Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο Ιστορική κωμωδία Γιάννης Παπαγιάννης εκδόσεις Διάπλαση η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.grhttps://diastixo.gr


Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο

Ιστορική κωμωδία

Γιάννης Παπαγιάννης

εκδόσεις Διάπλαση
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/11113-andras-gennithikes-me-venizelo




μια ιδιόμορφη «κωμωδία», μια «σάτιρα» προσώπων
Μαύρη κωμωδία, μυθιστόρημα αιρετικό και βλάσφημο, όπου οι μύθοι καταρρίπτονται. Όμως, σύμφωνα με τη ρήση του Διονύσιου Σολωμού, «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό» (διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο). Ένα παράδοξο εγχείρημα είναι αυτό που κάνει ο Γιάννης Παπαγιάννης στο μυθιστόρημά του. Έχει επινοήσει έναν τρόπο να «παίξει» με το είδος της μεγάλης αφήγησης αλλά ταυτόχρονα και με την Ιστορία – ίσως γι’ αυτό και ο υπότιτλος «ιστορική κωμωδία», που στο οπισθόφυλλο προσδιορίζεται με τον όρο «μαύρη κωμωδία».
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με πλασματικούς τους κεντρικούς χαρακτήρες, με αληθινά όμως τα πρόσωπα της πολιτικής (κυρίως) ελληνικής πραγματικότητας, με ανάμειξη των χαρακτήρων (αληθινών και πλασματικών) σε ενδιαφέρουσες σχέσεις και με αιρετική διάθεση προσέγγισης από την πλευρά του συγγραφέα· όλα αυτά βρίσκουν τον στόχο τους, την αναγνωστική απόλαυση. Ο Παπαγιάννης ξέρει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα και να ποιεί ήθη, δηλαδή να φτιάχνει χαρακτήρες περίοπτους και ζωντανούς· χρησιμοποιώ εδώ ορολογία του θεάτρου αλλά πιστεύω πως σε πολλά σημεία του βιβλίου νιώθεις σαν να παρακολουθείς έργο σε θεατρική σκηνή (από τα πιο θετικά στοιχεία της συγκεκριμένης γραφής). 
Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο Ιάκωβος Αθανασίου, προερχόμενος από μια ταπεινή οικογένεια των Αθηνών, γιος του Λάζου Ντογιάμα (θα αλλάξει το επώνυμο στο Ληξιαρχείο στο πιο εύηχο Αθανασίου), γεννημένος την ίδια ημέρα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, δηλαδή στις 23 Αυγούστου  του 1864. Προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του να επιτύχει το όνειρό του: να διοριστεί μηχανοδηγός στα τρένα. Όμως όλες οι απόπειρες να το πραγματοποιήσει όχι απλώς πέφτουν στο κενό, μέσα από τις διάφορες πολιτικές και εθνικές συγκυρίες, αλλά τρώει και ξύλο κάθε φορά που το όνειρό του διαλύεται. Οφείλεται αυτό άραγε στο ξύλο που έφαγε μόλις γεννήθηκε; Έφαγε της χρονιάς του το νεογέννητο από τη μαμή προκειμένου να αναπνεύσει, γιατί είχε μπλαβίσει τόσο που φαινόταν «σαν τους αράπηδες που είχαν κάψει το Μεσολόγγι, διπλά μαύροι από την αραπιά και τον καπνό». Τη ζωή αυτού του ευφάνταστου Ιάκωβου θα παρακολουθήσουμε, που θεωρεί πως θα μπορούσε και με μόνη την ημερομηνία της γέννησής του να φθάσει πολύ ψηλά – κι ας διαψεύδεται διαρκώς στις υψηλές του επιδιώξεις.
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ιστορικό, οπότε ταυτόχρονα παρακολουθούμε την αληθινή (;) ιστορία της Ελλάδας, τα πρόσωπα που κυριάρχησαν στη ζωή της και που, κάποια από αυτά, ήταν καθοριστικά για τη μοίρα της – καλή ή κακή. Το κατά πόσο είναι αληθινή η εξιστόρηση των πολιτικών γεγονότων αποτελεί όχι μόνον το πρώτο ερώτημα που θέτει ο αναγνώστης αλλά προκαλεί και μια γενικότερη ένσταση που προκύπτει κάθε φορά που ένας συγγραφέας αφήνει τη μυθοπλασία του να εισχωρήσει στα χωράφια της ιστορίας του τόπου. Ίσως δεν αρκεί η υποψία απέναντι στην επίσημη εκδοχή που διδάσκεται στα σχολεία (τρωτή αυτή η εκδοχή σε πάρα πολλά σημεία και υπεύθυνη για μια πλευρά της κακοδαιμονίας μας ως λαού)· ίσως (και επαναλαμβάνω τη λέξη ίσως σαν μια ένδειξη καλοπροαίρετης κριτικής που ουσιαστικά ανοίγει διάλογο) να απαιτείται και μια αίσθηση σεβασμού, όχι απέναντι στα πρόσωπα αλλά απέναντι στην ιστορία αυτού του τόπου που κακοπαθαίνει κάθε φορά που αμφισβητείται μια εκδοχή της (και καλώς) χωρίς όμως να ερευνάται επαρκώς μια διαφορετική όψη των πραγμάτων. Εννοώ ότι ίσως (σκόπιμα πάλι η λέξη) η μεγάλη αφήγηση να είναι μια συγγραφική φόρμα πρόσφορη για να δοθεί η άλλη οπτική (λόγω εισχώρησης της ιστορίας σε βάθος χρόνου αλλά και λόγω της ευκαιρίας που δίνεται στον συγγραφέα να φθάσει στον ψυχικό κόσμο των ηρώων του), αρκεί να πρόκειται για ένα καθαρά ιστορικό μυθιστόρημα.
Το δεύτερο ερώτημα  που προκύπτει από την ανάγνωση σχετίζεται με τον χαρακτηρισμό «κωμωδία». Προσωπικά θα προτιμούσα τη λέξη «σάτιρα», που μπορεί να γειτνιάζει με την κωμωδία, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της. Η κωμωδία (ή άλλη όψη του τραγικού, σε αντίστιξη μαζί του) αποσκοπεί να δείξει μέσα από το γέλιο την αθέατη όψη της αλήθειας, κινητοποιεί τη σκέψη του αποδέκτη, προκειμένου αυτός να βιώσει το δράμα της ζωής από την πιο κωμική (τραγική όμως ταυτόχρονα) όψη. Η σάτιρα στοχεύει στη διακωμώδηση καταστάσεων (ονομάζεται και «κωμωδία καταστάσεων»), πηγάζει από αυτές και δεν φιλοδοξεί να υπεισέλθει σε βάθος χρόνου προκειμένου να αναλύσει την εικόνα του κόσμου· αρκείται σε κομμάτια που απομονώνει. Εκφράζει περισσότερο τη διαμαρτυρία ή την αγανάκτηση απέναντι σε πρόσωπα ή καταστάσεις. Νομίζω πως αυτό κάνει εδώ ο συγγραφέας. Έτσι όπως γλαφυρούς μας δίνει τους χαρακτήρες του (αληθινούς ή πλασματικούς) νιώθεις πως σατιρίζει πότε τα πρόσωπα και πότε τις συνθήκες που τους καθορίζουν τις κινήσεις. Ως εκεί, χωρίς φυσικά αυτό να συνιστά καμία έλλειψη για ένα μυθιστόρημα που μέσα στα άλλα επιθυμεί να είναι και διανθισμένο με χιούμορ. 
Ας δούμε και την άλλη όψη της αφήγησης ή καλύτερα την ιστορία μέσα στην ιστορία του βιβλίου. Η υπόθεση μπορεί να έχει ως χρόνο της πλοκής της το διάστημα από τα μισά του 19ου αιώνα ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, ωστόσο πρόκειται μόνο για τον τρόπο που αποδίδεται η ιστορία του Ιάκωβου Αθανασίου μέσα από ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, που εφαρμόζει η δισεγγονή του μαζί με έναν φίλο της προγραμματιστή, το 2013, με σκοπό όλο αυτό το εγχείρημα να πάρει τη μορφή ταινίας. Ερωτήματα ενδιαφέροντα προκύπτουν από τον χειρισμό της πλοκής και τη μείξη των δύο αφηγήσεων. Για παράδειγμα: αλλάζει η ιστορία αναλόγως της οπτικής μας ή αλλάζουμε εμείς ως προς τον τρόπο που κοιτάζουμε τα πράγματα;  Ή, μήπως οι ήρωες μιας ιστορίας καθοδηγούν πράγματι την πλοκή και πιθανόν να την ανατρέπουν κατά το δοκούν; Και τότε, ποιος είναι ο αληθινός συγγραφέας και ποια η αληθινή ιστορία που διαβάζει ο αναγνώστης; Με βάση αυτή την ανάγνωση όμως του βιβλίου, προκύπτει και μια διαφορετική θεώρηση της αξίας του. Αποκτά άλλο περιεχόμενο η λέξη κωμωδία και φυσικά άλλη έννοια η λέξη ιστορικό, ως χαρακτηρισμοί και οι δύο για το βιβλίο.
Με βάση σε όλα τα παραπάνω, λοιπόν, το βιβλίο συνιστά μια εύστοχη διακωμώδηση του όρου μυθιστόρημα· κι αν η λέξη διακωμώδηση σοκάρει, να το πω και αλλιώς: ο Παπαγιάννης επιχειρεί μια ανατροπή των δεδομένων που κλασικά χαρακτηρίζουν το είδος αυτό της λογοτεχνικής γραφής. Η γραφή του είναι μια εκδοχή μεταμοντερνιστική (συνηγορεί γι’ αυτό όχι μόνο η μείξη των ειδών αλλά και η χρήση των παραδοσιακών στοιχείων σε μια νέα θεώρησή τους, όπως ακόμη και η άρνηση της αντικειμενικότητας ως ιδεολογικό υπόβαθρο που διαφαίνεται πίσω από τον χειρισμό της ιστορίας), και ως τέτοια ασφαλώς τη χαιρετίζουμε όσοι είμαστε ανοιχτοί στην εξέλιξη των παραδοσιακών μορφών, κυρίως όσον αφορά την πολύπαθη φόρμα της μεγάλης αφήγησης, το μυθιστόρημα. Δεν συναντάμε συχνά στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα τολμηρές μεταποιήσεις στη φόρμα, που να στέφονται μάλιστα και από επιτυχία. Κωμωδία, επομένως, ως προς τη διαφορετική αντιμετώπιση του μυθιστορήματος. Σάτιρα ως προς τον χειρισμό των ιστορικών γεγονότων και προσώπων.


Θα σύστηνα, μετά από όλα αυτά, το μυθιστόρημα του Παπαγιάννη στους αναγνώστες ανεπιφύλακτα. Όχι τόσο για το χιούμορ του, κι ας είναι το γέλιο η πρώτη εύκολη προσλαμβάνουσα που θα έχει ο αναγνώστης από τη γραφή του Παπαγιάννη. Όχι για τον χαρακτηρισμό που του δίνει, «ιστορική κωμωδία», γιατί μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά.  Εκτός αν η πραγματική του πρόθεση ήταν να χρησιμοποιήσει τον όρο όπως παρατέθηκε πιο πάνω, οπότε σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχουμε την ταύτιση της συγγραφικής άποψης με την κριτική ανάγνωση – ευχής έργο. Θα το πρότεινα  πιο πολύ για την τόλμη του να αναμετρηθεί με την παραδοσιακή φόρμα, για τη σατιρική του διάθεση, για  την απολαυστική ανάγνωση που προσφέρει. Δεν νομίζω πως αυτά είναι λίγα. Ίσα ίσα το καταξιώνουν ανάμεσα σε μια πληθώρα μυθιστορημάτων που μας κατακλύζουν, συχνά χωρίς αντικείμενο, χωρίς θεματική, χωρίς τελικά λόγο ύπαρξης. Εδώ όλα αυτά υπάρχουν.


Διώνη Δημητριάδου






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου