Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Εσύ πού ήσουν; Δήμητρα Μήττα εκδόσεις Ειρήνη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Εσύ πού ήσουν;

 Δήμητρα Μήττα

 εκδόσεις Ειρήνη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ΛΕΞΕΙΣ | Όλα στεγασμένα κάτω από ένα ερώτημα • Fractal

 


 

 

Όλα στεγασμένα κάτω από ένα ερώτημα

 

Διαβάζω την πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της Δήμητρας Μήττα με τον εύστοχο τίτλο Εσύ πού ήσουν;, και σκέφτομαι πώς γίνεται να δέσουν μέσα σε ένα κριτικό κείμενο τόσο διαφορετικές, εκ πρώτης όψεως, γραφές. Πρόκειται για διηγήματα, μικρά ή μεγάλα, γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές που πρέπει να απέχουν αρκετά μεταξύ τους. Άρα, δεν είναι η θεματική που απηχεί μια ιδιαίτερη εποχή, ούτε το ύφος που –απότοκο κι αυτό μιας χρονικής περιόδου– διαμορφώνεται αναλόγως. Αξίζει, ωστόσο, μια τέτοια γραφή, καλοδουλεμένη και προσεκτική ώς τη λεπτομέρεια, να αποκαλυφθεί, όσο κι αν συσκοτίζουν την ενότητά της τα (αυτόνομα λες) διηγήματα.  Θα το επιχειρήσω με δύο τρόπους.

Αρχικά εστιάζω στον τίτλο της συλλογής. Το ερώτημα μπορεί να εκληφθεί ως επιμερισμένο σε κάθε ένα από τα διηγήματα, εγκιβωτισμένο στην απορία (έκδηλη ή υπόρρητη) του ήρωα/προσώπου που βιώνει το τραύμα του, τη μοναξιά του, την εγκατάλειψη, την απαξίωση, τη βία, τη διάψευση, απέναντι στον άλλο η τους άλλους γύρω του, ή, γιατί όχι, απέναντι στον αναγνώστη, αυτόν τον βολεμένο που αθωώνει την αδιαφορία του μέσα από ένα βιβλίο, ας υποθέσουμε όπως αυτό. Το ίδιο ερώτημα, όμως, μπορεί να πάρει άλλη διάσταση, εκπορευόμενο αυτή τη φορά με ευθύ τρόπο από την ίδια τη συγγραφέα προς τον όποιο νιώσει πως τον αφορά προσωπικά. Εσύ πού ήσουν, όταν όλα αυτά συνέβαιναν, όταν εγώ έβρισκα τις αφορμές μου, έστω με τον συγγραφικό τρόπο, για να αναδείξω ό,τι κακώς κείται γύρω μας, εσύ πού κρυβόσουν, πίσω από ποιες ψευδαισθήσεις συμμετοχής απολάμβανες την αποστασιοποίησή σου, μεταλλασσόμενη σε δήθεν δράση; Έτσι διαβασμένος και ερμηνευμένος ο τίτλος της συλλογής, εσωκλείει με ικανή και στέρεη αγκαλιά όλα τα διηγήματα, προβάλλοντας μια γραφή/καταγγελία.



Κατόπιν σκέφτομαι πόση αξία μπορεί να δοθεί σε ένα απόσπασμα, εν προκειμένω σε ένα διήγημα, αν μέσω αυτού ερμηνεύονται όλα τα υπόλοιπα. Ένα απόσπασμα, από τη στιγμή που βρίσκει τη θέση του σε ένα κριτικό σημείωμα, μεγεθύνεται στις διαστάσεις του και συνακόλουθα (εκ του μέρους το όλον, δηλαδή) μεγεθύνει και το υπόλοιπο έργο. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης. Μια λεπτομέρεια είναι που ανακαλύπτει ο δημιουργός, μια ελάχιστη αφορμή και τη μεταπλάθει σε έργο. Γιατί όχι, λοιπόν, ένα απόσπασμα/διήγημα να μην κατευθύνει, να μην «δείχνει» σε όλο το υπόλοιπο έργο, να μην το καταξιώνει, να μην αναδεικνύει τα στοιχεία που σπερματικά βρίσκονται παντού σ’ αυτή τη γραφή; Ξεχωρίζω το διήγημα «Η μύγα» (σσ. 177-180). Η συγγραφική προσοχή στη μύγα-εισβολέα, στην παρείσακτη παρουσία που ήρθε να διαταράξει την ησυχία, την ηρεμία (πόσο ευάλωτη, αλήθεια) των ενοίκων του σπιτιού. Η έννοια της παγίδευσης, η απόγνωση, η αδυναμία να βρει δρόμο σωτηρίας, χτίζουν συγγραφικά την οπτική γωνία της μύγας. Ένα διήγημα αλληγορικό μέσα στον ρεαλισμό του, ένας τρόπος να ειπωθούν, να καταγραφούν συνθήκες ανθρώπινης συμβίωσης (εμείς και οι άλλοι), η εξόντωση του διαφορετικού, αλλά και οι «τύψεις», αληθινές ή ψεύτικες. Με άλλα λόγια ο τρόπος της Δήμητρας Μήττα να μιλήσει για αληθινές καταστάσεις, που πολλοί αγνοούν, μέσα από ένα σκηνικό (σαν σε θεατρική σκηνή) που εξυψώνει το ευτελές σε σημαντικό, να αναδείξει τον υπαρξιακό φόβο απέναντι σε ό,τι με διττό τρόπο, από μέσα προς τα έξω και το αντίστροφο, μας διαλύει στα κομμάτια μας.

 

[…] Με κλειστό το φως και ψηλαφώντας η κυρία έφτασε στο κρεβάτι. Ο συγκρέβατός της κάτι μουρμούρισε. «Αγάπη μου» της είπε; «Πάνε πιο πέρα» της είπε; Δεν κατάλαβε. Ξαλαφρωμένη από την περίσσεια των συσσωρευμένων υγρών, παρέμεινε μέχρι το πρωί τσιτωμένη και άυπνη από ερωτήματα που ζουζούνιζαν και δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Μύγα είχε σκοτώσει; Το πρωί αναζήτησε το πτώμα, για να διερευνήσει τα χαρακτηριστικά.

Το βρήκε στην ηλεκτρική σκούπα, το πτώμα, το έβγαλε, το ξεσκόνισε, το περιποιήθηκε όσο μπορούσε –στραπατσαρισμένο ήταν–, φρόντισε τα της κηδείας. Η ίδια μαυροντύθηκε. («Η μύγα», σ. 180).  

 

Η λογοτεχνία, με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, έχει το θάρρος (κάποτε λέω και το θράσος, ευτυχώς) να αντιμετωπίσει το πρόβλημα (στην ουσία ένα είναι, διασπασμένο σε πολλές μορφές) και να μιλήσει. Εδώ τίθεται ευθέως το ερώτημα στον τίτλο, ενώ στα διηγήματα κόβεται στα κομμάτια του, ακολουθώντας κάθε φορά τη συγκεκριμένη πλοκή, προσαρμοσμένο στο διαφορετικό κάθε φορά σκηνικό· έκδηλη η θεατρικότητα της γραφής, φροντίζει να καθοδηγεί σωστά την ανάγνωση. Και είναι στο τέλος της ανάγνωσης που ο καθένας συνεκτιμώντας όλα τα διαφορετικά, όπως ειπώθηκε παραπάνω, κείμενα, θα εννοήσει τη φύση του ερωτήματος. 

 

Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου