Τσιγάρο βαρ;
Σπύρος Κιοσσές
εκδόσεις Μεταίχμιο
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Να βγάζει νόημα ο κόσμος • Fractal
Να βγάζει νόημα ο
κόσμος
Η τέχνη ενός μικρο-αφηγήματος δύσκολη, και δεν
χαρίζεται εύκολα στον καθένα. Δεν είναι μόνον η ελάχιστη έκταση, άρα και ο
ελάχιστος χρόνος ανάγνωσης, που δεν επιτρέπει αστοχίες, πλεονασμούς και ελλείματα.
Μέσα σε λίγες σελίδες (συχνά σε λίγες αράδες) κρίνονται όλα. Και είναι τότε που
η συγγραφική τέχνη θα πρέπει να ασκηθεί στην αφαίρεση, εστιάζοντας στην ουσία.
Ο Σπύρος Κιοσσές με ευφυή τρόπο κατορθώνει σε κάθε ιστορία του να βρει το
κέντρο βάρους, να εξακτινίσει γύρω του όλες τις απαραίτητες συνιστώσες για να
χτίσει την «πλοκή», να καταστήσει τον ήρωά του περίοπτο και διακριτό, ικανό να κρατήσει
το ελάχιστο σώμα της αφήγησης όρθιο και αξιανάγνωστο. Συνειδητά η λέξη πλοκή
μπήκε σε εισαγωγικά, γιατί σε μια σύντομη ιστορία, όπως αυτές του βιβλίου, δεν
μετράει η πλοκή, όπως τη γνωρίζουμε ως απαραίτητο στοιχείο ενός διηγήματος,
αλλά η συγγραφική ευχέρεια να κρατά ζωντανό το αναγνωστικό ενδιαφέρον μέσα από
την επιλογή του θέματος. Σαν ο αναγνώστης να παρακολουθεί τη σκέψη του
συγγραφέα, να νιώθει τι θεωρεί αυτός σημαντικό και να συμπορεύεται σ’ αυτή τη
σύντομη διαδρομή μαζί του. Στη θέση της περιπέτειας έχουμε το γεγονός και την
αίσθηση που αυτό προξενεί.
Οι ιστορίες του Κιοσσέ κάνουν ένα «παιχνίδι» με τον
χρόνο –καταργώντας τον στην ουσία ως χρονική ακολουθία– επιτρέποντας στη μνήμη
ως προσωπικό βίωμα ή ως αποθηκευμένες στιγμές άλλων (ας μη διακρίνουμε τις δύο
περιπτώσεις, καθώς η μνήμη όλα τα αναμοχλεύει σε ένα «κοινό τόπο») να
περιπλανηθεί στον χωροχρόνο και να αποτυπώσει πρόσωπα, γεγονότα, πράγματα. Πρόσωπα του
στενού ή του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου, γεγονότα που έδεσαν τα πρόσωπα
μεταξύ τους, πράγματα που αγαπήθηκαν, όλα σε έναν κοινό τόπο συνάντησης, τη
γραφή αυτού που θυμάται. Δύσκολη η αποτύπωση της πολύτιμης στιγμής. Το γράφει
και στο τέλος μιας ιστορίας του:
[…]
Κι ενώ μοιάζει να είναι σχεδόν έτοιμη η ιστορία μου,
σκαλώνω εδώ: Πώς ν’ αποδώσω μια τόση δα στιγμούλα; («Η συναυλία», σ. 42).
Το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης άλλοτε ως άμεσος παρατηρητής
και άλλοτε ως συμμέτοχος (κυρίως αυτό) οδηγεί σε μια γραφή με ήρωα
αυτοδιηγητικό. Έτσι, αυτές οι ιστορίες μπορούν να δέσουν μεταξύ τους, να
φτιάξουν μια ενιαία αφήγηση ζωής. Ωστόσο, η αξία τους, κατά την κρίση μου, εντοπίζεται
στον, έστω και επιφανειακά, αυτόνομο χαρακτήρα τους, γιατί έτσι καταδεικνύουν
την τέχνη της μικρο-αφήγησης, με αρχή, μέση, τέλος, με κορύφωση στο σημείο που πρέπει.
Νιώθω διαβάζοντας ότι αυτό που μετράει σ’ αυτό που παραπάνω αναφέρθηκε ως «τέχνη» δεν είναι τόσο η αποτελεσματική άσκηση στη σύντομη αφήγηση, κι ας διδάσκει ο συγγραφέας Δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, κι ας μπορούν να προταθούν αυτές οι ιστορίες του ως υλικό διδασκαλίας στο αντικείμενό του. Η γραφή πέρα από άσκηση λόγου είναι και ουσία, και αυτό ακριβώς εισπράττει ο αναγνώστης εδώ. Ο Κιοσσές εστιάζει στη θεματική των απλών πραγμάτων που αποβαίνουν σπουδαία, σε κάποιες στιγμές που περνούν συχνά απαρατήρητες, ενώ κρύβουν μέσα τους το νόημα της ζωής. Γιατί η ζωή είναι απλή, κι αλίμονο αν δεν τη βλέπουμε έτσι. Ένα άγγιγμα, ένα βλέμμα, μια κίνηση, συχνά μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα. Αποτυπώνονται στη μνήμη, μετακυλούν κάποτε στη γραφή, μεταφέρουν μέσα τους τη ζωή όπως αξίζει να τη ζεις για να βγάζει νόημα ο κόσμος. Έτσι γράφονται οι ιστορίες. Αυτές οι τρεις ή οι πέντε που απαρτίζουν έναν άνθρωπο, όπως λέει ο Παντελής Μπουκάλας στο απόσπασμα που λειτουργεί ως προμετωπίδα στο βιβλίο.
Στέκομαι στην ιστορία «Ο θείος», που αριθμεί σκάρτες δύο
σελίδες. Η αφήγηση αφορά την κηδεία του ξαδέλφου, με τους οικείους να συζητούν
ό,τι κοινότοπο και μάταιο κουβεντιάζει κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις. Η γραφή,
όμως, εδώ, θα εστιάσει στον θείο, τον πατέρα του νεκρού, που θα πει την πιο
απλή, την πιο αληθινή κουβέντα, αυτήν που από μόνη της μιλάει για το αδιανόητο
όσο και για το καθημερινό, τόσο για τη ζωή όσο και για τον θάνατο. Παραθέτω απόσπασμα:
[…]
Τριγύρω στα παρτέρια τα λουλούδια ολάνθιστα κάτω απ’
τον ανοιξιάτικό ήλιο. Ο θείος, καθισμένος στο βάθος, άκουγε ανέκφραστος όσα
διαμείβονταν. Κουνούσε μόνο το κεφάλι αμίλητος. Σαν να μην τον αφορούσε στ’
αλήθεια τίποτε απ’ όλα αυτά. Ξαφνικά σηκώνεται απότομα. Εντυπωσιακά ψηλός κι
αδύνατος, τον θυμόμουν να χορεύει ζεϊμπέκικο στον γάμο του γιου του, ζύγιαζε
τις φτερούγες στον αέρα, σωστός γυπαετός. Τα μάτια όλων πάνω του και τώρα. Τα
πόδια σέρνοντας, βαδίζει αργά προς τα έξω, στον χωματόδρομο. «Άντε, πάμε σιγά
σιγά. Να τελειώνει κι αυτό. Αφού άρχισε» τον ακούω να λέει, καθώς περνάει από
μπροστά μου. Και μου φάνηκε η πιο γενναία, η πιο λογική κουβέντα που μπορούσε
να ειπωθεί εκείνη τη στιγμή. Εκείνη την παράλογη στιγμή που διασταυρώνεται η
ζωή με τον θάνατο. («Ο θείος», σσ.70-71).
Μια συλλογή από μικρο-διηγήματα και άλλα πεζά, όπως ο υπότιτλος, όλα καπνισμένα από τσιγάρα που διαφαίνονται καθαρά ή αχνά στα χέρια των προσώπων, ιστορίες που η διάρκειά τους είναι ευθέως ανάλογη ενός τσιγάρου που ανάβει και σύντομα φθίνει, ταυτόχρονα, όμως, αντιστρόφως ανάλογη του διαχρονικού, αληθινού νοήματος του κόσμου, όπως μέσα τους διατυπώνεται.
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου