Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίνα Κουτσουμπού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίνα Κουτσουμπού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Απριλίου 2025

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΥ

 

 ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΥ

 


Πώς γίνεται και βρίσκεσαι παντού,

ένα πελώριο ρολόι που με τους χτύπους του ορίζει τη ζωή μας

καθώς αφελείς επιβάτες στο τρένο που μας τάζεις ταξιδεύουμε.

 

Με χρώματα σ’ απεικονίζω: Γκρίζο στις ζώνες τ’ ουρανού σαν χειμωνιάζει

σκουροπράσινο στις κορυφοπλαγιές, σαν γέρνουν σιωπηλά στο λιόγερμα.

Κόκκινες οι αποχρώσεις από τα συναισθήματα

που άσκεφτα σκορπίσαμε σ’ αγάπες σύντομες και λάγνες

Στην παλέτα σου άσπρο διάφανο

των ανεκπλήρωτων ονείρων οι θύμησες τον ύπνο μας να βασανίζουν

 

Των πάντων ρυθμιστής, κρυφτό παίζεις ξοπίσω μας χαμογελώντας

Δυνάστης μας εσύ, να συντομεύεις άδικα τις όμορφες στιγμές μας.

τα καλοκαίρια άλικα καθώς το κορμί μας γεύεται τον άγιο έρωτα

στα ξάστερα κυκλαδονήσια του Αιγαίου.

 

Τα ίχνη σου αφήνεις θριαμβευτής στις πρώτες μας ρυτίδες

 με χαρακιές ατίθασες τ’ αμήχανα χαμόγελα των γενεθλίων μας αυλακώνεις.

Στον αδιάκοπο μονότονο ρυθμό σου τάνγκο χορεύεις, σκορπώντας ξέφτια τη ζωή μας πάνω στον διάφανο μανδύα σου χωρίς να νοιάζεσαι

να δεις τους στεναγμούς μας.

 

Σε βρίσκω, αλλοίμονο, παντού και καθώς μου γνέφεις να σ’ αγγίξω

ξεμακραίνω με αγωνία. Γλύτωσα, θαρρώ!

Δεν μου ξεφεύγεις ούτε εσύ, κανείς τους δε ξεφεύγει, λες,

 και παντοδύναμος ξεχύνεσαι στις γειτονιές τ’ απείρου,

εσύ, ο μόνος άχρονος κι αιώνιος νικητής.

 

Τίνα Κουτσουμπού

(φωτογραφία: Patrick Ems)

 

 

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

Αμαρτία εξομολογούμενη… διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού μαζί με δύο φωτογραφίες της Toni Frissell




Αμαρτία εξομολογούμενη…

διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού

μαζί με δύο φωτογραφίες της Toni Frissell







ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ θρήσκα. Από τα γεννοφάσκια της. Τις Κυριακές από το πρωί στην εκκλησία, στις μεγάλες γιορτές από τα χαράματα για τις προετοιμασίες, Τετάρτες και Παρασκευές νηστεία. Γνώριζε τους βίους των αγίων, μικρών μεγάλων, και ήταν παρούσα σε όλες τις παρακλήσεις για τη σωτηρία της ψυχής της, σαν ερχόταν ο καιρός.

          Πολλές φιλίες με τον κόσμο δεν είχε. Ασχημούλα θα την έλεγε κανείς χωρίς φυσικά χαρίσματα. Αναγκασμένη γι’ αυτό να παντρευτεί με συνοικέσιο αυτόν που της επέλεξε το σόι. Μεγαλόσογο από τη Θεσσσαλία με χτήματα κι αρχοντικό στον κάμπο. Ουρές έκαναν για την προίκα της. Μα ένας ήταν ο τυχερός.

Και ενώθηκαν οι δυο ενώπιον θεού κι ανθρώπων εις σάρκαν μιαν εκείνη την Κυριακή τ’ Αη Λιά. Και ους ο θεός συνέζευξεν…

           Φτιάχτηκε, στολίστηκε, νοικοκυρεύτηκε όσο μπορούσε, να ’ναι όμορφη, να του αρέσει. Μεσήλικας ο Νώντας, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, και με δυο παιδιά, ορφανά από τη μάνα τους, δεν της ήταν αντιπαθητικός.

Είχε πλούσια κατσαρά μαλλιά και γένια, και μια φουσκωτή κοιλιά που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά σαν μιλούσε. Περιθώρια για αναβολές και αντιρρήσεις, δεν είχε. Ή έλεγε το ναι, ή θα στόλιζε το ράφι παρέα με τα καντήλια της ενορίας τους.

Τον πήρε λοιπόν με στεφάνι η Ευγενία, κι έπειτα στην κάμαρά τους την πρώτη τους νύχτα. Είπε ένα ψαλμό από μέσα της, έκλεισε τα μάτια, έκανε το σταυρό της, κι αφέθηκε στη γυναικεία μοίρα της. Κι η ζωή τους κυλούσε ανάμεσα στα χωράφια και την ανιαρή της καθημερινότητα. Να φροντίσει τα ζωντανά, να μαζέψει το σπίτι, να διαβάσει τα παιδιά του άντρα της, να είναι πανταχού παρούσα και αόρατη φρουρός, βράχος υπομονής για την οικογένεια αλλά η καρδιά σφαλιστή τα νυφικά βράδια τους. Μοναδική της αναλαμπή, νότα χαρούμενη, η τακτική της έξοδος για την εκκλησία. Να διακονεί, να προσεύχεται για τους δικούς της, για το Νώντα, το στυλοβάτη του σπιτιού της, που δεν της χάλαγε χατήρι. Το ’ξερε η έρμη γυναίκα και το παραδεχόταν. Αξημέρωτα έφευγε για τα χτήματα ο Νώντας της. Με το δείλι επέστρεφε. Με ιδρώτα και λερωμένα ρούχα, κουβαλητής, λεβεντάνθρωπος, και δικός της. Ακόμη και στη συζυγική ζωή τους δεν είχε να του προσάψει τίποτα. Ασχολιόταν μαζί της και με το παραπάνω. Ενώ αυτή…

Κι ήρθε εκείνος ο ανελέητος χειμώνας και τα ζωντανά τους αρρώστησαν. Λιγοστό το γεωργικό τους εισόδημα, με το ζόρι έβγαζαν τα προς το ζην. Τ’  απομεσήμερο ο Νώντας την κοίταξε αποφασιστικά  και της είπε. «Γυναίκα, θα φύγω στη Λάρισα. Χτίζει πολυκατοικίες ο εργολάβος, ο Θοδωρής του Κοτζαμάνη. Με θέλει μαζί του πρωτομάστορα. Του έδωσα την απάντησή μου. Για έξι μήνες μόνο. Εσύ θα κάνεις κουμάντο εδώ από σήμερα». Είπε, και την έπιασε από τη μέση σφικτά, σαν να της μετέδιδε με αυτό το σφίξιμο το τελεσίδικο των λόγων του.

Καρτερικά το δέχτηκε η Ευγενία, όπως όλα άλλωστε, και έκανε υπομονή.

           Με την άνοιξη όλα καλυτέρεψαν. Η φύση πληθωρική, τα ζωντανά τους με τις γέννες τους, κι ο ήλιος ζεστός να της φωτίζει τα μάγουλα με ένα χρώμα αμαρτωλό, κόκκινο κάθε που τον έβλεπε. Και σταυροκοπιόταν.

Με τις τελευταίες ψύχρες του Μάρτη εμφανίστηκε ο πατήρ Χαράλαμπος στην ενορία τους αντικαθιστώντας τον υπερήλικα παπά τους. Ψηλός, στητός, με τα κατάξανθα γένια του και το ράσο του να τονίζει τέλεια το νεανικό κορμί του, την αναστάτωσε κυριολεκτικά. Τον άκουγε και δεν τον χόρταινε. Χαιρόταν να βλέπει τα χέρια του να την κοινωνούν και να τα φιλά, να τα ακουμπά στα σγουρά μαλλιά της σαν ευλογία ύστερα από κάθε εξομολόγηση, να τη συμβουλεύει, να τη χαιρετά. Απολάμβανε ακόμη και τον αέρα που ανέδιδε η αύρα του ράσου του. 



           Την είχε ξεχωρίσει όμως κι ο νέος ιερέας ανάμεσα στο ποίμνιό του. «Τέκνον μου μην χάνεις τις ελπίδες σου, ο άνδρας σου θα γυρίσει το συντομότερο με χρήματα και με όλη την αγάπη του για σας», της έλεγε. Κι εκείνη κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι μην μπορώντας να ελέγξει εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, μαζί και την ανατριχίλα του είναι της. Ερχόταν όλο και συχνότερα στο εξομολογητήριο. Κι ο πόθος της συντροφιάς του μεγάλωνε καίγοντάς την, αφήνοντας στα αποκαΐδια του τις μαύρες ενοχές της για τα αμαρτωλά της όνειρα. Σαν κυνηγημένη έφευγε από την εκκλησία, να προφτάσει τις δουλειές του σπιτιού, να απασχολήσει το μυαλό της, να μη σκέφτεται.

              Ποτέ δεν είχε νιώσει τη γεύση του έρωτα. Ούτε με τον άντρα της. Τώρα τούτη η καινούργια αγάπη μύριζε λιβάνι και νάμα και μιλούσε στην ψυχή της. Με τη σκέψη της να ταξιδεύει σε ανίερα μονοπάτια, πήγε να τον βρει. Στο εξομολογητήριο.  Θα του τα έλεγε όλα, να αισθανθεί επιτέλους ανακούφιση, που θα έβγαζε το βάρος τούτο από την ψυχή της. Ίσως κι αυτός να ένιωθε το ίδιο…

Σαν πλησίασε την είδε. Μια νέα γυναίκα με ένα νήπιο στέκονταν δίπλα του και του μιλούσε ψιθυριστά. «Ευγενία, από ’δω η Ελένη, η παπαδιά μου με την κόρη μου. Ήρθαν σήμερα από τη Λάρισα. Να κάνετε παρέα».

Και κοιτώντας την ίσια στα μάτια, σαν να διάβαζε μέσα τους το αφανέρωτο μυστικό της και να την έψεγε, είπε φορώντας αμέσως το πετραχήλι του «Πες μου τώρα τι έχεις να μου πεις, τέκνον μου, σε ακούω».

«Εε, εγώ δεν…»



Τίνα Κουτσουμπού




Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

"Με θέα τη ζωή" της Τίνας Κουτσουμπού μαζί με φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από την Αθήνα της Μπελ Επόκ


   "Με θέα τη ζωή" 

της Τίνας Κουτσουμπού

μαζί με φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από την Αθήνα της Μπελ Επόκ



               


Η Ελεονόρα στάθηκε τώρα στο πεζοδρόμιο έξω από το γωνιακό καφέ της οδού Εδουάρδου Λω με την  Πανεπιστημίου. Ώρες τώρα περπατούσε και τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο. Εδώ και μήνες  έκανε πάντα στις πέντε το απόγευμα τη συνηθισμένη της βόλτα: Μοναστηράκι, Παναγιά Γρηγορούσα, Σταδίου, Πανεπιστημίου μέχρι το ύψος του Αρσακείου. Έσφιξε το επανωφόρι στο στήθος της με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κράτησε καλύτερα το κλειστό φινετσάτο ομπρελίνο -   προστασία  από τον Απριλιάτικο ήλιο που σε λίγο πλησίαζε στη δύση του.




               Το εξασκημένο στην παρατήρηση μάτι της, κοιτάζει την Πανεπιστημίου. Τα περισσότερα σπίτια της είναι φωτισμένα. Στην απέναντι μεριά του δρόμου μπροστά από το Οφθαλμιατρείο είναι στημένη μια από τις μεγαλύτερες και γνωστότερες πιάτσες των λούστρων της Αθήνας. Παρατηρεί έναν απ’ αυτούς, τον αναγνωρίζει. Είναι ο Πίπης, το φτωχόπαιδο της γειτονιάς που με αριστοτεχνικές κινήσεις φέρνει το πλατύ χέρι του πάνω  κάτω στο παπούτσι του πελάτη τρίβοντάς το σαν να θέλει, όχι να το γυαλίσει, μα να το διαλύσει! Το αποτέλεσμα φυσικά, τον δικαιώνει. Ο πελάτης φεύγει όχι μόνο με τα υποδήματά του αστραφτερά, μα και με φορεμένο ένα πλατύ χαμόγελο καθώς  βαδίζει επιδεικτικά στην Πανεπιστημίου, παίζοντας αυτάρεσκα με το μονόκλ του.



       Το βλέμμα της ταξιδεύει για λίγο. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Βιβλιοθήκη. Πόσο της αρέσει να θαυμάζει αυτά τα κτίρια, έτσι όπως λούζονται στις χρυσοκίτρινες αχτίνες του ήλιου. Με το κάλλος των μαρμάρων και το αρχιτεκτονικό μεγαλείο τους, η πόλη μοιάζει κομψή, αριστοκρατική. Σκέφτεται πως αυτά τα κτίρια τής προσδίδουν αρχοντιά και γερνούν μαζί της στητά, σε πείσμα του χρόνου που τα μαστιγώνει και μοιάζουν να ’ναι προσκολλημένα ακόμη στον χρυσού αιώνα του Περικλή.            

 Ο μακρόσυρτος θόρυβος του τραμ, που χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο πια οι Αθηναίοι και περνά τώρα την Πανεπιστημίου, διαταράσσει τις σκέψεις της. Στη στάση μπροστά στην Ακαδημία, κατεβαίνουν τρεις κουτσαβάκηδες που πιάνουν να τραγουδούν για τα κάλλη της μαργιόλας που τους έκλεψε όπως φαίνεται την καρδιά. Η Ελεονόρα τούς βλέπει και χαμογελά καθώς παραπατούν σκουντουφλώντας στο χωμάτινο οδόστρωμα. Είναι γεμάτη η Αθήνα από δαύτους. Τονίζουν τις αντιθέσεις στην κοινωνία, σκέφτεται, σιγοψιθυρίζοντας κάποιους στίχους του Σουρή.  Στα διπλανά τραπεζάκια, κυρίες με αέρινα φορέματα και ακριβά γοβάκια κουβεντιάζουν παρέα με καλοβαλμένους συνοδούς: Ο αρραβωνιαστικός, μήπως ο σύζυγος; Να!  σαν αυτό το ζευγάρι που βλέπει εμπρός της. Η νεαρή κυρία καθισμένη με χάρη γύρω από το στρογγυλό τραπεζάκι, αγκαλιάζει ανέμελα την καρέκλα της, ενώ έχει την προσοχή της στραμμένη προς τον συνοδό της που, ενώ τής μιλά, γέρνει ελαφρά προς το μέρος της υποδηλώνοντας την ίσως πιο στενή τους σχέση. Πόσο τους ζηλεύει έτσι όπως χαίρονται ο ένας τη συντροφιά του άλλου!

          
    
        Άθελά της έρχεται στο νου ο πατριός της. Με το σοβαρό και παγερό του ύφος, το περήφανο παρουσιαστικό του και τον αυταρχισμό του, δεν της αφήνει περιθώρια ούτε να τον συμπαθήσει μα ούτε και να αφεθεί στην προστασία του «πατρικού του ρόλου». Επαναστατεί λοιπόν, κάθε μέρα και πιο πολύ με κάθε κομμάτι του εαυτού της, μα πώς να ξεφύγει από τον υποταγμένο ρόλο της γυναίκας της εποχής της; Να έμοιαζε στην Καλλιρρόη Παρρέν και τι δεν θα ’δινε! Διέξοδος μοναδική στη σκοτεινιά της ζωής της οι απογευματινές της βόλτες στην Πανεπιστημίου. Εκεί ξεχνιέται κι ονειρεύεται: όμορφα ρούχα, μεγαλεία, τον έρωτα. Να, κάποιον σαν αυτόν τον κύριο εκεί στο γωνιακό τραπέζι που καπνίζει δήθεν αδιάφορα αφήνοντας όμως προς το μέρος της τ’ ατίθασα δαχτυλίδια του αρωματισμένου του καπνού που την τυλίγει. Τον βλέπει που ισιώνει το καπέλο του και την κοιτάζει. Μήπως ονειρεύεται; Την καρφώνει με τα παιχνιδιάρικά του μάτια για ένα λεπτό και σκουπίζοντας τα χέρια στην άσπρη ποδιά του, τη ρωτά: «Δεσποινίς, τι επιθυμείτε να σας φέρω, παρακαλώ». Το όνειρο διαλύεται απ’ τα μάτια της Ελεονόρας δίνοντας τη θέση του… στη θέα της ζωής.

                                                              

Τίνα Κουτσουμπού

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Σεισάχθεια   μια μικρή ιστορία της Τίνας Κουτσουμπού


Σεισάχθεια



μια μικρή ιστορία

της Τίνας Κουτσουμπού






            Η Μαρίνα περπάτησε λίγο ακόμη μακριά από τον θόρυβο της κεντρικής λεωφόρου. Αισθανόταν το κεφάλι της βαρύ σαν μολύβι κι ένα σφυροκόπημα στα μηλίγγια την ταλαιπωρούσε από εχθές που επισκέφθηκε το νοσοκομείο. Ο πατέρας, της είπε ο γιατρός, έχει ανάγκη από ένα περιβάλλον γαλήνιο κι ευχάριστο. Πρέπει να ξεκουραστεί η καρδιά του από κάθε συγκίνηση και έγνοιες. Καλό φαγητό κι ανέμελη μέρα με τη συντροφιά των δικών του ανθρώπων. Η σκέψη του στο δωμάτιο της εντατικής δεν την άφησε δυο ολόκληρα εικοσιτετράωρα. Και τα όνειρά της; Τα σχέδια, τα θέλω της; Είχε από καιρό ξεκινήσει να πακετάρει τα πράγματά της. Τότε που κατάφερε να έχει επιτέλους την αποδοχή των γονιών της στην ιδέα της μετανάστευσής της στην Αμερική. Για εργασία φυσικά, όπως τόσοι άλλοι νέοι της γενιάς της. Μήνες έκανε να βρει τη δύναμη να τους το αναγγείλει. Ευτυχώς που τους το έφερε με το γάντι η θεία Ελπινίκη που είχε ζήσει χρόνια στην Αμερική κι επαναπατρίσθηκε το ’80, «την εποχή της ευημερίας και των παχιών αγελάδων» όπως έλεγε για την εποχή εκείνη περιπαιχτικά η θεία.


           Το συμβόλαιο με την εταιρία που υπέγραψε φούσκωνε ακόμη τη μέσα τσέπη του παλτού της. Το άγγιζε με χαρά τις πρώτες μέρες εκεί κάπου κοντά στο μέρος της καρδιάς. Η ευκαιρία της ζωής της και να χαθεί έτσι τώρα; Πρώτα η υγεία του πατέρα είπε στον εαυτό της αποφασιστικά απωθώντας οριστικά τα σχέδιά της για το ταξίδι και τη μετακόμιση στο Σικάγο. Άνοιξε την πόρτα τινάζοντας τα μαλλιά και τους ώμους σαν να ήθελε να ξορκίσει τις προηγούμενες σκέψεις της κι έπεσε βαριά και κουρασμένη στον καναπέ. Το μάτι της έπεσε με περιέργεια στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ένας κίτρινος φάκελος με φωτογραφία από το Άγαλμα της Ελευθερίας και τους ουρανοξύστες της Ν. Υόρκης στο βάθος της  ήταν εκεί μισάνοιχτος, λες και περίμενε να διαβαστεί. Τον πήρε και διάβασε, ενώ τα γράμματα χοροπηδούσαν σαν ζωύφια μπροστά της. «Μαρίνα Μελίτη, εισιτήριο για Νέα Υόρκη, πλοίο Pacific Star II, 30 Μαΐου… καμπίνα… » Ο πατέρας της, τής είχε δείξει  ξανά την αγάπη του διαλύοντας σαν σύννεφα τις ενοχές της κι ενθαρρύνοντας τη φυγή-λυτρωμό της για δουλειά στην ξενιτιά, με ένα εισιτήριο. Ένα εισιτήριο σεισάχθεια των τύψεων και των αμφιβολιών για το μέλλον της. Είχε πάρει την απόφαση για λογαριασμό της. Με τον φάκελο στο χέρι άρπαξε το τηλέφωνο που χτυπούσε σαν λυσσασμένο. Ήταν η θεία Ελπινίκη που την είχε αντικαταστήσει στο προσκέφαλο του πατέρα της. «Παιδί μου, τρέχα, μόλις που τον προλαβαίνεις».

         Το ακουστικό κρεμάει στο πλάι νεκρό. Η Μαρίνα ακούει μια φωνή που δεν μοιάζει δική της να ψιθυρίζει συντριμμένη «Όχι, πατέρα μου!»



Τίνα Κουτσουμπού

(η φωτογραφία από την ταινία του Δημήτρη Μπαβέλλα Runaway day)

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016


αναχώρηση της Μένιας"

ανέκδοτο διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού





Χτενίζω την κούκλα μου προσεκτικά και τη χώνω βιαστικά στη μεγάλη τσάντα μαζί με τ’ άλλα τα παιχνίδια μου. Φορώ τα όμορφα αθλητικά μου παπούτσια και το πλεκτό καπέλο,  εκείνο με το μεγάλο γυριστό μπορ, εργόχειρο της πολυαγαπημένης μου γιαγιάς, ξεκρεμάω και  το κλουβί με το καναρίνι μου, τον Κίτσο, και βγαίνω στην αυλή όπου με περιμένει ο θείος Πέτρος. Με το ταξί του θα κάνουμε σήμερα μια όμορφη, μου υποσχέθηκε, διαδρομή. Μόνο που θα είναι πολύ διαφορετική  σε διάρκεια και απόσταση από κάθε άλλη. Ο πατέρας, εδώ και ένα μήνα βρήκε νέα δουλειά σε μια επαρχιακή πόλη, που μια φορά μόνο είχα ακούσει το όνομά της,  και μόλις πριν δέκα μέρες η δασκάλα μού την έδειξε στον χάρτη. Ήταν πολύ σκεφτικός τελευταία. Κλεινόταν ώρες στο σαλόνι και μιλούσαν με τη μητέρα. Μια φορά έσπασαν κι ένα βάζο. «Κατά λάθος» μου είπαν, αλλά εγώ κατάλαβα.
Έπειτα ήρθε η ηρεμία κι η γαλήνη. Πήγαμε όλοι στον παππού κι εκείνος τους έδωσε τα κλειδιά του χωριού και κάτι τριμμένα χαρτιά. Συμβόλαια μού είπε η γιαγιά. «Σημαντικά πράγματα που θα σας βοηθήσουν να ζήσετε καλύτερα», κι έτσι το αποφασίσαμε. Με το που έκλεισαν τα σχολεία, η μαμά κανόνισε να μετακομίσουμε. Σήμερα είναι πια η μεγάλη μέρα…
Οκτώ χρόνια στην πόλη της Λάρισας! Εδώ γεννήθηκα και  έφτιαξα τον μικρόκοσμό μου, τους συμμαθητές μου, τους κατοικίδιους φίλους μου, το Φρίξο το μαύρο γάτο της γειτονιάς με τη φουντωτή ουρά και το σκύλο  μου το Μελένιο. Ακούτε πώς  γαβγίζει σήμερα μελαγχολικά από το πρωί; Πώς να τους αποχωριστώ; Ο μπαμπάς, το είπε στο τηλέφωνο, «εδώ δεν μπορούμε να πάρουμε ζώα, είναι πολυκατοικία, μόνο τον Κίτσο να πάρετε μαζί». Με βαριά καρδιά, ένα ζεστό χάδι και μια μεγάλη αγκαλιά, τους άφησα, γάτο και σκύλο στην καγκελόπορτα. Θα τους φροντίζει η γιαγιά. Θα τους ξαναδώ άραγε κάποτε όσους φίλους αφήνω τώρα πίσω; Κι εκεί τι θα βρω;  Νέοι φίλοι, νέο σχολείο, καινούρια ζωή. Από την άλλη βέβαια, όλα ετούτα μου φαίνονται  και λίγο συναρπαστικά.
Το ταξίδι μας είναι ευχάριστο και προσθέτω νέα τοπία στις γεωγραφικές μου γνώσεις. -Να η Καλαμάτα, μετά το τελευταίο φανάρι.
-Πω-πω πόσο φωτεινή μοιάζει στην πρωινή λιακάδα!
- Για δες μαμά τι μεγάλη παραλία!
-Θα κάνεις τρελά παιχνίδια, μου φαίνεται, λέει η μαμά.
-Έχει και βουνό πάνω από την πόλη, οι πλαγιές του πρασινίζουν μέχρι τη θάλασσα, συνεχίζει.
-Είναι οι  απολήξεις του Ταϋγέτου που λούζονται στο Μεσσηνιακό  κόλπο, ρίχνει τη διευκρίνιση ο θείος. Περνούμε μέσα από την πόλη. Με την πρώτη ματιά με κερδίζει. Μοιάζει νοικοκυρεμένη, με πολλά καταστήματα και πλήθος κόσμου που βηματίζει στη μεγάλη της πλατεία. Ανακαλύπτω και μια ωραία παιδική χαρά κοντά σ’ ένα πάρκο με παλιές αμαξοστοιχίες.
Ο πατέρας, μόλις φτάνουμε, φορώντας ένα πλατύ χαμόγελο με παίρνει αγκαλιά και  όπως πάντα με στριφογυρίζει στον αέρα. Έχω πολλή αγωνία. Θα μ’ αρέσει η καινούρια πολυκατοικία, όπου στον πρώτο της όροφο θα έχω τώρα το σπίτι μου;

 Είναι όμορφα βαμμένο, με πολλές τριανταφυλλιές στον κήπο. Στον τρίτο όροφο, η πόρτα ανοίγει. Ένας όμορφος χώρος με τα έπιπλά μας, με υποδέχεται. Τρέχω στο βάθος κι ανοίγω  την  πόρτα που γράφει απ’ έξω: ΜΕΝΙΑ. Στο γραφείο είναι μια πολύχρωμη μπάλα θαλάσσης και μια φυσαρμόνικα, σαν αυτή που  έπαιζε ο παππούς στη Λάρισα.
Ανακάθομαι στο κρεβάτι. Πόσο μαλακό και άνετο είναι! «Μπράβο σου μπαμπά! πώς τα κατάφερες να φτιάξεις όλα αυτά μόνος σου;» ρωτώ με θαυμασμό. «Με βοήθησε η φιλενάδα σου η Αντιγόνη», μου λέει με παιχνιδιάρικο ύφος. Ένα κορίτσι που δείχνει να ’χει την ηλικία μου, μού πιάνει το χέρι και με καλωσορίζει. «Είμαι η Αντιγόνη και σε περίμενα να παίξουμε», μου λέει. Ανταποδίδω το χαμόγελο. Η Αντιγόνη νιώθω πως θα μ’ αρέσει. Το αυτί μου πιάνει ήδη το κελάιδισμα του Κίτσου που πεταρίζει στο κλουβί του. «Θα δεις, θα σου αρέσει εδώ» μου λέει  με τη γλυκιά φωνή του και τσιμπολογάει τα σποράκια του ευτυχισμένος. Του απαντώ λοιπόν κι εγώ αναστενάζοντας «μακάρι, Κίτσο μου, μακάρι». Χαϊδεύω το κίτρινο βελούδινο κεφαλάκι του και σκέφτομαι πως… Τελικά είναι πολύ δύσκολο να είσαι παιδί.


Τίνα Κουτσουμπού

(ανέκδοτο)

(φωτογραφία:  Izabella Urbaniak)

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Το ψωμί της απελευθέρωσης

αφήγημα της Τίνας Κουτσουμπού





Στις 12 Οκτωβρίου 1944 νωρίς το πρωί, μετά από τριάμισι χρόνια κατοχής, οι γερμανικές δυνάμεις εγκαταλείπουν την ελληνική επικράτεια. Οι τελευταίοι Γερμανοί καταθέτουν στεφάνι χωρίς τον αγκυλωτό όμως σταυρό μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη με τις πρέπουσες στρατιωτικές τιμές. Την προηγουμένη η νύχτα ο Γερμανός στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, με ανακοίνωσή του προς τον δήμαρχο της Αθήνας Άγγελο Γεωργάτο, κηρύσσει την Αθήνα «ανοχύρωτη πόλη». Το νέο στη στιγμή το παίρνει ο αέρας της Αθήνας που μυρίζει πια ελευθερία και το σκορπά στα τέσσερα σημεία της, ενώ και οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν χαρμόσυνα.
Οι ημέρες που θα ακολουθήσουν την αποχώρηση των δυνάμεων του άξονα από την Αθήνα του τότε, 70 χρόνια πριν, είναι γεμάτες γεγονότα και τα θυμούνται με συγκίνηση οι παππούδες και πατεράδες που τα έζησαν και  γιόρτασαν στις πλατείες και στους δρόμους της ταλαιπωρημένης τότε πρωτεύουσας. Εκείνη την μέρα, την ημέρα 18η Οκτωβρίου που η Αθήνα λυτρώνεται πραγματικά αλλά και συμβολικά από τον αγκυλωτό σταυρό  με την  ελληνική σημαία κυματίζει περήφανη στον αττικό ουρανό μετά την ανάρτησή της από τον Γεώργιο Παπανδρέου θυμάται και η Αθανασία –οικογενειακή φίλη, που στα ογδόντα της σήμερα, ανακαλεί τις μνήμες της από τα συμβάντα της εποχής του τέλους του πολέμου.

Για την Αθανασία είναι μια μέρα ίδια με όλες τις άλλες. Παιδί ακόμη του δημοτικού, δεν ξέρει από τις κουβέντες των μεγάλων και είναι ανυποψίαστη.
Η κατοχή είχε αφανίσει το πλούσιο σπίτι τους, όπως άλλωστε και πολλά νοικοκυριά. Νηφάλια σηκώνεται από το κρεβάτι της για τις συνηθισμένες πρωινές ασχολίες της.
Δεν φθάνουν στ’ αυτιά της ούτε οι καμπάνες, ούτε η σημαντική είδηση της ημέρας.
«Πήγαινε παιδί μου να αγοράσεις λίγο ψωμί», ακούει την προσταγή της μητέρας της που πασχίζει να εξοικονομήσει το καθημερινό τους πιάτο.
Φορεί το σκουρόχρωμο γυρισμένο και ραμμένο κι από την  ανάποδη φόρεμα, που κληρονόμησε από την μεγαλύτερη αδελφή της, τα φθαρμένα παπούτσια της που τα παραγεμίζει καμιά φορά στο κρύο με εφημερίδες, για να ζεστάνει λίγο τα ακροδάχτυλα από τα λεπτά ποδαράκια της, σημάδι ανεπαρκούς σίτισης όλα αυτά τα χρόνια, και κινάει για το γνωστό υπόγειο φούρνο του κυρ Περικλή που της δίνει το συμφωνημένο καρβέλι της οικογένειας.
Όμορφη η μέρα του Οκτώβρη, η απόσταση κοντινή, τίποτε δεν θα χαλάσει το παιχνίδι της με την μεγαλύτερη αδελφή της στην αυλή και ετοιμάζεται να ανέβει πίσω τα σκαλιά του κυρ Περικλή και να επιστρέψει σπίτι της.
Στο πιο κάτω στενό βγαίνει στην Πατησίων. Παρέες μεγάλων την προσπερνούν βιαστικά και  καθώς κατηφορίζει το πλήθος μεγαλώνει. Άνδρες, γυναίκες, χαμογελαστοί με γρήγορο βήμα κατεβαίνουν τώρα προς το Πολυτεχνείο. Δεν προφταίνει καν να στρίψει στη γωνία και να αφήσει πίσω της τον φούρνο της γειτονιάς της. Ο κόσμος - λαοθάλασσα φωνάζοντας συνθήματα «Ζήτω η ελευθερία» την τραβά στο διάβα του. Προχωρά μεθυσμένη πασχίζοντας να κρατήσει το βήμα της. Το στενό που έπρεπε να στρίψει για το σπίτι, είναι πια πολύ μακριά της. Μα που την πάνε όλοι αυτοί; Δεν βλέπει κανένα να ρωτήσει. Κανείς δεν της δίνει σημασία. Μόνο τρέχουν, όλο τρέχουν προς την Αθηνάς, κοιτάζουν την Ακρόπολη. «Ο Γεώργιος Παπανδρέου υψώνει τη  γαλανόλευκη» ακούει που φωνάζουν. Κοιτάζει και κείνη προς τον ουρανό. Η ελληνική σημαία χαϊδεύει το απαλό αεράκι πάνω στον ιερό βράχο. Σφίγγει το αχνιστό ψωμί στην αγκαλιά της, να βεβαιωθεί μήπως το καρβέλι παρασύρθηκε από το πλήθος που τόση ώρα την έσπρωχνε. Το αγγίζει έτσι όπως είναι ζεστό ακόμη και όσο παρατηρεί τσιμπολογάει κομμάτι-κομμάτι, την τραγανή κόρα. Πόσο νόστιμο, της φαίνεται! Μια γυναίκα την παρατηρεί με τρυφερότητα. Την  ρωτά που μένει και την οδηγεί από το χέρι με το μισοφαγωμένο ακόμη ψωμί στην αγκαλιά της.
Δάκρυα χαράς και ευχαριστίες για το απολωλός παιδί τους, συνοδεύουν την Αθανασία με την άγνωστη κυρία στην μισοάδεια από έπιπλα (πολλά τα  πούλησαν για να φάνε) σάλα.
Η μητέρα παίρνει το μισοφαγωμένο ψωμί. Κοιτάζει στοργικά, με αγάπη την Αθανασία. «Είσαι πολύ τυχερή της λέει που δεν χάθηκες». Η Αθανασία καμαρώνει. Στιγμή δεν φοβήθηκε. Είναι ευτυχισμένη που μπόρεσε να ζήσει αυτές τις ιστορικές στιγμές για τον τόπο της.
Από τότε η Αθανασία κάθε τέτοια μέρα ζυμώνει η ίδια το ψωμί τους στο τραπέζι, εις ανάμνηση εκείνου του ψωμιού «Το ψωμί της απελευθέρωσης», όπως το αποκαλεί, με συγκίνηση και νοσταλγία ακόμη και σήμερα κι  ορκίζεται, πως ποτέ μέχρι τώρα δεν ξανάφαγε τόσο νόστιμο ψωμί.

Τίνα Κουτσουμπού


(δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Μεσσηνιακός Λόγος στις 30 Οκτωβρίου 2014)

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

         
Στο ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» ένα ανέκδοτο διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού σε πρώτη δημοσίευση


«Η πόζα»
ανέκδοτο διήγημα της Τίνας Κουτσουμπού


                                                            
              Εχθές, στις επτά ακριβώς, μετά από μια κοπιαστική μέρα πλάι σε χρωστήρες, καβαλέτα και τέμπερες, κτυπάει δυνατά ξαφνιάζοντάς με το τηλέφωνο του ατελιέ μου. Ο κύριος Μποέμης, όνομα και μη χωριό, για δεύτερη φορά μέσα στο δίμηνο, με ζητούσε εναγωνίως για έναν πίνακα.
 Έναν ξεχωριστό πίνακα, όπως κάθε φορά μου τόνιζε, σαν να μην το ’ξερα τι τρέλα  κουβαλούσε, όποτε μου παράγγελνε τους πίνακές του! Μόλις του παρέδωσα τον προηγούμενο -μια γυάλα με χρυσόψαρα εμπρός από μια ψόφια γάτα που περιμάζεψε από το διπλανό οικόπεδο, τυλιγμένη σε μεταξωτό σεντόνι. Ήθελε λέει να τονίσει την αντίστροφη, ενίοτε, πορεία των πραγμάτων στη σχέση: ψάρι –θύμα, γάτα-θύτης. Τρελός, σας λέω, για δέσιμο!
               Το ραντεβού μας, κλείστηκε για το επόμενο πρωινό και να ’μαι τώρα, όρθιος εμπρός στην περίεργη σύνθεση που επινόησε αυτή τη φορά, για να ζωγραφίσω τον ίδιο.
Τοποθέτησε την αγαπημένη του κόκκινη κουνιστή πολυθρόνα εμπρός ακριβώς από τον νέο του πίνακα -το άλογο που καλπάζει- αποκτημένο από γνωστό  συλλέκτη έργων τέχνης, και στήθηκε σε πόζα, όλο ύφος και αυτοπεποίθηση περιμένοντας να ξεδιπλώσω την τέχνη μου.
                Αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας από τους λίγους καπνέμπορους της εποχής μας, επιδόθηκε τελευταία στη συλλογή έργων τέχνης σαν αυτό που έχει πίσω του. Σήμερα είναι ιδιαίτερα καλοντυμένος και αρκετά μοντέρνος νομίζω για την ηλικία του, κοντά στα σαράντα πέντε τον υπολογίζω, αφού οι συνδυασμοί σακάκι-γραβάτα-παντελόνι έχουν ύφος  λιγάκι ανάλαφρο, μποέμ. Χαρακτηριστικό του, φυσικά, οι ριγέ κάλτσες που δεν αποχωρίζεται ποτέ  -τις  έχει σε όλες τις αποχρώσεις- καθώς και τα μαύρα μοκασίνια, βέβαια πάντα καλογυαλισμένα και χωρίς κορδόνια.
Την χρωματική πανδαισία στο ντύσιμό του, συμπληρώνει αριστοτεχνικά το κίτρινο φουλάρι που πέφτει ατίθασο στον ώμο του, έτσι όπως στρέφει το κεφάλι του με τα γνώριμά μου πλέον τσουλούφια που πέφτουν σαν κορδέλες στα καλοχτενισμένα του μαλλιά. Τι τύπος, θεέ μου! Πάντα τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, μ’ αυτό το εκφραστικό όλο έπαρση βλέμμα. Στα καλοσχηματισμένα χείλη του, φιγουράρει το πούρο του, προϊόν των επιχειρήσεών του που δεν θέλησε όμως να το ανάψει κι ούτε και σκοτίστηκα, θεωρώντας το άλλη μια ιδιοτροπία του.
                   Πόσο με κουράζει με τις απαιτήσεις του και πόσο απρόσμενα με εμπνέει με την εκκεντρικότητά του! Του προτείνω να χρωματίσω με άσπρο χρώμα  το φόντο αλλά με μια λέξη του μού κόβει τη φόρα.
Κ ί τ ρ ι ν ο, μου τονίζει κοφτά, ασορτί με το φουλάρι μου. Η παλαβομάρα στο ζενίθ. Σας λέω, αυτός με ξεπερνά κατά πολύ.
Στην αρχή της γνωριμίας μας του έφερνα αντιρρήσεις, θέλοντας να δείξω πως είμαι καλλιτέχνης με άποψη, όμως γρήγορα  κατάλαβα πως αυτός, θα ’χε στο πάρε-δώσε μας τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Δεν λέω τίποτε από τότε, εφόσον πληρώνομαι καλά. Άλλωστε η εκκεντρικότητά του αυτή αποτελεί την καλύτερη για μένα προβολή και διαφήμιση. Το διαφορετικό πάντα συνεπαίρνει τα πλήθη. Αφήνομαι λοιπόν κι εγώ στην ιδιόμορφη  συνεργασία μας, για  όσο κρατήσει.
          Σήμερα θα βάλω και την τελευταία πινελιά στο φόντο. Το άλογο του πίνακα με προκαλεί να το αποδώσω σε όλο του το μεγαλείο. Η φυσική του κίνηση, η ροπή προς την ελευθερία, η απόδραση στο άπειρο, συμβολίζει μου φαίνεται την τέχνη, την κάθε μορφής τέχνη κι ενθουσιάζομαι όλο και πιο πολύ.
          Μην κουνιέσαι κύριε Μποέμη, θα χαλάσει η τελευταία πινελιά μου, ακούω τη φωνή μου που διαταράσσει την ησυχία, κι εκείνος με ένα νεύμα του μου απαντά: Τελειώσαμε, φίλτατε, ως εδώ. Αφήνω σ’ εσάς να βρείτε το όνομα του εξαίσιου αυτού πίνακα. Θα περάσω αύριο να τον θαυμάσω και τότε θα σας κόψω και την αμοιβή σας. Ως τότε δουλέψτε. Η τέχνη θέλει θυσίες κι εγώ ένα γερό ποτήρι μπράντι.
          Τον βλέπω καθισμένο ακόμη να με καρφώνει με τα διαπεραστικά του μάτια ενώ με το μακρύ περιποιημένο χέρι του, ανάβει το πρώτης τάξεως πούρο του, σκορπίζοντας παντού μέσα στο ατελιέ μου, τα αρωματισμένα δαχτυλίδια του καπνού του. Αφήνω κάτω τον χρωστήρα μου και διαβάζω με καμάρι: Η πόζα. Υπογράφω καλλιγραφικά με το όνομά μου, κίτρινο κι αυτό όπως το φόντο, κι αφουγκράζομαι να ακούσω… τη δόξα να καλπάζει, σαν το άλογο. Ο ήχος από το άδειο μου στομάχι κι η παγερή μου μοναξιά με συνεφέρνουν γυρνώντας με στον ρεαλισμό της καθημερινότητας.
Ας έρθει πρώτα η αμοιβή, κανείς δεν χορταίνει μόνο με τη δόξα, μιλώ στον εαυτό μου και κλείνω με νόημα το μάτι στον κύριο Μποέμη, που μου χαμογελά παράξενα δίπλα στα καλλιγραφικά γράμματα της ξαπλωτής φαρδιάς-πλατιάς υπογραφής μου.

Τίνα Κουτσουμπού
(ανέκδοτο, σε πρώτη δημοσίευση)

(Δημήτρης Μυταράς, καθιστή ανδρική μορφή, ακρυλικό σε μουσαμά, 1979-80)

Τίνα Κουτσουμπού:
Ο καινούργιος και επτά ακόμη διηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδη,
Του καιρού γυρίσματα και επτά ακόμη διηγήματα, εκδόσεις Διάνυσμα