Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Α. Δημητριάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Α. Δημητριάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Α. Δημητριάδη (φωτογραφίες: Lee Jeffries)

 

Τρία ποιήματα

του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

 (φωτογραφίες: Lee Jeffries)

 


 

Ποιος να μου το ’λεγε

 

Ποιος να μου το ’λεγε

πως εγώ

χρόνια άνθρωπος της μεγαλούπολης

με συνεχείς εφημερίες

ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους

 

να νιώθω γνήσιο παιδί της φύσης

γειτονόπουλο του ποταμού

ένας αδερφός της φλαμουριάς

του ελαφιού

και του κότσυφα

ένθερμος εραστής του βουνού

και του κάμπου.

 

Φαίνεται πως γι’ αυτό

αφουγκράζομαι τις εξάρσεις των νερών

κι ένας απόηχος χρωμάτων με τυλίγει

φυτεύω λουλούδια

αγαπώντας τα χώματα που τα δέχονται

κι ακούω τη φωνή του πατέρα μου

να με καλεί πίσω.


 


Η λατρεία μου για έναν κόσμο ιδεατό

 

Κοίταξέ με

δε βλέπεις;

 

Τρέχω αλλόφρων

μέσα σ’ ένα δαίδαλο νοσηρό

πάνω σε ξυλογέφυρες

κι ερημοσκάλες

χτυπημένος από οπλές

κι από εκείνα που οι άλλοι δεν τα βλέπουν.

 

Η λατρεία μου

για έναν κόσμο ιδεατό

ουρανομήκη

με συνέτριψε.


 


Μάλλον τα πράγματα 

μάς πάνε προς τα κει

 

Την ώρα που φεύγαν τρομαγμένα τα πουλιά

ένας άρρωστος άνεμος

έγδερνε την ατμόσφαιρα.

 

Τρίζαν τα κόκαλα ανάμεσα στις μηχανές

κι έβγαιναν τρελαμένα τ’ άλογα στις λεωφόρους

με πόδια από παγώνια

τρέχοντας ανάμεσα σε σκουριασμένα αίματα.

 

Σέρνονταν η επανάληψη επάνω στο χαλί

στα έπιπλα

στους τοίχους.

 

Κι εμείς ευάλωτοι και τρωτοί

αδύναμοι στις ουρές των φαρμακείων

και στις εντατικές

πίσω απ’ τα βήματα της Astra Zeneca

με τα βαμβάκια μέσα μας

χωρίς ανάσα.

 

Μάλλον τα πράγματα μάς πάνε προς τα κει

προς τη μεγάλη παύση

προς τη σιωπή που μας μιλά ξεκάθαρα

για την τεφρή επικράτεια που προηγήθηκε

κι αυτήν που εκτείνεται μπροστά μας.


Δημήτρης Α. Δημητριάδης 

Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες λόγου και τέχνης και με τις επιθεωρήσεις πολιτικής και πολιτιστικής παρέμβασης "Κοινωνική Επιθεώρηση" και "Πολίτες".
Αντιπροσωπευτικά ποιήματά του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις στα Γαλλικά, Ιταλικά, Πολωνικά και Αγγλικά. Άρθρα και μελέτες του μεταδίδονται από το ραδιόφωνο.
Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές και τιμήθηκε για το έργο του από το Δήμο Θεσσαλονίκης και τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Δημήτρης Α. Δημητριάδης Τρία ποιήματα (φωτογραφίες: Robert Frank)

 

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Τρία ποιήματα

(φωτογραφίες: Robert Frank)




Να σε σηκώνουν τα πουλιά

 

Νοέμβρης

κι εσύ να διασχίζεις πρωί την Εγνατία

μ’ έναν ήλιο απρόσμενο

αφήνοντας πίσω σου την Κατερίνη.

 

Άδειος ο δρόμος

να αιωρούνται πλατανόφυλλα

πάνω απ’ το λευκό σου Corca

σαν λέξεις στον αέρα να πετούν

στη χειμωνιάτικη λιακάδα

σαν ομορφιά που αγαπά να φανερώνεται

σε πάνινες λεωφόρους

 

κι όλα να πλαταγίζουν μέσα σου

να σε σηκώνουν τα πουλιά

να σε αρπάζει ο ήλιος

ακούγοντας στο Τρίτο Πρόγραμμα

τις μουσικές του Ντύλαν

της Μπαέζ

 

ακούγοντας τον εαυτό σου να κλαίει.


 


Τα δάκρυα

 

Τι ωραία τα δάκρυα που κυλούν

για κάθε τι που αγαπάμε

που ερωτευόμαστε

για ό,τι έφυγε ξαφνικά

ή έζησε γρήγορα

και κάηκε ακόμα γρηγορότερα

φτιάχνοντας μιαν άλλη παρένθεση

που ακόμα φωτίζει.

 

Δάκρυα επίμονα

σαν μουσικές

σαν μισοφέγγαρα

που χάνονται πίσω απ’ τα σύννεφα

και ξαναβγαίνουν

μετρώντας βαθιά τα όριά μας

 

στέλνοντας με τις εκρήξεις τους

σπαρακτικά

πλην παρήγορα Χαίρε.


 


Σαν το μαράζι

που διαπερνά τα κόκαλα

 

Ό,τι αληθινό

έρχεται από μακριά

σαν κλάμα

σαν παφλασμός νερού

μ’ έναν σφυγμό παράξενο

και τεταμένες τις αισθήσεις

κουβαλώντας ίσκιους άγνωστους και γνωστούς

αίματα που έχουν διασπαστεί

και μισοσκόταδα

και λιώματα

κι ώρες ανατριχίλας.

 

Γλιστρά στο σώμα όπως κυλά ο υδράργυρος

ελίσσεται

υψώνεται και χαμηλώνει διαρκώς

κι απλώνεται παράφορα

απ’ τη φτέρνα ως τον κρόταφο

ίδιος άγγελος και δαίμονας μαζί,

ξιφομαχώντας με τις οξειδώσεις.

 

Όταν σφίγγουν οι νύχτες

ουρλιάζουν τα σκυλιά

και χλιμιντρίζουν τ’ άλογα

περιπολεί

σκύβει στα μνήματα

 

μετρά

ξαναμετρά τα μισοφέγγαρα

που χάνονται πίσω απ’ τα σύννεφα και ξαναβγαίνουν

κι αμείλικτα

σαν το μαράζι που διαπερνά τα κόκαλα

σπέρνει τις σπίθες

που έφερε από την έκρηξη και την πυρά

να πάρουν ξαφνικά φωτιά

οι δυναμίτες.

 

Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες λόγου και τέχνης και με τις επιθεωρήσεις πολιτικής και πολιτιστικής παρέμβασης "Κοινωνική Επιθεώρηση" και "Πολίτες".Αντιπροσωπευτικά ποιήματά του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις στα Γαλλικά, Ιταλικά, Πολωνικά και Αγγλικά. Άρθρα και μελέτες του μεταδίδονται από το ραδιόφωνο. Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές και τιμήθηκε για το έργο του από το Δήμο Θεσσαλονίκης και τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος.

 

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Δημήτρης Α. Δημητριάδης Τρία ποιήματα και ένα κείμενο μαζί με δύο φωτογραφίες της Εύης Τσεσμελόγλου


Δημήτρης Α. Δημητριάδης

Τρία ποιήματα
και ένα κείμενο
μαζί με δύο φωτογραφίες της Εύης Τσεσμελόγλου










Η ανάμνηση



Η ανάμνηση είναι

σαν το δάκρυ που μαρμάρωσε στο πάρκο

στις φυλλωσιές

στους θάμνους

σαν τα χρυσά μάτια του κοριτσιού

που ερωτεύθηκες στα δεκαπέντε.



Μοιάζει με το σχολικό αλφαβητάρι

που φυλλορροεί στις σελίδες ενός παλιού ημερολογίου

με τα ξυπόλητα παιδιά παίζοντας στις αλάνες

τα σλάλομ να φέρουμε τούμπα τον κόσμο

μπουκάροντας στις αποθήκες τ’ ουρανού

μπαρκάροντας για τους ιερούς τόπους

όπου τραγούδια

καλλονές

και περιπέτειες μοιράζονταν αφειδώς.



Είναι σαν το αίμα

που χύθηκε στις πιο απρόσμενες γωνιές

και σ’ ακολουθεί ως τα εξόριστα άστρα

τις στιγμές που άφησες πίσω

και χάθηκαν μαζί με τ’ άλογα και τα σύννεφα

με τα φτερά και τα βέλη

μοιάζει με τα παλιά λαϊκά τραγούδια

και το βαθύ κολύμπι στη θάλασσα του αλκοόλ

κατάβαση

κι ύστερα ανάβαση

και κατάβαση πάλι



είναι σαν την αναμμένη λάμπα

φωτίζοντας τις παλιές κοτρώνες

για να ’ρθουν τριγύρω της οι πεθαμένοι

ο χείμαρρος είναι που σε οργώνει

και το αγκίστρι που σε τραβά



το κόκκινο χιόνι που πέφτει

πέφτει

και σε σκεπάζει.







Τι λέτε επ’ αυτού;



Τι κάνουν άραγε οι γραφές

όταν κλειδώνεις την πόρτα και φεύγεις



τι κάνουν οι λέξεις

κι οι σκέψεις που άφησες πίσω

τα περιθώρια των σελίδων

τα κατανοητά ιερογλυφικά μόνο από σένα;



Τι μένει όπως τ’ άφησες εκεί

τι παίρνει την υπόστασή του

και στήνει πανικούς



δυνάμει νέες γραφές

νέες εικόνες;





Πρέπει να ξέρεις να πετάς



Πρέπει να ξέρεις να πετάς

όταν η νύχτα απλώνεται βαριά

πάνω στου κόσμου τα γκρεμίσματα

κι άγρια πλαταγίζουν οι χαίτες του αέρα.



Σταθερά να πετάς

Να ’χεις το νου σου στα ψηλά

μη σε σκορπίσουν τ’ άφατα

κι όσο μπορείς στα χαμηλά

σοφά να κυκλοφέρνεις

να ελίσσεσαι

μην τύχει και μπλεχτείς σε σύρματα

σ’ αρπάξουν τα σκυλιά

ή σε θερίσουν πολυβόλα.



Μ’ άγρυπνο μάτι

και με ψυχή βαθιά πρέπει να ξέρεις να πετάς

γιατί αν δεν ξέρεις

δε σε γλιτώνει τίποτα.





Τη θέλουμε την ποίηση

Τη θέλουμε την ποίηση. Όχι σαν πολυτέλεια ή προνόμιο των ειδικών και των ανθολόγων, αλλά για την πνευματική φυσιογνωμία των ιδεών, του νοητικού σκαψίματος της ευαισθησίας, της φαντασίας και – πολλές φορές – της αλήθειας απέναντι στο λόγο της έπαρσης, του υπολογισμού ή της ψευδολογίας. Τη θέλουμε και σαν κάστρο της γλώσσας, αλλά και σαν πεδίο καλλιέργειας και διατήρησης των ονείρων μας, της οξύνοιάς μας και την αντίστασή μας στην «πίεση» του πραγματικού, στο συνεχές σφυροκόπημα των πληροφοριών, των ειδήσεων, των τρομερών γεγονότων και της γκρίζας πραγματικότητας. Κι όσο δεν το κάνουμε, χάνουμε το ουσιαστικό: ευαισθησίες χαρές, τη μαγεία της έκπληξης, τη δημιουργικότητα – με μια λέξη, χάνουμε την ανθρωπιά μας.
Τη θέλουμε την ποίηση, γιατί ο χώρος της είναι απέραντος. Αρκεί, πολλές φορές, ένας και μόνο στίχος να χωρέσει σε ένα τοπίο ελευθερίας και συγκίνησης ο κόσμος ολόκληρος. Αυτός ο κόσμος «ο μικρός ο μέγας», ο πελώριος κι ελάχιστος ταυτόχρονα. Οπότε και χώρος υπάρχει και χρόνος υπάρχει πάντοτε για ποίηση. Τα περί «δυσνόητης», «απομακρυσμένης» από τα προβλήματα του κόσμου και άλλα παρεμφερή άλματα, δεν είναι τίποτα παρά προφάσεις που εθίζουν τους ανθρώπους στην ευκολία: εύκολες σκέψεις, εύκολα αισθήματα, εύκολες συγκινήσεις, εύκολοι τρόποι για να περνάει ο χρόνος, λες και ο χρόνος που περνάει πρόκειται να ξανάρθει.
Τα θέλουμε την ποίηση, γιατί έχει τη δύναμη να γκρεμίζει τα τείχη που χωρίζουν τον κόσμο με βάση το χρώμα, την ηλικία, τη θρησκεία την προέλευση, την κοινωνική τάξη, την εθνικότητα. Γιατί μπορεί και ξεσηκώνει τα πλήθη μιλώντας τη γλώσσα του απλού ανθρώπου. Παράλληλα μας θυμίζει ότι μπορούμε να γκρεμίσουμε και τα εσωτερικά μας τείχη, για να βλέπουμε τι κυκλοφορεί μέσα μας και ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε. Γιατί ποίηση είναι να δίνεις και όχι να παίρνεις, να συνυπάρχεις ακόμα και με αντιπάλους και να σκέφτεσαι όσους δεν έχουν και τι μπορείς να δίνεις στον αβοήθητο, στον καταφρονεμένο, στον αδύναμο. Η ποίηση δε χωρίζει τον κόσμο με ιδεολογήματα. Μας προτρέπει να φύγουμε από τον τυφλό αυτισμό, την ιδιοτέλεια, καλώντας μας να μοιραστούμε τα αγαθά της ζωής, να ανακαλύψουμε ό,τι μας λυτρώνει, μας εξανθρωπίζει, μας γαληνεύει.
Τη χρειαζόμαστε την ποίηση, γιατί ενώνει τα γήινα με τα επουράνια, τα χαμηλά με τα υψηλά, τον ταπεινό με τον αλαζόνα, την προσωπική αγωνία με την κοινωνική ευαισθησία και μας πάει κατευθείαν στη ρίζα των πραγμάτων και στην ουσία της ζωής. Σε έναν ταραγμένο κόσμο, όπου σε πολλές εκφάνσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου επικρατεί η βαρβαρότητα και η αρπακτικότητα, η ποίηση αντιτάσσει σθένος, παρηγοριά, συναίσθημα, τρυφερότητα, εγκαρτέρηση, αισιοδοξία, γιατί από τα δύσμοιρα χρόνια μας δε θα μας σώσουν δημαγωγοί, πολιτικοί, αριστούχοι επιστήμονες, στυγνοί επιχειρηματίες, διπλωματούχοι γραφειοκράτες, βραβευμένοι τεχνοκράτες, θρησκευόμενοι παρατρεχάμενοι, φανατικοί θεοκράτες, η ελίτ. Θα μας σώσει ο πολιτισμός και η τέχνη που είναι απέραντη και άνευ διακρίσεων και όσοι προτάσσουν το πνεύμα και την πένα τους φωτίζοντας το κοινό με καθαρότητα και υψώνοντας στίχους στους διαχωριστικούς τοίχους.
Τέλος, τη θέλουμε για την παραμυθία μας, με τα λόγια της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ: «... Και τότε ξαφνικά γεννιούνται ποιήματα... που κάνουν να πλησιάζουμε τα αρνητικά, τα δύσκολα στοιχεία της ζωής μας: τη θλίψη, τη σιωπή, την επιβίωση, τον χωρισμό από την έννοια του μέλλοντος και βέβαια τον θάνατο. Αλλά υπάρχει και ένα φως που αναδύεται από το σκοτάδι. Είναι η ανάσα μου, που βγαίνει σταθερή και μου χαρίζει ακόμη τη ζωή. Με την ανάσα μου νικώ τον χρόνο, έστω και για μια στιγμή».

Δημήτρης Α. Δημητριάδης
φωτογραφίες: Εύη Τσεσμελόγλου

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Δημήτρης Α. Δημητριάδης τρία ποιήματα και ένα δοκίμιο μαζί με πέντε φωτογραφίες του Hossein Zare


Δημήτρης Α. Δημητριάδης
τρία ποιήματα και ένα δοκίμιο
μαζί με πέντε φωτογραφίες του Hossein Zare





Αιμορραγώντας οι λέξεις



Περνούν τα χρόνια

κι όλο τις λέξεις σκέφτομαι

που όλο λυγίζουν



αδύναμες πια

ν’ αντέξουν το βάρος των λυγμών

τ’ ανεπίδοτα πλαντάγματά τους.



Κι όλο τις βλέπω να αιμορραγούν

σ’ ορύγματα και σκάμματα

ν’ αφουγκραστούν παλεύοντας πόθους παλιούς

κι ακοίμητους



μαζί τους τραβώντας

με δάχτυλα σπασμένα

τους πιο απελπισμένους.






Στην κάμαρα με τα σπιθίσματα



Νύχτα βαθιά

κι αυτοί

πλούσιοι σε ώρες

πάμπλουτοι σε στιγμές



άοπλοι οπλίτες



ζουν κι εορτάζουν

στην κάμαρα με τα σπιθίσματα.



Γεμίζουν τα ποτήρια τους

αφήνουν την τύχη να σκορπά

τα σάουντρακ μιας άλλης εποχής



πλαγιάζουν

και βυθίζονται σε γαλακτώδη κείμενα

κι όλο γλιστρούν με το φως των κεριών.



Άλλο δεν κάνουν

πάρεξ να λούζονται στα νάματα των νοημάτων

να καίγονται στ’ ανάμματα φλεγόμενων λέξεων.







Να τους σηκώσει



Νύχτα

μονάχα τ’ άστρα



γραμμή του φεγγαριού

σπαθίζει τη στιγμή



λόγχη του αρχάγγελου

το σώμα της ανύποπτής μας λήθης μαχαιρώνει.



Να την ξυπνήσει

να υψωθεί

του κόσμου τους κυνηγημένους για να θυμηθεί

να τους σηκώσει.


Δημήτρης Α. Δημητριάδης


Οι δρόμοι της τέχνης



Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την τέχνη την επέβαλαν οι προϋποθέσεις της εργασιακής αναγκαιότητας και δραστηριότητας των ανθρώπων. Όσο αναπτύσσονται οι προϋποθέσεις αυτές, τόσο γίνονται και πιο δυνατά, πιο σίγουρα τα φτερά ανύψωσης της τέχνης.
Η τέχνη ακολουθεί τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα. Τον διαμορφώνει και διαμορφώνεται, τον αναπτύσσει κι αναπτύσσεται μαζί του. Σαν κυριότερο όργανο, σαν κυριότερο μοχλός, σαν αντανάκλαση του κοινωνικού γίγνεσθαι, συνδέεται άμεσα με όλα τα φαινόμενα της ιστορικής του πορείας.
Η γέννηση ενός έργου τέχνης είναι πάντα ένα συνταρακτικό γεγονός για το δημιουργό του. Η προσωπική περιπέτεια του ανθρώπου, οι συγκινησιακές του εμπειρίες, η πλούσια συγκομιδή σκέψεων, η μοίρα και ο προορισμός του επάνω στη γη, η καθημερινή του πείρα, η έμφυτη φύση του σε συνδυασμό με τα όνειρα, τη διαίσθηση και την ενόραση, διαμορφώνουν μέσα του, στον απύθμενο κόσμο του ασυνείδητου, τον πύρινο πολτό της καλλιτεχνικής του ύλης.
Ύστερα από μια μακρά περίοδο επώασης, κυοφορίας και εσωτερικών αναμοχλεύσεων, βλέπει ξαφνικά να αναδύονται στην επιφάνεια του νου του εικόνες αρχέτυπες, σχήματα αδιαμόρφωτα. Διυλίζοντας εμπειρίες και οράματα, ανασύρει από τη γόνιμη, μυθοπλαστική μήτρα της φαντασίας του ίχνη προγονικά, εικόνες συμβολικές, ρίζες της απρόσωπης φύσης. Η τέχνη γεννιέται στην ψυχή του καταπατώντας τους φυσικούς και λογικούς νόμους, παραβιάζοντας κάθε κανόνα, γκρεμίζοντας τα πλαίσια της συμβατικότητας και υπερβαίνοντας τον ίδιο της τον εαυτό.
Τέχνη χωρίς ψυχή δεν υπάρχει. Μόνον όταν η ψυχή, η απόλυτη αυτή δύναμη εκφράζεται ελεύθερα και όχι με επιδράσεις ή αποβλέποντας σε δεξιοτεχνικό αποτέλεσμα, μπορεί να κάνει το καλλιτεχνικό δημιούργημα πηγή χαράς, συγκίνησης κι ενδιαφέροντος και για τους άλλους ανθρώπους. Κάθε παράγοντας εντυπωσιασμού και τεχνάσματος, στερεί την τέχνη από τη δύναμη και την ενέργεια της.
Η τέχνη είναι άσκηση μοναξιάς και σιωπής. Ο αληθινός καλλιτέχνης βυθίζεται πάντοτε στη μοναξιά, εκεί συλλογίζεται, εκεί νιώθει. Εκεί κατανοεί τα πρόσωπα και τα πράγματα και μεστώνει εντός του εκείνο που έχει να πει. Η σιωπή του σκίζει τον κόσμο σε κομμάτια.
Όταν η τέχνη εκπληρώνεται και ολοκληρώνεται, γίνεται γλώσσα πανανθρώπινη. Γίνεται ο μόνος τρόπος πραγματικής επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους διαφόρων εποχών και περιοχών του κόσμου, αφού μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τις επιδιώξεις, τις επιτεύξεις και τις προσδοκίες τους. Η σημασία της μεγαλώνει ακόμη περισσότερο, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ένας ενωτικός κρίκος που έχει τη δύναμη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επικοινωνία και την ενότητα της ανθρωπότητας.
Πάντοτε η τέχνη γοητεύει τις συνειδήσεις, όχι για να τις υποτάξει αλλά για να τις παραδώσει στη χορευτική της αιώρηση, να τις μυήσει στα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής που όσο και αν ταλαντεύεται μέσα στους αναγκασμούς, μένει διαρκώς το ευαίσθητο κι ατίθασο ρεύμα της ύπαρξής μας.
Οι μορφές της, οι αληθινές και ειλικρινείς, αυτές που αποτυπώνουν με γνησιότητα ό,τι υπάρχει έξω ή μέσα στον άνθρωπο, επιβιώνουν για χιλιάδες χρόνια. Φθείρονται και χάνονται μόνο όσες δεν απαντούν στα αιτήματα των καιρών τους κι αδιαφορούν για τις αλλαγές που γίνονται στον τομέα της εξέλιξης.
Το μεγάλο κοινό, ο λαός, μπορεί να επικοινωνήσει με την τέχνη. Το αντίθετο, ότι τάχα αδυνατεί γι´ αυτό, είναι χυδαίος μύθος. Ακόμη και σε πολλές θεωρούμενες εξελιγμένες κοινωνίες, πολύ περισσότερο στις μη ανεπτυγμένες, το πρόβλημα δεν είναι «να κεντήσουμε τριαντάφυλλα σε πολύτιμο χαλί, αλλά να φέρουμε κάρβουνο για να ζεστάνουμε τους παγωμένους». Θα πρέπει να συμφιλιωθούν οι άνθρωποι με την τέχνη, να μπει η τέχνη στη ζωή τους. Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, σε πρώτη φάση, μέσα από την τέχνη, που για οποιονδήποτε λόγο οι πολλοί δεν καταλαβαίνουν, αλλά μέσα από μια τέχνη που καταλαβαίνουν πιο εύκολα. Και πρώτα πρώτα μέσα από τους θησαυρούς της υπάρχουσας μεγάλης τέχνης, όπως επίσης και της γνήσιας λαϊκής τέχνης. Η εξοικείωση αυτή πρέπει, βέβαια, να γίνει χωρίς δογματισμούς, χωρίς προκαταλήψεις, έτσι που οι άνθρωποι να μπορέσουν, σε μια δεύτερη φάση, να προσεγγίσουν κριτικά και τις τεχνοτροπίες που προς το παρόν δεν τους συγκινούν, μπορούν όμως στο μέλλον να τους συγκινήσουν.
Όπως στη φύση η στασιμότητα σημαίνει θάνατο, έτσι και στον καλλιτέχνη η αδράνεια σημαίνει το ίδιο. Η διαρκής ανησυχία, ο προβληματισμός για τη σύλληψη και την έκφραση των ερωτημάτων κι οι απαντήσεις σε αυτά, αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ζωής του.
Καλλιτέχνης και τέχνη χωρίζονται κάποτε μοιραία. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει και το έργο του αρχίζει το ταξίδι του στο χρόνο. Αιώνες λήθης και παραμορφώσεων παρεμβάλλονται ανάμεσα τους. Κάθε καινούργια εποχή προβάλλει επάνω στο έργο το δικό της δράμα, τη δική της αγωνία, τη δική της αισθητική. Το έργο γίνεται παλίμψηστο, προσχωματικό, παραμένοντας ωστόσο ανοικτό για μια ακόμη γραφή : τη δική μας.
Αν ποτέ διαπιστωθεί ότι έχει εκλείψει η τέχνη, τότε θα πρέπει να καταγράψουμε και το τέλος της ανθρωπότητας. Τίποτα, όμως, από τα δύο δε θα συμβεί. Νέες αξίες, νέες δυνάμεις, βρίσκονται ήδη μεταξύ μας. Κι αν δεν είναι αυτές οι ίδιες, προετοιμάζονται, σίγουρα, κάποιες άλλες. Εκείνες που θα κατανοήσουν και πάλι ότι η τέχνη είναι δημιουργία που απαιτεί πνευματικότητα, συγκίνηση και βάθος.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης




Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες («Μανδραγόρας», «Ένεκεν», «Δίοδος», «3η χιλιετία» κ.α.) και έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Γαλλικά, Ιταλικά   και Πολωνικά.