Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Διώνη Δημητριάδου – Συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ Πρώτη δημοσίευση στο Diastixo.gr (9-3-2021)

 

Διώνη Δημητριάδου – Συνέντευξη 

στον Γρηγόρη Δανιήλ

Πρώτη δημοσίευση στο Diastixo.gr (9-3-2021)

Διώνη Δημητριάδου: συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ (diastixo.gr)





Αυτό που μας παρακινεί να υπερβούμε τα στενά μας όρια, να δημιουργήσουμε ενδεχομένως, είναι ο προσωπικός μας δαίμονας· ας συμφιλιωθούμε μαζί του.

 

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Με σπουδές Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και έχοντας διατρέξει μια μακρά πορεία ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πριν από λίγες μέρες παρουσίασε το δέκατο βιβλίο της, την ποιητική σύνθεση Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, από τις Εκδόσεις ΑΩ, που έδωσε και την αφορμή για την παρακάτω συνέντευξη. Η ενασχόλησή της με τα γραπτά των άλλων μέσα από επιμέλειες εκδόσεων, επιμέλειες στηλών σε λογοτεχνικά περιοδικά, άρθρα κριτικής λογοτεχνίας, οι πολλές συμμετοχές της, ακόμη, σε συλλογικές εκδόσεις και ο συντονισμός της Λέσχης Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής φανερώνουν σίγουρα μια πολύπλευρη προσωπικότητα λογοτεχνικής ουσίας.


Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, η νέα σας ποιητική σύνθεση που μόλις κυκλοφόρησε. Θα ’θελα να μοιραστείτε μαζί μας τα πρώτα συναισθήματα γι’ αυτή τη νέα κυκλοφορία.


Όπως είναι φυσικό, η κυκλοφορία (άρα κοινοποίηση στους άλλους) ενός νέου βιβλίου ενέχει μια δόση ικανοποίησης, πιθανόν και ανακούφισης, αν νοηθεί ως το τέλος μιας μακράς πορείας. Πιστεύω, ωστόσο, ότι η γραφή δεν έχει τέλος, παρά μόνο κάποιες στάσεις αναμονής. Έτσι, λέω ότι και αυτό το νέο μου βιβλίο αποτελεί μια εκδοχή όσων είχα κατά νου όταν το έγραφα, ένα ψήγμα μόνο από την αφορμή του, παρότι εμπεριέχει περισσότερο από οτιδήποτε προγενέστερο τον εαυτό μου, τη σκέψη μου.


Σε αυτό το ποιητικό βιβλίο η μορφή του Λύκου έρχεται από τα σκοτάδια στο φως. Ποιο ήταν το ερέθισμα ώστε να επικεντρωθείτε σε αυτή τη μορφή, που καθ’ όλο το πέρασμα των αιώνων στοιχειώνει τις παιδικές καρδιές, ενώ αντίθετα βρίσκει εξιλέωση στις σελίδες της λογοτεχνίας μας;


Δεν ξέρω αν, μιλώντας γενικότερα, από τα σκοτάδια έρχεται η μορφή του λύκου. Οι άνθρωποι της πόλης, όπως εγώ, μάθαμε τους λύκους από τη λογοτεχνία, στην οποία σωστά επισημαίνετε ότι εξιλεώνονται για την όποια κακή συμπεριφορά. Ο Λύκος ο δικός μου, προσωπικός απολύτως, αρέσκεται από τη φύση του να κυκλοφορεί ομοίως και στα ζοφερά και στα φωτεινά τοπία. Το ότι στην ποιητική εδώ εκδοχή έρχεται στο φως μια διαφορετική φύση του με ικανοποιεί, μια που θέλησα να τον δω ταυτόχρονα ως λύκο και δαίμονα μαζί. Όλοι έχουμε έναν δαίμονα μέσα μας, πέρα από τη θρησκευτική εκδοχή που τον ενοχοποιεί για ό,τι κακό συμβαίνει. Αυτό που μας παρακινεί να υπερβούμε τα στενά μας όρια, να δημιουργήσουμε ενδεχομένως, είναι ο προσωπικός μας δαίμονας· ας συμφιλιωθούμε μαζί του. Ας τον ονομάσουμε με το κεφαλαίο γράμμα, όπως εδώ ο λύκος έγινε Λύκος.


«Κάτι θέλησε να πει μα στάθηκαν οι λέξεις του ακίνητες κι αδύναμες να ηχήσουν». Μέσα σε μια εποχή που λέξεις παράτονες, επί το πλείστον, εξουδετερώνουν την αξία της σιωπής, ποια είναι τα όπλα σας;


Η σιωπή αποτελεί επιλογή και απαιτεί άσκηση· δεν είναι εύκολη υπόθεση. Φυσικά, σε μια εποχή ανούσιας φλυαρίας, όταν η κενή νοήματος κραυγή καλύπτει τα πάντα με την παντοδυναμία των μαζικών μέσων αναπαραγωγής, η σιωπή ρισκάρει να μείνει εντελώς αφανής με απενεργοποιημένη τη δύναμή της. Αν πιστέψουμε, όμως, στην παραπλανητική αξία όσων ηχηρά μας κατακλύζουν, είμαστε χαμένοι. Ας μη συντασσόμαστε, λοιπόν, στη λογική που μας θέλει να συνδιαλεγόμαστε με ό,τι φωνασκεί γύρω μας, γιατί δεν θα πείσουμε αντιπαραθέτοντας μια ακόμη κραυγή. Πιο ηχηρή σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η σιωπή. Κάποιοι, λίγοι έστω, θα την προσέξουν και θα διαφοροποιηθούν από τον συρφετό. Η γραφή έχει τη δική της φωνή για όποιον θέλει να ακούσει.


«Ίδια η σκοτεινιά παντού κι ακόμα πιο πολύ μέσα στους δρόμους στις πόλεις των ανθρώπων». Τι εχέγγυα επιζητά το φως για να επισκεφτεί την πόλη, να διατρέξει τους δρόμους της;


Το φως, όπως κι αν το εννοήσουμε, υπάρχει ή απουσιάζει αναλόγως της δικής μας οπτικής. Μέσα στα πιο σκοτεινά τοπία των πόλεων μπορεί να βρεθεί: σε μια μουσική που ακούγεται από ένα υπόγειο, σε ένα ποίημα που γράφεται χωρίς ελπίδα να το δει κανείς, σε μια φωνή διαμαρτυρίας διωκόμενη από τις Αρχές, σε κάθε τι αιρετικό και μοναχικό. Όσο τέτοια σημάδια δεν γίνονται ορατά, τόσο θα καταβυθιζόμαστε σε μια σκοτεινιά που δεν αλλάζει, παρά μόνο για να γίνει ακόμη πιο αδιέξοδη. Οι πόλεις μας μπορούν να είναι και όμορφες.


«Πάνω που καταφέρνω κάπως να συμφιλιωθώ/ μ’ αυτή την άλλη/ διάταξη των πραγμάτων/ ξημερώνει». Πώς αίρεται αυτή η συμφιλίωση; Ποια τα αποτελέσματα αυτής της άρσης;


Η άλλη διάταξη των πραγμάτων είναι η άλλη θέαση μιας πραγματικότητας που δεν στηρίζεται μόνο στο λογικό εποικοδόμημα, αλλά υποψιάζεται στη βάση του τη δύναμη του υποσυνειδήτου. Στα όνειρα γιατί να μην είμαστε αληθινοί, σαν μια άλλη εκδοχή του εαυτού μας που αδιαφορεί για τον ορθολογισμό ως μοναδικό τρόπο θέασης του κόσμου; Συχνά η επαναφορά στη συμβατική δόμηση της ζωής μας (άφευκτη κοινωνική αναγκαιότητα) συνιστά μια ανώμαλη προσγείωση, την οποία ακολουθούμε προκειμένου να συμβιώσουμε ομαλά με τους άλλους. Τι απομένει; Μα, φυσικά η Τέχνη, στην οποία μπορούμε να είμαστε αποδεσμευμένοι από συμβατικότητες.


Ο Γιώργος, ένας επιτελικός, ας μου επιτραπεί ο όρος, ήρωας στο διήγημά σας «Άηχος τόπος» της συλλογής σας Βιωμένος χρόνος (Εκδόσεις ΑΩ) αναλαμβάνει να μυήσει την κεντρική ηρωίδα σας στα μυστήρια του τόπου. Γυρνώντας πίσω στο χρόνο, πώς ξεκίνησε η μύηση στον μυστηριώδη κόσμο της λογοτεχνίας;


Πάντα είναι ενδιαφέρουσα όσο και μοναδική η πορεία μύησης. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον όπου τα βιβλία ήταν περίπου ισότιμα μέλη της οικογένειας, ήμουν πάντα δεμένη μαζί τους σε σχέση εξάρτησης, αν αυτό συνιστά μια μύηση ή αυτομύηση ενδεχομένως. Κάτι που με ακολουθεί ως τώρα. Δεν αποχωρίζομαι ποτέ τα βιβλία μου, λυπάμαι όταν χάνω κάποιο, ανατρέχω συχνά στις σελίδες των παλαιότερων, συνομιλώ μαζί τους. Αυτά ως αναγνώστρια. Άργησα να δω τη λογοτεχνία από την πλευρά της γραφής, πιθανόν γιατί απαιτεί μια ωριμότητα που έρχεται με τον χρόνο.


«Των άλλων τα γραφτά/ πάντα εκεί» λέτε στον Ευτυχισμένο Σίσυφο. Αλήθεια, η ενασχόληση με τα γραπτά των άλλων τι χαρίζει στη Διώνη;


Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την επιρροή των άλλων στα γραφτά μας. Άλλοτε είναι συγκεκριμένες επιδράσεις που οδηγούν σε ενδιαφέρουσες «συνομιλίες» (είτε ως συμπλήρωμα των δικών μας είτε ως μείωση της οίησης που συχνά συνοδεύει τη δημιουργία), άλλοτε είναι αδιόρατες, κάτι σαν μνήμες που δεν ξέρεις ακριβώς την προέλευσή τους, αλλά βρίσκονται αναπάντεχα μέσα σε κάτι που εσύ σκέφτηκες και έγραψες. Τίποτα στην ουσία δεν είναι αποκλειστικά δικό μας. Οι λέξεις, όπως και οι μουσικές, είναι διάχυτες παντού και μας προσκαλούν.


Η επιμέλεια ενός κειμένου, είτε αφορά μια κριτική είτε ένα βιβλίο άλλου συγγραφέα, ποια στάδια διατρέχει; Στο εργαστήρι της φροντίδας ενός κειμένου, τι δεν έχει θέση;


Πρόκειται για δύο διαφορετικές μορφές ενασχόλησης με τα γραφτά των άλλων. Στην επιμέλεια έχεις την ευθύνη να δεις, να προβλέψεις, να διορθώσεις, να επινοήσεις καμιά φορά· συνεργάζεσαι με τον συγγραφέα, προσφέρεις αλλά και κερδίζεις. Η κριτική απαιτεί άλλου είδους συμπόρευση (γιατί στην ουσία αυτό είναι), να ανοίξεις ένα ρήγμα στον δικό σου κόσμο προκειμένου να εισχωρήσει η άλλη θέαση του υπαρκτού, αυτή του συγγραφέα. Και στις δύο περιπτώσεις, στην επιμέλεια και στην κριτική, δεν αρκεί η επιστημονική σκευή περί τη Θεωρία της Λογοτεχνίας –αυτή είναι αναγκαία αλλά όχι και επαρκής συνθήκη–, χρειάζεται και η συνειδητοποίηση πως η γραφή έχει τόσες μορφές όσες και οι υπηρετούντες αυτή με συνέπεια και υπευθυνότητα. Απομάκρυνση, επομένως, από την οίηση της απόλυτης ορθότητας, την εμμονική προσήλωση σε στερεοτυπικές κατευθύνσεις/οδηγίες.


Έπειτα από 10 βιβλία προσωπικής εργογραφίας και πάμπολλες συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις, ποιες οι μνήμες που σας συντροφεύουν σε αυτή τη συγγραφική διαδρομή;


Η αίσθηση πως βγάζω από το συρτάρι μου κάτι που θέλω να το μοιραστώ, αυτό ισχύει για όλα – η γραφή είναι μοίρασμα, δεν είναι ιδιωτική υπόθεση από τη στιγμή που θα φύγει από σένα. Αν, μάλιστα, πρόκειται για συλλογικό έργο, τότε η συνδημιουργία είναι πολύτιμη εμπειρία, καταργώντας εντελώς την οίηση που έλεγα παραπάνω. Με κάθε προσωπικό έργο, φυσικά, δένουν ιδιαίτερες μνήμες που το καθιστούν ιδιαίτερο: η αγωνία αν θα εκδοθεί, η αποδοχή από τους αναγνώστες, οι κριτικές που έλαβε, καθώς και η αίσθηση πως κάτι ακόμη έπρεπε να έχω γράψει αλλά τότε δεν το σκέφτηκα.


«Υπήρχε μια εποχή που νόμιζα πως κάποια πράγματα θα κρατούν για πάντα», λέτε κάπου. Ποιες θύμησες κατακλύζουν ακόμη το σήμερα από εκείνη την εποχή που, ίσως άδοξα, κάποια πράγματα έχασαν το ένδυμα του παντοτινού;


Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, απλώς έχουμε την επιθυμία της διάρκειας ή την ψευδαίσθηση ότι η επιθυμία μας αυτή είναι αρκετή. Στη λογοτεχνία το παραδεχόμαστε αυτό, γι’ αυτό και συχνά η μνήμη καθοδηγεί τη γραφή μας. Πρόσωπα και καταστάσεις επανέρχονται με μικρή, ωστόσο, δόση νοσταλγίας, γιατί επιμένω να αγαπώ το τώρα, με όσα βάρη κι αν έχει πάνω του. Επιθυμώ τη συμφιλίωση με τον χρόνο και τις αλλαγές που φέρνει αναπόφευκτα· άλλωστε θεωρώ προκλητική την ανάγκη προσαρμογής σε νέες συνθήκες, διατηρώντας βέβαια τα όρια ανοχής ζωντανά.


Πώς ξεκίνησε η όμορφη περιπέτεια της Λέσχης Ανάγνωσης στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής;


Είναι και αυτή μια συνεργατική διαδικασία. Ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια από κοινού με τη Δήμητρα Καραχάλιου, στη φιλόξενη στέγη της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής, στο οίκημα που παραχώρησε ο σπουδαίος ζωγράφος Αλέκος Κοντόπουλος, όπου λειτουργεί και το σχετικό Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου. Θέλαμε μια επαφή με το φιλαναγνωστικό κοινό της πόλης μας, με ενδιαφέροντα βιβλία και πάντοτε με την παρουσία των συγγραφέων στις συναντήσεις μας ή των μεταφραστών, αν πρόκειται για ξένη λογοτεχνία. Έγιναν περίπου τριάντα τέτοιες συναντήσεις με συμμετοχή μελών αλλά και φίλων (είμαστε ανοιχτή λέσχη στο κοινό), ως τη στιγμή που η καραντίνα σταμάτησε τη λειτουργία της Λέσχης μας. Είμαστε σε αναμονή της συνέχειας.


«Καθένας και μια θάλασσα προσωπικός πνιγμός». Ζώντας σε χρόνια συλλογικότητας, τι σκέψεις κάνετε για την από δω και στο εξής πορεία μας παρατηρώντας την ατομικότητα που έχει επιβληθεί στον 21ο αιώνα, που την επιτείνει και το ξέσπασμα της πανδημίας;


Η συλλογικότητα πάντα θα υπάρχει ως αναγκαιότητα· τίποτα δεν ολοκληρώνεται μέσα από την απομονωμένη δράση. Ο «προσωπικός πνιγμός» παραμένει η ιδιωτική κατάσταση βίωσης των πραγμάτων και της θέσης μας σε αυτά, και αποδίδεται λογοτεχνικά/ποιητικά με αυτά τα λόγια. Πιστεύω πως ο προσωπικός πνιγμός είναι η απαραίτητη συνθήκη για να λειτουργήσει η συλλογικότητα. Ο καθένας συμμετέχει σε μια κοινή πορεία με τους άλλους φέροντας μέσα του τις προσωπικές του απώλειες, μνήμες, αποτυχίες, κατακρημνίσεις. Διαφορετικά, δεν μπορεί να προσφέρει στην κοινή υπόθεση. Η ατομικότητα, που χαρακτηρίζει την εποχή μας ίσως περισσότερο από παλιά, δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται σκληρά στις τωρινές συνθήκες καραντίνας και εγκλωβισμού. Όμως ένα ισχυρό σοκ καμιά φορά οδηγεί σε αφύπνιση.

 


Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή

Διώνη Δημητριάδου
ΑΩ Εκδόσεις

 

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Για το αφήγημα του Θωμά Κοροβίνη "Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!" Γράφει ο Σιμος Ανδρονίδης

 Για το αφήγημα του Θωμά Κοροβίνη

"Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!"

Γράφει ο Σιμος Ανδρονίδης

 

 


Θωμάς Κοροβίνης-Οδυσσέας Ανδρούτσος

 

 «Ολομόναχος αδικαίωτος κι ανυπεράσπιστος ελεεινός από βίαιο ύψος που πάει στράφι» (Νίκος Καρούζος, ‘Να γύριζα στο τίποτα’).

Το σύντομο διήγημα του συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη  φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «’Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!», και έχει  ως επεξεγηματικό υπότιτλο το ‘Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου.’[1]

Η ανάγνωση του συγκεκριμένου διηγήματος αποκτά μία ιδιαίτερη επικαιρική αξία, δεδομένου ό,τι φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από την εκδήλωση της ελληνικής επανάσταση του 1821, η οποία και αποτέλεσε ένα πολύπτυχο εντός της οποίας συνυπήρχαν διάφορες αιτίες και πολλά πρόσωπα, εντάσεις και αντιφάσεις που συνέκλιναν και προς το διακύβευμα της συγκρότησης εθνικού κράτους σε μία γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εν μείνουμε λίγο σε αυτό, θα πούμε πως οι εκδηλώσεις, σε διάφορα επίπεδα, για τον εορτασμό της επετείου της συμπλήρωσης διακοσίων ετών, έχουν ήδη ξεκινήσει.

Τώρα, όσον αφορά το λογοτεχνικό έργο του «’Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!», μπορούμε να αναφέρουμε πως ο συγγραφέας του πρωτοτυπεί ως προς την επιλογή αφηγηματικής μεθόδου, στο βαθμό που ναι μεν ο δικός του Οδυσσέας Ανδρούτσος που είναι προφυλακισμένος, δεν πλάθεται εκ του μηδενός (‘ex nihilo’), διότι ο Κοροβίνης για να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα του έργου του και τον λόγο που αυτός εκφέρει, έχει μελετήσει την βιβλιογραφική παραγωγή που είναι σχετική με την ζωή και την δράση στην  επανάσταση[2] του Επτανήσιου πολεμιστή.

 Από την άλλη όμως, δίδει τέτοια ‘ελευθερία κινήσεων’ στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ώστε ο τελευταίος, την πλέον κρίσιμη στιγμή, την ‘τελευταία ώρα’ της ζωής του, να προβεί σε μία ουσιώδη επισκόπηση της ζωής και των επιλογών του. Τις οποίες και προσπαθεί να εξηγήσει. Παράλληλα, αυτή η επισκόπηση διανθίζεται με εξομολογητικά στοιχεία, συνδυάζει, εμπρόθετα θα λέγαμε, το ειδικό με το γενικό, την πολιτική με την στρατιωτική δράση, νοηματοδοτώντας την αίσθηση της ‘αδικίας.’

Και η ‘αδικία’ εδώ, εντός αφήγησης, δεν κατατίθεται ή αλλιώς, δεν σημαίνεται αόριστα, παρά συγκεκριμενοποιείται ώστε να ανασύρει στην επιφάνεια, ενώπιον του αναγνώστη, αφενός μεν το υπόστρωμα της δικής του δίωξης και με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκης του, και, αφετέρου δε, λειτουργεί ως έναυσμα για να αναδειχθούν εκείνα τα στοιχεία που ‘απειλούν’ την επανάσταση, την συνέχεια και την επιτυχία της.

Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, δια χειρός Κοροβίνη, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος απευθύνει το δικό του ‘κατηγορώ’ (ας θυμηθούμε τον Εμίλ Ζολά),[3] άλλοτε με γλαφυρούς και άλλοτε με ειρωνικούς όρους, προχωρώντας ταυτόχρονα στην αναφορά σημαντικών στιγμών του πολυκύμαντου βίου του. Στιγμές όπως η μαθητεία του δίπλα στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων την προ-επαναστατική περίοδο, η ενεργός συμμετοχή στην επαναστατική διαδικασία, η νικηφόρα μάχη στο Χάνι της Γραβιάς, ο έρωτας και ο γάμος του, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, η σύλληψη και η προφυλάκιση του.

 Στην οποία σημαίνον ρόλο διαδραμάτισαν άλλοτε φίλοι, ‘αδελφοί’ και ευεργετούμενοι  από τον ίδιο, με κυριότερη περίπτωση τον Γιάννη Γκούρα, που στην ‘φορτισμένη’ αφήγηση Ανδρούτσου, υπήρξε κάτι περισσότερο από πρωτοπαλίκαρο: ‘Αδελφός’ με δεσμούς σφυρηλατημένους στην μάχη και στον κίνδυνο.

Αν και εν πρώτοις δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο, θα προσθέσουμε πως υπόγεια η προσέγγιση του  Θωμά Κοροβίνη, ο οποίος δεν κινεί τα νήματα αλλά έχει διαμορφώσει τον κατάλληλο χώρο, διαπνέεται από μια οιονεί θρησκευτική ατμόσφαιρα, εκεί όπου δια-κρατούνται τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά της ‘προδοσίας’ (Ιούδας),[4] της καταδίκης (βλέπε και πιο πάνω), και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, του ανεβάσματος ενός Γολγοθά που σε αυτή την περίπτωση,  είναι ο δικός του ‘Γολγοθάς. ‘Γολγοθάς’ ψυχικός και εν-σώματος, που φέρει τον άλλοτε κραταιό πολεμιστή να κρατείται σε ένα φρούριο της Ακρόπολης στην Αθήνα υπό πολύ κακές συνθήκες, υφιστάμενος την κακομεταχείριση και όντας εγκαταλελειμμένος πλην λίγων εξαιρέσεων.

Σε αυτό το φόντο, η μνήμη και η επίκληση της δύνανται να λειτουργήσουν ως άξονας γύρω από τον οποίο ο Ανδρούτσος[5] ασκείται στην μητρική του (η γλώσσα παραμένει στρωτή) και στις υπόλοιπες τρεις γλώσσες που γνώριζε (Τουρκικά, Αρβανίτικα, Ιταλικά),  φέροντας στο προσκήνιο και ‘χωνεύοντας’ εκτιμήσεις και προθέσεις, αντιλήψεις και βιώματα που όλα μαζί, συνθέτουν την προσωπικότητα του, αλλά και ένα τμήμα της εν εξελίξει επαναστατικής διαδικασίας. Της πολύπλοκης επαναστατικής διαδικασίας, για την οποία οι επαναστάτες υπήρξαν οι άμεσοι φορείς των αρχών και των μηνυμάτων της.

Επικριτικός και σκληρός με τους εσωτερικούς αντιπάλους του, αδυσώπητος με τους ‘εχθρούς’ του, Οθωμανούς και μη, ( ο Ανδρούτσος δεν εκ-φεύγει του πλαισίου της βίας και της άσκησης της για διάφορους λόγου), δοτικός με φίλους και συμπολεμιστές, τρυφερός στους έρωτες του, ανοιχτός και παθιασμένος στην ζωή την οποία επιθυμεί να βιώσει, ο αφηγητής την τελευταία ώρα, ευρισκόμενος στα μεταίχμια ζωής και θανάτου φόβου και πάθους, χάσματος και πληρότητας,  ετερογλωσσίας και ομοδοξίας, νικών και διχόνοιας, ετεροφυλίας και ομοφυλοφιλίας, αξιώνει να αναμετρηθεί αγωνιωδώς με τον χρόνο, που όλο στερεύει και όλο βρίσκει μία χαραμάδα ώστε να προστεθεί η λέξη και να αναπαραχθεί ο λόγος: Γιατί και γιατί τώρα;

 Ο Θωμάς Κοροβίνης συγκροτεί την τελευταία ώρα ενός ιστορικού προσώπου, υιοθετεί, για να συνδράμει τον πρωταγωνιστή του που δεν συμμετέχει σε ένα ‘θέατρο σκιών,’ αφηγηματικά μοτίβα συνειδησιακής ροής του λόγου και εκφραστικών εξάρσεων και ξεσπασμάτων (για τα οποία σχηματίζει εικόνα ο αναγνώστης), αφήνοντας να διαρρεύσουν ερωτήματα όπως: Ποιο είναι το τίμημα της διχόνοιας[6] και της προδοσίας; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις απελευθέρωσης του έθνους και συγκρότησης κράτους;

Ο αφηγηματικός ιστός που περιλαμβάνει πρόσωπα και κρίσεις, δεν γεμίζει από παύσεις και δεν επιζητεί την ‘απολύτρωση’ παρά να ακουστεί ο λόγος διαμέσου της ιστορίας. Και έτσι να φθάσει έντονα έως τον σημερινό αναγνώστη, που καλείται να κινηθεί εντός της. Να σταθεί ενώπιον της ‘θεσμοποίησης’ της. Ο λόγος του Ανδρούτσου καθίσταται και μία άσκηση πάνω στον θάνατο και στις σημάνσεις του. Ο Κοροβίνης επιλέγει ο Ανδρούτσος να μην αποφύγει την σύγκρουση με ό,τι συγκρατεί και αποστρέφεται.

Ο Ανδρούτσος δεν αυτο-προσδιορίζεται ως ο ‘εκλεκτός’ αλλά ως ο ανθιστάμενος στα μέτρα των άλλων. Και δεν είναι ίσως τυχαίο που το ‘κατηγορώ’ του έχει συγκεκριμένους αποδέκτες, στο σημείο όπου ο ίδιος επιδιώκει να αντιληφθεί τα διακυβεύματα της εποχής.  Διευρύνοντας την εικόνα, θα υπογραμμίσουμε πως η επανάσταση του 1821[7] πέτυχε διότι υπήρξε σταυροδρόμι συναντήσεων και μετασχηματισμών σε διάφορα επίπεδα, με τα υποκείμενα που έδρασαν εντός αυτής να διεκδικούν την μετονομασία της σε εθνική όσο και σε προσωπική υπόθεση. Ο συγγραφέας δεν δομεί έναν καμβά προσώπων-πολεμιστών, με αφορμή την περίπτωση του Οδυσσέα Ανδρούτσο, αλλά, προσφέρει χώρο στον αναγνώστη ώστε αυτός να επιλέξει, να αντιληφθεί και ακόμη, και να ταυτιστεί.

 

Σίμος Ανδρονίδης

 

Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι Πολιτικός Επιστήμονας, υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι επιστημονικός συνεργάτης της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδος. Τα  ερευνητικά ενδιαφέροντα είναι: θεσμοί κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης (πολιτικά κόμματα), Θεωρία του Κράτους,  κοινωνικά κινήματα, ποίηση, λογοτεχνία και  κριτική λογοτεχνίας. Είναι  μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, του Δικτύου για τη Μεθοδολογία στην Πολιτική Επιστήμη, του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.   Email: gregandro@hotmail.gr



[1] Βλέπε σχετικά, Κοροβίνης Θωμάς, «’Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!» Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2019, όπου και ο πρόλογος από τον ίδιο τον συγγραφέα.

[2] Για μία ενδιαφέρουσα ανάλυση της ίδρυσης της Πελοποννησιακής Γερουσίας μετά από την εκδήλωση της Επανάστασης (Μάϊος 2021),  ίδρυσης που αποτέλεσε δείγμα ενός πρώιμου εγχειρήματος πολιτειακής οργάνωσης, βλέπε σχετικά, Ροϊλός Παναγιώτης, ‘Το «δίκαιον» και το «κοινόν»,’ Ένθετο ‘Σαββατοκύριακο,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 6-7/03/2021, σελ. 2021.

[3] Βλέπε σχετικά, Βάϊλ Μπρουνό, ‘Η Υπόθεση Ντρέϋφους με το ‘’κατηγορώ’’ του Ζολά και τη δίκη του,’ Μετάφραση: Νίκας Άγγελος, ‘Εκδοτική Εταιρεία Αφών Ζυριχίδη, Θεσσαλονίκη, χ.χ.

[4] Μάλιστα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, σπεύδει να παρομοιάσει τον Γκούρα με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, όχι επέχοντας την θέση του Χριστού, αλλά του σφόδρα αδικημένου, που, αντί για την αναγνώριση της προσφοράς του στην επανάσταση, λαμβάνει το ίδιο του αίμα. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει αντίτιμο και αυτό είναι ο θάνατος του. Βλέπε σχετικά, Κοροβίνης Θωμάς, «’Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!» Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου…ό.π., σελ. 93.

[5] Παραπέμπουμε άμεσα στο ποιητικό ‘πράττειν’ του Γιάννη Ρίτσου (για να καταστούμε ολίγον τι δια-κειμενικοί), και ιδίως στα ‘Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας,’ επισημαίνοντας πως ο Ιθακιώτης πολεμιστής, προσιδιάζει προς τον κάτωθι κατεύθυνση: «Λόγια φτωχά βαφτίζονται στην πίκρα και στο κλάημα,, βγάζουν φτερά και πέτονται- πουλιά και κελαηδάνε». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 156.

[6] Ο Ανδρούτσος ως αφηγητής και ο Κοροβίνης ως συγγραφέας που επιχειρεί ιστορικές-μνημονικές συνθέσεις, θεωρούν την ‘διχόνοια’ που στερεί την ζωή του πρώτου, ως στοιχείο της ιδιοσύστασης και της  υπόστασης του έθνους των Ελλήνων.

[7] Εάν προχωρήσουμε λίγο παραπέρα χρονικά, θα πούμε πως είναι ενδιαφέρον το ό,τι η Ναυμαχία του Ναυαρίνου που έλαβε χώρα στα 1827 και ουσιαστικά επικύρωσε (παρά τις προσπάθειες του Ιμπραήμ), τις μέχρι τότε κατακτήσεις της επανάστασης, υπονομεύοντας περαιτέρω τα θεμέλια της κρατικής οργάνωσης και της πολυ-εθνοτικής υπόστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπήρξε έργο της διπλωματικής-στρατιωτικής συμμαχίας Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας και Ρωσία, με τις δύο τελευταίες, στη διάρκεια της Ναπολεόντειας περιόδου, δηλαδή, λίγα χρόνια πριν το Ναυαρίνο,  να συνάπτουν συμμαχίες και συνασπισμούς για να πλήξουν την Ναπολεόντεια Γαλλία. 


Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Ξημέρωμα πέρασε του Κώστα Μοναστήρα μαζί με μια φωτογραφία του Donell Gumiran

 

Ξημέρωμα πέρασε

του Κώστα Μοναστήρα

μαζί με μια φωτογραφία του Donell Gumiran


 


Ξημέρωμα πέρασε

το γυμνό άλογο

με τη γυμνή κοπέλα

πάνω του

Μόνο αυτός είδε τα δυο γυμνά

που τρέχανε

Να ξεπιαστούνε θέλανε

και μετά, πάλι, μπήκανε

στον πίνακα.

Όλοι που τα ’δανε, πριν,  λέγανε

ότι είναι τόσο ζωντανά

που τα βλέπουν

να τρέχουν.

Μα αυτός δεν τα ’δε

στον πίνακα

Τα είδε ζωντανά

Άστεγος που κοιμάται

έξω από την γκαλερί

τα βράδια.

Η πινακοθήκη ανοίγει στις εννιά,

κι αυτός έννοια του

το έχει να φύγει πριν ανοίξει

Μαζεύει χόρτα για τ’ άλογο

και ρούχα για το λογικό

Μπορεί αύριο

τ’ άλογο να ’χει σκυμμένο

το κεφάλι

Και το κορίτσι, λογικά,

να ’ναι ντυμένο

Αλλά τι θα πουν οι κριτικοί,

όταν θα δουν τον πίνακα αλλαγμένο.

 

[φωτογραφία: Donell Gumiran]

 


Ο Κώστας Μοναστήρας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Πατήσια, προλαβαίνοντας τις τελευταίες αλάνες. Εργάζεται ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Οφείλει  πολλά στο Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και στους ανθρώπους του που τον δίδαξαν και τον υποστήριξαν.

Έργα:

Υέτιος στίχος, Έναστρον, 2018

Ηλιοτριβείο, LIBRON Εκδοτική, 2016

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

Νέες κυκλοφορίες - Ηλίας Κωνσταντίνου "Ποιήματα"

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων από τον πρόωρο θάνατο του Κύπριου ποιητή Ηλία Κωνσταντίνου (1957-1995), από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί ένας τόμος με τα Ποιήματά του, σε επιμέλεια και επιλεγόμενα από τον Λευτέρη Παπαλεοντίου (Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου). Είναι καιρός να γίνει ευρύτερα γνωστός αυτός ο ποιητής με τον «αναρχικό» αιρετικό στίχο, που αποτελεί μια ιδιαίτερη παρουσία στον χώρο όχι μόνο της κυπριακής αλλά και γενικότερα της νεοελληνικής ποίησης. Σύντομα εκτενέστερη αναφορά/ανάλυση. Εδώ ένα ποίημά του, πολυσήμαντο, ικανό να ταρακουνήσει τους εφησυχάζοντες.



 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ηλίας Κωνσταντίνου

 

Στην αρχή, λέει, έκαμε τη γη τον ήλιο το φεγγάρι

Τώρα, λέει, χτυπά τη γη, άγρια

μ’ έναν ήχο σκοτεινό που φτύνει μαλλιά

σαν λουλούδι

– όμως, αφρίζουν τα χώματα, γίνονται νερό,

η θάλασσα κρατά ανάστροφο ντουφέκι

ανελέητα χτυπά τη ρευστή γη – αλλά

άλλα δόντια δεν έχει το χώμα να κοπούν

με μανία αναπνέει καταπίνει τον ήλιο. Κοίτα!

Ξέρω ότι τα άσπρα μαλλιά ήταν καμένα φύλλα κάποτε

κλειστά σε μιαν αποθήκη

φρουρός, το ουράνιο τόξο

με δόντια κοφτερά πεινασμένα.

Τώρα, κάθε φορά που τελειώνουν τα νερά

ο ήλιος κατρακυλά λιγοθυμά στα χέρια μου. Εγώ

θα πω στα παιδιά να μην τον κλοτσούν

θα καούν.

Εγώ – τα θέλω να σκοτώνουν

με στοργή ατόφια καθαρή.

 

Γερνούν. Τα παιδιά πριν γεννηθούν γερνούν.

Τσαλακώνονται στα πρόσωπά τους

τα γόνατά τους σβήνουν

γονατούν, έτσι πολεμούν γονατιστά και πεθαίνουν.

Η γη ξαναγεννά τα μαλλιά τους σαν χόρτα.

Αν μπορούσε θα τα ’φτυνε

θα τα φώναζε «αλυσίδα-φυλακή-χρήμα»

Ποιος θα δέσει τα μαλλιά σχοινί – να πάει πού;

Δεν λέει όμως είν’ εύκολο βαθύ.

Έχουν μεγάλη σημασία τα δάχτυλα των ποδιών.

Πιο μεγάλη απ’ τους αμέτρητους συνδυασμούς

της σπασμένης αλφαβήτας.

Να αναστηθούν τα παιδιά – άφοβα αθώα δυνατά παιδιά

να πατούν τα πόδια παιδιά – να το ξέρουν.

 

[Ηλίας Κωνσταντίνου, Η Άμαξα 9 (Φεβρουάριος 1985) 14-15]

 

Ο Ηλίας Κωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1957. Στα χρόνια 1972-1982 έζησε στο Λονδίνο, όπου έκανε ανθρωπιστικές και θεατρικές σπουδές. Ακολούθως έμεινε κατά διαστήματα στην Αθήνα, ενώ το 1984 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λεμεσό, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο του περιοδικού Η Άμαξα. Το 1988 ίδρυσε στην ίδια πόλη το βιβλιοπωλείο «Αμοργός». Από τα νεανικά του χρόνια άρχισε να γράφει ποιήματα στα αγγλικά, αλλά στη συνέχεια εξέδωσε τέσσερις συλλογές με ποιήματα στα ελληνικά. Αρκετά από τα ποιήματά του τα διένειμε σε φίλους του, συγκεντρωμένα σε δακτυλογραφημένες συλλογές. Πέθανε πρόωρα το 1995.

 

 

 

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

Δάσκαλε, φοβάμαι… Θανάσης Μαυρίδης ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη "ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ"

 

Δάσκαλε, φοβάμαι…

Θανάσης Μαυρίδης

ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη "ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ"

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μια θέα στο άρρητο | Fractal (fractalart.gr)




 

 

Μια θέα στο άρρητο

 

Οι καταθέσεις ψυχής, δεν προτιμούν τη σχοινοτενή γραφή· αρκούνται σε ολιγόλογα κείμενα, πεζά η ποιητικά – συχνά δεν είναι διακριτή η διαφορά τους και άρα καθόλου εύκολη η κατάταξή τους σε ένα μόνον είδος. Με τον ελάχιστο αριθμό των λέξεων, με τη συμπύκνωση του λόγου ως τα όρια της πρόσληψης του νοήματος από την πλευρά του αναγνώστη, καταγράφεται η ουσία της ανθρώπινης περιπέτειας, το ιδιωτικό πάθος, η αφορμή επομένως που ώθησε τον συγγραφέα να καταστήσει αναπόφευκτα μια προσωπική υπόθεση κοινό κτήμα. Στη γραφή του Θανάση Μαυρίδη, στο υβριδικό βιβλίο του Δάσκαλε, φοβάμαι…, η πεζότητα της μορφής αναμειγνύεται εύστοχα με την ποιητικότητα που με αφθονία εκχειλίζει από τα εκφραστικά μέσα. Ο υπαρξιακός χαρακτήρας αυτής της γραφής, με τα ερωτήματα που εσωκλείονται να ξεπερνούν την ατομική περίπτωση –χαρακτηριστικό άλλωστε γνώρισμα τόσο των ποιητικών κειμένων όσο και των φιλοσοφικών– δεν θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός εκτενέστερου κειμένου ούτε ενός σαφώς προσδιοριζόμενου ως προς το είδος. Έτσι όπως παραδίδεται από τον συγγραφέα επιτρέπει τις διαφορετικές προσωπικές αναγνώσεις, δείγμα πλούτου της γραφής.

Ο θάνατος ως άφευκτη συνθήκη, ως προκαλούμενος φόβος μπροστά στο άγνωστο, παράλληλα ως ανάγκη συμφιλίωσης με το άρρητο και αφανές, κυριαρχεί εδώ. Μία μελέτη θανάτου, επομένως; Η εικόνα του εξωφύλλου (John Butler Yeats, A haunted chamber, 1899) συνάδει με τον θάνατο ως έννοια ενισχύοντας το κλειστοφοβικό κλίμα του βιβλίου. Είναι, όμως, αυτή η μοναδική δυνατή αναγνωστική προσέγγιση; Το αφηγούμενο πρόσωπο εν είδει εξομολόγησης καταθέτει όχι μόνο τον φόβο απέναντι στο άγνωστο που συνιστά ο «χώρος επέκεινα» αλλά και έναν υποφαινόμενο έρωτα (με όλες τις πιθανές μορφές του) ως αντίπαλον δέος σε ό,τι προκαλεί το (φαινομενικό έστω) τέλος της ορατής και αισθητής ζωής. Είθισται στη λογοτεχνία να συνυπάρχουν οι δύο έννοιες, σε μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης δημιουργώντας ένα τοπίο άλλοτε κυριολεκτικό μιλώντας για το εφήμερο και το αδύνατο κατ’ ουσίαν μοίρασμα του ερωτικού αισθήματος, και άλλοτε μεταφορικό ενισχύοντας την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που βαυκαλίζεται να πιστεύει σε μια δόση αιωνιότητας μέσω του έρωτα. Εδώ, στη συγκεκριμένη γραφή, συμπλέκονται ο δύο έννοιες πότε με διακριτό και πότε με υπόρρητο τρόπο.

Με συνεχή περάσματα από το ρεαλιστικό περιβάλλον μιας ασθένειας στον ασαφή και μη προσεγγίσιμο για τη λογική χώρο μιας φαντασιακής σύλληψης, ο Μαυρίδης προσφέρει σε κοινή θέα την πορεία από τη ζωή στον θάνατο, ως δυνατή κατάληξη, και ταυτόχρονα τη βίωση της επιστροφής – όσο αυτό μπορεί να καθίσταται πραγματική συνθήκη και όχι μόνο ιδεατό δημιούργημα, ευκταίο σε κάθε περίπτωση. Έτσι, συνομιλεί  με τον Δάσκαλο, εκφράζοντας τον φόβο, την ελπίδα, την απογοήτευση, την αδυναμία μπροστά στη θέα του άγνωστου μέλλοντος, που παραδόξως έγινε έστω και για λίγο ορατό. Βιώνει την ασύλληπτη έννοια του χρόνου ως μια διαρκή κίνηση, που μέσα της εν είδει σκιών κινούμαστε όλοι, χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα των δυνάμεων που διέπουν το σύμπαν και προκαθορίζουν τη ζωή.

Ένα βιβλίο πολυεπίπεδο, με πολλαπλές νοηματικές προσεγγίσεις και φιλοσοφικές προεκτάσεις, σε μια έκδοση εξαιρετικής αισθητικής, όπως πάντα από τις ΑΩ εκδόσεις.

 

[Αποσπάσματα:

 

Αργά-αργά και ύστερα γρήγορα-γρήγορα. Κι έπειτα πάλι αργά. Στέκομαι, κοιμάμαι, ξεχνιέμαι. Δεν θυμάμαι από πού έρχομαι και πού πηγαίνω. Την άλλη  μέρα ξεκινώ και πάλι σαν να είναι η πρώτη φορά, αλλά κάτι μου λέει μέσα μου ότι δεν είναι. Το ξέρω ότι δεν είναι. Μια μπροστά, μία πίσω, μάλλον γυρίζω γύρω-γύρω από κάπου που έχω ξεχάσει τι ακριβώς είναι. Θέλω να θυμηθώ, αλλά δεν έχω βρει ακόμη τον τρόπο. (σ. 22)

 

Μπορώ να δω το μέλλον. Να κρυφοκοιτάξω στο παρελθόν. Γι’ αυτό είμαι χαμένος στο παρόν. Είχα άλλες δουλειές να κάνω και έχασα τον εαυτό μου στα βαγόνια του χρόνου. (σ. 44)

 

Είδα τον θάνατό μου, Δάσκαλε, φοβάμαι. (σ. 46)]

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

 

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Ο έμπορος του φωτός Roberto Vecchioni μετάφραση: Δημήτρης Παπαδημητρίου εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Vakxikon.gr

 

Ο έμπορος του φωτός

Roberto Vecchioni

μετάφραση: Δημήτρης Παπαδημητρίου

εκδόσεις Κριτική

 η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Vakxikon.gr

"Ο έμπορος του φωτός" του Ρομπέρτο Βεκιόνι: Η φιλοσοφική θεώρηση της οδύνης - Vakxikon.gr - Vakxikon.gr Media & Publishing Group

 



Η φιλοσοφική θεώρηση της οδύνης

 


Είναι η ιδιαίτερης αξίας συγγραφική τέχνη που καθιστά ένα μικρό αφήγημα (μόλις 160 σελίδων) ισότιμο μεγάλων μυθιστορημάτων ως προς τη θεματική αλλά και τους τρόπους επεξεργασίας του αρχικού υλικού. Το δεύτερο βιβλίο με το οποίο ο Vecchioni κερδίζει την αναγνωστική πρόσληψη (έχει προηγηθεί από τις ίδιες εκδόσεις Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα) διεκδικεί μια θέση δίπλα  σε αυτά που συνδυάζουν την πλοκή και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων με τον φιλοσοφικό στοχασμό, οδηγώντας έτσι στην εντύπωση πως η μυθοπλασία ήταν μια εύσχημη αφορμή προκειμένου να αποτυπωθεί στη γραφή μια ολόκληρη κοσμοθεωρία ή αλλιώς μια στάση ζωής απέναντι στην οδύνη, την άφευκτη απώλεια, τη συντριβή. Οι δύο ήρωες της ιστορίας, ο Στέφανο και ο Μάρκο, πατέρας και γιος αντίστοιχα, θα ομοιάσουν με πρόσωπα τραγικού θεάτρου, έτσι όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης καθόρισαν τη σύγκρουση της ταπεινής θνητότητας με την προκαθορισμένη μοίρα της. Ο Μάρκο από τη μια πλευρά, καταδικασμένος από τη σπάνια ασθένεια της προγηρίας να οδεύει προς το τέλος της σύντομης ζωής του, με τη σοφία ενός ενήλικα. Και από την άλλη ο Στέφανο, πεπεισμένος για τη δύναμη των γραμμάτων και της ελληνικής σοφίας να προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει στον γιο του κάτι από αυτό το φως για να δώσει νόημα στη ζωή που του απομένει αλλά ταυτόχρονα για να ενδυναμωθεί και ο ίδιος – μια παράλληλη πορεία με προδικασμένο το τέλος της, και για τους δύο. Δύο ερωτήματα –ομοίως απαιτητικά– προκύπτουν σε αναγκαία αλληλοσυμπλήρωση συνιστώντας την ουσία του εξαιρετικού αυτού βιβλίου:

Το ένα αφορά αυτή καθεαυτή τη βίωση της οδύνης. Πώς αντιμετωπίζεται η συνειδητοποίηση της επερχόμενης απώλειας, πολύ περισσότερο αν αυτή αφορά ένα παιδί; Είναι ίσως η άρνηση της πραγματικότητας, τροφοδοτούμενη από μια πίστη με θεϊκή προκάλυψη αλλά με ανθρώπινες ρίζες, που μπορεί να βοηθήσει; Ή μήπως η συμφιλίωση με την άδικη μοίρα που υπερβαίνει την ανθρώπινη αξίωση για την ελάχιστη ζωή που αναλογεί στον καθένα; Ο πληττόμενος άνθρωπος αισθάνεται μόνος και ανυπεράσπιστος, έρμαιο των συνθηκών που ερήμην του καθόρισαν τις κινήσεις του. Το δεύτερο σχετίζεται με την απόπειρα όχι μόνον να αντιμετωπισθεί το πάθος αλλά και με την ελπίδα μιας πιθανής ερμηνείας του. Μήπως ανατρέχοντας στη σοφία των αιώνων, σε όσα έχουν γραφεί για τα ανθρώπινα «πήματα», δηλαδή τις συμφορές με τις οποίες άφευκτα συμβαδίζει η ζωή, υπάρχει κάπου ο τρόπος, η διαδικασία που οδηγεί σε μια λύτρωση; Αλλά και ποια η φύση αυτής της λύτρωσης, πόσο υποκειμενικός ο χαρακτήρας της, πόσο φαντασιακή η υπόστασή της;

Ο Στέφανο, δεινός μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, θεωρεί ικανό τον αρχαίο λόγο να φωτίσει τη ζωή, τη δική του αλλά και του Μάρκο· σ’ αυτό το φως γίνεται «έμπορος», γιατί προσδοκά την ανταμοιβή του βλέποντας τον νου του παιδιού του να δέχεται τον πλούτο που του προσφέρει και να δίνει νόημα, φυσιογνωμία, ξεχωριστό χαρακτήρα στη ζωή του. Όσο ο Μάρκο θα ανταποκρίνεται ανακαλύπτοντας και ο ίδιος τη μαγεία του αρχαιοελληνικού λόγου, την αντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο θεωρητικό της συμπλήρωμα, τόσο πατέρας και γιος θα μεταβαίνουν από τη σκληρή αλήθεια στη βίωση μιας άλλης εσωτερικής και προσωπικής εκδοχής της – όλα μπορεί να ερμηνεύονται, όλα να καθίστανται υποφερτά στη θεωρητική τους επεξεργασία. Ο τρόπος της Σαπφούς θα δείξει την ανεπάρκεια του ανθρώπου μπροστά στον αναπόφευκτο αποχωρισμό, και ο φόβος του Αρχίλοχου μέσα στη μάχη θα δώσει το μέτρο του αληθινού ηρωισμού: «Αυτός είναι ο Αρχίλοχος, Μάρκο. Πιστεύεις πως δεν νιώθει φόβο; Μα φυσικά φοβάται. Η μοίρα έχει χαράξει το δικό σου μονοπάτι έξω από κάθε πεπατημένη οδό, όμως εσύ είσαι εσύ κι αυτό είναι το μονοπάτι σου. […] Είσαι διαφορετικός απ’ όλους, είσαι η εξαίρεση. […] ένας ήρωας όμως ζει πάντα μόνος, όπως οι άγιοι, οι κακοποιοί, οι επαναστάτες, οι ποιητές· ο καθρέφτης τους είναι διαπερατός, η μορφή τους είναι για τους άλλους δυσανάγνωστη και η ψυχή τους ένα αίνιγμα. Μονάχα οι ίδιοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον αντικατοπτρισμό, αυτοί ξέρουν να ανασυνθέτουν την κατακερματισμένη τους ενότητα». (σ. 90). Μια σισύφεια πορεία (κατά τη φιλοσοφία του παραλόγου) διαγράφεται εδώ: […] ήταν μια παρηγοριά μπροστά στο ανεξήγητο, όταν πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να εξηγήσεις. Δεν βγαίνει νόημα και τέλος δεν υπάρχει κάτι να κατανοήσεις, παρά μόνο να ζήσεις. (σ. 46)· ή σε μια άλλη εκδοχή η συνειδητή οιδιπόδεια πορεία προς την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για τον επερχόμενο όλεθρο, που ανατρέπει έτσι την πρωτοκαθεδρία της μοίρας. Ο Μάρκο φθάνει στη συνειδητοποίηση του τέλους του με τα δικά του βήματα ξεπερνώντας τον Στέφανο· το φως έχει διαποτίσει τον νου και την ψυχή του πρόωρα γηρασμένου παιδιού, που αν και δεκαεπτά χρονών μοιάζει ογδόντα. Όταν έρχεται το τέλος, ο αναγνώστης δεν αιφνιδιάζεται· όλα γίνονται όπως πρέπει ακολουθώντας τη συγγραφική προοικονομία. Ακόμα και η λυτρωτική «έξοδος» του Στέφανο στο τελευταίο κεφάλαιο, προσλαμβάνεται από τον αναγνώστη ως η αναγκαία κάθαρση, η απόληξη της τραγικής πορείας.



Ο Vecchioni, δεινός μελετητής του αρχαίου λόγου ο ίδιος, γράφει εδώ όχι μόνον μια συγκλονιστική μυθοπλασία αλλά και ένα φιλοσοφικό δοκίμιο ιδιαίτερων αξιώσεων. Η γραφή του ευτύχησε στη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδημητρίου που απέδωσε το πολύμορφο και πολυεπίπεδο κείμενο με τις πολλαπλές αναφορές παρέχοντας ταυτόχρονα τις αναγκαίες βιβλιογραφικές πληροφορίες. Από τις εκδόσεις Κριτική με φροντίδα, όπως πάντα,  ως τη λεπτομέρεια.

 

Διώνη Δημητριάδου