Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

"Η σύζευξη ανθρώπου και ζώου" Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γράφει για την ποιητική σύνθεση "Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή" της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις 2021 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ο Αναγνώστης

 



"Η σύζευξη ανθρώπου και ζώου"


Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γράφει 

για την ποιητική σύνθεση "Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή" 

της Διώνης Δημητριάδου 

ΑΩ εκδόσεις 2021

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ο Αναγνώστης


Η σύζευξη ανθρώπου και ζώου (του Παναγιώτη Νικολαΐδη)    - ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ (oanagnostis.gr)

Με την πρόσφατη και καλαίσθητη ποιητική συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, η συγγραφέας και κριτικός Διώνη Δημητριάδου χρησιμοποιεί ανατρεπτικά, αλλά και δημιουργικά την -πιο  αποτρόπαιη και εκφοβιστική στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας- μορφή του λύκου,[1] επιχειρώντας αφενός να αποκαλύψει αλληγορικά και πολύσημα τη βιαιότητα του σύγχρονου, καταναλωτικού και άνισου καπιταλιστικού κόσμου και αφετέρου να ασκήσει έντονη κριτική στις έννοιες της λογικής, της προόδου και του εξελικτικού πολιτισμού του δυτικού ανθρώπου. Έχω, λοιπόν, την αίσθηση ότι η συνύπαρξη-σύζευξη ζώου-λύκου και ανθρώπου στο ποιητικό της σύμπαν σηματοδοτεί από τη μια την αγριότητα του ζωικού μέρους της ανθρώπινης φύσης και απ΄ την άλλη τον πολιτισμό της ανθρώπινης πλευράς του. Η ζωική, με άλλα λόγια, είναι η άλλη πλευρά της ανθρώπινης μορφής, είναι δηλαδή η ετερότητά της και χαρακτηρίζεται από το άλογο και άγριο μέρος της, ενώ η ανθρώπινη πλευρά αντιπροσωπεύει το μέρος της γνώσης και της λογικής.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, τα όρια ανάμεσα στο ζωικό βασίλειο και στο ανθρώπινο είδος δεν αποτελούν φραγμούς ανυπέρβλητους. Αντίθετα η σύζευξη ανθρώπου και ζώου καταδεικνύει πρώτα από όλα τη ζωώδη, άγρια βιολογική φύση του ανθρώπινου είδουςˑ φωτίζει, δηλαδή, τη μυστική συγγένειά τους, καθώς η ζωώδης μορφή συχνά συναποτελεί και προσωπείο ανθρώπου ή αντίθετα το κρυμμένο απωθημένο του ένστικτο. Σε αρκετά ποιήματα, επίσης, η σύζευξη ανθρώπου-ζώου φαίνεται να λειτουργεί αρνητικά, καθώς καταδεικνύει την αλλοτρίωση, παραμόρφωση και σταδιακή απανθρωποποίηση του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος καταστρέφει και καταπίνει αλόγιστα τα πάντα, βαδίζοντας με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το δεσπόζον στοιχείο της μεταμόρφωσης φαίνεται να επιδεινώνει το παράλογο, το οποίο αποτελεί κυρίαρχο θεματικό, υφολογικό και ψυχολογικό άξονα της συλλογής.

 

Η ψεύτικη, επομένως, για τον δυτικό κόσμο αντίθεση ανάμεσα στη βαρβαρότητα του ζώου και στη λογική του ανθρώπου, ανάμεσα στο πρωτογονικό-άγριο και το ορθολογικό-πολιτισμένο, αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία δομείται στο ανά χείρας βιβλίο μια ανατρεπτική ποιητική αφήγηση, η οποία επιχειρεί συστηματικά και με εμμονή να φωτίσει μιαν αποτρόπαια για τον σύγχρονο άνθρωπο αλήθεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υβριδική εικόνα λύκου-ανθρώπου που οικοδομείται τόσο αφηγηματικά όσο και λυρικά, συμβολίζει τη σκληρή αγριότητα και βαρβαρότητα της ανθρώπινης φύσης με απώτερη μορφή τον πόλεμο, καθώς και την αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει τον σκοταδισμό των καταστροφικών του ενστίκτων. Πρώτο σημαντικό στοιχείο για τη βαθύτερη κατανόηση της παράδοξης, πρωτόγονης και άγριας φύσης του ανθρωποζωικού συμπλέγματος λύκου-ανθρώπου αποτελεί η ακόλουθη ανθρωπολογική παρατήρηση του Sir James, George Frazer στο διάσημο έργο του O Χρυσός κλώνος: «Έχει πια γίνει φανερό  ότι η έντονη γραμμή της οροθέτησης, την οποία τραβάμε ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος και στα κατώτερα ζώα, δεν υπάρχει για τον άγριο. Σ΄ αυτόν πολλά από τα ζώα φαίνονται ίσα με τον εαυτό του ή ακόμη και ανώτερά του, όχι μόνο στην κτηνώδη δύναμη, αλλά και στη νοημοσύνη».[2]

 

Η δεύτερη και τελευταία μυθολογική παρατήρηση που παραθέτω ανήκει στον πολύ γνωστό μυθολόγο Joseph Campbel και την προτάσσω εδώ, καθώς μας παρέχει μια στέρεη ανθρωπολογική και μυθολογική βάση στο ασφυκτικό, οντολογικό-ανθρωποζωικό σκηνικό της συλλογής· ένα σκηνικό που αποκαλύπτει αφενός την καλά κρυμμένη, κτηνώδη φύση του πολιτισμένου ανθρώπου και αφετέρου την ευδιάκριτη τραγική ιδέα ότι ο άνθρωπος αναπαράγεται-επαναλαμβάνεται στο πλαίσιο ενός πανάρχαιου κοσμικού, κανιβαλιστικού δράματος χωρίς την όποια ελπίδα διόρθωσης ή βελτίωσης: «Ένα από τα κύρια προβλήματα της μυθολογίας είναι να συμφιλιώσει το νου με αυτή την κτηνώδη προϋπόθεση όλης της ζωής, που διατηρείται από τον φόνο και το φάγωμα των ζωντανών πλασμάτων. Δεν μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ούτε τρώγοντας λαχανικά, γιατί κι αυτά είναι ζωντανά. Έτσι η ουσία της ζωής δεν είναι παρά το φάγωμα του εαυτού της. Η ζωή συνίσταται στο φάγωμα άλλων πλασμάτων. Αυτό που κάνεις είναι να τρως κάτι που πριν ήταν μέχρι πρόσφατα ζωντανό. Η ζωή σκοτώνοντας και τρώγοντας τον εαυτό της αποβάλλει τον θάνατο και ξαναγεννιέται».[3]

 

Μέσα σε αυτό τον ανάποδο και αλληλοσπαρασσόμενο κόσμο, το ανθρωποζωικό σύμπαν της Διώνης Δημηριάδου χωρίζεται ευδιάκριτα σε ιεραρχικά στρώματα βίας και εξουσίας που επιβάλλουν τα σαρκοφάγα ζώα πάνω στα φυτοφάγα, ο άνθρωπος πάνω στα ζώα, ο άνθρωπος πάνω στον άλλον άνθρωπο και τέλος ο παντοδύναμος, κραταιός χρόνος και η αμετάκλητη φθορά πάνω σε όλες τις μορφές ζωής που υπάρχουν στον κόσμο. Έτσι η αέναη βία που ασκεί το ένα ον πάνω στο άλλο με εξέχον τον άνθρωπο, χωρίζει το αρχέτυπο και έντονα αγχώδες ποιητικό σύμπαν της συλλογής σε θηρευτές και θηράματα με την ποιήτρια ανένταχτη κάπου στη μέση.

 

Οι εμφανείς και δεσπόζουσες, επομένως, εξπρεσιονιστικές και ανθρωπολογικές καταβολές της ποίησης της Διώνης Δημητριάδου, η αεικίνητη φαντασία της και το παράλογο μαζί με τις όποιες υπερρεαλιστικές επιρροές, αλλά κυρίως τα ανοικτά τραύματα της προσωπικής, αλλά και της συλλογικής σύγχρονης ιστορίας (π.χ. Εμφύλιος, οικονομική κρίση και τρέχουσα πανδημία), αποτελούν τα επικρατέστερα κοινωνικά θέματα της συλλογής, τα οποία, βεβαίως, είναι συναρτημένα με τον ιδιαίτερο προσωπικό μύθο της συγγραφέως για την κοσμολογική λειτουργία του ποιητή και με μια αρχετυπική αίσθηση του κόσμου.

 

Στον πυρήνα, λοιπόν, αυτού του βιβλίου εδράζεται από τη μια μεριά η αντιφατική παντοδυναμία της φύσης, που παρακολουθεί, ωστόσο, τον κόσμο αμέτοχη, και από την άλλη μια επισφαλής αίσθηση της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού γενικότερα· στοιχεία που παγιδεύουν τραγικά το ποιητικό υποκείμενο και κατ’ επέκταση τον σύγχρονο άνθρωπο στην κατάσταση του ακούσιου θύματος. Και η ποιητική αυτή αντίληψη παράγει ποιητικές εικόνες, η λειτουργία των οποίων στηρίζεται εν γένει στην ανατροπή των καθιερωμένων σχέσεων, στην εξάρθρωση, με άλλα λόγια, της απατηλής εξωτερικής εικόνας και στην αποκάλυψη των γενεσιουργικών της στοιχείων μπροστά στο έκπληκτο και συνάμα τρομαγμένο βλέμμα αναγνώστη και αφηγητή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το έντονο στοιχείο της παραμυθίας, του ζωομορφισμού, της μεταμόρφωσης, του παραλόγου, της ποιητικής εκτίναξης, του πλάγιου χιούμορ, της φορτισμένης από σημάνσεις αφήγησης, του ρέοντος και ανεπιτήδευτου λόγου ακολουθούν πιστά την υφολογική τροχιά της ποιήτριας με τρόπο μυητικό, προβάλλοντας εφιαλτικά και ασθματικά τη ρευστότητα και τα ποικίλα αδιέξοδα τόσο της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, αλλά και γενικότερα του σύγχρονου κόσμου.

 

  ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

 

Σούρουπο ήταν σαν μπήκε ο Λύκος στην πόλη.

Λίγο φοβισμένος σιγοπατούσε κι όλο κοίταζε

γύρω του. Ανθρώπων καταλύματα είναι αυτά,

σκεφτόταν. Τα γκρίζα μάτια του δεν είχαν ξαναδεί

τίποτα τόσο άγριο.

Εδώ λοιπόν είναι ο τόπος

είπε σχεδόν ψιθυριστά

να μην ακούσει ούτε ο ίδιος τη φωνή του.

 

 ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΗ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΜΟΥ ΜΟΡΦΗ

 

Όσο ιχνηλατώ τα παλαιά

σβήνει η τωρινή γραφή

κι όσο αχνή προβάλλει

ίδιο σπασμένο κρύσταλλο

η αλλοτινή

τόσο με θλίβουν

τα σβησμένα μου όλα

 

Εμφύλιοι καιροί

έζωσαν τη ζωή μου

αμάχη από παντού

 

Λύκος μοναχικός κι εκείνος

τότε που

με δυο καρφιά στα πόδια

σημάδι ανελέητο

τη μοίρα κυνηγούσε

κανείς δεν του αποκρίθηκε

εκεί μπροστά του ήταν

ό,τι αληθινό μα άπιαστο

 

Τώρα Λύκος κι αυτός

ρωτά όλο ρωτά

αν κάποιος

βρήκε τον χώρο ανάμεσα

θηρίο ή θεός

κι άνθρωπος πού;

 

Ο Λύκος μου ο πιο σκληρός

το πιο μοβόρο πλάσμα

στο αίμα έπνιξε

τα προσωπεία όλα

μόνος προβάλλει πια

είμαι η μόνη λύση

λέει με σιγουριά

κι εγώ

το ξέρω

του απαντώ

 

Μαζεύω κατακόκκινα κατόπιν

μες στο αίμα

τ΄ απομεινάρια τα φορώ

διπλά και τρίδιπλα

ίχνος να μη φανεί

από το τρίχωμα

που άγριο και μαύρο

πρόσωπο νέο δείχνει

 

Μα είναι που το ποίημα

(αδύναμο πολύ)

θέλει πιο ήπιες λέξεις

 

 

[1] Michael Ferber, A dictionary of literary symbols, Cambridge University Press, New York 1999, σ. 240: «The wolf seems to be the most feared and despised mammal in literature: a good wolf is extremely rare until recent times».

 

[2] Sir James, George Frazer, O Χρυσός κλώνος. Μελέτη για τη μαγεία και τη θρησκεία, Τόμος Δ΄, Εκάτη, Αθήνα 1994,  σ. 58.

 

[3] Joseph Campbel, Η δύναμη του μύθου, Ιάμβλιχος, Αθήνα 1998, σ. 89.

 



Παναγιώτης Νικολαΐδης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου