Κίτρινη όχθη
9 θεατρικά έργα
Γιώργος Χρονάς
εκδόσεις Οδός Πανός
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Ώχρα στην όχθη του θανάτου • Fractal
Ώχρα στην όχθη του θανάτου
Υπάρχει ένα λεπτό νήμα που
συνδέει μεταξύ τους τα εννέα θεατρικά (κάποτε αυτόνομα) στην ίδια έκδοση. Όλα
γραμμένα στο διάστημα από το 1973 έως το 1981, με ένα από αυτά (γραμμένο το
1974) να αποκτά την τωρινή του μορφή το 2001. Κατ’ εξοχήν ποιητής ο Γιώργος
Χρονάς εμποτίζει με ποιητικότητα κάθε γραπτό του, όποια μορφή κι αν του δίνει.
Έτσι και τα θεατρικά του, ξεφεύγοντας από το άλλοθι του σκηνικού χώρου,
εκβάλλουν σε έναν τόπο όπου το κίτρινο της ώχρας θυμίζει μοναξιά, θλίψη, όλα βαμμένα στο χρώμα
του θανάτου. «Κοιμούνται βαθιά κάτω από το χώμα/ Με κείνα τα λόγια που
ψιθύρισαν όσοι ταξίδεψαν/ Το όνομά τους ανήκει σε μνήματα άλλων σβησμένων
εποχών/ Όπως βαθιά κοιμούνται ασήμαντα μοιάζουνε τ’ απογεύματα/ που δεν βγήκαν
έξω από τις λύπες τους» (Επεισόδιο στο σινεμά Ίλιον).
Οι απλοί άνθρωποι έχουν
πάντα θέση στις γραφές του Χρονά. Σαν να θέλει να τους δώσει ένα «βήμα» για να
μιλήσουν, το ελάχιστο έστω που τους αναλογεί στον αναγνωστικό ή θεατρικό χρόνο.
Ο ίδιος, σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει για το περιοδικό καρυοθραύστις,
το 2019, είχε επισημάνει για την επιλογή του αυτή: «Είναι δυνατά μυαλά. Καθαρά.
Δεν αποβλέπουν στη δόξα, στο χρήμα. Είναι από χώμα. Είναι ο χορός της αρχαίας
τραγωδίας σήμερα δίπλα μας. Για δύναμη καθαρή τους έβαλα στην τέχνη μου». Δεν
θα μπορούσαν να λείπουν από τα θεατρικά του αυτοί οι απλοί και συχνά
ταλαιπωρημένοι, αδικημένοι άνθρωποι, καθώς τους προσφέρεται και το ανάλογο
σκηνικό. Άλλοτε η αυλή ενός εργοστασίου, άλλοτε η σκοτεινή αίθουσα ενός
κινηματογράφου, ή ένα άδειο πλέον σπίτι, ερημωμένο από ζωή, σαν γήινη εξουσία
του θανάτου.
Αλλά και μια θέση στη μνήμη αναζητούν όσοι χάθηκαν και βρίσκουν πρόσφορο το έδαφος στη γραφή του Χρονά, που γνωρίζει τον τρόπο να μιλάει για την απώλεια, την ακριβή απουσία. Έτσι προσεγγίζει, μέσω των μάταιων πια πραγμάτων, τον θάνατο του δεκαεννιάχρονου, με τον αφηγητή/συγγραφέα/ποιητή να δηλώνει αρχικά το τετελεσμένο, την απουσία: «Τότε πέθανε ο Γιάννης/ και τον ακολούθησαν/ μια σειρά από μεγάλα σώματα/ βαθιά σημαδεμένα από τον Άδη. […] Κι έπεσε ταραχή στους δρόμους/ καθώς άρχισαν να διαδίδουν/ πως χάθηκε ο Γιάννης/ Έσβησε σε νοσοκομείο». Η σκηνική παρουσία του τραγικού απαιτεί και τον Χορό, εδώ ανδρών, για να συνοψίσει το κακό, καθώς αναγκαίος ο απόηχος: «Ξένε, διαβάτη, βιαστικέ,/ μη βλέπεις αυτό το άδειο σπίτι/ τα χόρτα στην αυλή/ τη φωνή του σκύλου που δεν έχει/ τα παράθυρα να χάσκουν./ Εδώ κάποτε ήτανε δόξα/ κι ο θάνατος ξένος». Κι απομένει να κλείσει τη σκηνή ο ίδιος ο νεκρός που έχει κάτι να πει σε όλους εμάς που ακούμε: «Ιωάννης είναι τ’ όνομά μου κι εδώ το σπίτι μου/ Να με θυμάστε». (Τα άδεια σπίτια).
Ο Χρονάς, έχει βαθιά
ριζωμένη την αίσθηση του τραγικού, στενά δεμένου με τη χωμάτινη αφή, με την
καθημερινότητα που ξαφνικά τη διασπά το «γεγονός». Σε όλα τα θεατρικά του οι
στίχοι ακολουθούν την αρχαία σε στίχους τραγική γραφή, προσομοιάζουν με
τραγωδίες, μικρές ή μεγάλες. Έτσι χτίζει και τη δομή μιας τραγωδίας στο
θεατρικό του (το εκτενέστερο όλων) Εμείς κορίτσια δεκατριώ δεκατεσσάρω
χρονών, μια τραγωδία σε 1118 στίχους. Ο Χορός, εδώ συμμαθήτριες της φίλης τους που
αυτοκτόνησε, μια φωνή, μια ιδιαίτερη παρουσία (κατά τις επιταγές του αρχαίου
δράματος), δίνει το έναυσμα του θρήνου, με τη Μητέρα, μόνη πραγματικά ζωντανή
να ακούει: «Εμείς είμαστε εδώ/ μια
σειρά από μικρά κορίτσια ξεχασμένα/ Εμείς κορίτσια δεκατριώ δεκατεσσάρω χρόνων/
κλεισμένα σε τούτο το οικόπεδο/ κάτω απ’ τα ψηλά φουγάρα/ δίπλα στα χυτήρια
σωλήνων/ στα στόματα καυστήρων/ που στάζουν σίδερο λιωμένο/ πέφτουμε στο χώμα
και μετράμε/ με μαύρα νύχια/ απ’ τα σκουριά/ τα σημάδια που δεν βρήκαμε/ τη
φίλη μας που χάθηκε/ που δεν βλέπει τον ήλιο». (στ. 44-57). Κι ύστερα ο άλλος Χορός, που θα οδηγήσει το νεκρό
κορίτσι σαν μια νέα Περσεφόνη, στον Κάτω κόσμο. Εκεί που ανήκει, εκεί από όπου
για λίγο, όσο διαρκεί η παράσταση, ξέφυγε για να ενωθούν οι δύο κόσμοι. Το έργο
τελειώνοντας κανοναρχεί τη θέση του θεατρικού δρώμενου στη συνείδηση του θεατή,
σαν μια τετελεσμένη ιεροπραξία που ορίζει τα τελούμενα ανάμεσα στη ζωή και τον
θάνατο: «Γιατί είναι νόμος αυτής της
τραγωδίας κάθε φορά που θα παίζεται να επιστρέφει η κόρη από τον Άδη».
Θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτό το μονόπρακτο ένα ανακάλημα, όπως αυτά της
δημώδους ποίησης που συνιστούν ταυτόχρονα μια ανάμνηση αλλά και μια θρηνητική
ανάκληση του προσώπου που έχει αναχωρήσει από τη ζωή. Σαν ο θρήνος να φτάνει
στον Κάτω Κόσμο και να προκαλεί το ρήγμα ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα – η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε,
θα πει η λαϊκή φωνή γεφυρώνοντας κι αυτή τους δύο κόσμους.
Αυτή είναι και η ξεχωριστή
σημασία που αποκτούν όλα τα θεατρικά του Γιώργου Χρονά. Έχουν μέσα τους ζωή,
μια ζωή που έχει οριστεί να ξυπνάει, κάθε που υποκριτές και χορός δίνουν την
ανάσα τους. Οι απλοί άνθρωποι αποκτούν φωνή, κύρος, οι αδικίες εξαλείφονται, οι
νεκροί επιστρέφουν.
Διώνη Δημητριάδου
(πρώτη δημοσίευση στο Fractal, 16-9-2026)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου