Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

Τέσσερα ποιήματα της Βασιλικής Σιαφάκα μαζί με τέσσερις φωτογραφίες του Frédéric Boissonnas


Τέσσερα ποιήματα
της Βασιλικής Σιαφάκα

μαζί με τέσσερις φωτογραφίες του  Frédéric Boissonnas






Ακροβασίες



Τις νύχτες

Κόμπους δένει στης ζωής του το σκοινί.

Να σιγουρέψει νίκες πρόσκαιρες.

Να μην λοξοδρομήσει στις επιθυμίες.

Σε στόχους άστοχους να ξεχαστεί.



Μόνο τις νύχτες της ολόγιομης σελήνης

Τον κυριεύει δύναμη ανεξήγητη.

Το κρύο δέρμα του πετάει στο πάτωμα.

Ρίχνει απέναντι των κόμπων το σκοινί.

Για να διαβεί.

Να ισορροπήσει.



Τον εκδικούνται τότε οι κόμποι του.

Παλεύουν στη σειρά για να τον ρίξουν.

Και πισωγυρνά.



Να άλλαζε έτσι εύκολα η ζωή.

Με μιαν απόφαση.





Ερειπωμένο σπίτι



Στον δρόμο τον παλιό, τον γνώριμο

Τα βήματά μου έσυρα σκυφτός

Αντίκρυ του εστάθηκα,

Να το θωρώ που κρέμεται

Στην άκρη του μαντρότοιχου.

Με παραθύρια σφαλιστά,

Ωσάν τα μάτια που έκλεισε για πάντα ο θάνατος.

Όψη ωχρή,

Κιτρίνισμα του ασβέστη με το χρόνο.



Πουλιά φωλιάζουν τώρα στις τρύπες της σκεπής.

Μες στη στεγνή υδρορροή γλιστρά το σαλαμίδι.

Ίχνη ζωής η αράχνη παγιδεύει στον ιστό της.

Φαρμάκι στάζει του σφαλαγγιού το δάγκαμα.

Βασίλειο έγινε των τρωκτικών το σκοτεινό υπόγειο.

Στα θεριεμένα τα δεντριά του κήπου,

Αφέθηκε

Να το σφιχταγκαλιάσουν

Μη σωριαστεί στον άνεμο.



Πόνος οξύς, απότομος

Στα χείλη μου η καύτρα του τσιγάρου.

Πόνος βουβός, αργόσυρτος

Η απουσία

των φωνών, των γέλιων

και των προσευχών,

των στεναγμών και των λυγμών,

που μες στην ασφυξία της κλεισούρας στοίχειωσαν,

στις χαραμάδες ζουν.



Όχι. Δεν είν’ το σπίτι μου αυτό.

Φάντασμα είναι.

Κι εγώ που μέσα εκεί δεν κατοικώ,

Τη γόπα σβήνω καταγής.

Διαβάτης γίνομαι.

Περνώ.





Ο Βάλτος



Το βλέμμα σέρνει ράθυμο στ’ ασάλευτο νερό.

Ακινησία βλέπει.

Αδράνεια.

Στην υγρασία πνίγεται η ανάσα του.

Το κάμα του ήλιου τον λιγοθυμά.

Ο βάλτος τον κουράζει.

Άλλες πατρίδες τότε ονειρεύεται: 

λιόδενδρα αργυρόχρωμα,

των αμπελιών ολόχρυσα σταφύλια,

περήφανα πλατάνια σκιερά,

κίτρινες θάλασσες με στάχυα.

Στους κάμπους, στα βουνά,

τα όνειρά του ξεπεζεύει.



Δεν βλέπει

το γρήγορο του ερωδιού το μάτι,

να κυνηγά ανύποπτο το ψάρι.

Τη σύναξη των φρύνων μες στα βούρλα

και της βαλτόπαπιας την πολύβουη αποικία,

δεν ακούει.



Δεν νιώθει

μη στην τρομάρα του σπάσει τ’αυγά ο πελεκάνος

κι αν στο λειμώνα

ο βασιλαετός ξεχειμωνιάσει.

Τη λεπτομύτα, τη χαλκόκοτα που λιγοστεύουν,

δεν τις νοιάζεται.

Και τα υδρόβια λιβάδια της ζωστέρας,

Νούφαρα και νερόκρινα,

δεν ξέρει.



Βαλτώνει λέει.

Κι ας είν’ εκεί, στα πόδια του, όλη η ζωή.



Εκείνος, δεν τη βλέπει.







Παλιό λιμάνι



Θυμάται …

Το σφύριγμα του πλοίου να πνίγει την οχλοβοή

και του φουγάρου τον καπνό ν’ αλλάζει τον αέρα.

Την μπουκαπόρτα στο άνοιγμά της να ξεβράζει πλήθος,

ζέστα και μυρωδιά αποπνικτική απ’ το μηχανοστάσιο.

Τα ατέλειωτα βήματα.   

Τις πατημένες γόπες των τσιγάρων και τους χυμένους πρωινούς καφέδες.

Τον ήχο της σφυρίχτρας των λιμενικών με τα ιδρωμένα πουκάμισα.

Τα αυτοκίνητα στη σειρά με αναμμένες μηχανές.

Τις μανούβρες των φορτηγών τιγκαρισμένων στο εμπόρευμα.

Τα δέματα με τα γραμμένα ανορθόγραφα ονόματα.

Το βάσανο της τακτοποίησης για το νέο ταξίδι.

Του χρόνου τον εκβιασμό.



Θυμάται…

Για να ξεχάσει πως απόμεινε

με λίγες βάρκες να σαπίζουν στο καρνάγιο του,

τους κάβους σκουριασμένους

τα γλαροπούλια και τους πεινασμένους γάτους,

με μισοβυθισμένη την προβλήτα.

Της θάλασσάς του μόνο καταφύγιο.



Πως γέρασε η ζωή. 

Βασιλική Σιαφάκα
(φωτογραφίες: Frédéric Boissonnas)



   
Η Βασιλική Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα και κατοικεί στο Χαλάνδρι.  Εργάζεται στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών σε θέση Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων της Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά (νυν Πανεπιστήμιο Πειραιά) (1986), πτυχιούχος του Τμήματος Γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1996) και πτυχιούχος  Μεταπτυχιακού Προγράμματος στην  Διοίκηση των Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων του Τμήματος Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών (2008).Είναι ζωγράφος και έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής το 2000 και το 2009 και έχει συμμετάσχει σε δύο ομαδικές εκθέσεις (2009, 2017). Επίσης έχει ζωγραφίσει διοράματα για τα εκθέματα των ταριχευμένων ζώων του  Ζωολογικού  Μουσείου του Πανεπιστημίου Αθηνών (2012-2015). Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την συγγραφή διηγημάτων και ποιημάτων. Τον Δεκέμβριο του 2013 πήρε το 2ο  βραβείο για το παραμύθι «Το όνειρο της φώκιας» στον Διαγωνισμό συγγραφής Παραμυθιού του «Μύλου των Ξωτικών». Τον Ιανουάριο του 2018 πήρε τον 7ο έπαινο στον διαγωνισμό διηγήματος του δικτυακού τόπου Bonsaistories, για το διήγημα «Πεφταστέρια». Στο 3ο Φεστιβάλ Φαντασμαγορίας Απρίλιος 2019 στη Θεσσαλονίκη διακρίθηκε με το διήγημα «ο Μάγος».
                                                                   




Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

14η Ιουλίου Éric Vuillard μετάφραση: Μανώλης Πιμπλής εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


14η Ιουλίου

Éric Vuillard

μετάφραση: Μανώλης Πιμπλής

εκδόσεις Πόλις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
 https://www.fractalart.gr/14-iouliou/



τα παιδιά του Διαφωτισμού
Πρέπει να γράφουμε γι’ αυτά που αγνοούμε. Και κατά βάθος αγνοούμε τι συνέβη στις 14 Ιουλίου.
Ποιος είναι ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας; Ποια είναι η δύναμη εκείνη που μπορεί να οδηγήσει στις βίαιες ρήξεις – με τη γνώση ότι ως βίαιη ρήξη ορίζεται η επανάσταση, η μεταπήδηση από τη μια μορφή του κόσμου στην άλλη; Το ιδεολογικό υπόστρωμα των συνειδήσεων επιλέγει πότε ως μοχλό της ιστορίας τη σαρωτική και ανατρεπτική δύναμη της μάζας και πότε την ηγετική φυσιογνωμία που καθίσταται (λόγω συνθηκών αλλά και λόγω ιδιαίτερων χαρακτηριστικών) ικανή να τεθεί επικεφαλής και να καθοδηγήσει τη μάζα προς ένα νέο ορίζοντα. Δύσκολο να αποφασισθεί προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα, κάθε φορά που η εποχή κυοφορεί και γεννά το νέο της πρόσωπο. Αν  μιλάμε, ωστόσο, για την επίσημη εκδοχή της ιστορίας, αυτή που διδάσκεται στα σχολεία, καταγράφεται στις εγκυκλοπαίδειες και αποτελεί το πρόσωπο του έθνους όπως ενσωματώνεται στη συνείδηση των μελών του, τότε συναντούμε μονάχα επιφανείς ηγετικές προσωπικότητες, ενώ το πλήθος των ανθρώπων που ώθησαν το όχημα της ιστορίας (άχθος βαρύ) περιέρχεται στην πλήρη αφάνεια ή συλλήβδην σχολιάζεται ως λαός. Κι όμως! Χωρίς τους ανώνυμους αχθοφόρους της ζωής, τίποτα δεν θα ήταν ικανός να κάνει ο πιο ευφυής και χαρισματικός ηγέτης. Σύμφωνα με τη διαλεκτική του Χέγκελ ο ηγέτης είναι εκείνος που αντιλαμβάνεται τους κραδασμούς του κοινωνικού σώματος και αποκαλύπτει στην εποχή του ποια είναι η θέλησή της. Η εποχή δημιουργεί τις συνθήκες και επωάζει το καινούργιο πρόσωπο της κοινωνίας. Ο ηγέτης αναλαμβάνει να μιλήσει γι’ αυτή τη θέληση.
Ο Éric Vuillard με το αφήγημά του «14η Ιουλίου» στρέφει τον φακό του, σε μια κινηματογραφική εκδοχή της λογοτεχνικής γραφής καρέ καρέ, προς τα πλήθη που ξεσηκώθηκαν στο Παρίσι εκείνη τη μακρά νύχτα της 13ης Ιουλίου για να ξημερώσει η ανατρεπτική 14η. Μιλά γι’ αυτούς που αξίζει έστω και μέσα σε ένα λογοτεχνικό αφήγημα, έστω και μόνον για μια φορά, να αποκτήσουν όνομα και ιδιότητα και να ξεχωρίσουν ως οντότητες. Στο αφήγημα αυτό δεν υπάρχουν επώνυμοι σε κύριους ρόλους, η ιστορία γυρίζει στις πίσω σελίδες, τις λησμονημένες, για να αποτίσει φόρο τιμής στους πραγματικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων.
Έβλεπες παντού να περιφέρεται ένα παράξενο πλήθος που είχε οπλιστεί όπως μπορούσε. Ιδού λοιπόν τα παιδιά του Διαφωτισμού να πηγαινοέρχονται στις γειτονιές, οπλισμένα με μουσκέτα και λόγχες, αλλά και με κουμπούρια που πυροδοτούνται με φιτίλι και με εμπροσθογεμή τρομπόνια. Δεν έχουν ιδέα πώς να τα χρησιμοποιήσουν, είναι αντίκες της εποχής του Φραγκίσκου Α΄. Άλλοι κραδαίνουν τσεκούρια, σκουριασμένα μαχαίρια, σουγιάδες της συμφοράς. Είναι ευτυχισμένοι και παρελαύνουν κάτω απ’ το φως ενός λαμπρού ήλιου. 
Όταν οι πνευματικοί ηγέτες του κινήματος του Διαφωτισμού οραματίστηκαν την αλλαγή της κοινωνίας, οι περισσότεροι αποστασιοποιημένοι από τις αληθινές συνθήκες ζωής των πιο καταπιεσμένων ανθρώπων του λαού, στην ουσία αυτούς είχαν μέσα στη σκέψη τους ως κινητήρια δύναμη που θα ενσάρκωνε τις θεωρίες τους· μόνο που δεν το ήξεραν ακόμη. Έπρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες στη γαλλική κοινωνία, προκειμένου ο λαός να αποδείξει στην πράξη τις θεωρητικές κατασκευές. Έτσι όμως γίνεται πάντοτε. Ας σκεφθούμε πώς θα ένιωθε ο επιφανής του νεοελληνικού διαφωτισμού Αδαμάντιος Κοραής, όταν από το μπαλκόνι του έβλεπε τα πλήθη των εξεγερμένων καθώς κατευθύνονταν στη Βαστίλλη, που θα έπεφτε σε λίγο.
Ο Vuillard, χωρίς να είναι ιστορικός, έψαξε το αρχειακό υλικό της 14ης Ιουλίου, μελέτησε περίπου χίλια ονόματα πολιτών που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα, διέσωσε στο αφήγημά του τα ονόματα  πολλών από αυτούς, τα επαγγέλματά τους , την οικογενειακή τους κατάσταση, αποτύπωσε τη συλλογική συνείδηση μέσα από το συλλογικό υποκείμενο. Τοποθέτησε τον Φρανσουά Ρουσό, που άναβε τους φανοστάτες στους δρόμους του Παρισιού, δίπλα στον φιλόσοφο του Διαφωτισμού  με το ίδιο επώνυμο. Έδωσε ίση αξία στους πολύφερνους διανοούμενους και στους απλούς ανθρώπους των πιο ταπεινών επαγγελμάτων. Κανείς δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένη η ελευθερία, με ποιο τρόπο κατακτιέται η ισότητα, θα γράψει. Κανείς δεν είναι ο κάτοχος της απόλυτης γνώσης αν δεν δοκιμαστούν στην πράξη οι θεωρίες και τα τσιτάτα. Θα στιγματίσει τους αντιπροσώπους του λαού, τόσο ανέτοιμους να τον καθοδηγήσουν, συσκοτισμένη έχοντας την κρίση τους:
Και μπορεί μάλιστα να μην ακούει αυτά που του λένε, όπως πολλοί άλλοι εκπρόσωποι του λαού μετά απ’ αυτόν, δεν ακούει, δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς θέλει αυτό το πλήθος, δεν ακούει όσα του λένε ουρλιάζοντας, γιατί έχει ήδη άποψη, συμφέροντα, θέσεις.
Στο πρόσωπο του χωριατόπαιδου Ζαν Ροσινιόλ, θα δείξει τη σταδιακή συνειδητοποίηση του αμέτοχου αρχικά και αδιάφορου θαμώνα των κρασοπουλειών και τη μεταμόρφωσή του σε ένθερμο επαναστάτη και κατόπιν σε στρατηγό επί Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης, για να καταλήξει θρύλος στο στόμα των πολυλογάδων που πλάθουν ιστορίες – ένα λαϊκός ήρωας. Θα ξεχωρίσει και κάποιους που η δράση τους, όσο κι αν φαίνεται μηδαμινή, αποδείχθηκε κορυφαία. Τέτοια είναι η περίπτωση του Ριμποκούρ, που έτρεξε να βρει σανίδες από τον ξυλουργό για να γεφυρωθεί το χάσμα, να περάσουν οι στασιαστές απέναντι, να διαβούν την τάφρο. Όλη η δράση σταματά ώσπου να επιστρέψει ο Ριμποκούρ, που αναδεικνύεται ξαφνικά σε κομβικό πρόσωπο των γεγονότων.
Με τον τρόπο του ο Vuillard γράφει μια λογοτεχνία με την αίγλη της μυθοπλασίας (παθιασμένη γραφή που υπηρετείται άψογα από τη μετάφραση του Μανώλη Πιμπλή) αλλά που πιο κοντά βρίσκεται στα πραγματικά γεγονότα παρά σε μια μυθοπλαστική κατασκευή γεννημένη από τη φαντασία ενός μυθιστοριογράφου. Έτσι μοιάζει να βάζει στο τραπέζι της συζήτησης το ερώτημα για τη φύση της λογοτεχνίας. Οι ανθρώπινες καταστάσεις –πόσω μάλλον σε περιόδους κρίσης και ανατροπών– αποτελούν το πιο βαρύ υλικό στα χέρια ικανών γραφιάδων, που σωστά ονομάζουν, όπως ο Vuillard, το έργο τους αφήγημα. Ο ίδιος επιχειρεί μια διαφορετική καταγραφή της πολυδιαβασμένης πτώσης της Βαστίλλης βασισμένος στη θεωρία πως την ιστορία τη γράφει ο λαός· όπως το λέει με τα δικά του λόγια:
[…] πρέπει επιτέλους να αγνοήσουμε κάθε πηγή, ν’ αφήσουμε κατά μέρος τη λογιοσύνη, ν’ απαρνηθούμε τ’ αρχεία, να κάνουμε άλμα στο κενό και να πέσουμε στο μεγάλο καζάνι των ανωνύμων.
Είναι η ιστορία ενός πλήθους, η ιστορία μιας πόλης, η αληθινή ιστορία μιας εξέγερσης.
Στις 14 Ιουλίου 1789 τη Βαστίλλη την πολιορκεί το Παρίσι.

Διώνη Δημητριάδου


Βραχνός προφήτης Ποιήματα & Κριτικά κείμενα 1981-1987 Χρήστος Μπράβος εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Βραχνός προφήτης

Ποιήματα & Κριτικά κείμενα

1981-1987

Χρήστος Μπράβος

εκδόσεις Μελάνι
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/mprabos-christos-melani-brachnos-profitis-dimitriadou





η θέα του σκοτεινού θανάτου

«Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά μου μού ’λεγε δημοτικά τραγούδια — ακούω ακόμα τον «Πραματευτή». Ο Πατέρας μού διηγιόταν ιστορίες από το αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν — με τον X. Ν. λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα — σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα — μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Από το 1976 ζω στην Αθήνα».

Με αυτό το σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ο ποιητής Χρήστος Μπράβος δίνει τα βασικά στοιχεία που ορίζουν το ποιητικό του έργο, δείχνει τις πηγές της ολιγοσέλιδης αλλά τόσο ξεχωριστής παρουσίας του στα γράμματα. Τρεις πυλώνες με άρρηκτη σύνδεση μεταξύ τους, τρία αλληλοσυμπληρούμενα τοπία που εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο δημιουργώντας τη μία εικόνα που περιγράφει όλο το έργο του. Αρχικά το έναυσμα για τη δική του κατάθεση στην ποίηση δίνεται από το δημοτικό τραγούδι, την παράδοση που έφτασε ως τις μέρες του μέσα από τις διηγήσεις και τα τραγούδια, με τη συλλογική συνείδηση ενός λαού που αρκέστηκε συχνά στην τραγικότητα της λαϊκής στιχουργίας, ικανής για την  απόδοση του εσωτερικού πάθους και της τραχιάς ζωής στην ελληνική ύπαιθρο χώρα.

[…]
«Όλο γεφύρια να περνάς·
όλο ν’ ακούς το κλάμα
της χτισμένης».

(Σφραγίδα, Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985)

Ενσωματώνοντας τους δικούς του στίχους στους παραδοσιακούς δημιουργεί τη νέα όψη της δημοτικής παράδοσης, αναβαπτισμένης στη σύγχρονη συνείδηση και στον προσωπικό του πόνο.

Πραματευτής κατέβαινε πάν’ από την Αυλώνα
Και συ λιώνεις στη Λάρισα με ταραγμένο νου
[…]

(Ανεπίδοτο, Ορεινό καταφύγιο, 1983)

Κι έρχεται, απαραίτητο συμπλήρωμα, η μνήμη των ηττημένων του Εμφυλίου. Το γεγονός πως ο Μπράβος ανήκει στην επόμενη γενιά και μόνον τον απόηχο των προηγούμενων έχει ως βίωμα προσωπικό δεν αναιρεί το δικαίωμα της πρόσβασης στον χώρο της ιστορικής μνήμης – όχι με τον μνημειακό και μουσειακό χαρακτήρα αλλά ως ιστορική συνείδηση, που διατρέχει τον παρελθόντα χρόνο, κι έρχεται και φωλιάζει μέσα στη χρονική διάρκεια της ζωής του. Έτσι «θυμάται» και όσα δεν έζησε, τα θεωρεί μνήμες του, ενσωματωμένες στις δικές του προσωπικές. Ως παραδόξως βιωμένος χρόνος και ο χρόνος που ηλικιακά δεν του ανήκει, ωστόσο εισχωρεί στα δικά του βιωμένα πράγματα.

[…]
Έπεσε νύχτα με πριόνι και θηλιά
κι οι λυπημένοι διάλεξαν τ’ αγρίμια·
νύχτα με χέρι σιδερένιο του τυφλού
στο δάσος οι παράνομοι εγλιστρήσαν
[…]
να’ χουν πετρώσει τα σκυλιά
κι οι λυπημένοι να ’χουν πιάσει
άγριες ράχες.

(Μαύρη κιβωτός, Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985)

Γυρνώντας ολοένα και πιο πολύ στο ίδιο τοπίο θανάτου, θυμάται τη μητρική κουβέντα και οριοθετεί τα βήματά του με την ιερή αίσθηση του καθήκοντος, οικειοποιούμενος τον χώρο της θυσίας ως τόπο οικογενειακό.

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά

η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
πεθαμένους.

(Οικογενειακό νεκροταφείο, Ορεινό καταφύγιο, 1983)

Τα δύο παραπάνω στοιχεία επικοινωνούν χαμηλόφωνα και υπαινικτικά δημιουργώντας τους συνειρμούς που ενοποιούν τα ποιήματα του Μπράβου σε ένα κοινό τόπο, όπου η προσωπική μνήμη δένει με τη συλλογική. Το τρίτο στοιχείο, από το οποίο αντλεί ο ποιητής την αφορμή της γραφής του, έρχεται τώρα ως επιστέγασμα των δύο προηγούμενων. Ο σκοτεινός θάνατος και η θέα που έχει σ’ αυτόν ο ποιητής. Η φωτοσκίαση του θανάτου εισχωρεί και αλώνει όποιο επιμέρους σκηνικό κατέγραψε η ποίηση. Ενυπάρχει σε κάθε χώρο που ο ποιητής περπατά, υποκρύπτεται ακόμη και πίσω στις ελάχιστες φωτογόνες εικόνες που απατούν τη συνείδηση του αναγνώστη. Ο χώρος της ποίησης του Μπράβου είναι σκοτεινός. Ο ήλιος που μοιάζει να ανοίγει το τοπίο μέσα από σπαρασσόμενα βουνά  δεν είναι ήλιος ζωής αλλά μια τραγική γέννα νέου θανάτου. Μέσα από τη θέα στον θάνατο ο ποιητής βρίσκει την εσωτερική του φωνή, νιώθει την επιταγή να μιλήσει στα χνάρια του δημοτικού τραγουδιού (σε θεματική και σε στιχουργική) αλλά και την ανάγκη να εισχωρήσει ταπεινά στις μνήμες των παλαιότερων και να τις οικειοποιηθεί.

Να στήνει ο κυνηγός τα δόκανά του
σε πέρασμα αγριμιού. Να πέφτει χιόνι.
Από παντού τον κόσμο να κυκλώνει
το μαύρο φως: η λάμψη του θανάτου.
[…]

(Ο γάμος ΙΙ, Μετά τα μυθικά, 1996)

Συναντάται με την ποίηση του Federico Garcia Lorca ακριβώς στο σημείο που η ζωή αγγίζει αναπάντεχα τη μη ζωή, τη φυσική της σκοτεινή συνέχεια, και οι στίχοι του αποπνέουν την ίδια αίσθηση που έχεις όταν διαβάζεις τον άλλο ποιητή – το ίδιο σιωπηλό άγγιγμα ενός κρυφού τοπίου.

[…]
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

(Σονέτο του σκοτεινού θανάτου, Μετά τα μυθικά, 1996)


Στην έκδοση, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2018 από το Μελάνι, υπάρχουν όλα τα ποιήματα του Χρήστου Μπράβου από τις συλλογές που εξέδωσε ο ποιητής εν ζωή αλλά και όσα εκδόθηκαν μετά τον πρόωρο θάνατό του το 1987 (Ορεινό καταφύγιο, Κείμενα 1983,  Με των αλόγων τα φαντάσματα, Κείμενα 1985, Καστανιώτης 1990, Μετά τα μυθικά, Πατάκης 1996, καθώς και ένα μονόφυλλο με το ποίημα Σονέτο του σκοτεινού θανάτου, Κείμενα 1986).  Η έκδοση συμπληρώνεται με τα κριτικά κείμενα του Μπράβου χρονολογούμενα στο διάστημα 1981-1987. Στα κείμενα αυτά ο Μπράβος ξεδιπλώνει μια άλλη οπτική, αυτή του εύστοχου και διεισδυτικού κριτικού σχολιαστή στα γραπτά των άλλων, και ασχολείται με τον Μίλτο Σαχτούρη (τρία κείμενα, τα οποία δικαιολογούν τη γειτνίαση με τον ποιητή ως προς τη θεματική αλλά εν πολλοίς και ως προς την τεχνοτροπία του υπερρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού) και με τον Γιάννη Δάλλα (ένα κείμενο). Στο πολύ ενδιαφέρον πρώτο κείμενό του για τον Μίλτο Σαχτούρη, με τον τίτλο «Η κριτική και ο  Μίλτος Σαχτούρης», κρίνοντας και συγκρίνοντας μεταξύ τους θετικά ή επικριτικά τις αναφορές και τα σχόλια των διαφόρων κριτικών στο έργο του Σαχτούρη δομεί σταδιακά τον κόσμο του κρινόμενου ποιητή. Δύσκολο εγχείρημα, απολύτως επιτυχές στα χέρια του Μπράβου.

Ο Χρήστος Δανιήλ έχει επιμεληθεί τη Βιβλιογραφία και την Εργογραφία και έχει προσθέσει στην έκδοση ένα κατατοπιστικό και διαφωτιστικό Επίμετρο για το έργο και τη φυσιογνωμία του ποιητή. Μια πλήρης έκδοση που έρχεται να καλύψει ένα κενό στη γνωριμία του αναγνωστικού κοινού με έναν ποιητή που έμοιαζε να έχει χαθεί στη λήθη και μόνον ψήγματα του σημαντικού έργου του διασώζονταν μέσα από παράπλευρες αναφορές, κυρίως μουσικές.  Ωστόσο πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον συνθέτη, τραγουδοποιό Θανάση Παπακωνσταντίνου που ευαισθητοποιήθηκε από την ποίηση του Μπράβου στο έργο του «Βραχνός προφήτης», Lyra 2000, τίτλος που επιλέχθηκε και στην παρούσα έκδοση. Για τους νεότερους ήταν ίσως η πρώτη σημαντική γνωριμία με τον ποιητή, μέσα από διασκευασμένα ποιήματα της συλλογής Με των αλόγων τα φαντάσματα.

Ο ποιητής, που συγκαταλέγει τον εαυτό του με τους λυπημένους, και νιώθει να βρίσκεται μέσα στο μαύρο δίχτυ του θανάτου, ίσως συνοψίζει το έργο του στους παρακάτω στίχους θυμίζοντάς μας μια ποίηση σκοτεινή και σπουδαία:

Όμως το πιο γλυκό βιολί
το παίζει ο θάνατος


Διώνη Δημητριάδου

Ο τάφος του διαόλου νουβέλα Ζαχαρίας Στουφής ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr


Ο τάφος του διαόλου

νουβέλα

Ζαχαρίας Στουφής

ΑΩ εκδόσεις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr
https://www.vakxikon.gr/stoufhs-kritikh/




Η λαογραφία του θανάτου
«Οι καμινάδες και οι στέρνες ήταν οι μαύρες πύλες της παιδικής μου ηλικίας που με οδηγούσαν στον Θεό και τον Άδη». Ο αφηγητής της ιστορίας δοκιμάζεται από παιδί στην έννοια του θανάτου ερευνώντας τους τρόπους προσέγγισής του. Φυσικά δεν ξαφνιάζει η ροπή της παιδικής ηλικίας προς το μυστήριο της μη-ζωής. Ίσως μάλιστα να αποτελεί μια αδιάψευστη ένδειξη για τη σύνδεση του εδώ με το επέκεινα, του τώρα με το πριν, έτσι όπως διασώζονται τα μυστικά περάσματα (λησμονημένα πλέον για τους ενήλικες) μέσα στην πρώιμη συνείδηση των μικρών παιδιών.
Η ιστορία  του βιβλίου έχει τόπο και χρόνο, έχει αληθινό υπόβαθρο που διατηρεί την αυθεντικότητά του μέσα στο μυθοπλαστικό περίβλημα. Η επαρχία, το χωριό η Άνω Βολίμα της Ζακύνθου, τόπος καταγωγής του συγγραφέα, καθίσταται το ιδανικό σκηνικό για να διαδραματιστεί η σκοτεινή ιστορία, που δεν θα μπορούσε να βρει το ικανό πλαίσιο για να στηθεί μέσα σε αστικό περιβάλλον. Η δεισιδαιμονία και η πρόληψη απαιτούν διαφορετικούς χώρους για να δημιουργηθούν και να διαιωνίσουν τη δική τους αλήθεια, την άλλη όψη του κόσμου. Τα παραμύθια με τους δράκους και τις υπερφυσικές δυνάμεις των ηρώων, που αφηγούνται οι μεγαλύτεροι στα μικρά παιδιά, έχουν άλλη διάσταση στα κλειστά δωμάτια των αστικών σπιτιών – είναι όντως παραμυθεύματα παρηγορητικά του ύπνου. Στους ανοιχτούς, όμως, χώρους τα μεγέθη αλλάζουν, οι σκιές δεν γράφουν πάνω σε τοίχους αλλά σε χωράφια, σε στέρνες, σε καταβόθρες απύθμενες, σε σπήλαια βαθιά σαν πηγάδια, στον Χάο, που καταπίνει και αφανίζει όποιον πέσει μέσα του. Είναι τότε που η φαντασία των παιδιών δεν φτιάχνει δράκους του παραμυθιού αλλά τον ίδιο τον διάβολο, όποια μορφή κι αν  κατορθώνουν να του δώσουν. Και κυρίως είναι τότε που οι θρύλοι και οι δοξασίες δένουν άρρηκτα με την πραγματική ζωή – αυτή η ίδια η πραγματικότητα γεννά την πιο φρικτή της εκδοχή ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο ή ακόμη χειρότερα το αδιόρατο. Το παραμύθι τότε πρέπει να αποδείξει την αληθινή του υπόσταση. Γιατί ο μεγάλος σωρός από πέτρες (ο βολιός) στην κορυφή του λόφου έχει το παρανόμι ο τάφος του διαόλου; Κι αν είναι πράγματι θαμμένος εκεί ο διάολος, ποιος θα εμποδίσει τα παιδιά να ξεσκεπάσουν τη μορφή του; Το καλοκαίρι του 1982 δυο αδέλφια θα επιχειρήσουν την πιο παράτολμη αποκάλυψη: την ανασκαφή στον τάφο του διαόλου!
Ο κάθε μύθος έχει την αλήθεια του, ο κάθε θρύλος πατάει γερά πάνω σε ιστορίες ανθρώπων που ταλανίστηκαν κι έπαθαν σε πραγματικά βάσανα· κι αυτό που απόμεινε από το προσωπικό τους βίωμα δεν είναι παρά κάτι που ισορροπεί ανάμεσα στο θεατό και το αθέατο. Έτσι η αφήγηση θα μας πάει πιο πίσω στον χρόνο, στα 1909,  για να ακούσουμε την ιστορία ενός έρωτα δαιμόνιου, ανίερου και αιμομικτικού, που με τη σειρά του γέννησε τον δαίμονα, το τέρας. Όλοι οι παιδικοί φόβοι, που εύκολα έφθαναν στην απομυθοποίηση, ωχριούν μπροστά σ’ ετούτη την ιστορία του δαίμονα, που έρχεται να δείξει πόσο κοντά στα αληθινά πρόσωπα βρίσκεται το ανήκουστο, το φρικτό, το απόκοσμο. Ή αυτό που θεωρούν κάποιοι απόκοσμο, μέσα στην αδυναμία τους να εννοήσουν τη σκοτεινή πλευρά του ψυχισμού των ανθρώπων.

Ο Ζαχαρίας Στουφής έχει εντρυφήσει στα ανήλιαγα περάσματα που διαχωρίζουν (όχι πάντα με απόλυτη «στεγανότητα») τη ζωή από τον θάνατο ή αλλιώς τη μη-ζωή. Σε προηγούμενα έργα του ασχολήθηκε με τη θανατολογία σε μοιρολόγια, σε νεκροταφεία (οδηγός για την ανίχνευση της ζωής των ανθρώπων από πολλές απόψεις), σε επιτύμβιες επιγραφές. Εδώ, σ’ αυτή τη νουβέλα, ξετυλίγει το νήμα των μαύρων αφηγήσεων, που ξεκινούν από ένα θρύλο που μοιάζει έξω του κόσμου ετούτου για να προσγειωθούν ακριβώς στο κατώφλι του σπιτιού σου. Κι αυτό είναι που καθιστά την ιστορία του πιο τρομακτική από οποιαδήποτε μυθοπλαστική κατασκευή που ανατριχιάζει τους εφησυχάζοντες μέσα στην ασφαλή τους αστική κουλτούρα.  Η σκοτεινή πλευρά της ζωής είναι πολύ πιο κοντά από όσο φανταζόμαστε, πολύ πιο ανθρώπινη στην υφή της αλλά και πολύ πιο δαιμονική από τα προσωπεία, με τα οποία  κατά καιρούς η φαντασία έχει καλύψει στους ενδόμυχους φόβους μας. Είναι οι αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων που συχνά ανοίγουν παράξενα παράθυρα στη φαντασία μας.
«Αν ο Χάος μπορούσε να προσωποποιηθεί θα ήταν η μάνα μου, και οι ανεξερεύνητες, υπόγειες διαδρομές του θα ήταν οι ιστορίες που μου έλεγε. Ναι, αν η μάνα μου ήταν τόπος, θα ήταν ο Χάος, ένας Χάος γεμάτος κακό και θάνατο, που όμως με γέννησε και με γαλούχησε. Ένας  Χάος που ξεκινάει από το παιδικό μυαλό μου και χάνεται, αχαρτογράφητος λαβύρινθος, στα έγκατα της γης και της φαντασίας μου».
Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε για την τραγωδία της ύπαρξης, στην προσπάθεια των ηρώων να διαχειριστούν τα χαοτικά φαινόμενα του έρωτα και του θανάτου, που τόσο άρρηκτα δεμένα συμπορεύονται. Το ένα γεννά το άλλο στις πιο απίστευτες συντυχίες, στις πιο απρόσμενες συνευρέσεις. Και ο άνθρωπος, δέσμιος της διττής αυτής συνθήκης, πολεμά να πετύχει το αδύνατο: να διασωθεί από το χάος που χάσκει να τον καταπιεί, να βγει αλώβητος στη μάχη με τους  προσωπικούς του δαίμονες.
Η έκδοση υποστηρίζει το ύφος του συγγραφέα με το έξοχο εξώφυλλο (φωτογραφία του Βασίλη Κωνσταντινέα) καθώς και με το σκίτσο του δαίμονα, που διακριτικά κλείνει κάθε κεφάλαιο της αφήγησης υπενθυμίζοντας το τοπίο στο οποίο μας οδηγεί το βιβλίο. Στο σύνολό της μια ξεχωριστή αναγνωστική πρόταση από τις πάντοτε άψογες αισθητικά ΑΩ εκδόσεις και τον Ζαχαρία Στουφή.
Διώνη Δημητριάδου

Συνέντευξη της Διώνης Δημητριάδου στην Ελένη Γκίκα (αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal


Συνέντευξη
της Διώνης Δημητριάδου
στην Ελένη Γκίκα
(αναδημοσίευση από το περιοδικό Fractal
https://www.fractalart.gr/dioni-dimitriadoy/)



«Μα, αν δεν υπήρχαν οι κόμποι, δεν θα γραφόταν τίποτα»



«Εμείς έχουμε προδώσει τον εαυτό μας και όσα ελπίσαμε. Μια σειρά από διαψεύσεις σε κάθε επίπεδο. Ποτέ δεν φταίνε οι εποχές. Εμείς φτιάχνουμε το περιβάλλον μας και τις συνθήκες του. Θα ήθελα αλώβητη να είναι η ελπίδα, αλλά φοβάμαι πως θα ακουστώ ανεδαφική».

Η Διώνη Δημητριάδου, ποιήτρια, δοκιμιογράφος, πεζογράφος και κριτικός είναι μια από τις πιο δυνατές φωνές της εποχής. «Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΩ επαναφέρει τη διαχρονική τραγωδία του ανθρώπου φωτίζοντας λίγο παραπάνω τον άνθρωπο της εποχής, οι οξυδερκείς κριτικές της ανατέμνουν την καινούργια εκδοτική παραγωγή, τα βραβεία Ζαν Μωρεάς είχαν την κριτική ματιά της, γνωρίζει το διαδίκτυο και πάνω απ’ όλα την αφορούν τα όσα γίνονται, φλέγεται για τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι το κέντρο της δικής της ποιητικής. Στη συνέντευξή μας στον Φιλελεύθερο μιλήσαμε για την ποίησή της και για την ποίηση, για τον δικό της Σίσυφο και για τον Καμύ, για την κρίση, την εποχή, το διαδίκτυο, την απάθεια, την ελπίδα, τους κόμπους, την ενοχή. Με αποδοχή:
«Μα, αν δεν υπήρχαν οι κόμποι δεν θα γραφόταν τίποτα. Έχω την εντύπωση πως όλοι λίγο ως πολύ επιστρέφουμε στις εμμονές μας, φανερές ή μη. Κάθε γραφή είναι μια επιμέρους απάντηση στα ίδια ερωτήματα που έρχονται ξανά και ξανά.» Θα μας πει.

– Κυρία Δημητριάδου, να ξεκινήσουμε από την σημειολογία του τίτλου: «Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος», πολλά δεν ζητάμε από τον σύγχρονο Σίσυφο; Και εμείς και ο Καμύ;

Σωστά αναφέρεστε στον Αλμπέρ Καμύ, καθόσον είναι στην ουσία δικός του ο τίτλος. Στο έργο του «Ο μύθος του Σίσυφου – δοκίμιο πάνω στο Παράλογο» πραγματεύεται τα όρια της ανθρώπινης ευτυχίας καταλήγοντας: «Θα πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Δεν ξέρω ειλικρινά αν ζητάμε πολλά από τον σύγχρονο άνθρωπο. Θα ήθελα να πιστεύω πως είμαστε ικανοί για πολύ περισσότερα από τη διεκδίκηση της ελευθερίας μας· γιατί αυτό δηλώνεται με το οξύμωρο του τίτλου. Ο Σίσυφος, καταδικασμένος από τους Θεούς και τη Μοίρα αιωνίως να φέρει το άχθος του βράχου σε μια μάταιη πορεία, κατακτά την προσωπική του ευτυχία όταν συνειδητοποιεί το «πλεονέκτημά» του: την απόλυτη επίγνωση του δράματος που τον αφορά. Από τη στιγμή αυτή καθίσταται ο ίδιος διαχειριστής της ζωής του, όσο κι αν ακούγεται αυτό παράδοξο λόγω των συνθηκών.

– Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος «ευτυχισμένος Σίσυφος»;
Φοβάμαι πως ούτε ευτυχισμένος είναι ούτε Σίσυφος. Ευτυχής δεν είναι, διότι η ζωή αποδεικνύεται πολύ σκληρή για τον ταπεινωμένο άνθρωπο. Οι αντίξοες συνθήκες που καθορίζουν την οικονομική πραγματικότητα, η πολιτική αναξιοπιστία, ο χαλαρός κοινωνικός ιστός – όλα αυτά πέφτουν βαριά πάνω στους ώμους του. Αλλά ούτε Σίσυφος είναι, τουλάχιστον με το περιεχόμενο που δίνουμε στο εμβληματικό αυτό όνομα.  Δεν συνειδητοποιεί τη θέση του στον κόσμο, δεν αντιλαμβάνεται, στον βαθμό που θα έπρεπε, το σκηνικό μέσα στο οποίο εντάσσεται. Έτσι καταλήγει να βαυκαλίζεται ότι είναι αυτόνομος, ενώ το αυτεξούσιό του καταργείται. Ο Σίσυφος προϋποθέτει την αυτοσυνειδησία, προκειμένου να κερδηθεί η ιδιόμορφη  «ευτυχία» του.

– Από «Το εγχειρίδιο για την παραγωγή λόγου» και «Το ατελιέ» ως τον «Ευτυχισμένο Σίσυφο», κυρία Δημητριάδου, τι έχει αλλάξει στη γραφή σας, στη ζωή σας, στη ζωή μας;
Διαρκώς αλλάζουμε, εξελισσόμαστε – αλίμονο αν δεν ίσχυε αυτή η δημιουργική συνθήκη στη ζωή μας. Αυτό συμπεριλαμβάνει και τη γραφή. Ωριμάζουμε, βλέπουμε αλλιώς τη θέση μας στον κόσμο που μας περιβάλλει, ο οποίος επίσης αλλάζει διαρκώς. Θαρρώ πως αυτά που γράφω τώρα δεν θα μπορούσα να τα έχω γράψει νωρίτερα. Ίσως είναι πιο σκούρα στα χρώματά τους ανταποκρινόμενα σε μια σκοτεινιά ολοένα αυξανόμενη. Το έσω και το έξω τοπίο είναι πιο βαρύ.

– Τι πρέπει να έχει ένα ποίημα για να γίνει ποίημά σας; Μια ιστορία, ιστορία σας; Ένας ήρωας, ήρωάς σας;
Ίσως αυτή η ιδιαίτερη συνθήκη, που μετατρέπει μια εικόνα ή μια μνήμη σε θέμα ενός ποιήματος ή μιας ιστορίας, να είναι κάτι απροσδιόριστο μα δυνατό, ή ακόμη κάτι που περνά απαρατήρητο από κάποιον άλλον, όμως ικανό να διεγείρει το ενδιαφέρον (κάποιοι το λένε έμπνευση) κι έτσι να δημιουργηθεί η νέα πραγματικότητα – αυτό είναι το έργο, κάτι που γεννιέται και παίρνει τη θέση του εκεί που δεν υπήρχε πριν τίποτα.

– Το ποίημα έρχεται προς εμάς ή είμαστε εμείς απολύτως οι δημιουργοί;
Πιστεύω πως το ποίημα έρχεται προς εμάς. Μας συναντά αιφνιδιαστικά και απρόσμενα και μας κατακτά. Άλλωστε, από τη στιγμή της δημιουργίας του και μετά, δεν ανήκει πλέον ούτε στον δημιουργό του. Ανοίγεται ελεύθερο σε ερμηνείες και οικειοποιήσεις  από τον αποδέκτη του· γι’ αυτό και οι πολλαπλές ‘αναγνώσεις’, οι πολλές και διαφορετικές ερμηνείες. Ο κάθε αναγνώστης εισχωρεί με τον δικό του τρόπο μέσα στο ποίημα και αναγνωρίζει δικά του πράγματα, που συχνά καμία απολύτως σχέση δεν έχουν με την αρχική αφορμή στο μυαλό του δημιουργού.  Αυτό που είχε αποκαλέσει ο Μάνος Χατζιδάκις «θνητή αφορμή».


– Οι σκληρές εποχές είναι σπλαχνικές εποχές όσον αφορά την ποίηση;
Μπορεί να είναι σπλαχνικές προς τον δημιουργό, γιατί τον προκαλούν να εκφραστεί. Γνωστό άλλωστε πως η ποίηση γράφεται μέσα από σκληρές καταστάσεις. Η χαρά δεν έχει την ανάγκη της αποτύπωσης στον λόγο. Η αληθινή ποίηση πατά πάνω στο συσσωρευμένο πάθος. Είναι διαφορετική, ωστόσο, η αποδοχή και η καταξίωση της ποίησης σε σκληρές εποχές. Το ευρύ αναγνωστικό κοινό δεν προτιμά έτσι κι αλλιώς την ποίηση. Ο ποιητής είναι μοναχικός από τη φύση του, καταλήγει όμως και μόνος μέσα στο πλήθος που τον αγνοεί.

– Διαβάζετε απαιτητικά και ασταμάτητα, κι είστε αφάνταστα γενναιόδωρη με τους νέους ποιητές και συγγραφείς.
Ναι, το διάβασμα είναι δεύτερη φύση για μένα.  Διαβάζω πολύ αλλά  επιλεκτικά. Και γράφω πολύ για τα γραπτά των άλλων σε κριτικές που δημοσιεύονται. Οι νέοι ποιητές και πεζογράφοι με ενδιαφέρουν πολύ. Είναι το νέο αίμα και αξίζει να το εξετάσουμε. Δεν είναι πάντα καλά αυτά που γράφονται  αλλά θέλω να τα γνωρίσω σαν μια αποτύπωση της εποχής μας. Και σε τελευταία ανάλυση, δεν αξίζει να μιλήσει κάποιος για μια καλή γραφή που συναντά στις αναγνώσεις του;

– Είμαστε ό,τι διαβάσαμε ή ό,τι ζήσαμε;
Πιστεύω πως ο συγγραφέας αντλεί από τα διαβάσματά του, τις εμπειρίες της ζωής του, και την παρατήρηση. Δεν υποστηρίζω την απομόνωση του δημιουργού, δεν μου αρέσει η ‘ιδιωτική οδός’ που κάποιοι θεωρούν απαραίτητη για να γράψουν αποκλείοντας τους άλλους από τον περίκλειστο χώρο τους. Είμαστε κοινωνικοί και ως δημιουργοί – άλλο ζήτημα, φυσικά, η μοναξιά την ώρα της γραφής· τότε είμαστε μόνοι μας. Όλα τα παραπάνω συνιστούν τον ιδεολογικό κόσμο, από τον οποίο αντλούμε και γράφουμε.

– Αν σας ζητούσαμε να μας μιλήσετε για την καινούργια εκδοτική παραγωγή;
Πλούσια σε αριθμό εκδόσεων, γεγονός που προκαλεί έκπληξη εν καιρώ κρίσης. Κάποιος αισιόδοξος θα πει πως η αλλαγή των εποχών και η μετάβαση από την κρίση στην ανάκαμψη δίνει τα πρώτα της σημάδια στον πνευματικό χώρο. Μπορεί να είναι κι έτσι. Να πούμε όμως ότι το πλήθος δεν συνάδει πάντα με την ποιότητα. Αυτό με προβληματίζει. Ίσως θα έπρεπε οι εκδότες να είναι πιο αυστηροί στις επιλογές τους.

– Υπάρχει ποίηση της κρίσης; Λογοτεχνία της κρίσης;
Λογοτεχνία που γράφεται εν καιρώ κρίσης οπωσδήποτε υπάρχει και είναι συχνά ενδιαφέρουσα, καθώς φέρει μέσα της, όποιο κι αν είναι το θέμα της,  την αίσθηση  της απόγνωσης που κυριαρχεί γύρω μας και επηρεάζει αναπόφευκτα τον συγγραφέα. Άλλο πράγμα όμως είναι η λογοτεχνία που γράφεται με θέμα αυτή την ίδια την κρίση. Τα ποιήματα ή και τα διηγήματα αποτυπώνουν εικόνες/αποσπάσματα της πραγματικότητας. Ένα μυθιστόρημα, όμως, πώς να γραφεί, όταν απαιτείται η απόσταση από τα σύγχρονα γεγονότα; Πώς να μπορέσει ο συγγραφέας, που αποτελεί κομμάτι του σήμερα, να μιλήσει αποστασιοποιημένος από αυτό;


– Ποίηση του διαδικτύου; Λογοτεχνία του διαδικτύου;
Το διαδίκτυο προσφέρει την ευκαιρία της κοινοποίησης των ποιημάτων σε ευρεία κλίμακα. Ταυτόχρονα όμως επιτρέπει σε πολλά ανούσια και θλιβερά να δουν το φως της δημοσιότητας. Κακό αυτό, διότι δημιουργούνται παραπλανητικά κριτήρια για την ουσία της ποίησης.

– Έχετε επισημάνει δικές σας εμμονές γραφής; Θέματα που σας βασανίζουν, κόμπους που προσπαθείτε να λύσετε…
Μα, αν δεν υπήρχαν οι κόμποι, όπως εύστοχα είπατε, δεν θα γραφόταν τίποτα. Έχω την εντύπωση πως όλοι λίγο ως πολύ επιστρέφουμε στις εμμονές μας, φανερές ή μη. Κάθε γραφή είναι μια επιμέρους απάντηση στα ίδια ερωτήματα που έρχονται ξανά και ξανά.

– Υπάρχουν κείμενα στα οποία καταφεύγετε όταν ζητάτε παρηγοριά;
Πολλά αγαπημένα. Και μάλιστα αγαπώ να τα διαβάζω δυνατά για να ακούω τη νέα αναγνωστική τους εκδοχή. Γιατί κι αυτά μεγαλώνουν μαζί μας. Δεν επιστρέφω, ωστόσο, ποτέ στα δικά μου γραπτά.

– «Γιατί το θαύμα γδέρνει», κυρία Δημητριάδου;
Πώς αλλιώς να προσεγγίσεις το ‘θαύμα’, το οποίο είναι ορατό μόνο σε ελάχιστους εκλεκτούς; Όλα δίνονται με το ανάλογο τίμημα. Σε γδέρνει με το κοφτερό του λεπίδι, σε σκοτώνει για να ξαναγεννηθείς. Και δεν εννοώ καθόλου ένα θαύμα σε θρησκευτικά πλαίσια – αυτό έτσι κι αλλιώς είναι υπόθεση πίστης. Περισσότερο ψάχνω τα πιο απτά θαύματα που είναι γύρω μας αλλά δεν είμαστε ικανοί να τα δούμε. Και το ποίημα ένα θαύμα είναι.

– Η ποίηση σήμερα; Παρηγορητική; Επαναστατική; Προστατευτική; Τρόπος έκφρασης;
Ιαματική, θα έλεγα. Αρωγός της ψυχής του ποιητή αρχικά, κατόπιν ιαματική για τον αποδέκτη. Πάντα έτσι ήταν κι εξακολουθεί να είναι. Ακόμα κι αν το θαύμα της ποίησης κάνει μόνο για λίγο να μη νιώθεται η πληγή, κατά τον Καβάφη.


– Τι έχει αλήθεια η εποχή μας που δεν το είχε καμία άλλη εποχή;
Βλέπω περισσότερη απάθεια απέναντι στα υπαρκτά προβλήματα, περισσότερη ανοχή στη διαφθορά των συνειδήσεων. Σαν να τα έχουμε τόσο ενστερνισθεί ως πραγματικότητα που δεν μπορούμε να διανοηθούμε έστω τη διαμαρτυρία μας, αν όχι τη σθεναρή μας αντίσταση.

– Κυρία Δημητριάδου, αισθάνεστε να μας έχει κάπως προδώσει αυτή εδώ η εποχή; Υπάρχει κάτι που παραμένει αλώβητο;
Εμείς έχουμε προδώσει τον εαυτό μας και όσα ελπίσαμε. Μια σειρά από διαψεύσεις σε κάθε επίπεδο. Ποτέ δεν φταίνε οι εποχές. Εμείς φτιάχνουμε το περιβάλλον μας και τις συνθήκες του. Θα ήθελα αλώβητη να είναι η ελπίδα, αλλά φοβάμαι πως θα ακουστώ ανεδαφική.

Η πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Φιλελεύθερος (3Ιουνίου 2019)

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Στο τραπέζι του λύκου Rosella Postorino Μετάφραση: Στέλλα Πεκιαρίδη ελληνικά γράμματα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Στο τραπέζι του λύκου

Rosella Postorino

Μετάφραση: Στέλλα Πεκιαρίδη

ελληνικά γράμματα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/12291-postorino-trapezi-lykoy




Μια μορφή ενσωμάτωσης στο Κακό
Το αποκαλούσαν Βόλφσάντσε, Φωλιά του Λύκου. Λύκος ήταν το προσωνύμιό του. Αφελής σαν την Κοκκινοσκουφίτσα, κατέληξα στο στομάχι του. Μια λεγεώνα κυνηγών τον αναζητούσε. Για να τον πιάσουν στα χέρια τους, θα έπρεπε να ξεφορτωθούν και μένα.
Η ιστορία της Margot Wölk, μιας από τις δοκιμάστριες του φαγητού του Χίτλερ, η οποία λίγο πριν τον θάνατό της αποκάλυψε τη συμμετοχή της στην ομάδα των δεκαπέντε γυναικών που είχαν επιλεγεί προκειμένου να γίνουν η ασπίδα προστασίας του απέναντι σε πιθανούς δηλητηριαστές του. Η συγκλονιστική αυτή ιστορία αποδόθηκε μυθοπλαστικά από τη συγγραφέα και δημοσιογράφο Rosella Postorino και κυκλοφορεί στην ελληνική έκδοση σε μετάφραση από τη Στέλλα Πεκιαρίδη. Λίγο έχει απομακρυνθεί από τα αληθινά γεγονότα η συγγραφέας, η οποία έδωσε το δικό της όνομα, Ρόζα, στην ηρωίδα της· ίσως παίρνοντας, έστω και μόνο μέσω της λογοτεχνικής γραφής, τη θέση της γυναίκας αυτής που αναγκάστηκε να συμμετάσχει στη «διάσωση» του Führer χωρίς να έχει ούτε την επιλογή αλλά ούτε και την ελπίδα διαφυγής. Έτσι έδωσε το δικό της μικρό μερίδιο στο Κακό, που στη δική της περίπτωση καθόλου δεν συνταιριάζει με μια κοινοτοπία, για να θυμηθούμε τη θεωρία της Hannah Arendt για την κοινοτοπία του κακού. Εδώ δεν έχουμε την αδράνεια και την υποταγή (συχνά υποσυνείδητη) του μέσου ανθρώπου της διπλανής πόρτας που συντάσσεται έτσι με αντιδραστικές ιδεολογίες και δικαιολογεί εγκλήματα, προσδίδοντας στο πρόσωπό του μια δύναμη που στην ουσία δεν κατέχει και ιδιότητες που τον χαρακτηρίζουν τέρας διαστροφής. Ο μηχανισμός του Κακού εδώ έχει συνθλίψει μέσα στα γρανάζια του τον άνθρωπο που αδυνατεί να ξεφύγει, όσο κι αν αντιλαμβάνεται τι του συμβαίνει, σε τι θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί. Η συνακόλουθη, ωστόσο, βία της εξουσίας τον αποτρέπει από την οποιαδήποτε απόπειρα διαφοροποίησης· εδώ τίθεται επιτακτικά το θέμα της επιβίωσης, η οποία αποκτά την τραγικότητά της ως έννοια, αν σκεφθούμε πως οι δέκα (για τη μυθοπλασία) γυναίκες δοκιμάστριες του φαγητού του Χίτλερ κάθε μέρα ταυτίζουν τη διατροφή τους με το ενδεχόμενο του θανάτου τους.
Στο στρατόπεδο του Κράουζεντορφ διακινδυνεύαμε να πεθάνουμε κάθε μέρα – μα όχι περισσότερο απ’ ό,τι οποιοσδήποτε ήταν ζωντανός. Σ’ αυτό είχε δίκιο η μητέρα μου, σκεφτόμουν ενώ ροκάνιζα το ραδίκι ανάμεσα στα δόντια μου, και το κουνουπίδι διαπότιζε τους τοίχους με την οικεία, καθησυχαστική του μυρωδιά.
Η Ρόζα (όπως και η αληθινή Margot Wölk) θα είναι η μόνη που θα γλιτώσει (φυγαδευμένη με τη βοήθεια ενός υπολοχαγού των Ες Ες), όταν ο πόλεμος θα κριθεί και όλοι όσοι συνέπραξαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα θεωρηθούν συνένοχοι στο ευρύ φάσμα του Κακού. Ωστόσο η ενοχή  είναι μια άλλη συνθήκη, με την οποία πρέπει να αποφασίσει ότι θα ζήσει στο εξής. Η ενοχή για τη  συμπόρευση  με το καθεστώς, ακόμη κι αν αυτή εκ των συνθηκών ήταν αναπόφευκτη. Είναι ένα τεράστιο θέμα το οποίο ενσωματώθηκε στη συνείδηση των Γερμανών, που τα χρόνια της ζωής τους συνέπεσαν με τον παραλογισμό του ναζιστικού κράτους. Η ανοχή τους, η σιωπηλή τους επιδοκιμασία, η αδράνειά τους μπροστά στα εγκλήματα, με αποτέλεσμα τη μοναξιά των ελάχιστων που τόλμησαν να διαφοροποιηθούν – έρχεται στον νου ο μοναχικός ήρωας στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Hans Fallada «Μόνος στο Βερολίνο» (πρωτότυπος τίτλος Jeder stirbt für sich allein) ή ο Φάμπιαν («Στο χείλος της αβύσσου») του Erich Kästner και ακόμη η «Όλγα» του Bernhard Schlink, όλοι απελπιστικά μόνοι τους μπροστά σε όσους είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν στο Κακό που πλησιάζει ή που εδραιώνεται με τη δική τους σύμπραξη. Η Ρόζα της Postorino είναι συνοδοιπόρος αυτών των ηρώων, μόνη της μέσα σε έναν κλοιό συμμορφούμενων, σε κάπως μικρότερο μέγεθος η ευθύνη της από άλλους που απροκάλυπτα συμμετείχαν· ακόμη και ανάμεσα στις γυναίκες, που όπως κι αυτή καθημερινά δοκιμάζουν την αντοχή τους μπροστά στον ενδεχόμενο θάνατό τους, θα βρεθούν κάποιες που θεωρούν ύψιστο έργο αυτό που αναγκάζονται να επιτελέσουν:
«Θα έδινα και τη ζωή μου την ίδια για τον Φύρερ», είπε η Γκερτρούντε, με τα μάτια μισόκλειστα για να προσδώσει  επισημότητα στη δήλωση. Η αδελφή της η Σαμπίνε έγνεψε καταφατικά. […] «Κι εγώ θα έδινα τη ζωή μου για εκείνον», είπε με τη σειρά της η Σαμπίνε. «Για μένα είναι σαν μεγάλος αδελφός. Είναι σαν τον αδελφό μας που δεν τον έχουμε πια, Γκέρτι».
Η Postorino ενσωματώνει στη γραφή της τις μορφές,  με τις οποίες οι άνθρωποι –μηδαμινές οντότητες μπροστά στην παντοδυναμία του Κακού– αποτελούν σιγά σιγά ένα αναπόσπαστο κομμάτι του. Και δημιουργεί μέσα από τον μυθοπλαστικό μανδύα της αφήγησης μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στην αληθινή ιστορία των «συνεργατών» του ναζιστικού καθεστώτος. Ταυτόχρονα με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης γράφει ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό, που προκαλεί τον αναγνώστη να θέσει στον εαυτό του την καίρια ερώτηση: τι θα έκανα άραγε εγώ σε μια παρόμοια περίπτωση; Ερώτημα σκληρό, στο οποίο δύσκολα δίνεται μια απάντηση ικανή να ξεπεράσει την ενστικτώδη ανάγκη για επιβίωση αλλά και να αναμετρηθεί με τις ιδεολογικές συντεταγμένες που συνιστούν τη συνειδητή τάση για απεμπόληση του Κακού, σε όποια μορφή παρουσιάζεται αυτό μέσα στα χρόνια – οι συνειρμοί πολλοί και οι σύγχρονες εικόνες επιβεβαιώνουν τη διαχρονικότητα του προβλήματος. Η προμετωπίδα του βιβλίου θυμίζει μια αλήθεια από την Όπερα της πεντάρας του Μπρεχτ, που διαχρονικά επίσης δίνει μια απάντηση:
Στον κόσμο, ο άνθρωπος επιζεί μονάχα υπό ένα όρο: εφόσον μπορεί να ξεχάσει πως είναι καμωμένος από στόφα ανθρώπου.
Διώνη Δημητριάδου