Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Ο Σίμος Ανδρονίδης γράφει για την ποιητική συλλογή «Κραυγές στην έρημο» του Γρηγόρη Σακαλή εκδόσεις Ενδυμίων

 

Ο Σίμος Ανδρονίδης 

γράφει

για την ποιητική συλλογή 

«Κραυγές στην έρημο»

του Γρηγόρη Σακαλή

εκδόσεις Ενδυμίων

 



Η νέα ποιητική συλλογή του Ημαθιώτη ποιητή Γρηγόρη Σακαλή, φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο ‘Κραυγές στην Έρημο,’ και αποτελεί μία ποιητική συλλογή που εν προκειμένω λειτουργεί και ως καμβάς πάνω στην οποία ο ποιητής καταθέτει σκέψεις, συναισθήματα, εκτιμήσεις για το ίδιο το κοινωνικό-πολιτικό γίγνεσθαι.

Ο ίδιος ο τίτλος της ποιητικής συλλογής τείνει προς την κατεύθυνση μίας άμεσης ποιητικής εμπλοκής, εκεί όπου οι κραυγές και δη οι ποιητικές κραυγές αποτελούν ουσιωδώς τα ‘όπλα’ του ποιητή, όχι για να επανεπινοήσει, αλλά για να αναδείξει το περίγραμμα αλλά και το περιεχόμενο του (βιο) κόσμου  που μας περιβάλλει. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κραυγές συντίθενται από λέξεις που τοποθετούνται εύτακτα, οι οποίες και κατατίθενται (ας το προσέξουμε αυτό το σημείο), εντός μίας θεωρούμενης ερήμου, ήτοι, της σύγχρονης κοινωνικής ερήμου που συμπεριλαμβάνει μορφές ατομικισμού, την αποξένωση, την αλλοτρίωση και την δυσθυμία.

Και ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της ποιητικής συλλογής είναι αυτό: Το ό,τι δηλαδή πρώτα αποκαλύπτει και εν συνεχεία ερμηνεύει τον κόσμο ‘όπως είναι,’ δίχως προσωπεία και φτιασίδια, εντός του οποίου ο ποιητής δεν διστάζει να λάβει θέση συνειδητά. Στο ποίημα ‘Οι άλλοι’ διακρίνουμε ένα υπόδειγμα στράτευσης που βρίσκει χώρο έκφρασης στην ποίηση.

 Ας το παρακολουθήσουμε εγγύτερα: «Όταν ήμουν νεαρός τους κοιτούσα παράξενα είχα προκατάληψη απέναντι τους μα σαν περάσαν τα χρόνια και ωρίμασα είδα τα πράγματα διαφορετικά το διαφορετικό είναι ανθρώπινο επίσης γι’ αυτό τώρα είμαι υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων των ομοφυλόφιλων των ΛΟΑΤ των οροθετικών των πορνών των εξαρτημένων από ουσίες και τηλεόραση των μεταναστών των μοναχικών των ανθρώπων με αναπηρία των ψυχικά άρρωστων των εξαθλιωμένων και τόσων άλλων που όλοι μας ξέρουμε μα κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε που η ζωή τους καθημερινά είναι δύσκολη έως φρικτή καιρός να γίνουμε άνθρωποι και να τους δούμε σαν αδέλφια μας».[1]

Σε αυτό το σημείο η συνειδητή στράτευση δεν ενσκήπτει μεταφυσικώ τω τρόπω, αλλά, αντιθέτως, προϋποτίθεται στην αλλαγή και περαιτέρω στην ωρίμανση που προκύπτει προϊόντος του χρόνου,[2] στην ωρίμανση που διαπερνά την ποιητική γραφή και δύναται να συναρθρώσει την αίσθηση της ανθρωπινότητας με την διαφορετικότητα. Η φράση δηλαδή, «το διαφορετικό είναι ανθρώπινο επίσης», διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο για την ‘οικονομία’ του ποιήματος, καθότι αναδεικνύει εμπρόθετα το ό,τι η διαφορετικότητα, έτσι όπως αρθρώνεται, πραγματώνει την αίσθηση του ανθρώπινου, ανθρώπινου[3] που πολλές φορές προσπερνάμε και αφήνουμε πίσω μας, επηρεασμένοι από στερεοτυπικές αφηγήσεις.

Πάνω στο ποιητικό «το διαφορετικό είναι ανθρώπινο» αναπτύσσεται μία γκάμα προσλήψεων και δικαιωματικού τύπου, συν-ταυτίσεων, με το πρόθημα ‘υπέρ’ να εμπεριέχει μορφές της διαφορετικότητας και ακόμη, τον ‘εξαρτημένο’ από καθημερινές ‘δόσεις’ τηλεοπτικού προϊόντος και τηλεοπτικής παραζάλης.

Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο ποιητής ‘συμπάσχει.’ Στην ποιητική του συλλογή, στιγμές καθημερινότητας κάνουν την εμφάνιση τους, υπό την μορφή προσδοκιών, ελπίδων και διαψεύσεων, σε ένα σημείο όπου ο ποιητικός λόγος, και αυτό διαφαίνεται σε όλη την συλλογή, είναι άμεσος, στρωτός και δίχως τάσεις εύκολου εντυπωσιασμού. Στο ποίημα του ‘Φώτιση,’ διακρίνουμε την ύπαρξη του σημαίνοντος της ρίζας, της καταγωγής, διαμέσου της οποίας η ατομική γενεαλογία αποτελεί το έναυσμα για να αναδειχθεί η ευρύτερη ανθρώπινη, οι «ρίζες όλων μας».

 Και το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι πως η έγκληση της ρίζας που ευρίσκεται στο κοιμητήριο,[4] ως έναν βαθμό (βλέπε και την υποσημείωση νούμερο ‘4’), αναπληρώνει έως υπερ-αναπληρώνει την μνήμη, όντας σημείο αναφοράς, σημείο που βοηθά πρωταρχικά στον προσανατολισμό του ποιητή στη ζωή και στον κόσμο.

 Και ο προσανατολισμός για να εκφρασθεί πληρέστερα επιζητεί τις ρίζες, τα «κόκκαλα» στη γλώσσα του ποιητή που δεν θυσιάζονται στο βωμό της λήθης. «Στο μονοπάτι του ήλιου πορεύομαι φίδια- ποτάμια διασχίζω με τυλίγουν ξετυλίγομαι σ’ έρημες αυλές μετράω το χρόνο πρόσωπα ανακαλώ μα η μνήμη με προδίδει τα βήματα μου μ’ οδηγούν σ’ ένα κοιμητήριο εκεί είναι πια οι ρίζες μου εκεί είναι οι ρίζες όλων κάποτε δύο μεταλλικά κουτιά γεμάτα κόκκαλα οι γεννήτορες μου ανάβω ένα κερί σε ποιον σε τι παίρνω τον ανήφορο για το βουνό κι εκεί εγκαθίσταμαι για να βρω τη φώτιση».[5] Διαμέσου της στάσης που δεν είναι τυπική και της περίσκεψης ενώπιον των νεκρών, του οστού-γης, και παράλληλα, της ακολουθίας του θρησκευτικού τελετουργικού που προτάσσει το άναμμα κεριών για τη μνήμη των νεκρών, ο ποιητής που δεν αυτο-βιογραφείται όσο αποκαλύπτεται, συνεχίζει την πορεία του, έχοντας αντλήσει γνώση και παίζοντας με τις σημάνσεις του φωτός, που από το κερί που έχει ανάψει, δεικνύει επώδυνα προς την «φώτιση», την πνευματική και γνωσιακή φώτιση.

 Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επί τη βάσει του φωτός, συμβολικού και μη, ο λόγος του Γρηγόρη Σακαλή και η περί φωτός προσέγγιση, συγκλίνει προς την αντίστοιχη του ποιητή Δημήτρη Άναλι για τον οποίο το φως «κυριεύει»,[6] διεκδικεί και ανατρέπει. Στο ποιητικό ‘πράττειν’ υπεισέρχονται οι παράμετροι της κοινωνικοοικονομικής κρίσης και του αντίκτυπου που αυτή είχε, νοηματοδοτούνται απλές πράξεις με έντονο όμως αντίκρισμα, με την πολιτική να προσλαμβάνεται ως καθαυτό μαχητική πράξη, ενώ συνάμα εάν κάτι τονίζεται δραστικά, αυτό είναι η εκ νέου εκκίνηση, η ανά-κτηση του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο, μέσα σε έναν κυκεώνα αρνητικών ειδήσεων και αρνητικών εξελίξεων, που συμβολοποιείται σε ένα βλέμμα, σε μία επαφή, σε έναν μη-υπολογισμό του προφανούς.

Γύρω από την έννοια της ανθρωπινότητας διαρθρώνεται η ποιητική συλλογή και αποκτά επιπλέον συνδηλώσεις. «Μέσα στο μυαλό μας μαζεύονται κάθε μέρα σκουπίδια οι καθημερινές συναναστροφές οι ατέλειωτες συναλλαγές οι ειδήσεις που δεν είναι ειδήσεις καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του νου μας και της ψυχής συσσωρεύουν πραγματική κόπρο του Αυγείου και δεν μένει χώρος για το καλό για την ευαισθησία για τη λεπτότητα θα πρέπει το βράδυ κάθε μέρας να κάνουμε επανεκκίνηση σαν υπολογιστές για να χωρέσει λίγη αγάπη που με ένα λουλούδι κι ένα ποτήρι κρασί θα μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι».[7]

Με κινήσεις λιτές που στα συμφραζόμενα του ποιητικού λόγου καθίστανται ιδιαιτέρως επιδραστικές, σε σημείο αναφοράς μετατρέπεται η ‘κάθαρση’ και όχι τόσο κάποια μακρινή ‘απολύτρωση,’ με το κόκκινο κρασί που ρέει, το λουλούδι που προσφέρεται ως δείγμα αγάπης να συγκροτούν την συντροφικότητα ως καταστατικό πυρήνα του ανθρώπου που ‘ζει για να αισθανθεί με τον φίλο-σύντροφο, (από κοινού) την εμπειρία.’ Και με άξονα ό,τι ειπώθηκε, θα υπογραμμίσουμε πως οι ‘Κραυγές στην Έρημο,’ δεν παραλείπουν να εντάξουν στρατηγικά στη δομή και στην αφήγηση τους, τις εκφάνσεις της έμφυλης βίας που έχει αποκτήσει και μία επικαιρική διάσταση εν καιρώ πανδημικής κρίσης, με τον δρόμο που πρέπει να διασχισθεί για την χειραφέτηση του γυναικείου υποκειμένου, να είναι μακρύς, όπως ρητά δηλώνει ο ποιητής με καταγωγή από την Στενήμαχο Ημαθίας. Η θεώρηση παραμένει ανοιχτή σε ερμηνείες και θα μπορούσαμε να πούμε, κατά τι μη-θρησκευτική, στο βαθμό που ασκείται κριτική στη μετατροπή της γυναίκας σε «Παναγιά», σε γυναίκα και μητέρα που θρηνεί, ώστε να καταστεί πιο εύκολη η αλλοτρίωση της. Διαφορετικά ειπωμένο, στηλιτεύεται η, για να παραπέμψουμε στον Γερμανό κοινωνιολόγο Μαξ Βέμπερ,[8] η «κοσμο-εικόνα» που αυτή έχει αποκτήσει.

Η δομή του ποιήματος ‘8 Μαρτίου’ είναι ιδιαίτερη, διότι εκκινεί με την αναφορά ‘Γυναίκα’ σε κάθε σύντομη στροφή τους, κάνοντας έτσι ορατή την απεύθυνση, την οικειότητα, την παραδοχή και την δυνατότητα της συν-ταύτισης που αμβλύνει το πρόσημο φύλου: Δεν απευθύνεται ένας άνδρας προς γυναίκα, αλλά ένα ποιητής προς τις γυναίκες του κόσμου. «Γυναίκα στα λόγια τιμημένη Γυναίκα ατέλειωτη βία πάνω σου Γυναίκα σε κάναν Παναγιά για να μπορούν να ασελγούν ατέλειωτα στη ψυχή σου Γυναίκα ψεύτικες γιορτές για χάρη σου Γυναίκα πολύς δρόμος για  την ελευθερία σου».[9] 

Δεν θα κάνουμε λόγο για την εμφάνιση, μέσα στην ποιητική γραφή, μοτίβων διδακτισμού και κατοχής μίας και ‘μοναδικής’ αλήθειας. Απεναντίας, εντοπίζουμε στοιχεία μίας εκ-πεφρασμένης κοινωνικής ευαισθησίας που δεν παύει να δηλώνεται και ως ‘συμπόνια’ προς πρόσωπα-outsiders, μίας ‘αντίστασης’ που δίνεται και μέσω της κατάθεσης μίας αλληλουχίας ποιημάτων, με τον ποιητή να επιδιώκει να καταλάβει την θέση του εντός της ποίησης ώστε να κατανοήσει και να ερμηνεύσει.

Η αφύπνιση είναι πρωτίστως ατομική υπόθεση, και η ποίηση, η άσκηση επί του ποιητικού λόγου, επί της γραφής που επιθυμεί να τροφοδοτείται από διάφορα ερεθίσματα, ‘θεραπεία’ που καταλαγιάζει αλλά και οξύνει τις αισθήσεις, δυναμώνει την διάσταση της στράτευσης για μία άλλη πλέον, πολιτικά, κοινωνία.

Ο λόγος στον ποιητή: «Κυνηγημένος απ’ τη ζωή τα βάσανα του σώματος και της ψυχής υπέφερα τα πάνδεινα στράφηκα τότε στη λογική να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά κι ανακουφίστηκα, δεν λέω μα ήταν κάτι προσωρινό εν μέρει ανακούφιση κατέφυγα τότε στην ποίηση κι άφησα το συναίσθημα να ξεχειλίσει τα φάρμακα της ήταν πιο γόνιμα έτσι μ’ αυτήν τώρα πορεύομαι στη ζωή μου κι είναι η ψυχή μου ήρεμη, γαλήνια τα καθημερινά τραύματα δεν μ’ αγγίζουν».[10]

Με τα λόγια του Gadamer, οι ‘Κραυγές στην ‘Έρημο,’ τα παράλληλα ποιήματα-νύξεις, φθάνουν «ως την ύψιστη στιγμή στην εμπειρία των ιδιοτήτων»,[11] εκεί όπου ο Γρηγόρης Σακαλής δεν αποστρέφεται τον όρο ποιητής, και όχι απλά, αφηγητής ζωής και ζωών, διότι στο ποίημα αποκρυσταλλώνονται  χάσματα που αναπαράγονται εντός κοινωνίας. Εάν κάτι πράττει ο ποιητής, είναι να παίρνει θέση στην αφετηρία, προσφέροντας τα πρωτεία στην ποίηση. Δίχως να παραλείπει να επεξεργασθεί τον σύγχρονο τρόπο ζωής και το τραύμα της απώλειας.

Και στο δεύτερο πλαίσιο, έχουμε μία μνημονικής χροιάς, επι-τέλεση, που ανακαλεί την μορφή της μητέρας, στιγμές από την ζωή τους, και την διαφορά μεταξύ του ‘πριν’ και του ‘μετά’ όχι μόνο χρονικά αλλά και ποιοτικά, όπου στο μεταξύ έχει παρεμβληθεί ο θάνατος. «Είχες φυτέψει τριανταφυλλιές στην αυλή μου, μάνα τις πότιζες, τις κλάδευες τις καμάρωνες μαζί σου κι εγώ μύριζαν τόσο ωραία τα τριαντάφυλλα τους κανένα σαν και σένα έφυγες εσύ νωρίς έμειναν οι τριανταφυλλιές πίσω, να μου θυμίζουν το χθες σταμάτησα κι εγώ να τις κλαδεύω, να τις ποτίζω ερήμωσε η αυλή ερήμωσε η ψυχή απ’ το γλυκό το λόγο απ’ τη ζωή και την αγάπη».[12]

Η επίσης επίκληση του τριαντάφυλλου συμβάλλει στο να αποκτήσει περιεχόμενο ο κοινός βίος και να αναδειχθεί μεγεθυμένη η απώλεια. Με τις ‘Κραυγές στην Έρημο,’ ο Γρηγόρης Σακαλής επαναπροσδιορίζει τις αξίες του, δίχως να εκ-λείπει το στοιχείο του ‘επιχρωματισμού’ των προσδοκιών του.  Που ενέχουν συλλογικό πρόσημο. Με επίκεντρο τις λέξεις-‘κραυγές’ που αναζητούν αποδέκτες και ίσως συνοδοιπόρους.



[1] Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘Οι άλλοι,’ Ποιητική συλλογή, ‘Κραυγές στην Έρημο,’ Εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα, 2020, σελ. 12.

[2] Εδώ έχουμε μία προσέγγιση περί χρόνου που αποδίδει έμφαση όχι στην έλευση του με τους επι-γενόμενους όρους της φθοράς (ο χρόνος ως ‘φθοροποιό’ στοιχείο), αλλά στην έλευση του με τους όρους της ωρίμανσης, της απόκτησης εμπειριών που συμβάλλουν στην διαμόρφωση μίας άλλης στάσης, μίας θετικής στάσης απέναντι σε ό,τι ορίζεται ως ‘διαφορετικότητα.’

[3] Στη σύγχρονη ελληνική ποιητική παραγωγή, είναι ο ποιητικός λόγος του Γιάζρα που καθίσταται άμεσος και συμπεριληπτικός στο βαθμό που φέρει εντός της το ταξικό πρόσημο, απε-δαφοποιώντας το περιεχόμενο της και παράλληλα, επανεπινοώντας την λέξη ως οδοδείκτη του πραγματικού. Εάν ο Γιάζρα διεκδικεί την ‘πατρότητα’ της λέξης και των λέξεων, που συμβαδίζουν με την εκμετάλλευση για να την αποκαλύψουν, που δομούν το κοινωνικό-ταξικό ως οικείο, τότε, θα πούμε πως ο Γρηγόρης Σακαλής κύρια στο ποίημα ‘Οι άλλοι’ εστιάζει σε ό,τι προσλαμβάνεται ως ‘διαφορετικότητα,’ σε ό,τι αποκλίνει της συμβατικής νόρμας, εν-σώματα, φυλετικά και ερωτικά, απλώνοντας το χέρι-λέξη (βλέπε τον Γιάζρα) για να επιτύχει την αδελφοσύνη. Για την ποίηση του Γιάζρα, για τον οποίο οι λέξεις «είναι προλετάρισσες, σκλάβες όπως εγώ, δουλεύουν στα φασονάδικα μέρα νύχτα», βλέπε σχετικά, ‘Worter,’ Ποιητική συλλογή, ‘Γκρόζνι,’ Εκδόσεις Υποκείμενο, Αθήνα, 2016, σελ. 6.

[4] Υπό αυτό το λεπτό πρίσμα, ο θάνατος προσομοιάζει προς τον ίδιο άξονα της εγγραφής: Στο νεκρό σώμα και στα νεκρά σώματα εγγράφονται οι ρίζες και σε ένα δεύτερο επίπεδο που μόνο τότε ξεδιαλύνει, καθίσταται πιο απτή, πιο οικεία για τον ποιητή. Όταν δηλαδή λαμβάνει εικόνα του κοιμητηρίου και των προσώπων που κείτονται εκεί.

[5] Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘Φώτιση…ό.π., σελ. 17. Πιάνοντας το νήμα από το ποίημα ‘Φώτιση’ δύναται να μεταβούμε στο ποίημα του που τιτλοφορείται ‘Ζόφος.’ Σε αυτό το ποίημα, ο ποιητικός λόγος με μία σκωπτική, θα λέγαμε, διάθεση, αναγνωρίζει τις συνθήκες που επικρατούν, ανασύρει στην επιφάνεια τις όψεις μίας τάξης μεγέθους που ομνύει στο ‘έλασσον’ το οποίο όμως, εμβαπτίζεται στα νάματα του μείζονος και του θριάμβου-διθυράμβου, σημασιοδοτώντας μία γραμμικότητα που εάν την τραβήξουμε έως τα άκρα της, θα αναφέρουμε ό,τι πλησιάζει στο υπόδειγμα του ‘η ιστορία γράφεται από τους νικητές,’ ήγουν, από τους «εκλεκτούς του πλανήτη», όπως τους ονομάζει που διαβούν σε περιφραγμένες περιοχές, φυλάσσονται από αστυνομικούς και ‘προ-φυλάσσονται’ από τον νόμο, από ό,τι αυτός δίδει εξαντικειμενοποιημένα: την ισχύ. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ευδιάκριτο εδώ, κοινωνικό-ταξικό πρόσημο ωσάν αυτό του Γιάζρα, αλλά περισσότερο για την έκφραση της αντίστιξης που είναι χωρική και κοινωνική και διακρίνει μεταξύ των ‘από πάνω’ και των ‘από κάτω,’ στο σημείο όμως που ο ποιητής δεν μένει εκεί, αλλά, από την άλλη, αφήνει να διαρρεύσει η αίσθηση του ‘απροσδόκητου’ που χτίζεται κοντά και μακριά, σε σπηλιές (ας θυμηθούμε το Πλατωνικό ‘σπήλαιο’) φωτισμένων. Έτσι, «όλα μοιάζουν προδιαγεγραμμένα όμως σε κάποιες σπηλιές καίνε τις νύχτες κεριά από αυτούς που συναντιούνται κρυφά που ορκίστηκαν να φέρουν τα πάνω-κάτω». ‘Ζόφος…ό.π., σελ. 19-20.

[6] Βλέπε σχετικά, Βλαβιανού Αντιγόνη, ‘Η ποιητική του Δημήτρη Άναλι με δικά του λόγια,’ Περιοδικό ‘Νέα Εστία,’ Τόμος 178ος, Τεύχος 1869, Ιούνιος 2016, σελ. 384, μετάφραση από τα Γαλλικά: Μωσαϊδη Νεφέλη.

[7] Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘Επανεκκίνηση…ό.π., σελ. 27. Η ανθρωπινότητα και μία καθημερινού τύπου ‘ενσάρκωση της, δίδονται και στο ποίημα ‘Αξία,’ με την ίδια την ‘αξία,’ ποιητικά ιδωμένη να αναπαρίσταται με χαρακτηριστικά εν-συναίσθησης, προσφοράς και εντός αυτών, ως ‘θυσία για τον άλλον.’ Η ‘αξία’ δεν μετράται μηχανιστικά και υπολογιστικά (ως ‘χρήμα’),  παρά σημαίνει το χρονικά ‘εδώ και τώρα’: Πράξε με τρόπο που θα αποκτήσει νόημα, βάθος και περαιτέρω, μνήμη. «Είναι οι κουβέντες μου μετρημένες τούτο τον καιρό του απόλυτου εξευτελισμού και του ψεύδους κι αν λέω κάποιες αλήθειες χαρακτηρίζομαι γραφικός στη μονοκρατορία του φαίνεσθαι όπου δικαστήκαμε να ζούμε όπου το χρήμα κυριαρχεί κι οι άνθρωποι νοιάζονται περισσότερο για τα ρούχα που φορούν παρά για το πνεύμα το ύφος τους είναι ύφος καρδιναλίων και ούτε φαντάζονται για μια στιγμή πόσο ασήμαντοι είμαστε κι αν κάτι μας δώσει αξία είναι το καλό που θα κάνουμε στους συνανθρώπους μας».  Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘Αξία…ό.π., σελ. 29.

[8] Για την ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με το πολυσχιδές έργο του Μαξ Βέμπερ, σημείο αναφοράς έχει καταστεί η έκδοση  του εξάτομου ‘Οικονομία και Κοινωνία,’ σε μετάφραση, εισαγωγή και επιμέλεια του Θανάση Γκιούρα, ο οποίος και κατάφερε, και να αποδώσει το βάθος που χαρακτηρίζει την Βεμπεριανή ‘λογική,’ αλλά και να αποδώσει στην Ελληνική γλώσσα, δίχως να αλλοιώνεται το νόημα, δύσκολους Βεμπεριανούς όρους γραμμένους στο πρωτότυπο (Γερμανική γλώσσα).

[9] Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘8 Μαρτίου…ό.π., σελ. 31. Έμφυλα χαρακτηριστικά λαμβάνει σε κάποια σημεία του και ο ποιητικός λόγος της επίσης με καταγωγή από την Ημαθία, ποιήτριας Αρετής Γκανίδου. Το ίδιο πρόσημο συναντάμε και στο ποίημα ‘Ανάταση,’ μόνο που αυτό συμπληρώνεται και ενισχύεται από αναφορές σε φαινόμενα παιδικής και ενδο-οικογενειακής βίας, με την παραδοχή να είναι στοχευμένη, (ο ποιητής τάσσεται υπέρ των ‘υποτελών,’ των διαφόρων μειονοτήτων «που βολοδέρνουν στην κοινωνία της πλειοψηφίας»), και ανατρεπτική: Στην ποίηση του , σημασία ενέχουν η αποκάλυψη και η καταγγελία της εκμετάλλευσης, των φαινομένων βίας, αλλοτρίωσης, όπως επίσης, και η αίσθηση μίας ‘μάχης’ που πρέπει να είναι διαρκής διότι είναι καθημερινή.

[10] Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘Καταφυγή…ό.π., σελ. 48. Η ποίηση ανάγεται στο ύψος του πιστού ‘συντρόφου’ που προστατεύει, ενώ μέσω αυτής επιχειρείται η στροφή στο ουσιώδες και όχι σε μία φθηνή απομίμηση, αφήνοντας έτσι να διαφανούν εκ νέου, οι θέσεις και η στάση ζωής του ποιητή. Και συνδέοντας εννοιολογικά το ποίημα ‘καταφυγή’ με το ποίημα ‘Κριτές’ θα σημειώσουμε πως για τον ίδιο τον ποιητή, η πραγματική ποίηση των ‘λίγων’ (Καβάφης) είναι αυτή που μένει και που αξίζει, με την ιστορία και τον χρόνο να επάγουν θέση ‘εκκαθαριστή’ της ποίησης που βρίσκει θέση σε ευπώλητα και ιλουστρασιόν περιοδικά.  Στο ίδιο, σελ. 43.

[11] Αναφέρεται στο: Ντερριντά Ζακ, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: Μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα,’ Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 22.

[12] Βλέπε σχετικά, Σακαλής Γρηγόρης, ‘Ερημιά…ό.π., σελ. 47. Προσωπική είναι και η απεύθυνση στο ποίημα ‘8 Μαρτίου,’ μόνο που στην περίπτωση της μητέρας του ποιητή, ο τόνος είναι πιο οικείος, πιο εξομολογητικός για ό,τι έλαβε χώρα.

Σίμος Ανδρονίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου