Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Χρήστου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Χρήστου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Για τον Γιάννη Χρήστου 1926 - 2026 Ο Γιώργος Χρονάς συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο (πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211, 2026)

 

 

 

Για τον Γιάννη Χρήστου

1926 - 2026



 

 


 Ο Γιώργος Χρονάς συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο

(πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211, 2026)

 

Γ.Χ: Σκέφτομαι τώρα πως το βιβλίο σου για τον Γιάννη Χρήστου κυκλοφορεί έναν αιώνα μετά τη γέννησή του και πάνε κιόλας πενήντα έξι χρόνια από τον θάνατό του.

Α.Α: Δεν είναι και λίγα· περνάει ο καιρός. Τρομερός ο χρόνος· κυλάει αδυσώπητα χωρίς να το καταλαβαίνουμε, όμως ο Γιάννης Χρήστου εξακολουθεί να μας φαίνεται η ίδια νεανική φιγούρα πάντα, το ίδιο ζωντανός όπως άλλοτε.  


Γ.Χ: Θυμάμαι πολύ καλά πόσο με είχε εντυπωσιάσει τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, που τον έβλεπα στους ‘Πέρσες’ και στις Μέρες Σύγχρονης Μουσικής. Ήτανε κάτι τελείως πρωτόγνωρο.  Και σαν άκουσμα και σαν θέαμα. Δεν είχε τίποτα κοινό με ό,τι ξέραμε ως τότε. Δεν έμοιαζε με τίποτα. Η ίδια η έννοια της συναυλίας όπου όλοι πήγαιναν φορώντας τα καλά τους, είχε τιναχτεί στον αέρα. Για όλους, μα ιδιαίτερα για εμάς τους εικοσάρηδες ήταν κάτι εντελώς επαναστατικό. Μεγαλειώδες.

Α.Α:  Σωστά· εντελώς πρωτόγνωρο. Κανείς δεν είχε τολμήσει ως τότε να κάει κάτι τέτοιο: Να παρουσιάσει ο ίδιος μέσα στο ξενοδοχείο Χίλτον το 1967, την ‘Κυρία με τη Στρυχνίνη’ κι ένα χρόνο μετά τον ‘Επίκυκλο’. Με ιδιαίτερη έμφαση σ’ ένα αλλόκοτα τελετουργικό στοιχείο με ενεργό συμμετοχή όλων των εκτελεστών κι έχοντας ως στόχο να διαλύσει εντελώς την ψευδαίσθηση της σκηνής τοποθετώντας μουσικούς, ηθοποιούς, ακόμη και τον μαέστρο χύμα στο πάτωμα. Αδιανόητα πράγματα!

 

Γ.Χ: Εσύ τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;

Α.Α: Εγώ, μικρότερος κατά πέντε χρόνια, δεν πήγαινα σε συναυλίες τότε. Τον έβλεπα όμως απ’ το 1964, όταν εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη γωνιακή πολυκατοικία Βασιλίσσης Σοφίας 60 και Παπαδιαμαντοπούλου 1. Ακριβώς απέναντι απ’ το πατρικό μου στην Παπαδιαμαντοπούλου 4, που δεν είναι καθόλου φαρδύς δρόμος. Και μάλιστα στον 5ον όροφο, όπως κι εμείς. Λίγα μέτρα μόνο μας χώριζαν. Στην αρχή φυσικά δεν ήξερα ποιος ήταν, όμως μου έκανε εντύπωση που φορώντας άνετα σκούρα ρούχα και μαύρα γυαλιά βημάτιζε αργά πέρα δώθε στη μεγάλη βεράντα μόνος· αφηρημένος, χαμένος στις σκέψεις του. Λίγο μετά· από κάτι συζητήσεις στο σπίτι, έμαθα πως ήταν αυτός που είχε κάνει τη μουσική των ‘Περσών’ και το ενδιαφέρον μου φούντωσε, καθώς άκουγα από τότε αυτό που συνήθως λέμε ‘σοβαρή’, ‘κλασική’ μουσική. Κι όταν απόχτησα μια στερεοφωνική εγκατάσταση με πολύ ισχυρά ηχεία και άκουγα συμφωνική μουσική στη διαπασών, διευθύνοντας στον αέρα σαν τρελός μια φανταστική ορχήστρα, προφανώς άκουγε κι εκείνος και με επεσήμανε από απέναντι. Αποκτήσαμε έτσι οπτική επαφή κι αρχίσαμε να χαιρετιόμαστε απ’ τα μπαλκόνια μας, μ’ ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού, μ’ ένα νεύμα, καθημερινά σχεδόν ως τη μέρα που σκοτώθηκε.       

 

Γ.Χ: Τον εγνώριζες προσωπικά λοιπόν.

Α.Α: Όχι βέβαια· διότι πέρα απ’ αυτόν τον ιδιότυπο, έστω και συχνό χαιρετισμό δεν είχαμε καμιάν άλλη επαφή. Να όμως που τα ’φερε έτσι η ζωή και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, τον Δεκέμβρη του 1974, γνωριστήκαμε απ’ την ίδια βεράντα με τη Σάντρα, την κόρη του. Ερωτευτήκαμε βαθιά, παντρευτήκαμε και ζήσαμε πολλά χρόνια μαζί. Θέλοντας και μη λοιπόν έζησα πολύ κοντά, μέσα, στον κόσμο του.

 

Γ.Χ: Άρα είσαι πολύτιμη πρωτογενής πηγή.

Α.Α: Μ’ αυτή την έννοια ναι· γιατί απολύτως τίποτα δεν είχε αλλάξει στο σπίτι. Έβλεπα τους χώρους όπου εργαζόταν, τις παρτιτούρες, τα πιάνα, τα διάφορα  μηχανήματα που είχε στο στούντιο, τα ίδια έπιπλα, τα ίδια βιβλία και τα ίδια πολύτιμα αντικείμενα που τον τριγύριζαν. Γνώρισα όλους τους κοντινούς του ανθρώπους, όχι κατ’ ανάγκη μόνο μέσ’ απ’ τον χώρο της μουσικής· πέρ’ απ’ τους διάφορους συνεργάτες που έχουμε ακουστά. Είχα για χρόνια καθημερινή επικοινωνία -μα και πολύ σοβαρές συζητήσεις- με τη μητέρα του, με την πεθερά του, με τον αδελφό της γυναίκας του. Πολύ σημαντικές πηγές για τη σφαιρική κατανόηση της προσωπικότητας του δημιουργού, που μάλλον δεν έχουν ερευνηθεί πλήρως.

 

Γ.Χ: Πόσο σ’ έχει επηρεάσει αυτό;

Α.Α: Ευτυχώς, αν και ήμασταν πολύ νέοι, απ’ την πρώτη στιγμή τόσο η Σάντρα  όσο κι εγώ δεν είχαμε καθόλου ως στόχο ζωής ν’ ασχοληθούμε επαγγελματικά με τη Μουσική· άρα να έχουμε κάποιο άμεσο ή έμμεσο όφελος από τη σχέση μας με τον Γιάννη Χρήστου. Με τον πιο φυσικό τρόπο λοιπόν ακολουθήσαμε καθένας τον δικό του δρόμο. Ταυτόχρονα όμως ερευνούσαμε σε βάθος και με σεβασμό τη ζωή ενός πολύ σημαντικού δημιουργού που εκείνη την εποχή -μην ξεχνάμε πως μιλάμε για πενήντα χρόνια πριν- δεν είχε πάρει ακόμα τη θέση που έχει σήμερα, ούτε είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για να διαφυλαχτεί σωστά το έργο του.

 

Γ.Χ: Κινδύνευε πράγματι το έργο του;

Α.Α: Πολλά έχουν ακουστεί κατά καιρούς για ‘χαμένα’, ίσως και για ‘κλεμμένα’ έργα. Αν και δεν είμαι ειδικός, νομίζω πως αυτό είναι ένα ασαφές κεφάλαιο σχετικά με την εργογραφία του Γιάννη Χρήστου. Θεωρώ όμως πως είναι μάλλον απίθανο -αν όντως υπήρχαν- να έχουν χαθεί χωρίς ν’ αφήσουν απολύτως κανένα ίχνος όλα αυτά τα έργα, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος κρατούσε λεπτομερές αρχείο για τα πάντα, μα και στους χώρους του σπιτιού εδώ -και στη Χίο, όπως και στην Κύπρο- υπήρχε τάξη και κάθε τι απ’ το παρελθόν φυλασσόταν με ιδιαίτερη φροντίδα· ακόμη και παλιές αποκριάτικες παιδικές φορεσιές! Πριν αρχίσουμε ν’ ασχολούμαστε με τη Σάντρα, η οποία επέβλεπε πια το αρχείο, φυσικά δεν είναι δυνατό να ξέρω τι ακριβώς έγινε μέσα στο στούντιο και στα ντουλάπια όπου είχε τα διάφορα έργα του, τον πρώτο καιρό μετά τον ξαφνικό του θάνατο το 1970. Τότε όλα τινάχτηκαν στον αέρα και για πέντε χρόνια πολλοί και διάφοροι πήγαιναν εκεί, μελετούσαν ερευνούσαν και σκάλιζαν ελεύθερα, με μοναδικό υπεύθυνο τη γηραιά μητέρα του: Μια τραγική μάνα που είχε θάψει τα δυο αγόρια της· και τα δύο σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

Γ.Χ: Γι’ αυτό ίδρυσες την «Εταιρεία Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου»;

Α.Α: Ακριβώς· μαζί με τη Σάντρα: Μια μη κερδοσκοπική εταιρεία με σκοπό τη διάσωση και τη διάδοση του έργου του. Μέσα σε λίγα χρόνια έγιναν πολλά και σημαντικά πράγματα Για πρώτη φορά τότε, το 1985, παίχτηκαν στο Ηρώδειο· η ‘Μουσική του Φοίνικα’ και η ‘Εναντιοδρομία’. Δυο χρόνια μετά -πάλι στο Ηρώδειο- παίχτηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα η ‘2η Συμφωνία’ που μάλιστα κυκλοφόρησε και σε δίσκο LP. Επίσης σε δίσκους LP κυκλοφόρησαν τότε από παλαιότερες ηχογραφήσεις, το ‘Μυστήριον’ εδώ, και στο Βερολίνο τέσσερα έργα του (‘Εναντιοδρομία’ ‘Επίκυκλος’ ‘Πράξις για 12’ ‘Αναπαράστασις III’). Από τον εκδοτικό οίκο Νάκα κυκλοφόρησε η παρτιτούρα του νεανικού Prelude et Fuge pour deux pianos· το μοναδικό έργο του που εκδόθηκε στην Ελλάδα. Τότε εκδόθηκε το πρώτο καθαρά μουσικολογικό βιβλίο για τον Χρήστου: Η εργασία της Anne Martine Lucciano σε μετάφραση Γιώργου Λεωτσάκου. Τότε για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στην ΕΡΤ σχετική εκπομπή γι’ αυτόν. Λίγο μετά παρουσιάστηκε στο διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής της Βαρσοβίας το ορατόριο ‘Πύρινες γλώσσες’, που παίχτηκε λίγο αργότερα και στο Μέγαρο Μουσικής. Στη Βαρσοβία μάλιστα ήταν παρών και ο πολύς Πεντερέτσκι που χειροκροτούσε ενθουσιασμένος. Και τέλος -για να αναφέρω μόνο τα πιο σημαντικά- έγινε στο Αμβούργο ο μεγάλος κύκλος Brahms, Schönberg, Christou όπου μέσα σε μια βδομάδα παρουσιάστηκαν τα περισσότερα έργα του, από Γερμανούς εκτελεστές και ακολούθησε πολύ ενδιαφέρον συμπόσιο γι’ αυτόν. Πάνε τριάντα, σαράντα χρόνια πια. Χαίρομαι που τα θυμάμαι και νιώθω μέσα μου καλά που έγιναν όλα με τον πιο σοβαρό τρόπο, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, βγάζοντας τον Γιάννη Χρήστου έξω από έναν στενό κύκλο οπαδών, ακόμα και εκτός Ελλάδος.  

 

Γ.Χ: Δεν σταμάτησες ν’ ασχολείσαι όμως.

Α.Α: Άμεσα και ενεργητικά σταμάτησα τότε· μετά την κορυφαία εκείνη εκδήλωση στο Αμβούργο το 1993 και δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά. Μέσα μου όμως με απασχολούσε κάθε τόσο όλη αυτή η μακρά πορεία και γύρω στο 2020· τότε με τον αναγκαστικό εγκλεισμό μας, αποφάσισα να βάλω κάποια τάξη σε όλο αυτό το υλικό και να μιλήσω για τον Γιάννη Χρήστου. Έτσι πήρε σάρκα και οστά το βιβλίο.

 

Γ.Χ: Σε ποιους απευθύνεται το βιβλίο;

Α.Α: Σε όποιον ενδιαφέρεται. Ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο Γιάννης Χρήστου. Σίγουρα πάντως δεν είναι εξειδικευμένο, μουσικολογικό βιβλίο αφού εγώ ο ίδιος δεν είμαι ειδικός. Με απασχόλησε όμως ιδιαίτερα με τι τρόπο να το στήσω. Διότι δεν ήμουν εντελώς ελεύθερος να γράφω όπως έχω μάθει τόσα χρόνια να γράφω, μα ήμουν υποχρεωμένος να παρουσιάσω ένα απλό κείμενο που να είναι ενδιαφέρον μεν για τον αναγνώστη, μα και απολύτως τεκμηριωμένο· μαζί με όλα τα ντοκουμέντα που έπρεπε να δημοσιευτούν.   

 

Γ.Χ: Τί καινούργιο φέρνει;

Α.Α: Πριν απ’ όλα το ότι είναι το μόνο συνολικό βιβλίο για τη ζωή και το έργο του. Πέρ’ απ’ αυτό παρουσιάζονται για πρώτη φορά εντελώς άγνωστα ντοκουμέντα και απόψεις που νομίζω πως ενδιαφέρουν ακόμη και τους επαΐοντες: Ένα certificate of birth που τον εμφανίζει γεννηθέντα στις 9 -και όχι στις 8- Ιανουαρίου 1926 και μάλιστα στη Λευκωσία και όχι στην Ηλιούπολη του Καΐρου. Μαθαίνουμε τη γνώμη του Δημήτρη Μητρόπουλου για τη ‘Μουσική του Φοίνικα’, μα και γνώμες συγχρόνων του συνθετών Τη στάση του Μάνου Χατζιδάκι ως προς το έργο του. Διαβάζουμε την τελική αποτίμηση γι’ αυτόν από τον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Τσάτσο· ο οποίος τον εγνώριζε πολύ καλά, έχοντας κατοικήσει στο ίδιο οίκημα για κάμποσα χρόνια. Ακόμα, τη γνώμη του εκδότη και μεγάλου φιλόμουσου Χρήστου Λαμπράκη, που επίσης τον εγνώριζε πολύ καλά. Κι άλλα πολλά που έχουν νομίζω ιδιαίτερο βάρος. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν ήθελα να γράψω χιλιοειπωμένα κλισέ και μεγάλα λόγια που μάλλον δείχνουν αμηχανία, για να μην πω άγνοια και οδηγούν σε παρανοήσεις.

 

Γ.Χ: Θεωρείς πως έχουν γίνει παρανοήσεις;

Α.Α: Κατά καιρούς σίγουρα. Παρανοήσεις, υπερβολές, ενασχόληση ασχέτων, μυθοποίηση και δυστυχώς, ελλιπής παρουσίαση του  έργου του, που τελικά σίγουρα είναι η σημαντικότερη αν όχι η μόνη πηγή για το ποιος είναι πράγματι ο Δημιουργός.

 

Γ.Χ: Υπάρχουν άπαιχτα έργα;     

Α.Α: Όσο κι αν φαίνεται εξωπραγματικό, τώρα· το 2026. αυτή είναι η πικρή αλήθεια: Ναι υπάρχουν! Μα και όλα τα έργα του γενικά δεν παίζονται συχνά, ούτε έχουν γίνει ευρύτερα γνωστά Βέβαια από άρθρα, μελέτες, αναλύσεις, αφιερώματα και μεγάλα λόγια· άλλο τίποτα. Όμως το μεγάλο του ορατόριο ‘Μυστήριον’ δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ εδώ, εξήντα χρόνια μετά…

 

Γ.Χ: Πόσο έχει επηρεάσει ο Χρήστου τη σύγχρονη μουσική;

Α.Α: Ποτέ δεν με απασχόλησε κάτι τέτοιο. Δεν είμαι ιστορικός της Τέχνης κι αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω εγώ· ρώτα αν θες, κάποιον μουσικολόγο ‘Χρηστολόγο’.

 

Γ.Χ: Πόσο σ’ έχει επηρεάσει εσένα η μουσική και το έργο του;

Α.Α: Στη δισκοθήκη όπως και στη βιβλιοθήκη μου επικρατεί η δημοκρατική τάξη του αλφαβήτου: Α,Β,Γ,Δ, A,B,C,D… Άρα υπάρχουν και είναι στη θέση τους, καθένας με τα δικά του έργα: …Chabrier, Charpentier, Chausson, Chopin,  Cherubini, Christou… Και βέβαια δεν σημαίνει πως αφού έχεις Bach, δεν έχεις Beethoven ή Brahms μετά, ή πως αγνοείς τον Bruckner. Αυτά είναι αστειότητες. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που έχουν πει πως η Μουσική χωρίζεται σε π.Χ και σε μ.Χ εποχή· δηλαδή σε μουσική προ του Χρήστου και μετά τον Χρήστου. Το θεωρώ κι αυτό μια από τις άστοχες μεγαλοστομίες που έχουν ειπωθεί κατά καιρούς· όσο σημαντικό κι αν είναι το έργο του. Έργο που γνώρισα απ’ τα νιάτα μου χωρίς να είμαι ο ίδιος μουσικός μα ένας απλός φιλόμουσος. Άρα· αν κι έτυχε να συναντηθούν τα βήματά μας σ’ αυτήν εδώ τη ζωή, όσο κι αν ήταν σημαντική για μένα η συνάντηση αυτή, εγώ πορεύτηκα παράλληλα στον βίο μου. Και με ό,τι ήξερα, ό,τι μάθαινα, ό,τι ζούσα και συσσωρευόταν μέσα μου σιγά-σιγά δημιούργησα μόνος, γράφοντας τα βιβλία μου· χωρίς να υπάρχει κάποιος ή κάτι συγκεκριμένο που να σημάδεψε τόσο καθοριστικά την πορεία μου αυτή και να της άλλαξε τη ρότα.

 

Γ.Χ: Τελικά τί ήθελε να δώσει με τη μουσική του;

Α.Α: Πριν απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε πως δεν τον ενδιέφερε να κάνει μιαν απλή μουσική καριέρα· να γίνει γνωστός ή να βγάλει λεφτά με τη μουσική: Είχε όλα τα μέσα και τις γνώσεις να κάνει οτιδήποτε άλλο. Υπήρχε ο ίδιος μέσ’ απ’ τη μουσική και διοχέτευε το βαθύτερο είναι του σ’ αυτήν. Ο ‘φιλόσοφος της Μουσικής’. Το ζήτημα είναι πώς και τι ήθελε να εκφράσει, όταν άρχισε να συνθέτει βγαίνοντας μέσ’ απ’ τον ζόφο και τα ερείπια του 2ου Παγκοσμίου πολέμου. Προσωπική μου γνώμη είναι πως έχοντας όλα τα εφόδια -και ως μορφωμένος άνθρωπος μα και ως Έλλην- χάραξε έναν δικό του εκφραστικό τρόπο, απομακρυνόμενος σιγά-σιγά από τη Δύση. Ο ίδιος λέει άλλωστε: «…Ξεκόβουμε από την παράδοση που δημιούργησε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και γυρίζουμε στις αρχές τής παράδοσης, στις ρίζες, στα αρχέτυπά της. Ίσως πρόκειται για μια ανακύκληση, όπως την υπαινίσσεται ο Ηράκλειτος.»… «Εγώ πάντως, νοιώθω αποδεσμευμένος από την καταπίεση όλων αυτών που μάς κληροδότησε η Ευρωπαϊκή κουλτούρα, που συγκινούσε άλλοτε -και δικαιολογημένα- τον κόσμο.»

 

Γ.Χ: Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον που επισημάνεις εδώ με τα δικά του λόγια, την ‘ελληνικότητα’ του Χρήστου· αν κι ο ίδιος ήταν  αγγλοτραφής, είχε σπουδάσει στην Αγγλία και στην Ιταλία και ήταν αρκούντως ‘δυτικός’ στην εν γένει συμπεριφορά του. Τι ακριβώς ήθελε να δώσει όμως;

Α.Α: Αυτά ως προς τον τρόπο διαχείρισης του μουσικού του υλικού και ειδικότερα της σταδιακής του αποστασιοποίησης από τη Δύση. Πάρα πέρα όμως, τίθεται όντως θέμα ποια ήταν η δική του θέση του και τι ήθελε να εκφράσει με τη μουσική του. Νομίζω πως όσο προχωρούσαν τα χρόνια, πέρα απ’ την μελαγχολία, την πίκρα και την απογοήτευση, που είναι εξ αρχής διάχυτες παντού, στη βάση όλων αυτών είναι η Διάλυση, η Άρνηση. Ένοιωθε βαθιά μέσα του τα όλα υπαρξιακά αδιέξοδα της εποχής μας και τα εξέφραζε με τον πιο ωμό, έντονο και άμεσο τρόπο, και βέβαια με εξαιρετική συνθετική μαεστρία. Όπως στον ‘Πιανίστα’ για παράδειγμα, που απ’ την αρχή ως το τέλος προσπαθεί λυσσαλέα -μάταια όμως- να επικοινωνήσει με το κοινό και το πιάνο, ενώ γύρω του όλα καταρρέουν και διαλύονται μέσα στο εφιαλτικό χάος.

Όσο για την ‘Ορέστεια’, το τελευταίο του έργο που σχεδόν το είχε τελειώσει εκείνες τις μέρες πριν σκοτωθεί, ο ίδιος λέει:  «…Τίποτα δεν οδηγεί σε μια συγκεκριμένη και οριστική λύση του ανθρώπινου δράματος· που το εκφράζει ο Ορέστης. Κι οι Ερινύες δεν μεταβάλλονται σε Ευμενίδες όπως συμβαίνει στον Αισχύλο, που βρίσκει έτσι ένα «χάππυ εντ», αλλά αντίθετα πολλαπλασιάζονται· το κακό μεγαλώνει, ο πανικός απλώνεται, η λύση δεν έρχεται.» Δεν νομίζω να υπάρχουν πολλά περιθώρια για άλλες ερμηνείες πέρα από την Άρνηση.

Και μετά; Ποια θα μπορούσε να είναι ίσως η συνέχεια της δημιουργικής του πορείας πέραν της Αρνήσεως; Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να είχαμε έστω και κάποιο ίχνος δικής του απάντησης για το τι θα μπορούσε να είναι το μετά. Δεν έχουμε όμως απολύτως τίποτε. Δυστυχώς το ‘μετά’, γράφτηκε ακαριαία και τελεσίδικα με τον τραγικό του θάνατο τα χαράματα της 8ης Ιανουαρίου του 1970. Οπότε κι εμείς έχω την αίσθηση πως δεν μπορούμε να πούμε τίποτε άλλο.

 

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

alexadam48@hotmail.com

‘Οδός Πανός’ τχ. 211,  2026

 



Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953) σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠ, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα στην Αθήνα, και παρακολούθησε μεταπτυχιακά -Sociologie Politique- στη Σορβόννη· Paris II, Assas.                                                                  

Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’
με σκοπό τη διάσωση και διάδοση τού έργου τού συνθέτη. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως γενικός γραμματέας και ως πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και γενικός γραμματέας τού διοικητικού συμβουλίου τού Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε με την Ε.Ρ.Τ, Γ΄ πρόγραμμα, το Θέατρο Τέχνης, το Κ.Θ.Β.Ε, την Ε.Λ.Σ, το Εθνικό Θέατρο, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου, Β. Αιγαίου και Ιωαννίνων, με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, το χοροθέατρο ‘Ροές’, καθώς και με το Φεστιβάλ Αθηνών, το Υπ. Πολιτισμού, το Μέγαρο Μουσικής, το
Künstlerhaus Bethanien Berlin, το Warsaw International Festival ’91, την Norddeutscher Rundfunk Hamburg, το Indira Gandhi International Center for the Arts, την National Academy of Letters N.Delhi, την Frankfurter Buchmesse και το Boğaziçi University Istanbul· όπου εκλήθη και εδίδαξε δις ως επισκέπτης καθηγητής.

 

Έργα:

          

‘Γιάννης Χρήστου’, βιογραφικά (‘Το Τέταρτο’ τ. 3, 1985)

‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση Άγρα 2009, 3η Οδός Πανός 2026)

‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999).

‘Οι Δαιμονισμένοι’, θεατρική προσαρμογή του A Camus τού έργου τού Ντοστογιέφσκι, (μτφρ. ΚΘΒΕ, 1991)

‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 1993, 13η έκδοση.)

‘Η πόλη που πρίγκιπάς της είν’ ένα παιδί’, Henry de Montherlant, (μτφρ. Εθνικό Θέατρο, εκδ. Λιβάνη1993)

‘Γιάννης Χρήστου’, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του. (Μου.Σ.Α 2000)

The mask in the Hellenic classical theatre’ (SeminarMan mind and mask) Aryan books Int. N. Delhi 2001

‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001).

‘Δεν παίζουνε με την αγάπη’, θεατρικό Alfred de Musset, μετάφραση (Εστία 2003)

‘Ο θείος Όσβαλντ’, μυθιστόρημα τού Roald Dahl, μετάφραση (Άγρα 2004)

‘Διαθήκη’, Auguste Rodin, μετάφραση (Άγρα 2005, 2η έκδοση Οδός Πανός 2023)

‘Μισό ποτήρι νερό’, θεατρικό Tarik Günersel, μετάφραση, 2006

‘Η Δύναμις τού σκότους’, θεατρικό Leon Tolstoy, μετάφραση (Ροές 2007)  

‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’, Ηθιστόρημα (Άγρα 2008)

‘Μονομαχία γυναικών’, Eugène Scribe, μετάφραση-θεατρική προσαρμογή ‘Διάχρονο’ 2011

‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση (Ίκαρος 2011).

Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (Ίκαρος 2013)

‘Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’, σχόλιο για Documenta 14. (Diablog 8/7/2017)

‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (Κάκτος 2017, 2η έκδοση.)

‘Οι δυο Μαργαρίτες’, Μ. Λυμπεράκη - Μ. Καραπάνου, ολιγόλογη ακτινογραφία (Τα ΝΕΑ 6/7/2019)

‘Τα όχι τού ΝΑΙ’, μικρό χρονικό μιας άρνησης, (Οδός Πανός 2019, 2η έκδοση.)

‘Ο Αδάμ και το μήλο’, αφηγήσεις και διηγήματα (Οδός Πανός 2020, 4η έκδοση.)

‘Η ρόμπα’, διήγημα (Fractal 1/6/, Μονόκλ 3/6, Timesnews 4/6, Με ανοιχτά βιβλία 6/6, Ολόγραμμα 11/6/2021)

‘Οι Δαιμονισμένοι’, θέατρο - λιμπρέτο, Εθνική Λυρική Σκηνή 2001. (Οδός Πανός 2021)

‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, αφηγήσεις, θεατρικό αναλόγιο (Οδός Πανός 2022, 2η έκδοση.)

‘Χύμα’, Ηθιστόρημα (Οδός Πανός 2024)

‘Για τον Γιάννη Χρήστου’, σπονδυλωτό χρονικό (Οδός Πανός 2024, 5η έκδοση.)

‘Η Μονίκ, φιλέλλην ή μήπως το αντίθετο;, μονόλογος, θεατρικό αναλόγιο (Οδός Πανός 2025.)

 

Μεταφράσεις έργων του στο εξωτερικό:

 

‘Twelve and one lies’ Sahitya Akademi 1998 και 2η έκδοση, Samkeleen Prakashan, New Delhi 1999

‘On Iki arti Bir Yalan’ IMGE Kitabevi, Ankara 2000

‘Zwölf und eine Lüge’ Elfenbein Verlag, Heidelberg 2001

‘The Spiceman’ Ithaka editions, Melbourne 2004 (Wesley College Student Theater 2011)

‘Yeni AzizlerIMGE Öyküler, τ.4 Istanbul 2005

‘Douze et un mensonges’ Editions Alteredit, Paris 2005

‘Irmikoǧlan’ Albatros Yayinlari, Istanbul 2005 (Κρατικό Θέατρο τής Τουρκίας 2012-13)

‘Noyessaying’ ISBN 978-960-93-5016-7/ 2013

‘Der Lebkuchenmann’ Heidelberg 2014

‘Hayirevet diyerek Bence Kitap, Ankara 2015

‘Noch mehr Lügen’ Elfenbein Verlag, Berlin 2016

‘The never ending cycle’ Theater EN-A 2022

‘Vier Leugens’ Terras 23, Amsterdam 2023          

                                                  alexadam48@hotmail.com

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Γιάννης Χρήστου Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο τού συνθέτη Γράφει ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος


Γιάννης Χρήστου

Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο τού συνθέτη



Γράφει ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος











Έχει γίνει θεσμός σχεδόν, κάθε τόσο να εμφανίζεται σε κάποια εφημερίδα μια είδηση για τον Χρήστου· μισή βιογραφία του, λίγη εργογραφία του, μια γνώριμη φωτογραφία του -ο Χρήστου με τα μαύρα του γυαλιά- κι όλα αυτά κάτω από μεγάλους τίτλους· άλλοτε σπαραχτικούς κι άλλοτε κραυγαλέους. Κι όσοι διαβάζουν λένε: «Ο Χρήστου… Α βέβαια· ο Χρήστου…» Πολλοί λίγοι όμως γνωρίζουν ποιος ήταν ο Χρήστου κι ακόμα πολλοί, μα πολλοί λιγότεροι, αυτοί που ξέρουν τι πράγματι έφτιαξε· φυσικό άλλωστε, αφού τα έργα του δεν έχουν εκδοθεί σε δίσκους ακόμα.
Αφήνοντας για τους ειδικούς μουσικολόγους τα υπόλοιπα, θα προσπαθήσουμε με λόγια απλά να δώσουμε μια συνοπτική κι όσο γίνεται πιο πλήρη εικόνα τής ζωή του, πιστεύοντας πως από ’κει πρέπει να ξεκινήσουμε για να κατανοήσουμε το έργο τού δημιουργού που χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους τής χώρας και γνώρισε στη σύντομη ζωή του διεθνή θαυμασμό και αναγνώριση.

Ας τα πάρουμε πάλι από την αρχή: Ας φανταστούμε -δεν είναι δύσκολο- την πλούσια παροικία των Ελλήνων τής Αιγύπτου γύρω στα 1920. Ας φανταστούμε  ένα μεγάλο όμορφο σπίτι όπου ζει ο [Ηπειρώτικης καταγωγής] έμπορος Ελευθέριος Χρήστου, παντρεμένος με την Λιλίκα Ταβερνάρη· νεαρή όμορφη, φιλόδοξη, και φιλότεχνη Κύπρια, που είναι και ολίγον Λογοτέχνις. Το 1922 αποκτούν το πρώτο τους παιδί, τον Ευάγγελο. Στις 8/1/1926 γεννιέται και το δεύτερο. Είναι ο Γιάννης Χρήστου. 

Ο μικρός Γιάννης λοιπόν έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια με αγγλίδα γκουβερνάντα στην καρδιά τής Ελληνικής παροικίας τής κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας, ανάμεσα σε τραπεζίτες, βιομηχάνους, εμπόρους και λογής λογής καλλιτέχνες· σ’ έναν περίγυρο που εμπνεόταν  από τη Δυτική Ευρώπη· ιδιαίτερα από τη Γαλλία και την Αγγλία, ζώντας μια πολύ άνετη ζωή.

Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως όσο κι αν η Αλεξάνδρεια τής εποχής εκείνης έμοιαζε με την Ευρώπη, δεν ήταν Ευρώπη.  Υπήρχαν πάντα γύρω όλα τα ερεθίσματα, τα χρώματα, τ’ αρώματα, η ιστορία τής Ανατολής. Από το κλίμα και τον καθημερινό τρόπο ζωής, μέχρι τους πανάρχαιους μύθους και τις πυραμίδες. Όλα τούτα μαζί· δυτική κουλτούρα, ανατολικές επιδράσεις και κάποια μητέρα πατρίδα, λιγάκι άγνωστη, πολύ εξιδανικευμένη ίσως [Ο πατέρας Ελευθέριος είχε πολεμήσει και τραυματιστεί στους Βαλκανικούς πολέμους], μα πάντοτε παρούσα, επηρέασαν τον Γιάννη Χρήστου σε όλη του τη ζωή. Ιδιαίτερα μάλιστα η Ανατολή συντέλεσε μέχρις ένα βαθμό στον κατοπινό προσανατολισμό του προς τη μεταφυσική και στα ‘μετά θάνατον’. Άλλωστε το μεγάλο Ορατόριό του, το «Μυστήριον» δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ασχολείται με αυτό ακριβώς το θέμα, βασισμένο σε αρχαία νεκρικά αιγυπτιακά κείμενα.



Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ο Γιάννης Χρήστου, αφού μιλά κιόλας ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά και είναι εξοικειωμένος με τα αιγυπτιακά που ακούει γύρω του, πηγαίνει σχολείο στο «Victoria College» στην Αλεξάνδρεια. Είναι πολύ έξυπνο ευαίσθητο και ζωηρό παιδί. Άλλοτε σιωπηρό και σκεφτικό, άλλοτε εκρηκτικό και χαρούμενο. Άλλοτε τραβιέται μόνο σε μια γωνιά, άλλοτε γίνεται το κέντρο τής συντροφιάς. [Φίλοι και συγγενείς] θυμούνται ακόμα την εβδομαδιαία «Οικογενειακή Εφημερίδα» του, όπου σάρκαζε τον πατέρα, τη μητέρα, τη γιαγιά του κι όλο του το σόι με ιδιαίτερη εξυπνάδα και αίσθηση τού χιούμορ. Εκεί όμως που ήταν ασυναγώνιστος ήταν η μουσική. Από πολύ μικρός άρχισε να παίζει πιάνο και έφηβος πια, γίνεται ο αγαπημένος μαθητής τής Gina Bachauer.  Λέει ο ίδιος: «Ήμουν δεν ήμουν 5  χρονών όταν αιστάνθηκα την εκπληκτική έλξη που ασκούσε πάνω μου η μουσική. Τότε άρχισα να μελετώ πιάνο· είχα ήδη αποφασίσει ν’ αφιερωθώ στη μουσική και να γίνω συνθέτης. Γύρω στα 13 με 14 μου η Gina Bachauer με μύησε στη γενική θεωρία τής μουσικής. Η ατμόσφαιρα που βασίλευε σπίτι της συντέλεσε στη μουσική μου παιδεία. Θα προσθέσω όμως πως μέχρι τα 17 μου υπήρξα ένας αυτοδίδακτος, με την έννοια ότι την αληθινή δουλειά την έκανα δίχως τον δάσκαλό μου. Εξηγούμαι: έπαιζα τα κομμάτια προσπαθώντας να καταλάβω τη γραφή και τα μυστικά τους. Ήταν απαραίτητο· για να βυθιστώ μέσα τους και να τα ερμηνεύσω καλύτερα, έχοντας οδηγό το μουσικό μου ένστικτο.» (Συνέντευξη τού ίδιου, Le journal de lEgypte 3/2/1956)  





Οι γονείς του είχαν χωρίσει και ο έμπορος πατέρας του δεν βλέπει με καλό μάτι τις μουσικές σπουδές του: Ο μεγάλος γιος ψυχίατρος και ο μικρός μουσικός! Είναι κάτι που δεν επιτρέπει ο αυστηρός Ελευθέριος. Αντίθετα η μητέρα του -παντρεμένη τώρα μ’ έναν πολύ μορφωμένο και φιλότεχνο Αιγύπτιο διπλωμάτη, ερασιτέχνη ζωγράφο και φίλο πολλών Γάλλων κυβιστών [ιδιαίτερα τού André Lohte]- τον ενθαρρύνει να συνεχίσει. Το 1944 πηγαίνει στο Λονδίνο και γράφεται στα Οικονομικά. Σύντομα όμως, ύστερα από έντονη αλληλογραφία με τον πατέρα του, τα παρατάει, χαρίζοντας μάλιστα όλα τα σχετικά βιβλία σ’ έναν παιδικό του φίλο από την Κύπρο.

Στο Kings College τού Cambridge σπουδάζει φιλοσοφία με τον L. Wittgenstein και τον B. Russel, ενώ παράλληλα μελετά αρμονία, αντίστιξη και σύνθεση με τον Hans Ferdinand Redlich (μαθητή και σχολιαστή του Alban Berg)

Υπάρχουν πολλές διηγήσεις από εκείνη την εποχή, όπου ο Γιάννης Χρήστου μαζί με τον αδελφό του ζει αμέριμνα στο Λονδίνο. «…Είχε κομψότητα, σιγουριά και αέρα… Για εμάς τους άλλους από την Ελλάδα που κουβαλούσαμε μαζί μας τις πρόσφατες αναμνήσεις και τα αισθήματα από τον πόλεμο, την Κατοχή, τον αλληλοσπαραγμό, αυτά τα Ελληνόπουλα από την Αίγυπτο ήσαν κάτι ξένο… Τα βλέπαμε με αισθήματα μεικτά, με διάθεση κριτική, ανακατεμένη με κάποια ίσως ζήλεια και θαυμασμό» (αφήγηση Δ. Κοπανίτσα) Για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά φοιτητές απ’ την Ελλάδα (Δ. Κοπανίτσας, Στ. Τριάντης, Γιάννης Γουλανδρής, Γιάγκος Πεσμαζόγλου) μα κυρίως είχε την ευκαιρία να εμβαθύνει τη μουσική του κυρίως παιδεία, ακούγοντας συναυλίες, ρεσιτάλ, μεγάλες ορχήστρες, μεγάλους μαέστρους, δίσκους· εκατοντάδες δίσκους, που αγόραζε ή δανειζόταν από παντού. Τότε πρωτοάκουσε συστηματικά και ενδιαφέρθηκε για την τζαζ, γνώρισε -φευγαλέα- τον Barbirolli και δημιούργησε πολλές φιλίες. Εκεί, τον Γενάρη τού 1950, είδε να παίζεται στο Royal Opera House με τη New London Orchestra που τη διηύθυνε ο Alec Sherman [ο άντρας τής Gina Bahauer] για πρώτη φορά η Μουσική του Φοίνικα: (Εκείνο το βράδυ κάποιοι φίλοι του παρατηρούσαν με περιέργεια στην άκρη τής αίθουσας έναν αυστηρό ηλικιωμένο κύριο, λουσμένο στον ιδρώτα, να σταυροκοπιέται συνέχεια· κι όταν στο τέλος το κοινό χειροκροτούσε, αυτός σκουπιζόταν μ’ ένα μαντίλι κι όλο σταυροκοπιόταν. Ήταν ο Ελευθέριος Χρήστου που είχε έρθει από την Αλεξάνδρεια για να δει αν ο γιός του, αφού έκανε πια αυτό που ήθελε, το έκανε τουλάχιστον σωστά…)



Το 1949 πηγαίνει στην Ιταλία. Στη Μουσική ακαδημία Chigiana τής Σιέννα συνεχίζει  τις σπουδές του. Γνωρίζεται με τον μαέστρο και συνθέτη Francesco Lavagnino, με τον οποίο κάνει μαθήματα σύνθεσης. Παράλληλα, επηρεασμένος από τον αδελφό του που έχει σπουδάσει και είναι από το 1948 εγκατεστημένος στη Ζυρίχη μελετώντας κοντά στον Jung, ενδιαφέρεται για την ψυχανάλυση και την ψυχολογία τού βάθους, παρακολουθώντας μάλιστα μαθήματα σαν ελεύθερος ακροατής. Πρέπει να τονίσουμε πως η ενασχόλησή του με την ψυχολογία δεν ήταν απλώς ένα εγκεφαλικό παιχνίδι ή ένα συμπλήρωμα τής ήδη μεγάλης του παιδείας, μα μια βασανιστική τριβή με τον βαθύτερο κόσμο τής ψυχής του. Φαίνεται άλλωστε καθαρά αυτό από τον τρόπο που κρατούσε τις σημειώσεις του και κατέγραφε τα όνειρά του. Είναι βέβαιο πως τότε γνώρισε τον James Hillman (διευθυντή σπουδών, κατόπιν, τού C.G. Jung Institute) με τον οποίον έκανε ψυχανάλυση και συνδέθηκε στενά μαζί του, διατηρώντας πολύ φιλικές σχέσεις μέχρι το τέλος τής ζωή του.

Το 1953 γυρίζει στην Αλεξάνδρεια προσπαθώντας απ’ τη μια μεριά να απομονωθεί και να δημιουργήσει κι απ’ την άλλη να δημιουργήσει μιαν απόσταση ασφαλείας από τον πατέρα του, που πάντα τον θέλει διάδοχό τους στις επιχειρήσεις του. (Είναι ενδεικτικό πως ο Ελευθέριος βλέποντας ότι ο γιός του είναι πια μουσικός, προσπαθεί να τον τραβήξει από άλλο δρόμο κοντά του, προτείνοντάς του να γράφει μουσική για τον κινηματογράφο· εξασφαλίζοντας του άμεση επιτυχία αφού έχει ήδη στήσει ο ίδιος μια σειρά κινηματογράφων στην Αλεξάνδρεια, σε στενή συνεργασία με όλα τα διεθνή πρακτορεία Αμερικής και Αγγλίας. Ο Γιάννης Χρήστου δεν θέλει να κάνει κάτι τέτοιο.) Ζει μόνος του, ταξιδεύει συχνά στην Ιταλία και την Κύπρο. Έχει αρχίσει να λειτουργεί έντονα μέσα του η ιδέα ότι πρέπει να γνωρίσει την Ελλάδα και να εγκατασταθεί οριστικά εκεί.

Το 1956 παντρεύεται την παιδική του φίλη Θηρεσία Γεωργίου Χωρέμη, που είχε σπουδάσει ζωγραφική και υποσχόταν ένα λαμπρό έργο· έργο που τελικά δεν έδωσε, γιατί συνειδητά εγκατέλειψε την τέχνη της για ν’ αφοσιωθεί σ’ εκείνη τού άντρα της. Απέκτησαν τρία παιδιά και όπως έλεγε συχνά η ίδια «με τέσσερα μωρά είναι δύσκολο να ζωγραφίζεις». Την ίδια χρονιά σκοτώνεται σε αυτοκινητικό δυστύχημα ο αδελφός του. Αυτό το γεγονός τού κόστισε τρομακτικά γιατί ο Έβης, γνωρίζοντας κι ο ίδιος μουσική, υπήρξε ο πνευματικός του πατέρας. Για πολύ καιρό δεν μπορεί να συνηθίσει στην ιδέα πως ο Έβης χάθηκε: «…ήταν πολύ όμορφα. Ο Έβης ήταν μαζί μας, γιατί ΔΕΝ υπάρχει αυτό που λέμε θάνατος· μόνο διαφορετικές καταστάσεις ύπαρξης.» (γράμμα τού ίδιου στη μητέρα του) Μαζεύει τις σημειώσεις τού αδελφού του και τα γραπτά του για το βιβλίο που ετοίμαζε (‘The Logos of the Soul’) και τελικά το εκδίδει ο ίδιος, μαζί με τον James Hillman στη Ζυρίχη.

Δεν θέλει και δεν μπορεί πια να μείνει στην Αλεξάνδρεια. Εξ άλλου και το γενικότερο κλίμα έχει πολύ αλλάξει. Η Αίγυπτος τού Νάσερ σε λίγα χρόνια δεν θα θυμίζει διόλου τον παράδεισο των αποικιοκρατών και θα γίνει για όλους τους Έλληνες που έζησαν εκεί ένα μακρινό παρελθόν.

Το 1960, μόνιμα εγκατεστημένος πια στην Ελλάδα, περνάει τον μισό του χρόνο στην Αθήνα και τον άλλο μισό στη Χίο, στο πατρικό τής Θηρεσίας: Ένα σπίτι απομονωμένο από τη Χώρα, τριγυρισμένο από μια πολύ μεγάλη έκταση, με γιγαντιαία δέντρα, που ήταν για τον Χρήστου ταυτόχρονα ο τόπος τής πιο απόλυτης σιωπής, τής πιο δημιουργικής απομόνωσης αλλά -πού και που- και των πιο κοσμικών δεξιώσεων.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του: Ο Χρήστου πάντα και παντού ένιωθε άνετα με όλον τον κόσμο· ακόμα και μέσα σε διαμετρικά αντίθετες καταστάσεις, χωρίς να υποκρίνεται, διατηρώντας με τον πιο φυσικό τρόπο στο ακέραιο τον εαυτό του. Αν και βαθιά μέσα του αγαπούσε τη φύση, τη μοναξιά και ήταν πολύ απλός με όλους, προτιμώντας ένα ήσυχο ταβερνάκι μιαν έρημη ακρογιαλιά και τις περισσότερες φορές στοχαστικούς περιπάτους μέσα στο μεγάλο χτήμα του (ή συνεχή πήγαιν’ έλα στη βεράντα του, αν ήταν στην Αθήνα)δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι έκανε παρέα και με ανθρώπους με τελείως διαφορετικά ενδιαφέροντα από τα δικά του, κρατώντας όμως πάντα στεγανά  και μη θέλοντας να αναμειγνύει διαφορετικούς κόσμους.

Τι έκανε στην Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια τής ζωής του είναι λίγο πολύ γνωστό: Συνδέθηκε στενά με όλους τους πνευματικούς ανθρώπους της χώρας, χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλείψει τη βαθύτατη μοναξιά του και χωρίς να επιδιώξει ποτέ κάποιαν επίσημη θέση ή αρμοδιότητα. Τριγυρισμένος από χιλιάδες βιβλία ιστορίας, φιλοσοφίας, ψυχολογίας, θρησκειολογίας, πνευματισμού, λογοτεχνίας, τέχνης και μουσικής, ανάμεσα στο υπερπλήρες για την εποχή studio που είχεν εγκαταστήσει στο σπίτι του, δούλευε κάθε μέρα πάρα πολύ, αφού πριν έκανε με τελετουργικήν αυστηρότητα, μια σειρά ασκήσεων αυτοσυγκέντρωσης. 

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αυτός ο άνθρωπος που μπορούσε να δημιουργεί χάος με τους ήχους, αγαπούσε υπερβολικά την τάξη γύρω του, κι ενώ είχε απόλυτη συνείδηση τού μεγαλείου του έλεγε συχνά: « Music has failed, man has failed» (Η μουσική ξαστόχησε ο άνθρωπος ξαστόχησε)

Έγραψε μουσική για το Εθνικό Θέατρο και για το Θέατρο  Τέχνης. Παίχτηκαν έργα του· εδώ από την Κ.Ο.Α κι από μικρά σύνολα, μα και από ξένες ορχήστρες. Ήτανε ο πόλος έλξης στις «Εβδομάδες Σύγχρονης Μουσικής». Τον απασχολούσε πάντα πάρα πολύ, η ποιότητα τής εκτέλεσης των έργων του. Πολλοί γνωρίζουν ότι προτιμούσε ένα έργο να μείνει άπαιχτο μες στα συρτάρια του, παρά να μην εκτελεστεί σωστά.


Ταξίδεψε πολύ· στις Σκανδιναβικές χώρες, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αγγλία. Επέβλεψε ο ίδιος τις πρόβες και είδε να ανεβάζονται άψογα παρουσιασμένα στην Κοπεγχάγη, στο Μόναχο και στο Λονδίνο, το «Μυστήριον» οι «Πύρινες Γλώσσες» και οι «Αναπαραστάσεις I και III» Στις ΗΠΑ τέλος, όπου έκανε τεράστια εντύπωση, είδε να παίζεται η «Εναντιοδρομία» του, το ίδιο βράδυ μαζί με το 2ο κοντσέρτο τού Λιστ με τον Claudio Arrau στο πιάνο. Τότε ήταν που ο πολύ μουσικοκριτικός Nicolas Slonimsky χαρακτήρισε τις «Πύρινες Γλώσσες»  ως «ένα από τα αναμφισβήτητα αριστουργήματα του 2ου μισού τού αιώνα μας».

Από το 1969 ετοίμαζε την «Ορέστεια» που θα παιζόταν στο Τόκυο. Δεν έμελλε. Έμεινε ασύνδετο ηχητικό υλικό, δίχως κανένα κώδικα που να μας επιτρέπει να βάλουμε κάποια σειρά.

Εκείνο που δεν είναι ευρύτερα γνωστό, είναι η ιδέα που τον απασχολούσε από το 1967, να δημιουργήσει ένα τεράστιο πνευματικό πολιτιστικό κέντρο σε μια παραθαλάσσια έκταση στη Χίο, όπου παράλληλα με τον τουρισμό που -μοιραία- θα αναπτυσσόταν, είχε κατά νου να οργανώνει συνέδρια ομιλίες, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες και ιδιαίτερα να παρουσιάζει ‘πολύτεχνα’ έργα· όλα παρουσιασμένα με τον δικό του, μοναδικό θυελλώδη και ζωντανό τρόπο, που συμπαρέσυρε στη δίνη του και τον πιο υποτονικό, τον πιο αδιάφορο, τον πιο αντικαλλιτεχνικό άνθρωπο. Πολλοί το χαρακτήρισαν τότε έργο ‘Εθνικό’, που θα αποτελούσε παγκόσμιο πόλο έλξης, αλλά και μια μοναδική ευκαιρία προβολής της Ελλάδος -επιτέλους!- με κάτι σύγχρονο. Όλα ήσαν έτοιμα. Ακόμη και τα σχέδια του ‘περίεργου’ για την εποχή θεάτρου. Όλα· όπως και η «Ορέστεια».  Το βράδυ 8 προς 9 Ιανουαρίου 1970, μαζί με τη γυναίκα του, σκοτώθηκε -ακριβώς όπως ο αδελφός του- σε αυτοκινητικό ατύχημα. Ήταν 44 ετών.

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

1η  δημοσίευση ‘Το Τέταρτο’

Μηνιαίο περιοδικό πολιτικής

 και τέχνης. τ.3, Ιούλιος 1985

*   *    *

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953) γεννήθηκε στην Αθήνα όπου σπούδασε νομικά, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα, κι έκανε μεταπτυχιακά -Sociologie Politique- στο Paris II. Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου.

ΈΡΓΑ ΤΟΥ: ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (Yeni Azizler) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 12η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (The Spiceman). Τουρκική: (Irmikoğlan). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.)  ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση  (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: Noyessaying ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: ‘Hayirevet diyerek (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (2013 εκδ. Ίκαρος και ΤΑ ΝΕΑ 20/7/2019)  ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014)  ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, FractalartaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α. 12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: ‘Twelve and on lies again2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019) ‘Το ρουσφέτι’ διήγημα (Eltopia, 24/7 Κύπρος) κ. ά ‘Η κούκλα’ διήγημα (Times News 8/8) κ.ά ‘Η Moniqueδιήγημα (Times News 21/8,κ.α.) ‘Δέκα’ διήγημα (Times News 15/9/2019) ‘Τα όχι του ΝΑΙ’ (μικρό χρονικό μιας άρνησης) Εκδόσεις Οδός Πανός 2019.                  alexadam48@hotmail.com