Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ειρήνη Μπόμπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ειρήνη Μπόμπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Ειρήνη Μπόμπολη Το μοίρασμα εκδόσεις Πνοή Γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη

 

Ειρήνη Μπόμπολη

 Το μοίρασμα

εκδόσεις Πνοή

 

Γράφει η  Παναγιώτα Π. Λάμπρη*



Ολοκληρώνοντας τη μελέτη του καινούργιου βιβλίου της Ειρήνης Μπόμπολη με τίτλο «Το μοίρασμα» (εκδ. Πνοή, 2024), ένιωσα πως πρόκειται για ένα πανηγύρι της μνήμης που αποτυπώθηκε στο χαρτί με επτά, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, διηγήματα, καθώς κι ένα διασκευασμένο παραδοσιακό παραμύθι. Μάλιστα, όσο από σελίδα σε σελίδα μυούμουν σ’ όλα εκείνα, τα οποία έγιναν αφορμή και έμπνευση γι’ αυτή, της μούσας Μνήμης την προστασία θάρρεψα πως είχε.

    Και τούτο, διότι η μνήμη, οδυνηρή ή μη, γίνεται αστείρευτος τροφοδότης της ζωής μας, αυτού που είμαστε, διεκδικεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το μεράδι της και κινητοποιεί εσώτερες δυνάμεις που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε.  Εν προκειμένω, η Ειρήνη επικαλείται αρκετές φορές τη μούσα Μνήμη και κάπου, φιλοσοφώντας, γράφει: «Το ποτάμι κυλάει πάντα προς τη θάλασσα, αλλά αν σκεφτούμε τον κύκλο του νερού, δεν μπορούμε με σιγουριά να αποφανθούμε ποιο είναι το πριν και ποιο το μετά. Το βέβαιο είναι ότι η βραχεία ζωή μας είναι απλώς ένα μέρος αυτής της ροής. Εκτός και αν σπάσουμε τα στενά όρια της απτής μνήμης και πορευτούμε όχι σε προσδοκία μέλλοντος, αλλά σε αναζήτηση παρελθόντος. Τότε η ζωή μας αποκτά το βάθος που της ανήκει. Θα βοηθήσουμε τη μνήμη με τη φαντασία και τη γραφή. Θα ακολουθήσουμε, γράφοντας, το ποτάμι που κυλούσε και κυλάει ανάμεσά μας, στον ίδιο τόπο, στον τόπο μας, δίνοντας υπόσταση στην ύπαρξή μας και συνάμα αιωνιότητα.» (σ. 51)

    Το ποτάμι, το οποίο συνδέει ως ομφάλιος λώρος τα διηγήματα του βιβλίου και δένει ιδιότυπα τη ζωή της Ειρήνης με τον τόπο που τη γέννησε, είναι ο Άραχθος! Είναι ο αρχαίος θεός, Άραχθος! Είναι ο Θεοπόταμος, ο Μέγας, ο Φείδαρης, ή απλά, το Ποτάμι! Είναι και η μνήμη των ανθρώπων που πέριξ κατοικούν, είναι η μνήμη και η αφορμή για άπειρες μνήμες της συγγραφέως, η οποία μας μυεί στο τι είναι αυτό καθαυτό το συγκεκριμένο ποτάμι, τι είναι για την ίδια, τι κουβαλάει από τη ζωή του τόπου και των ανθρώπων και πώς την επηρεάζει, αλλά και τι μπορεί να σημαίνει για περισσότερους.  Διότι το ποτάμι, που αενάως κινείται, που «δεν έχει χρόνο», αλλά «είναι ο χρόνος» (σ. 44), λειτουργεί διττά. Γίνεται δημιουργός ζωής και δωρητής, αλλά και φορέας θανάτου. Φέρνει και παίρνει, χωρίς κανέναν να ρωτήσει. Που σημαίνει πως η αρχέγονη δύναμή του λειτουργεί ερήμην των ανθρώπων, οι οποίοι, ζώντας δίπλα του, μαθαίνουν γι’ αυτή και γνωρίζουν τα δικά τους όρια, διότι ο ποταμός είναι αυτός που δίνει το μέτρο κι αν δεν τον σεβαστείς θα υποστείς τις συνέπειες.

    Βέβαια, το ποτάμι, που «είναι το πιο όμορφο που έχει δει» (σ. 11) η Ειρήνη, διατρέχοντας την κοιλάδα, εκτός από τα υπέροχα τοπία που διαμορφώνει, δημιουργεί κι ένα ιδιότυπο μοίρασμα, ενώνει και χωρίζει τους ανθρώπους που εκατέρωθεν της κοίτης του κατοικούν, τους «αποπέρα» και τους «αποδώθε», καθορίζοντας τους χαρακτήρες, την ψυχοσύνθεση, τις ασχολίες, καθώς και τους συγγενικούς, τους κοινωνικούς, τους ιστορικούς δεσμούς που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και ως σήμερα, δεδομένων των συνθηκών, συνεχίζονται.  

    Και οι άνθρωποι που κινούνται στα διηγήματα του βιβλίου, πάντα με κέντρο το ποτάμι, ως κομμάτι του τόπου αναπόσπαστο υπάρχουν και δρουν, αν και κάποιες φορές εξωγενείς παράγοντες και πρόσωπα ξένα εμφανίζονται και επηρεάζουν ποικιλότροπα τη ζωή τους, συχνά αναπότρεπτα. Οι περιπτώσεις του σκληρού δασκάλου στο διήγημα «Ο Λάμπρος» και του Λευτέρη στο διήγημα «Ο ξένος» αποτελούν ξεχωριστά παραδείγματα, που αναδεικνύουν κοινωνικά ζητήματα της εποχής, στην οποία αναφέρονται, αλλά και τον τρόπο που τα αντιλαμβάνονται και τα διαχειρίζονται όσοι εμπλέκονται σ’ αυτά.  

    Στα διηγήματα, πέραν άλλων, συναντούμε και οικεία πρόσωπα της γράφουσας, τα οποία είναι σαν κάπου να τα έχουμε συναντήσει, ειδικά όσοι σε κοντινά μέρη ζήσαμε. Αλλά κι εκείνοι που δεν έχουν ανάλογες εμπειρίες, διαβάζοντας, μπαίνουν στη χρονομηχανή και ανιχνεύουν τη ζωή ανθρώπων μιας παρελθούσας εποχής, όπου στόχος δεν ήταν η επιδίωξη της άμετρης απόκτησης υλικών αγαθών, αλλά η ζωή αυτή καθ’ αυτή, που συχνά αναπτυσσόταν με τη μορφή της επιβίωσης, η οποία όμως δεν τους στερούσε την αναζήτηση της χαράς, ούτε την προσδοκία για βελτίωση των υφιστάμενων συνθηκών που θα οδηγούσαν στην πνευματική και στην κοινωνική τους ανέλιξη.  

    Ουσιαστικά, πρόκειται για τη ζωή των φυσικών ανθρώπων, στους οποίους ύμνους αναπέμπει η Ειρήνη Μπόμπολη. Άλλωστε, τους γνωρίζει πολύ καλά, αφού κοντά τους γαλουχήθηκε στα πρώτα, καθοριστικά για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας ενός εκάστου χρόνια. Και θαύμασε την καρτερία τους, τη στωική στάση στα δύσκολα της ζωής, την ανθρωπιά τους, τη συμφιλίωση με τη φύση, της οποίας το πρόσωπο πολλαπλά γνωρίζουν, την αποδοχή του αδήριτου, την αγωνιστικότητα που δεν αφήνει περιθώρια για παραίτηση και άλλα πολλά.

    Έτσι, εναλλάσσοντας το πρώτο με το τρίτο πρόσωπο στην αφήγηση, βλέπουμε τη συγγραφέα να κινείται και να δρα ανάμεσά τους, να μαθαίνει απ’ αυτούς, ν’ αναδεικνύει χαρακτήρες και συμπεριφορές, ν’ ανακαλύπτει τον κόσμο σε πολλές εκφάνσεις του. Να ενσωματώνει, επίσης, με ξεχωριστό τρόπο στοιχεία της παράδοσης, όπως, για παράδειγμα, στο διήγημα «Ο γάμος», όπου το έθιμο του «παντρέματος του ποταμού» είναι κάτι περισσότερο από αυτή καθαυτή την παράδοση. Και γράφει: «Αυτό το γλεντοκόπι κρατούσε περίπου μια ώρα. Ήταν το έθιμο «το πάντρεμα του ποταμού». Γινόταν κάθε φορά που παντρεύονταν άνθρωποι από τους δύο διαφορετικούς αυτούς κόσμους, τους «αποπέρα» και τους «αποδώθε». Έλεγαν ότι μετά απ’ αυτό ο ποταμός θα δώσει σημάδι για τη ζωή του ζευγαριού. Το θεωρούσαν ένα είδος εξευμένισης της μοίρας, αλλά εδώ η μοίρα ήταν ο Άραχθος.» (σ. 39)

    Στις ιστορίες της Ειρήνης διακρίνεται μια αδιόρατη νοσταλγία, για όσα έζησε και απωλέστηκαν στη ρύμη του χρόνου και την ακολουθούν, εν προκειμένω και την εμπνέουν. Δεν φαίνεται όμως να επιθυμεί την επιστροφή σε κείνον τον ιδιότυπο παράδεισο της παιδικής ηλικίας, αφού έτσι κι αλλιώς, εκτός από το ποτάμι και το φυσικό τοπίο που παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα, όλα τ’ άλλα έχουν αλλάξει, μια και οι άνθρωποι που τους έδιναν νόημα δεν είναι πια εκεί. Πολύ περισσότερο, που κάθε  επιστροφή «στον τόπο που ερήμωσε» της αποκαλύπτει αλλαγές που την πληγώνουν. Ακόμα και στην πόλη, στην Άρτα, παρόμοια νιώθει, αφού αρκετά από κείνα που συνιστούσαν γι’ αυτή μνήμη και ζωή θάλλουσα έχουν χαθεί.  

    «Ύστερα από δέκα λεπτά έμπαινε επιτέλους στον χώρο του σύγχρονου παζαριού με λαίμαργη διάθεση.», γράφει. «Η πρώτη εικόνα την ακινητοποίησε για λίγο και την άφησε άφωνη. […] Αντί για ζώα, βρήκε πλαστικά κατασκευάσματα που τα ονόμαζαν «κούκλες». Αντί για βελέντζες, νάιλον κουβερλί. Αντί για «γύρο του θανάτου», έναν θάνατο κάθε γνήσιου κατάλοιπου του αλλοτινού μουχούστι, ενός θεσμού που ξεκίνησε από την τουρκοκρατία. Ακατάστατα εμπορεύματα, άσχετα μ’ αυτόν τον τόπο, και ακατάστατοι θορυβώδεις επισκέπτες. Ένας θεσμός που τόνωσε για αιώνες την τοπική οικονομία, ρημάχτηκε από την παγκοσμιοποιημένη αγορά. Μια εκκωφαντική μουσική που δεν έμοιαζε με τίποτα, παρά μόνο ενοχλούσε ακόμα και τα πιο ισχυρά ώτα, την έδιωξε άρον άρον από τον χώρο.» (σ. 119)

    Όποιος πάρει στα χέρια του «Το μοίρασμα» της Ειρήνης Μπόμπολη θα μαγευτεί από τις ιστορίες της, θα γνωρίσει έναν άγνωστο, ίσως, κόσμο, θα επικοινωνήσει με γνήσιους φυσικούς ανθρώπους, θα μάθει γι’ αυτούς και τις ασχολίες τους, θα εντρυφήσει σε μύθους και παραμύθια, θα κινδυνεύσει να πλανευτεί από ξωθιές, θα γνωρίσει έθιμα, θα συναντήσει ιδιωματικές λέξεις, αναπόσπαστο κι αυτές κομμάτι του τόπου, θα θαυμάσει την ομορφιά του τοπίου, θ’ αντιληφθεί κατά το δυνατόν τη φυσιογνωμία του Αράχθου και, ίσως, επιθυμήσει να τον δει και να τον αφουγκραστεί από κοντά.

    Και τούτο, διότι ο Άραχθος, «[…] δεν είναι ένα απλό ποτάμι. Για να διαβεί και να φτάσει στη θάλασσα του Αμβρακικού έστρωσε ζαφειρένιο χαλί από λευκά κρόταλα, πέτρες ολόλευκες και υπόλευκες. Έτσι, όλη η κοίτη του είναι λευκή, επειδή όμως εκτός από όμορφο είναι και ατίθασο, η κοίτη του δεν είναι σταθερή. Άλλοτε απλώνεται, άλλοτε μαζεύεται, άλλοτε αλλάζει διαδρομή, άλλοτε διακλαδίζεται και σχηματίζει μικρά νησάκια. Έτσι, δίπλα στα νερά του, εκατέρωθεν, απλώνεται μεγάλης έκτασης αιγιαλός κατάλευκος που του δίνει μοναδικότητα εκπληκτική, και το κυριότερο, το κάνει να ξεχωρίζει από μακριά ακόμα και στο βαθύ σκοτάδι. Ένα τεράστιο κατάλευκο φίδι το ποτάμι μας που διασχίζει με ορμή και πάθος την κοιλάδα των ορεινών Τζουμέρκων μέχρι τον κάμπο της Άρτας, όπου και ημερεύει χάνοντας και μέρος της φυσιογνωμίας του.» (σ. 12)

    Το βεβαιώνω κι εγώ, που είμαι από τους «αποπέρα», το κάλλος του ποταμού, ευχόμενη στην Ειρήνη Μπόμπολη, «Το μοίρασμά» της να ταξιδέψει σε πολλές καρδιές. Το αξίζουν αυτό το ταξίδι τα διηγήματά της, διότι κομίζουν έναν πιο απλό, γνήσιο, μη επιτηδευμένο κόσμο, ο οποίος όλο και σπανίζει στις μέρες μας. Και τον έχουμε ανάγκη αυτόν τον κόσμο, έστω και ως παράδειγμα, διότι ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτόν ζούσε αρμονικά με τη φύση, σεβόμενος την ίδια και τη δύναμή της, κάτι που ο άνθρωπος της εποχής μας δεν πράττει εν πολλοίς, υφιστάμενος, όχι σπάνια, τις συνέπειες.  

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

*η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι   πεζογράφος, ποιήτρια

   

 

  

    

   

 

 

   

 

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Για το βιβλίο της Π. Λάμπρη Αγαθά στοιχειά γράφει η Ειρήνη Μπόμπολη

 

Για το βιβλίο της Π. Λάμπρη 

Αγαθά στοιχειά

γράφει η Ειρήνη Μπόμπολη

 



Ο «φυσικός άνθρωπος»

 

Ένας ύμνος στον φυσικό άνθρωπο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί  το πόνημα των διηγημάτων «αγαθά στοιχειά» της ηπειρώτισσας φιλολόγου και λογοτέχνιδας, Παναγιώτας Λάμπρη. Δεκατέσσερις ιστορίες, ευσύνοπτα διηγήματα ή, αλλιώς, μικρογραφίες της καθημερινής ζωής, συναποτελούν το corpus  του συγκεκριμένου έργου της.

   Το καθένα από τα μικρά διηγήματα της συγγραφέως φέρει ως τίτλο το όνομα μιας γυναίκας- πρωταγωνίστριας, κατά κάποιον τρόπο. Ουσιαστικά το όνομά της  σφραγίζει τη συγκεκριμένη ιστορία. Δεκατέσσερα γυναικεία ονόματα, δεκατέσσερις ιστορίες μιας αγροτικής κοινωνίας στα μέσα του εικοστού αιώνα, στην μετεμφυλιακή Ήπειρο. Λάμπρω, Χρύσω, Πανάγιω, Λένη, Όλγα, Μαριάννα κλπ. Ανάμεσά τους η θρυλική Θανάσω που  κάνοντας πράξη «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον»,  ή το «Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού», καταφέρνει με τον τρόπο μιας αφανούς επαιτείας να επιβιώνει η ίδια και να συντηρεί ταυτόχρονα  και τον άντρα της.

   Αξιοθαύμαστο το λαογραφικό υλικό που κατακλύζει κάθε γραμμή των ιστοριών αυτών. Καθημερινές συνήθειες, γιορτές, γάμοι, γεννήσεις, θάνατοι, συγγενικοί δεσμοί, σχέσεις των συγχωριανών, επαγγέλματα,  παράπονα, παρεξηγήσεις, εξομολογήσεις, παραμύθια, και όσα θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε μια  μικρή κοινωνία.

   Οι περιγραφές σύντομες και δυνατές υποτάσσονται σε μια πυκνή και ρέουσα αφαιρετική αφήγηση με λόγο άμεσο, κοφτό και διανθισμένο τόσο με λεξιλόγιο ντοπιολαλιάς, όσο και περισσότερο λόγιο στις παρεμβάσεις του παντογνώστη  αφηγητή. Οι διάλογοι μικρής διάρκειας, φωτίζουν τους ευγενείς. σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρες των γυναικών και άλλων ηρώων της.

   Το αξιοθαύμαστο όμως στοιχείο του έργου, «αγαθά στοιχειά», της Παναγιώτας Λάμπρη είναι ο τρόπος που οι ηρωίδες της κυρίως αλλά και οι λιγοστοί ήρωες βιώνουν τις καταστάσεις που τους συμβαίνουν καθώς και το πώς τις αντιμετωπίζουν και  τις «διαχειρίζονται».  Εδώ παρατηρούμε το μεγαλείο του φυσικού ανθρώπου να δέχεται τη ζωή σχεδόν, όπως έρχεται, με νηφαλιότητα και καρτερία,  όχι όμως με μοιρολατρία. Οι ήρωες ενσαρκώνουν ρόλους φυσικούς και πορεύονται όπως το φυσικό κάλεσμα της ζωής ορίζει, σχεδόν δίχως διαμαρτυρία. Αναλαμβάνουν να επιτελέσουν δύσκολα «έργα» και κάποιες φορές μη αποδεκτά, ακόμα και σήμερα.

   Άνθρωπος και φύση συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται σε σχέση αδιάσπαστη.  Η ιστορία της μαίας Φανής που ξεγεννάει την αγελάδα- Μελίσσω είναι συγκλονιστική. Σήμερα ένα τέτοιο γεγονός θα γινόταν «θέμα» και θέαμα, ακατανόητο σε  πολλούς, στα δελτία ειδήσεων και social media,  ενώ έναν αιώνα πριν σε μια άγονη επαρχία, μακριά και από τον θεό, ήταν κάτι φυσιολογικό που έπρεπε να γίνει. Θέμα  πολυήμερου αναμασήματος από τα  «μέσα» θα γινόταν  η επίσης συγκλονιστική σκηνή όπου τα γεννητούρια συμβαίνουν στο ίδιο, ένα και μοναδικό  δωμάτιο που κοιμάται η υπόλοιπη οικογένεια, αλλά και ο φιλοξενούμενος εκείνης της βραδιάς.

    Εκεί στην αγροτική αυτή κοινωνία όλα αυτά απέρρεαν  χωρίς κόπο από το φυσικό και εθιμικό δίκαιο που τακτοποιούσε τις εκεί καταστάσεις. Στην ουσία τα «αγαθά στοιχειά» είναι ένα πόνημα επαναστατικής πνοής, αν όντως θέλουμε να συνταχτούμε με την αυθεντική πλευρά της ζωής και όχι με τις κατασκευασμένες συμβάσεις του σύγχρονου αστικού πολιτισμού.

   Πρέπει να τονιστεί πως η συγγραφέας, Παναγιώτα Λάμπρη, θέτει την αφηγηματική ματιά από το πρίσμα της «παραδείσου» που έχει η ανθρώπινη οντότητα μέσα της και όχι της «κόλασης». Αυτό δε σημαίνει πως όλα είναι αγγελικά σε μια τέτοια κοινωνία, τουναντίον μάλιστα, αλλά δεν είναι αυτό που απασχολεί τη συγγραφέα, παρά η αυθεντικότητα, η πηγαία καλοσύνη και η ευγένεια των χαρακτήρων. Ακόμα και φρικτές  πράξεις, όπως ο θάνατος της Ευανθίας, από τον αδελφό της για λόγους τιμής, δίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε ο φονιάς να εξιλεώνεται στη συνείδησή μας γιατί φαίνεται να δρα ως θύμα μιας αυστηρής και απαράβατης  εθιμικής εντολής.

