστείτε έναν νεαρό να τρέχει με μηχανή σ’ ένα δρομάκι. Ο αέρας τού χτυπάει το πρόσωπο. Ο νεαρός κλείνει τα μάτια και ανοίγει τα χέρια, όπως στις ταινίες, νιώθοντας ζωντανός και σε πλήρη αρμονία με το σύμπαν. Δε βλέπει το φορτηγό που πετιέται μπροστά του στη διασταύρωση. Πεθαίνει ευτυχισμένος. Η ευτυχία είναι σχεδόν πάντα μια ανευθυνότητα. Είμαστε ευτυχισμένοι τις σύντομες στιγμές που κλείνουμε τα μάτια. (σελ. 71-72).

Μια ιστορία για την επιλεκτική μνήμη, ικανή να χτίσει ένα παρελθόν που δεν υπήρχε ή να καταργήσει όσα ενοχλητικά το βαραίνουν. Σ’ αυτή την περίπτωση τα όνειρα δεν μπορεί παρά να είναι ευεργετικά.

Διώνη Δημητριάδου