Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Ερωτικό παιχνίδι Θεοχάρης Παπαδόπουλος

 

    Ερωτικό παιχνίδι

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

 


Ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο,

σε φωτίζει,

παίζει μαζί σου,

στο κορμί σου φτιάχνει σχήματα,

κλείνει σε μια ηλιαχτίδα τη ματιά σου,

σε χαϊδεύει απαλά,

τα χείλη σου φιλάει,

σε ναρκώνει.

Κι εγώ,

θέλω να μπω απ’ το παράθυρο,

σαν ήλιος,

να κλέψω την καρδιά σου.

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

 

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού). Έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα παράταιρα το 1997. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Είναι μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας. Γράφει κριτικές βιβλίων στο περιοδικό Vakxikon.gr, και παρουσιάζει βαλκανική ποίηση στο περιοδικό Αιολικά Γράμματα. Η τελευταία του ποιητική δουλειά εκδόθηκε από τον Μανδραγόρα (Μεταμοντέρνες αυταπάτες, 2021). Από τον Κέδρο εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του «Είπαμε ψέματα πολλά», 2019.

 

 [Gustav Klimt, Το φιλί]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά Δοκιμιακές ανιχνεύσεις Θανάσης Μαρκόπουλος εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr

 

Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά

Δοκιμιακές ανιχνεύσεις

Θανάσης Μαρκόπουλος

εκδόσεις Μελάνι

η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr

Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά – γράφει η Διώνη Δημητριάδου – frear

 

 


Ένα παράθυρο ανοιχτό στον  ποιητικό κόσμο του Μιχάλη Γκανά

 

Πρώτα γνώρισα τα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά. Και τ’ αγάπησα. Μιλούσαν μια γλώσσα οικεία για πράγματα γνώριμα κι ανθρώπους απλούς και ταπεινούς σαν τους δικούς μου. Ύστερα γνώρισα τον άνθρωπο. Και είδα την αλήθεια της γραφής και στην αλήθεια του προσώπου.

Έτσι προλογίζει ο Θανάσης Μαρκόπουλος την Εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, μια συλλογή που περιλαμβάνει όλα τα δοκίμια που έχει γράψει για τον ποιητή, αρχής γενομένης από το 2006, καθώς και ένα πλούσιο σε υλικό Παράρτημα με μεταγενέστερες δοκιμιακές αναφορές.

Η οικειότητα που νιώθει προς τη γραφή αρχικά του ποιητή θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητη, καθώς ανήκουν και οι δύο στη γενιά του ’70. Μια γενιά εμβληματική σε ουσία και πλήθος εκπροσώπων, που λογικά έχει αναγνωριστικά κοινά γνωρίσματα. Ωστόσο, πρόκειται για μια ομάδα ποιητών τόσο ετερογενή, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ανίχνευση των εξωγενών παραγόντων (από το κοινωνικό και πολιτικό κυρίως περιβάλλον) που τους διαμόρφωσαν. Έτσι, είναι επόμενο να συνυπολογίσουμε την εποχή μέσα στην οποία οι ποιητές αυτοί συνειδητοποίησαν (ο καθένας ακολουθώντας τα προσωπικά του βιώματα) για πρώτη φορά τον ρόλο της ποιητικής έκφρασης ως δραστικού αντίδοτου στην ανελευθερία, στη στρεβλή πολιτική καθοδήγηση, αλλά και στην απανθρωποποίηση της κοινωνίας. Στη διαμόρφωση της συνειδητής πλέον θέσης τους ήρθαν ως αρωγοί τα κινήματα αμφισβήτησης,  στην Ευρώπη κυρίως, την ταραγμένη δεκαετία του ’60, τον ακόμη έντονο απόηχο των οποίων βίωσαν οι ίδιοι στη δεκαετία του ’70. Ένα εκρηκτικό μείγμα των σύγχρονων με αυτούς γεγονότων αλλά και του απόηχου από την προηγούμενη γενιά της πολιτικής ήττας που διοχέτευσε στο έργο τους το αίσθημα της διάψευσης. Οι ποιητές της γενιάς του ’70 δεν αναζήτησαν στηρίγματα της δικής τους θεώρησης του κόσμου στους προηγούμενους, πιστεύοντας πως κάτι καινούργιο όφειλαν να φέρουν στην ποιητική έκφραση, ως προς τη βαθύτερη ουσία της και αναπόφευκτα ως προς τη μορφή της. Η οπτική αυτή οδήγησε στην πολυμορφία και στη διαφορετική προσωπική έκφραση του καθενός από τους ποιητές της γενιάς τους.