   Φανερά η συγγραφέας λειτουργεί και γράφει κάτω από την επήρεια νοσταλγικής μέθης. Δεν φαίνεται βέβαια να επιθυμεί μια επιστροφή σε μορφές ζωής ανύπαρκτης πια, αλλά οι βιωματικοί της θησαυροί γίνονται μέσω της γραφής της γέφυρες  με τους αναγνώστες, τους οποίους μυεί κυριολεκτικά σε  «μια άλλη ζωή». Είναι βέβαιο ότι το φίλτρο του χρόνου εξωραΐζει τις σκέψεις μας και τα βιώματά μας και η προσέγγισή τους παίρνει τον χαρακτήρα ρομαντικής επιθυμίας του αδυνάτου.

   Τι κι αν οι ηρωίδες της δεν ξέρουν γράμματα. Ξέρουν όμως πολύ σοφά να μετρούν τον χρόνο στα χέρια τους. Στους κόμπους, στους ρόζους, στα στίγματα, στις φλέβες που κουβαλούν τη μνήμη μιας ζωής. Όσα παιδιά μεγάλωσαν, όσα ζώα φρόντισαν, όσους ανθρώπους φρόντισαν, όσα φαγητά μαγείρεψαν, όσα πλεχτά ή υφαντά έκαμαν αυτά τα ευλογημένα χέρια, θυμίζοντας εδώ το αντίστοιχο ποίημα του Μιχάλη Γκανά. Στην «Πανάγιω» η Ανθούλα παρατηρεί τα «διάφανα χέρια της γιαγιάς… που οι φλέβες τους έμοιαζαν με διακλαδώσεις ποταμών των οποίων οι πηγές και οι εκβολές είναι αόρατες . .»

   Συγχαρητήρια στην Παναγιώτα Λάμπρη και καλοτάξιδο το βιβλίο της! Είναι βέβαιο πως η ανάγνωσή του θα σας μαγέψει.

 

Ειρήνη Μπόμπολη

 

Η Ειρήνη Μπόμπολη είναι φιλόλογος, συγγραφέας - ποιήτρια.

Σημείωση: Όποιος θέλει να διαβάσει ή να χαρίσει τα «Αγαθά στοιχειά», ας πατήσει την ακόλουθη διεύθυνση: https://issuu.com/panagiotalampri/docs/_-_4edc698a5c8dac

 

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2022

Για το μυθιστόρημα της Ειρήνης Μπόμπολη Το γεύμα γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη

 

Για το μυθιστόρημα της Ειρήνης Μπόμπολη 

Το γεύμα

γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη

 


 



    «Στην πραγματικότητα», έλεγε ο Μαρσέλ Προυστ, «κάθε αναγνώστης είναι, καθώς διαβάζει, αναγνώστης του ίδιου του του εαυτού». Όταν, μάλιστα, θα πρόσθετα, γράψει για κάποιο βιβλίο, αναπόφευκτα αποκαλύπτει μέρος του εαυτού του. Το επισημαίνει και η Ειρήνη Μπόμπολη στο νέο της μυθιστόρημα με τον τίτλο «Το γεύμα» (εκδ. Πνοή, 2022, σ. 152), όπου σημειώνει: «Ο κάθε δέκτης (ενν. αναγνώστης) βλέπει […] αυτό που του επιτρέπει ο εαυτός του να δει. Αυτό το διαλεκτικό παιχνίδι είναι πολύ ενδιαφέρον και ο υποψιασμένος συγγραφέας ξέρει πολύ καλά πως πιο πολύ και από τον ίδιο εκτίθενται οι αναγνώστες του. Κάθε κριτική που εισπράττει είναι και μια διάγνωση γι’ αυτόν που έχει απέναντί του. Έτσι και η εξομολόγησή μου θα γίνει ο πρισματικά αδιάκριτος φακός πολλών κρυμμένων χαρακτήρων.» (σ. 123)

    Έχοντας μπει, λοιπόν, στον πειρασμό να γράψω για το βιβλίο της Ειρήνης, θαρρώ πως δεν θ’ αποκαλυφθώ πιότερο απ’ όσο έχει ήδη συμβεί εδώ και χρόνια μέσω της γραφής μου. Οπότε, μετά το υπέροχο διανοητικό και ψυχικό ταξίδι που μου χάρισε «Το γεύμα» της, θα μιλήσω γι’ αυτό ως συνδαιτημόνας που απόλαυσε το συμπόσιο.     

   Για το ταξίδι αυτό κίνησα παραδόξως, πριν την ανάγνωση, αφού ο τίτλος και η εικόνα του εξωφύλλου του βιβλίου, έργο του εικαστικού Παναγιώτη Χαλούλου με τον τίτλο «Ερωτικό ζευγάρι», με οδήγησαν συνειρμικά στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Και τούτο, διότι διέκρινα, όπως θα αποδεικνυόταν στη συνέχεια, δύο βασικούς άξονες του μυθιστορήματος∙ το ιδιαίτερο συμπόσιο των πρωταγωνιστών και τον Έρωτα που κυρίαρχα αυτό πραγματεύεται. Την αρχική διαπίστωση ενίσχυσαν κι άλλα στοιχεία, τα οποία συνέδεαν «Το γεύμα» με τα αρχαία συμπόσια, όπου οι συνδαιτυμόνες μαζεύονται νύχτα στο σπίτι κάποιου -εδώ σε κατάστημα-, κάθονται σε ορισμένες γι’ αυτούς θέσεις, πίνουν κρασάκι και συζητούν φιλοσοφικά κυρίως ζητήματα. 

   Στο συμποσιακό σκηνικό, προσεκτικά στημένο από την Ειρήνη Μπόμπολη, η οποία έχει ενδιατρίψει στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και στο θέατρο, κυρίαρχος, όπως και στο «Συμπόσιο»  του Πλάτωνα,  είναι ο αρχέγονος Έρως, ο κάλλιστος μεταξύ των αθανάτων, κατά τον Ησίοδο, του οποίου η δύναμη εξουσιάζει, συχνά μέχρι καταργήσεως, το «είναι» του ερωτευμένου. Πόσο μάλλον, όταν γεννιέται και θάλλει σε αίθουσες διδασκαλίας, έχει ως αφετηρία τον θαυμασμό του διδασκόμενου προς τον διδάσκοντα και σταδιακά μετουσιώνεται σε πνευματική έλξη και έρωτα. Με τις ισορροπίες να κρατιούνται δύσκολα, η απουσία σαρκικής επαφής, οδηγεί τον Έρωτα στην ύψιστη, συχνά εξιδανικευμένη μορφή του, ενώ, όχι σπάνια, προϊόντος του χρόνου, αυτός κοπάζει, ακόμα και αυτοκαταργείται.

    Σε παρόμοια συνθήκη δοκιμάζει τα όρια του έρωτά της, αλλά και δοκιμάζεται η αφηγήτρια του μυθιστορήματος, η οποία ομολογεί πως στη διαδικασία της κατανόησης, της κατάκτησης και της συγγραφικής του αποτύπωσης «πήγαινε γυρεύοντας», που σημαίνει πως πολύ η ψυχή της το ποθούσε. Κι όταν η ψυχή βαθιά ποθεί, είναι έτοιμη να διαβεί δύσβατους, επίπονους, ακόμα και αδιέξοδους δρόμους. Και γράφει: «Ήξερα ότι πήγαινα γυρεύοντας. Αποζητούσα τον πόνο, γιατί χωρίς αυτόν είχα ξενερώσει καιρό τώρα. Χρειαζόμουν, όσο τίποτε άλλο, τη βαθιά μελαγχολία της γνήσιας δημιουργίας, αυτή που σε κάνει να σπαρταράς σαν ψάρι στη στεριά, σαν πασχαλιά στο φλεβαριάτικο άνεμο, σαν μισοτελειωμένο ποίημα στην εγκατάλειψη της καθημερινότητας. Και ο πόνος ήρθε αδυσώπητος από τα βάθη της αβύσσου, από το σκοτάδι, ντυμένος απλότητα και κυνισμό μαζί. Είχε τη γεύση πικρή και την πρόκληση ακατανίκητη. Είχε σάρκα και οστά. Είχε και όνομα· λεγόταν Έρωτας. Φοβάμαι πως αυτός ο έρωτας ήταν εντελώς μοναχικός, ανομολόγητος και σαρκαστικά διαλυτικός. Μαύρος σαν Ερινύα μού χτύπησε την πόρτα το καταμεσήμερο και με δυσκολία κρατάω την αξιοπρεπή στάση να τον έχω ακόμα ανέγγιχτα εσώκλειστο στο κελί της ανώφελης εξομολόγησής μου.» (σ. 11)

   Έτσι, ο Έρωτας για τον αινιγματικό, αλλά πολλαπλά ενδιαφέροντα καθηγητή, πνευματικός κυρίως, χωρίς ν’ απουσιάζει η σωματική έλξη,  μέσω του φιλοσοφικού στοχασμού που με διαλεκτική υφή, ατέλειωτα ερωτήματα, διλήμματα, αμφιβολίες και αντιφάσεις εκφράζεται, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να τον βιώσει και σαν δικό του ανάλογο δρόμο, αλλά και στη δημιουργό να μιλήσει για θέματα, τα οποία συχνά αποφεύγουμε ν’ αγγίξουμε, μη τυχόν και μας πονέσουν, αν και το άγγιγμά τους υπάρχει περίπτωση να μας λυτρώσει.   

    Και η αφήγηση, διαυγής και φιλική, όπως σε συζητήσεις φίλων που συνομιλώντας αναζητούν την όποια αλήθεια, οδηγεί την εξέλιξη του μύθου χωρίς βεβαιότητες ή ειλημμένες αποφάσεις, αφού η φιλοσοφική απορία, το ερωτάν και το αποκρίνεσθαι, είναι διαδικασία δυναμική, στην οποία η δημιουργός βυθίζεται και, πέραν των νοημάτων, την πλουταίνει με υπέροχο λόγο, ο οποίος διανθίζεται από ψυχογραφίες ανθρώπων, από εξαιρετικές περιγραφές σημείων, που άλλοι θα  προσπερνούσαν ως αδιάφορα, αλλά και τόπων, καθώς και από στοχασμούς αρχαίων φιλοσόφων και δικούς της, προβάλλοντας έτσι ανεπιτήδευτα και την παιδεία της.

   Αξίζει να σημειωθεί πως η δόμηση του λόγου γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο. Για παράδειγμα, επαναλήψεις, όπως «Ήταν μάλλον η πρώτη φορά που δρούσα απρόσκλητη, για να μην πω ανεπιθύμητη. Ήταν η πρώτη φορά που έχασα τα λογικά μου για κάτι εξαιρετικά αβέβαιο, σχεδόν χαμένο. Ήταν η πρώτη φορά που εντελώς εκούσια κατέβηκα τις πύλες της κολάσεως και ένιωθα τη μοναδική ηδονή του έρωτα να καίει τα σωθικά μου.» (σ. 22) ή αντιθέσεις, όπως «Τον αισθανόμουν δίπλα μου ισχυρό και αδύναμο ταυτόχρονα.» «Παρόλο που υποψιαζόμουν την αδιαφορία του για τη γυναικεία μου υπόσταση, φρόντισα να την τονίσω με ό,τι ομορφότερο θα μπορούσα να βρω στην αγορά τη μέρα εκείνη.» (σ. 44) χρησιμοποιούνται καίρια, τονίζοντας τα νοήματα και τη δύναμη της γλώσσας να τα εκφράσει, αν και συχνά φαντάζει αυτό αδύνατο, αφού «Η συναλλαγή ανάμεσα στη φαντασία ή στην εμπειρία και στη γλωσσική διατύπωση είναι μια ατέρμονη ήττα.» (σ. 35)

    Συναρπαστική, χωρίς άλλο, είναι η ποιητικότητα της γραφής της Ειρήνης∙ την αντιλαμβάνεσαι, ακόμα κι αν δεν γνωρίζεις πως εκείνη γράφει εδώ και χρόνια δόκιμη ποίηση,  από τον ποιητικό οίστρο που διαπερνά τον λόγο της, καθόλου άσχετο με τον φιλοσοφικό στοχασμό, αφού η ποίηση και η φιλοσοφία έχουν δυνατή συνάφεια αρχαιόθεν.

    Επίσης, η χρήση του πρώτου προσώπου, ισχυρού και συχνά παρεξηγημένου, δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταυτιστεί σε πολλά σημεία του μυθιστορήματος, ενώ τον κάνει να νιώθει οικεία με την εξομολογούμενη δαιδαλώδεις αναζητήσεις της αφηγήτρια, πίσω από την οποία μπορεί να διακρίνει ακόμα και την ίδια τη δημιουργό. Εξάλλου, σε ποιανού δημιουργού το έργο δεν αναγνωρίζεται μέρος της φύσης του; Ακόμα, η αοριστία του «εγώ», όπως και ο χωρίς κύριο όνομα καθηγητής, με το κτητικό «μου» να τον προσδιορίζει, δεν δυσκολεύει τις ταυτίσεις. Στο ίδιο συνεπικουρεί και η ανωνυμία των τόπων και των τοπίων, τα οποία μόνο ο υποψιασμένος αναγνώστης θα μπορούσε να εξομοιώσει μ’ αυτά που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης ή μ’ άλλα που τους μοιάζουν και θυμίζουν δικές του μνήμες και εμπειρίες.

   Η Ειρήνη Μπόμπολη σ’ αυτό το μυθιστόρημά της προβάλλει και τη διαχρονική σχέση του συγγραφέα με τους ήρωες των έργων του, οι οποίοι ζουν στο υποσυνείδητό του και ανακαλούνται, ή όχι, κατά περίπτωση. Όχι απαραίτητα, όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο η εξέλιξη νέου μύθου του, αλλά για να δείξει πως δεν τους ξεχνά και είναι εν αναμονή, ίσως, για νέες περιπέτειες ή απλά είναι συνυφασμένοι με τη δική του ζωή ή και με κείνη άλλων ηρώων. Έτσι, και «Το γεύμα» δεν θα ολοκληρωνόταν, όπως αποδεικνύεται σε αρκετά σημεία της πλοκής του, χωρίς αυτούς. Για παράδειγμα: «Η παραζάλη της στιγμής έφερε κοντά μου τον πιο αγαπημένο μου ήρωα, αυτόν του προηγούμενου μυθιστορήματος και τότε κατάλαβα πόσο εξαρτημένη είμαι από τους προηγούμενους ήρωές μου που με ακολουθούν πιστά παντού και σιωπηλοί παρατηρούν τα νέα μου καπρίτσια. Ήταν όλοι τους εκεί, στο απέναντι τραπέζι, υπομονετικοί, καλοσυνάτοι μα και προβληματισμένοι, όχι αδικαιολόγητα.» (σ. 116)

   Βέβαια, στον παρόντα χρόνο του μυθιστορήματος, αν και μετέχουν ήρωες από το παρελθόν, εξέχουσα θέση κατέχει ο καθηγητής και η προσεκτική, μεθοδική εξημέρωσή του, όπως ονομάζει τη διαδικασία προσέγγισής του η αφηγήτρια, η οποία προσδοκά να φέρει τη βαθιά γνώση για κείνον, ίσως, την ερωτική του απόκριση και την ουσιαστική επικοινωνία ή όποιο άλλο δώρο, γνωστικό ή αισθησιακό, προκύψει, αν προκύψει.

   Στην επίπονη προσπάθεια της εξημέρωσης η δύναμη του Έρωτα τη μετουσιώνει και μαζί τον κόσμο που την περιβάλλει και διαπιστώνει στην πράξη πως η Ηρακλείτεια απόφανση πως «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», ισχύει και γι’ άλλα πράγματα του κόσμου τούτου: «Φτάνει να σε χτυπήσει ο έρωτας κατάστηθα για να καταλάβεις ότι όχι μόνο στο ίδιο ποτάμι δεν μπορείς να μπεις δύο φορές, αλλά ούτε στην ίδια πόλη δεν γίνεται να περπατήσεις για δεύτερη φορά, ούτε στα ίδια καφέ δεν κάθεσαι σε επανάληψη για την αγαπημένη σου σοκολάτα, αυτή με τη γεύση στυφού αγριοκέρασου, ούτε στο ίδιο σπίτι δεν κατοικείς δεύτερο βράδυ. Φτάνει να σε χτυπήσει ο έρωτας ενδοφλέβια για να μάθεις με απίστευτη σιγουριά πως κάθε στιγμή του χρόνου είσαι ένας άλλος άνθρωπος, συνεχώς μεταβαλλόμενος προς το καλύτερο, κάθε μέρα και πιο βαθιά η πληγή, κάθε λεπτό και πιο ακέραιο το νόημα του κόσμου.» (σ. 61) Όλα, όμως, αυτά σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι με εμφανή τα σημάδια του αιώνιου, αταβιστικού ανταγωνισμού μεταξύ άρρενος και θήλεος, τα οποία δύσκολα ξεπερνιούνται και, όχι σπάνια, γίνονται εμπόδιο στον δρόμο για ένα ουσιαστικό, συμπαντικό δούναι λαβείν.

   Το νυχτερινό συμπόσιο για δύο, στο οποίο μετέχουν με ιδιότυπο τρόπο και πρόσωπα που κάθονται σε διπλανά τραπέζια, δίνουν την ευκαιρία στην αφηγήτρια, πέραν άλλων, να μιλήσει για τη φύση και την οικολογία και, ευαισθητοποιημένη σε τέτοια θέματα, ν’ αποφαίνεται με σιγουριά: «Κανένας από όλους αυτούς τους δήθεν αγωνιστές που μάλωναν πίσω μας, κάτω από την ηδονική επήρεια του γλυκύτατου οίνου, δεν έλαβε υπόψη του και αυτή τη μισή αλήθεια, όπως θα έλεγε ο καθηγητής μου ή ολόκληρη την αλήθεια, όπως θα έλεγα εγώ. Κανείς δεν έλαβε υπόψη πως ο πανίσχυρος άνθρωπος καθημερινά μισεί τη ζωή όλο και περισσότερο, και την ακυρώνει με τον ίδιο αργό, μεθοδικό και χαριτωμένο τρόπο, βαθμηδόν, όλο και περισσότερο σαν ένα αριστουργηματικό μουσικό adagios.» (σ. 100) Πόσο μάλλον, που αυτοί «Προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο της φύσης που μας περιβάλλει, ενώ αγνοούν παντελώς τη φύση που κρύβεται μέσα τους.» (σ. 79) Δύσκολο το «γνώθι σαυτόν», άλλωστε, διότι πρόκειται για ατομικό αγώνισμα, στο οποίο δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούν.

   Μιλώντας για το νέο μυθιστόρημα της Ειρήνης Μπόμπολη, με τίτλο «Το γεύμα», την οποία ως άλλη Διοτίμα στο «Συμπόσιο»  του Πλάτωνα την ένιωσα, μάκρυνα τον λόγο μου. Έτσι που με συνεπήρε, θα μπορούσα να τον μακρύνω κι άλλο, κάτι που δεν συνάδει με το παρόν κείμενο. Κλείνοντας όμως, σημειώνω πως θα επιστρέφω στις σελίδες του, καθώς δεν πρόκειται για την αφήγηση ενός Έρωτα σαν κι αυτούς που κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια τις προθήκες των βιβλιοπωλείων, αλλά για έναν Έρωτα σπουδαίο στην ουσία του, αν και ανεκπλήρωτο, που η βίωσή του από την πρωταγωνίστρια περνάει στη γραφή ως δημόσια εξομολόγηση και καθιστά μύστες της αλήθειας του τους αναγνώστες.

 

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

http://users.sch.gr/panlampri/

 

 


Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας, στην περιοχή των Τζουμέρκων. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία (Ηθική) στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζει στην Πάτρα και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Αγαπάει το θέατρο και ασχολείται μ’ αυτό ερασιτεχνικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά. Άλλα έργα της: Με την αφή, ποίηση, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2020, Εκεί που ο κύκλος, ποίηση, Εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα 2016, Ανιμολόγια, ποίηση, Εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα 2014, Το Τρίτο Ημισφαίριο, ποίηση, Εκδόσεις Πέτρα, Αθήνα 2010, Το Πεπρωμένο μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία 2007.

 

 

 

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

Ο Παναγιώτης Χαλούλος παρουσιάζει το μυθιστόρημα Το γεύμα της Ειρήνης Μπόμπολη εκδόσεις Πνοή, Αθήνα 2022

 

Ο Παναγιώτης Χαλούλος

παρουσιάζει το μυθιστόρημα

Το γεύμα

 της Ειρήνης Μπόμπολη

 εκδόσεις Πνοή, Αθήνα 2022


 


            Την Ειρήνη γνώρισα κατ’ αρχάς ως φιλόλογο, όταν πριν από χρόνια πολλά πέρασε για λίγο από το σχολείο, στο οποίο υπηρετούσα. Αργότερα έμαθα πως γράφει ποίηση και μάλιστα πολύ καλή ποίηση! Κάποια στιγμή ήρθε και η ώρα της πεζογραφίας με το μυθιστόρημα «Το πεπρωμένο μύριζε ορχιδέα ή Πράγματα μικρά», το οποίο με κέρδισε με τη γραφή του.

            Έχω την εντύπωση ότι και στα δύο είδη του λόγου η Ειρήνη δεν μπορεί να ξεφύγει από την πρώτη της φύση, που είναι, κατά την άποψή μου, η ποιητική! Διαβάζω στις πρώτες σελίδες του νέου βιβλίου της:

«…Αποζητούσα τον πόνο γιατί χωρίς αυτόν είχα ξενερώσει καιρό τώρα. Χρειαζόμουνα, όσο τίποτα άλλο, τη βαθιά μελαγχολία της γνήσιας δημιουργίας. Αυτή που σε κάνει να σπαρταράς σαν ψάρι στη στεριά, σαν πασχαλιά στο φλεβαριάτικο άνεμο, σαν μισοτελειωμένο ποίημα στην εγκατάλειψη της καθημερινότητας…»

            Αυτή η γνήσια δημιουργία διαπιστώνεται στο γραπτό λόγο της Ειρήνης, που αποπνέει ποιητικά αρώματα σε στίχο είτε σε πεζό λόγο, που σε μαγεύει, όπως μας μαγεύουν τα ευγενικά και ευαίσθητα άνθη της ορχιδέας ή το μεθυστικό άρωμα από τα άνθη μιας πασχαλιάς!

            Το ομολογεί και η ίδια η συγγραφέας στις σελίδες του παρόντος βιβλίου της: «…με ρώτησε αν ασχολούμαι και με την ποίηση και τότε κατάλαβα ότι θα ξεφύλλισε, αν όχι θα διάβασε κάποιες σελίδες από το μυθιστόρημά μου, που έβριθε ποιητικών σχημάτων, στοιχεία της πρωτογενούς συγγραφικής δοκιμής μου και του νεανικού ακόμα, για την εποχή που το έγραψα, ύφους μου.» Δική μου διαπίστωση είναι πως η Ειρήνη διατηρεί ακόμα το «νεανικό» ποιητικό ύφος της.

            «Το γεύμα» αποτελεί μια εξομολογητική αφήγηση και αφορά σε μια συνάντηση της ηρωίδας με τον αινιγματικό πανεπιστημιακό καθηγητή, που μια έλξη την ωθεί προς αυτόν, ενώ ομολογεί πως «…Πολλές φορές …εκεί που διαβλέπεις απροσμέτρητο βάθος, υπάρχει πιθανότητα αβαθούς ξερότοπου, στην καλύτερη περίπτωση, και απογοήτευσης συνάμα, γιατί δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και τους βαλτότοπους.  Εγώ όμως ήμουνα σίγουρη για τον καθηγητή μου. Είχα ήδη μπολιαστεί με την αινιγματώδη ατμόσφαιρά του τόσο καλά, που ένιωθα ότι θα μπορούσα να απλώσω το χέρι μου έτσι απλά και εκείνος να γείρει φυσιολογικά πάνω του…» Και ομολογεί η ηρωίδα: «Πήγαινα γυρεύοντας. Αναζητούσα ως μεθυσμένη την ακροβασία…» Και αλλού: «…Δίωκα και επεδίωκα το άπιαστο όνειρό μου…»

            Τα πρόσωπα-ήρωες των δύο πεζογραφημάτων της Ειρήνης Μπόμπολη συναντώνται με αναφορές εδώ, στο «Γεύμα», που θυμίζουν το «Το πεπρωμένο μύριζε ορχιδέα ή Πράγματα μικρά», όταν, όπως γράφει, η φίλη «…Ακριβή μού θύμιζε την ηρωίδα του πρώτου μυθιστορήματός μου. Φορούσε συχνά ένα όμορφο λευκό φόρεμα σαν αυτά που συνήθιζε η Αρετή και είχε στο μυαλό της, όπως κι εκείνη, να φύγει μακριά από τη συνήθεια.            Επιτέλους, οι ήρωές μου είχαν υπόσταση και έξω από μένα. Μπορούσα να τους κοιτάξω στα μάτια και να συνομιλήσω μαζί τους…» Η Ακριβή τής μιλά για τον Μηνά, ήρωα του πρώτου μυθιστορήματος… Θα αναφέρει και αλλού τον γιατρό Μηνά και τη δολοφονία του από τον νεαρό Αλέξανδρο, όπως συνέβη στο πρώτο μυθιστόρημα. Αλλά και ο Αλέξανδρος θα βρίσκεται στο διπλανό τραπέζι, θα συνομιλήσει, αδιόρατα, μαζί της για την επιδιωκόμενη σχέση συγκρίνοντάς τη με εκείνη με το Μηνά και τη συμβουλεύει: «…Φοβάμαι τον πόνο που δεν γνωρίζεις... Είσαι παράτολμη. Στο ξαναλέω οι έρωτες κρατούν όσο μας εμπνέουν…» Και η ηρωίδα ομολογεί: «Καιρό τώρα μπέρδευα την πραγματικότητα με τη φαντασία, το όνειρο με την επιθυμία».

            Ένα, σημαντικό για την ηρωίδα γεύμα, δείπνο για την ακρίβεια, σε ένα παραλιακό εστιατόριο, γίνεται το κεντρικό σκηνικό γύρω από το οποίο αναπτύσσονται οι σκέψεις, εκφράζονται οι κρυφές επιθυμίες της για το αγαπημένο πρόσωπο, του οποίου τις προθέσεις δεν είναι σίγουρη πως έχει κατανοήσει. Και, ενώ από μια στιγμιαία λάθος κίνησή της έχασε την ευκαιρία να τον πλησιάσει σωματικά, να σταθεί κοντά του, σχεδόν να αγγίζει το σώμα του, για να παρατηρήσουν στον έναστρο ουρανό τον αστερισμό του Σείριου, προσπαθεί να τον «γευτεί» και να τον πλησιάσει μέσα από ένα βιβλίο του, που του ζήτησε να της δανείσει, μέσα από σημειώσεις του πάνω στο πλατωνικό κείμενο:

            «…Ανακάλυπτα όλο και περισσότερο την οπτική γωνία του πάνω στο πλατωνικό ζήτημα και άρα έμπαινα στα άδυτα των ενδιαφερόντων του χωρίς να το υποψιαστεί. Και η ηδονή μου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στα σημεία εκείνα που είχε επισημάνει με θαυμαστικά. Σε πολλά από αυτά ο οργασμός των συμπτώσεών μας ήταν πασιφανής… Άθελά του τον πλησίασα εξαιρετικά πολύ και συνομίλησα μαζί του στη γλώσσα του βωβού έρωτα…»

            Είναι, όμως, αρκετό αυτό; Συνειδητοποιεί πως όχι: «…Για να πω την αλήθεια, όσο φως έριξαν οι υπογραμμίσεις του στις πνευματικές του αναζητήσεις, τόσο σκοτάδι σκέπασε την καθημερινότητά του…», αλλά «Είμαι αθεράπευτα άρρωστη. Και μου αρέσει» ομολογεί! Και πιο κάτω: «…Κινούμαι ανάμεσα στη στυφή πραγματικότητα της ολοκληρωτικής άρνησης και στο κατασκευασμένο με όνειρα εγχείρημα της συγγραφής μου».

            Παρακολουθούμε μέσα από τις σκέψεις της τις γυναικείες τεχνικές, ώστε να του προκαλέσει το ενδιαφέρον το ερωτικό. Το μωβ φόρεμα με το αποκαλυπτικό μπούστο, που ίσως τραβούσε το βλέμμα του σε ένα ιδιαίτερο κοίταγμα: «Τον συνέλαβα πολλές φορές να εκτοξεύει το βλέμμα του πολύ γρήγορα, πλάγια, σκοτεινά και ζεστά πάνω μου… Εφάρμοσα την επίθεση κατά πρόσωπο και ο γλυκός μου καθηγητής πανικοβλήθηκε… Ακόμα μια φορά σκέφτομαι πόσο καθυστερημένα, σε σχέση με τη γυναίκα, η ανδρική φύση εκρήγνυται σε αυτό που λέμε πάθος. Εδώ ακριβώς είναι που χρειάζεται η γυναικεία υπομονή όταν καίγεται πραγματικά για κάποιον…»

            Παρακολουθούμε εξίσου τους προβληματισμούς της συγγραφέως όσον αφορά στις επιλογές της για το χτίσιμο των χαρακτήρων στο παρόν αλλά και στο προηγούμενο βιβλίο της, τις σκέψεις για την «ποιητική» μέθοδό της: «Πρέπει να βγω από την ιστορία, να πάρω τη δέουσα απόσταση από τα πρόσωπα που παρελαύνουν εκεί μέσα και να σκεφτώ νηφάλια για την πορεία και για τη μοίρα τους. Πρέπει να αποφασίσω τι ακριβώς θα κάνω τον ήρωά μου…»

            Και, καθώς γίνεται αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, συχνά διαπιστώνουμε να παρουσιάζεται το πρόσωπο-αντικείμενο του πόθου της ηρωίδας ως απλό λογοτεχνικό δημιούργημα της συγγραφέως.

            Τι θα αποφασίσει η Ειρήνη Μπόμπολη για την κατάληξη της επιθυμητής σχέσης της ηρωίδας της με τον χωρίς όνομα αγαπημένο καθηγητή;

            Διαβάζουμε: «…Το αεροπλάνο με προορισμό την ανατολική μεγαλόνησο ανήγγειλε καθυστέρηση περίπου μία ώρα…

            Η Ακριβή όρθια στάθηκε δίπλα του μάλλον αποφασισμένη για κάποιο μεγάλο ταξίδι στις χώρες του Βορρά… έβγαλε από την τσάντα της τα τσιγάρα και διακριτικά του ζήτησε φωτιά…

            Πρόλαβε η Ακριβή να διαβάσει κλεφτά, ανάβοντας το τσιγάρο.

Θέλεις δε θέλεις ανερώτητα εχρήσθην συνοδός σου

Στην τεντωμένη κλωστή της διαφοράς.

Παιχνίδι γίναμε στα χέρια του Ωρίωνα, το κατάλαβες;

            Και καθώς τον ευχαριστούσε, το μάτι της ρούφηξε ακόμα μερικούς στίχους:

Ήταν ωραίο το ταξίδι του μυαλού

Ούτε που νοιάστηκα για της καρδιάς το ναυάγιο…»

 Παναγιώτης Χαλούλος

Ο ζωγραφικός πίνακας που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, με μια διάθεση διάχυτου ερωτισμού που αποπνέει, αποδίδοντας την εξιδανίκευση του έρωτα, όπως ακριβώς έβλεπε στη μεταφυσική τους διάσταση τον κόσμο και τον έρωτα ο ζωγράφος στη νεανική του ηλικία (1982), φαίνεται να ταιριάζει πολύ με την επιθυμία της ηρωίδας για μια «…ευκαιρία να τον πλησιάσει σωματικά, να σταθεί κοντά του, σχεδόν να αγγίζει το σώμα του, για να παρατηρήσουν στον έναστρο ουρανό…»

Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι έργο του Πατρινού φιλόλογου, συγγραφέα και ζωγράφου Παναγιώτη Χαλούλου και έχει τον τίτλο «Ερωτικό ζευγάρι», 1982 (λάδι, μικτή τεχνική)

 

═════ღೋƸ̵̡Ӝ̵̨̄Ʒღೋ═════

 


Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας, στην περιοχή των Τζουμέρκων. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία (Ηθική) στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζει στην Πάτρα και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Αγαπάει το θέατρο και ασχολείται μ’ αυτό ερασιτεχνικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά.

Άλλα έργα της :

Με την Αφή, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2020

Εκεί που ο Κύκλος, ποίηση, Εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2016

Ανιμολόγια, ποίηση, Εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα, 2014

Το Τρίτο Ημισφαίριο, ποίηση, Εκδόσεις Πέτρα, Αθήνα, 2010

Το Πεπρωμένο μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία, 2007

═════ღೋƸ̵̡Ӝ̵̨̄Ʒღೋ═════

Ο Παναγιώτης Χαλούλος είναι φιλόλογος με πλούσιο εκπαιδευτικό και συγγραφικό έργο. 

Συνέγραψε τα παρακάτω βιβλία:

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, για όλες τις τάξεις του Γυμνασίου»-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2005.

Επανεκδόσεις αναθεωρημένες:

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, Α΄ τάξη, Αρχαία Ιστορία»-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2006, 20102.

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, Β΄ τάξη, Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία»-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2006.

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, Γ΄ τάξη, Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία»-συνοδευτικό DVD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη  2008.

Ø  «Εύθυμα παραμύθια διασκευασμένα για το θέατρο – Πρακτικός οδηγός για σχολικές θεατρικές ομάδες για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», εκδ. περί τεχνών, Πάτρα 2006.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα εκπαιδευτικού περιεχομένου σε έντυπα περιοδικά και στο διαδίκτυο (http://users.ach.sch.gr/pchaloul) πλούσιο υλικό σε ιστοσελίδες-παρουσιάσεις-video, για την πραγματοποίηση μαθημάτων Ιστορίας με χρήση Η/Υ.