Ελένη
Γκίκα
Sans voir
Εκδόσεις
Αρμός
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
«Κι
είναι τρελό εσύ που ήσουν όλη η ζωή μου, να πρέπει επειγόντως να χωρέσεις σε
ένα βιβλίο για να μπορέσεις τελικά και να διασωθείς». (σ. 85).
Πολλές
φορές διαβάζοντας τη γραφή της Ελένης Γκίκα, ένιωθα μια φωνή που έμοιαζε να
βγαίνει από την άβυσσο, χωρίς ίσως να μπορώ να προσδιορίσω, από όσα αποκάλυπτε,
αν αυτή η καταβύθιση ήταν η αρχή, η αφορμή, ή το τέλος, η φυσική απόληξη. Πίστευα
πως θα ερχόταν η ώρα που θα έβρισκε το κουράγιο να καταγράψει με χρώμα, με
άκουσμα, με την αφή, με τις αισθήσεις της όλες, αυτή την άβυσσο. Το Sans voir, χαρακτηρίζεται στην έκδοση
μυθιστόρημα. Μα, κι αν ακόμη το δεχθούμε ως συγγραφική ή ως εκδοτική επιλογή,
μιλάει τόσο ευθύβολα, με τόσο κόκκινη, του αίματος, ειλικρίνεια, που αναιρεί
την καταχώρισή του στη μυθοπλασία. Άλλωστε, και η πιο περίτεχνη επινόηση στη
λογοτεχνική γραφή εμπεριέχει το προσωπικό βίωμα, εμφανώς ή όχι. Θα μπορούσα να
το ονομάσω μια θέα στην προσωπική
άβυσσο, γιατί ακόμη και ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας αναιρείται από τη στιγμή
που όσα έζησες και σε καθόρισαν, τώρα πρέπει να μπουν σε λέξεις. Πάντοτε θα
είναι αλλιώς, πάντοτε θα είσαι μέσα και ταυτόχρονα έξω της γραφής, πότε ως
αφηγηματικό υποκείμενο και πότε ως συγγραφέας-παρατηρητής της ίδιας σου της
ζωής. Και μάλιστα υπό την πίεση του χρόνου, που αυτός προσδιορίζει το πότε
ακριβώς το βίωμα θα γραφεί· αν η μνήμη είναι μια πολύ σχετική έννοια, που ποτέ
δεν ξέρεις πότε θα σε εγκαταλείψει ή πότε θα αλλοιώσει τα αποθηκευμένα της,
τότε η γραφή καθίσταται επιτακτική προτεραιότητα, απέναντι σε μια επαπειλούμενη
λήθη.
Η Γκίκα, καταργώντας τη γραμμική χρονική πορεία, που θα καθόριζε μια γραφή βασισμένη στην πλοκή όπως αυτή θα εξελισσόταν, επιλέγει τον πιο αυθεντικό δρόμο της μνήμης, όπως τα γεγονότα έχουν βρει τη θέση τους με κριτήριο την ένταση του αισθήματος, τις σημαντικές στιγμές που διαρρηγνύοντας τη συνέχεια του καθημερινού και συνήθους, αποκάλυψαν αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί «θαύμα». Όχι με την κοινότοπη θρησκευτική σημασία του –αυτή ανήκει σε μια άλλη σφαίρα του μη αισθητού– αλλά με αυτή του θαύματος που έχουμε μέσα μας, αυτού που έχει τη δυναμική να ανοίξει μια ρωγμή σε ό,τι θεωρείται ζωή υπό έλεγχο. Η ερωτική σχέση που αποτελεί τη θεματική του βιβλίου της Γκίκα σ’ αυτό το σημείο εστιάζει, στο ξάφνιασμα μιας παρουσίας που από πάντα ήξερε ότι θα εμφανιστεί σε χώρο και σε χρόνο, θα αποκτήσει σάρκα και οστά ως κάτι γνώριμο (αν και άγνωστο), ως κάτι οικείο (μια ταύτιση των δύο σε ένα), εν τέλει ως κάτι που «προοριζόταν» να βιωθεί· εν γνώσει της ή όχι, η Γκίκα εδώ προσέγγισε ως βίωμα και όχι ως θεωρητική αποδοχή, τον αριστοτελικό σκοπό, το «τέλος», ως έννοια προ-υπάρχουσα σε όσα έπονται σε ευθεία χρονική ακολουθία. Η έννοια του τέλους δεν καταλήγει, προϋπάρχει ως αρχική «προαίρεσις», ως αρχική επιλογή, είτε γίνεται αισθητή είτε όχι. Η αρχή εμπεριέχει το τέλος.
Θεωρώντας το παραπάνω κομβική
διαπίστωση, εκτιμώ τα υπόλοιπα της ιστορίας. Τον έρωτα ως παρουσία και ως
φαντασίωση –ποιος θα μπορούσε, αλήθεια, να διακρίνει τα όρια ανάμεσά τους–, τα
χρονικά πλαίσια μιας σχέσης, όταν υπάρχει η αίσθηση μιας αλλεπάλληλης αρχής και
τέλους, μιας διαρκούς εναλλαγής απογείωσης και καταβύθισης, γιατί έτσι βιώνεται
ο έρωτας, ολόκληρος, πολύμορφος, μαζί ζωή και θάνατος. Κι όταν έρχεται το τέλος
ως φυσική συνέπεια, τι απομένει, αν όχι η βεβαιότητα της ύπαρξης μιας συνέχειας
που παλινδρομεί από τον ρεαλισμό στη φαντασίωση; Ένας κύκλος όλα τα ανθρώπινα.
«[…] είκοσι χρόνια νεκρός ναι πια
τολμώ να το πω, κι ακόμα γράφω το βιβλίο μας, σαράντα χρόνια το βιβλίο μας
γράφω ακόμα και τότε που δεν είχαμε ακόμα συναντηθεί και ναι δεν έχει περάσει ούτε
μια μέρα πριν και μετά που να μην έχουμε εμείς κοινή ζωή, “sans voir”, επειδή “Οι εραστές δεν
συναντώνται, υπάρχουν ο ένας μέσα στον άλλον εξαρχής” κι αυτό είναι κάτι που
καλά το γνωρίζουν οι πολύ τυχεροί. Έτσι έλεγα προσπαθώντας να αισθανθώ τυχερή».
(σ. 217).
Η Γκίκα, γράφοντας μια δική της
ιστορία, κατάφερε να ανοίξει τον ορίζοντα του προσωπικού βιώματος για να
μιλήσει για τον άνθρωπο, τη μοναξιά του, ίσως και τη μοναχικότητά του, την
τέχνη που έρχεται ως αρωγός στη θλίψη, δίνοντας σχήμα στη σκέψη και το συναίσθημα,
αγγίζοντας με την αισθητική το ανθρώπινο ήθος, λειαίνοντας τις κοφτερές γωνίες.
Ταυτόχρονα, όμως, ακριβώς επειδή πλέον ορατό, περίοπτο, αυτό που νιώθεις, σε
απελπίζει φανερώνοντας το τραύμα που είναι διαρκώς παρόν, όσο κι αν για λίγο,
κατά το καβαφικό, έκαμε να μη νιώθεται η πληγή.
Η γραφή αυτή, εξομολογητική προς
εαυτόν, ένα ανελέητο κοίταγμα στον καθρέφτη, μια θέα στην άβυσσο, δεν επιζητά
μια συνηθισμένη κριτική θεώρηση, παρά μόνον από τη μια τον σεβασμό στην τόλμη
της, και από την άλλη τη νοητή συμπόρευση κοινών βιωμάτων. Όχι γιατί συμπίπτουν
ποτέ οι εμπειρίες ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι γιατί κοινός τόπος η
συσσωρευμένη πείρα ζωής, αλλά μόνο γιατί η λογοτεχνία, επινοημένη ή όχι, μπορεί
να φτιάχνει τον δικό της «χώρο» για να εισχωρήσουν μακάρι περισσότεροι. Ας
πούμε πως είναι υπόθεση αντοχής. Όπως γράφει, τελειώνοντας την ιστορία της η
Ελένη Γκίκα: «Ο καθένας, σκέφτεται, αντιλαμβάνεται ό,τι είναι διατεθειμένος για
να ζει και ν’ αντέξει αυτή τη ζωή». (σ. 239).
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου