Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Μηνάς Βιντιάδης - Γιώργος Δαρδανός ΟΙ ΚΟΛΙΓΑΔΕΣ Ο Δημήτρης Μπαλής, ο Θεόφιλος Καΐρης και η άγνωστη επανάσταση της Άνδρου το 1821 ΣΥΝΕΚΔΟΣΗ: Gutenberg & Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ ΕΙΚΟΓΡΑΦΗΣΗ: Ωρίωνας Αρκομάνης

 

 Μηνάς Βιντιάδης - Γιώργος Δαρδανός

 ΟΙ ΚΟΛΙΓΑΔΕΣ

 Ο Δημήτρης Μπαλής, ο Θεόφιλος Καΐρης

και η άγνωστη επανάσταση της Άνδρου το 1821

ΣΥΝΕΚΔΟΣΗ: Gutenberg & Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ

  ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Ωρίωνας Αρκομάνης




 Η άγνωστη επανάσταση του 1821 στην Άνδρο: Ένα θεατρικό έργο που φωτίζει μια γνωστή σε ελάχιστους πτυχή της Ελληνικής Επανάστασης με πρωταγωνιστές τον αγρότη Δημήτρη Μπαλή και τον φιλόσοφο Θεόφιλο Καΐρη.

  Εμπνεόμενος από τις ιδέες της Φιλικής Εταιρείας στις οποίες μυείται από τον Θ. Καΐρη ο Δ. Μπαλής οργανώνει εξέγερση εναντίον των κοτζαμπάσηδων, που καταδυναστεύουν την Άνδρο και των Οθωμανών που συνεργάζονταν μαζί τους για την είσπραξη φόρων.

 Μετά την Επανάσταση, καταλαμβάνουν το υποθηκοφυλακείο του νησιού και καίνε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας. Συγκροτούν λαϊκό δικαστήριο. Κοινωνικοποιούν τη γη και οργανώνουν την παραγωγική δραστηριότητα.

 Συντάσσουν μια πρωτοποριακή διακήρυξη που δείχνει πως ο αγωνιζόμενος αγροτικός κόσμος είχε ένα ολοκληρωμένο όραμα για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή του.

 Η επανάσταση αυτή έγινε την εποχή που ο Μαρξ ήταν μόνο πέντε ετών και πενήντα χρόνια πριν από την «Κομμούνα του Παρισιού».

 Το θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη και του Γιώργου Δαρδανού ζωντανεύει όλα τα γεγονότα της περιόδου και παρουσιάζει τις απόψεις που οδήγησαν στην ατυχή προσπάθεια των Τουρκοκοτζαμπάσηδων να καλέσουν τους Τούρκους για να ξανακαταλάβουν το νησί.

 «Πρωτότυπη είναι η στενή σύνδεση της υπόθεσης του έργου», όπως τονίζει στον πρόλογο του βιβλίου ο βραβευμένος συγγραφέας και καθηγητής θεατρολογίας Βάλτερ Πούχνερ, «με τον Ανδριώτη φιλόσοφο και παιδαγωγό, κληρικό και αφορισμένο για τη Θεοσέβειά του, Θεόφιλο Καΐρη […] Ο Καΐρης αναλαμβάνει τον ρόλο του μπρεχτικού αφηγητή-διαφωτιστή που όμως παρεμβαίνει και στο έργο» και  «οι σύντομες σκηνές με τις εναλλαγές τους δημιουργούν έναν ρυθμό, που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του θεατή/αναγνώστη». «Το φινάλε» τονίζει επίσης ο Β. Πούχνερ «υπογραμμίζει την επικαιρότητα του θέματος και σήμερα».

  Η έκδοση συμπληρώνεται με κείμενα του καθηγητή Κοινωνιολογίας Β. Φίλια και του ιστορικού Φ.Κ. Βώρου για το κίνημα του Δ. Μπαλή, την προκήρυξή του και την επανάσταση στην Άνδρο.

 

 

 

...

Τα πάντα Γρηγόρης Σακαλής μαζί με μία φωτογραφία του Gabriel Guerrero

 

Τα πάντα

Γρηγόρης Σακαλής

μαζί με μία φωτογραφία του Gabriel Guerrero




Τα καλοκαίρια

κάθομαι τ’ απογεύματα

στο μπαλκόνι μου

κοιτάζω τα δέντρα

την πλαγιά του βουνού

και σκέφτομαι

για την αγάπη

αναρωτιέμαι

αν υπάρχει κανείς

τόσο κακός

που να μη θέλει

ν’ αγαπηθεί

και λέω "όχι"

αν και μέσα μου

φοβάμαι πως ναι

για όλα είναι ικανό

το ανθρώπινο είδος

αχ, η αγάπη

τα πάντα μπορεί

ακόμα και να θεραπεύσει

ένα κακούργο

κι όταν είναι αμοιβαία

μεγαλουργεί.

 

Γρηγόρης Σακαλής

(φωτογραφία: Gabriel Guerrero)


Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές Κίβδηλος Καιρός και Θαμμένος στην Άμμο, από τις εκδόσεις Πλανόδιον, τη συλλογή Πορεία στη γύμνια, Bookstars και τις συλλογές Κυτίο κρυφών ονείρων, Άχρονη μετάβαση και Κραυγές στην έρημο από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Η συλλογή διηγημάτων Ιστορίες ενός παραμυθά κυκλοφορεί σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

 

Μυθοπλασία και βίωμα στην ποιητική παραγωγή της Άι Ογκάουα Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη // Άι Ογκάουα, «Τα αιρετικά παραμύθια». Ανθολόγηση-Μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου. Εκδόσεις Βακχικόν. Αθήνα, 2020

 

Μυθοπλασία και βίωμα 

στην ποιητική παραγωγή της Άι Ογκάουα

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη 

 Μυθοπλασία και βίωμα στην ποιητική παραγωγή της Άι Ογκάουα | Fractal (fractalart.gr)

Άι Ογκάουα, «Τα αιρετικά παραμύθια»

Ανθολόγηση-Μετάφραση:

Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου

 Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2020

 Η πρώτη δημοσίευση στπο περιοδικό  Fractal





 H Άι Ογκάουα, ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και εκπαιδευτικός η οποία το 1999 κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για την ποιητική της συλλογή ‘Vice’. Υπήρξε και έμεινε γνωστή ως ειδήμων και κυρίαρχη προσωπικότητα για τους δραματικούς μονολόγους που τοποθετούσε αρκετά συχνά μέσα στα ποιήματά της παρουσιάζοντας έτσι μια καινούργια ποιητική μορφή, καθώς και για την αντιμετώπιση πολλών σκοτεινών, αλλά και αμφιλεγόμενων θεμάτων στο έργο της συνολικά. Συνήθιζε να περιγράφει τον εαυτό της με πολλαπλές ρίζες, όπως ιαπωνικές, αφρικανικές, ιρλανδικές, ινδιάνικες και ακόμα Ολλανδικές. Γεννήθηκε στο Άλμπανι του Τέξας, το 1947, και μεγάλωσε στην Τούσον, στην Πολιτεία της Αριζόνα. Αργότερα έζησε στο Λος Άντζελες, στο Λας Βέγκας, στο Σαν Φρανσίσκο, με τη μητέρα της και τον δεύτερο πατριό της, Sutton Hayes. Στα 1959, δύο χρόνια μετά το διαζύγιο της μητέρας της από τον Hayes, μετακόμισαν πίσω στην Τούσον της Αριζόνα, όπου ολοκλήρωσε το γυμνάσιο και παρακολούθησε κολέγιο στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, όπου σπούδασε την αγγλική γλώσσα, ενώ έκανε και ανατολικές σπουδές με επικέντρωση στα ιαπωνικά, καθώς και στη δημιουργική γραφή. Πριν ξεκινήσει το κολέγιο, ένα βράδυ κατά τη διάρκεια του δείπνου με τη μητέρα και τον τρίτο πατριό της, η Άι έμαθε ότι ο βιολογικός της πατέρας, Μάικλ Ογκάουα, ήταν Ιαπωνικής καταγωγής, με τον οποίο η μητέρα της είχε συναντηθεί τυχαία σε μια στάση του τραμ. Η εκμάθηση και δημοσιοποίηση της υπόθεσης είχε ως αποτέλεσμα ο πρώτος πατριός  της Άι, του οποίου το επώνυμο ήταν Anthony, να ξυλοκοπήσει τη μητέρα της μέχρις ότου να παρέμβει η οικογένεια και μεταφερθούν στο Τέξας, όπου ακολούθησε και ο πατριός της μετά τη γέννηση της Άι. Επειδή, όμως, η μητέρα της εκείνη την εποχή ήταν ακόμα παντρεμένη με τον Anthony, στο πιστοποιητικό γεννήσεως της  Άι γράφτηκε το επώνυμό του.  Η φτώχεια που βίωσε η Άι κατά την παιδική της ηλικία επηρέασε αργότερα και τη γραφή της. Η Άι αποδίδει την πρώτη της εμπειρία γραφής σε μια εργασία στην τάξη του Αγγλικού καθολικού σχολείου, όπου έγραψε μια επιστολή από την προοπτική ενός ιερομάρτυρα. Δύο χρόνια μετά από αυτήν, άρχισε να γράφει σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Η ιστορία της από το γυμνάσιο και ύστερα, είχε πολλά ενδιαφέροντα. Από το 1969 έως το 1971, η Ai παρακολούθησε το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο πρόγραμμα M. F. Irvine, όπου εργάστηκε με γνωστές μορφές λογοτεχνίας. Τιμήθηκε με  βραβεία από το Ίδρυμα Γκούγκενχαϊμ (1975), και αρκετά άλλα. Αφού κέρδισε το  Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για την ποιητική της συλλογή ‘Vice’, έγινε επισκέπτρια  καθηγήτρια σε πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης (1973-1974), και αργότερα στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα και έζησε στο Stillwater μέχρι το θάνατό της.

 

H Άι Ογκάουα, θεωρούσε τον εαυτό της απλώς συγγραφέα και όχι εκπρόσωπο οποιαδήποτε συγκεκριμένης λογοτεχνικής ομάδας. Όσον αφορά τώρα με τη δική της ποιητική παραγωγή, σε μια συνέντευξη με τους Lawrence Kearney και Michael Cuddihy το 1978, τόνισε ότι δεν υπάρχουν «εξομολογητικά» ή αυτοβιογραφικά στοιχεία στο έργο της. Ωστόσο, σε μια συνέντευξή της, το 2003, μετά τη δημοσίευση του ‘Dread’, δήλωσε ότι μερικά από τα ποιήματα και οι χαρακτήρες σε αυτό το βιβλίο είναι ‘φανταστικές εκδοχές’ της οικογενειακής της ιστορίας και ότι το πολυφυλετικό υπόβαθρο και το ενδιαφέρον της για την ιστορία είχε μια ισχυρή επιρροή στο έργο της, τουλάχιστον γι’  αυτή τη συγκεκριμένη συλλογή.  Σε άλλη μια συνέντευξη όταν ρωτήθηκε για τα θέματα που χρησιμοποιεί στα γραπτά της, όπως η κακοποίηση παιδιών και οι φόνοι, απάντησε ότι είναι οι χαρακτήρες, αυτοί που την οδηγούν εκεί, «γιατί γράφουν μονολόγους». Στην ίδια συνέντευξη, σχολιάστηκε το γεγονός ότι παρ’ όλο που η ποίηση της Άι γράφεται στο πρώτο πρόσωπο, πίσω από τους στίχους της βρίσκεται σχεδόν πάντα κάποιος άλλος. Από τα ποιήματα, πάντως, της πρώτης της συλλογής με το όνομα ‘Σκληρότητα’ (Cruelty, 1973),  ερχόμαστε σε επαφή με μια άγρια ατμόσφαιρα όπου εμπεριέχεται σαφώς το αυτοβιογραφικό ή έστω τα βιώματα κάποιας άλλης μορφής, που έρχεται σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, ωσάν ένα είδος αποδοχής της όλης κατάστασης, η οποία παραπέμπει σαφώς σε προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις, όπως διαβάζουμε στο ‘Γυναίκα σε άντρα’: «Η αστραπή χτυπά τη στέγη/παραχώνει το μαχαίρι, σκοτάδι/βαθιά στους τοίχους./Αιμορραγούν το φως πάνω μας/και το πρόσωπό σου, βεντάλια που διπλώνει/έτσι δεν θα δω πόσο φοβάσαι/να είσαι μαζί μου./Δεν ταιριάζουμε, ούτε στο κρεβάτι/όπου συνήθως καταλήγουμε/Δεν υπάρχει λόγος να το κρύβουμε:/είσαι χιόνι κι είμαι κάρβουνο/έχω τις ουλές μου να το δείχνουν./Έλα, άνοιξε το στόμα σου/θα σου δώσω μια γεύση από μαύρο/που δεν θα ξεχάσεις/Για λίγο θα την αφήσω να σε κάνει δυνατό/με καρδιά λιονταριού/μετά θα την πάρω πίσω». Τόσο σε τούτο όσο και στα άλλα ποιήματα της Ογκάουα, διαφαίνεται κάποια ‘υπόθεση’ σε αυτά, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σχηματισμό μιας μικρής πεζής αφήγησης και σύντομης ιστορίας, όπου εμπλέκονται συγκεκριμένοι και λίγοι φυσικά χαρακτήρες.

 


Κάποια στιγμή η ίδια εξομολογήθηκε πως η πρώτη της δασκάλα στην ποίηση τής είπε πως όταν γράφεις στο πρώτο πρόσωπο, το αποτέλεσμα της δουλειάς είναι δυνατότερο. Καθ’ όλη τη σταδιοδρομία της, η Άι  συνειδητοποίησε, με τη σειρά της, ότι όσα ποιήματά της γράφτηκαν στο πρώτο πρόσωπο ήταν πράγματι τα  πιο γενναία, στιβαρά και αξιόλογα. Τα ‘Είκοσι χρόνια γάμου’ αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, όταν εκείνη δηλώνει «Μ’ έχεις να περιμένω σ’ ένα φορτηγό/με τη μια καλή του ρόδα κολλημένη στο χαντάκι/όσο εσύ τη νότια πλευρά ενός δέντρου κατουράς/Βιάσου. Τίποτα δεν φοράω κάτω από τη φούστα μου απόψε… και το κάθισμα είναι κρύο, ένα ψεύτικο δερμάτινο μπούτι/ να πιέζει το δικό μου… Έλα μωρό μου, ρίξε με ανάσκελα/Κάνε πως τίποτα δεν μου χρωστάς/κι ίσως να ξεφύγουμε από δω/ν’ αφήσουμε το παρελθόν έναν σωρό πίσω μας/παλιές εφημερίδες που δεν θα διαβαστούν ξανά»!

 Ακόμα κάπου αλλού δήλωσε πως για να γράψει ένα ποίημα που αναφέρεται σε κάποια ιστορική προσωπικότητα, πρώτα  βρίσκει, διαβάζει και μελετά καλά τη βιογραφία του. Αυτές μπορεί να αφορούν πολύ γνωστές, έως και πολύ άγνωστες. Παρελαύνουν σε διάφορα ποιήματα ο Τζέιμς Ντιν, ο Φρανθίσκο Πιθάρρο, ο τρομπετίστας Τσετ Μπέικερ, πολιτικοί, αλλά και ο ανώνυμος οδηγός του κάρου και χαμάλης των πτωμάτων της πανούκλας. Ενώ στο ποιητικό της σώμα εμπλέκεται το σεξ και άλλα αμφιλεγόμενα και παρεμφερή θέματα, είπε (1978) πως όλα αυτά δεν τα θεωρεί εντελώς άχρηστα και αδικαιολόγητα. Όσον αφορά τα ποιήματα στην πρώτη της συλλογή, δήλωσε: «Ήθελα να δουν οι άνθρωποι πώς αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον και τους εαυτούς τους».

Ο θάνατος ως φυσική εξέλιξη της ζωής βρίσκεται επίσης σε πολλά ποιήματά της, αλλά έρχεται δραματικά στην επιφάνεια στην τελευταία της συλλογή ‘Δεν παραδίνομαι’ (No Surrender, 2010), λόγω μιας νεοπλασματικής νόσου η οποία την ταλαιπώρησε αφάνταστα και της στέρησε τελικά τη ζωή. Σε πολλά σημεία παράλληλα υπενθυμίζει τα γνωστά στους ειδήμονες στάδια που διέρχεται ο καρκινοπαθής ασθενής, από τη αρχή έως και το τέλος! Μέσα σ’ αυτά κάνει, με το δικό της τρόπο βέβαια, και ένα σύντομο αλλά υπαινικτικό απολογισμό διαφόρων περιόδων της ζωής της. «Ξέρω ότι έχω αμαρτήσει» λέει κάπου στη ‘Μητρότητα’, «όμως πληρώνω γι’ αυτό». Και στις ‘Σκηνές από το νεκροκρέβατο’, απευθύνεται σ’ εκείνον, «Βούδα, Κύριέ μου, αν αυτό είναι η φώτιση/δεν την αισθάνομαι/Νιώθω ένα κρύο ρεύμα γύρω απ’ το κεφάλι μου/Και τα πέλματα των ποδιών μου καίγονται/Είμαι ένα φάντασμα τώρα; Αναρωτιέμαι/Καθώς αιωρούμαι πάνω από τη γυναίκα που διαβάζει για το θάνατό μου…».

‘Τα αιρετικά παραμύθια’ της Άι Ογκάουα, είναι μια αξιέπαινη προσπάθεια των εκδόσεων ‘Βακχικόν’ να φέρουν για πρώτη μια μεγάλη ανθολογία της Αμερικανίδας ποιήτριας. Σημαντική και συγκινητική είναι η συμβολή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, όπως και της Διώνης Δημητριάδου, οι οποίοι προχώρησαν σε ανθολόγηση και μετάφραση μέρους των ποιημάτων της. Ενδιαφέρον για τον αναγνώστη, μαζί με την ανάγνωση του βιβλίου,  παρουσιάζει στο τέλος η σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία της ποιήτριας από τον Αλεξόπουλο, καθώς και η εισαγωγή στο έργο της από την Διώνη Δημητριάδου, που φέρει τον τίτλο ‘Ο κόσμος της Άι Ογκάουα (Μια σκληρή ζωή πίσω από τους μύθους)’.

 

Οι ποιητικές της συλλογές είναι οι: ‘Σκληρότητα’ (Cruelty, 1973),  ‘Σφαγείο’ (Killing Floor, 1979), ‘Αμαρτία’ (Sin,1986), ‘Μοίρα’ (Fate,1991), ‘Ανηθικότητα’ (Greed,1999), ‘Τρόμος’ (Dread, 2003), και ‘Δεν παραδίνομαι’ (No Surrender, 2010). Η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού της έργου περιλαμβάνεται στον τόμο ‘The Collected Poems of Ai’ (W.W. Norton and Company, 2013).


 Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

 

 

ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ Ocean Vuong μετάφραση: Έφη Φρυδά εκδόσεις Gutenberg σειρά Aldina Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

ΣΤΗ ΓΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΥΠΕΡΟΧΟΙ

Ocean Vuong

μετάφραση: Έφη Φρυδά

 εκδόσεις Gutenberg σειρά Aldina

 Η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ο ποιητικός τρόπος μιας συγκλονιστικής αφήγησης | Fractal (fractalart.gr)

 




ο ποιητικός τρόπος μιας συγκλονιστικής αφήγησης

 

Δεν συμβαίνει συχνά να διαβάζεται ένα πεζογράφημα (θα μπορούσε να είναι και μυθιστόρημα) που να θυμίζει ποιητική γραφή, όχι μόνο με την παρείσφρηση ποιητικών εκφράσεων στην αφήγηση αλλά κυρίως με τη συνειρμική σύνδεση των γεγονότων, την αδιαφορία για τη γραμμική ακολουθία των χρονικών στιγμών και τις κλασσικές αφηγηματικές τεχνικές. Έτσι διαβάζεται το επιστολικής μορφής (ή έστω πρόθεσης) πρώτο πεζό του ποιητή Ocean Vuong. Μία εκτενής επιστολή προς τη μητέρα του, στην οποία εκθέτει όσα η μνήμη επιτρέπει, όσα αποτελούν μια κατάθεση-κραυγή, που επιτέλους πρέπει να ακουστεί – ακόμα κι αν η μητέρα δεν θα τη διαβάσει ποτέ, καθώς αγνοεί την αγγλική γλώσσα, ακόμα κι αν όλο αυτό συνιστά στην ουσία μια εκδοχή προσωπικής ίασης. Ο τρόπος της γραφής, όπως δηλώνει ο ίδιος, υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να μιλήσει ειλικρινά: «Όταν φθάνουμε σε μια σελίδα μέσα από ιστορίες αποικιοκρατίας, λεηλασίας, διαγραφής, διασποράς, το να γράψουμε ένα ομαλό, με συνοχή, μυθιστόρημα σημαίνει εντέλει πως γράφουμε ένα ψέμα». Εδώ, λοιπόν, θα ειπωθούν αλήθειες, με ιδιαίτερη προσοχή στις λέξεις και στον ρυθμό της γλώσσας, προκειμένου να μη χαθεί ούτε το παραμικρό από αυτή τη ζωή, που μπορεί να έχει την αφορμή της στα προσωπικά βιώματα, ωστόσο επιτρέπει την εισχώρηση στα βάσανα ενός ολόκληρου λαού, όσο και στη δυσκολία της επιβίωσης κάθε διαφορετικού μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς απαιτεί την επιβεβαίωση της «κανονικότητάς» της ισοπεδώνοντας όποιον δεν ταιριάζει στο πρότυπό της.

Ο Vuong γεννήθηκε το 1988 στην πόλη Χο Τσι Μιν, στο Βιετνάμ. Η γιαγιά του, η Λαν, παντρεμένη με Αμερικανό στρατιώτη στη διάρκεια του πολέμου, που όταν έφυγε για να επισκεφθεί τους δικούς του, δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η μητέρα του, η Ρόουζ, με το πέρας του πολέμου δεν είχε πλέον θέση στην πατρίδα της, καθώς ήταν παιδί μεικτού γάμου  – ποιος εύκολα θα αποδεχόταν τη συγκεκριμένη  επιμειξία;  Έτσι η οικογένειά του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Η.Π.Α., όταν ο ίδιος ήταν μόλις δύο ετών, αποκτώντας πλέον το όνομα Ocean (ωκεανός) προς υπενθύμιση του μεγάλου ταξιδιού μέσω του Ειρηνικού ωκεανού. Ωστόσο, στη νέα του πατρίδα πάλι υπογραμμιζόταν η ξεχωριστή του ταυτότητα: δεν ήταν λευκός αλλά ούτε και «κανονικός» για τα πουριτανικά αμερικανικά ήθη της εργατικής συνοικίας που ζούσε με τη μητέρα και τη γιαγιά του· ο Vuong γρήγορα κατάλαβε ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφορά τη γιαγιά του, μέσα από την οποία περισσότερο αναζητά την ταυτότητά του (με τη μητέρα του υπάρχει μια απόσταση) και τη σχέση του με τον Τρέβορ, τον πρώτο του έρωτα, για τον οποίο γράφοντας μας χαρίζει μερικές από τις πιο δυνατές σε ένταση σελίδες.



Κι αν αναρωτηθεί κανείς γιατί ένας ποιητής να επιλέξει τον πεζό λόγο ως μορφή της εξομολόγησής του, η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στο ευρύ πεδίο ανάπτυξης που παρέχει η πεζογραφία. Κι όταν αυτό δεν αρκεί, τότε αναλαμβάνει πάλι η ποίηση να καλύψει τα κενά και να απογειώσει το τελικό αποτέλεσμα. Η επιστολή του Vuong προς τη μητέρα του αποκτά πλέον τις διαστάσεις μιας ηχηρής μοναχικής και απελπισμένης κραυγής, ενός καταπέλτη κατά της κοινωνικής υποκρισίας. Μοναδικής αξίας γραφή, που ευτύχησε στη μετάφραση της Έφης Φρυδά, στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg.

 

Αποσπάσματα:

 

Όλα όσα έγραφα ξεκινούσαν με ‘ίσως’ και ‘πιθανόν’ και κατέληγαν σε ‘νομίζω’ ή ‘πιστεύω’. Όμως η αμφιβολία μου βρίσκεται παντού, μαμά. Ακόμα κι όταν ξέρω πως κάτι είναι πέρα για πέρα αληθινό, τρέμω μήπως η γνώση διαλυθεί, δεν καταφέρει, κι ας την έχω καταγράψει, να παραμείνει αληθινή. Μας αποσυναρμολογώ ξανά για να μας μεταφέρω κάπου αλλού – πού ακριβώς, δεν είμαι σίγουρος. Όπως δεν ξέρω πώς να σε αποκαλέσω· λευκή, Ασιάτισσα, ορφανή, Αμερικάνα μάνα; (σ. 100-101)

 

Με ρώτησες πώς είναι να είσαι συγγραφέας κι εγώ τώρα σου παραδίδω ένα κουβάρι, το ξέρω. Πρόκειται όμως πραγματικά για ένα κουβάρι, μαμά – δεν το επινόησα. Κι εγώ κατήλθα μέσα του. Αυτό είναι η συγγραφή, έπειτα από ένα σωρό ανοησίες, να κατέρχεσαι τόσο χαμηλά ώστε ο κόσμος να σου προσφέρει μια ελεήμονα νέα σκοπιά, μια ευρύτερη οπτική φτιαγμένη από πράγματα μικρά […] Αυτό άραγε να είναι τέχνη; Να σ’ αγγίζουν και να σκέφτεσαι ότι αυτό που νιώθεις είναι δικός σου όταν τελικά ήταν ο πόθος κάποιου άλλου που βρίσκει εσένα; […] Δεν σου αφηγούμαι μια ιστορία, πρόκειται περισσότερο για ένα ναυάγιο – τα κομμάτια επιπλέουν, επιτέλους ευανάγνωστα. (σ. 251, 252, 253)

 

Επιτέλους μπορούσα να ονοματίσω αυτό που συνέβαινε σε μένα σ’ όλη μου τη ζωή. Με γαμούσαν με δική μου, επιτέλους επιλογή. Στα χέρια του Τρέβορ είχα το δικαίωμα, μπορούσα να αποφασίσω με ποιον τρόπο θα μ’ έκαναν κομμάτια. Γι’ αυτό του είπα: «Πιο δυνατά. Πιο δυνατά», ώσπου τον άκουσα να ασθμαίνει, σαν να έβγαινε από έναν εφιάλτη που ορκιζόμασταν πως ήταν αληθινός. (σ. 170)

 

 

Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Η Χρύσα Φάντη διαβάζει την "Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή" της Διώνης Δημητριάδου (ΑΩ εκδόσεις 2021) και γράφει στο diastixo.gr

 


Η Χρύσα Φάντη διαβάζει την 

"Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή" 

της Διώνης Δημητριάδου 

(ΑΩ εκδόσεις 2021) 

και γράφει  στο diastixo.gr

Διώνη Δημητριάδου: «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» (diastixo.gr)




Στην πιο πρόσφατη ποιητική σύνθεση της Διώνης Δημητριάδου, η παλίμψηστη μορφή ενός Λύκου φιλοδοξεί να αποτυπώσει τη θρυμματισμένη όψη του κόσμου. Η εικόνα του τέρατος ως θύτη και θύματος δεν απασχολεί πρώτη φορά τη δημιουργό. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της, Ο ευτυχισμένος Σίσυφος (εκδ. ΑΩ, 2019), στο πεζό με τον τίτλο Το παραμύθι στη σπηλιά, οι δράκοι της βρίσκονταν πέρα από το καλό και το κακό, θύμιζαν τον Μινώταυρο στο Περί φυσικής της μελαγχολίας του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Georgi Gospodinov), παιδί που βίωσε τον τρόμο και την απόρριψη, δυστυχισμένο δημιούργημα ενός απορριπτικού πατέρα και μιας μάνας που αμέσως μετά τη γέννα έσπευσε να το αποκηρύξει και να το εγκαταλείψει.

Αν με κοιτάς και βλέπεις ένα λύκο, τότε δεν βλέπεις εμένα, δεν βλέπεις τίποτα, είπε ο Λύκος. Στην παρούσα σύνθεση, το θηρίο δεν τρέφεται από τα φοβισμένα μάτια των ανθρώπων, ο Λύκος αν και στέκεται ξέχωρα από τους άλλους δεν παύει να αποτελεί μέρος τους, εκφράζει τις αλήθειες τους, τους εκπροσωπεί, συμπάσχει μαζί τους, μιλά τη γλώσσα τους αλλά οι σκέψεις και οι αντιδράσεις του διαφέρουν. Δεν ζει σε σπήλαια και δεν τρέφεται από τα φοβισμένα μάτια των ανθρώπων, είναι κι αυτός ένας τρομαγμένος άνθρωπος που τα χάνει μπροστά στην ανθρώπινη εξαχρείωση, που αδυνατεί να ενσωματωθεί σε μια κοινωνία που βουλιάζει στο ψέμα. Καταραμένος από τη φύτρα του, άλλοτε δανείζεται το πρόσωπο ενός σοφού κι άλλοτε ενός ημιάγριου που έχει μάθει να ανταποκρίνεται μόνο στις φωνές των ζώων της ζούγκλας. Χτυπημένος από τον νόστο εισέρχεται στον λαβύρινθο των σύγχρονων πόλεων, για να διαπιστώσει εμβρόντητος ότι οι γύρω του (όπως και ο καθ’ ομοίωσιν θεός τους) είναι πιο τρομεροί από τη δική του ανήμερη φύση.

Πώς βρέθηκα σε τούτο το αλωνάκι, με τέσσερις πλευρές χτισμένους τοίχους; αναρωτιέται αλλά δεν παίρνει απάντηση. Αποκλεισμένος από τους ομοίους του τη μέρα κλειδώνει τα θηρία στην ντουλάπα αλλά τη νύχτα αυτά δραπετεύουν και ξεχύνονται στα όνειρα, γίνονται εφιάλτες, πικρά σημάδια ενός σταυρού χωρίς σχήμα, αλλά και ζεστές φωλιές, τρυφερά φυλλώματα που σαν χέρια πρόθυμα έρχονται να επουλώσουν τραύματα και να γιατρέψουνε παλιές και καινούριες πληγές.

 Ο Λύκος σε φευγαλέο πέρασμα – ας μοιραστεί τον φόβο μου, ας αναμετρηθεί αυτός με όλα τα τέρατα. Ο κόσμος διαλύεται και νέες προδοσίες επινοούνται, μα ο Λύκος, σαν άλλος ποιητής σισύφειος τρέχει να συλλάβει την εικόνα ολόκληρη και μετά να την αποσυνθέσει, ρισκάροντας το ανέφικτο: μια πανδαισία χρωματική στη χλεύη των καιρών. Πλάσμα που γέρνει να κοιμηθεί τον ύπνο τον μοναχικό και ατέλειωτο της νύχτας των ανθρώπων, καταπονημένος καλλιτέχνης που θλίβεται από την εξαχρείωση μιας πόλης που κατοικείται από άφρονες και δεν σέβεται τα ποτάμια και τις πηγές της, προχωρεί πάντα στα σκοτεινά, όχι σαν ήρωας αλλά ποιώντας τέχνη απαισιόδοξη και γυμνή, που ακονίζει νύχια δόντια και αρχινά την πιο τρομακτική του εαυτού ωμοφαγία. Σε κόντρα μόνιμη με τους «υψιπετείς», χρεώνεται με σκέψεις άθλιες από όσους ορέγονται να σπέρνουν νάρκες αφήνοντας το ποίημα ατελές, όχι στον στίχο μα στο ήθος. Έρχεται τότε να τον συνδράμει ο πιο σκοτεινός του εαυτός, με ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΑ ΤΕΛΕΥΤΗΣ, σωπαίνοντας κι αφήνοντας τους άλλους να μιλούν, μήπως την ύστατη στιγμή και στο χαώδες του γκρεμού πεις ως εδώ και πέσεις.

 Η εικόνα του τέρατος ως θύτη και θύματος δεν απασχολεί πρώτη φορά τη δημιουργό.

Εγώ κι ο Λύκος ένα πρόσωπο εκ γενετής, μια μοναξιά ασυντρόφευτη. Ο Λύκος στην ποίηση της Δημητριάδου δεν βρίσκεται στις ερημιές, είμαστε εμείς και όλοι οι έτεροι εμείς που κουβαλάμε, Δαίμονες και Αρχάγγελοι, Διγενήδες και Ζαρατούστρες, ψυχές της ανθρώπινης ζούγκλας και άγριοι Μόρφηδες του παραμυθιού, γεννήματα ενός θηρίου που μας κατανοεί, μοιράζεται τους καημούς μας αλλά δεν συνταυτίζεται.

 Καθένας και μια θάλασσα, προσωπικός πνιγμός. Στην Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, τα ποικίλα και αντιφατικά κάτοπτρα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια δεν έχουν σκοπό να συσκοτίσουν τον αναγνώστη της, αλλά να φωτίσουν και να σκιαγραφήσουν με συνέπεια τα παραμορφωμένα και πολύτροπα ραγισμένα μας προσωπεία. Κι εδώ, όπως και στα προηγούμενα έργα της, υπάρχει ένας αγώνας που η έκβασή του λίγο ως πολύ μοιάζει προγεγραμμένη, μια γκρίζα ατμόσφαιρα με τα στοιχεία της ήττας, της δυστοπίας και της αγριότητας να κυριαρχούν τόσο νοηματικά όσο και γλωσσικά, συνεπικουρούμενα από έναν άλλοτε ήπιο κι άλλοτε περισσότερο καυστικό σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.

 Ο λόγος της, χωρίς να γίνεται ερμητικός ή ακραιφνώς ελλειπτικός και περίκλειστος, καταφέρνει να οικονομεί και να επιλέγει τις εκφράσεις του με ακρίβεια, ενώ ταυτόχρονα παραπέμπει σε μιαν οικουμενική αλλά πολύ συγκεκριμένη απόδοση καταστάσεων και συναισθημάτων. Δεν φτιάχνει αλληγορίες και μεταφορές με αποκλειστικό σκοπό το ξάφνιασμα, αλλά για να αποδώσει καλύτερα την πολυπλοκότητα των πραγμάτων ─ σκέψεις που παρά τον καταιγισμό των συνειρμικών τους περιδινήσεων, καταγράφονται με τρόπο απλό και φράσεις με μαεστρία επεξεργασμένες και συγκρατημένες.

 Στην παρούσα ποιητική της σύνθεση, διαλογική και εξομολογητική όπως και ολόκληρο το εκδομένο λογοτεχνικό έργο της, οι εννοιολογικές και εικονοποιητικές συλλήψεις είτε αποτελούν μέρος κάποιας αφήγησης είτε κάποιου νοήματος περισσότερο αφαιρετικού, δεν επιτρέπουν καμιά λυρική εκζήτηση, παρέκβαση ή χαλάρωση. Οι προτάσεις, μέσα από προφητικές, ευθύβολες ρήσεις και αινιγματικά ποιητικά περάσματα, οργανωμένες σε πενήντα εννέα επιμέρους κείμενα, κάποια με μορφή αμιγώς ποιητική κι άλλα πεζόμορφα με ελάχιστες ή καθόλου στίξεις, είναι πυκνές και άρτιες, και θα μπορούσαν ακόμη και αποσπασμένες από τον βασικό τους άξονα να λειτουργήσουν αυτόνομα και χωρίς να διαταράσσουν την πληρότητα και τη συνεκτικότητα της όλης σύνθεσης.

Καταλήγοντας, θα λέγαμε ότι με το πιο πρόσφατο πόνημά της –δέκατο στον αριθμό–, η Δημητριάδου αναδεικνύει την πείρα και το ταλέντο της, σφραγίζοντάς το με έναν στίχο έντιμου και σεμνού επαναπροσδιορισμού, δείγμα υψηλής ενσυναίσθησης: Αυτά μονάχα στις Γραφές/ εδώ ετούτη όσο αντέχει. Έναν στίχο που πλαγίως φαίνεται να δίνει νέα διάσταση στην αυτοαναφορική και καταληκτική ρήση του Ευτυχισμένου Σίσυφου: «των άλλων τα γραφτά/ πάντα εκεί/ πάντα αξημέρωτα/ να μπαίνουν και να βγαίνουν/ στ’ ανείπωτα δικά μου...»


Χρύσα Φάντη

 

 

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Η Χαριτίνη Μαλισσόβα συνομιλεί με τη Διώνη Δημητριάδου με αφορμή τη νέα της ποιητική συλλογή "Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή" (ΑΩ εκδόσεις 2021) Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας Θεσσαλία στις 18 Απριλίου 2021

 


Η Χαριτίνη Μαλισσόβα συνομιλεί με τη Διώνη Δημητριάδου

με αφορμή τη νέα της ποιητική συλλογή 

"Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή" (ΑΩ εκδόσεις 2021)

Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο 

της εφημερίδας Θεσσαλία στις 18 Απριλίου 2021

Πολιτισμός - e-thessalia.gr (e-thessalia.gr)




Η ποίηση είναι στενά δεμένη με τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της


Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή, ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ. Θα μας δώσετε κάποια στοιχεία;

 

Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση με ποιητικά και εμβόλιμα πεζόμορφα μέρη που όλα συνιστούν έναν εσωτερικό χώρο αναζήτησης. Νομίζω πως το «κλειδί» της ανάγνωσης βρίσκεται στην κτητική αντωνυμία του τίτλου, καθώς έτσι υπογραμμίζει την απολύτως προσωπική πρόσληψη του Λύκου άλλοτε ως δαίμονα και άλλοτε ως σωστικής περσόνας. Ταυτίζομαι με τον Λύκο μου, όπως αναζητώ τη δύναμη που βρίσκεται μέσα στον καθένα μας, ωστόσο δεν έρχεται πάντα στην επιφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ερμηνεία ανήκει στον εκάστοτε αναγνώστη, που με τα δικά του βιώματα εισέρχεται στο ποιητικό πεδίο. Οι διαφορετικές ερμηνείες είναι ο πλούτος της ποίησης.

 

Το βιβλίο διατρέχει έντονη ψυχαναλυτική και φιλοσοφική διάθεση σε σχέση με την αναζήτηση και την αποκάλυψη του βαθύτερου εαυτού. Στάθηκαν όλα τα παραπάνω αφορμή για τη συγγραφή του;

 

Ξέρετε, το τι συνιστά κάθε φορά την αφορμή της γραφής δεν είναι καθόλου εύκολο να διευκρινιστεί. Δεν είναι πάντα μία η αφορμή ούτε και απολύτως σαφής. Συνήθως πρόκειται για μια συγκυρία παραγόντων που κάποια στιγμή οδηγούν στο αποτέλεσμα. Η αναζήτηση δεν σταματάει ποτέ, πόσο περισσότερο αν στοχεύει σε βαθύτερες αποκαλύψεις εαυτού. Η ποίηση έχει στενή σχέση και με τον φιλοσοφικό στοχασμό και με την ψυχαναλυτική διεργασία, καθόσον αποτελεί μια μορφή ίασης, έστω προσωρινής. Με όποιο, φυσικά, κόστο



 

Τι σημαίνει για εσάς η ποίηση;

 

Η ποίηση δεν είναι παρά μία από τις πολλές μορφές της έκφρασης. Δεν θέλω να τη βλέπω έξω από τον καθημερινό αγώνα, μακριά, αν θέλετε, από τον προσωπικό τρόπο που ο καθένας επινοεί για να δηλώσει ποιος είναι, πώς προσλαμβάνει τον κόσμο γύρω του και ποια η θέση του σ’ αυτόν. Οι ποιητές δεν βρίσκονται σε απομόνωση από τον κόσμο, δεν είναι περιβεβλημένοι με γραφικότητα. Η ποίηση είναι στενά δεμένη με τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της. Οι τρόποι της βέβαια είναι διαφορετικοί. Για μένα είναι ένας από τους τρόπους που έχω για να μιλήσω.

 

Ποιοι είναι οι δικοί σας αγαπημένοι ποιητές;

 

Όποιος αγαπά την ποίηση βρίσκει πολλούς για να συμπορευθεί, παλαιότερους και νεότερους. Αν εννοείτε εδώ ποιητές που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο με επηρέασαν στη δική μου γραφή, δεν είμαι εγώ που θα απαντήσω. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που με «οδήγησαν» στη  αγάπη της ποίησης από νεαρή ηλικία, όπως ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης και κατόπιν ο Αναγνωστάκης. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Το θέμα είναι μέσα από τις αναγνώσεις να μπορείς να βρεις τον δικό σου τρόπο γραφής.

 

Σας συναντούμε στην κριτικογραφία, που σημαίνει ότι διαβάζετε πολλή ποίηση. Ποια είναι η αίσθησή σας για  το επίπεδο της ποίησης στη χώρα μας;

 

Ναι, η κριτική τη ποίησης είναι κάτι που αγαπώ πολύ και προσπαθώ να την υπηρετώ όσο μπορώ καλύτερα. Κοιτάξτε, ποίηση πάντα γραφόταν στην Ελλάδα και πάντα θα γράφεται. Φυσικά όχι πάντα με επιτυχία, και τότε και τώρα. Δεν είναι σωστό να κοιτάζουμε μόνο προς τα πίσω. Υπάρχουν καλές γραφές και από νεότερους ποιητές. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να εκδώσει τη δουλειά του, παρά μόνον όταν νιώσει ότι έχει πραγματικά κάτι να πει, τόσο ως προς τη θεματική όσο και ως προς τη μορφή. Το λέω αυτό γιατί το ποιητικό τοπίο σήμερα χρειάζεται ανανέωση, καθώς συχνά έχουμε ανούσιες επαναλήψεις ή προχειρότητες. Ευτυχώς όχι πάντα. Ας είμαστε αισιόδοξοι!

 

 Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;

 

Πιθανόν να περιμένετε να αναφέρω κάποια ποιητική συλλογή. Όμως αγαπώ πολύ και την πεζογραφία και παρακολουθώ την εκδοτική παραγωγή, ελληνική και ξένη. Έτσι, θα πω ότι μου άρεσε πολύ το βιβλίο του Sebastian Barry «Χίλια Φεγγάρια», σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος. Και αυτό γιατί μας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο της μετεμφυλιακής Αμερικής για να δούμε πολλά στοιχεία που οδήγησαν με τα στερεότυπά τους ως τη σημερινή εικόνα της. Παράλληλα, υπάρχουν πολλά σημεία να σταθείς και να σκεφτείς τον τρόπο που η καλή γραφή αποδεικνύει τη δύναμή της: θεάται τον κόσμο με τη δική της ματιά, απομονώνει ό,τι αξίζει να ειπωθεί και το αποτυπώνει με μια έξοχη μυθοπλασία, πολυεπίπεδη στις εκδοχές ερμηνείας της αλλά και ουσιαστικά ηχηρή παρά τους χαμηλούς της τόνους. Μακάρι να βλέπαμε και στην ελληνική γλώσσα τέτοιας αξίας μυθιστορήματα.

 

Γιατί η ποίηση έχει μικρό -αριθμητικά-  κοινό;

 

Η ποίηση πάντα διαβαζόταν από ένα σχετικά μικρότερο κοινό από ό,τι η πεζογραφία. Δικαιολογημένο αυτό, γιατί οι τρόποι της είναι διαφορετικοί: μεταφορικότητα, υπαινικτικότητα, πάνω από όλα μια συμπύκνωση του λόγου προκειμένου να ειπωθούν περισσότερα. Η ποίηση έχει τη δύναμη να περικλείει πολλαπλά νοήματα μέσα σε λίγες λέξεις. Αυτό την καθιστά λιγότερο «εύκολη», ας μου επιτραπεί η λέξη, σε σχέση με τα αναλυτικά κείμενα της πεζογραφίας. Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς. Ευθύνεται και η εντύπωση που καλλιεργείται ότι πρόκειται για γραφή παράδοξη, περίεργη, άρα δύσκολη στην προσέγγισή της. Ακόμα και η ευθύνη της σχολικής εκπαίδευσης είναι μεγάλη σ’ αυτό. Συχνά τα ποιητικά κείμενα αποφεύγονται ως αντικείμενο διδασκαλίας ή, ακόμη χειρότερα, υποβαθμίζονται με πρόχειρες και ανεπαρκείς  αναλύσεις. Θα έπρεπε η ποίηση να αφορά όλους. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. 

 

Τι θεωρείτε εξέλιξη σε έναν λογοτέχνη;

 

Το να μπορεί μέσα στον χρόνο να διαμορφώνει τον τρόπο του για έκφραση, να μη μένει προσκολλημένος σε διαμορφωμένες μανιέρες, να έχει κάθε φορά κάτι νέο να πει. Βέβαια, γνωστό αυτό, στην ουσία γράφουμε και ξαναγράφουμε κατά μία έννοια το ίδιο βιβλίο, όμως αυτή η ιδιάζουσα επανάληψη αφορά κάποια στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο μας, για παράδειγμα μια εμμονή σε όσα καθορίζονται από τη μνήμη. Η ουσία είναι να εξελισσόμαστε ως προς την οπτική μας  και ως προς τον τρόπο που επιλέγουμε για να διαχειριστούμε κάθε φορά το αρχικό υλικό μας, για να δώσουμε την προνομιούχο θέα στον κόσμο. Αυτό είναι η λογοτεχνία.

 

Ποια αξία θεωρείτε υπέρτατη;

 

Η συνέπεια και η υπευθυνότητα απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους, απέναντι στα «πιστεύω» μας. Νομίζω πως εκεί βρίσκεται η γενεσιουργός αρχή για τις υπόλοιπες αξίες. Αν είμαστε συνεπείς και υπεύθυνοι, τότε η αγάπη και ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, αλλά και η δικαιοσύνη, θεωρούνται αυτονόητες αξίες.

 

Γράφετε κάποιο νέο βιβλίο;

 

Μια τέτοια ερώτηση δεν ξέρω πώς μπορεί να απαντηθεί. Πάντα κάτι γράφεται, κάτι επιχειρεί να πάρει  μορφή, αρχικά στο μυαλό και κατόπιν να ολοκληρωθεί σε κάτι που ίσως αξίζει να κοινοποιηθεί και στους άλλους μέσα από μία έκδοση. Ωστόσο, επειδή μόλις κυκλοφόρησε το νέο  μου ποιητικό βιβλίο (και κάτι τέτοιο συνιστά μια μορφή πληρότητας) δεν νομίζω πως σύντομα θα υπάρξει κάτι ανάλογο. Θέλω να αφήσω την ευκαιρία στον «Λύκο» μου να τριγυρίσει τον κόσμο, μια που…  βγήκε από  το δάσος. Πάλι, κανείς δεν ξέρει. Η δημιουργία προβάλλει συχνά απρόβλεπτα και μας ξαφνιάζει. Τίποτα δεν γράφεται κατά παραγγελία.  

 

 

[Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Iστορία και Aρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και δίδαξε για πολλά χρόνια σε δημόσια λύκεια. Έχει εκδώσει δέκα βιβλία (πεζογραφίας, ποίησης,  δοκιμιογραφίας και μετάφρασης), έχει συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις καθώς και  πολλές δημοσιεύσεις (με πεζά και ποιήματα) σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Επιμελείται εκδόσεις και δημοσιεύει άρθρα κριτικής λογοτεχνίας. Στο περιοδικό Οδός Πανός επιμελείται τη στήλη «Διαβάζοντας τους ποιητές – μικρά κριτικά σημειώματα». Μετέχει στη συντακτική επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού η Καρυοθραύστις. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής και διατηρεί στο διαδίκτυο το λογοτεχνικό ιστολόγιο Με ανοιχτά βιβλία.  Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.]

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

Μανδραγόρας Αρ. Τεύχους 64 Αφιέρωμα ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

Μανδραγόρας

Αρ. Τεύχους 64

Αφιέρωμα ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ



Περιεχόμενα

Αλληλογραφία του λογοτέχνη με τους Ρενο Αποστολίδη, Ρίτα Μπούμη-Παπά και Στέλιο Ξεφλούδα

Ανέκδοτα ποιήματα του Τ.Ν.

Μια συνομιλία του με τη λογοτέχνη Διώνη Δημητριάδου

Πλήρης εργογραφία του

Για τον Τόλη Νικηφόρου γράφουν: Τζέλα Ασπρογέρακα, Ευσταθία Δήμου, Ιωάννα Ευθυμιάδου, Κώστας Κρεμμύδας, Γεωργία Μακρογιώργου, Σταύρος Mίχας, Φανή Γ. Μπαλαμώτη, Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, Χρυσούλα Παπακυριάκου, Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Μαρία Πολίτου, Κ.Θ. Ριζάκης, Ελένη Σιγαλού, Λίλια Τσούβα, Γιώργος Φρέρης

Προτάσεις ποιητικών αναγνώσεων

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1925-2013)

Μεταφράσεις ποιημάτων και στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Γάλλου ποιητή Ζαν Μαρί Πρεβέλ (1915-1951)

και του Ιρακινού ποιητή, μυθιστοριογράφου, κριτικού, σεναριογράφου, μεταφραστή ποίησης και δημοσιογράφου που ζει στις Βρυξέλλες Αλί Μπάντερ.

Στήλη για το Σκάκι του Σπύρου Ιλαντζή για τον Ιωσήφ Λιμπεράλη (Κέρκυρα 1820-Ζάκυνθος 1899)

Αναφορά στον διακεκριμένο μουσικό της Επτανησιακής Σχολής, που υπήρξε και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων.

Δοκίμια με θέμα:

Νεοϋπερρεαλισμός και Ψυχανάλυση: η περίπτωση του Ε.Χ. Γονατά μέσα από γλωσσοστατιστικά δεδομένα της Φωτεινής-Διονυσίας Μπάντζα

Η νεωτερική αφήγηση-μωσαϊκό του Γιώργου Ιωάννου της Έφης Χ. Πέτκου

Βασίλης Αλεξάκης (Αθήνα, 25 Δεκεμβρίου 1943 – 11 Ιανουαρίου 2021) του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη

Κωστής Παπακόγκος, Στον ίσκιο του πουλιού του Γιώργου Φρέρη

Η αμφίσημη ρητορική του έρωτα στην ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη της Παρασκευής Μακρίδου

Η προβολή των Ελληνικών Γραμμάτων στη Ρουμανία και ο εκδοτικός οίκος «Ομόνοια», Ελένα Λαζάρ

Μια ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος του Pier Paolo Pasolini: «Οι Στάχτες του Γκράμσι», Κοσμά Κοψάρη

Θεατρικά θέματα:

Η ζωικότητα και η ανθρωπινότητα στις Παραλλαγές Πάπιας του David Mamet με αφορμή την παράσταση στη «Θεατρική Σκηνή» του Αντώνη Αντωνίου, Κωνσταντίνας-Αϊσέ Γιλμάζ

Οι Κόκκινες Γυναίκες του Παναγιώτη Μέντη συναντούν την Κοκκινοσκουφίτσα – το πρώτο αίμα της Λένας Κιτσοπούλου σε μια απόπειρα αντιπαράθεσης αλλά και συμπόρευσης του λυρικού με το ρηξικέλευθο, Νεκτάριου-Γεωργίου Κωνσταντινίδη

Ανέκδοτα ποιήματα των:

Tάσου Πορφύρη, Γιάννη Πανούση, Χρίστου Παπαγεωργίου, Κώστα Θ. Ριζάκη, Μυρτώς Αναγνωστοπούλου, Δημήτρη Bέλλα, Μαριάννας Βλάχου-Καραμβάλη, Θοδωρή Βοριά, Γιώργου Δελιόπουλου, β.γ. δελλή, Αργύρη Ευαγγελούλη, Χρήστου Ζάχου, Χάρη Ιλαντζή, Γεωργίας Καραγιάννη, Πασχάλη Κατσίκα, Ευτυχίας Λαγού, Νίκου Λεμονή, Θανάση Γ. Μίχου, Λαμπρινής Μίχου, Λεωνίδα Μερτύρη, Πολύμνιας Μπανά, Γιώργου Μύαρη, Αντρέα Σισμάνη, Στέλλας Τενεκετζή, Βασίλη Φαϊτά, Χρήστου Χαρτοματσίδη

Ανέκδοτα διηγήματα των:

Δημήτρη Δαλδάκη, Mαριλένας Kαρολίδου, Δήμητρας Mήττα, Γρηγόρη Γαϊτανάρου, Mαρίας Δαλαμήτρου, Aπόστολου Mαϊκίδη, Θ.Γ. Παπαγεωργίου, Λιάνας Bαλετοπούλου, Bάνιας Σύρμου, Mαρίας Δριμή, Eυθύμιου Λέντζα

Εικαστικά Ο Χάρης Κοντοσφύρης γράφει για τέσσερις δημιουργούς από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλώρινας: Πάρης Ασημακόπουλος, Βιολέτα Γαζέα, Σάββας Παπαδόπουλος και τΡαφαέλα Δεληγιάννη, έργα των οποίων κοσμούν το τεύχος.

Επίσης π Σπύρος Γ. Μπρίκος αναφέρεται στο εικαστικό ιδίωμα του Πρεβεζάνου ζωγράφου Δημήτρη Μπέκα.

Και τέλος παρουσιάσεις βιβλίων και περιοδικών.