σαν α σαν ο
διηγήματα
Κατερίνα Ι.
Παπαδημητρίου
εκδόσεις Εύμαρος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το πανάρχαιο κεντίδι • Fractal
Το πανάρχαιο κεντίδι
Οι
αφορμές μιας γραφής ίσως πολλές. Οι πιο βαθιές χαράσσουν τις σελίδες, δεν
επιτρέπουν καμία υποχώρηση στην ουσία του λόγου. Είναι αυτές που συν-κινούν,
αυτές που τις μοιράζεσαι. Έξι και χωριστές οι αφορμές στα διηγήματα της
Κατερίνας Παπαδημητρίου, όσες και τα κομμάτια-θραύσματα της συλλογής της. Κι
όμως, σαν μαγικά να ενώνονται όσα εθραύσθησαν, κι έρχονται σε μια ανάγνωση να χτίσουν
ξανά το αρχικό ακέραιο σώμα. Από τον λαβύρινθο των μύθων –πόσο παραμυθητικό το
ψεύδος– που τείνουν προς μια ωραιοποίηση των προδιαγεγραμμένων ρόλων, να οδηγήσουν
στο άφευκτο μιας ομοιομορφίας μέσω μιας προσομοίωσης, όλα όμοια να γίνουν, να
μη χαθούν οι «ρόλοι». Κατόπιν η προσταγή, αφού γλυκά αφομοιώθηκε ο μύθος, να
αποκαλυφθεί πως όλα ένα σκληρό στο επιμύθιό του παραμύθι ήταν. Κι όταν έρχεται
η ώρα της επίγνωσης, και η πλάνη πλέον φανερή, έχει πλέον επιτευχθεί η
αναμενόμενη υποταγή, και ποιος τολμάει τώρα την αποκαθήλωση των ιερών συμβόλων;
Έχουν το τίμημά τους όλα αυτά, ανάμεσά τους και η γραφή, η έκθεση προς τα έξω. […]
«θα γράψω» είπε «όσα έμαθα κι όσα έχω ξεχάσει θα τα θυμηθώ». («Σαν άλφα σαν
όμικρον», σ. 63).
Διαβάζοντας τα διηγήματα της Κατερίνας Παπαδημητρίου, όλα σε μια συνεχή ροή, κι ας διακρίνονται το καθένα με τον τίτλο του, τοποθετημένο στην ενότητά του, μοιάζει να ακούγεται μια πανάρχαια ιστορία, γεμάτη από μύθους και επιφανειακές απομυθοποιήσεις, ίσα για να μη χαθεί ο αρχικός σκοπός, το αρχικό σχέδιο. Ας πούμε το Α ως αρχή και το Ω ως τέλος-σκοπός – θα ήταν αλλιώς η όψη του κόσμου αν είχαν αυτή τη μορφή, αν ολοκλήρωναν ένα σχήμα. Είναι όμως μικρά, με το πρώτο, το α, να μην χάνει (αν και μικρό) τη δύναμή του, έτσι που σαν πλάγια μορφή ταύρου σθεναρού (ιδιότυπο ανδρικής ισχύος) εμφανίζεται. Το Ω «μέγα» όμως, σαν γίνει μικρό και ευτελές, το λέει άλλωστε και η λέξη: ο «μικρόν», τότε μόνο οδύνη, ορφάνια και υποταγμένη όψη έχει. Είναι αυτά τα δύο γράμματα που κανοναρχούν τον κόσμο της αρσενικής ισχύος και της θηλυκής κατωτερότητας, με την κάθε υποχώρηση του ισχυρού απλώς να επιβεβαιώνει την κυριαρχία του. «Δύο πλευρά/ το ένα κεντημένο», διαβάζουμε στην προμετωπίδα. Κατάργηση της ισότητας, αρχή της αδικίας, θεόπνευστης μάλιστα προς επίρρωσιν του άνισου καταμερισμού. Όλα να γίνουν «σαν» όχι με την έννοια του δήθεν αλλά με την έννοια της ομοίωσης, που χτίστηκε μεθοδικά και αργά.
Τα
γραπτά αυτά διαβάζονται (και ερμηνεύονται ίσως) και μέσω των ποιητικών στάσιμων
που προηγούνται των διηγημάτων και εισάγουν στον δικό τους χώρο. Μια επιλογή
που συνταιριάζει άριστα το ποιητικό με το πεζό ως αλληλοσυμπλήρωση, καταργώντας
την ειδολογική κατάταξη και ανοίγοντας τα όρια μιας γραφής που μόνον ως ενιαία
μπορεί να εκληφθεί. Όπως το ποιητικό πριν την 5η ενότητα
(«Υποτακτικές»): Να θέλεις/ υποτακτική/ του ρήματος θέλω// Σε ελεύθερη
μετάφραση/ – πάντα –/ χωρίς μεταπτώσεις// Ενδίδει/ σε/ κορμί δανεικό/ σε χέρι
αρσενικό// Εκλύεται/ Προστάζει/ Θέλε, που μπορεί να διαβαστεί ως ενιαίο όλον με το
διήγημα «Kanun», ερμηνεύοντας καταλυτικά την τελευταία του
παράγραφο: […] Τα άκρα της Βαλμίνα συγκολλήθηκαν. Χρειάστηκαν πολλές
χειρουργικές επεμβάσεις. Στη δίκη κατάφερε να περιγράψει ελάχιστα. Πριν
εγκαταλείψει την αίθουσα κατάφερε να ψελλίσει: «Έκοβε σιγά σιγά». (σ. 86).
Μένω
στο τελευταίο, επιστολικής μορφής, «Το δέντρο», σσ. 119-120), που μόνο του στην
τελευταία ενότητα, προλογιζόμενη από έναν «Ψαλμό» (Ψαλμός κπ΄1103 και κάτι),
ολοκληρώνει, κατά τη δική μου ανάγνωση, το όλο εγχείρημα νοούμενο ως ενιαίο, με
τα διηγήματα που προηγήθηκαν να αποτελούν την τεκμηρίωσή της αρχικής ιδέας. Όπως
άρχισε με τις παραμυθίες, έτσι τελειώνει με τον πανάρχαιο μύθο που όρισε έκτοτε
το αμαρτάνειν, θεμελίωσε την ανισότητα, διαχώρισε το ανθρώπινο είδος σε δύο: το
ισχυρό «α» και το ασθενές «ο». Η Παπαδημητρίου στο εξαιρετικό στη σημειολογία
του «δέντρο», βλέπει τη γυναικεία μορφή να αγνοεί, να καταργεί το πανάρχαια
στημένο σκηνικό, να το ξεθεμελιώνει από τις ρίζες του, να βιώνει τη γέννηση και
τη φθορά, για να καταλήξει σε μια ελπίδα άνθισης ξανά. Η φωνή που ακούμε ανάμεσα
σε αλήθεια και όνειρο, δεν παίρνει απάντηση με λέξεις, παραμένει μοναχική· η
άλλη παρουσία, η ανάκουστη, την έχει αλώσει ολοσχερώς.
Πιστεύω
πως η ουσία στο πεζογραφικό εγχείρημα της Παπαδημητρίου δεν έγκειται τόσο στους
τρόπους και τις τεχνικές της αφήγησης –όλα εύστοχα και άξια μνείας, καθώς αποδεικνύουν
τη σοβαρή σκευή της–, συγγραφικά μέσα με τα οποία διαχειρίστηκε την αρχική ιδέα,
όσο σ’ αυτή την ίδια την ιδέα, που επανεισάγει στη λογοτεχνία μας το θέμα της
ανισότητας και της αδικίας με μια γραφή ιδιαίτερη, συνοψίζοντας χρόνους
ιστορικούς και μη, μύθους και αλήθειες.
Στο
εξώφυλλο, μινιμαλιστικό εικαστικό της Μαρίας Καντ (Καντωνίδου).

