Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Ψυχανάλυση και ασυνείδητο Φαντασίωση του ασυνειδήτου D.H. Lawrence μετάφραση: Έφη Φρυδά εκδόσεις Printa η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Ψυχανάλυση και ασυνείδητο

Φαντασίωση του ασυνειδήτου

D.H. Lawrence

μετάφραση: Έφη Φρυδά

εκδόσεις Printa

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/14372-psichanalisi-asinidito





Έχουμε ένα σωρό πράγματα να μάθουμε ακόμα, και κάθε βήμα της γνώσης είναι θάνατος του ανθρώπινου ιδεαλισμού που μας κυβερνά πια τόσο ανελέητα και τόσο ελεεινά. Πρέπει να πεθάνει. Και τότε θ α μ π ο ρ έ σ  ο υ μ ε να ελευθερωθούμε. Υπάρχει μήπως φριχτότερη τυραννία από μια μηχανικο-ιδανική ανθρωπότητα;

Έτσι ολοκληρώνει ο D.H. Lawrence το πρώτο δοκίμιο (Ψυχανάλυση και ασυνείδητο) από τα δύο που φιλοξενούνται στην έκδοση. Ξεκίνησε από μια ευθεία επίθεση στην Ψυχανάλυση, που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στις αρχές του 20ου αιώνα κάνοντας αρχικά μια έμμεση επίθεση στην πλέον εμβληματική μορφή της νέας αυτής επιστήμης, τον Φρόυντ, αποκαλώντας τον –με περισσή θρασύτητα είναι αλήθεια– κομπογιαννίτη ψυχίατρο, για να τον ονομάσει  σε λίγο ξεκάθαρα. Οι οπαδοί της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ωστόσο, είχαν υποδεχθεί ασμένως το μυθιστόρημά του «Γιοι και εραστές», το 1913, συγκαταλέγοντάς τον στους θιασώτες τους. Φυσικά  είχαν παρερμηνεύσει τις προθέσεις του σπουδαίου μυθιστοριογράφου. Οκτώ χρόνια μετά ο Lawrence δημοσίευσε το εν λόγω  δοκίμιο, το οποίο θεωρείται η κατάφωρη καταδίκη της Ψυχανάλυσης. Η τεράστια αντίδραση που προξένησε σε κύκλους ψυχαναλυτών, δημοσιογράφων και κριτικών τον έκανε να δημοσιεύσει ένα είδος συνέχειας· πρόκειται για το δεύτερο δοκίμιο της έκδοσης (Φαντασίωση του ασυνειδήτου), με το οποίο προχώρησε αναλυτικότερα σε διευκρινίσεις ως προς την άρνησή του να δεχθεί την Ψυχανάλυση αναπτύσσοντας τη δική του θεωρία σχετικά με τις κινητήριες δυνάμεις του ανθρώπινου ψυχισμού και αποφεύγοντας τις πιο ακραίες τοποθετήσεις του πρώτου δοκιμίου. Σ’ αυτό το δεύτερο δοκίμιο αναπτύσσει και τη θεωρία του γενικότερα για  τον κοινωνικό σχηματισμό και τους θεσμούς του καθώς παράλληλα του δίνεται η ευκαιρία να διατυπώσει εν συνόψει την ευρύτερη φιλοσοφική του στάση απέναντι στη ζωή και τις επιταγές της. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί την άποψη για τις  ψυχαναλυτικές θεωρίες ως αφορμή για να διατυπώσει τις θέσεις του συνολικά για τον κόσμο.

Το γεγονός ότι ο Lawrence δεν είναι ούτε φιλόσοφος ούτε ψυχίατρος ούτε κοινωνιολόγος, παρά ένας αυθεντικός μυθιστοριογράφος, δεν στερεί από τα δύο δοκίμιά του το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Το ριζοσπαστικό του πνεύμα που διαπνέει τα λογοτεχνικά του έργα είναι έκδηλο και σ’ αυτά τα δύο δοκίμια, τα οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με την αυστηρότητα επιστημονικών κειμένων (που φυσικά δεν είναι) αλλά με την αναγνωστική παραχώρηση που επιφυλάσσεται στα λογοτεχνικά έργα – δεν εννοώ με αυτό πως πρόκειται για λογοτεχνική κατάθεση, όμως γράφονται με την ελευθερία σε δομή, σε ύφος και σε γλώσσα που προσιδιάζει στη λογοτεχνία και καθόλου σε επιστημονική μελέτη. Ο συγγραφέας, κυρίως στο δεύτερο δοκίμιο, το πιο προσωπικό και ελεύθερο σε ύφος, απευθύνεται στον αναγνώστη του με διάθεση καθοδηγητική, προκειμένου να του δείξει πώς συντελείται η παραπλάνηση του και πώς μπορεί να ανακαλύψει τον σωστό δρόμο στη ζωή του. Γι’ αυτό και το πιο φιλικό ύφος που ξεφεύγει σε πολλά σημεία από τη λογική ενός δοκιμίου.

Για να το κάνει αυτό θα διατρέξει την έννοια της ηθικής, θα αναλύσει τη λειτουργία των αισθήσεων, θα θέσει σε άλλη βάση την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, θα προσδιορίσει τις επιλογές ανάμεσα στον κατώτερο και ανώτερο εαυτό – στην ουσία θα κατευθύνει τη σκέψη προς την αντιμετώπιση του πανίσχυρου ασυνειδήτου. Θα αποκαθηλώσει την αξία της σεξουαλικότητας ως βασικού ενστίκτου ασκώντας έτσι την κριτική του στη φροϋδική ανάλυση και θα προσδιορίσει τον σκοπό του ανθρώπινου όντος, που εκλαμβάνεται ως μια φυσική και εγγενής τάση προς την ουσιαστική δημιουργία – σ’ αυτή την τάση η σεξουαλικότητα ως ένστικτο έχει το δικό της μερίδιο, δεν είναι όμως η κινητήρια δύναμη. Μια ανατροπή, επομένως, της ψυχαναλυτικής θεώρησης του ανθρώπου στη βάση μιας αναγκαίας (;) θεραπείας των στοιχείων που εκ γενετής έχει, για παράδειγμα του λανθάνοντος οιδιπόδειου συμπλέγματος.

Σύμπλεγμα με τον πατέρα, σύμπλεγμα με τη μητέρα, όνειρα αιμομιξίας – τρίχες κατσαρές. Θα γλεντήσουμε λίγο μ’ αυτά και μετά θα τα ξεχάσουμε, όπως ξεχάσαμε τόσες και τόσες άλλες λέξεις του συρμού. Και θα βρεθούμε ακριβώς εκεί που ήμασταν και πριν – άμα δεν  είμαστε χειρότερα δηλαδή, με π ι ο π ο λ ύ σεξ στα μυαλά μας, πιο πολλή εσωστρέφεια, πιο πολλή ξεδιαντροπιά. (σελ. 219)

Για τον Lawrence υπάρχουν διαταραχές του ανθρώπινου ψυχισμού που δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασθένειες της ψυχής (έτσι θεωρούμενης ως διαχωρισμένης από την υπόλοιπη υπόσταση του όντος) αλλά ως φυσικές διαφοροποιήσεις από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το ενδιαφέρον εδώ είναι στη σύλληψη του όντος ως ενός ενιαίου όλου, και στην ουσία στην ανατροπή του αρχικού κατακερματισμού από το καρτεσιανό cogito ego sum, που διέσπασε την ολότητα σε σκέψη και σε ύπαρξη αποτελώντας την αρχή για τον περαιτέρω διαχωρισμό της σε μέρη. Αυτή η σκέψη, ωστόσο, μας πηγαίνει ακόμη πιο πέρα και δεν είναι του παρόντος.

Μια έκδοση σε άρτια μετάφραση από την έμπειρη Έφη Φρυδά, με κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα, επιμέλεια και σημειώσεις  από τον Άκη Καρατζογιάννη, που μας συστήνει μια άλλη όψη του  D.H. Lawrence. Μας επιτρέπει να δούμε τη θεώρηση του κόσμου του, που γέννησε τα εμβληματικά μυθιστορήματά του – και αυτά αντιμέτωπα με τη σφοδρή κριτική που άργησε να εννοήσει την επαναστατική του γραφή. Στο εξώφυλλο το έργο του ίδιου (A Holy Family, 1926) υπαινικτικά περιπαικτικό της κανονικότητας που διέπει τις κοινωνίες μας και ιδανικά συνταιριαστό με το περιεχόμενο των δύο δοκιμίων.

Διώνη Δημητριάδου




Ωρολογοποιός Άκης Καπέτας εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Ωρολογοποιός

Άκης Καπέτας

εκδόσεις Βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kapetas-akis-bakchikon-orologopoios-dimitriadou





Μια βουτιά στα βαθιά επιχειρεί ο Άκης Καπέτας στην πρώτη του επαφή με τη μεγάλη αφήγηση, το μυθιστόρημα. Όσο πιο ψηλά μπαίνει ο πήχης, τόσο περισσότερες και οι απαιτήσεις στον ανελέητο κόσμο της κριτικής ανάγνωσης. Στο σπονδυλωτό δράμα (όπως το ονομάζει ο ίδιος) μεταφέρει την πλοκή του σε δύο εποχές: πρόκειται από τη  μια για το 1778 στη Βαρκελώνη και από την άλλη για τη σημερινή Αθήνα. Σ’ αυτό τον δισυπόστατο αφηγηματικό χρόνο εκτυλίσσονται τρεις ιστορίες, με την πρώτη (την ιστορία του Πάμπλο, του ωρολογοποιού) να αποτελεί το κομβικό σημείο αναφοράς των άλλων δύο· ωστόσο, αυτή η σχέση δεν υποβοηθείται με άμεσο τρόπο από τη γραφή, δεν υπογραμμίζεται πουθενά, παρά μόνον υπονοείται στις προσωπικές συνδέσεις του κάθε αποδέκτη/αναγνώστη. Ο συγγραφέας για να κατευθύνει με έμμεσο τρόπο την ανάγνωση προς τις εσωτερικές συνδέσεις των ιστοριών παρεμβάλλει στις αφηγήσεις εννέα μικρά κομμάτια/μονόλογους του αρχικού ήρωα, του Πάμπλο, θυμίζοντας έτσι πως η πρώτη ιστορία δεν έχει ολοκληρωθεί. Αυτή η διαπίστωση συνιστά και τον μεταφυσικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος, το οποίο, κάτω από αυτή την ικανή συνθήκη, κινείται επίσης σε δύο επίπεδα: το πραγματικό και το υπερβατικό. Επηρεασμένη εν πολλοίς η γραφή από τον μαγικό ρεαλισμό προσφέρει το μεταφυσικό πεδίο υφασμένο σε έναν καμβά ρεαλισμού.

Είμαι ο “relojero”, ο ωρολογοποιός,
αλλά με αποκαλούν «καταραμένο» ή «βασανισμένη ψυχή».
Εγώ υιοθέτησα το τελευταίο.
Συχνάζω πλέον μόνο εκεί, που δεν έχει πατήσει ποτέ άνθρωπος.
Συχνάζω πλέον μόνο εκεί, που οι θερμοκρασίες αποτρέπουν
τη δημιουργία κάθε μορφής ζωής.
Ζω στις χαράδρες και στις καυτές ερήμους.
Στους πιο σκοτεινούς βυθούς
και στις πιο ψηλές και παγωμένες κορφές,
εκεί που οι αρχαίοι ονόμαζαν
αρχή και τέλος του γνωστού κόσμου.
[…] (σελ. 51)

Το leitmotiv που διατρέχει όλο το βιβλίο είναι το αμάρτημα που διαπράττει ο Πάμπλο στην πρώτη ιστορία, καταδικασμένος από κει και πέρα στην αναζήτηση μιας εξιλέωσης. Ένα έγκλημα όμως κατά της ζωής (ακόμη κι αν πρόκειται για τη δική σου) απαιτεί μια άλλη ζωή να κερδηθεί για να ισορροπήσει η πλάστιγγα. Πάνω από διακόσια χρόνια θα περάσουν μέχρι να επιτευχθεί η προσωπική του κάθαρση, διάστημα που θα δώσει την ευκαιρία στον συγγραφέα να δέσει τις τρεις ιστορίες μεταξύ τους. Οι δύο επόμενες ιστορίες (Μαρίνα, Δέσποινα) στον ρεαλιστικό τους χώρο ενσωματώνουν όση μεταφυσική διάσταση μπορεί να συγχωρέσει η σημερινή εποχή, εν είδει ονείρου ή παραισθήσεων. Στην ουσία, όμως, έχει επιτευχθεί η διαχρονικότητα που επιθυμεί η ενδιαφέρουσα αυτή γραφή. 

Ευφυές το εύρημα του ωρολογοποιού ως επαγγέλματος του Πάμπλο. Η ρύθμιση και το μέτρημα του χρόνου, που τον χαρακτηρίζει ως τεχνίτη ρολογιών, καταργείται σταδιακά στις ιστορίες που ακολουθούν μέσα από τη μη λογική διαχρονικότητα και υπέρβαση των χρονικών διαστημάτων οδηγώντας σε μια άλλη διάσταση το μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας φιλοσοφεί με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, επιτρέποντας εδώ μια παρατήρηση που αφορά συχνά τις πρώτες εμφανίσεις στα γράμματα νέων δημιουργών: δεν είναι απαραίτητη η συσσώρευση πολλών διαφορετικών στοιχείων σε ένα και μόνο αφήγημα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση μου, ήταν απολύτως αρκετή η σύζευξη των εποχών και η διαχρονική υπερβατική εξακτίνωση της ιστορίας, προκειμένου να λειτουργήσει αποτελεσματικά το χτίσιμο της αφήγησης. Ο έμμεσος τρόπος (μέσω του ευρήματος που αναφέρθηκε παραπάνω) για να υπονοηθεί η φιλοσοφική προέκταση του θέματος, ήταν το έναυσμα για να απογειωθεί όλο το βιβλίο με τους συνακόλουθους αναγνωστικούς συνειρμούς. 


Μετά υπήρχαν μόνο τοίχοι και άδεια δωμάτια. Σε εκείνο το σπίτι και σε εκείνους τους τοίχους λοιπόν, περιπλανιόταν συνέχεια χωρίς να έχει ησυχία. Οι μέρες γίνονταν χρόνια… Τα χρόνια γίνονταν αιώνες. Η αυλή μαράθηκε. Το σπίτι πάλιωσε και έπεσε από μόνο του, από τη φυσική φθορά του χρόνου, του μεγαλύτερου ίσως ανθρώπινου εχθρού, όπου στο πέρασμά του καταπίνει τα πάντα και σβήνει κάθε ίχνος ύπαρξης και δημιουργίας. (σελ. 40)

Ο Άκης Καπέτας δείχνει με τον Ωρολογοποιό του πως έχει μέλλον συγγραφικό. Με ιδιαίτερο ταλέντο μάλιστα στην αφήγηση που ταξιδεύει πίσω στον χρόνο. Ο τρόπος που μεταφέρει την Ισπανία του 18ου αιώνα στην πρώτη ιστορία (μικρότερη σε έκταση αλλά αρτιότερη σε γλωσσική και θεματική επεξεργασία) είναι υποδειγματικός.  

Μια ενδιαφέρουσα έκδοση από το Βακχικόν, με ένα κατακόκκινο εξώφυλλο και τη μαύρη μάσκα των γιατρών  του Μεσαίωνα (που παραπέμπει στην επιδημία πανώλης) να προϊδεάζει για το ζοφερό περιβάλλον του βιβλίου. Ένα μεταφυσικό μυθιστόρημα που αξίζει να προσεχθεί και θέτει τις βάσεις για μια συνέχεια ακόμη καλύτερη.


Διώνη Δημητριάδου




Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Οι νικητές των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2019 (για εκδόσεις του 2018)


Οι νικητές των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2019

(για εκδόσεις του 2018)






Α. Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το έτος 2019 απονέμεται στη Μάρω Δούκα για τη συνολική της προσφορά στα Γράμματα.
Β. Το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2019 για τις εκδόσεις του 2018 απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Παπαδάκη για το έργο του Ο ταχυδρόμος, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
Γ. Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος - Νουβέλας 2019 για τις εκδόσεις του 2018 απονέμεται κατά πλειοψηφία εξ ημισείας στον Δημήτρη Κανελλόπουλο για το έργο του Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη, και στη Δήμητρα Κολλιάκου για το έργο της Αλφαβητάρι εντόμων, εκδόσεις Πατάκη.
Δ. Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2019 για τις εκδόσεις του 2018 απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Χάρη Βλαβιανό για το έργο του Αυτοπροσωπογραφία του λευκού, εκδόσεις Πατάκη.
Ε. Το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου - Κριτικής 2019 για τις εκδόσεις του 2018 απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για το έργο του Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία:1974-2017, εκδόσεις Πόλις.
ΣΤ. Το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας - Bιογραφίας - Χρονικού - Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας 2019 για τις εκδόσεις του 2018 απονέμεται κατά πλειοψηφία στους Μαρία Καραγιάννη και Μ.Ζ. Κοπιδάκη για το έργο τους Ελευθέριος Βενιζέλος και Μαρία Ελευθερίου: Η αλληλογραφία (1889-1890), εκδόσεις Καστανιώτη.
Ζ. Το Ειδικό Βραβείο 2019 για βιβλίο εκδόσεως 2018 που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Νίκο Χρυσό για το έργο του Καινούργια μέρα, εκδόσεις Καστανιώτη.
Η. Ως προς το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2019 για τις εκδόσεις 2018, η Επιτροπή αποφάσισε κατά πλειοψηφία να μην απονεμηθεί.
Θ. Η Επιτροπή αποφάσισε ομοφώνως την απονομή τιμητικής διάκρισης στα περιοδικά Νησίδες και Συριανά Γράμματα.

Τα μέλη της επιτροπής:

Επιτροπή για τα ετήσια Βραβεία Λογοτεχνίας και το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, το Ειδικό Θεματικό Βραβείο και τα Βραβεία Δοκιμίου - Μαρτυρίας
Μαρία-Ελισάβετ (Μαριλίζα) Μητσού, Καθηγήτρια του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών, Βυζαντινής Ιστορίας της Τέχνης και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μονάχου, Μέλος ΔΕΠ, Πρόεδρος
Μαρία (Μαίρη) Λεοντσίνη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος
Μιχαήλ Χρυσανθόπουλος, Καθηγητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μέλος ΔΕΠ
Κλαίρη Μιτσοτάκη, Συγγραφέας
Καλλιόπη (Κάλλια) Παπαδάκη, Συγγραφέας
Παυλίνα Παμπούδη, Συγγραφέας
Έλενα Χουζούρη, Κριτικός
Άννα Αφεντουλίδου, Κριτικός
Κώστας Καραβίδας, Κριτικός

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Αλλαγή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου μαζί με έναν πίνακα του René Magritte


Αλλαγή

του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

μαζί με έναν πίνακα του René Magritte





Άφησες γένια,

άφησες μουστάκι,

έβαλες μαύρα γυαλιά,

άφησες μακριά μαλλιά.

Πάντα ήθελες ν’ αλλάξεις,

να φτιάξεις νέα ζωή.

Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος,

λάθος προσπάθησες.

Άλλαξες πρόσωπο,

δεν άλλαξες ζωή.





Θεοχάρης Παπαδόπουλος





Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού). Έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα παράταιρα το 1997. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Είναι μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας. Γράφει κριτικές βιβλίων στο περιοδικό Vakxikon.gr, και παρουσιάζει βαλκανική ποίηση στο περιοδικό Αιολικά Γράμματα. Η τελευταία του ποιητική δουλειά εκδόθηκε από τον Μανδραγόρα (Ζηλεύω τα βράχια, 2018). Από τον Κέδρο εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του «Είπαμε ψέματα πολλά», 2019.






Τρία ανέκδοτα ποιήματα του Νίκου Πουλινάκη μαζί με τρεις πίνακες του Mark Rothko


  Τρία ανέκδοτα ποιήματα 

του Νίκου Πουλινάκη 

μαζί με τρεις πίνακες του Mark Rothko                




Βηματισμός


Είμαι ένας καλοντυμένος

ολιγομίλητος βηματισμός

που εκπλήσσεται ακόμη

αφού δεν κατάφερε να μάθει

αν οξύνεται ή περισπάται.





Πρόθεση


Ανάθρεψα μια πρόθεση

αχάλαστου ονείρου

και μονομιάς λιγόστεψα.




Φουσκαλίτσα 

Κάθε φορά που μια λέξη

παιζογελά στην παλάμη μου

σαν τόση δα μικρή φουσκαλίτσα

τρέμω να μη μου σκάσει

και χάσει κάποιο μέλος της.

Και μου μείνει αγιάτρευτη.

Και περιέλθει σε δυσχερή θέση.



Αργυρούπολη, 28/5/2020

Νίκος Πουλινάκης



Ο Νίκος Πουλινάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Εργάστηκε ως  τραπεζικός υπάλληλος. Κείμενα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Από τις εκδόσεις ΑΩ κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές του «Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας» και «Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων».





                                             

    



                                                     



                             

                           


Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Γράμματα στη Χιονάτη μυθιστόρημα Ευγενία Φακίνου εκδόσεις Καστανιώτη η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Γράμματα στη Χιονάτη

μυθιστόρημα

Ευγενία Φακίνου

εκδόσεις Καστανιώτη
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/14314-grammata-xionati




Αν, όταν έπρεπε, είχαμε την ωριμότητα να ρωτήσουμε σωστά, αν μπορούσαμε να ξεπεράσουμε τους δεδομένους ρόλους που η συγγένεια καθορίζει, αν βλέπαμε τους γονείς μας με τη γυναικεία και την αντρική τους όψη και όχι με τον μητρικό και τον πατρικό ρόλο τους στη ζωή μας, αν παίρναμε τις απαντήσεις που ζητούσαμε, τότε ίσως να μην κυοφορούσαμε αναπάντητα ερωτήματα και η συμφιλίωση με τις ρίζες μας στις αληθινές τους, γήινες διαστάσεις, να ήταν δυνατή. Μια αλήθεια που συναντάμε στο καινούργιο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου. Κι ας είναι κρυμμένη πίσω από ένα σκηνικό μυθοπλασίας που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Κι ας έχουμε μπροστά μας μία από τις πληρέστερες λογοτεχνικές φιγούρες που η γραφή της Φακίνου έφτιαξε – ξεχωριστή όσο η μακρινή Αστραδενή της ή ακόμη και η γυναίκα στη Μεγάλη Πράσινη, έργα που έρχονται στο μυαλό όσο διαβάζουμε τη Χιονάτη της και που η ίδια με έμμεσο τρόπο μνημονεύει. Νιώθουμε πως πρόκειται για το πιο αληθινό βιβλίο της, ανιχνεύουμε μέσα του τα πιο προσωπικά της αναγνωριστικά στοιχεία. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως πρόκειται για αυτοβιογραφικά στοιχεία, φυσικά με την αίρεση πως κάθε τι που γράφουμε εμπεριέχει τον εαυτό μας είτε με φανερό τρόπο είτε με υποκρυπτόμενο (ηθελημένα ή ακούσια). Μυθοπλασία είναι και μάλιστα από τις καλύτερες· σε ό,τι αφορά τη συγγραφέα και τις δικές της γραφές, χωρίς αμφιβολία είναι το πιο ώριμο βιβλίο της και το πιο «δικό» της. 

Από την αρχή ξενίζει η παράξενη γυναικεία παρουσία που φθάνει φθινόπωρο σε απομακρυσμένο χωριό και ζητάει σπίτι να νοικιάσει. Με ξυρισμένο το κεφάλι και τα φρύδια, στα μαύρα ντυμένη. Έχασα τα μαλλιά και τα φρύδια μου… από στενοχώρια, θα δηλώσει στις ενοχλητικές ερωτήσεις των κατοίκων. Κι όμως η γυναίκα δεν είναι ξένη, δεν έρχεται πρώτη φορά στον τόπο αυτό, μόνο που πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχε πρωτοέρθει, και τώρα είναι πολύ αλλαγμένη από το βάρος της ζωής για να την αναγνωρίσουν. Θα βρει ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο, έξω από το χωριό για να κατοικήσει. Εκεί θα περιμένει το χιόνι. Σ’ αυτό το χωριό που όλοι το εγκαταλείπουν, καθώς οι κατολισθήσεις απειλούν να το αφανίσουν, αυτή επιλέγει να μείνει. Μια προαίσθηση για όσα θα ακολουθήσουν; Ίσως μια προμελετημένη κίνηση; Ο αναγνώστης αναρωτιέται και περιμένει. Δεν φαίνεται να ξεκαθαρίζει το τοπίο με το σακάτικο παιδί (που δεν είναι πια παιδί) που το θυμάται από παλιά. Ούτε με τη συνάντηση με τον Ποιητή που αποτραβηγμένος κι αυτός από τον κόσμο επέλεξε την ερημιά. Αλλά κυρίως ούτε με την παρωδία γάμου, στην οποία θα αναγκαστεί να παίξει ένα ρόλο – μοιάζει, λέει, με σκηνικό από ταινία του Εμίρ Κουστουρίτσα. Ακόμα και η συνάντηση στο «μοναστήρι»-κοινόβιο μετά από χρόνια, με τους γερασμένους πια ενοίκους του αποθαρρημένους από τη ζωή, μοιάζει ατελέσφορη Κι όμως, όλα αυτά τα βήματα οδηγούν στην κορύφωση του απρόσμενου. Μαζί με το χιόνι, που επιτέλους έρχεται και ζώνει το σπίτι, θα εμφανισθεί φερμένο από το πουθενά ένα κορίτσι. Βρώμικο, εξαντλημένο και βουβό. Θα το φροντίσει, θα το φιλοξενήσει, θα πασχίσει να επικοινωνήσει μαζί του, τέλος θα το ονομάσει:

«Εσύ», ενώ την έδειχνε με το χέρι, «εσύ, Χιονάτη. Χιο-νά-τη» συλλάβισε το όνομα που είχε εξαρχής σκεφτεί, όταν την είχε δει να κάθεται μέσα στο χιόνι. Χιονάτη λοιπόν, όχι επειδή είχε το λευκό δέρμα της ηρωίδας του παραμυθιού, αλλά επειδή την είχε φέρει το χιόνι.(σελ.138)

Η μεταμόρφωση της γυναίκας είναι εμφανής. Έχει κάποιον τώρα να νοιαστεί. Οι όποιες επιλογές της την έφεραν εδώ στην άκρη του κόσμου ή θα εξαφανιστούν ή θα περιμένουν. Εκτός κι αν δεν είναι παρά μια ακόμη επινοημένη εικόνα που η απελπισία της δημιούργησε, ένα κλαδάκι να πιαστεί. Πόσο, όμως, να αντέξει αυτό το ελάχιστο σώμα όλο το βάρος της; Το κορίτσι θα εξαφανιστεί από τη ζωή της έτσι ξαφνικά όπως ήρθε. Και τότε, θα της γράψει τα γράμματα, μήπως ξαναφανεί, να βρει ένα ίχνος από τη μαγική τους συνάντηση. 



Πόσο μπερδεύονται στις πίσω σελίδες της μνήμης, στο πιο βαθύ υπόστρωμα της συνείδησης, τα απόντα πλέον πρόσωπα – μια σύνθετη εικόνα, τοιχογραφία ζωής, που μέσα της χωρούν όλοι οι εκλιπόντες ακριβοί, μα και το παιδί που κάποτε υπήρξαμε. Κι αυτό χαμένο πλέον ας λογίζεται στο συνειδητό κομμάτι, το πιο λογικό της ώριμης ηλικίας. Ωστόσο, ακόμη παραμένει και διεκδικεί το μερίδιο ζωής που είχε· επιμένει να έρχεται, να ανακατεύει τις μνήμες, να ζητά την προσοχή μας, όταν το θεωρούμε αποξεχασμένο, να φεύγει πάλι, όταν νιώθει πως αρκετά έχουμε προχωρήσει. Μια συνεχής διαδρομή ζωής που πρέπει να διανυθεί (συνειδητά ή όχι). Όλα τα πρόσωπα έχουν το δικό τους κομμάτι μέσα σ’ αυτή την πορεία. Και οι ρόλοι ευσχήμως αλλάζουν. Η γυναίκα της ιστορίας κάνει προσπάθεια να μάθει στο κορίτσι να λέει τη λέξη που ξεκλειδώνει όλο τον εσωτερικό κόσμο: μαμά. Μόνο στο τέλος θα καταλάβει πως αυτή είναι που πρέπει να μάθει να τη λέει. Και είναι τότε που η Χιονάτη/παιδί γίνεται Χιονάτη/μαμά. 

Έρχεται στον νου η φωτογραφία του εξωφύλλου ενός παλαιότερου βιβλίου της (Έρως, Θέρος, Πόλεμος) με τη λευκοφορεμένη γυναίκα/μητέρα. Η άλλη Χιονάτη. Ή μήπως η ίδια, στην οποία η Φακίνου γράφει τα γράμματα; Με το καινούργιο της βιβλίο, ανοιχτό σε διαφορετικές αναγνώσεις, η Ευγενία Φακίνου, στην  πιο ώριμη συγγραφική της ώρα, μας προσκαλεί να πάρουμε το νήμα της ζωής μας από την αρχή, και όπου βγει. Εκείνη τουλάχιστον αυτό επιχειρεί με τη γραφή της.

(το μυθιστόρημα κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου 2020)

Διώνη Δημητριάδου


Η Μήνα και άλλες ιστορίες Στάθης Ιντζές εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Η Μήνα
και άλλες ιστορίες
Στάθης Ιντζές
εκδόσεις Κίχλη
 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
 https://www.fractalart.gr/i-mina-kai-alles-istories/


η φύση και το αφύσικο –τρεις αξιολογικές κρίσεις για τη Μήνα

Προσφιλής στους συγγραφείς η αντίστιξη ανάμεσα σε ό,τι θεωρείται φυσικό και σε ό,τι αυτονόητα προσλαμβάνεται ως αφύσικο – με δεδομένη την απόλυτη επιρροή του ενός προς το άλλο, ασαφών ωστόσο και των δύο στην ουσία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε με βεβαιότητα πως στην ποίηση κυρίως το πεδίο είναι ευρύ προκειμένου το νόημα των στίχων να υπερβαίνει το χαμηλό τειχίο που φαινομενικά διαχωρίζει τους δύο τόπους. Στην πεζογραφία η αναγνωστική πρόσληψη εύκολα συνηθίζει στη μετακίνηση από τον ένα συγγραφικό τόπο στον άλλο· υπάρχει ο χρόνος (ειδικά στη μεγάλη αφήγηση) για να γίνει η απαραίτητη επεξεργασία του ασαφούς και η μετάλλαξή του σε στοιχείο της πλοκής αποδεκτό ακόμα και από τη λογική. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η μεταπήδηση αυτή συντελείται μέσα σε λίγες λέξεις, όσες επιτρέπει η μικρή (ως ελάχιστη) φόρμα ενός μικροδιηγήματος; Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της τελευταίας συγγραφικής δουλειάς του Στάθη Ιντζέ. Θα δώσω εδώ τους λόγους για τους οποίους η Μήνα ξεχωρίζει όχι μόνον ανάμεσα στα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα αλλά και σ’ αυτά των ομοτέχνων του που αγαπούν το απαιτητικό αυτό είδος γραφής. Απαιτητικό, κυρίως γιατί ρισκάρει την αναγνωστική αποδοχή (ίσως και την κατ’ αρχήν προσοχή) με ελάχιστο υλικό στη διάθεσή του.

Οι δέκα ιστορίες του βιβλίου αξίζει να διαβαστούν διότι:

- Το αφύσικο εισβάλλει απροειδοποίητα στο ρεαλιστικό σκηνικό των ιστοριών, γεγονός που αποδεικνύει (πέρα από δεινότητα γραφής) ότι ο συγγραφέας μέσα στη συνείδησή του ενώνει με φυσιολογικό τρόπο τους δύο χώρους και με ευκολία περνά από τον ένα στον άλλο. Στην ουσία οι ιστορίες του μπορούν να διαβαστούν με δύο αναγνωστικές προσεγγίσεις: είτε ως φανταστικές που προσγειώνονται στη ρεαλιστική και αποδεκτή εικόνα του κόσμου (τόσο το χειρότερο για τη φαντασία), είτε ως πραγματικές εικόνες ζωής που ακροβατούν ευσχήμως με την αναίρεσή τους· αυτή η δεύτερη εκδοχή παρέχει τη γενναιόδωρη  υπόσχεση μιας ευρύτερης εικόνας του κόσμου, που όλα τα χωράει και όλα τα ερμηνεύει με τον μοναδικό τρόπο που εξηγούνται τα κατ’ ουσίαν ανεξήγητα. Ναι, στη λογοτεχνία αυτή είναι μια συνθήκη δουλεμένη μέσα στους αιώνες της γραφής, ικανή να απογειώνει κάθε φορά τις ιστορίες.

-  Η σκέψη κινητοποιείται διαβάζοντας τις ιστορίες του Ιντζέ για την αληθινή (άραγε σωστός ο όρος;) εικόνα του κόσμου μέσα στον οποίο προσαρμόζουμε την περιορισμένη σε κάθε περίσταση νοητική μας ικανότητα, οριοθετημένη από τις αρχές που εμείς οι ίδιοι ορίσαμε. Αν το μέγιστο ωφέλημα  που αποκομίζουμε από τη λογοτεχνία είναι η αμφιβολία, η αμφισβήτηση, η άρνηση (με αυτή τη σειρά), απέναντι σε όσα θεωρούνται δεδομένα και στερεοτυπικά, τότε  αυτές οι μικρές ιστορίες επιτρέπουν ένα αβίαστο άνοιγμα του τοπίου, ώστε να χωρέσει η όποια διαφοροποίηση της εικόνας, που μέσω των αισθήσεων προσλαμβάνουμε. Κι αυτό προκύπτει από μια γραφή που και η ίδια ακροβατεί ανάμεσα στον περιεκτικό λόγο της μικρής φόρμας και στον υπαινικτικό, μεταφορικό ποιητικό λόγο. Όσο ανοιχτό μπορεί να είναι ένα ποίημα στις πιθανές ερμηνείες του (θεωρητικά τόσες όσοι και οι αποδέκτες του), τόσο προσφέρονται οι ιστορίες εδώ για ενδιαφέρουσες προσλήψεις.


-  Τέλος, αξίζει αυτή η γραφή που προλογίζεται από τα λόγια του Casares: «Όσο ταπεινά κι αν είναι», είπε δείχνοντας το πτηνό, «πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πετούν καλύτερα από εμάς». Όχι  μόνον γιατί δένει απρόσμενα ο λόγος δύο διαφορετικών εργατών της γραφής, αλλά κυρίως για την αιφνίδια αλλαγή του τοπίου: τι αξίζει να προσέχει κανείς από την πραγματικότητα γύρω του; Το πέταγμα ενός πουλιού ανάγεται αίφνης σε ιδιότητα αξιολογική πιο πάνω από την όποια οίηση ανωτερότητας του νοήμονος όντος. Η Μήνα της ιστορίας είναι ορατή μόνον από τους εκλεκτούς που περίεργα ελκύονται από την παραδοξότητα και πληρώνουν το τίμημα της σύντομης επαφής μαζί της. Τα σχέδια της Εύης Τσακνιά (και το έξοχο εξώφυλλο) δεν θα μπορούσαν να συνομιλούν πιο εύστοχα με το κείμενο. Αργά και σταθερά εισχωρώντας στις ιστορίες του βιβλίου αρχίζει να αλλάζει η οπτική σου. Πώς το έγραφε ο Ελύτης; Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανό" δεν είναι /"αγάπη" δεν /"αιώνιο" δεν. Δεν υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. (Οδυσσέας Ελύτης, Ρήμα το σκοτεινόν, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος 1991). Αυτό το παντοδύναμο «δεν», που αρκεί για να αλλάξει τον τρόπο θέασης του κόσμου, έρχεται στον νου διαβάζοντας τις ιστορίες του βιβλίου. Δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα να απομένει από την ανάγνωση ενός βιβλίου αυτό το «δεν» ή το «μήπως;». Ακόμα κι αν όλο αυτό συντελείται μέσα στο μαγικό λογοτεχνικό «ψεύδος».


Διώνη Δημητριάδου