Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δέρμα Νερού Μένιος Καραγιάννης εκδόσεις Συρτάρι Γράφει η Δέσποινα Νάσσου

 

 

Δέρμα Νερού

Μένιος Καραγιάννης


εκδόσεις Συρτάρι


Γράφει η Δέσποινα Νάσσου

 

 



Προσωπικά, ο τίτλος όχι μόνο μου κίνησε την περιέργεια αλλά με έκανε να αισθανθώ το νερό που κυλάει στο δέρμα. Διαβάζοντας, ή μάλλον για να είμαι πιο ακριβής, ρουφώντας τις λέξεις ήταν σαν να έκανα καταβύθιση και απογείωση μαζί. Αυτή ακριβώς η έκφραση αναδύθηκε όταν πρωτοδιάβασα τους στίχους. Ένα ποίημα, ενιαίο. Σαν δέντρο με ρίζες, κορμό και κλαδιά που απλώνονται ακτινωτά και καταλαμβάνουν λεκτικό μα κυρίως ψυχικό χώρο.

 

Δέρμα ίσον αφή, αίσθηση, επιφάνεια, δυνατότητα απόλαυσης, άγγιγμα, πόνος, ευαλωτότητα.

 

Να σιάξω λίγο κι ύστερα με γκρεμίζεις όσο θες

 

γράφει ο ποιητής κι η ανάσα γίνεται κοφτή.

 

Νερό ίσον ροή, καθρέφτισμα, εξαγνισμός, ιαματικό. Διαρρέει, φέρει υλικά, διαβρώνει τον βράχο, εισχωρεί, κυματίζει, μεταβάλλεται, σε δοχείο εμπεριέχεται ή ξεχειλίζει.

 

Από τους στίχους εκλύεται -ναι εκλύεται – σαν ηφαιστειακή λάβα ο βαθύτερος εαυτός. Εκφέρει λόγο, εκφράζεται αλογόκριτος όμως.

 

Να σκίσω τον καμβά σου

Να δω πίσω απ’ το ψέμα το άλλο ψέμα

Το ιερό

 

Μήπως η ίδια λάβα που ρέει ασταμάτητη δεν είναι αυτή που κάνει το χώμα πιο εύφορο και καρποφόρο; Ο έρωτας ως ζητούμενο και σημείο αναφοράς. Εδώ θέλω να σταθώ λίγο διότι με τον τρόπο του ο δημιουργός συνδέει (και πολύ σωστά) την πνευματικότητα με τον ερωτισμό και τη σαγήνη:

 

βρυχήθηκε η δύση όπως

ποτέ ξανά

και πάτησες τη γόπα δυνατά

με άχτι ερωτευμένου

«χάνω σε κάθε αναμέτρηση»

Κάθε μέρα λιγότερο ανόητος λιγότερο

Υπαρκτός

Λιγότερο λιγοστός λυγισμένος

Ανίσιακτος

 

Ομοιοκαταληξία δεν θα βρούμε στο Δέρμα Νερού και δεν θα μας λείψει άλλωστε. Γιατί ο ρυθμός αναδύεται ως αποτέλεσμα εσωτερικής επεξεργασίας, ενώ οι εικόνες προκαλούν αβίαστα και αμετάκλητα το συναίσθημα.

 

Τα πλάσματα λυγίζουν στο λυκόφως

Ο χρόνος αιωρείται/ ζυγιάζεται

Σαν το γεράκι στο ύψος του

 

Σύγχρονη ελληνική ποίηση με ατμόσφαιρα και λυρισμό όπου ο Καραγιάννης, με σκηνοθετική οπτική, εισχωρεί με την ψυχική του κάμερα στο Ασυνείδητο και χαράσσει διαδρομές σαν πιονέρος. Που πάει να πει ότι αφήνει στην άκρη την πεπατημένη και τολμά να διαφέρει.

 

Πόδια γιγάντων ακέφαλο δάσος

Ακούς βήματα να πλησιάζουν

-            Τι κρατάς;

-            Το σφυράκι έψαχνα/ ένα κατσαβίδι

Λίγο σύρμα – ψεύδεσαι.

Μια ποίηση αργασμένη κυρίως υπό την έννοια της ζύμωσης που φτάνει στο απόσταγμα σοφίας ανεπιτήδευτης και για αυτό αυθεντικής.

Έρχεται, δηλαδή, εδώ ο δημιουργός και καταθέτει τον αλήθεια του. Άσιαστος, τσαλακωμένος, με γραφή σχεδόν σουρεαλιστική να αρπάξω ό,τι μπορώ/ ν’ αρπαχτώ/ κι άλλο σκαλί να σκάψω/ αν είμαι τόσο μέσα, ποιος με χαιρετάει; και προστακτικές που όμως δεν προστάζουν, πιο πολύ, θα έλεγα, προσκαλούν, ζητούν να ακουστούν:

 

γλώσσα σαύρα πάρε με από δω»/ πριν με καταπιείς/ τράβα με απ’ τους ώμους/ σφίξε με πάνω σου/ γλέντα με!, βρες ήχους/ χτύπα τύμπανα/ φύτεψε αυτιά/ ξερίζωσε μάτια/ δες πίσω/ άκου: το ουρλιαχτό της τελευταίας λέξης, μίλα μου – με λόγο χωρίς λόγο.

 

Υπάρχει παλμός εδώ, δόνηση και ιμπρεσσιονιστικές πινελιές χρώματος:

 

Κίτρινο μωβ πράσινο βραχώδες

Με λέξεις ζωγραφίζω

Μούσκλια ώχρα/ στο γαλάζιο

Θάλασσα βράχος σεμνός

Διαγώνιο φως γυμνό

Άναρθρο απόγευμα

 

Η υπαρξιακή αγωνία διαφαίνεται άλλοτε στη φόδρα του κειμένου άλλοτε στο προσκήνιο


ίδιος στο τιμόνι/ άλλος στον καθρέφτη/ αγνώριστος έγινα.

 

Πώς να κλείσει κανείς ύστερα από τέτοιο καταιγισμό εικόνων και συναισθημάτων;

Μόνο ο ίδιος ο ποιητής, μας προσφέρει, κατευναστικά τον επίλογο:

 

Κι ευτυχώς να λες

Που μπορούμε και μιλάμε γι’ αυτά

Το δειλινό με βρίσκει απροστάτευτο

Με παρασύρει σε οποιαδήποτε ποινή

Γι ’αυτό σου λέω: ευτυχώς

Που μπορούμε και μιλάμε γι ’αυτά.

 

Το εξώφυλλο, διακρίνεται από διαφάνεια και μινιμαλιστική προσέγγιση, λιτές γραμμές σε γήινα χρώματα.

 

Δέσποινα Νάσσου

David Uclés Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

David Uclés

Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια

Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

David Uclés: «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια»

 


«Επαναλαμβάνω: μη διαβάζετε αυτό το βιβλίο ως ιστορικό τεκμήριο, αλλά ως ιστορική μυθοπλασία» (σ. 332). Μια αναγκαία υπενθύμιση που απευθύνει ο Νταβίδ Ουκλές, ο συγγραφέας του βιβλίου και αφηγητής της ιστορίας, στους αναγνώστες. Μια «παρέμβαση», που θα ξεκινήσει στην αρχή αμυδρά και, καθώς θα προχωράει η ιστορία, θα εντείνεται, σαν ο αφηγητής να θέλει κάθε τόσο να εισχωρεί ανάμεσα στα πρόσωπα, να μεσολαβεί ανάμεσα σ’ αυτά και τους αναγνώστες. Ξεκίνησα από αυτό το ευφυές εύρημα, γιατί δεν αποτελεί απλώς ένα είδος «απομυθοποίησης» της λογοτεχνικής γραφής, με την οποία άλλωστε η αναγνωστική πρόσληψη έχει εξοικειωθεί, αλλά συνιστά και μια αμφίδρομη σχέση από και προς τον συγγραφέα/αφηγητή με τους ήρωες να αυθαιρετούν, να αυτονομούνται, να ανατρέπουν την πλοκή, να αιφνιδιάζουν τον δημιουργό τους. «Δεν ξέρω αν έχετε προσέξει στις αντιδράσεις  διαφόρων χαρακτήρων μια κάποια υπαρξιακή διχοτομία: Οι Ίβηρες δεν ήξεραν αν έπρεπε να πιστέψουν στον Θεό ή στον αφηγητή. Αγνοούσαν αν ήταν το ίδιο πρόσωπο ή όχι, και αν κάποιος από τους δύο υπήρχε. Κατά κανόνα, η ιδέα ότι αποτελούσαν ένα αφηγηματικό προϊόν τους άγχωνε περισσότερο από το να είναι πλάσματα μιας επουράνιας οντότητας» (σσ.249-250). Έτσι, δεν είναι πάντα ο αφηγητής που τους κατευθύνει, κατά τη δική του βούληση, είναι και αυτοί ως αντιδρώντα υποκείμενα με άποψη και βούληση. Ταυτόχρονα, σε μια πάντα ευθεία αναφορά προς τους αναγνώστες, ο αφηγητής προβλέπει, «γνωρίζει», όχι με τη δόκιμη ιδιότητα του παντογνώστη, που γνωρίζει μόνον όσα αφορούν στην επινοημένη ιστορία του, αλλά ως υπεριπτάμενος της ιστορίας του, ως γνώστης των μελλούμενων. Δεν προοικονομεί, δεν προϊδεάζει, παρουσιάζει απροκάλυπτα τι θα συμβεί, επιτρέποντας μόνο μικρές αβεβαιότητες. Θεωρώντας πως αυτή η ιδιάζουσα γραφή είναι ένας από τους βασικούς δομικούς λίθους που στερεώνουν την ιστορία, προχωρώ στο επόμενο ξάφνιασμα.

Συχνά η λογοτεχνία συνιστά μια οπτική διαφορετική λίγο έως πολύ στην ιστορική αφήγηση, και μακάρι στην ιστορική αλήθεια, όσο αμφίρροπη κι αν είναι αυτή. Ωστόσο το εγχείρημα αυτής της γραφής να αποδοθούν τα ιστορικά γεγονότα όχι μόνο με τον συνήθη ρεαλισμό αλλά ίσα ίσα με τον μαγικό ρεαλισμό, και μάλιστα σε τέτοια έκταση, θα έλεγα πως αποτελεί μια τολμηρή «βουτιά» στις απεριόριστες δυνατότητες της λογοτεχνίας. Η αφήγηση του Εμφύλιου πολέμου στην Ισπανία (1936-1939), όπως τη συνέλαβε ο Ουκλές, ακροβατεί ανάμεσα στη σφοδρή σκληρότητα των εικόνων και στη μαγεία της αντίπερα συγγραφικής όχθης, στο σημείο που η πραγματικότητα βρίσκει αναπάντεχα την ανατροπή της, χωρίς, όμως, να χάνει καθόλου το ρεαλιστικό νήμα, καθώς ό,τι επινοείται βρίσκει σταθερό έδαφος στη σκληρή αλήθεια, την καθημερινότητα μιας ζωής (ζωής, αλήθεια;) εν μέσω αδελφοκτόνου (στην κυριολεξία) πολέμου, από τους σφοδρότερους που γνώρισε ο προηγούμενος αιώνας, ένας προάγγελος της άλλης αδιανόητης σύλληψης, του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, που ακολούθησε. Μια επισήμανση εδώ, νομίζω, σημαντική για τον τρόπο της γραφής αυτής. Ο μαγικός ρεαλισμός, όσο και οι πολλές σουρεαλιστικές εικόνες, κερδίζουν έδαφος όσο προχωράει η ιστορία, σαν η σκληρότητα να μην μπορεί πλέον να αποδοθεί διαφορετικά, όταν η λογική στερεύει μπροστά στη φρίκη των ενστίκτων, στη βιαιότητα που εν δυνάμει κρύβεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, και κάτω από ικανές συνθήκες φανερώνεται. Σκέφτομαι, συνδέοντας αυτή τη σκέψη με όσα γράφονται στην προηγούμενη παράγραφο, πως ίσως στην πορεία της γραφής επινοήθηκε τόσο η παρέμβαση του αφηγητή στην ιστορία όσο και η μεταπήδηση στον μαγικό ρεαλισμό. Διατηρώ, όπως είναι φυσικό, το δικαίωμα της αναγνωστικής και κριτικής άποψης.

Και τώρα η ιστορία αυτή καθεαυτή. Ο Ουκλές αφηγείται τα τρία χρόνια της εμφύλιας διαμάχης μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα (άλλωστε, ο ίδιος χρησιμοποιεί τον όρο «ιστορική μυθοπλασία»), αλλά χρησιμοποιεί ως όχημα της αφήγησης την ιστορία της δικής του οικογένειας από το χωριό Κεσάδα, που εδώ ονομάζεται Χάντουλα. Έχει οδηγό τις έμμεσες μνήμες του παππού του (γεννήθηκε το 1940), τα βιώματα της κατασπαραγμένης του οικογένειας, αλλά και τη δική του επιτόπια έρευνα στους τόπους της τραγωδίας. Ενδιαφέρον αυτό, καθώς ο ίδιος (γεννημένος το 1990) διανύει μόλις την τέταρτη δεκαετία της ζωής του. Παρουσιάζει, με πολλές λεπτομέρειες από ιστορικές πηγές, τους σχεδιασμούς των μεγάλων μαχών, τις ολοσχερείς καταστροφές μνημείων και πόλεων, τους βασικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων και από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες. Ταυτόχρονα, καθώς παρακολουθεί την πορεία της δικής του οικογένειας, με επικεφαλής τον «πατριάρχη» Οδίστο, παρουσιάζει τις αντιδράσεις του απλού λαού που χωρίς να το θέλει βρέθηκε να επιλέξει στρατόπεδο, να διαλύσει τις οικογένειες του, να σκοτώσει τα αδέλφια του, να υποκριθεί πίστη στους κόκκινους ή στους φασίστες για να επιβιώσει, να αναθεωρήσει κατόπιν αναλόγως, να δικαιωθεί ή να μείνει αδικαίωτος.

«Πολλές φορές το πιο επικίνδυνο σ’ έναν πόλεμο δεν είναι ο ένοπλος αγώνας ενάντια στον εχθρό, αλλά το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με αυτούς που σε περιτριγυρίζουν. Όλα επιτρέπονται! Και αν κάποιος σου φυτέψει μια σφαίρα μες στη μέση του δρόμου, κανείς δεν πρόκειται να δικαστεί. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος που προκαλεί ένας πόλεμος· η αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας» (σ. 129).


Η θέση του ίδιου στα γεγονότα είναι όσο γίνεται αντικειμενική. Δεν τηρεί στάση ουδετερότητας, αντιθέτως παίρνει θέση, στιγματίζοντας και τις δύο μερίδες για το μέγεθος του κακού που αναλογεί προς την καθεμία. Ο Οδίστο, σε μια απρόσμενη στιγμή, θα γράψει τους παρακάτω στίχους, που μοιάζει να αφορούν τους πάντες: «Ένας πιστός θρυμματίζει έναν σταυρό./ Ένας άθεος με αγιασμό μυρώνεται./ Ένα αφεντικό υψώνει τη γροθιά του./ Ένας εργάτης χαιρετάει φασιστικά./ Όλοι τους ράβουν τα μέλη των παιδιών τους» (σ. 725). Στη δική μου ανάγνωση, η πλάστιγγα της γραφής του γέρνει προς την αριστερή πλευρά, χωρίς να της χαρίζεται ούτε στο ελάχιστο για τα δικά της κακουργήματα. Ενισχύεται αυτή η θέση από το γεγονός πως την ιστορία διαπερνούν οι δεκαπέντε οιωνοί που προέρχονται από την Εύα, την ασάλευτη προφήτη της Χάντουλας, με την οποία ο αφηγητής συμβαδίζει ως προς την αποκάλυψη των μελλούμενων. Σαν να αλληλοσυμπληρώνονται, με τον αφηγητή να αποκαλύπτει τι θα συμβεί στα πρόσωπα της ιστορίας του, με την Εύα να προμηνύει τα μελλούμενα όλου του λαού. Στον τελευταίο οιωνό, τον 15ο, η Εύα, αφού προφητεύσει τον δικό της θάνατο από τους φασίστες, συνεχίζει: «Αυτά σ’ εμένα, αλλά σ’ εσάς… Εσάς θα σας ρουφήξουν τη ζωή για σαράντα χρόνια! […] Εγώ, που σας έφερα φως στο πικρό σας μέλλον, που σας προειδοποίησα και έκλεισε η φωνή μου κι αρρώσταινα για να σας ιστορήσω τις βρομιές που ζύγωναν! Εγώ, που σας προειδοποίησα για τον μονάρχιδο ηγέτη και τις αδιάκοπες ιαχές του ευνούχου!» (σ. 774).

Ο Ουκλές θα παρεμβάλει ανάμεσα στα κεφάλαια τις απόψεις/παρεμβάσεις κάποιων από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, αλλά και συγγραφέων στη διάρκεια του εμφυλίου και στον απόηχό του, μία από τις αρκετές αναφορές που κάνει στον ρόλο της διανόησης, που κι αυτή έχει να μετρήσει τα λάθη της, τις υπαναχωρήσεις δίπλα στις καθαρές της φωνές. Κρατώ αυτό από τον Αγουστίν Γκόμεθ Άρκος: «Μετά […] ήρθε ο πόλεμος […] που μετατρέπει τος ανθρώπους σε ράκη· τα σπίτια σε ερείπια, και αυτομεταμορφώνεται σε εξόντωση, που κάποιοι αποκαλούν ειρήνη» (σ. 208).  

Η μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου συνιστά έναν άθλο.

Στο εξώφυλλο (Rafael Zabaleta, La Romería, 1959) ανθρώπινες φιγούρες διαφορετικής προέλευσης, συναγμένες όλες μαζί, με βασιλικές και φασιστικές φιγούρες στην επάνω σειρά. Συμβολική απεικόνιση.

 

Διώνη Δημητριάδου