Γράφει η Δέσποινα
Καϊτατζή-Χουλιούμη
«Αδώνιδος κήποι» της Διώνης Δημητριάδου (κριτική) – Ποιητική αναμέτρηση με τα σκοτάδια του θανάτου
Ποιητική αναμέτρηση με τα
σκοτάδια του θανάτου
Η ποιήτρια Διώνη
Δημητριάδου, στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της με τίτλο: «Αδώνιδος
κήποι» (ΑΩ Εκδόσεις, 2025) πραγματεύεται με στοχασμό και σθένος την ακατάληπτη συνθήκη
του θανάτου και το οδυνηρό πένθος σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με την τραγικότητα
της ανθρώπινης μοίρας.
Ο τίτλος προέρχεται από τον αρχαίο μύθο, ο
οποίος πέρασε ως λαϊκή παράδοση στο χριστιανικό τελετουργικό της μεγάλης
εβδομάδας, παραπέμποντας στην ανθοφορία αλλά και στο φθαρτό της ανθρώπινης ύπαρξης
και στο θάνατο. Το εικαστικό έργο «Βυθός» της Φωτεινής Χαμιδιελή που κοσμεί το
εξώφυλλο μαζί με τον στίχο της προμετωπίδας «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου
δίδεται» του Οδυσσέα Ελύτη,[1] προϊδεάζουν τον αναγνώστη.
Η ποιητική συλλογή «Αδώνιδος
κήποι» αφορά σε μια πραγματεία θανάτου τρόπον τινά, σε ένα μοιρολόι, σε έναν
στοχαστικό θρήνο και σε μια καταβύθιση στο μαύρο του θανάτου και στα αναπάντητα
ερωτήματα της ύπαρξης και του επέκεινα, θέματα που επανέρχονται στην ποίηση της
Διώνης Δημητριάδου. Η συλλογή αποτελεί παράλληλα και μια πραγματεία ποιητικής,
καθώς πολλά αποσπάσματα ανιχνεύουν διεργασίες της ποιητικής δημιουργίας.
Έχω την αίσθηση ότι η
θεώρηση της Διώνης Δημητριάδου για την ποιητική γραφή – όπως και η όλη στάση και παρουσία της στα γράμματα
– προσεγγίζει αυτή του Μανόλη Αναγνωστάκη ο οποίος διατείνεται ότι: «Η ποίηση
είναι πρώτιστα Γλώσσα και Γλώσσα είναι πρώτιστα Ήθος. Κι ο Ποιητής είναι το
Ήθος, είναι το ακέραιο πρόσωπο που-ιεροφάντης, μύστης, αγωνιστής ή
επαναστάτης-φωτίζει με το εσώτερο φως του τη διαδρομή του χρόνου». (Συλλογικός τόμος, Επιμ. Σπύρος Αραβανής, Ο μελοποιημένος Μανόλης Αναγνωστάκης).[2]
Στους Κήπους του Αδώνιδος το ποιητικό υποκείμενο αναμετριέται με το σκοτάδι του θανάτου. «Ώρα απολογισμού / καιρός να αναμετρηθώ / με αυτά που γλίστρησαν αθέατα / από μια χαραμάδα / σε αφύλακτη στιγμή» («Απόηχος μιας νέμεσης», σσ 14-15), γράφει. Η Δημητριάδου αναμετριέται με σθένος ψυχής και κουράγιο με τα ανείπωτα, με το αφόρητο άχθος του ανθρώπου, αρχίζοντας να μιλά για το ήθος του ποιητή και ορίζοντάς το ως: «το άχθος του ανθρώπου».
«Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι
από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό
τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο
ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι
Μόνο αυτό θα έχεις
των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή
πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι
Ευχή κι όχι κατάρα
με μια ελάχιστη φωνή
το πιο βαρύ στα ποιήματα
φορτίο που σηκώνεις
Ήθος του ποιητή
το άχθος του ανθρώπου» («Ποιητού το άχθος», σελ. 9).
Πρόκειται για μια
ποιητική σύνθεση αποτελούμενη από μακροσκελή κυρίως ποιήματα, τα οποία
φαντάζουν σαν θρηνητικά μοιρολόγια στοχαστικών αναζητήσεων και υπαρξιακής
αγωνίας μπρος στην ευθραυστότητα και το αφόρητο άλγος της ανθρώπινης μοίρας, αλλά
και διεργασίες πένθους και συμφιλίωσης, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται οκτώ ολιγόστιχα
και άτιτλα ποιήματα που λειτουργούν σαν στοχαστικές συνόψεις για τις επιμέρους ενότητες
αλλά και ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσά τους. Ο λόγος άλλοτε πυκνός και λιτός με
ελλειπτική και υπαινικτική γραφή και άλλοτε διαυγής, αφηγηματικός, και λυρικός με
ρυθμό που παραπέμπει σε μοιρολόγια λαϊκής παράδοσης. Η ποιήτρια συνομιλεί
διακειμενικά με ομότεχνους και λογοτεχνικά έργα, όπως το διήγημα «Το φονικό της
Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Δημήτρη Χατζή στο ποίημα («Άτοπη συνομιλία», σελ. 22), όπου
πραγματεύεται το άγχος θανάτου και την ασίγαστη προσπάθεια του δημιουργού
για ομορφιά, πραγμάτωση και διάρκεια
μέσα από την εμμονική σχεδόν δημιουργία γλυπτών
της Μόλναρ και την καταφυγή της στην ομορφιά και αιωνιότητα των αγαλμάτινων
έργων της, ως άμυνα και ανάγκη αναπλήρωσης. Συνομιλεί και με δικά της έργα εντάσσοντας
π. χ. στη σύνθεση το ποίημα «Κάποια μικρή Παρασκευή», σελ. 48-49, το οποίο
υπάρχει σε προηγούμενη ποιητική συλλογή της.[3] Στη
συνομιλία της με τον ποιητή Ηλία Λάγιο στο
ποίημα ποιητικής,[4] («Ιδού», σελ. 40-41), που του το αφιερώνει, παραπέμπει
στη θέασή του σχετικά με την αθωότητα και την αθώωση των πάντων ακόμα και του θεού
που συντελείται κατά τη διεργασία και διαδικασία της ποιητικής γραφής.
Αρκετά είναι τα ποιήματα ποιητικής,
όπως π.χ. το ακόλουθο, όπου σκιαγραφεί το ψυχικό φορτίο κατά την ποιητική γραφή
και τη δημιουργική αγωνία του ποιητή, την οποία ανιχνεύει κρυφά ο αναγνώστης:
«Θήραμα και κυνηγός
θύμα και θύτης
το παίγνιο της ζωής
το άλλοθι του θανάτου
καθώς σε προαιώνια
επιταγή
διαρκώς τη φύση εναλλάσσουν
ώς να τελέψει η ανάσα
κάτι ακόμα να γραφεί
σχήμα καθορισμένο
ώς να τελέψει η ανάγνωση
του βίου το παραμύθι
[εκεί στα όρια της
αντοχής η αρπάγη ξετυλίγεται το θήραμα να πιάσει μαύρο κεφάλι ο κυνηγός σαν λεοντή
τη λεία του να ντυθεί κι εκείνο στις λέξεις αφημένο να σπαρταράει ακόμα ώσπου
να κλείσει δικαιωματικά την ύστατη σελίδα της απόγνωσης παρείσακτος του
δράματος ο αναγνώστης]»
(«Σαν παραμύθι», σελ.
39).
Στους Κήπους του
Αδώνιδος έχει κεντρική θέση η μνήμη
και το ψυχικό φορτίο που φέρει, το οποίο μπρος στην οδύνη του θανάτου βιώνεται αφόρητο,
όπως διαφαίνεται στο 1ο άτιτλο ποίημα, όπου το ποιητικό υποκείμενο
απευθυνόμενο στη μνήμη της ζητά να γίνει λήθη, σαν μια σωστική άηχη λέμβος που
θα την υποσκελίσει καταργώντας τις οδυνηρές λέξεις:
«Πώς λήθη φθάνεις άηχη
λέμβος σωστική;
Χάνονται μέσα μου τα
πρόσωπα κι οι μνήμες
κλείνω υγρές σταλαγματιές
τις λέξεις καταργώντας
Μνήμη του αίματος, λήθη
να γίνεις»
(«Πώς λήθη φθάνεις άηχη
λέμβος σωστική;», σελ. 13).
Στο 2ο ανιχνεύεται
το αιώνιο αναπάντητο ερώτημα και η υπαρξιακή αγωνία που συνοψίζεται στον στίχο:
«Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του πνιγμού;» («Άφησε απ’ το χέρι λίγη
λίγη την άμμο να κυλήσει», σελ. 19).
Στο 3ο το
ποιητικό υποκείμενο επικαλείται τη μνήμη για την καταμέτρηση των νέων «αναχωρητών» και της απουσίας:
«Ας καταμετρηθεί,
λοιπόν, η απουσία
[…]
Όσοι πιο μακρινοί ας
περιμένουν
Εδώ έχουμε νέες
εγκαταλείψεις»
(«Ας καταμετρηθεί,
λοιπόν, η απουσία», σελ. 24).
Το 4η άτιτλο ποίημα πραγματεύεται την αμφιθυμία του ποιητικού υποκειμένου
ανάμεσα στην επιθυμία της παραδοχής της ανθρώπινης μοίρας απογυμνωμένης κι
ανάλαφρης από παραμυθίες και θαύματα και στη δυσκολία του να την αντέξει:
Καθώς σιγοσβήνει το θαύμα
μέσα μου
Απατηλές ελπίδες
εξαντλώντας
Σαν μια βαριά αλυσίδα
εκούσιας υποταγής
Να σύρθηκε αργά
ελευθερώνοντας
Τα τσακισμένα μέλη
Μόνο που τώρα να βρω
σφυρί κι αμόνι πρέπει
Απ’ την αρχή σφυρήλατα να
φτιάξω νέα δεσμά
(«Καθώς σιγοσβήνει το θαύμα μέσα μου», σελ. 31)
Στο 5ο άτιτλο, που αποτελεί ένα πυκνό τρίστιχο ποιητικής, πραγματεύεται
την ιαματική λειτουργία της ποιητικής γραφής, όπου παρά τον βαθύ ψυχικό πόνο ο
ποιητής γράφοντας βιώνει μια αίσθηση κατάργησης του θανάτου, ο οποίος μπορεί να
καταργεί την ανθρώπινη ζωή όχι όμως τη γραφή και ιδιαίτερα την καλή ποίηση που
υπάρχει και ανασαίνει στο διηνεκές:
«Καθώς εσώκλεισα τον
θάνατο στο ποίημα
ένιωσα πως τον νίκησα
κι ας ήτανε τόσο βαθύ το
πένθος της ψυχής.»
(«Καθώς εσώκλεισα τον
θάνατο στο ποίημα», σελ. 47).
Στο 6ο, προσδίδει
την ανάσταση μόνο στον Άδωνη, απομυθοποιώντας την παραμυθητική προσδοκία της ανάστασης
της ανθρώπινης ψυχής.
Ο Άδωνις
Πιστός ακόλουθος της
μοίρας του
Για μια φορά ακόμη και
φέτος θ’ αναστηθεί
Οι υπόλοιποι
Ας περιμένουν
Κάποια εύνοια θεϊκή
Μικρό χαιρετισμό
αθανασίας
Αντίδωρο ζωής
βασανισμένης
(«Ο Άδωνις», σελ.
57)
Στο 7ο, λες και μέσα από μια υπερβατική ατμόσφαιρα νέκυιας και φαντασίωσης, το ποιητικό υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τον άγγελό του, ο οποίος, όπως σκιαγραφείται στο επόμενο ποίημα, αφήνει μαύρο μαντήλι προάγγελο θανάτου:
Σκύβει ο άγγελός μου να
τον δω
Πόσο μικρός στο σώμα
Ένα άτριχο σουλούπι
Κι οι φωνές μακρινές
Δεν τον αγγίζουν
(«Σκύβει ο άγγελός
μου να τον δω», σελ. 63)
Στο 8ο και
τελευταίο άτιτλο ποίημα ηχεί σπαρακτικά η δέηση προς τον Κύριο, όπου η ζωή θυσία
στο ευτελές στερεύει, ενώ το ποίημα μένει ορφανό κι ατέλειωτο, σημάδι του
σταυρού και του σισύφειου φορτίου του ανθρώπου, της περατότητας και της
τραγικής μοίρας του:
«Δεν έχω άλλο, Κύριε,
απόσωσε η ζωή
άθλιο ξόδεμα
θυσία στο ευτελές
Και τούτο το ορφανό
το στερημένο ποίημα
ατέλειωτο απομένει
σταυρού σημάδι»
(«Δεν έχω άλλο, Κύριε,»,
σελ. 75).
Η ποιήτρια Διώνη
Δημητριάδου σε όλη την ποιητική διαδρομή της καταβυθίζεται στους εσωτερικούς
της δαίμονες που αφορούν στο άχθος του ανθρώπου και της ποιητικής γραφής, την
υπαρξιακή αγωνία και το θάνατο. Ωστόσο με το ποιητικό βιβλίο της «Αδώνιδος
κήποι» πάει ακόμα πιο βαθιά σε μια καταπρόσωπο αναμέτρηση με το πιο
σκοτεινό και τρομώδες της ανθρώπινης μοίρας, στην καταπρόσωπο αναμέτρηση με τον
θάνατο, το άγχος θανάτου, τον ψυχικό πόνο και την οδύνη της απώλειας και του
πένθους σημαντικών άλλων και αυτό θέλει κότσια. Πράγματι θέλει γερά ποιητικά κότσια
για να σηκώσει κανείς ποιητικά το άχθος του ανθρώπου.
Δέσποινα
Καϊτατζή-Χουλιούμη
[1] «Ρήμα το σκοτεινόν»: Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της
Οξώπετρας, Ίκαρος, Αθήνα 1991.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου