Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Κώστας Στεργιόπουλος Ex nihilo Από τα σημειωματάρια μιας ζωής Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη η πρώτη δημοσίευση στο diastiho.gr

 

Κώστας Στεργιόπουλος

Ex nihilo

Από τα σημειωματάρια μιας ζωής


Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη


η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Κώστας Στεργιόπουλος: «Ex nihilo... Από τα σημειωματάρια μιας ζωής»


 

«Ex nihilo, λοιπόν, ακόμα και με τη βαθύτερη υπαρξιακή του σημασία. Έτσι, το βιβλίο αυτό θα το έχουν γράψει όλοι οι κατά καιρούς εαυτοί μου – κι ας ελπίσουμε, αν και μάλλον απίθανο, ότι θα το εκδώσει ο τελευταίος απ’ αυτούς» (σ. 380).

Αυτή η έννοια Ex nihilo, δηλαδή εκ του μηδενός, ως επιλογή τίτλου από τον ίδιο τον Κώστα Στεργιόπουλο, διατρέχει όλες τις σελίδες των σημειώσεών του, που γράφονταν όπως προέκυπταν, έχοντας μέσα τους όλη την αθωότητα της στιγμής, «χωρίς προσωπεία και εκ των υστέρων επεμβάσεις», σύμφωνα με την επισήμανση του ίδιου. Κι αν έχει σημασία ιδιαίτερη η αποτύπωση όχι μόνον της σκέψης του αλλά και της εποχής, ως νοητικής μορφοποίησής της, τότε πράγματι ο Στεργιόπουλος «υπήρξε μέσα στον καιρό του», αντιδρώντας  σε όσα γύρω του σημαντικά όχι μόνον για τον ίδιο αλλά και για τη συλλογικότητα, μέρος της οποίας είχε επίγνωση πως αναπτυσσόταν ο ιδιωτικός του, προσωπικός χώρος.

Σημειώσεις, εν είδει ημερολογίου, που αφορούν το διάστημα από το 1943 έως το 2014, με ενδιάμεσες παύσεις. Οι καταγραφές αυτές δεν συνιστούν ένα όλον με συνοχή, όπως είναι φυσικό, κι αυτή ίσως είναι η ξεχωριστή τους αξία· πίσω τους διακρίνουμε κάθε φορά, και σε άμεση ή έμμεση σχέση με τα γεγονότα της εποχής, τη συναισθηματική κατάσταση του γράφοντος, τη σκέψη του που πάντα ήταν υπό διαμόρφωση, πέρα από τις όποιες σταθερές που τη δομούσαν, όπως για παράδειγμα την καντιανή διαλεκτική. Γράφει το 1951:

«Είμαι από τους ανθρώπους που δεν μπορούν να πάρουν οριστική και μόνιμη θέση σε τίποτα. Για να πάρεις θέση, χρειάζεται πίστη· πίστη για να κάνεις κάτι και το ελάχιστο. Εγώ, χωρίς να είμαι αρνητής, είμαι αγνωστικιστής κι αμφιταλαντευόμενος. Δεν μπορώ να στηριχτώ πουθενά, εκτός απ’ το αισθητικό φαινόμενο […] Μόνο ν’ αμφιβάλω μπορώ. Ε, ναι· αυτή την τέχνη και το βάσανο της αμφιβολίας είναι τα μόνα που ξέρω». (σ. 173).

Το γεγονός πως από μια εποχή κι έπειτα τοποθετεί τον εαυτό του και, κυρίως, τη γραφή του μέσα στον καιρό του πιο έντονα, οπότε και διαφοροποιεί τη θέση του για τον ρόλο της διανόησης, σχετίζεται με τη λογοκρισία και την ανελευθερία που επικράτησε κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, στάση που του διαμόρφωσε και τη στάση του στα μεταπολιτευτικά χρόνια. Γράφει το 1974:

«Άμα ο συγγραφέας είναι συντονισμένος με την ιστορική του στιγμή, δε χρειάζεται ν’ αναρωτιόμαστε αν κάνει στρατευμένη τέχνη. Θα μιλήσει καίρια, έτσι κι αλλιώς, περνώντας κι από τα θέματα που απασχολούν και τους στρατευμένους – και μάλιστα πιο αποτελεσματικά απ’ αυτούς». (σ. 376).



Η ανάγνωση του Ex nihilo, προσφέρει, πέρα από την πολύτιμη διαδρομή στη σκέψη του Στεργιόπουλου, με θέσεις για την ποίηση, τις γενιές των λογοτεχνών, τη νεωτερική ποίηση, την κριτική αξιολόγηση και το έργο του κριτικού, μια πληθώρα πληροφοριών γύρω από πρόσωπα, έργα, συναντήσεις και «παρέες», ονόματα σχεδόν ξεχασμένα σήμερα, ταυτόχρονα δηλαδή μια διαδρομή στον πνευματικό κόσμο από τη δεκαετία του ’40 (οπότε μόλις δεκαεπτά ετών αρχίζει να καταγράφει τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις του) μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Προσωπικά συγκινήθηκα διαβάζοντας σε δύο διαφορετικές αναφορές το όνομα του δικού μου δασκάλου, του Μπάμπη Νικηφορίδη που, αν και σπουδαίος φιλόλογος, ερευνητής, μεταφραστής της Οδύσσειας και των πλατωνικών διαλόγων, λίγοι σήμερα τον μνημονεύουν.  

Την έκδοση προλογίζουν δύο κείμενα του Αλέξη Ζήρα. Το ένα είναι μια εισήγηση που διαβάστηκε στην ημερίδα «Μικρές ψηφίδες για τη μνήμη [του Κώστα Στεργιόπουλου], στην Αίθουσα του Α.Ε.Π., τον Οκτώβριο του 2018. Σ’ αυτό δίνονται πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τις βιοθεωρητικές απαρχές του Ex nihilo, για τη θέση του ανάμεσα στα ποιητικά και κριτικά κείμενα του Στεργιόπουλου, την εμμονική ιδέα περί επικείμενου θανάτου που τον διακατείχε. Παρουσιάζει, τέλος, μια ανάλυση των τριών μερών του Ex nihilo (1943-1948, 1949-1960, 1966-2014), πολύ κατατοπιστική για τα όπισθεν της γραφής κρυπτόμενα, πολύ βοηθητική για την ανάγνωσή του. Στο άλλο, εξηγεί τα της έκδοσης του βιβλίου, με ιδιαίτερη μνεία στη συνέργεια της φιλολόγου Άννας Αφεντουλίδου, ως επιμελήτριας του υλικού.

Η συμβολή του Αλέξη Ζήρα αξίζει να επισημανθεί και στις πολλές υποσημειώσεις, που συνιστούν, εκτός από διευκρινίσεις απαραίτητες για τη νοηματική συμπλήρωση του κειμένου, και προσωπικές του παρεμβάσεις/θέσεις. Επισημαίνω δύο από αυτές. Η μία αφορά την υποσημείωση/σχόλιο στην αναφορά του Στεργιόπουλου στον Κλέωνα Παράσχο, με την προσωπική του άποψη να θεωρεί τη Βιογραφία του Παράσχου ως αποτελούσα πρότυπο για τη γραφή του Ex nihilo. Η άλλη αφορά τη  υποσημείωση/σχόλιο, με αφορμή  τη θέση του Στεργιόπουλου για τον ρόλο του συγγραφέα και του ποιητή απέναντι στα γεγονότα της εποχής του. Ο Ζήρας εκφράζει την άποψή του πως ο Στεργιόπουλος διανύοντας (και πολύ τραυματικά) τα χρόνια του Εμφυλίου, δεν δείχνει να τοποθετείται τότε πολιτικά, εικάζοντας πως η συγκεκριμένη πολιτική αναφορά του προέκυψε από την εμπειρία της δικτατορίας και μετά. Οι παρεμβάσεις αυτές καταδεικνύουν πως το έργο ενός κριτικού δεν εξαντλείται, εν προκειμένω σε μια τέτοια έκδοση, στη συλλογή του υλικού και σε διευκρινίσεις. Ο κριτικός εκφέρει και άποψη, ως οφείλει.

Η έκδοση ολοκληρώνεται με ευρετήριο ονομάτων, ελληνικών και ξένων. Εν συνόλω, μια έκδοση που έλειπε, που συμπληρώνει την εικόνα του Κώστα Στεργιόπουλου ως ποιητή, ως κριτικού και, φυσικά, ως προσωπικότητας πίσω από τη γραφή, με τον καλύτερο τρόπο. Με τα ερωτήματα του Καντ να διατρέχουν όλες τις σημειώσεις του Ημερολογίου του: «Τι μπορώ να γνωρίσω;», «Τι πρέπει να κάνω;», «Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;», με αυτό το τελευταίο, όπως το κατέγραψε ο Στεργιόπουλος («Τι δύναμαι να ελπίζω;») να αποτελεί και την τελευταία καταγραφή του το 2014, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του.


Διώνη Δημητριάδου



 

Διώνη Δημητριάδου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου