Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Σταρ Yukio Mishima Μετάφραση: Μαρία Αρώνη και Kyoko Shibayama Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

  Σταρ

  Yukio Mishima

Μετάφραση: Μαρία Αρώνη και  Kyoko Shibayama

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μια θέα στο «θέαμα» • Fractal


 

 

Μια θέα στο «θέαμα»

 

Η σημαία κυμάτιζε στο αεράκι, μόλις έπεφτε χαμηλά, ξαφνικά πεταγόταν πάλι ψηλά μαστιγώνοντας τον ουρανό, τιναζόταν μεταξύ φωτός και σκιάς, λες και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να λυθεί από τον ιστό της και να πετάξει μακριά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όπως την παρατηρούσα με κυρίευσε μια λύπη που κατέκλυσε όλο μου το είναι και σκέφτηκα την αυτοκτονία. Το θέμα είναι πώς να πεθάνεις. (σ. 82). 

 

Πώς γεννιέται μια σκέψη θανάτου σε ένα νεαρό άντρα, είκοσι τριών χρονών, ανερχόμενο αστέρι του κινηματογράφου, που μοιάζει να έχει όλο τον κόσμο στα πόδια του; Ο Μισίμα, στη νουβέλα του Σταρ, όχι από τα πιο διάσημα έργα του παρά την αναμφισβήτητη αξία του, μέσα σε λίγες σελίδες ξετυλίγει τον απατηλό κόσμο του θεάματος, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα μιας άλλης «απάτης», αυτής της λογοτεχνικής γραφής, με το μαγικό της ψεύδος να διεισδύει στην αναγνωστική πρόσληψη ως αληθινή πραγματικότητα.

Καθώς ο ήρωάς του, Μίζουνο Γιούτακα, αφηγείται την ιστορία του, βιώνοντας το πέρασμά του από τον «ρόλο» του στην πραγματική ζωή και πάλι πίσω, δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς για τη φύση του πραγματικού. Έτσι, πίσω από την επινοημένη μυθοπλασία, καθίσταται διακριτός ένας κόσμος με ρόλους και μάσκες, τόσο καθημερινός, τόσο συνηθισμένος, σαν όλοι να υποδυόμαστε ένα άλλο πρόσωπο, ηθελημένα ή όχι, κάτω από σκηνοθετικές οδηγίες που καθορίζουν το αποδεκτό και το «κανονικό». Σαν αρκετά χρόνια πριν (η νουβέλα του εκδόθηκε το 1961), ο Μισίμα να είδε προβαλλόμενο μπροστά του το μέλλον μιας κοινωνίας που δεν θα της ήταν αρκετή η εικόνα του θεάματος (έτσι κι αλλιώς ειλικρινής στις προθέσεις της) αλλά θα βίωνε την εικόνα σε μια οιονεί δική της πραγματικότητα. Το γεγονός πως εννέα χρόνια μετά το βιβλίο αυτό ο Μισίμα όντως αυτοκτονεί, και μάλιστα τελετουργικά και δημόσια, καθιστώντας τον ίδιο του τον θάνατο θέαμα, ίσως είναι ακραίο να θεωρηθεί μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καθώς πολλά στοιχεία της προσωπικής του ζωής συνέτειναν στο τέλος του, ωστόσο για να εστιάσουμε στην ίδια τη φύση της λογοτεχνίας, πρόκειται για την εκπλήρωση μιας πράξης που ως προϊδεασμός φαινόταν στη γραφή του, ακόμα και στην ιστορία του Σταρ που πλέκει το νήμα ανάμεσα στον κινηματογραφικό ρόλο και τη ζωή. Είναι εκπληκτική η σκηνή με τη νεαρή γυναίκα που εισβάλλει στο κινηματογραφικό πλατώ, καταργώντας την επινόηση και οδηγώντας τον ήρωα σε μια διαδοχική συνειδητοποίηση του ψεύτικου και του αληθινού.

Η έννοια του χρόνου, βασικό μοτίβο της νουβέλας του, βιώνεται από τον ήρωα διττά, σε δύο επίπεδα. Το ένα τού το προσφέρει η υποκριτική μέσω της κάμερας, εκεί που, όπως λέει:

 

Νιώθω ότι ο χρόνος κυλάει με τρόπο που μου είναι πολύ οικείος, μοιάζει με τη ροή του μη πραγματικού χρόνου όταν η κάμερα γράφει. Μόνο εκεί μπορώ ν’ αναπνέω ελεύθερα, να μιλώ για το θάνατο χωρίς φόβο, να πεθάνω χωρίς να υποφέρω. (σ. 83).

 

Ο χρόνος στο άλλο επίπεδο είναι βαρύς, ανυπόφορος, του φέρνει σκέψεις αυτοκτονίας, τον οδηγεί σε υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο σκηνοθετημένος χρόνος με τα ανάμεικτα πλάνα, καταργεί την γραμμική χρονική πορεία, προσφέρει την αιφνίδια ανατροπή, την ανάμειξη των συναισθημάτων, όσα δηλαδή απουσιάζουν από τον πραγματικό χρόνο.

 

Αν συνηθίσεις σ’ αυτόν τον τρόπο, η σταθερή ροή του πραγματικού χρόνου -που δεν γυρίζει πίσω- σου φαίνεται  αδιάφορη και ανιαρή. (σ. 60).

 


Εν προκειμένω, η φήμη, το θέμα της ιστορίας του Μισίμα, αποτέλεσε τον καμβά για να φανεί το αδιέξοδο ενός κόσμου που διατρέχει τη ζωή του μοναχικά, σε ουσιαστική αποξένωση, την ίδια στιγμή που νομίζει πως «επικοινωνεί». Η συνθήκη αυτή δεν αφορά μόνον όσους βρίσκονται μπροστά από την κάμερα, εκτεθειμένοι στο κοινό ή αυτούς που μαγεύονται από την οθόνη, αν και γνωρίζουν ότι η πραγματικότητα που βλέπουν και νιώθουν αντλεί από μια εξαπάτηση, αλλά πλέον έναν κόσμο που τον έχει καταπιεί κυριολεκτικά η εικόνα. Η επιλογή αυτή συνιστά το τέχνασμα της λογοτεχνίας να μιλάει για κάτι φανταχτερό (όπως το διακριτό μπλε του τίτλου σε μαύρο φόντο στο λιτό αλλά υπέροχο εξώφυλλο) ή ακραίο για να δείξει το καθημερινό και το σύνηθες που, ακριβώς για τα χαρακτηριστικά του αυτά, δεν γίνεται πάντοτε αμέσως αντιληπτό, παρά μόνον όταν έχει πλέον γίνει βίωμα. Κι αν τότε που γραφόταν ο Σταρ υπήρχε ίσως μόνο αμυδρά η προοπτική μιας τέτοιας εξέλιξης, τώρα αποτελεί ήδη βιωμένη πραγματικότητα.  Αλλά, αυτή είναι και η αξία της λογοτεχνίας, να διακρίνει, να «προβλέπει» ή να βλέπει καθαρότερα, ή όπως είχε δηλώσει ο Αλμπέρ Καμύ, να προσφέρει μια προνομιούχο θέα στον κόσμο, αθέατη διαφορετικά.  

 

Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου