Πολ Γουάσκ
Ναπάλμ στην καρδιά
Μετάφραση από τα καταλανικά: Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Κείμενα
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Μια φυσική, εύθραυστη τάξη
Το πρώτο αφορά τη θεματική του, μια επινόηση που αγγίζει τη δυστοπία, με το παράλογο διαρκώς να υπενθυμίζει τη δυναμική του απέναντι στη λογική, με την υποψία, ωστόσο, πως μιλάει για μια πραγματικότητα όχι μόνο κοντινή στο μέλλον αλλά, παραδόξως, ήδη βιωμένη, ενδεχομένως με άλλη μορφή. Η απώλεια των λέξεων, η δυσκολία της έκφρασης, το δέντρο που δεν έχει πια τη λέξη «δέντρο», κι όμως κάποιες έννοιες, αγάπη, φιλία, ελευθερία, ίσως δεν χρειάζονται λέξεις για να τις νιώσουν οι δύο ήρωες, ο Μπόρις και ο σύντροφός του. Ο χώρος ερημωμένος, με μια στρατιωτική ζώνη να τον περικλείει, χωρίς εμφανείς τρόπους διαφυγής. Με έναν υπόγειο κρυφό κόσμο όπου η εκμετάλλευση και η διαφθορά κυριαρχούν. Η ερωτική σχέση των δύο ηρώων ίσως να καταστήσει δυνατή μια χαραμάδα από όπου ο ήλιος εισχωρεί και αυτοί δραπετεύουν. Είναι, όμως, αυτή η λύση που αναζητούν, μέσα σε έναν κόσμο που τους στοχοποιεί, ακριβώς γι’ αυτό που είναι; Δεν είναι αυτοί οι διαφορετικοί, και άρα αποδιοπομπαίοι και αποσυνάγωγοι. Είναι οι άλλοι που τους επιβάλλουν τη σιωπή, την ετερότητα ως απειλή. Οι μέρες της απελπισίας που περνούν, καταγράφονται με έναν απλό τρόπο μέτρησης, με εννέα κατακόρυφες γραμμές που σβήνονται από μία οριζόντια. Αλλά και με τη γραφή, με μορφή επιστολών. Παρηγορητική η επικοινωνία, όσο αδιέξοδη κι αν καταλήγει, όταν, όπως θα πει ο ήρωας, το κακό είχε ήδη συμβεί στον κόσμο. Μια κατάσταση χωρίς ελπίδα επιστροφής σε μια κανονικότητα· μα, αλήθεια, σ’ αυτόν τον κόσμο τι θα μπορούσε να νοηθεί ως κανονικό; Ποιος το ορίζει; Ο Γουάσκ θέτει εδώ ένα μείζον ερώτημα, από αυτά που δεν έχουν απάντηση. Διατυπώνονται για να διατηρούν την αμφιβολία ζωντανή, μήπως κάποτε μεταποιηθεί σε αμφισβήτηση, σε αντίθεση, σε άρνηση, σε αναίρεση της μορφής του κόσμου, όπως επιβάλλεται, είτε με τη βία είτε με την ενσωμάτωση όποιας αντίδρασης, όποιας διαφορετικότητας. Η επανάσταση για τον ήρωα του Γουάσκ δεν ξεκινά στο σπίτι, αρχίζει στο σώμα. Ίσως και μόνο αυτή η αλήθεια να ήταν αρκετή για να στηθεί όλο το μυθιστόρημα, με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να πλέκονται γύρω της. Ένα σώμα που το έμαθαν να συρρικνώνεται, να βυθίζεται σε έναν κόσμο για τον οποίο δεν είχε δημιουργηθεί, ένα σώμα που νιώθει, όμως, να ξυπνάει και βρίσκει το πραγματικό του πρόσωπο.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό, και το πιο ενδιαφέρον, αφορά τη μορφή. Είναι η μορφή που προσδίδει σημασία ιδιαίτερη στο περιεχόμενο, που το καθοδηγεί ώς το απώτατο άκρο της συγγραφικής έμπνευσης, που ενσαρκώνει την αρχική ιδέα και την επεκτείνει. Λόγος που μοιάζει ασυνεχής, χωρίς να είναι, καθώς οι ποικίλες διακλαδώσεις της σκέψης το συνέχουν. Τολμηρές επιλογές διεισδύουν ανάμεσα στα κεφάλαια, φωτογραφίες, όχι με τον τρόπο του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ αλλά με μια δική τους «λογική». Εδώ το ταξίδι είναι απολύτως εσωτερικό, εμπεριέχει τις εικόνες. Δεν τις χρησιμοποιεί ως συνακόλουθες του κειμένου. Μικρά κεφάλαια που καθοδηγούν την πλοκή με τους τίτλους τους, με αποκορύφωμα τα πέντε τελευταία κεφάλαια/εικόνες, με το κύμα να σαρώνει αργά και απειλητικά, να αφανίζει τα βράχια της ακτής. Η σταδιακή Κατανόηση. Όπως σταδιακά κατανοείς ως αναγνώστης το μέγεθος αυτής της γραφής, που αρχικά σε ξαφνιάζει, μετά σε προκαλεί, κατόπιν σου προσφέρεται ξεκάθαρη στη θεματική της μέσω της μορφής.
Ο Γουάσκ έχει αποτυπώσει το χάος, του έδωσε σχήμα, το έβαλε σε λέξεις. Νιώθεις πίσω από τα γεγονότα της ιστορίας να παρατηρεί κάποια αόρατη δύναμη, να καθορίζει τη διάταξη των διαφορετικών στοιχείων, έτσι που να παραμένουν ασύμβατα με τον χώρο τους, να υπερίπτανται, να νομίζουν πως σχεδιάζουν την ώρα που σχεδιάζονται. Το μόνο ορατό στοιχείο παραμένει η αγάπη, μέσα στην περιδινούμενη εικόνα, ακόμα κι αν, ως απόλυτη έννοια, κατευθύνεται ολόισια στην καταστροφή. Τι ακριβώς, λοιπόν, εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη επιβίωση; Όταν ο ήρωας συνειδητοποιεί πως έχει πλέον αφήσει πίσω του τον παλιό κόσμο, έχει να απαντήσει στο ερώτημα: τι απέμενε ακόμα; εγώ; Αν επρόκειτο για ποίηση, θα υπήρχε απάντηση; Μα, κι εδώ σε μια γραφή που χρησιμοποιεί την τέχνη με διάφορες μορφές της, θα αποκλείαμε την ποιητική της εκδοχή; Ο Γουάσκ ίσως είχε στον νου του ένα μακροσκελές ποίημα, όταν του έδινε αυτή την πολυμορφία, όταν ο ίδιος γράφοντας το ερμήνευε πότε με τον ποιητικό του ρυθμό, πότε με μια ρεαλιστική πεζότητα. Η γραφή, έτσι κι αλλιώς, μία είναι.
Η αξία μιας μετάφρασης είναι, διαβάζοντας το βιβλίο, να μη νιώθεις πως άλλη ήταν η αρχική του γλώσσα. Ο Ευρυβιάδης Σοφός αναμετρήθηκε με ένα απαιτητικό κείμενο με άριστο αποτέλεσμα. Άψογη και η έκδοση, με τη ευφάνταστη ανατροπή, το έργο του Daniel Egnéus να αγκαλιάζει έγχρωμο το οπισθόφυλλο και το δεξί «αυτί», ενώ σε ασπρόμαυρη λεπτομέρεια να βρίσκεται στο εξώφυλλο.
Διώνη Δημητριάδου
Απόσπασμα
Έτσι φαντάζομαι την κόλαση. Όχι καυτή ούτε κόκκινη ούτε γεμάτη φλόγες. Τη ζωγραφίζω μυτερή και κακοσχηματισμένη, γεμάτη χώμα, σκουλήκια και μικροσκοπικές τρύπες στους τοίχους, απ’ όπου περνάει αέρας, ούτε ζεστός ούτε κρύος, μα βαρύς και πυκνός, σαν σύννεφο που δεν είναι ούτε άσπρο ούτε αφράτο. Σπηλιές με ρίζες για δοκάρια, παλιά θεμέλια για κολόνες και λάκκους με πετρέλαιο που γίνονται θάλασσες δίχως ψάρια. Έτσι φαντάζομαι την κόλαση, γεμάτη χώματα, λάσπη και βρομόνερα και με αυτά τα δέντρα. Κοίταξα τον Μπόρις. Μας φαντάστηκα εκεί εγκλωβισμένους, μέσα μια ιδέα που δεν είχαμε προβλέψει. Σκέφτηκα ότι, με κάποιον τρόπο, ο καθένας μας βοηθά τον άλλο να ζήσει και ότι, κάποια στιγμή, ο καθένας μας θα χρειαστεί να βοηθήσει τον άλλο να πεθάνει. (σ. 172).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου