Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, εκδόσεις ΑΩ Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης Λόγος ταπεινός

 

Διώνη Δημητριάδου

 Αδώνιδος κήποι

 εκδόσεις ΑΩ



Λόγος ταπεινός

Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης
η πρώτη δημοσίευση στο Culturebook
στη στήλη Βραχέα ποιητικά 

Η συλλογή χαρακτηρίζεται από «έναν ρυθμό βαδίσματος απόλυτα σταθερό, χωρίς λυγίσματα», όπως ήδη έγραψε η Ευσταθία Δήμου.

Ήτοι, πεζά ποιήματα σε στίχους έχουμε εδώ, χωρίς «λυγίσματα», αναστολές, υπεκφυγές και φιοριτούρες, όπως αρμόζει στην ώρα του θανάτου, του απολογισμού των πεπραγμένων, του νοήματος του ταξιδιού.

Με «ρυθμό βαδίσματος», χωρίς αυξομειώσεις και εντάσεις, χωρίς άλλη ρυθμική αγωγή, παρέλασης ή επίδειξης, παρά εκείνη του καθημερινού λόγου, γιατί την πομπή του Επιταφίου ακολουθεί, πεζή, όχι τον λυρισμό του επιτάφιου λόγου, όχι το φως των κεριών, που με χάρη τρεμοπαίζουν, όχι την αχλύ του δρώμενου και της παράστασης, αλλά του ταπεινού φύτρου της φακής τη μοίρα, που σε πιατάκια οικιακά φυτρώνει, πρόσκαιρη και θνησιγενής, μετέχοντας και γειώνοντας, νοηματοδοτώντας ανθρώπινα το δράμα.

Με ρυθμό όμως και βάδισμα «απόλυτα σταθερό», γιατί διά της ποίησης δεν επιζητεί την άνω λύτρωση, στου μεταφυσικού τις ενοράσεις, ούτε και θρηνεί για των εγκόσμιων τις ματαιώσεις, αλλά πορεύεται γυμνός ο λόγος, σίγουρος για τον εαυτό του, δηλαδή για τη ματαιότητά του, ως ανάγκη όμως βιοτική, ως νόημα της ύπαρξης.

Εδώ, «τα λυρικά να λείπουνε», δήλωνε ευθαρσώς και προγραμματικά ο Τάκης Σινόπουλος, στη σημαντικότερη εκείνη φάση του, που μας έδωσε τον εμβληματικό «Νεκρόδειπνο» και άλλα έξοχα ποιήματα, ανατέμνοντας την ιστορική διαδρομή μέσα στην οποία έζησε και ποίησε.

Σε αυτό ομνύει η συλλογή της Δημητριάδου, ως αισθητικό πρόταγμα, ανατέμνοντας τη διαδρομή της ύπαρξης, φυσικά σε διάλογο με τη μεταφυσική τής λύτρωσης, από τη θέση όμως όχι του πιστού αλλά του ζώντος και θνήσκοντος, που βλέπει, βιώνει και, γενικεύοντας, μιλά σε τρίτο πρόσωπο:

αποσυνάγωγοι
από θεούς κι ανθρώπους
[…]
Κι όταν Παρασκευή μεγάλη ξημερώνει
θρηνούν εκείνον και τον εαυτό τους
για όλες τις μικρές Παρασκευές
που ανάσταση καμιά δεν καρτερούν

Μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, διατηρεί μια ελάχιστη απόσταση ασφαλείας, όχι για να σωθεί αλλά τον ελάχιστο εκείνο χώρο της ποίησης να σώσει, ώστε εκείνη, η ποίηση, για όλα αυτά να μιλήσει.

Μα να μιλήσει ανθρώπινα, όχι ως παρενδυσία του άνω ή του κάτω κόσμου, γιαυτό κι όταν ο ίαμβος εμφιλοχωρεί ακέραιος, σε έναν κόντρα ρόλο, ο ταπεινός λόγος τον γειώνει πάραυτα:

Παρασκευές μικρές
μονάχα αυτές να σώζονται
θάνατο και ζωή κανοναρχώντας

Λέξεις από μόνες τους αρθρώνονται…

Δόκιμος κριτικός η Δημητριάδου, εδώ, με ένα ποίημα αθόρυβο, όπως αρμόζει, χωνεμένο κάπου μέσα στις σελίδες του βιβλίου, μας δίνει ποιητικά και το πλέον ακριβές στίγμα του Ηλία Λάγιου, αφού η συλλογή της και με το «Requiem» εκείνου συνομιλεί:

Όσο αναρωτιόταν
αν ποτέ θα έμελλε να του δοθεί
ουράνια χάρη
σαν να πει συγχώρεση
τόσο πειθόταν πως
αμφίβολο πολύ
αν θα του έδινε
ο ίδιος τη δική του
έτσι που κύλησαν τα χρόνια του
σπαρμένα με οδύνη

Κώστας Βούλγαρης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου