Ώς την
τελευταία σταγόνα
Δέσποινα Νάσσου
εκδόσεις Συρτάρι
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ως την υπερχείλιση • Fractal
Ώς την υπερχείλιση
«Δεν νομίζω ότι με έβλεπες, αν και ήμουν ακριβώς
μπροστά σου, όρθια, σχεδόν σε ακουμπούσα… Δεν τολμούσα να σε αγγίξω. Φοβόμουν
εκείνο το κενό βλέμμα που με διαπερνούσε, σα να ήμουν φάντασμα κι έκανε τον
παγωμένο αέρα στα μάγουλά μου ακόμα πιο τσουχτερό». (σσ. 16-17).
Έτσι νιώθει μπροστά στη
μητέρα της η οκτάχρονη Αννέτα, ηρωίδα της νουβέλας της Δέσποινας Νάσσου. Ένα
κενό βλέμμα, μια κενή νοήματος σχέση. Μια σύντομη σε έκταση γραφής ιστορία, που
διαβάζεται μέσα από τις διαφορετικές «φωνές», τη διαφορετική οπτική των
προσώπων γύρω από τη μητέρα. Αν ήταν μυθιστόρημα θα το λέγαμε πολυφωνικό. Αυτό
που έχει ενδιαφέρον στο δεύτερο συγγραφικό εγχείρημα της Νάσσου είναι πως μέσα
σε λίγες σελίδες έστρεψε το βλέμμα της σ’ αυτά τα διαφορετικά πρόσωπα, με
γρήγορη εναλλαγή, έτσι που σχεδόν να ακούγονται ταυτόχρονα, να διασταυρώνονται
ή να βαίνουν παράλληλα, συνιστώντας μια εικόνα αντιδράσεων και σκέψεων, στην
ουσία αλληλεπιδράσεων.
Τα δύο ετεροθαλή αδέλφια, η Αννέτα και ο πέντε χρόνια μεγαλύτερός της Τόμας, είναι τα απευθείας θύματα του αλκοολισμού της μητέρας τους. Γύρω τους τα υπόλοιπα πρόσωπα, άλλα σε πιο άμεση γειτνίαση με το πρόβλημα, άλλα σε πιο έμμεση, θα συγκροτήσουν έναν κύκλο «οικογένειας» στη θέση της πραγματικής που είναι πάντοτε απούσα. Το πρόσωπο της μητέρας μένει χωρίς «φωνή» στην ιστορία. Ό,τι μαθαίνουμε προέρχεται από την εικόνα που δημιουργούν τα υπόλοιπα πρόσωπα μέσα στις αφηγήσεις τους, επικεντρώνοντας στην υποκειμενική διάσταση (ενισχυμένη δραματουργικά από τον παροντικό χρόνο της αφήγησης) που παίρνει για το καθένα η μητέρα, ο εθισμός της και τα συνακόλουθα προβλήματα. Την ίδια θα την ακούσουμε μόνο μέσα από μια επιστολή που γράφεται κάποια χρόνια μετά τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορία αυτή καθεαυτήν. Το συγγραφικό τέχνασμα της Νάσσου να εσωκλείσει την ιστορία της ανάμεσα σε δύο σελίδες ημερολογίου της Αννέτας, αφήνει έξω της πλοκής την ίδια τη μητέρα ως «φωνή» και άποψη, με εμφανή ωστόσο τα σημάδια που έχει αυτή εγγράψει στον ψυχισμό των παιδιών της. Αν είχε επικεντρωθεί στη φωνή/άποψη της μητέρας –κάτι που θα λειτουργούσε αρνητικά ως προς την αληθοφάνεια, καθώς αυτή δεν θα ήταν σε θέση να δει καθαρά τι της συνέβαινε αλλά και τις επιπτώσεις στα παιδιά της– τότε θα επρόκειτο για μια άλλη εντελώς ιστορία, που θα άγγιζε περισσότερο τα όρια της ψυχαναλυτικής γραφής. Εδώ, όμως, το κύριο πρόσωπο δεν είναι η μητέρα. Θα έλεγα ότι δεν είναι καν το μικρότερο από τα δύο παιδιά, η Αννέτα, αν και τόσο η παρουσία της όσο και η οπτική της είναι περισσότερο διακριτές. Η γραφή της Νάσσου επιχειρεί να μιλήσει για το πρόβλημα του αλκοολισμού, καθιστώντας αυτό ως κύριο «πρόσωπο» μιας ιστορίας που αν πρέπει να την κατατάξουμε σε κατηγορία, θα της προσδίδαμε τον κοινωνικό χαρακτήρα.
Λέμε συχνά πως η αξία ενός
συγγραφέα γίνεται περισσότερο διακριτή, όταν δούμε το δεύτερο συγγραφικό του
εγχείρημα. Στην περίπτωση της Νάσσου έχουμε δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά
βιβλία. Η πρώτη της ιστορία ήταν η προσωπική της αντιμετώπιση του τραύματος και
του φόβου απέναντι στην ασθένεια, αλλά και η υπέρβασή της, μέσα από τον
αλληγορικό χαρακτήρα ενός παραμυθιού. Με άλλα λόγια, η αλήθεια της πίσω από ένα
αναγκαίο, όσο και παραπλανητικό φίλτρο. Τώρα παίρνει την απαραίτητη συγγραφική απόσταση
από ένα πρόβλημα κοινωνικό στις προεκτάσεις του, μεταβαίνοντας στη θέση του
συγγραφέα-παρατηρητή, του παντογνώστη με τη μηδενική εστίαση, αφήνοντας τα
πρόσωπα της ιστορίας να μιλήσουν το καθένα στη θέση ενός ομοδιηγητικού ή και
αυτοδιηγητικού αφηγητή σε κύριο ή δευτερεύοντα ρόλο.
«[…] Εκείνο το πρωί, μόλις είχα
τελειώσει με το γάλα κι είχα αφήσει το μπρίκι στην άκρη. Δεν έκλεισα όμως τον
διακόπτη της συσκευής, όπως συνήθως. Ήθελα να ζεστάνω τα δάχτυλά μου.
Αναρωτιόμουν αν υπάρχουν πιο ζεστά μέρη στον κόσμο, κάπου που η θερμοκρασία να
μην πέφτει για μήνες κάτω από το μηδέν. Έκανα όνειρα, ναι, το παραδέχομαι...
Απαγορεύεται να ονειρεύεσαι; Ρε, μάλλον θα απαγορεύεται κι αυτό το έμαθα
τελευταίος. Αν ήξερα τι θα επακολουθούσε, είμαι σίγουρος ότι θα είχα προτιμήσει
να φύγω για το σχολείο χωρίς να πιω ούτε μια σταγόνα γάλα. Και χωρίς να κάνω
ηλίθια όνειρα» (σσ. 50-51).
Ωστόσο, κλείνοντας το μάτι
στον προσεκτικό αναγνώστη, διαβαίνει διακριτικά τα όρια της παντογνωσίας, «μετέχοντας»
σε κάποιο σημείο με τη δική της «φωνή» και «παρουσία». Σ’ αυτό, επομένως, το
δεύτερο βιβλίο της έκδηλη η επιλογή να μιλήσει με μεγαλύτερη ευθύτητα, να θίξει
πέρα από το προσωπικό τραύμα την παθογένεια μιας κοινωνίας με πολλαπλά τραύματα,
που συνήθως μένουν στη σιωπή.
Δεν είναι τυχαία η επιλογή
της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του εξωφύλλου (Χριστίνα Καραντώνη, Προς-πέραση),
σκιές σε κίνηση. Αλλά και ο τίτλος ως σημαίνον με διαφορετικά σημαινόμενα:
κυριολεκτική η σταγόνα του αλκοόλ, μεταφορική η υπομονή που εξαντλείται, τα
όρια μιας υπερχείλισης που είναι ανάγκη να τα υπερβείς, προκειμένου να διασώσεις
ό,τι ακόμα αξίζει να διασωθεί, ακόμα κι αν η τελική αξία θα μετρηθεί με μόνη
την απόπειρα της υπέρβασης.
Διώνη Δημητριάδου

