Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτα Λάμπρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτα Λάμπρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

ΟΙΝΟΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ ΝΟΥ ΦΩΤΗΣ ΙΩΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ της Παναγιώτας Π. Λάμπρη πεζογράφου - ποιήτριας

 


ΟΙΝΟΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ ΝΟΥ

ΦΩΤΗΣ ΙΩΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

της Παναγιώτας Π. Λάμπρη

πεζογράφου - ποιήτριας


 

Μόλις ολοκλήρωσα τη μελέτη του βιβλίου του Φώτη Ιωάν. Δημητρόπουλου, ΟΙΝΟΣ ΚΑΤOΠΤΡΟΝ ΝΟΥ - Οίνος και Συμπόσια στην Ελληνική Αρχαιότητα - Ποιητικές και άλλες μαρτυρίες (Πάτρα 2019), ένιωσα βαθιά ικανοποίηση και χαρά. Και τούτο, διότι, πέραν του ότι αγαπώ τις μονογραφίες διαφόρων επιστημονικών πεδίων, εν προκειμένω είχα απολαύσει μια ξεχωριστή μελέτη για τον οίνο, η οποία ήταν αποτέλεσμα πολύ μόχθου, καθώς ο συντάκτης της, πέραν άλλων, διέτρεξε πλήθος πηγών, που στη συνέχεια αριστοτεχνικά τις σύνθεσε, προσφέροντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο, τη συγγραφή του οποίου καθόρισε «ο οίνος ως γεύση και απόλαυση και ο οίνος ως ηδύγευστον σύνδρομον ενός πολιτισμού (ενν. του ελληνικού) από τη χαραυγή της παρουσίας του ως τις μέρες μας» (σ. 7).

    Και όπως ορθά επισημαίνεται στον Πρόλογο, η κληρονομιά των αρχαίων προγόνων δεν αφορά μόνο σε «αγάλματα και μαρμαροκολόνες ενός ηρωικού μεγαλείου ή  συγγράμματα λογοτεχνίας επιστημονικής σκέψης και φιλοσοφικού στοχασμού, αλλά και ήθος ανθρώπου που η κοινωνικότητα του επεκτεινόταν πέρα από το βουλευτήριο και την εκκλησία του δήμου και ολοκληρωνόταν σχεσιοδυναμικά στην ελεύθερη συναναστροφή της αγοράς, της γιορτής και του συμποσίου.» (σ. 8)

    Σε τέτοιες εκφάνσεις του πολιτιστικού βίου μάς μυεί σταδιακά ο συγγραφέας και με πλήθος κειμένων της ελληνικής γραμματείας, τα οποία παραθέτει στην πρωτότυπη μορφή τους για ευνόητους λόγους, αλλά και σε μετάφραση προς διευκόλυνση των αναγνωστών. Και είναι αλήθεια πως διαβάζοντας τα κείμενα και στις δύο μορφές τους, εκτός από τη συνάφεια που παρατηρείς, γοητεύεσαι από πολλές λέξεις του αρχαίου λόγου, οι οποίες γεννήθηκαν, για να περιγράψουν τη ζωή, όπως τότε δημιουργείτο και αναπτυσσόταν, ενώ πλείστες εξ αυτών τις συναντάς ίδιες ή κάπως παραλλαγμένες στις μέρες μας.

    Η οργάνωση της γραφής σε κεφάλαια βοηθά τον μελετητή, ο οποίος δεν χάνεται στη ροή ενός συνεχούς κειμένου, αλλά και μπορεί εύκολα να επανέρχεται σ’  όποια σημεία τον εντυπωσίασαν κι επιθυμεί να τα ξαναδεί, ενώ πολλοί από τους τίτλους, εκτός που προϊδεάζουν για το περιεχόμενό τους, προσφέρουν ξεχωριστή αρχοντιά, θα έλεγα στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα, «Οίνος ηδύποτος», «Προσκεκλημένοι και απρόσκλητοι», «Η ταξιθέτηση», «Εταίρες περιωπής και ποταγωγίδες», κ.λπ. Επίσης, σημαντικές για την πρόκληση ενδιαφέροντος και την κατανόηση του κειμένου είναι το πλήθος σχετικών εικόνων που το συνοδεύει. Αξιοσημείωτο είναι ακόμα και το ότι ούτε στιγμή δεν ξεχνά να υπενθυμίζει στον αναγνώστη και ταυτόχρονα να τον διδάσκει για το ιδιότυπο DNA που μας συνδέει με τους αρχαίους προγόνους μας σε πλείστες όσες εκφάνσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου, γι’ αυτό και πρέπει να πίνουμε κρασί όχι σαν πότες αλλά σαν συμποσιαστές Έλληνες, που έπιναν κρασί στα συμπόσια.

    Άλλωστε, στην Εισαγωγή, καλώντας μας στη γνωριμία με το βιβλίο του, γράφει χαρακτηριστικά: «Για να διαβάσει κανείς ένα κείμενο για το κρασί, ή για να το απολαύσει δεν χρειάζονται πολυτελείς προσκλήσεις και πολυδάπανες επισημότητες των διαφόρων φορέων και εκφορέων. Είναι αρκετοί δυο-τρεις φίλοι, ένα ποτήρι κρασί με τη μυρωδιά του σταφυλιού και τη γλυκιά του γεύση, καθώς και ανάλογο… μεζεδάκι! Γιατί το να ξέρει κανείς να πίνει «ευ και επισταμένως» σημαίνει ότι ξέρει να ζει. Το κρασί είναι το ποτό του τραπεζιού και της συντροφιάς. Είναι το «αντιοξειδωτικό» για τις τριβές των ανθρώπινων σχέσεων. Σε αντίθεση με τη μοναξιά του ξενόφερτου σκληρού ποτού, δρα ψυχολυτρωτικά και ασκεί θετική επίδραση στην υγεία ψυχική και σωματική. Ο Πλάτων θεωρεί «τον οινον επίκουρον της του γήρως αυστηρότητος και φάρμακον ώστε ανηβάν». Και πρέπει να πίνουμε κρασί όχι σαν πότες αλλά σαν συμποσιαστές Έλληνες, που έπιναν κρασί στα συμπόσια∙ εκεί όπου επικρατούσε η απόλαυση, η συντροφικότητα, το μέτρο και το πνεύμα. Εκεί όπου ο οίνος ήταν κάτοπτρον όχι μόνο του νου αλλά και ενός ολόκληρου λαού.» (σ. 12)

    Με λίγα λόγια, ο Φώτης μας καλεί να γίνουμε συμποσιαστές και κατά τη διάρκεια της μελέτης του βιβλίου του, διότι έτσι θα νιώσουμε τι σημαίνει οίνος και απόλαυσή του. Ως εκ τούτου, ως καλός συμποσίαρχος μας οδηγεί σταδιακά στη γνώση και στη μέθεξη, μιλώντας μας για την ετυμολογία της λέξης οίνος, για τα είδη των οίνων κατά την αρχαιότητα, για την καλλιέργεια της αμπέλου, για τα αναγκαία για την οινοποίηση αντικείμενα, για τα έθιμα που σχετίζονται με τη συγκομιδή των σταφυλιών και την επεξεργασία τους, κ.λπ., κι αυτά μέσα από σχετικά κείμενα δημιουργών, οι οποίοι εμπνεύστηκαν και τα αποτύπωσαν σε διάφορα είδη λόγου καταλείποντάς μας πολιτιστικούς θησαυρούς.

    Από τη μελέτη του βιβλίου, «ΟΙΝΟΣ ΚΑΤOΠΤΡΟΝ ΝΟΥ - Οίνος και Συμπόσια στην Ελληνική Αρχαιότητα - Ποιητικές και άλλες μαρτυρίες», εκτός άλλων, προκύπτει πως ο συντάκτης του δημιούργησε ένα άρτιο έργο για τον οίνο, το οποίο θ’ αποτελεί, αν μη τι άλλο, σημείο αναφοράς για τη βιβλιογραφία. Το μόνο, που με θλίβει, είναι ότι αυτό το εξαίρετο από πολλές απόψεις σύγγραμμα δεν τυγχάνει της δημοσιότητας και της αναγνωσιμότητας που του αναλογεί, αφού δεν υπάρχει στις προθήκες και στις προτάσεις των βιβλιοπωλείων και, όπως σημειώνεται (σ. 4), διατίθεται μόνο από το βιβλιοπωλείο HAPPY HOUSE (haphouse@otenet.gr), το οποίο διαπίστωσα πως βρίσκεται στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς! Τόσο μακριά και τόσο κοντά για όποιον ενδιαφέρεται!   

    Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στο εν λόγω βιβλίο, σημειώνω πως ό,τι και να γράψει κάποιος γι’ αυτό είναι λίγο! Ταιριάζει κάθε έπαινος στον δημιουργό του για πολλούς λόγους και αξίζει στο βιβλίο να ταξιδέψει στο πνεύμα και την ψυχή πολλών Ελλήνων, και όχι μόνο, διότι αποτελεί αξιολογότατο πολιτιστικό αγαθό και μιας μορφής αντίσταση στην ποικιλόμορφη ευτέλεια που μας κατακλύζει.

Παναγιώτα Λάμπρη



   

   

   

   

   

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Ειρήνη Μπόμπολη Το μοίρασμα εκδόσεις Πνοή Γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη

 

Ειρήνη Μπόμπολη

 Το μοίρασμα

εκδόσεις Πνοή

 

Γράφει η  Παναγιώτα Π. Λάμπρη*



Ολοκληρώνοντας τη μελέτη του καινούργιου βιβλίου της Ειρήνης Μπόμπολη με τίτλο «Το μοίρασμα» (εκδ. Πνοή, 2024), ένιωσα πως πρόκειται για ένα πανηγύρι της μνήμης που αποτυπώθηκε στο χαρτί με επτά, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, διηγήματα, καθώς κι ένα διασκευασμένο παραδοσιακό παραμύθι. Μάλιστα, όσο από σελίδα σε σελίδα μυούμουν σ’ όλα εκείνα, τα οποία έγιναν αφορμή και έμπνευση γι’ αυτή, της μούσας Μνήμης την προστασία θάρρεψα πως είχε.

    Και τούτο, διότι η μνήμη, οδυνηρή ή μη, γίνεται αστείρευτος τροφοδότης της ζωής μας, αυτού που είμαστε, διεκδικεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το μεράδι της και κινητοποιεί εσώτερες δυνάμεις που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε.  Εν προκειμένω, η Ειρήνη επικαλείται αρκετές φορές τη μούσα Μνήμη και κάπου, φιλοσοφώντας, γράφει: «Το ποτάμι κυλάει πάντα προς τη θάλασσα, αλλά αν σκεφτούμε τον κύκλο του νερού, δεν μπορούμε με σιγουριά να αποφανθούμε ποιο είναι το πριν και ποιο το μετά. Το βέβαιο είναι ότι η βραχεία ζωή μας είναι απλώς ένα μέρος αυτής της ροής. Εκτός και αν σπάσουμε τα στενά όρια της απτής μνήμης και πορευτούμε όχι σε προσδοκία μέλλοντος, αλλά σε αναζήτηση παρελθόντος. Τότε η ζωή μας αποκτά το βάθος που της ανήκει. Θα βοηθήσουμε τη μνήμη με τη φαντασία και τη γραφή. Θα ακολουθήσουμε, γράφοντας, το ποτάμι που κυλούσε και κυλάει ανάμεσά μας, στον ίδιο τόπο, στον τόπο μας, δίνοντας υπόσταση στην ύπαρξή μας και συνάμα αιωνιότητα.» (σ. 51)

    Το ποτάμι, το οποίο συνδέει ως ομφάλιος λώρος τα διηγήματα του βιβλίου και δένει ιδιότυπα τη ζωή της Ειρήνης με τον τόπο που τη γέννησε, είναι ο Άραχθος! Είναι ο αρχαίος θεός, Άραχθος! Είναι ο Θεοπόταμος, ο Μέγας, ο Φείδαρης, ή απλά, το Ποτάμι! Είναι και η μνήμη των ανθρώπων που πέριξ κατοικούν, είναι η μνήμη και η αφορμή για άπειρες μνήμες της συγγραφέως, η οποία μας μυεί στο τι είναι αυτό καθαυτό το συγκεκριμένο ποτάμι, τι είναι για την ίδια, τι κουβαλάει από τη ζωή του τόπου και των ανθρώπων και πώς την επηρεάζει, αλλά και τι μπορεί να σημαίνει για περισσότερους.  Διότι το ποτάμι, που αενάως κινείται, που «δεν έχει χρόνο», αλλά «είναι ο χρόνος» (σ. 44), λειτουργεί διττά. Γίνεται δημιουργός ζωής και δωρητής, αλλά και φορέας θανάτου. Φέρνει και παίρνει, χωρίς κανέναν να ρωτήσει. Που σημαίνει πως η αρχέγονη δύναμή του λειτουργεί ερήμην των ανθρώπων, οι οποίοι, ζώντας δίπλα του, μαθαίνουν γι’ αυτή και γνωρίζουν τα δικά τους όρια, διότι ο ποταμός είναι αυτός που δίνει το μέτρο κι αν δεν τον σεβαστείς θα υποστείς τις συνέπειες.

    Βέβαια, το ποτάμι, που «είναι το πιο όμορφο που έχει δει» (σ. 11) η Ειρήνη, διατρέχοντας την κοιλάδα, εκτός από τα υπέροχα τοπία που διαμορφώνει, δημιουργεί κι ένα ιδιότυπο μοίρασμα, ενώνει και χωρίζει τους ανθρώπους που εκατέρωθεν της κοίτης του κατοικούν, τους «αποπέρα» και τους «αποδώθε», καθορίζοντας τους χαρακτήρες, την ψυχοσύνθεση, τις ασχολίες, καθώς και τους συγγενικούς, τους κοινωνικούς, τους ιστορικούς δεσμούς που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και ως σήμερα, δεδομένων των συνθηκών, συνεχίζονται.  

    Και οι άνθρωποι που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου, πάντα με κέντρο το ποτάμι, ως κομμάτι του τόπου αναπόσπαστο υπάρχουν και δρουν, αν και κάποιες φορές εξωγενείς παράγοντες και πρόσωπα ξένα εμφανίζονται και επηρεάζουν ποικιλότροπα τη ζωή τους, συχνά αναπότρεπτα. Οι περιπτώσεις του σκληρού δασκάλου στο διήγημα «Ο Λάμπρος» και του Λευτέρη στο διήγημα «Ο ξένος» αποτελούν ξεχωριστά παραδείγματα, που αναδεικνύουν κοινωνικά ζητήματα της εποχής, στην οποία αναφέρονται, αλλά και τον τρόπο που τα αντιλαμβάνονται και τα διαχειρίζονται όσοι εμπλέκονται σ’ αυτά.  

    Στα διηγήματα, πέραν άλλων, συναντούμε και οικεία πρόσωπα της γράφουσας, τα οποία είναι σαν κάπου να τα έχουμε συναντήσει, ειδικά όσοι σε κοντινά μέρη ζήσαμε. Αλλά κι εκείνοι που δεν έχουν ανάλογες εμπειρίες, διαβάζοντας, μπαίνουν στη χρονομηχανή και ανιχνεύουν τη ζωή ανθρώπων μιας παρελθούσας εποχής, όπου στόχος δεν ήταν η επιδίωξη της άμετρης απόκτησης υλικών αγαθών, αλλά η ζωή αυτή καθ’ αυτή, που συχνά αναπτυσσόταν με τη μορφή της επιβίωσης, η οποία όμως δεν τους στερούσε την αναζήτηση της χαράς, ούτε την προσδοκία για βελτίωση των υφιστάμενων συνθηκών που θα οδηγούσαν στην πνευματική και στην κοινωνική τους ανέλιξη.  

    Ουσιαστικά, πρόκειται για τη ζωή των φυσικών ανθρώπων, στους οποίους ύμνους αναπέμπει η Ειρήνη Μπόμπολη. Άλλωστε, τους γνωρίζει πολύ καλά, αφού κοντά τους γαλουχήθηκε στα πρώτα, καθοριστικά για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας ενός εκάστου χρόνια. Και θαύμασε την καρτερία τους, τη στωική στάση στα δύσκολα της ζωής, την ανθρωπιά τους, τη συμφιλίωση με τη φύση, της οποίας το πρόσωπο πολλαπλά γνωρίζουν, την αποδοχή του αδήριτου, την αγωνιστικότητα που δεν αφήνει περιθώρια για παραίτηση και άλλα πολλά.

    Έτσι, εναλλάσσοντας το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο στην αφήγηση, βλέπουμε τη συγγραφέα να κινείται και να δρα ανάμεσά τους, να μαθαίνει απ’ αυτούς, ν’ αναδεικνύει χαρακτήρες και συμπεριφορές, ν’ ανακαλύπτει τον κόσμο σε πολλές εκφάνσεις του. Να ενσωματώνει, επίσης, με ξεχωριστό τρόπο στοιχεία της παράδοσης, όπως, για παράδειγμα, στο διήγημα «Ο γάμος», όπου το έθιμο του «παντρέματος του ποταμού» είναι κάτι περισσότερο από αυτή καθαυτή την παράδοση. Και γράφει: «Αυτό το γλεντοκόπι κρατούσε περίπου μια ώρα. Ήταν το έθιμο «το πάντρεμα του ποταμού». Γινόταν κάθε φορά που παντρεύονταν άνθρωποι από τους δύο διαφορετικούς αυτούς κόσμους, τους «αποπέρα» και τους «αποδώθε». Έλεγαν ότι μετά απ’ αυτό ο ποταμός θα δώσει σημάδι για τη ζωή του ζευγαριού. Το θεωρούσαν ένα είδος εξευμένισης της μοίρας, αλλά εδώ η μοίρα ήταν ο Άραχθος.» (σ. 39)

    Στις ιστορίες της Ειρήνης διακρίνεται μια αδιόρατη νοσταλγία, για όσα έζησε και απωλέστηκαν στη ρύμη του χρόνου και την ακολουθούν, εν προκειμένω και την εμπνέουν. Δεν φαίνεται όμως να επιθυμεί την επιστροφή σε κείνον τον ιδιότυπο παράδεισο της παιδικής ηλικίας, αφού έτσι κι αλλιώς, εκτός από το ποτάμι και το φυσικό τοπίο που παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα, όλα τ’ άλλα έχουν αλλάξει, μια και οι άνθρωποι που τους έδιναν νόημα δεν είναι πια εκεί. Πολύ περισσότερο, που κάθε  επιστροφή «στον τόπο που ερήμωσε» της αποκαλύπτει αλλαγές που την πληγώνουν. Ακόμα και στην πόλη, στην Άρτα, παρόμοια νιώθει, αφού αρκετά από κείνα που συνιστούσαν γι’ αυτή μνήμη και ζωή θάλλουσα έχουν χαθεί.  

    «Ύστερα από δέκα λεπτά έμπαινε επιτέλους στον χώρο του σύγχρονου παζαριού με λαίμαργη διάθεση.», γράφει. «Η πρώτη εικόνα την ακινητοποίησε για λίγο και την άφησε άφωνη. […] Αντί για ζώα, βρήκε πλαστικά κατασκευάσματα που τα ονόμαζαν «κούκλες». Αντί για βελέντζες, νάιλον κουβερλί. Αντί για «γύρο του θανάτου», έναν θάνατο κάθε γνήσιου κατάλοιπου του αλλοτινού μουχούστι, ενός θεσμού που ξεκίνησε από την τουρκοκρατία. Ακατάστατα εμπορεύματα, άσχετα μ’ αυτόν τον τόπο, και ακατάστατοι θορυβώδεις επισκέπτες. Ένας θεσμός που τόνωσε για αιώνες την τοπική οικονομία, ρημάχτηκε από την παγκοσμιοποιημένη αγορά. Μια εκκωφαντική μουσική που δεν έμοιαζε με τίποτα, παρά μόνο ενοχλούσε ακόμα και τα πιο ισχυρά ώτα, την έδιωξε άρον άρον από τον χώρο.» (σ. 119)

    Όποιος πάρει στα χέρια του «Το μοίρασμα» της Ειρήνης Μπόμπολη θα μαγευτεί από τις ιστορίες της, θα γνωρίσει έναν άγνωστο, ίσως, κόσμο, θα επικοινωνήσει με γνήσιους φυσικούς ανθρώπους, θα μάθει γι’ αυτούς και τις ασχολίες τους, θα εντρυφήσει σε μύθους και παραμύθια, θα κινδυνεύσει να πλανευτεί από ξωθιές, θα γνωρίσει έθιμα, θα συναντήσει ιδιωματικές λέξεις, αναπόσπαστο κι αυτές κομμάτι του τόπου, θα θαυμάσει την ομορφιά του τοπίου, θ’ αντιληφθεί κατά το δυνατόν τη φυσιογνωμία του Αράχθου και, ίσως, επιθυμήσει να τον δει και να τον αφουγκραστεί από κοντά.

    Και τούτο, διότι ο Άραχθος, «[…] δεν είναι ένα απλό ποτάμι. Για να διαβεί και να φτάσει στη θάλασσα του Αμβρακικού έστρωσε ζαφειρένιο χαλί από λευκά κρόταλα, πέτρες ολόλευκες και υπόλευκες. Έτσι, όλη η κοίτη του είναι λευκή, επειδή όμως εκτός από όμορφο είναι και ατίθασο, η κοίτη του δεν είναι σταθερή. Άλλοτε απλώνεται, άλλοτε μαζεύεται, άλλοτε αλλάζει διαδρομή, άλλοτε διακλαδίζεται και σχηματίζει μικρά νησάκια. Έτσι, δίπλα στα νερά του, εκατέρωθεν, απλώνεται μεγάλης έκτασης αιγιαλός κατάλευκος που του δίνει μοναδικότητα εκπληκτική, και το κυριότερο, το κάνει να ξεχωρίζει από μακριά ακόμα και στο βαθύ σκοτάδι. Ένα τεράστιο κατάλευκο φίδι το ποτάμι μας που διασχίζει με ορμή και πάθος την κοιλάδα των ορεινών Τζουμέρκων μέχρι τον κάμπο της Άρτας, όπου και ημερεύει χάνοντας και μέρος της φυσιογνωμίας του.» (σ. 12)

    Το βεβαιώνω κι εγώ, που είμαι από τους «αποπέρα», το κάλλος του ποταμού, ευχόμενη στην Ειρήνη Μπόμπολη, «Το μοίρασμά» της να ταξιδέψει σε πολλές καρδιές. Το αξίζουν αυτό το ταξίδι τα διηγήματά της, διότι κομίζουν έναν πιο απλό, γνήσιο, μη επιτηδευμένο κόσμο, ο οποίος όλο και σπανίζει στις μέρες μας. Και τον έχουμε ανάγκη αυτόν τον κόσμο, έστω και ως παράδειγμα, διότι ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτόν ζούσε αρμονικά με τη φύση, σεβόμενος την ίδια και τη δύναμή της, κάτι που ο άνθρωπος της εποχής μας δεν πράττει εν πολλοίς, υφιστάμενος, όχι σπάνια, τις συνέπειες.  

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

*η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι   πεζογράφος, ποιήτρια

   

 

  

    

   

 

 

   

 

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Για την ποιητική συλλογή της Αναστασίας Κλώνη Στην αρχή του ταξιδιού Γράφει η Παναγιώτα Λάμπρη

 

Για την ποιητική συλλογή της Αναστασίας Κλώνη

Στην αρχή του ταξιδιού

Γράφει η Παναγιώτα Λάμπρη

 

   


Όταν παίρνω στα χέρια το πρώτο βιβλίο ενός δημιουργού χαίρομαι, συχνά συγκινούμαι, για πολλούς λόγους. Αυτή τη φορά, κρατώ την ποιητική συλλογή της Αναστασίας Κλώνη με τον εμβληματικό τίτλο, «Στην αρχή του ταξιδιού» (εκδόσεις Πηγή, 2021). Πόσο μάλλον, που η αρχή των ταξιδιών, πνευματικών ή μη, έχει πάντα ενδιαφέρον, αφού σε καλούν να βιώσεις και να γνωρίσεις καινούργια πράγματα, τα οποία, όχι σπάνια, ανοίγουν νέους ορίζοντες, που σημαίνει αφορμές για νέα ταξίδια.

    Η Αναστασία, στην πρώτη της ποιητική έκφραση, απευθύνεται εισαγωγικά στον αναγνώστη και μεταξύ άλλων, του λέει: «Στις σελίδες του βιβλίου που κρατάς είναι αποτυπωμένη η προσπάθειά μου να ερωτευτώ την αιτία της ύπαρξής μου και της συνεχούς συνεύρεσης με τον συνάνθρωπο με μανιώδη απλότητα. […] Κι αν υπάρξει ένας στίχος που να σε αγγίξει και να φωλιάσει στην καρδιά σου για μένα άξιζε που ξεκίνησα αυτό το ταξίδι.» (σ. 9)

    Ακόμα κι ένας στίχος ν’ αγγίξει τον αναγνώστη είναι ικανοποίηση για τη δημιουργό του, λοιπόν! Μόνο, που ο αναγνώστης, καθώς οι σελίδες κυλούν μπροστά του βρίσκει περισσότερους στίχους να τον αγγίζουν, αφού οι πιότεροι δονούνται από Έρωτα κι Αγάπη, που σημαίνει πως όλοι στέκονται σ’ αυτά τ’ αρχέγονα συναισθήματα, για να τα βιώσουν, κατά το δυνατόν, με το βλέμμα της γράφουσας. Άλλωστε,

 

Από πέτρινα σκαλίσματα

ξεπροβάλλει η αγάπη, απλή κι αληθινή

ανέγγιχτη απ’ του φιδιού το δάγκωμα

κι ο αέρας την ανάσα του αλλάζει,

σαν παιδί που πήδηξε τον φράχτη

και βρέθηκε στην αγκαλιά της γης ένα βράδυ.

 (Από πέτρινα σκαλίσματα, σ. 12)

ή

Κι εγώ εδώ κι εσύ εκεί,

το ρολόι στον απέναντι τοίχο κοιτώ·

άφησέ με να κυλιστώ στον λειμώνα των ματιών σου,

πράσινο βαθύ·

ν’ αγγίξω τ’ ακροδάκτυλα των χεριών σου,

που καίνε στην αφή.

Τα δάκρυα της ψυχής σου

ποτίζουν λουλούδια

που ανθίζουν μες στις αυλές

κι εγώ εδώ κι εσύ εκεί,

τα πουλιά κελαηδούν μόνο χαρές

στο αντάμωμα των χειλιών της φωταυγής.

(Κι εγώ εδώ κι εσύ εκεί, σ. 19)

 

    Διαβάζοντας ένα μετά το άλλο τα ποιήματα της Αναστασίας Κλώνη, ένιωσα να πάλλονται από ορμή και πάθος, ενώ έφεραν στη σκέψη μου το «Άσμα ασμάτων», το γνωστό, εξαιρετικό ποιητικό κείμενο της Π. Διαθήκης. Αυτό καθόλου τυχαία, αφού οι σπουδές της στη θεολογία της προσφέρουν έναν ξεχωριστό τρόπο θέασης της Αγάπης, η οποία για την ίδια έχει νόημα μόνο, όταν είναι αληθινή και ανέγγιχτη «απ’ του φιδιού το δάγκωμα»! Όσο για τον Έρωτα, αξίζει να τον ζεις μόνο αν είναι λυτρωτικός, ανεκπλήρωτος, σαρωτικός, όπως σημειώνει, αφού η Αγάπη κι ο Έρωτας δίνουν ζωή, αλλά και τη δυνατότητα συνάντησης με τον Θεό. Και,

 

Το σ’ αγαπώ είναι η πιο ωραία λέξη

από θυμαρίσιο μέλι έχει γεύση,

απ’ το άλφα ξεκινά

και σαν την άνοιξη κερνά·

στο ωμέγα καταλήγει κι εκεί τον πόνο σου μεθά.

 (Άηχη νότα της ψυχής, σ. 22)

ή

Τι κι αν μένεις μακριά,

οι δρόμοι μας κοινοί,

μην αργείς στην καρδιά μου να μπεις,

στης γειτονιάς μου τη γωνία να βρεθείς

μέσα απ’ την οδύσσειά σου ν’ αναγεννηθείς.

 (Μην αργείς, σ. 30)

 

    Και οι λέξεις, όπλα χωρίς αληθινά πυρά και γενεσιουργές μήτρες για όσους τα νοήματά τους ψηλαφούν, γίνονται το όχημα που πάνω του ταξιδεύουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα, με την Αναστασία να γράφει:

 

Διαμαντένιος θησαυρός

είναι η σιωπή των λέξεων,

που ξαγρυπνούν σε χαρτάκια

απ’ το τσεπάκι της καρδιάς

και περιπλανώνται τη νύχτα,

σαν παράλογη ψυχή και σώμα.

(Λόγια πυρωμένα, σ. 17)

 

    Στο περιβόλι του λεξιλογίου της, το οποίο περιέχει πολλές ωραίες για πολλούς λόγους λέξεις της γλώσσας μας, ξεχωριστή θέση κατέχουν και κάποιες από τη θρησκευτική, αλλά και αρχαιοελληνική παράδοση, όπως «μέλι και γάλα» (σ. 14), «η δαγκωματιά του μήλου», «περιβολή αδαμιαία», «αμαρτία», «στον λειμώνα της ψυχής» (σ. 16), «στους Κέδρους του Λιβάνου» (σ. 21), «φτερωτός Θεός» (σ.15), «αρχαία τραγωδία», «Ποσειδώνας», «Αθηνά» (σ. 29). Επίσης, τα νοήματά της υποβάλλονται, συχνά εικονοποιούνται, μέσω των ποιητικών περιγραφών, οι οποίες άλλοτε ρεαλιστικές κι άλλοτε υπερρεαλιστικές δίνουν τον χαρακτήρα της γραφής της, η οποία πάλλεται από μια διάχυτη γλυκιά αύρα.

    Η Αναστασία Κλώνη, στην αρχή του ποιητικού της ταξιδιού και με μια ποιητική συλλογή γιομάτη Αγάπη, κάνει τον αναγνώστη να πιστέψει πως αυτό θα έχει ευτυχή συνέχεια, κάτι που της εύχομαι από καρδιάς κιόλας. Τώρα, που πάτησε «το πρώτο σκαλί», για το οποίο «πρέπει να ’ναι περήφανη κ’ ευτυχισμένη», για να θυμηθούμε και τον Αλεξανδρινό ποιητή, ο δρόμος της Ποίησης έχει ανοίξει γι’ αυτή και οφείλει να τον βαδίσει. Το ποίημά της, «Με ξεθωριασμένο μελάνι» (σ. 36), μ’ έναν τρόπο το βεβαιώνει:

 

Οι ποιητές γράφουν

για τη μοναξιά τους,

θρηνούν στα χαλάσματά τους

για τη χαμένη τους ψυχή·

στο κρεβάτι στριφογυρίζουν

να βρουν την αγαθότητά τους,

στους κρυψώνες του μυαλού τους

η ύπαρξή τους μοιάζει οδυνηρή.

Στη λήθη του παρελθόντος,

μαθαίνουν το παρόν τους,

αμφισβητούν τον εαυτό τους

κι αναγεννιούνται μέσα στην οδύνη·

με ξεθωριασμένο μελάνι

γράφουν τους λυγμούς τους,

τους αλυσοδεμένους εγωισμούς τους

και χωρίς να λερωθούν περνούν τη λάσπη.

 

    Τέλος, επειδή η ποίηση είναι άγγιγμα ψυχής κι ο καθένας την προσεγγίζει κάθε φορά που επικοινωνεί μαζί της με διαφορετικό βλέμμα, δεν θα γράψω άλλα για το ποιητικό φτερούγισμα της Αναστασίας Κλώνη. Θα πω μόνο πως σ’ έναν κόσμο που ψάχνει τη χαρά στην ύλη, είναι παρήγορο που υπάρχουν κι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι τις ώρες της σιωπής και της περίσκεψης αποτυπώνουν με λέξεις ό,τι τον μέσα κόσμο τους συγκλονίζει και κινητοποιεί και πασχίζουν μ’ έναν τρόπο να επικοινωνήσουν με το ρητό και το άρρητο, αλλά κυρίως με τον Άνθρωπο, στου οποίου το πρόσωπο αντικρίζουν τον Δημιουργό. Κι η Αναστασία μια τέτοια δημιουργός είναι.

 Παναγιώτα Λάμπρη

Η Αναστασία Κλώνη γεννήθηκε στην Πάτρα και σπούδασε Θεολογία στο ΑΠΘ. Δημοσιεύει κείμενά της στα περιοδικά «Αποστολικός Λόγος» και «Πανάριον», στις εφημερίδες «Εκκλησιολόγος» και «Η Πρωινή Γνώμη», καθώς και στο ιστολόγιο «Αναστάσιος». Γνωρίζει Βυζαντινή και Ευρωπαϊκή Μουσική και ψηφιακό μάρκετινγκ, έχει πιστοποίηση στους Ευρωπαϊκούς και Latin χορούς και μιλά Αγγλικά, Ιταλικά και Ισπανικά.

 

   

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

Εισήγηση του Παναγιώτη Χαλούλου σε εκδήλωση στη Στέγη Γραμμάτων "Κωστής Παλαμάς" για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Αγαθά στοιχειά της Παναγιώτας Λάμπρη

 Εισήγηση

του Παναγιώτη Χαλούλου 

για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

 Εκδήλωση  στη Στέγη Γραμμάτων 

"Κωστής Παλαμάς" 

8 Μαρτίου 2023


Τα Αγαθά στοιχειά

της Παναγιώτας Λάμπρη

 

Κάθε φορά που διαβάζω κείμενα της Παναγιώτας Λάμπρη, διάσπαρτα, δημοσιευμένα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλέον, διαπιστώνω την ανεξάντλητη έμπνευσή της, που μας προσφέρει άλλοτε ποίηση, άλλοτε διηγήματα και άλλοτε λαογραφικά κείμενα, που διασώζουν συνήθειες παλιές, για να μην ξεχαστούν ή για να τις γνωρίσουν οι νεότερες γενιές, που δεν τις έχουν βιώσει όπως εμείς, που πλέον είμαστε από τις παλιότερες γενιές, που …παλιώσαμε πλέον!


Πονά η Παναγιώτα για τα έθιμα που χάνονται με το πέρασμα του χρόνου και με το σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής. Έτσι στο διήγημα «Η Λάμπρω»: «Θλιβόταν πολύ και ένιωθε πως τόσο αυτό όσο και άλλα από τα έθιμα του χωριού της χάνονταν στη ρύμη των καιρών. Οι άνθρωποι απομάκρυναν από την ζωή τους τον ένα μετά τον άλλον τους δεσμούς με το παρελθόν και τους προγόνους τους και η ίδια ποθούσε, σχεδόν παρακαλούσε να ’ρθει η ώρα να πεθάνει, για να μη βλέπει την κατάντια, όπως συνήθιζε να λέει…»

Η Παναγιώτα έχει ήδη ένα πλούσιο έργο σε βιβλία, που κατατάσσονται και στα τρία παραπάνω είδη και το συγγραφικό της έργο παρακολουθώ χρόνια τώρα από τότε που γνωριστήκαμε ως συνάδελφοι και γίναμε καλοί φίλοι.

Μια ευχάριστη έκπληξη το νέο βιβλίο της με διηγήματα, αφιερωμένα στις γυναίκες, στη μητέρα της «και στις άλλες αγρότισσες μανάδες», όπως αναφέρει στην προμετωπίδα του βιβλίου, «τις αγαθοδαίμονες της Ρωμιοσύνης, με ευγνωμοσύνη», όπου μας παρουσιάζει τις γυναίκες της παλιάς Ελλάδας, τις γυναίκες του μόχθου, που αναλάμβαναν κάθε δουλειά, στο σπίτι ως νοικοκυρές, μανάδες, νύφες, σύζυγοι, πεθερές, αλλά και στα χωράφια μαζί με τους άνδρες ή και μόνες. Είναι οι γυναίκες, που όλα περνούσαν από τα προκομένα χέρια τους: «Τα αεικίνητα, φιλόπονα χέρια της, για τα οποία έλεγε, άμα λάχαινε, όλο περηφάνια: “Αυτά τα χέρια! Και τι δεν έκαναν αυτά τα χέρια!” Ναι, τα ρικνά της πια χέρια και τι δεν είχαν κάνει!», γράφει για την ηρωίδα του δεύτερου διηγήματος, την Αναστασία. «Τα θωρώ και μου μοιάζουν με φτερά απλωμένα που θέλουν να πετάξουν, αλλά δεν ξέρω για πού!» θα πει στην Ανθούλα η γιαγιά της στο διήγημα «Η Πανάγιω» και «Αποκλειστικά για μένα δεν ξέρω αν έκανα κάτι, αλλά νομίζω πως όλα αυτά, τα οποία έκανα για τους άλλους, τα έκανα και για μένα». Τα χέρια της προσφοράς για αυτά τα αγαθά στοιχειά, που σαν φτερά φροντίδας και προστασίας άπλωναν στα αγαπημένα πρόσωπα και αυτό ήταν η δική τους ικανοποίηση: «τα έκανα και για μένα»

Διαβάζοντας αναγνωρίζω συνήθειες παλιές, που σίγουρα σε νεότερους δεν λένε κάτι, όπως: «…Αυτή τη φορά θα κάνεις θυγατέρα. Δεν βλέπεις πόσο ομόρφυνες και πόσο χαμηλά είναι η κοιλιά σου; Σίγουρα θα κάνεις. Προχτές τράβηξα το γιάντες κι έδειξε το ίδιο!». Πόσοι από τους νεότερους γνωρίζουν το «γιάντες»;… Ποιος στη σημερινή εποχή κατανοεί εύκολα τη χαρά των παιδιών, που γεύονταν πορτοκάλια, σπάνιο είδος φρούτων σε ορεινές περιοχές, για τις εποχές που η αγορά δεν είχε τη σημερινή μορφή και έκταση, αφού η πορτοκαλιά δεν ευδοκιμεί σε υψόμετρα με τις γνωστές χαμηλές θερμοκρασίες και τα πορτοκάλια ήταν δυσεύρετα, αν όχι και άγνωστα για κάποιους! Διαβάζουμε στο διήγημα «Η Όλγα»: «Περιττό να περιγραφεί η χαρά που συνόδευσε το καθάρισμα και τη βρώση των ζουμερών πορτοκαλιών, των οποίων η κοιλιά ήταν γεμάτη με παιδάκια! [* μικρές φέτες στο κέντρο του πορτοκαλιού, έτσι τις αποκαλούσαμε κι εμείς ως παιδιά…]  Έτρωγαν και το μαλακό γλυκό άσπρο περίβλημά τους, ενώ κάποιες φλούδες τις έριχναν στη φωτιά και γέμιζε η ατμόσφαιρα από το υπέροχο μεθυστικό άρωμά τους! Και ο Λάμπρος, γνωρίζοντας πως σπάνια γευόντουσαν εσπεριδοειδή, χαιρόταν πάρα πολύ και υποσχέθηκε πως με την πρώτη ευκαιρία θα τους ξαναστείλει».

Πολλές φορές οι ιστορίες που αφηγείται η Παναγιώτα μοιάζουν μικρά δράματα με στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όταν, για παράδειγμα, στο πρώτο διήγημα «Η Αλεξάνδρα» ο πλανόδιος έμπορος, φιλοξενούμενος μια νύχτα σε σπίτι πελατών του, γίνεται μάρτυρας της παρουσίας των στοιχειών, που εμφανίστηκαν να «μοιράνουν» το νεογέννητο της σπιτονοικοκυράς. Ιστορίες, που παλιότερα γίνονταν πιστευτές και δεν αποτελούσαν μόνο στοιχεία παραμυθιού, ήταν πεποίθηση πως συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα τέτοιες ιστορίες άκουγα κι εγώ από τη γιαγιά μου! Οι τρεις Μοίρες (της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας) Κλωθώ, Άτροπος και Λάχεσις, όπως αναφέρεται στο διήγημα, «Είπαν πολλά, πάρα πολλά. Αλλά εκείνο, το οποίο τον συντάραξε ήταν πως “ο ξένος που βρίσκεται στο σπίτι θα γίνει ο σύζυγος της νιογέννητης”». Ταράσσεται ο ξένος, βασανίζεται να βρει λύση, να αποφύγει το μοιραίο και, όχι χωρίς τύψεις για το κακό που θα προκαλούσε στους ευεργέτες του που τον φιλοξένησαν, αποφασίζει: «Θα σκότωνε το βρέφος! Ναι, θα το θανάτωνε, θα έφευγε μακριά και ούτε που τον ένοιαζε αν θα ’χε βερεσέδες ανεξόφλητους». Η απέλπιδα αυτή λύση δεν μας θυμίζει το βρέφος Οιδίποδα, που έπρεπε να θανατωθεί, για να μην εκπληρωθεί της Μοίρας η προφητεία; Αλλά, όπως στην περίπτωσή του, έτσι έγινε και με αυτό το βρέφος, διασώθηκε, με ένα σημάδι στο κορμί της όμορφης Αλεξάνδρας από το φράχτη, όπου εκσφενδόνισε το μωρό ο ξένος. Όταν μετανιωμένος αυτός επιστρέφει, την ερωτεύεται σφόδρα και δεν αποφεύγει τη μοίρα του. Ευτυχές τέλος εδώ, αντίθετα από του Οιδίποδα την ιστορία.

            «Η Βάγγιω» η αλαφροΐσκιωτη, με το κάπως σαλεμένο της μυαλό, έγινε η καλύτερη μάνα για τα έκθετα παιδιά που της έφεραν, αφού δεν έλεγε όχι να αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή τους, έτσι αγαθή που ήταν. «Και στο ξόδι της, κόσμος πολύς! Όλοι έλεγαν πως δεν είχαν δει άλλη φορά νεκρή με αγγελικό πρόσωπο! Το φωτοστέφανο της έλειπε, σχολίαζαν. Έλειπε όμως στ’ αλήθεια ή απλά οι ίδιοι δεν είχαν καθαρότητα ψυχής και μάτια γαλήνια, για να το δουν;»

            Αγαθά στοιχειά οι ηρωίδες των διηγημάτων, και «Η Ευανθία» ανάμεσά τους, που πλήρωσε με τη ζωή της από τα χέρια του αδελφού της την υποτιθέμενη χαμένη τιμή της, για ένα αγνό έρωτα πριν ακόμα ολοκληρωθεί. Θύμα εγκλήματος τιμής, μια από τις πολλές αδικοχαμένες ζωές γυναικών. Φαινόμενο, που, όσο κι αν οι εποχές και τα ήθη της κοινωνίας μας έχουν αλλάξει, δυστυχώς διαιωνίζεται και όλοι γνωρίζουμε με τον σύγχρονο όρο «γυναικοκτονίες»!...

            Ανθρώπινα πάθη κάνουν τις ηρωίδες της να υποφέρουν, στωικά, χωρίς κακία και μνησικακία, όπως «Η Κωστάντω», εκφράζοντας μόνο παράπονο και δίνοντας άφεση αμαρτιών σε όσους της συμπεριφέρθηκαν άσχημα στη ζωή της. Όπως «Η Λένη», που «δεν είχε καρδιά για τίποτα άλλο, παρά για ν’ αγαπά» και στη θωριά «φάνταζε σαν αιθέρια ύπαρξη, καθώς η ξεχωριστή γοητεία της συμπληρωνόταν από το λευκό με σχεδόν διάφανη επιδερμίδα πρόσωπό της, στο οποίο προσέδιδαν ιδιαίτερο χαρακτήρα τα μελιά μάτια και τα ροδαλά χείλη της». Εδώ οφείλω να σημειώσω ότι η Παναγιώτα έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα στις περιγραφές, είτε της εμφάνισης είτε του εσωτερικού κόσμου των προσώπων. Η Λένη λοιπόν, «δεν έχασε, τον μοναδικό, δικό της τρόπο να εκδηλώνει τα συναισθήματά της. Και όσο η ζωή αφόρητα την πλήγωνε τόσο εκείνη φανέρωνε την αγάπη της, λες κι ήταν αυτό μια άμυνα στις συμφορές της και θαρρείς από κάποια θεία οικονομία δίδασκε πως πρέπει ν’ αγαπάμε ακόμα κι αυτούς που μας πληγώνουν και μας πονούν. Ο μόνος που δε διδάχθηκε τίποτα ήταν ο άντρας της, ο οποίος ποτέ δεν την έκανε, όχι να νιώσει γυναίκα, αλλά να εισπράξει στο ελάχιστο τον σεβασμό που της αναλογούσε ως γυναίκας και συζύγου και εν τέλει ως ανθρώπου». 

Γυναίκες της αγνής προσφοράς, όπως η Ρίνα, στο διήγημα «Η Χρύσω», δεν αρνούνται υπηρεσίες, που κανείς δεν τις υποχρέωσε να αναλάβουν, επιζητώντας απλώς να ελαφρύνουν τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκαν οι συνάνθρωποί τους λόγω ατυχιών της ζωής. «Η Φανή», μαία του αγροτικού ιατρείου, παιδί αστικής οικογένειας, δεν αρνήθηκε τις υπηρεσίες της να ξεγεννήσει όχι μια επίτοκο γυναίκα του χωριού, αλλά μια γελάδα στη δύσκολη γέννα της «…Ο τοκετός της πλουτοφόρας Μελίσσως άνοιξε μέσα της καινούργια μάτια, για να θωρεί τον κόσμο, και τη μεταμόρφωσε…».

Γυναίκες, που αψήφησαν τις κοινωνικές συμβάσεις, όπως «Η Μαριάννα»:

«…Ο γάμος ολοκληρώθηκε με όλα τα νόμιμα κι οι νεόνυμφοι οδηγήθηκαν στη νυφική τους παστάδα. Ο Λιάκος δεν χόρταινε να κοιτάζει τη σύζυγό του, η οποία κάτω από το αμυδρό φως της καντήλας θύμιζε άγγελο που είχε δραπετεύσει από τον παράδεισο! Την πλησίασε δειλά και την άγγιζε απαλά λες και θα συνθλιβόταν στα χέρια του…

– Έλα, έλα κοντά μου, έλα!

– Αχ! Λιάκο μου, συχώρα με, δεν μπορώ! Τα πόδια μου παρέλυσαν από την κούραση! Δεν αντέχω! Αύριο! Αύριο…

Και ήρθε το αύριο, ήρθε το μεθαύριο και η βδομάδα πέρασε, αλλά αυτή όλο προφάσεις έβρισκε, ώστε να μη δοθεί στον άντρα της. Και δεν του δόθηκε!...

Κυριακή πρωί, ενώ εκείνος φρόντιζε τα ζωντανά, πήγε στην πεθερά της και της είπε:

– Μάνα, πρέπει να πάω λίγο ως το πατρικό μου, γιατί ξέχασα κάτι και το χρειάζομαι…

– Να πας, κόρη μου, να πας και με το καλό να γυρίσεις!

Αυτά ήταν και τα υστερνά λόγια τους! Τα υστερνά; Ναι! Διότι η Μαριάννα μήτε στο πατρικό της πήγε, μήτε στο σπίτι του συζύγου της επέστρεψε. Πήρε τον πολλά υποσχόμενο δρόμο της αγάπης κι ακολούθησε τον άντρα της καρδιάς της!

Τούρκος ήταν ο νέος - τότε το χωριό τους ήταν σκλαβωμένο στους Τούρκους - που της είχε κλέψει την καρδιά! Όταν έμαθε για τον γάμο της, πλάνταξε. Της έστελνε μηνύματα ν’ αλλάξει γνώμη, αλλά… οι μοίρες αλλιώς είχαν κλώσει. Οι μοίρες; Ποιος τις υπολόγιζε τις μοίρες! Στων γεννητόρων της το θέλημα υπάκουσε εκείνη…»

Διασώζει η Παναγιώτα το λεξιλόγιο το ιδιωματικό των ηπειρώτικων χωριών, διάσπαρτο στα διηγήματα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην κουράζει τον αναγνώστη με άγνωστες ή δυσνόητες λέξεις, όπως στη διήγηση της γνωστής λαϊκής ιστορίας για τον Μάρτη, που δανείστηκε μια μέρα από τον Φλεβάρη και τον άφησε Κουτσοφλέβαρο, για να τιμωρήσει τις γριές, που κάγχασαν εναντίον του όλο καυχησιά: «…Από τότε, τις κακοκαιρίες του Μαρτιού τις λένε βάβες και γριές και τον Μάρτη τον λένε γδάρτη, κουλουτινασσάτη [*κουλουτινασσάτης (ο) > κωλοτινασσάτης∙ αυτός που τινάζει τον πισινό, τον πάτο από τα σακιά με το αλεύρι], στραγγοβαένη*, παλουκοκαύτη και φραχτοκαύτη!» Παρέχει βεβαίως τις απαραίτητες λεξιλογικές διευκρινίσεις. Πλούσιο το λαογραφικό στοιχείο, το ηθογραφικό, οι χαρακτήρες των προσώπων διαγράφονται με τη διεισδυτική ματιά της συγγραφέως, μαεστρία στις περιγραφές!

Αγαθά στοιχειά, λοιπόν, οι γυναίκες ηρωίδες σε δεκατέσσερα διηγήματα, που σίγουρα έχουν και βιωματικά στοιχεία, όπως σε πολλά κείμενά της Παναγιώτας, και, σκέφτομαι πως, κατά κάποιο τρόπο, έχουν κάτι κοινό με «του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα» και την τραγικότητά της, που θυσιάστηκε χωρίς να φταίει, που έγινε το στοιχειό του γεφυριού, χωρίς μνησικακία, αφού και την ευχή της έδωσε για της Άρτας το γιοφύρι! Από τη Ροδαυγή της Άρτας η Παναγιώτα Λάμπρη· λέτε να όφειλε ένα χρέος στην αδικοχαμένη γυναίκα στο γιοφύρι της Άρτας και αφιέρωσε σε αυτή και στις άξιες γυναίκες της αγάπης και του μόχθου, κάποιες φορές αναξιοπαθούσες γυναίκες κάθε εποχής, τη συλλογή της «Αγαθά στοιχειά»;...

 Παναγιώτης Χαλούλος