Αννίτα Παναρέτου
Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι
Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Αννίτα Π. Παναρέτου: «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι»
«Ο
άνθρωπος που ξέρει την ώρα που θα πεθάνει είναι ο μόνος ακέριος και γνήσιος
άνθρωπος. Όλα τα άλλα είναι όμορφα λόγια. Ο θάνατος είναι ο κριτής, ο
υπέρτατος. Εκεί αντίκρυ θα ζυγιάσουμε την ψυχή μας». Με αυτά τα λόγια ο Ι. Μ.
Παναγιωτόπουλος μιλά για τις τελευταίες ώρες, πριν την εκτέλεση των οκτώ πρώτων
στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στις 5 Ιουνίου 1942. Ανάμεσά τους ο Μιχάλης
Ακύλας, 41 ετών, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, με μετάταξη στην
Αεροπορία, πεζογράφος και ποιητής. Ο Ακύλας συνελήφθη μαζί με άλλους πέντε στην
προσπάθειά τους να περάσουν στο Κάιρο για να ενωθούν με τις ελληνικές και
συμμαχικές δυνάμεις κατά του Άξονα. Στους έξι αυτούς προστέθηκαν δύο νεαροί
φοιτητές που οι Γερμανοί συνέλαβαν για την αντιστασιακή τους δράση· Οι εν
συνόλω οκτώ, εκτελέστηκαν ως όμηροι, χωρίς καν να περάσουν από δίκη, ως παραδειγματική
απάντηση σε σαμποτάζ κατά των Γερμανών.
Η Αννίτα Παναρέτου, συγγραφέας και
ερευνήτρια (έχοντας ήδη ασχοληθεί με την τύχη των ομήρων και αιχμαλώτων των
ναζιστικών στρατοπέδων), στο πρόσφατο βιβλίο της παρουσιάζει τη βιογραφία του
Ακύλα, προϊόν μακρόχρονης έρευνας και μελέτης πηγών, εστιάζοντας κυρίως στις
μνήμες αυτοπτών μαρτύρων. Έτσι, μας γνωρίζει την προσωπικότητα, το ακέραιο ήθος
ενός αληθινού Έλληνα πατριώτη, αλλά και τη γραφή ενός λογοτέχνη που μπορεί να
μην δημοσίευσε παρά μόνον ένα διήγημα (1934) και μία ποιητική συλλογή (1935),
αλλά ήταν γνωστή η φιλία του με τους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου, και η
συμμετοχή του στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Δεν είναι τυχαία η αφιέρωση
του Ηλία Βενέζη στο χειρόγραφο της Αιολικής γης: «Γράφω στις 6 Ιουνίου
1942. Εξετέλεσαν το φίλο μου Μιχάλη Ακύλα, αεροπόρο και ποιητή. Με συγκίνηση
τούτο το κεφάλαιο του αφιερώνεται». Ούτε τυχαίο και το «προφητικό», θριαμβικό
ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Ίε παι!», γραμμένο για τον φίλο του, τον Ακύλα,
το 1933: […] Θα έχης έργα δυσκολώτατα και μεγάλα να κάμης/ Και το βάρος τους
θα ’ναι τόσο και τόσοι οι εχθροί σου/ Που μόνον ο μέγας ενθουσιασμός σου και η
πίστη/ Θα σ’ επιτρέψουν να τα φέρης εις
πέρας.
Η έρευνα της Παναρέτου διαγράφει
μια πορεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του Ακύλα, την επιλογή του να ενταχθεί
στο Ναυτικό αρχικά, μετά στην Αεροπορία –μια επιλογή που αναθεωρεί σύντομα και
βγαίνει πρόωρα σε σύνταξη, καθώς η στρατιωτική ζωή, όπως ορίζεται από τους κανόνες (και την παραβίασή τους) δεν του ταιριάζει– κατόπιν
την ανάκλησή του λόγω του πολέμου, την απόπειρα να διαφύγει από την κατεχόμενη Ελλάδα για να πολεμήσει στη Μέση
Ανατολή, τη σύλληψή του, αποτέλεσμα προδοσίας, τη φυλάκισή του, την αναμονή της
εκτέλεσης, τέλος την εκτέλεση. Παρουσιάζει πηγές από εφημερίδες και λογοτεχνικά
περιοδικά, από επιστολές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι αφηγήσεις, οι
προφορικές μαρτυρίες, καθώς αποτελούν μέρος της πολύτιμης προφορικής ιστορίας,
που εδώ καταγράφεται, συμπληρώνοντας την επίσημη ιστορία. Οι μαρτυρίες των
συγκρατούμενων των οκτώ ή αυτές των ιερέων, που επιστρατεύθηκαν για την
εξομολόγηση και τη μετάληψή τους, είναι συγκλονιστικές, όπως και τα πρόχειρα
μικρά σημειώματα που άφησαν οι εκτελεσθέντες για τους οικείους τους. Φανερώνουν το ήθος των ανθρώπων μπροστά στον
κυνισμό των Γερμανών και του δωσίλογου Έλληνα, μπροστά στην αναμονή της
εκτέλεσης. Και, όπως θα ήταν αναμενόμενο, δεν περιορίζεται στον Ακύλα αλλά
μνημονεύει και τους υπόλοιπους επτά, καθώς κοινή η μοίρα τους αλλά και κοινή η
σθεναρή τους στάση μέχρι το τέλος. Γράφει η Παναρέτου στο «προλογικό» της κεφάλαιο
«Συναντώντας τον Μιχάλη Ακύλα»:
Ο
τίτλος του βιβλίου ξεκινά με έναν στίχο του, που αποδίδει συμβολικά την
πεμπτουσία της θυσίας, όχι μονάχα του ίδιου, αλλά και των επτά συγκρατουμένων
του, οι οποίοι, άλλος δυναμικότερα, άλλος πιο αμυδρά, άρχισαν να έρχονται
σταδιακά στο προσκήνιο· θα ήταν άδικο να τους παρακάμψω, από τη στιγμή που όλοι
μοιράστηκαν την ίδια μοίρα, την ίδια στάση απέναντι στον θάνατο, την ίδια
επαινετική υστεροφημία.
(σ. 15).
Διαβάζοντας, νιώθεις να μπαίνουν δίπλα δίπλα οι δύο ιδιότητες του Ακύλα, ο πατριώτης που βρίσκει τη δύναμη να ψάλει τον εθνικό ύμνο και να φωνάξει «Ζήτω η Ελλάδα!» μπροστά στα όπλα των Γερμανών εκτελεστών, και ο λογοτέχνης που με ιδιαίτερο λυρισμό γράφει τους στίχους του, αλλά και παρουσιάζει ένα κριτικό πνεύμα (ξεχωριστό για την εποχή του) στο διήγημά του Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα. Σ’ αυτό θα δούμε τον Ιούδα να εξυψώνεται με τον θάνατό του με τον Ιησού, δείχνοντας την ανάγκη της θνητότητας να ενωθεί με τη θεότητα. Θα δούμε, όμως, και μια διαφορετική προσέγγιση του Ιησού, καθώς ο Ακύλας τον βλέπει με το ανθρώπινο πρόσωπό του, πέρα και πάνω από το υπερφυσικό μέγεθος. Είναι κρίμα που έχουμε τόσο λίγα δείγματα της τέχνης του Ακύλα, που ίσως είχε γράψει περισσότερα, αλλά παραμένει μυστήριο πού βρίσκονται ή πώς χάθηκαν τα χειρόγραφά του.
Αξίζει η αναφορά στη συμβολή στο
βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας του
Ε.Κ.Π.Α, ελληνιστή Χάγκεν Φλάισερ. Όχι μόνο γράφει τον Πρόλογο, παρουσιάζοντας
τη δική του «συνάντηση» με τον Μιχάλη Ακύλα (ευτυχείς οι συγκυρίες), αλλά
παραθέτει σε χωριστό επιλογικό κεφάλαιο («Συναντώντας τον “δήμιο”) την αληθινή
του συνάντηση, το 1972, με τον Γερμανό στρατηγό Αλεξάντερ Αντρέ, που είχε
διατάξει την εκτέλεση των οκτώ, παρά τις έντονες εκκλήσεις σημαντικών προσώπων
της εποχής, καθώς και το αίτημα που του απηύθυνε σε ζωντανή συνομιλία τους ο
Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, παρά ακόμη και τη συμβουλή της γερμανικής πρεσβείας
που επισήμανε το αρνητικό αντίκτυπο μιας τέτοιας εκτέλεσης. Η εικόνα που
δείχνει ο εκτελεστής τόσα χρόνια μετά το γεγονός; Όπως γράφει ο Φλάισερ:
Είχα
ήδη καταλάβει ότι πολλοί άνθρωποι, ιδίως του ευρύτερου δημόσιου βίου, έδειχναν
διαφορετικοί, ανάλογα με την περίσταση, με τον ρόλο που καλούνται να
εξυπηρετήσουν, με τη ζέση που εξυπηρετούν αυτόν τον ρόλο και, κυρίως, με τον
χρόνο που σταδιακά τους απομακρύνει από την περίσταση. (σ. 197).
Η
έκδοση συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό, εκτενείς Σημειώσεις σε κάθε κεφάλαιο
και, το σπουδαιότερο όλων, από τα κείμενα του Ακύλα, το πεζό του και τα
ποιήματά του. Μια έκδοση σημαντική και για το ιστορικό της ενδιαφέρον αλλά και
για το λογοτεχνικό. Παραθέτω λίγους στίχους του Μιχάλη Ακύλα από τη μοναδική
του ποιητική συλλογή:
Στίχους,
ναι! στίχους γράφουμε· και με τα κούφια λόγια
σαλεύουμε
θεμέλια, ξυπνάμε χαλασμούς,
και
πάλι στα γκρεμίσματα και πάλι στα συντρίμια
δημιουργοί
στυλώνουμε μαρμάρινους ναούς
Και
εδώ στίχοι, γραμμένοι στη φυλακή, λίγο πριν την εκτέλεση:
Εδώ
η ζωή μένει σταματημένη
στο
αβέβαιο ημίφως
μακρινής
ελπίδας.
Έμειναν
έξω απ’ τη θύρα
όλα
όσα αγαπούμε,
τ’
αφήσαμε εκεί
περνώντας
το κατώφλι
Διώνη
Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου