Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαβίνα Μαντζαβινάτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαβίνα Μαντζαβινάτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Μια ανθολόγηση από το βιβλίο "Ψυχή Ανεμόεσσα Διηγήματα και άλλα… " της Σαβίνας Μαντζαβινάτου εκδόσεις Μανωλάκος (επιλογή- επιμέλεια- σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου) μαζί με πίνακες του Paul Klee



 
Μια ανθολόγηση από το βιβλίο


"Ψυχή Ανεμόεσσα
  Διηγήματα και άλλα… "
της Σαβίνας Μαντζαβινάτου
εκδόσεις Μανωλάκος
(επιλογή- επιμέλεια- σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου)
μαζί με πίνακες του Paul Klee






Μια συλλογή που περιλαμβάνει διηγήματα (μικρά και μεγάλα) και ποιήματα. Όλα προσωπικές καταθέσεις γεμάτες ειλικρίνεια, άλλες ιστορίες αληθινές (από τον τόπο της καταγωγής της, την Κεφαλονιά) άλλες επινοημένες. Όλες με την ευθύτητα που τη χαρακτηρίζει και ως άνθρωπο. Με μια γλώσσα που διαμορφώνεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε κειμένου, δείχνοντας την τέχνη της γραφής της. Με λυρισμό, με ρεαλισμό, με χιούμορ συχνά. Μια ισορροπία προσεγμένη ανάμεσα στη συγκίνηση, που διαφαίνεται πίσω από τις λέξεις, και στη σκληρή πραγματικότητα, που απαιτεί προσγείωση. Μικρές προτάσεις, περιεκτικές νοήματος, με σαφή γνώση του περιττού, λέξεις επιλεγμένες ώστε να αποδίδουν το μέγιστο μέσα από το ελάχιστο. Και ένα κατακόκκινο εξώφυλλο με ένα λιτό σχέδιο (της ίδιας) σε μια ακόμη ισορροπία του θερμού πάθους (ως αίσθησης που αποπνέει το βιβλίο ολόκληρο) και της απλής φόρμας που η συγγραφέας ακολουθεί, από επιλογή όπως φαίνεται.
Και κάτι σημαντικό. Οι εισπράξεις του βιβλίου διατίθενται για τους σκοπούς της «Home Start Hellas» (To Home-Start είναι ένα πρόγραμμα το οποίο απευθύνεται σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή βρίσκονται κάτω από πίεση και έχουν ένα τουλάχιστον παιδί προσχολικής ηλικίας http://www.homestart.org.gr/).
Διώνη Δημητριάδου



Εδώ κάποια δείγματα από το βιβλίο:




Ο διάδρομος δεξιά



Ήταν παράξενη γυναίκα. Όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν της άρεσε να παρατηρεί τα πάντα. Στο λεωφορείο, στο τρένο, στην καφετέρια παντού. Ώρες ώρες της μιλούσαν οι φίλες της, μα εκείνη δεν άκουγε, έφτιαχνε ιστορίες με τα αντικείμενα και με τα πρόσωπα των ανθρώπων που έβλεπε, με τις κινήσεις τους, με τα ρούχα που φορούσαν ,με τα λόγια που τύχαινε να ακούει, με τον τρόπο που σήκωναν το φλιτζάνι τους για να ακουμπήσουν στα χείλη τους τον καφέ, με τα πάντα. Αυτός είναι δυστυχής, αυτός χαζοχαρούμενος, αυτή ψηλομύτα, αυτή η φωτογραφία στον τοίχο αποπνέει μια ατμόσφαιρα χαρμολύπης… Για δες πώς κρατάει το δίσκο αυτή η σερβιτόρα…

Κοίταζε με μιαν αδιόρατη λύπη τα ζευγαράκια που περνούσαν από το δρόμο να κάνουν τις γλύκες τους, τους μοναχικούς περαστικούς με συμπάθεια, τα χρώματα στις φυλλωσιές των δέντρων που λικνίζονταν στον αγέρα με θαυμασμό.

Γενικά ενδιαφερόταν περισσότερο για τα άψυχα παρά για τα έμψυχα.

-Τα άψυχα κακώς τα λέμε άψυχα. Έχουν το δικό τους είδος ψυχής, έλεγε επηρεασμένη από την Αριστοτελική λογική, που ήταν θιασώτης της.

Τη συνήθεια της παρατήρησης την είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της.

 -Παρατηρώντας γνωρίζεις τη ζωή, της έλεγε, επηρεασμένος και αυτός από τη φιλοσοφική απορία, δάσκαλος αυτός, δασκάλα και εκείνη. Είναι αλήθεια ότι το δασκαλίκι σού κολλάει αυτό το κουσούρι.

Και τώρα καθισμένη στο σαλόνι του γιατρού είχε πολύ ψωμί.

Απέναντί της μια μεσόκοπη κυρία κάτι διάβαζε αγωνιωδώς και κοιτούσε το ρολόι της ασταμάτητα.

Αδύνατη, λυγερή αλλά μόνη, τα μάτια της το μαρτυρούσαν. Κοιτούσε την υπόλοιπη πελατεία, τις στιγμές που έπαιρνε τα μάτια της από τα χαρτιά της, σαν με ζήλεια.

Βλέπεις, ζευγάρια οι περισσότεροι, δυο φίλες παραδίπλα, μια μητέρα με το γιο της ,ένας άντρας στο βάθος, γκριζαρισμένοι κρόταφοι, κουστουμιά στην τρίχα με ένα τικ που τον ανάγκαζε συχνά να ρουφάει τη μύτη του. Με περιέργεια κοιτούσε ένα αγαλματίδιο που στέκονταν στο μεσιανό τραπέζι, αυτός έχει αισθητική, σκέφτηκε, φαντάσου πόσο δυστυχής αισθάνεται που το τικ του εκπέμπει κακόφωνους ήχους.

Όλοι περίμεναν τη σειρά τους.

Το μυαλό της βρήκε χρόνο και υλικό για να θριαμβεύσει και πάλι.



-Περάστε στο διάδρομο δεξιά, ακολουθήστε τις πινακίδες προς άλλη διάσταση, ακούστηκε μια φωνή.

-Περιμένετε τη σειρά σας στο ασανσέρ.

 Η πόρτα του άνοιξε και μια άυλη ονειρική φιγούρα έγνεψε στην πρώτη δεκάδα να περάσει, μετά στη δεύτερη, στην τρίτη και τέλος. Το ασανσέρ ανέβαινε ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο που έχασαν τη διάσταση του ύψους. Όταν έφτασε στον προορισμό του και βγήκε και ο τελευταίος, η φιγούρα χαμήλωσε και τους ανέβασε στην άυλη ύλη  της.

Στο μεταξύ όλοι μίκραιναν λίγο κατ’ ολίγο, ώσπου το σώμα τους χάθηκε, έγιναν αερικά, με άγνοια αντίληψης του χωροχρόνου.

-Περάστε στον πρώτο διάδρομο αριστερά, ακούστηκε η  φωνή και η φιγούρα εξαφανίστηκε με μιας.

Ανάλαφροι μπήκαν σε χώρο ζεστό, φιλόξενο, γεμάτο λουλούδια χρυσά, ακίνητα σα να ’ταν ζωγραφιστά Η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε αρώματα.

Μια φωνή γλυκιά ακούστηκε σα να ’βγαινε από ασώματο σώμα.

-Καλώς ήρθατε στην αιωνιότητα.



-Κυρία Χαραμή, περάστε, ακούστηκε η φωνή του γιατρού. Σαν υπνωτισμένη σύρθηκε στο γραφείο του.

Την κοίταξε κατάματα τον κοίταξε και αυτή, άσσος στην παρατήρηση.

-Εντάξει γιατρέ, πρώτος διάδρομος δεξιά.






Ο Άρχοντας



Ο μπάρμπα Πέτρος ο Χαράρας ζούσε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς. Χαράρας ήταν το παρατσούκλι του, γιατί έδινε σε όλο τον κόσμο χαρά και αγάπη. Ήταν αγνός και καθαρός σαν το γάργαρο νερό, δεν είχε πειράξει ούτε κουνούπι.

Έρχεται ο Άρχοντας, φώναζαν σαν τον έβλεπαν να κατεβαίνει στο μαρκάτο*. Άρχοντας όχι στην τσέπη, μα στην καρδιά. Δεν ήταν πλούσιος, μα διατηρούσε αρκετά κτήματα που έφταναν για να ζει με την οικογένειά του  -τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα του- και να προστρέχει για βοήθεια όπου υπήρχε χρεία.

Ώσπου ήρθε ο πόλεμος του ’40. Πήρε την οικογένειά του και πήγαν για να ζήσουν στα κτήματα, που είχε ένα αγροτικό σπίτι και αποθήκες για τα σιτηρά. Το σπίτι διέθετε και ένα υπόγειο, όπου φύλαξε το αλεύρι του και άλλα καλούδια που του είχε δώσει η γη. Περίμενε την κατοχή που ήταν σίγουρος πως θα ’ρθει. Νύχτα έπαιρνε το γαϊδουράκι του και κρυφά πήγαινε σε σπίτια που ήξερε ότι πεινούσαν οι φαμίλιες τους.

Σαν ήρθαν οι Γερμανοί στο νησί, τα πράγματα σκλήρυναν. Οι πραμάτειες του λιγόστεψαν, μα πάντα είχε μια κρυψώνα που κανείς δεν μπορούσε να τη βρει και ποτέ δεν πείνασαν τα παιδιά του, ούτε και οι σέμπροι* του, που περιστοίχιζαν με τις καλύβες τους το αφεντικό.

Μια νύχτα, βαρυχειμωνιά, άκουσε κρότο στην πόρτα και με φόβο πήγε να ανοίξει. Τρομαγμένος είδε ένα Γερμανό στρατιώτη, μες στα αίματα, ημιθανή, και τον τράβηξε μέσα στην κάμαρη. Ο στρατιώτης, που ήταν Αυστριακός, με τα λίγα ελληνικά του τον παρακάλεσε να μην τον καταδώσει. Ήταν φυγάς… Ο μπάρμπα Πέτρος και η γυναίκα του τον κράτησαν στο σπιτάκι ενός σέμπρου, ώσπου τον έκαναν καλά, και κρυφά τον φυγάδευσαν στην κορυφή ενός χωριού που δεν πάτησε ποτέ ο κατακτητής. Μετά από πολλούς μήνες, όταν τελείωσε ο πόλεμος, του ήρθε ειδοποίηση από το ταχυδρομείο ότι έχει δέμα. Πήγε και τον περίμενε ένα μπαούλο γεμάτο με κουβέρτες, πλεκτά τραπεζομάντιλα και ρούχα, γυναικεία και αντρικά. Σε ένα σημείωμα διάβασε στα ελληνικά: Μου έσωσες τη ζωή, δέξου ένα ευχαριστώ, ανάξιο της προσφοράς σου.

Ο πόλεμος είχε τελειώσει, μα άρχισε ο χειρότερος, ο εμφύλιος. Ο μπάρμπα Πέτρος είχε από πάππου προς πάππου μιαν ιδεολογία, ήταν δεξιός. Στην καρδιά του, όμως, ήταν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Οι αντάρτες συγχωριανοί του ποτέ δεν τον πείραξαν, μα και αυτός είχε ανοιχτή την αποθήκη του και πριν ανέβουν στο βουνό τούς προμήθευε ό,τι μπορούσε.

Δεν τους φοβόταν, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, έκανε το καθήκον του σαν άνθρωπος, όπως το έκανε και με τους δεξιούς, που τάιζε τα παιδιά τους κρυφά στη γειτονιά.

Κάποια μέρα έφτασαν στο νησί και οι ταγματασφαλίτες. Απαγόρεψαν στους ντόπιους να κυκλοφορούν το βράδυ πέραν κάποιας ώρας.

Για κακή τύχη του Πέτρου, καθώς γύριζε από το κτήμα στο σπίτι του με το κάρο, που το έσερνε το άλογό του, σπάει η ρόδα και κατέβηκε να τη μαστορέψει πρόχειρα, ίσαμε να τον πάει στο σπίτι. Η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει και τον τσάκωσαν οι ταγματασφαλίτες. Τον αρπάζουν από το λαιμό και πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Του ’δωσαν τόσο ξύλο, όσο θα είχαν φάει από τους πατεράδες τους, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια βαναυσότητα. Ματωμένο και σκεβρωμένο τον πήγαν στους χωροφυλάκους.

Μα αυτοί δεν τόλμησαν να τον πειράξουν. Του έπλυναν τις πληγές και τον πήγαν οι ίδιοι στο σπίτι του, στον κάμπο. Ο μπάρμπα Πέτρος μετά από αυτό το περιστατικό δεν άλλαξε ιδεολογία, αλλά δεν άλλαξε και στάση ζωής ίσαμε το τέλος του πολέμου.

Γίνηκε για το Ληξούρι κάτι σαν άγιος και όλοι έπιναν νερό στο όνομά του. Αυτή η λατρεία κρατάει ίσαμε τώρα.

* μαρκάτο = αγορά

* σέμπροι= εργάτες



Σημείωση: Ο μπάρμπα Πέτρος ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου. Έχω την ευχή του και δεν φοβάμαι τίποτα, μόνο την ανθρώπινη κακία.




J’ entends encore



Ξάπλωσε στο ζεστό της κρεβάτι. Η νύχτα σκέπασε το δωμάτιο. ΄Τώρα είχε την ευκαιρία να δώσει την όψη που ήθελε στα αντικείμενα που στόλιζαν την κάμαρή της.

Το κομοδίνο έγινε φεγγάρι, οι κουρτίνες κύματα της θάλασσας, το καρπέτο αμμουδιά και το κρεβάτι ακρογιάλι. Το ποτήρι στο κομοδίνο γλάρος με ανθρώπινη μορφή, τη δική του.

Σταύρωσε τα χέρια και κουκουλώθηκε ίσαμε το κεφάλι. Περίμενε το Μορφέα. Περίμενε το όνειρο μέσα από τα ζωντανά όνειρά της.

Ο γλάρος την πλησίασε, της χάιδεψε το πρόσωπο, την πήρε αγκαλιά και την ταξίδεψε πάνω από τα κύματα.

Je crois entendre encore, τραγουδούσαν τα αγριοπούλια που τους περικύκλωσαν και όλα τα πλάσματα της φύσης πιάστηκαν να χορεύουν τον ύστατο χορό του έρωτα. Το όνειρο βάσταξε όλη τη νύχτα.

Την ημέρα ο νους και η καρδιά της κοιμόνταν




Η madame Ορτάνς της Τήνου 



Η Θέκλα καθόταν στο τελευταίο σπιτάκι του χωριού.

Μονάχη. Μιλούσε με τον εαυτό της και σπάνια κατέβαινε ως τον πλάτανο της πλατείας του χωριού.

Ο λόγος; Τα παιδιά μα και οι μεγάλοι την κορόιδευαν, έτσι καθώς έβλεπαν τα ελάχιστα γεροντοξασμένα της μαλλιά και τη σχισμένη μοβ κομπινεζόν που φορούσε σχεδόν πάντα. Πάνω από την κομπινεζόν κρεμούσε ένα σωρό αυτοσχέδια κολιέ, από πλατανόφυλλα, από όστρακα και από ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου. Μέχρι και κόκαλα από το νεκροταφείο που τα έβρισκε σκόρπια τα σκάλωνε στα βρόμικα μαλλιά της. Τα χείλη της πάντα ήταν βαμμένα έντονα κόκκινα με το χρώμα να φτάνει σχεδόν κοντά στο σαγόνι, τα στήθη της κρέμονταν σα φλασκιά από το ρούχο, μισά μέσα, μισά έξω , χωρίς στηθόδεσμο. Περπατώντας άφηνε στη στράτα μιαν αποφορά ξινισμένου αρώματος ανακατεμένου με ιδρώτα και απλυσιά. Τα μάτια της μοναχά έλαμπαν ακόμα ζωντανά, όμορφα μπλε μάτια στο χρώμα της θάλασσας.

Ήταν ένα προδομένο ερείπιο ενός ναύτη που την είχε παρατήσει με ένα μωρό στην κοιλιά. Στο δεύτερο μήνα απέβαλε. Ευτυχώς είπαν.

Εκείνη την ημέρα όμως άλλη Θέκλα κατηφόρισε στην πλατεία.

Ντυμένη στα μεταξωτά  -πάντα βέβαια σκισμένα-  φορέματα, καθαρή γελαστή, τυλιγμένη πολύχρωμες σάρπες, γόβες με στρογγυλή μύτη, σαν παπούτσια χορού, κάλτσες πιασμένες με κόκκινες καλτσοδέτες και στο λαιμό πλαστικές πέρλες μακριές σε όλα τα χρώματα.

- Ε Θέκλα, της φώναζαν, τι ομορφιές είναι τούτες; Έλα πες μας, πού πας έτσι σα νύφη;

-Δεν τα μάθατε; αντιγύρισε.

-Ήρθε ο ναύτης μου. Γίνηκε ναύαρχος και με περιμένει στο καράβι του. Θα κατεβώ στον Πάνορμο και θα φύγω μαζί του, θα γυρίσουμε τον κόσμο.

Έτσι έγραφε το χαρτί που είχαν ετοιμάσει τα καλόπαιδα του χωριού και το είχαν ρίξει κάτω από την πόρτα της, γιατί η Θέκλα ήξερε και να διαβάζει, κάποτε ήταν κανονικός άνθρωπος

Είχε βγάλει και το Δημοτικό.




Βραδινός επισκέπτης



Έρχεσαι κάθε βράδυ      

και χωρίζεις την ύπαρξή μου στα δυο

μισή γυναίκα μισή ξωτικό

με γυμνές τις πατούσες

σκαρφαλώνω τα κοφτερά βράχια

μη και σε αγναντέψω στο πέλαγο

φωνή του παρελθόντος μακρινή

μα μήτε το φεγγάρι μήτε το φως των αστεριών

διαγράφουν τη μορφή σου

-Αγαπημένη μορφή αλλοτινών μου χρόνων-

Σβύστε τα φώτα σας

θα μείνω στο σκοτάδι

Θα πλάσω το πρόσωπό του με τα μάτια κλειστά






Η θλίψη των λέξεων



Γυρισμός

μαχαίρια κοφτερά

κρέμονται στους φθόγγους του

βυθίζονται

χωρίς έλεος

στη σάρκα, στην καρδιά, στο νου

ματώνουν τα μάτια

στρεβλή η όψη των πραγμάτων

σταγόνα τη σταγόνα

ρουφούν τα χείλια ελπίδες

για να ξεδιψάσουν

“à votre santé”

ειρωνεύονται οι λέξεις

το ίδιο μαρτύριο

μέρα τη μέρα

Μακραίνει το νόστιμον




(ανθολόγηση από το βιβλίο "Ψυχή ανεμόεσσα", εκδόσεις Μανωλάκος)






Σαβίνα Μαντζαβινάτου: καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη Δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και δίδαξε στη σχολή χορού της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις ΜΑΝΩΛΑΚΟΣ  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο Συμμετείχε στην ομάδα σύνταξης του περιοδικού "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.



Επιλογή, Επιμέλεια, Σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου












Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

"Εις μνήμην... "


αφήγημα της Σαβίνας Μαντζαβινάτου

Ληξούρι, φωτογραφία εποχής


Ο μπάρμπα Πέτρος ο Χαράρας ζούσε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς. Χαράρας ήταν το παρατσούκλι του, γιατί έδινε σε όλο τον κόσμο χαρά και αγάπη. Ήταν αγνός και καθαρός σαν το γάργαρο νερό, δεν είχε πειράξει ούτε κουνούπι.
Έρχεται ο Άρχοντας, φώναζαν σαν τον έβλεπαν να κατεβαίνει στο μαρκάτο*. Άρχοντας όχι στην τσέπη, μα στην καρδιά. Δεν ήταν πλούσιος, μα διατηρούσε αρκετά κτήματα που έφταναν για να ζει με την οικογένειά του -τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα του- και να προστρέχει για βοήθεια όπου υπήρχε χρεία.

Ώσπου ήρθε ο πόλεμος του ’40. Πήρε την οικογένειά του και πήγαν για να ζήσουν στα κτήματα, που είχε ένα αγροτικό σπίτι και αποθήκες για τα σιτηρά. Το σπίτι διέθετε και ένα υπόγειο, όπου φύλαξε το αλεύρι του και άλλα καλούδια που του είχε δώσει η γη. Περίμενε την κατοχή που ήταν σίγουρος πως θα ’ρθει. Νύχτα έπαιρνε το γαϊδουράκι του και κρυφά πήγαινε σε σπίτια που ήξερε ότι πεινούσαν οι φαμίλιες τους.

Σαν ήρθαν οι Γερμανοί στο νησί, τα πράγματα σκλήρυναν. Οι πραμάτειες του λιγόστεψαν, μα πάντα είχε μια κρυψώνα που κανείς δεν μπορούσε να τη βρει και ποτέ δεν πείνασαν τα παιδιά του, ούτε και οι σέμπροι* του, που περιστοίχιζαν με τις καλύβες τους το αφεντικό. 


Μια νύχτα, βαρυχειμωνιά, άκουσε κρότο στην πόρτα και με φόβο πήγε να ανοίξει. Τρομαγμένος είδε ένα Γερμανό στρατιώτη, μες στα αίματα, ημιθανή, και τον τράβηξε μέσα στην κάμαρη. Ο στρατιώτης, που ήταν Αυστριακός, με τα λίγα ελληνικά του τον παρακάλεσε να μην τον καταδώσει. Ήταν φυγάς… Ο μπάρμπα Πέτρος και η γυναίκα του τον κράτησαν στο σπιτάκι ενός σέμπρου, ώσπου τον έκαναν καλά, και κρυφά τον φυγάδευσαν στην κορυφή ενός χωριού που δεν πάτησε ποτέ ο κατακτητής. Μετά από πολλούς μήνες, όταν τελείωσε ο πόλεμος, του ήρθε ειδοποίηση από το ταχυδρομείο ότι έχει δέμα. Πήγε και τον περίμενε ένα μπαούλο γεμάτο με κουβέρτες, πλεκτά τραπεζομάντιλα και ρούχα, γυναικεία και αντρικά. Σε ένα σημείωμα διάβασε στα ελληνικά: Μου έσωσες τη ζωή, δέξου ένα ευχαριστώ, ανάξιο της προσφοράς σου.
Ο πόλεμος είχε τελειώσει, μα άρχισε ο χειρότερος, ο εμφύλιος. Ο μπάρμπα Πέτρος είχε από πάππου προς πάππου μιαν ιδεολογία, ήταν δεξιός. Στην καρδιά του, όμως, ήταν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Οι αντάρτες συγχωριανοί του ποτέ δεν τον πείραξαν, μα και αυτός είχε ανοιχτή την αποθήκη του και πριν ανέβουν στο βουνό τούς προμήθευε ό,τι μπορούσε.
Δεν τους φοβόταν, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, έκανε το καθήκον του σαν άνθρωπος, όπως το έκανε και με τους δεξιούς, που τάιζε τα παιδιά τους κρυφά στη γειτονιά.
Κάποια μέρα έφτασαν στο νησί και οι ταγματασφαλίτες. Απαγόρεψαν στους ντόπιους να κυκλοφορούν το βράδυ πέραν κάποιας ώρας.
Για κακή τύχη του Πέτρου, καθώς γύριζε από το κτήμα στο σπίτι του με το κάρο, που το έσερνε το άλογό του, σπάει η ρόδα και κατέβηκε να τη μαστορέψει πρόχειρα, ίσαμε να τον πάει στο σπίτι. Η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει και τον τσάκωσαν οι ταγματασφαλίτες.Τον αρπάζουν από το λαιμό και πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Του ’δωσαν τόσο ξύλο, όσο θα είχαν φάει από τους πατεράδες τους, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια βαναυσότητα. Ματωμένο και σκεβρωμένο τον πήγαν στους χωροφυλάκους.
Μα αυτοί δεν τόλμησαν να τον πειράξουν. Του έπλυναν τις πληγές και τον πήγαν οι ίδιοι στο σπίτι του, στον κάμπο. Ο μπάρμπα Πέτρος μετά από αυτό το περιστατικό δεν άλλαξε ιδεολογία, αλλά δεν άλλαξε και στάση ζωής ίσαμε το τέλος του πολέμου.
Γίνηκε για το Ληξούρι κάτι σαν άγιος και όλοι έπιναν νερό στο όνομά του. Αυτή η λατρεία κρατάει ίσαμε τώρα.
* μαρκάτο = αγορά
* σέμπροι= εργάτες

(Σημείωση: Ο μπάρμπα Πέτρος ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου. Έχω την ευχή του και δεν φοβάμαι τίποτα, μόνο την ανθρώπινη κακία.)


Σαβίνα Μαντζαβινάτου
(Καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη Δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και δίδαξε στη σχολή της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις Γραμμικόν  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο. Συμμετείχε στην ομάδα σύνταξης του περιοδικού "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ο διάδρομος δεξιά

της Σαβίνας Μαντζαβινάτου



Ήταν παράξενη γυναίκα. Όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν της άρεσε να παρατηρεί τα πάντα. Στο λεωφορείο, στο τρένο, στην καφετέρια παντού. Ώρες ώρες τής μιλούσαν οι φίλες της, μα εκείνη δεν άκουγε, έφτιαχνε ιστορίες με τα αντικείμενα και με τα πρόσωπα των ανθρώπων που έβλεπε, με τις κινήσεις τους, με τα ρούχα που φορούσαν, με τα λόγια που τύχαινε να ακούει, με τον τρόπο που σήκωναν το φλιτζάνι τους για να ακουμπήσουν στα χείλη τους τον καφέ, με τα πάντα. Αυτός είναι δυστυχής, αυτός χαζοχαρούμενος, αυτή ψηλομύτα, αυτή η φωτογραφία στον τοίχο αποπνέει μια ατμόσφαιρα χαρμολύπης, για δες πώς κρατάει το δίσκο αυτή η σερβιτόρα…
Κοίταζε με μιαν αδιόρατη λύπη τα ζευγαράκια που περνούσαν από το δρόμο να κάνουν τις γλύκες τους, τους μοναχικούς περαστικούς με συμπάθεια, τα χρώματα στις φυλλωσιές των δέντρων που λικνίζονταν στον αγέρα με θαυμασμό.
Γενικά ενδιαφερόταν περισσότερο για τα άψυχα παρά για τα έμψυχα.
-Τα άψυχα κακώς τα λέμε άψυχα. Έχουν το δικό τους είδος ψυχής, έλεγε επηρεασμένη από την αριστοτελική λογική, που ήταν θιασώτης της.
Τη συνήθεια της παρατήρησης την είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της.
 -Παρατηρώντας γνωρίζεις τη ζωή, της έλεγε, επηρεασμένος και αυτός από τη φιλοσοφική απορία, δάσκαλος αυτός, δασκάλα και εκείνη. Είναι αλήθεια ότι το δασκαλίκι σού κολλάει αυτό το κουσούρι.
Και τώρα καθισμένη στο σαλόνι του γιατρού είχε πολύ ψωμί.
Απέναντί της μια μεσόκοπη κυρία κάτι διάβαζε αγωνιωδώς και κοιτούσε το ρολόι της ασταμάτητα.
Αδύνατη, λυγερή αλλά μόνη, τα μάτια της το μαρτυρούσαν. Κοιτούσε την υπόλοιπη πελατεία, τις στιγμές που έπαιρνε τα μάτια της από τα χαρτιά της, σαν με ζήλεια.
Βλέπεις, ζευγάρια οι περισσότεροι, δυο φίλες παραδίπλα, μια μητέρα με τον γιο της, ένας άντρας στο βάθος, γκριζαρισμένοι κρόταφοι, κουστουμιά στην τρίχα με ένα τικ που τον ανάγκαζε συχνά να ρουφάει τη μύτη του. Με περιέργεια κοιτούσε ένα αγαλματίδιο που στεκόταν στο μεσιανό τραπέζι, αυτός έχει αισθητική, σκέφτηκε, φαντάσου πόσο δυστυχής αισθάνεται που το τικ του εκπέμπει κακόφωνους ήχους.
Όλοι περίμεναν τη σειρά τους.
Το μυαλό της βρήκε χρόνο και υλικό για να θριαμβεύσει και πάλι.
-Περάστε στον διάδρομο δεξιά, ακολουθήστε τις πινακίδες προς άλλη διάσταση, ακούστηκε μια φωνή.
-Περιμένετε τη σειρά σας στο ασανσέρ.
 Η πόρτα του άνοιξε και μια άυλη ονειρική φιγούρα έγνεψε στην πρώτη δεκάδα να περάσει, μετά στη δεύτερη, στην τρίτη και τέλος. Το ασανσέρ ανέβαινε ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο που έχασαν τη διάσταση του ύψους. Όταν έφτασε στον προορισμό του και βγήκε και ο τελευταίος, η φιγούρα χαμήλωσε και τους ανέβασε στην άυλη ύλη  της.
Στο μεταξύ όλοι μίκραιναν λίγο κατ’ ολίγο, ώσπου το σώμα τους χάθηκε, έγιναν αερικά, με άγνοια αντίληψης του χωροχρόνου.
-Περάστε στον πρώτο διάδρομο αριστερά, ακούστηκε η  φωνή και η φιγούρα εξαφανίστηκε με μιας.
Ανάλαφροι μπήκαν σε χώρο ζεστό, φιλόξενο, γεμάτο λουλούδια χρυσά ακίνητα σα να ’ταν ζωγραφιστά Η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε αρώματα.
Μια φωνή γλυκιά ακούστηκε σα να ’βγαινε από ασώματο σώμα.
-Καλώς ήρθατε στην αιωνιότητα.

-Κυρία Χαραμή, περάστε, ακούστηκε η φωνή του γιατρού. 
Σαν υπνωτισμένη σύρθηκε στο γραφείο του.
Την κοίταξε κατάματα, τον κοίταξε και αυτή, άσσος στην παρατήρηση.
-Εντάξει, γιατρέ. Πρώτος διάδρομος δεξιά.


Σαβίνα Μαντζαβινάτου

(Καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και δίδαξε στη σχολή της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις Γραμμικόν  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο Συμμετείχε στο περιοδικό "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.)

(φωτογραφία του Χένγκι Κοεντγιόρο)

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

«Το θες, μάνα;»

διήγημα της Σαβίνας Μαντζαβινάτου 
   

Paul Wagner, "μάνα και κόρη"



-Ελένη πού είσαι;

-Στην κουζίνα, μάνα, τι θες;

-Έλα παιδί μου και φέρε μου λίγο νερό.

- Στο κομοδίνο σου είναι μάνα.

-Δεν μπορώ να το φτάσω, φέρε άλλο να είναι κομμάτι δροσερό.

- Έλα, μάνα, να σε βοηθήσω. Κάθισε στο κάθισμά σου, βάλε λίγη δύναμη,  κράτα το χέρι μου και σήκω.

-Δεν μπορώ, βρε  Ελένη, πονάω.

- Μπορείς, μάνα, προσπάθησε, μην αφήνεσαι.

-Δεν μπορώ, σου λέω, μη με παιδεύεις.

-Δυο μήνες τα ίδια μου λες, μα όταν έρχεται η Ζαμπετώ, μια χαρά σηκώνεσαι, εμένα μου κάνεις κόνξες.

- Καλά, παιδί μου, άφησέ με στη μοναξιά μου θα τα καταφέρω. Σε παιδεύω και σένα με έχεις βαρεθεί, ε; έτσι δεν είναι;

- Πάλι τα ίδια, μάνα, σου είπα εγώ ποτέ κάτι τέτοιο; Λοιπόν άκου. Η Ζαμπετώ δε μας κάνει πια. Καλή είναι μα εμείς θέλουμε γυναίκα να μένει μέσα τα βράδια, να είναι όλη τη μέρα κοντά σου. Μακάρι να μπορούσα να σου σταθώ εγώ, μα ξέρεις δεν μπορώ. Δουλειά, σπίτι μαγείρεμα, να διαβάσω τον Κωστάκη, δεν μπορώ .Η Μαρία μού είπε για μια γυναίκα που ζητάει δουλειά και θέλει να μένει μέσα. Στην πατρίδα της ήταν νοσοκόμα, δούλευε δέκα χρόνια σε νοσοκομείο.

- Ξένη πάλι θα μου φέρεις;

-Ξένες βρίσκω, τι να σου κάνω;

-Μιλάει ντιπ ελληνικά ή θα συνεννογιόμαστε πάλι με νοήματα;

- Άσε με, μάνα, θα τη δεις αύριο και θα μου πεις, κάνε και συ λίγο υπομονή. Δεν αντέχω πια, όσο πας και παραξενεύεις. Κουράστηκα.

- Να με κλείσεις σε κλινική, Ελένη.

-Το θες, μάνα; Όταν φτάνεις στα δύσκολα εκεί μου το γυρίζεις.

-Το θέλω, ναι, τι νομίζεις; Μου αρέσει να σας βλέπω βαριεστημένους έξι μήνες τώρα; Η Στέλλα μού έλεγε για έναν οίκο ευγηρίας , να, έχω εδώ το τηλέφωνό τους.

-Καλά. Έλα τώρα να δούμε φωτογραφίες. Κοίτα, εδώ είμαι εγώ μωρό και εδώ ο Κωστάκης. Παχιά παχιά ήμουνα, με τάιζες καλά και αυτός ο φιόγκος αεροπλάνο που έδενες στα μαλλιά, γελοία φαινόμουνα, με οργάντζα φιόγκο και άσπρο φουστάνι, πού να τολμήσω να παίξω με τα άλλα παιδάκια και να λερωθώ. Η μικρή πριγκίπισσα με φώναζαν και ντρεπόμουν… Τέλος πάντων. Εδώ κρατάς αγκαλιά τον Κωστάκη. Ήτανε τότε που τον τρέχαμε στο νοσοκομείο. Θυμάσαι; Είχε χτυπήσει το κεφάλι του. Μόλις γυρίσαμε τον κράταγες αγκαλιά δυο μερόνυχτα μην τυχόν και ακουμπήσουν τα ράμματα στο προσκεφάλι του. Και εδώ για δες με δεσποινίδα. Τι όμορφο φόρεμα! Τα καλύτερα μου αγόραζες μάνα και συ ό,τι είχε απομείνει. Να ’σαι στη δεξίωση του Αφροδίτι με τον πατέρα. Αρχοντάνθρωπος ο πατέρας αλλά και συ… Αφού σας είχαν περάσει για τους πλοιοκτήτες. Το έξω σας δεν συμφώνησε ποτέ με το μέσα της τσέπης σας. Θυμάσαι τι σας έλεγε ο θείος Βασίλης; Εσείς και πεντάρα να μην έχετε είναι σαν να ’χετε  βγει από το λίμπρο ντόρο, ξεπεσμένοι αριστοκράτες.
Μάνα, σου μιλάω τόση ώρα, εσύ δεν έχεις τίποτα να πεις;

- Πονάω πολύ Ελένη.

- Το παυσίπονο θα σε πιάσει σε λίγο. Δες εδώ τον Κωστάκη με τη στολή του σχολείου. Το πιέζεις πολύ το παιδί,μού ’λεγες, και συ τον κακομάθαινες. Εγώ έμπαινα στη μέση και άρχιζε ο καυγάς.
Και συ πίεζες εμένα, μάνα. Μού ’σπαγες τα νεύρα ώρες ώρες.
Μη, Ελένη, θα ταΐσω εγώ το παιδί, θα μαγειρέψω εγώ, δεν θα τα καταφέρεις. Πάλι τραπέζι έχετε; Δεν μου το είπες να ετοιμαστούμε σωστάΕγώ κάνω τραπέζι, μάνα, όχι εσύ. Δηλαδή –μού ’λεγες– το σπίτι αυτό δεν είναι και δικό μου; Είσαι τόσο αχάριστη. Σας δίνω τα πάντα, φαγητό ζεστό, χαρτζιλίκι στο παιδί, τσοντάρω συνέχεια, έχω αφιερώσει τη ζωή μου σε σας και με πετάς σαν τη τρίχα από το ζυμάρι; Αχ, μάνα, ναι ήμασταν τα πάντα για σένα αλλά με έναν τρόπο που δεν μου άφηνε χώρο να αναπνεύσω. Θυμάσαι τότε που είχα πάρει κακό βαθμό στα μαθηματικά; Θυμάσαι;

- Πονάω, Ελένη, πολύ.

- Μάλιστα τα δύσκολα τα αποφεύγουμε, ε;
Μα πώς είναι δυνατόν να πάρεις εσύ τέτοιο βαθμό; Με εξευτέλισες, με ακύρωσες. Πήγα το απόγευμα στα αγγλικά με μάτια πρησμένα από το κλάμα σα να με είχε τσιμπήσει σφίγγα στα βλέφαρα. Ναι, δε θα το ξεχάσω ποτέ. Με πήρε από πίσω ένα αγόρι - τι ωραίο σώμα δεσποινίς και τα τοιαύτα, και όταν είδε το πρόσωπό μου αναπήδησε και το έβαλε στα πόδια. Δεν ξεχνιούνται αυτά. Αχ μάνα!

-Ελένη, λυπήσου με πονάω.

Van Gogh, "μάνα και κόρη"

-Κλαις, μάνα; Έλα. Έλα στην αγκαλιά μου, σώπα, θα πάρω αύριο το γιατρό να μας δώσει συμβουλές. Θα με βοηθήσει και η Ζαμπετώ να σε λούσω και να σε μπανιάρω, θα ’ρθει και η κυρία Ιουλία που ξέρει από αυτά, θα έχεις νοσοκόμα μέρα νύχτα δίπλα σου. Μην κλαις, μάνα, μην κλαις. Έτσι μπράβο, δε θα σε αφήσω ποτέ, δεν πρόκειται να φύγεις ποτέ από το σπίτι σου, να σκίζω το χαρτί με το τηλέφωνο της κλινικής. Μα πώς πίστεψες ότι εγώ θα έκανα τέτοιο πράγμα; Μάνα, νύσταξα, έλα να σε γυρίσω στο πλάι και να σου σηκώσω τη κουβέρτα. Να σου βάλω και το μεγάλο μαξιλάρι πίσω από τη μέση.

-Ελένη πονάω πολύ, θέλω να πεθάνω, σε ικετεύω, τι τώρα τι σε λίγους μήνες, αφού δεν έχω πια ζωή, σε παρακαλώ πες να μου κάνουν μια ένεση να φύγω, δεν αντέχω άλλο. Αν με αγαπάς κάνε αυτό που σου λέω, μη με τυραννάς άλλο.

-Εγώ σε τυραννάω; Μη θέλεις να πεις ότι σε εκδικιέμαι κιόλας; Μού ’κανες πολλά μα δε σου κρατάω κακία, έτσι την ήξερες την αγάπη. Θα σου βάλω τα αυτοκόλλητα. Θυμάσαι τι μας είχε πει ο γιατρός; Να τα βάλετε όταν γίνει ο πόνος αφόρητος. Έλα θα στα κολλήσω εδώ ψηλά στους ώμους. Σε λίγο θα κοιμηθείς. Έτσι μπράβο. Κοιμήσου. Καληνύχτα. Σε πήρε κιόλας ό ύπνος. Τι ύπνος δηλαδή λήθαργος. Γιατί άνοιξες πάλι τα μάτια; Γιατί με κοιτάς σα να μη με βλέπεις; Γιατί τα μάγουλά σου είναι υγρά; Μάνα, εδώ είμαι εγώ η Ελένη σου. Τι ψιθυρίζεις μάνα; Δεν μπορώ τώρα να σου τα βγάλω, θα σταματήσει η καρδιά σου, θα πεθάνεις. 

Χαμογελάς; Το θέλεις λοιπόν τόσο πολύ;
Εντάξει  αρκετά. Καλό ταξίδι, μάνα.


Σαβίνα Μαντζαβινάτου

Καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη Δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και  δίδαξε στη σχολή της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις Γραμμικόν  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο Συμμετείχε στο σχολικό περιοδικό "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.
«Πού πίνετε το τσάι σας;»

διήγημα της 

Σαβίνας Μαντζαβινάτου





                                      
Τι όμορφα στην  τσαγερί… Ταπετσαρία στους τοίχους, τριανταφυλλένιες απλίκες, πουά και ριγέ πολυθρόνες, διθέσια χαμηλά καναπεδάκια, βαμμένα κόκκινα. Μισές κουρτίνες στα παράθυρα, όλο χαριτωμένες σούρες, πιάνο του 19ου αι., πάτωμα με ζωγραφιστά πλακάκια, απαλή μουσική. Όαση ρομαντισμού.

Καθόταν στη γωνία με την πλάτη στο παράθυρο και έπινε το μυρωδάτο τσάι της. Έπαιρνε πάντα αυτό με τη μαστίχα και το κόκκινο πιπέρι, μοσχοβολούσαν τα πνεμόνια της καθώς κατέβαινε στον ουρανίσκο. Στο χέρι κρατούσε ένα βιβλίο που την απορροφούσε τόσο, ώστε να χάνει επαφή με το περιβάλλον. Τίποτα το επιτηδευμένο πάνω της και όμως τόσο γοητευτική και απόκοσμη. Λες και ζούσε σε άλλη διάσταση. Το λευκό πουλόβερ σε αντίθεση με τα σκούρα μαλλιά της πρόσθεταν μια περίεργη φινέτσα, και λεπτή αρκετά καθώς ήταν θύμιζε αερικό ή φιγούρα στον πίνακα εξπρεσιονιστή ζωγράφου, ή ακόμα τη μορφή αγαλματίδιου σαν και αυτά που βρίσκεις στα ξύλινα ράφια των παλαιοπωλείων. Εν ολίγοις απέδιδε τη μυρουδιά μοιραίας γυναίκας.

Περνούσε βιαστικός κουκουλωμένος μέχρι τα αυτιά. Ψηλός. Υπερβολικά λιγνός, μούσι. Στα μακριά χέρια του κρατούσε ένα παραφουσκωμένο μαύρο ντοσιέ. Φορούσε μιαν ασουλούπωτη μπεζ καμπαρντίνα μακριά. Ένα καρό μάλλινο κασκόλ τυλιγόταν στο μακρύ λαιμό του και ένας ασορτί καρό σκούφος σκέπαζε το μεγάλο κεφάλι του. Σαν να είχε βγει από όπερα η φιγούρα του, από τη La bohème του Πουτσίνι.
Αν και βιαστικά τα βήματά του, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό της τσαγερί σαν να τον οδηγούσε ένα απροσδιόριστο κάτι, από αυτά που δεν εξηγεί η λογική. Φευγαλέα της έριξε μια ματιά. Αμέσως τον τράβηξαν τα μακριά μεταξένια της μαλλιά μα κυρίως η στάση του σώματός της. Καθόταν στην καρέκλα σε στάση μπαλέτου, κάτω οι ώμοι, ψηλά ο λαιμός ελαφρά κατεβασμένο το κάτω μέρος του προσώπου, έτοιμη για χορό.
Σαν υπνωτισμένος μπήκε μέσα και κάθισε ακριβώς απέναντί της στην άλλη γωνία.
Ως εκεί έφτανε η μυρουδιά του σώματός της και η λάμψη των σχιστών της ματιών.
Σηκώθηκε με θράσος και χωρίς κουβέντα κάθισε δίπλα της. Ακούμπησε στο τραπεζάκι τα χαρτικά του με βιάση.
Ξαφνιάστηκε, απορροφημένη καθώς ήταν στο βιβλίο της, μα δεν αντέδρασε.
-         Πες μου το όνομά σου, έκανε ο νέος.
-         Θα στο πω αργότερα, πήρε την απάντηση.
-         Εμένα με λένε Ζαν, είμαι 25 χρονών, είμαι ζωγράφος και το σπίτι μου είναι λίγο πιο κάτω, στην οδό Μπομπουάρ αριθμός 53.

Δεν πήρε καμιάν απάντηση.

-         Άφησέ με να σε ζωγραφίσω.

Χωρίς μιλιά πήρε στάση μοντέλου και σαν να το περίμενε από καιρό δόθηκε στη ζωγραφική του.
Άνοιξε το ντοσιέ του, πήρε ένα μικρό μολύβι κάρβουνο που είχε στη θήκη και βάλθηκε να περιγράφει  το πρόσωπό της.
Όσο τη ζωγράφιζε τόσο τον τραβούσαν τα ασιατικά της χαρακτηριστικά, έφτασε να μην μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
-Τώρα θα μου πεις πώς σε λένε;

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν μήνυμα, και πριν προλάβει καλά καλά να το διαβάσει την άρπαξε βίαια από το μπράτσο και σχεδόν σερνόμενη βάλθηκε να την τρέχει στο απέναντι πεζοδρόμιο και από εκεί  την έσπρωξε στο αυτοκίνητό του, ενώ η τσαγερί και όλος ο δρόμος σειόταν από τον πάταγο μιας βόμβας που έσκασε  και άρπαξαν φωτιά οι γύρω δρόμοι. Ένας  εκκωφαντικός   γδούπος έτρεψε τους πάντες σε φυγή. Το μαγαζί πήρε φωτιά, ο δρόμος γέμισε τρομαγμένους ανθρώπους, άλλους πληγωμένους που έτρεχαν να σωθούν, άλλους πλαγιασμένους κατά γης. Τα μάτια έτσουζαν, ο ένας πατούσε πάνω στον άλλο. Φρίκη και πανικός. Η όμορφη πλατεία μεταμορφώθηκε σε κόλαση με μιας.
Έφτασαν τα περιπολικά και τα ασθενοφόρα….
Το αυτοκίνητό του περικυκλώθηκε και πριν τον συλλάβουν ξαναρώτησε.
-Πες μου το όνομά σου.
-Μαρίπήρε την απάντηση και αγκάλιασε τη ζωγραφιά της πριν του φορέσουν τις χειροπέδες.

Σαβίνα Μαντζαβινάτου

(πίνακας: "Γυναίκα μυστήριο" του Παναγιώτη Χαλούλου)