Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι φίλοι διαβάζουν και μοιράζονται μαζί μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι φίλοι διαβάζουν και μοιράζονται μαζί μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Με τον Ισού και το ρεβόλβερ Βασίλειος Χριστόπουλος, 2026 Εκδόσεις Ένεκεν Γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος

 

Με τον Ισού και το ρεβόλβερ

Βασίλειος Χριστόπουλος, 2026

Εκδόσεις Ένεκεν


Γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος



Με τον Ισού και το ρεβόλβερ

 

         

 

«-Άκου Μπάμπη, η θεία πρόνοια είναι το ιερό φως που γεμίζει τα κενά του σύμπαντος, είναι το πανταχού παρών Άγιο πνέμα. Είναι η παγκόσμια ενέργεια που στερεώνει και κυβερνά τον κόσμο.»

            Οι απόψεις αυτές εκφράζονται όχι από ένα εκπρόσωπο της Εκκλησίας, όχι από ένα θεολόγο, αλλά από ένα λήσταρχο, τον Κώστα Πανόπουλο, που έδρασε στα βουνά Αχαΐας και Ηλείας. Βίωσε την ανέχεια και την κοινωνική αδικία από τα παιδικά του χρόνια, να στρέφεται εναντίον του ίδιου και της οικογένειάς του και με τον καιρό κατάλαβε πόσο βαθιά ριζωμένη είναι στις σχέσεις των ανθρώπων, ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και δεν υπάρχει ελπίδα ευημερίας για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

«-Ενώ στο σχολείο ήμουν το πιο έξυπνο παιδί κι άρπαζα την πνευματική τροφή σαν πεινασμένο σκυλί, ο δάσκαλος με έβαζε να κάθομαι μόνος στην άκρη. Γιατί μου το έκανε αυτό; γιατί ήμουνα ξυπόλητος και τα πόδια μου λασπωμένα, γιατί τα ρούχα μου ήταν μπαλωμένα...»

Ήταν ένας διαφορετικός ληστής από τους άλλους, οπαδός του κινήματος του χριστιανοκοινωνισμού, το οποίο ήταν υπέρ ενός χριστιανισμού της Αγάπης και της Κοινοκτημοσύνης και είχε αναπτυχθεί στα τέλη του 19ου αιώνα συνδυάζοντας στοιχεία του σοσιαλισμού και του χριστιανισμού, κίνημα εμπνεόμενο από το κήρυγμα του Ιησού για αγάπη, ισότητα και φροντίδα προς τους φτωχούς και τους αδύναμους και αντιτιθέμενο στις ακραίες οικονομικές ανισότητες και στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης επιδιώκοντας την κοινωνική αλλαγή και τη βελτίωση της κοινωνίας μέσα από ειρηνικές χριστιανικές αξίες και μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι η διαφορά του κινήματος από τις αρχές των μπολσεβίκων και του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής εκείνης. Στο κίνημα αυτό του χριστιανοκοινωνισμού ανήκε ο περισσότερο ίσως γνωστός κοινωνικός επαναστάτης Μαρίνος Αντύπας (τέλη του 19ου αιώνα - αρχές του 20ού αιώνα). Ο Μαρίνος Αντύπας δολοφονήθηκε το 1907, η χρονική περίοδος δράσης του Κώστα Πανόπουλου ήταν 1890-1902.

«...Προσπάθησε να ξεσηκώσει τους χωριάτες του Χελμού και του Βοδιά κι ονειρεύτηκε χιλιάδες να τον ακολουθούν στο όνομά του και στο όνομα του Κυρίου. Να γίνει η Ελλάδα η πρώτη χώρα που κάνει τέτοια επανάσταση με αρχηγό τον Πανόπουλο, από ένα χαμόσπιτο των Μαζέικων. Χαμογέλασε με τρυφερότητα για κείνα τα νεανικά του όνειρα. Όταν είδε το ανέφικτο, εγκατέλειψε την ιδέα της επανάστασης και περιορίστηκε στην αποκατάσταση μεμονωμένων αδικιών...»

 

Τον Κώστα Πανόπουλο μάς παρουσιάζει ο Βασίλης Χριστόπουλος στο καινούργιο βιβλίο του «Με τον Ισού και το ρεβόλβερ», όπου πλάθει μυθιστορηματικά την προσωπικότητά του, αφού έχει προηγηθεί ενδελεχής έρευνα των δεδομένων της ζωής και της δράσης του. Ο ίδιος ο Πανόπουλος άλλωστε άφησε πολύτιμες πληροφορίες γράφοντας ο ίδιος απολογισμό της κοινωνικής του δράσης, που εκδόθηκε μάλιστα στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα με τον τίτλο «Η εξομολόγησις του Λήσταρχου Κ. Πανοπούλου προς την κοινωνίαν» από τον πατρινό εκδοτικό οίκο Χαραλ. Καγιάφα (19473). Από τον τρόπο γραφής του στο βιβλίο του διαπιστώνεται πως έγραφε σε λόγια γλώσσα και φαίνεται πως ο λήσταρχος είχε αρκετές γνώσεις, διάβαζε βιβλία. Γράφει, λοιπόν, σε ένα απόσπασμα της εξομολόγησής του:


            «Εις τας φυλακάς της Αιγίνης εκρατήθην επί τέσσερα έτη και τέσσερας ημέρας... Ο σκοπός της φυλακής είναι διττός. Να παραδειγματίσῃ τους ψυχικώς ασθενείς πολίτας δια της τιμωρίας του εγκληματίου, όπως τους αναχαιτίσῃ και προλάβῃ την υπ’ αυτών διάπραξιν εγκλήματος και όπως σωφρονήσῃ και θεραπεύσῃ τον ψυχικώς ασθενή εγκληματίαν. Διότι είναι φανερόν ότι, εάν δεν έπασχε ψυχικώς, δεν θα διέπραττεν έγκλημα, δια να χάσῃ το πολυτιμότερον των αγαθών, την ελευθερίαν του...

Κατά τον Ουγκώ, η περιέργεια είναι λαιμαργία και δύναμαι να βεβαιώσω ότι είναι πολύ οχληρά η λαιμαργία δια το αντικείμενον της περιεργείας. Διότι εφ’ όσον ευρισκόμην εις τας φυλακάς, όσοι ήρχοντο χάριν αναψυχής, ιδίως το καλοκαίρι εις την Αίγιναν είχον την περιέργειαν να ίδουν και τον Πανόπουλον. Και μη δυνάμενος ο δυστυχής να αρνηθώ, ήμην υποχρεωμένος να εξέρχωμαι εις το προαύλιον της φυλακής δια να κορέννυται το πάθος της περιεργείας των ανθρώπων εκείνων...»

Είναι αλήθεια πως ο διαβόητος για τις αρχές, περιβόητος και περιλάλητος για τους πολλούς από το λαό, λήσταρχος Πανόπουλος δεν είχε διαπράξει εγκλήματα. Το όπλο του, που επιμελώς έκρυβε στα ρούχα του, κάτω από τα ράσα μοναχού, όπως συνήθιζε να μεταμφιέζεται για να διαφεύγει τη σύλληψή του από τους διώκτες του, το χρησιμοποιούσε μόνο προς εκφοβισμό. Πολλοί από το λαό τον είχαν ηρωοποιήσει, οι πλούσιοι όμως, τους οποίους προσέγγιζε και πίεζε ζητώντας τους χρηματικά ποσά, για να βοηθήσει όσους είχαν οικονομικές δυσκολίες, συντάσσονταν με την αστυνομία που τον καταδίωκε.

Ο Βασίλης Χριστόπουλος παρουσιάζει τον λογοτεχνικό του Πανόπουλο να μιλά με λεξιλόγιο επηρεασμένο από τη λόγια γλώσσα και από τη συχνή ανάγνωση της Αγίας Γραφής που είχε πάντα μαζί του και διάβαζε αποσπάσματά της στον βοηθό και ακόλουθό του τσιγγάνο Πάνο Ρουμελιώτη, αλλά με λαϊκές παραλλαγές στην προφορά κάποιων λέξεων της Γραφής ή στη σύνταξη του λόγου, για παράδειγμα:

«-Κύριε πρόεδρε, δεκαπέντε χρόνια απήλθον αφ’ όταν εκλείσθην εις τας φυλακάς. Κατά το διάστημα τούτο εκδύθην τον παλαιόν άνθρωπον και ενδύθην νέον. Ομολόγησα τας αμαρτίας μου... Εδώ ο Κύριος Ισούς Χριστός έδωκεν συγγνώμην τοις ανθρώποις όλοι, χωρίς καμίαν εξαίρεσις...»

Δεν είχε βεβαίως τις γνώσεις να κατανοεί πλήρως τα νοήματα, αλλά προσπαθούσε:

«-Καπετάνο, αυτά είναι ακαταλαβίστικα.

-Αυτά, Πάνο, είναι Αγιαγραφή. Τη διαβάζω όπως τη γράψανε τα παλιά χρόνια οι ίδιοι οι απόστολοι, παναπεί στα πρωτότυπα. Θα σου πω την αλήθεια, δεν ντρέπουμαι. Ούτε κι εγώ τα καταλαβαίνω. Κάποτε όμως θα τα καταλάβω και τότε θα στα ’ξηγήσω και σένα με δικά μου λόγια.

-Αφού δεν καταλαβαίνεις, καπετάνο, τι διαβάζεις;

-Μα γι’ αυτό διαβάζω συνέχεια, για να μπορέσω κάποτε να καταλάβω.»

Τον ενοχλεί η απληστία των πλουσίων, που με δυσκολία τούς αποσπά λίγα χρήματα για βοήθεια των μη εχόντων, τους οποίους νοιάζεται. «Ο Πανόπουλος θυμήθηκε την τσιγκουνιά του γέρου Σταυρουλόπουλου κι αγρίεψε περισσότερο. Του γράφει επιστολή και του ζητάει πεντακόσιες και χίλιες δραχμές να βολευτεί. Να βοηθήκει κάνα φτωχό από τους πολλούς που έχει έγνοια. Και όταν τον συναντά ο τσιγκούνης τού δίνει εκατό και διακόσια. “Δεν έχω άλλα, δεν ευκολύνομαι”. Ο τοκογλύφος που δεν ξέρει τι έχει στα χρηματιστήρια και στα σεντούκια του, όλο δεν ευκολύνεται.»

Έτσι λοιπόν, λειτουργώντας ως «Ρομπέν των δασών» (σε μια σπηλιά στα δασωμένα όρη της Αιγιαλείας μάλιστα είχε το κρυσφύγετό του) θα συλλάβει την ιδέα που θα του προσφέρει πολύ περισσότερα για τον «ιερό σκοπό του», την απαγωγή του γιου τού τσιγκούνη Αιγιώτη σταφιδέμπορου Λεωνίδα Σταυρουλόπουλου το 1902, για να ζητήσει «λύτρα για την απονομή δικαιοσύνης». Στην επιτυχία των σχεδίων του πίστευε πως συντέλεσε η θεϊκή συναίνεση, ερμηνεύοντας, κατά την κρίση του, ως θετικά διάφορα καιρικά φαινόμενα, που τα θεώρησε ως μηνύματα της θείας Πρόνοιας!...

Είχε πιστέψει ο Πανόπουλος πως θα αλλάξει η κοινωνία προς το δικαιότερο με την Επανάσταση στο Γουδί το 1909, πίστευε στην πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη φυλακή όμως δεν μάθαινε για τις πολιτικές εξελίξεις που μεσολάβησαν και, όταν απελευθερώθηκε το 1916, η χώρα βρισκόταν στη δύσκολη κατάσταση του Εθνικού Διχασμού, με το βασιλικό κράτος των Αθηνών και πρωθυπουργό τον Πατρινό δικηγόρο (που είχε σταθεί πολέμιος του Πανόπουλου) Δημήτριο Γούναρη, με τους τραμπούκους επίστρατους να τρομοκρατούν την κοινωνία και με ένα δεύτερο κράτος του βορρά με έδρα τη Θεσσαλονίκη και επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον «σατανά» και «προδότη», όπως τον αποκαλούσαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι και η Εκκλησία. Ο Πανόπουλος βρισκόταν σε αμηχανία μη κατανοώντας την επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Ευτυχώς είχε εποικοδομητικές συζητήσεις με τον γιατρό Χρήστο Κορύλλο, διευθυντή του Δημοτικού Νοσοκομείου στην Πάτρα και παλιότερο βενιζελικό βουλευτή «τότε που η ’πανάσταση ήτανε στα ντουζένια της», που τον διαφώτισαν.

Με έξυπνο τρόπο ο Βασίλης Χριστόπουλος, μέσω των συζητήσεων που πλάθει μεταξύ Πανόπουλου και Κορύλλου, αναφέρεται στα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της εποχής εκείνης και τα σχολιάζει έτσι, ώστε να φωτίζει και πλευρές και της σημερινής πραγματικότητας, αφού σε κάποια στοιχεία της η κοινωνία φαίνεται να μη διαφέρει τόσο από παλαιότερες μορφές της. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«-Με συγχωρείς, κυρ Χρήστο, μ’ όλο το σέβας που σου ’χω, αλλά αυτά τα λόγια γιατί ο κυρ Λευτεράκης δεν τα λέει πιο απλά; Αν τα είχε πει όπως μου τα ’πες και του λόγου σου, θα ’ταν για τον κοσμάκη ο λόγος του Κυρίου Ισού Χριστού. Θα ’ταν η Αγιαγραφή του Αγίου Βενιζέλου. Όλοι αυτοί που σήμερα τον πολεμάνε, το κάνουνε γιατί δεν καταλαβαίνουνε τη γλώσσα του, τι θέλει να πει...»

Μπορούμε να σκεφτούμε, λοιπόν, πόσοι, σε κάθε εποχή, ψηφίζουν ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, ενάντια στο δικό τους συμφέρον δηλαδή, επειδή παρασύρονται, αφού δεν κατανοούν τον πολιτικό λόγο και τι κρύβεται πίσω από τις ...ωραίες υποσχέσεις για «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», καταλήγοντας σε κυβέρνηση που διασφαλίζει τα συμφέροντα μιας κοινωνικής ομάδας των ισχυρών!...

Ένα τέτοιο παράδειγμα, που αντιπροσωπεύει τους εξαπατημένους πολίτες είναι στο μυθιστόρημα η Γιαννούλα, η οποία ήταν ερωμένη του λήσταρχου Πανόπουλου, και, ενόσω εκείνος ήταν για χρόνια στη φυλακή, παντρεύτηκε, ο δε φιλοβασιλικός σύζυγός της την έχει επηρεάσει να πιστεύει ότι ο βασιλιάς εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα, ενώ η πραγματικότητα ήταν πως τηρούσε ουδετερότητα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, για να μην εναντιωθεί στης Γερμανίας τα συμφέροντα, η σύζυγός του βασίλισσα Σοφία, άλλωστε, ήταν αδελφή του Γερμανού Κάιζερ!... Δυσκολεύτηκε αρκετά ο Πανόπουλος να της εξηγήσει την κατάσταση!

Η Γιαννούλα, λογοτεχνικό πρόσωπο και όχι υπαρκτό στη ζωή του πραγματικού λήσταρχου Πανόπουλου, τραγουδούσε στην ταβέρνα του Μπάμπη, στη συνοικία Ταμπάχανα της Πάτρας, ταμπαχανιώτικα τραγούδια (μη χορευτικά, αστικά τραγούδια, συγγενή με τον αμανέ και το ρεμπέτικο, που συνδέονται με τις περιοχές όπου υπήρχαν βυρσοδεψεία, ταμπαχανέδες), στη συνέχεια βρήκε δουλειά υπηρέτριας. Ήταν μια «...ντερμπερντέρισσα, ρε, μια ρεμπέτισσα...»

Με αφορμή την ιστορία του λήσταρχου ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα ιστορικό μυθιστόρημα με περιγραφές των τραγικών συμβάντων των Νοεμβριανών, τα οποία φέρεται να βίωσε στην Πάτρα ο Πανόπουλος στο μυθιστόρημα (πρόκειται βεβαίως για μυθοπλασία, στην Πάτρα τα «Νοεμβριανά» του 1916 δεν εκδηλώθηκαν με ένοπλες συγκρούσεις όπως στην Αθήνα, αλλά με τον αιφνιδιαστικό και αυστηρό ναυτικό αποκλεισμό της πόλης από τις δυνάμεις της Αντάντ στις 21 Νοεμβρίου 1916, ο οποίος προκάλεσε σοβαρή οικονομική ασφυξία, ελλείψεις τροφίμων). Ζωντανεύουν οι μέρες της πείνας στην πόλη, λόγω του αποκλεισμού της από τον γαλλικό στόλο, την εποχή του Εθνικού Διχασμού, όταν στην Αθήνα οι επίστρατοι λεηλάτησαν το σπίτι του δήμαρχου Εμμανουήλ Μπενάκη και συνέλαβαν τον ίδιο, όταν πρωτοστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών έστησαν με πέτρες στο πεδίο του Άρεως μνημείο αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ανάλογα γεγονότα πλάθει και ο συγγραφέας για την Πάτρα, με τη συμμετοχή και της Εκκλησίας και την ανοχή των αστυνομικών δυνάμεων!...

Γράφει ο Βασίλης Χριστόπουλος, με τη φωνή του Πανόπουλου:

«...Αυτά είναι τα Νοεμβριανά της Πάτρας... Κάποιους άτυχους τους βγάλανε στο δρόμο και μ’ απόφαση ’σαγγελέα, γύρευε τι ’σαγγελέας φερέφωνο ήτανε, τους εχτελέσανε επί τόπου. Επί εσχάτη προδοσία, εξύβριση βασιλέα, αντίσταση της αρχής και τα σχετικά, από δικαιολογίες άλλο τίποτα...

»...Κοίταξα ένα γύρω. Άνθρωποι μέσα στην τρέλα και την παραφροσύνη. Με μάτια θαμπά, σκοτεινά, ίδιοι τυφλοί... Ταλαιπωρημένοι, φτωχοί, πεινασμένοι, ντυμένοι με κουρέλια... Ζητούσανε να ξορκίσουνε τη φτώχεια και την αθλιότητά τους...»

Είναι οι πολίτες στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, που ψηφίζουν ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, ενάντια στο δικό τους συμφέρον δηλαδή, επειδή παρασύρονται από τους πολιτικούς και έτσι νομίζουν πως ...ξορκίζουν τη φτώχεια και την αθλιότητά τους, όπως γράφει ο Βασίλης Χριστόπουλος. Σε αυτούς στηρίζουν την εξουσία τους μάλιστα άδικα και αυταρχικά καθεστώτα. Ο Πανόπουλος δούλεψε να πληρωθεί τριάντα δραχμές για να συγκεντρωθούν πέτρες και να πουληθούν στο μαινόμενο πλήθος, παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του λόγω της ιδεολογικής διαφωνίας του με τους αντιβενιζελικούς, και αυτό του δημιουργούσε τύψεις, θεωρώντας εκείνη την πληρωμή ως τα «τριάκοντα αργύρια» της προδοσίας, ωραία λογοτεχνικό εύρημα του Βασίλη Χριστόπουλου!

Το βιβλίο περιγράφει τα γεγονότα με μια δομή διαρκούς εναλλαγής στο χρόνο, όσα διαδραματίζονται το 1902 εναλλάσσονται με κεφάλαια γεγονότων του 1916 και μετά, μια κινηματογραφική τεχνική θα μπορούσε να πει κανείς. Πληροφορούμαστε βήμα-βήμα τις δραστηριότητες του λήσταρχου το 1902 μέχρι τη μεγάλη απαγωγή και την είσπραξη των λύτρων, εναλλακτικά με τα δραματικά γεγονότα του 1916 μέχρι την πολιτική αλλαγή και την εκδίωξη του γερμανόφιλου βασιλιά, αλλά και την προσωπική ζωή του Πανόπουλου ως ελεύθερου πλέον στην Πάτρα όπου διαμένει. Η αφήγηση γίνεται άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο με αφηγητή τον συγγραφέα, κυρίως όμως σε πρώτο πρόσωπο με αφηγητή τον ίδιο τον Πανόπουλο, λογοτεχνική τεχνική που προσφέρει ιδιαίτερη ζωντάνια στο κείμενο.

Εκτός από την ικανότητα του Βασίλη Χριστόπουλου στην αφηγηματικότητα με ευχάριστο τρόπο, που δεν κουράζει τον αναγνώστη, ο συγγραφέας περιγράφει με ξεχωριστή φροντίδα και ενδιαφέρον το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο λήσταρχος στα βουνά, όπου είχε το κρησφύγετο του, τη σπηλιά του, έχοντας ιδιαίτερη αγάπη για τη φύση και πίστη στη δύναμή της:

«...Αναπνέοντας κάμποσες φορές αφέθηκε στην ευεργετική αύρα του δάσους, που σύντομα άρχισε να τη νιώθει να τον κατακλύζει εσωτερικά και να τον περιβάλλει εσωτερικά. Στην πολύχρονη ζωή του μέσα στη φύση ανακάλυψε μόνος του τη θεραπευτική της δύναμη, την επίδρασή της πάνω στο σώμα, στο πνέμα και στην ψυχή του. Καθώς η δασική αύρα εισχωρεί βαθιά στους πνεύμονές του, τη νιώθει να ποτίζει ολόκληρο το σώμα του και το μυαλό του. Έμεινε κάμποση ώρα σ’ αυτή την κατάσταση αναπνέοντας ήρεμα κι όταν κατάλαβε πως ηρέμησε, άνοιξε τα μάτια του. Σηκώθηκε, ευχαρίστησε τη φύση, βγήκε από το απομονωτήριό του και επέστρεψε στο λιθάρι του...»

Και ανάλογα σε άλλο απόσπασμα:

«...βγήκε έξω από τη σπηλιά. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά.

Ο πονοκέφαλος που τον βασάνιζε από το πρωί, νιώθει να τον τρελαίνει. Κοίταξε προσεκτικά το σκοτεινό δάσος και με αργό βήμα κατευθύνθηκε στο πιο  κοντινό του έλατο. Το πλησίασε με θολωμένο μυαλό και κάθισε μπροστά του ανακούρκουδα. Έκλεισε τα μάτια του κι αγκάλιασε τον κορμό του, ακουμπώντας απαλά το μέτωπό του πάνω στις σκληρές φλούδες του. Αφέθηκε στη ζωτική ενέργεια του δένδρου κι ένιωσε να του ποτίζει ολόκληρο το κεφάλι. Ο νυχτερινός παγωμένος αέρας που τον φυσούσε στο πρόσωπο με τις βαθιές εισπνοές του εισχωρούσε μέσα στα πνευμόνια του. Με κάθε εκπνοή ένιωθε να ξεφυσά και μέρος απ’ τον πονοκέφαλο και το θυμό του. Έμεινε αγκαλιασμένος με το δέντρο κάμποση ώρα μέχρι που το μυαλό του καθάρισε και το σώμα του ησύχασε...»

Αλλά ο Βασίλης Χριστόπουλος διακρίνεται κυρίως στην ικανότητά του να μετασχηματίζει σε λογοτέχνημα, ιστορικό μυθιστόρημα, δεδομένα και πληροφορίες που έχει αντλήσει από τις ενδελεχείς έρευνές του και δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας κάνει κάτι τέτοιο με το παρόν και πρόσφατο βιβλίο του. Την ικανότητά του αυτή επέδειξε με το παλιότερο βιβλίο του «Κάτοικος Πατρών»,  Κέδρος, 1998.

Ακόμα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις καλές γνώσεις του όσον αφορά στη γλώσσα των Ρομά, αφού χρησιμοποιεί πολλές λέξεις και φράσεις της στους διαλόγους του λήσταρχου με τον τσιγγάνο βοηθό του. Και πάλι αυτή την ικανότητά του έχει δείξει ο συγγραφέας σε προηγούμενα κείμενά του και μάλιστα στο βιβλίο του «Ρομανό Τσορουπέ», διηγήματα, ΕΝΕΚΕΝ 2022.



Το βιβλίο «Με τον Ισού και το ρεβόλβερ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ 2026.

 

Ο Βασίλης Χριστόπουλος (Πάτρα, 1951) πολιτικός μηχανικός, σπούδασε στην Αθήνα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη Γλασκώβη μεταπτυχιακά στη χωροταξία και την περιφερειακή ανάπτυξη. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα από το 1976.

Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη, κείμενα για το θέατρο σκιών,  μικρά πεζογραφήματα, νουβέλες, τέσσερα μυθιστορήματα και πολιτικά κείμενα σε ζητήματα επικαιρότητας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δέρμα Νερού Μένιος Καραγιάννης εκδόσεις Συρτάρι Γράφει η Δέσποινα Νάσσου

 

 

Δέρμα Νερού

Μένιος Καραγιάννης


εκδόσεις Συρτάρι


Γράφει η Δέσποινα Νάσσου

 

 



Προσωπικά, ο τίτλος όχι μόνο μου κίνησε την περιέργεια αλλά με έκανε να αισθανθώ το νερό που κυλάει στο δέρμα. Διαβάζοντας, ή μάλλον για να είμαι πιο ακριβής, ρουφώντας τις λέξεις ήταν σαν να έκανα καταβύθιση και απογείωση μαζί. Αυτή ακριβώς η έκφραση αναδύθηκε όταν πρωτοδιάβασα τους στίχους. Ένα ποίημα, ενιαίο. Σαν δέντρο με ρίζες, κορμό και κλαδιά που απλώνονται ακτινωτά και καταλαμβάνουν λεκτικό μα κυρίως ψυχικό χώρο.

 

Δέρμα ίσον αφή, αίσθηση, επιφάνεια, δυνατότητα απόλαυσης, άγγιγμα, πόνος, ευαλωτότητα.

 

Να σιάξω λίγο κι ύστερα με γκρεμίζεις όσο θες

 

γράφει ο ποιητής κι η ανάσα γίνεται κοφτή.

 

Νερό ίσον ροή, καθρέφτισμα, εξαγνισμός, ιαματικό. Διαρρέει, φέρει υλικά, διαβρώνει τον βράχο, εισχωρεί, κυματίζει, μεταβάλλεται, σε δοχείο εμπεριέχεται ή ξεχειλίζει.

 

Από τους στίχους εκλύεται -ναι εκλύεται – σαν ηφαιστειακή λάβα ο βαθύτερος εαυτός. Εκφέρει λόγο, εκφράζεται αλογόκριτος όμως.

 

Να σκίσω τον καμβά σου

Να δω πίσω απ’ το ψέμα το άλλο ψέμα

Το ιερό

 

Μήπως η ίδια λάβα που ρέει ασταμάτητη δεν είναι αυτή που κάνει το χώμα πιο εύφορο και καρποφόρο; Ο έρωτας ως ζητούμενο και σημείο αναφοράς. Εδώ θέλω να σταθώ λίγο διότι με τον τρόπο του ο δημιουργός συνδέει (και πολύ σωστά) την πνευματικότητα με τον ερωτισμό και τη σαγήνη:

 

βρυχήθηκε η δύση όπως

ποτέ ξανά

και πάτησες τη γόπα δυνατά

με άχτι ερωτευμένου

«χάνω σε κάθε αναμέτρηση»

Κάθε μέρα λιγότερο ανόητος λιγότερο

Υπαρκτός

Λιγότερο λιγοστός λυγισμένος

Ανίσιακτος

 

Ομοιοκαταληξία δεν θα βρούμε στο Δέρμα Νερού και δεν θα μας λείψει άλλωστε. Γιατί ο ρυθμός αναδύεται ως αποτέλεσμα εσωτερικής επεξεργασίας, ενώ οι εικόνες προκαλούν αβίαστα και αμετάκλητα το συναίσθημα.

 

Τα πλάσματα λυγίζουν στο λυκόφως

Ο χρόνος αιωρείται/ ζυγιάζεται

Σαν το γεράκι στο ύψος του

 

Σύγχρονη ελληνική ποίηση με ατμόσφαιρα και λυρισμό όπου ο Καραγιάννης, με σκηνοθετική οπτική, εισχωρεί με την ψυχική του κάμερα στο Ασυνείδητο και χαράσσει διαδρομές σαν πιονέρος. Που πάει να πει ότι αφήνει στην άκρη την πεπατημένη και τολμά να διαφέρει.

 

Πόδια γιγάντων ακέφαλο δάσος

Ακούς βήματα να πλησιάζουν

-            Τι κρατάς;

-            Το σφυράκι έψαχνα/ ένα κατσαβίδι

Λίγο σύρμα – ψεύδεσαι.

Μια ποίηση αργασμένη κυρίως υπό την έννοια της ζύμωσης που φτάνει στο απόσταγμα σοφίας ανεπιτήδευτης και για αυτό αυθεντικής.

Έρχεται, δηλαδή, εδώ ο δημιουργός και καταθέτει τον αλήθεια του. Άσιαστος, τσαλακωμένος, με γραφή σχεδόν σουρεαλιστική να αρπάξω ό,τι μπορώ/ ν’ αρπαχτώ/ κι άλλο σκαλί να σκάψω/ αν είμαι τόσο μέσα, ποιος με χαιρετάει; και προστακτικές που όμως δεν προστάζουν, πιο πολύ, θα έλεγα, προσκαλούν, ζητούν να ακουστούν:

 

γλώσσα σαύρα πάρε με από δω»/ πριν με καταπιείς/ τράβα με απ’ τους ώμους/ σφίξε με πάνω σου/ γλέντα με!, βρες ήχους/ χτύπα τύμπανα/ φύτεψε αυτιά/ ξερίζωσε μάτια/ δες πίσω/ άκου: το ουρλιαχτό της τελευταίας λέξης, μίλα μου – με λόγο χωρίς λόγο.

 

Υπάρχει παλμός εδώ, δόνηση και ιμπρεσσιονιστικές πινελιές χρώματος:

 

Κίτρινο μωβ πράσινο βραχώδες

Με λέξεις ζωγραφίζω

Μούσκλια ώχρα/ στο γαλάζιο

Θάλασσα βράχος σεμνός

Διαγώνιο φως γυμνό

Άναρθρο απόγευμα

 

Η υπαρξιακή αγωνία διαφαίνεται άλλοτε στη φόδρα του κειμένου άλλοτε στο προσκήνιο


ίδιος στο τιμόνι/ άλλος στον καθρέφτη/ αγνώριστος έγινα.

 

Πώς να κλείσει κανείς ύστερα από τέτοιο καταιγισμό εικόνων και συναισθημάτων;

Μόνο ο ίδιος ο ποιητής, μας προσφέρει, κατευναστικά τον επίλογο:

 

Κι ευτυχώς να λες

Που μπορούμε και μιλάμε γι’ αυτά

Το δειλινό με βρίσκει απροστάτευτο

Με παρασύρει σε οποιαδήποτε ποινή

Γι ’αυτό σου λέω: ευτυχώς

Που μπορούμε και μιλάμε γι ’αυτά.

 

Το εξώφυλλο, διακρίνεται από διαφάνεια και μινιμαλιστική προσέγγιση, λιτές γραμμές σε γήινα χρώματα.

 

Δέσποινα Νάσσου

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025

 

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει 

για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα 

της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη

εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025


 

 

Τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη, πεζογράφο, ποιήτρια και εικαστικό, τη γνώρισα μέσω της πνευματικής κίνησης της Πάτρας και η γνωριμία μας αυτή καρπίζει σιγά σιγά, γεννώντας αλληλοεκτίμηση και αναγνώριση, η οποία καλλιεργεί φιλικά συναισθήματα και έγνοια. Η ποιητική συλλογή «Σπαράγματα» (εκδ. Το Δόντι, Πάτρα 2025, σ. 124), την οποία κρατώ στα χέρια μου, είναι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της, αλλά το πρώτο που μελέτησα, αν και στο διαδίκτυο είχε δημιουργηθεί επαρκής επικοινωνία με το έργο της, τόσο το ποιητικό όσο και το εικαστικό.

     Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη, των οποίων η ροή διακόπτεται από την εικαστική σειρά, «Ανδρικές μορφές», της δημιουργού, που και το εξώφυλλο κοσμεί, ενώ το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Σπαράγματα» και συνίσταται από εννέα αριθμημένα ποιήματα, τα οποία υποτάσσονται στον εν λόγω τίτλο που βάφτισε και τη συλλογή.

     Έτσι, μελετώντας σελίδα τη σελίδα τα ποιήματα, ο αναγνώστης προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα σπαράγματα που ποίηση γίνονται. Διότι αυτά μπορεί να είναι αποτελέσματα ψυχικού ή σωματικού πόνου, να ’ναι κομμάτια από παλιά χειρόγραφα ή περγαμηνές που μέσα από την ανθρώπινη μνήμη αιώνων ποίηση γίνονται ή ακόμα ακόμα λόγια που η ποιήτρια τα γράφει, όχι απαραίτητα αποσπασματικά, αλλά που ανοίγουν δρόμους για περαιτέρω ανάγνωση και επικοινωνία με τον καθένα.  

     Η ποίηση της Μαρίας, άλλωστε, ρέει σαν καθάριο νερό σε κοίτη χωρίς όχθες στιβαρές, ξεχύνεται και σε παρασύρει στις σκέψεις και τα συναισθήματά της, τα οποία  ο μέσα κόσμος της κρατεί, είναι πάρα πολλά και θέλουν από κει στον μάταιο τούτο κόσμο σάρκα και οστά να πάρουν, να γίνουνε φωνή, λέξεις που θα φωνάζουνε, για ν’ ακουστούνε.

     Και γράφει στο ποίημα, «Αγρίμι» (σ. 14): «Κάποτε… έγινα άνθρωπος! / Κι οι άνθρωποι με φώναζαν Αγρίμι. / Τότε ανθρωπινά φώναξα κι είπα: / Κάποτε και τα αγρίμια ημερώνουν / κι αποχτούν των αφεντικών τις συνήθειες… / μα το δικό μου αφεντικό είναι ο Θεός μου / και μ’ έμαθε να μιλώ ελεύθερα / με τη φωνή της συνείδησης, στη ζούγκλα των ανθρώπων!»

     Ο χειμαρρώδης συνήθως λόγος της, αρκετές φορές τιθασεύεται, γίνεται σύντομος, σχεδόν επιγραμματικός, θα έλεγα, με στίχους όμως που μιλούν  εύγλωττα για πολλά: «Έριξε δολωμένο αγκίστρι να ψαρέψει, / Η ψαρομάνα δεν τσίμπησε! / Το δόλωμα αστόχησε. / Για μια φορά ακόμη / το θήραμα γλύτωσε / από μύριες δολιότητες.» («Παραπλάνηση», σ. 111) Και ακόμα πιο επιγραμματικά, γράφει: «Κυμάτιζε σαν φλάμπουρο / μέχρι που έγινε η υποστολή σου / κι άρχισε το φαγοπότι της παρηγοριάς…» («Ταπείνωση», σ. 109).  

     Η Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη βυθίζεται με καθαρό βλέμμα και βαθιά ενσυναίσθηση στα πράγματα του κόσμου και αντικρίζοντας την άσχημη πλευρά τους, όπως η αδικία, η εκμετάλλευση, η εξαπάτηση, η ανέχεια, η πείνα, η αδράνεια, ο πόλεμος, ο ανθρώπινος πόνος, …, αν και δεν παύει να ελπίζει πως κάτι από αυτά μπορεί ν’ αλλάξει, κατακεραυνώνει τις αιτίες που τα προκαλούν, δηλώνοντάς το, εκτός από τους στίχους των ποιημάτων της, και στο μότο του δεύτερου μέρους της συλλογής ως εξής: «Λένε πως τα ωραία ποιήματα είναι γραμμένα με όμορφα λόγια… με λόγια που σου χαϊδεύουν τα αφτιά όταν τα ακούς ή όταν τα διαβάζεις… Μα βαρέθηκα να ωραιοποιώ τον πόνο για να τον κάνω πιο υποφερτό…».

     Η αίσθηση που δίνει η ποιητική γραφή της Μαρίας είναι πως συνιστά μέρος και συνέχεια της ύπαρξής της και μέσω αυτής καταθέτει τους στοχασμούς της για τ’ ανθρώπινα, ιδιαίτερα εκείνα που την πονούν, σχεδόν ως παρακαταθήκη στο παρόν και το μέλλον. Μοιάζει μάλιστα να αναζητά ευήκοα ώτα, πνευματικούς συνοδοιπόρους ή, απλά, ανθρώπους που θα τους ακούσουν, που θα προβληματιστούν κι ίσως μετά απ’ αυτό θα κάνουν κάτι, έστω μικρό, που θα γίνει η ζύμη, η οποία θ’ αλλάξει τα κακώς κείμενα για μια καλύτερη ζωή. Γνωρίζει ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να μιλάει θαρρετά γι’ αυτά, όχι μόνο από ιδεαλισμό, ή ρομαντισμό αν θέλετε, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά πως, αν οι άνθρωποι θελήσουν, μπορούν ν’ αλλάξουν τους όρους της ζωής τους, να ζήσουν ειρηνικά και ν’ αναζητήσουν την επί γης ευδαιμονία.

     Και γράφει: «Καβάλα στην Πήγασο / τον κόσμο να ονειρεύεσαι / γιορντάνι την αγάπη να φοράς / πουλιά ειρήνης / στο μέρος της καρδιάς σου να φωλιάζουν / σκορπίζοντας τους σπόρους της αγάπης σου / για να τραφούν οι πεινασμένοι!» («Μαθήματα ιππασίας», σ. 81).  

     Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στην ποιητική συλλογή, «Σπαράγματα», της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βουλιαγμένη Ηλείας, αλλά από τα δεκαοκτώ της ζει στην Πάτρα, όπου, πέραν άλλων, μετέχει στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης, εύχομαι από καρδιάς να ταξιδέψει αυτή σε πολλές καρδιές και η δημιουργός της να είναι πάντα υγιής και εμπνευσμένη!     

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

(ποιήτρια-πεζογράφος)




Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Ίσαλος γραμμή της Νικολέττας Κατσιδήμα-Λάγιου [Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]

 

Ίσαλος γραμμή

της Νικολέττας Κατσιδήμα-Λάγιου

 

[Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]


 


Ο παράδεισος

των

 ανεκπλήρωτων

ονείρων

 

όταν κουρασμένα πια

παραιτούνται

και πεθαίνουν

 

είναι αιώνια

να ονειρεύονται

πως εκπληρώθηκαν

               (Η κομπίνα)

 

Όνειρα που δεν ολοκληρώθηκαν, που δεν είχες τη χαρά να τα ζήσεις πραγματικά, που έμειναν πόθοι ευσεβείς, βαθιά μέσα μας. Κάποτε μας πονά να τα σκεφτόμαστε που δεν ευοδώθηκαν. Κάποιες φορές όμως τα φέρνουμε στη μνήμη και τα απολαμβάνουμε με τη φαντασία, ίσως τα εμπλουτίζουμε με νέα στοιχεία, όπως ένας ποιητής ξαναδουλεύει τους στίχους ενός ποιήματός του για να πλησιάσει την τελειότητα – έτσι έκανε μια ζωή ο Διονύσιος Σολωμός – και η γεύση που μας προσφέρει αυτό μπορεί να μοιάζει με την χαρά της ολοκλήρωσης! Ζώντας μικρούς παραδείσους αναπολώντας ανεκπλήρωτα όνειρα!...

Τα όνειρα ίσως παίζουν εις βάρος μας «Βρώμικο παιχνίδι», όπως μας λέει η Νικολέττα Κατσιδήμα:

 

Α, όνειρα

από νωρίς κατάλαβα

το βρώμικο παιχνίδι σας.

 

Τους μουχλιασμένους σπόρους

που χαρίζετε

και βεβαιώνετε με θράσος

πως θα καρπίσουν.

(Βρώμικο παιχνίδι)

 

Αναφερόμενη η Νικολέττα σε ποιητική ανθολογία του γνωστού και πολύ καλού ποιητή Χρίστου Λάσκαρη (Μνήμη Χρίστου Λάσκαρη) γράφει:

 

Μ’ ένα μαχαίρι

κόβω τις άκοπες σελίδες.

Και δεν πτοούμαι

από το αίμα.

(Βιβλίο ποίησης)

 

Όποιος έχει διαβάσει Χρίστο Λάσκαρη, ξέρει πόσο δυνατή είναι η ποίησή του, οι λέξεις του κόβουν σαν μαχαίρι.

 

Έγραφα κάποτε, ο υποφαινόμενος:

 

… …

Γιατί κι αυτά τα λόγια μας

ποιήματα σαν γίνουν

πρέπει να καίνε, να πονούν

να προκαλούν εκρήξεις.

… …

 

Γράφει ο Χρίστος Λάσκαρης:

 

Μας αγαπάω τους τρελούς,

μιλάμε με το φεγγάρι·

ενώ αυτοί κοιμούνται

εμείς κόβουμε τις φλέβες μας

ή το αφτί μας τρυφερά

και το προσφέρουμε.

...

 

Με δηκτική γραφή κάνει η ποιήτρια κοινωνική κριτική, όπως όταν αναφέρεται στην αδιαφορία «των αγωνιστών» για τον διπλανό:

 

Κρατικοδίαιτοι συνδικαλισταί

συντρώγουν στο ωραίο εστιατόριο.

 

Και μετά και το dessert

κάθονται μέχρι τις τρεις το πρωί συζητώντας με πάθος

για τα εργασιακά δικαιώματα

των ανθρώπων που τους σέρβιραν.

 

Και οι υπάλληλοι

μισοκοιμισμένοι

περιμένουν υπομονετικά

πότε θα φύγουν

για να μαζέψουν το μαγαζί.

(Αγωνιστές)

 

Γνωρίζω την αγανάκτηση των υπαλλήλων να σερβίρουν πέρα από κάθε ωράριο, από προσωπική πείρα, ως εργαζόμενος φοιτητής, σερβίροντας αφεντικά του χώρου, που απολάμβαναν την ευωχία εκλεκτών εδεσμάτων αδιαφορώντας για την αφόρητη κούραση των υπαλλήλων τους. Πόσο μάλλον όταν οι εσθίοντες, όπως εδώ, είναι οι συνδικαλιστές που …ενδιαφέρονται! Κοινωνικοί επαναστάτες χωρίς ενσυναίσθηση, πόσο μοιάζουν με επαναστάτες του στίχου, που εύστοχα σχολιάζει η Ν. Κατσιδήμα:

 

Γραβατωμένος επαναστάτης

που τρέμει μη χάσει

τη βόλεψη των στίχων του.

(Ο ποιητής)

Μήπως κάποιους τους νοιάζει ο αγώνας, η δράση και η επανάσταση και όχι η σωστή διαχείριση της κατακτημένης ελευθερίας μετά τη νίκη; Μήπως για το λόγο αυτό προδίδονται οι ελπίδες των λαών;

 

Στην ιστορία προτιμούσε πάντα

τα χρόνια των επαναστάσεων

τις περιόδους ξεσηκωμών.

Όταν οι λαοί

σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης

αποτίναζαν ζυγούς.

 

Και κάθε φορά

μόνο μέχρι και τη στιγμή

της έκρηξής τους διάβαζε

μέχρι και τη στιγμή της νίκης του λαού

επί των δυναστών του.

 

Ποτέ

τι απέγινε μετά

τι κάνανε με την ελευθερία

που με τόσο αίμα

κέρδισαν.

(Μαθήματα ιστορίας)


               Οι στίχοι της Ν. Κατσιδήμα έχουν μια δύναμη είτε κάνουν κοινωνική κριτική είτε μιλούν για τις σχέσεις των ανθρώπων γενικότερα ή για το ερωτικό πάθος και όσα μπορεί εξ αιτίας του να προκύψουν προβλήματα, γιατί, όπως το ξέρουμε, έρωτας δεν συνεπάγεται χαρά, προσδοκία και αποδοχή, μπορεί και πόνος να σημαίνει και ψυχική απόσταση: «Αστεία χιλιόμετρα / ανάμεσά μας. / Ούτε φαντάζεσαι / με πόσους τρόπους / τα διανύω κάθε βράδυ» (Ούτε φαντάζεσαι), «με τις μαργαρίτες» να «καραδοκεί εκτελεστικό απόσπασμα / με ζυγό αριθμό πετάλων»: …δεν μ’ αγαπά!

 

Δε με ξεγελά ο Απρίλης

η Άνοιξη η περίλαμπρη

των μελισσών.

 

Εγώ ξέρω.

 

Στ’ απέραντα λιβάδια

με τις μαργαρίτες

καραδοκεί εκτελεστικό απόσπασμα

με ζυγό αριθμό πετάλων.

(Δεν με ξεγελά)

 

Αλλά ο έρωτας μπορεί ακόμα και άπελπις «ζητιάνος» να γίνει σε μια σχέση αμφίβολη:

 

Σαν το σκυλί τού πετάγανε

πού και πού

κανένα ξεροκόμματο

δυο τρεις κουβέντες δηλαδή

προσεκτικά συνηθισμένες

τυπικές

 

μ’ αυτές ανέπνεε.

… …

Κι αν ίσως ήλπιζαν

πως θα είχε

τουλάχιστον

την αξιοπρέπεια

ν’ αυτοκτονήσει

 

αυτός

 

ρωμαλέος ορθώνεται

μπρος στη γελοία

ελπίδα τους

ρωμαλέος και όμορφος πολύ

και τους περιγελά:

 

«Δειλοί,

δεν έχω αξιοπρέπεια εγώ!

Εγώ ειμί ο Έρως

ο αιώνιος Ζητιάνος».

(Ο Ζητιάνος)

 

Αξιοπρέπεια λοιπόν, μα τι είναι αξιοπρέπεια στον έρωτα; Να εγκαταλείψεις, όταν διαπιστώνεις πως σου συμπεριφέρονται «Σαν το σκυλί» ή μήπως να επιδείξεις θάρρος να διατηρήσεις το αγνό σου συναίσθημα, πιστός στον πανάρχαιο θεό που διέπει τη φύση ολόκληρη, δηλώνοντας με παρρησία «Εγώ ειμί ο Έρως / ο αιώνιος Ζητιάνος»; Ας θυμηθούμε εδώ κάτι όμορφο που έγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης:

«Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου».

(Γιάννης Τσαρούχης “Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου”, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

Ή πρέπει με αξιοπρέπεια να σβήσεις το άκαρπο συναίσθημα που καίει και μπορεί να σε εξαντλήσει, να σε μαραζώσει;…

Με αξιοπρέπεια ας αντιμετωπίζουμε το τέλος, κάθε τέλος, των σχέσεων, των απωλειών μέσα στη ζωή, το τέλος της ίδιας της ζωής μας. Πρέπει έτοιμοι να είμαστε για το απρόοπτο – πόσο είναι εύκολο να το καταφέρνουμε;…:

 

Κάθε πρωί με επιμέλεια

καλλωπίζεται

αφού τίποτα πιο θλιβερό

από ένα απεριποίητο

πτώμα.

(Με επιμέλεια)

 

Κατέγραψα κάποιες σκέψεις σε πρώτη ανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής. Ίσως ξαναδιαβάζοντάς τα άλλη φορά κάνω και άλλες αναγνώσεις, συμβαίνει κι αυτό. Όπως επίσης κάθε ποίημα διαφορετικά το αντιλαμβάνεται και το ερμηνεύει κάθε αναγνώστης. Επ’ αυτού λέει σχετικά η ποιήτρια σε συνέντευξή της (εφημερίδα «Πελοπόννησος», 14 Απρ. 2024):

«…Πολλές φορές, άλλο ποίημα τελικά αντιλαμβάνεσαι πως διαβάζεις, διαβάζοντας για πολλοστή φορά το… ίδιο ποίημα. Προσφέρει βέβαια, εν είδει αποζημίωσης θα λέγαμε, τον πιο βαθύ, τον πιο γοητευτικό κι άρα πιο αποτελεσματικό τρόπο επικοινωνίας και συνάντησης με τον μέγα άγνωστο, τον συνάνθρωπο. Είναι κάτι για το οποίο διψά ο σύγχρονος άνθρωπος, αφού ζει σε συνθήκες σχεδόν απαγορευτικές για επικοινωνία κι επαφή. Για αυτό και πιστεύω πως η απομάκρυνση από την ποίηση και την τέχνη γενικότερα είναι μια βασική αιτία για τα συναισθήματα της μοναξιάς και της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις».

Γράφω και παρουσιάζω ποίηση, όταν τη θεωρώ πολύ καλή, σημαντική, όχι γιατί μου το ζητούν. Και γράφει η Ν. Κατσιδήμα:

 

Όταν με ρώτησες τη γνώμη μου

είπα με δυσκολία δυο-τρία ψέματα.

 

Μη μου ζητάς

να τα καταγράψω κιόλας.

(Λογοτεχνική κριτική)

 

Όσον αφορά στην ποίηση της Νικολέττας Κατσιδήμα, η ίδια δεν ρώτησε τη γνώμη μου. Ωστόσο κατέγραψα αυθόρμητα όσες σκέψεις μού δημιούργησαν οι εκλεκτοί και προσεγμένοι στίχοι της, με τους οποίους ισορροπεί στην «Ίσαλο γραμμή» το πλοίο της ποίησης! «Ακύμαντη κι ανέκφραστη / η ίσαλος γραμμή» της ποίησής της για το ταξίδι ανάμεσα στη …θάλασσα των στίχων που γράφονται στην εποχή μας, πλήθος ποιημάτων ή απλών στιχουργημάτων, που διανθίζουν ή αναταράσσουν το λογοτεχνικό τοπίο!

Η συλλογή περιλαμβάνει και επιτυχημένα ποιήματα σε έμμετρο στίχο (έχουμε μάλιστα την εντύπωση ότι κάλλιστα θα μπορούσαν να μελοποιηθούν και να γίνουν τραγούδια), ακόμα μια σειρά από χάικου, τρίστιχα ποιήματα, καθώς και τρία κείμενα, με τα οποία κλείνει το βιβλίο, στα οποία, παρά την εντύπωση του πεζού κειμένου, κρύβεται μια ποιητική γραφή και πάλι.

***

Η Νικολέττα Κατσιδήμα-Λάγιου γεννήθηκε και ζει στην Πάτρα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως φιλόλογος. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ:

-            «Τα περιστέρια», 2013, συλλογή διηγημάτων

-            «Ελεγείον έρωτος», 2014, ποιητική συλλογή

-            «Βιογραφικό σημείωμα», 2016, ποιητική συλλογή

-            «Ίσαλος γραμμή», 2024, ποιητική συλλογή