Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνθος Σκαργιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνθος Σκαργιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Η φωνή

Αλήθεια, πώς περιγράφεται ο ήχος της;

(διαβάζοντας από το μυθιστόρημα του Μάνθου Σκαργιώτη "Στο δρόμο των αρωμάτων")



Η περιγραφή είναι ένα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα που αγαπούν οι συγγραφείς, ιδίως αν η τέχνη τους υπηρετεί τη μεγάλη αφήγηση, δηλαδή το μυθιστόρημα. Έτσι συχνά θα δούμε περιγραφές τοπίων, εξωτερικών ή εσωτερικών χώρων, προσώπων κ.λπ. Πώς περιγράφεις, όμως, μια φωνή; Εκεί πρέπει η τέχνη σου να είναι ικανή να μεταφέρει στο χαρτί ατόφιο τον ήχο, τα τσακίσματα. Τόσο καλά σαν να την ακούς. Και τόσο ζωντανά σαν να θέλεις να τραγουδήσεις μαζί της. Ή, όπως εδώ, στο απόσπασμα του Μάνθου Σκαργιώτη, σαν τόσο βαρύ φορτίο μέσα σου που να θέλεις να φύγεις, ίσως γιατί δεν αντέχει η ψυχή σου τόσο γλυκασμό.

Στο πατάρι η μελαψή τραγουδίστρια, οπού την ήλεγαν Ζαΐρα, φορούσε μακρύ φουστάνι με πολύχρωμα ξόμπλια, είχε μαζωμένους στο φιδίσιο κορμί της όλου του ντουνιά τους αγίους και τους διαβόλους. Απ’ τα βαμμένα μάτια της με τη μαύρη ελιά στο πλάι του δεξιού, κι απ’ τα μαλλιά της, κι απ’ τα γρασμένα χείλια της, κι απ’ το λαιμό της, κι απ’ τα στήθια της, κι απ’ τα λυγίσματα των χεριώνε της, κι απ’ τους παιδεμούς της μέσης της, κι απ’ όλα της, φανερά και κρυμμένα, περιχυνότουν αράπικο μεράκι και λάβωνε τις καρδιές των μουστερήδων. Κι εγώ καμίνι το κορμί μου, κι η ψυχή μου φουρτουνιασμένο πέλαγο.
“Βάι, βάι” βάβιζε ο Νιαζίμ, ενώ η Ζαΐρα συνέχιζε να ρίχνει λάδι στες φωτιές μας:

Τα δυο της χείλια μόνο για φιλιά ήταν πλασμένα.
Αχ, μάνα μου, μόνο για φιλιά.
Στα μαύρα μάτια της το φως και η σκιά παλεύαν,
στο μέτωπό της έτρεμε η παιδική δροσιά.
Αχ, μάνα μου, κι έγινε σκοτάδι, κι έγινε νυχτιά.

Βάσταγε για λίγο τη φωνή της ψηλά κι αποκεί την άφηνε σιγά σιγά να πέφτει· κι όπως έπεφτε, την έκλωθε, την τσάκιζε, αλλά μια ανάσα πριχού τη φτάσει στο σανίδι την τίναζε προς τα πάνω, ωσάν χαμοπούλι που είδε ξαφνικά τον κίντυνο και πέταξε να σωθεί. Μαζί της αναστέναζε το τουμπελέκι, το ούτι, η φλογέρα, το βιολί, το ντέφι κι ένα ακόμα λαλούμενο που δεν είχα ματαϊδεί. Κι έμπαινε μες στις φλέβες μου μέλι ανάμειχτο με χυμό και πικραμύγδαλο.
“Βάι, βάι!” ο Ναζίμ.
Βουβός εγώ, δίχως αέρα, να με δέρνουν μαστίγια μουσκεμένα στη θάλασσα. Τινάχτηκα πάνω, παράτησα τον Ναζίμ και βγήκα στο δρόμο.


(από το μυθιστόρημα «Στο δρόμο των αρωμάτων» του Μάνθου Σκαργιώτη, εκδόσεις Διόπτρα)


(πίνακας: Leila, sir Frank Dicksee, 1892)

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί τον Μάνθο Σκαργιώτη
με ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά του
«Στο δρόμο των αρωμάτων»




«Με το Ρωμιό είμαστε συνορίτες. Ένας φράχτης χωρίζει τες αυλές μας. Όμως κανένας φράχτης δε χωρίζει τες καρδιές μας. “Βαχ!” να κάμω εγώ, μ’ αφιγκράζεται ο Εξάκουστος. “Αχ!” να κάμει αυτείνος, γεργεριντέ εγώ. Ακούρμα, Κουστεντί. Μπορεί να `χουμε ο πασαένας το δικό του Θεό. Αφήνουμε όμως τους Θεούς μας να χωρίζουν τον κόσμο και να τσακώνονται αναμεταξύ τους. Εμείς δεν είμαστε θεοί, ανθρώποι είμαστε. Κόσμο δεν έχουμε να διαφεντέψουμε. Ψωμί και καρδιά έχουμε, αυτά διαφεντεύουμε. Και τα μοιραζόμαστε. Ξερό ψωμί στο ένα σπίτι; Ξερό και στ’ άλλο. Χαρά στο ένα; Χαρά και στ’ άλλο».
Και ξακολούθησε: «Κι άμα τη μια μέρα πέσει γκρίνια ανάμεσόν μας, την άλλη μέρα η γκρίνια διαβαίνει και πάει με τον αέρα. Είναι ωσάν το θυμό της μάνας και το χιόνι της άνοιξης· και τα δυο λιώνουν ογλήορα. Νογάς τι θα γινότουν άμα βαστάγαμε γινάτι; Θα πετροβολάγαμε κάθε μέρα ο ένας τον άλλονε κι οι αυλές μας θα γιομούσαν λιθάρια. Κι από πού θα μπαίναμε στα κονάκια μας; Γι’ αυτό και λησμονούμε τα κακά. Για βροχή, μαθές, που πέρασε δεν κρατούμε ομπρέλα. Κοιτάζουμε μπροστά, την καινούρια μέρα. Και κοιτάζουμε με την καρδιά. Ότι η καρδιά είναι πιο σοφή απ’ το μυαλό.»
Έκοψε λίγο κι είπε κοντά: «Άι, Κουστεντί! Τι `ναι η ζωή; Ένα χέρι είναι που καρτερεί να τ’ αγγίξεις. Άμα το προσπέρασες, θ’ αποθάνεις σαν να μην είχες γεννηθεί…»
Έστηνα καλό αυτί, αλλά οι τυράγνιες των συμπατριώτων μου απ’ τους Τούρκους στους ελληνικούς τόπους ήσαν κολλημένες στο μυαλό μου.
«Αυτά δε γένονται στη Ρούμελη», του είπα.
«Δε γένονται, λιοντάρι μου», είπε ατάραχτος ο παππούς. «Ξεύρεις γιατί; Γιατί στον τόπο σας οι Ρωμιοί φοβούνται τους Οθωμανούς και οι Οθωμανοί τους Ρωμιούς. Κι ο φόβος είναι φίδι που θρέφεται με μαύρο γάλα. Εμείς έχουμε μια παροιμία που λέγει: “Ό,τι βγαίνει από αυγό πάλι αυγό θα βγάλει”. Απ’ το κακό δε γεννιέται ο φόβος; Κακό θα φέρει με την αράδα του κι αυτός. Και το τρανύτερο κακό που φέρνει είναι το αίμα. Και το αίμα οι ανθρώποι το ξεπλένουν με αίμα. Και τούτο πάει σκοινί γαϊτάνι».
«Αλλά το αίμα όχι με αίμα, με νερό πρέπει να το ξεπλένεις», πρόστεσε ο Εξάκουστος.
Εγώ δεν ήξευρα τι να ειπώ. Ούτε τώρα ηξεύρω. Πάντως τούτος ο γέρος είχε την αγαθότη του δεντρού που χαμηλώνει τους κλώνους του για να κόψεις τον καρπό του.

(«Στο δρόμο των αρωμάτων», του Μάνθου Σκαργιώτη απόσπασμα, εκδόσεις Διόπτρα)



Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952.  Σπούδασε Φιλολογία. Ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα και ποιήματα. Δημοσίευσε εισαγωγικές μελέτες για το έργο του Κ. Θεοτόκη,  του Κ. Κρυστάλλη και του Γ. Κοτζιούλα, καθώς και πορτρέτα Ηπειρωτών δημιουργών. Κείμενά του είναι επίσης δημοσιευμένα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.
Μυθιστορήματα: Το λαθραίο (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991), Η αλάνα με τις ακονόπετρες (Δωρικός, Αθήνα 1995), Ουδέτερη ζώνη (Κέδρος, Αθήνα 1995), Δώδεκα μήνες, δεκατρία φεγγάρια (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001), Το παρελθόν επιστρέφει από τον άλλο δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2004), Ένα κλειδί , τρεις πόρτες (Μεταίχμιο, Αθήνα 2009), Στο δρόμο των αρωμάτων (Διόπτρα, Αθήνα 2015).
Ποιήματα: Ματωμένοι σάρακες (Κριτήριο, Αθήνα 1974), Στο ρυθμό της Κύπρου (ιδιωτική έκδοση, Γιάννινα 1978).]