Φανερό, επομένως, ότι πέρα από την κοινή συναρίθμηση στη γενιά αυτή, ο οικείος τόπος του Μαρκόπουλου με τον Γκανά απαιτούσε πρόσθετα στοιχεία συνάντησης των δύο. Αυτά βρέθηκαν στη θεματική των ποιημάτων τους (θάνατος, ιστορική μνήμη, έρωτας, αίσθηση χρέους απέναντι στους επόμενους), όσο και (κυρίως) στον τρόπο παρουσίασης. Εκκινώντας από τον ρεαλιστικό λόγο οι ποιητικές εικόνες εξελίσσονται συχνά σε υπαινικτικές, που απέχουν από τη ρεαλιστική εκδοχή των πραγμάτων άλλοτε ελάχιστα και άλλοτε αρκετά, ώστε να προκαλέσουν μια πολλαπλή ερμηνεία. Η δημώδης παράδοση, ζωντανή και στους δύο, δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο για να εκφραστούν οι σύγχρονες ανησυχίες και να δοθεί η αίσθηση της συνέχειας. Περισσότερο, όμως, και από τη συνειδητοποίηση των κοινών αναφορών, θα πρέπει να λειτούργησε η προσωπική γνωριμία τους, καθόσον η αίσθηση που αποπνέουν τα δοκίμια του Μαρκόπουλου δεν αφορά μόνον τη γραμματολογική προσέγγιση ενός μελετητή αλλά την αγάπη προς τη γραφή του ποιητή και προς τον άνθρωπο Μιχάλη Γκανά. Και αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά ξεχωριστή αυτή τη συλλογή και προκαλεί τον αναγνώστη να τη διαβάσει εισχωρώντας με τον καλύτερο τρόπο στον κόσμο του έργου του – κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με τέτοιου είδους μελετήματα, τα οποία μοιάζει να προορίζονται για όποιον έχει ειδικό ενδιαφέρον. Η ποίηση, όμως, πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλους, άρα και τα σχετικά πονήματα να διευκολύνουν την πρόσβαση στα πεδία της. Ο Μαρκόπουλος φαίνεται καλά να το γνωρίζει αυτό, έτσι τα δοκίμιά του αποτελούν ένα ανοιχτό πέρασμα για μια απρόσκοπτη πρόσβαση στο έργο (όπως αυτό συγκεντρώνεται στον τόμο Ποιήματα 1978-2012, στις σελίδες του οποίου γίνονται και οι σχετικές παραπομπές) αλλά και στην προσωπικότητα του Γκανά.

Με το πρώτο κεφάλαιο «Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά – Μια γενική θεώρηση του ποιητικού corpus» να λειτουργεί ως οδηγός για τα υπόλοιπα, ο Μαρκόπουλος καταθέτει την προσωπική του εκτίμηση για το έργο του ποιητή σχολιάζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων (επτά συλλογές) τοποθετώντας τον ποιητή στην εποχή του, επισημαίνοντας τους «προγόνους» του και τους «συνομιλητές» του, ποιητές αλλά και φίλους που επηρέασαν τον ποιητικό του τρόπο, και τη θεματική του. Σ’ αυτά τα τελευταία επιμένει, προκριμένου να δώσει με καθαρότητα την επιλογή της φόρμας, της γλώσσας και του ρυθμού, χαρακτηριστικά που, όπως γράφει, τον ανέδειξαν σε μια από τις πιο διακριτές και διακεκριμένες φωνές του καιρού μας (σ. 30). Η επιλογή του τίτλου του κεφαλαίου αλλά και όλου του βιβλίου (αντλημένος ο όρος από τον στίχο Εύφορη λύπη μέσα μου, «Παραλογή») στοχεύει στο πιο κομβικό σημείο γύρω από το οποίο αρθρώνεται όλο το έργο του ποιητή, το πώς, δηλαδή, αντιδρά στις κοινωνικές συνθήκες, πώς εσωτερικεύει το κοινό πάθος ενοποιώντας το λειτουργικά με το προσωπικό, ώστε να βιωθούν ομοίως. Και όλο αυτό το φορτίο λύπης να μεταλλάσσεται σε έναν ποιητικό λόγο ευαίσθητο όσο και προκλητικό σε αναγνωστική μέθεξη, με έναν πόνο που αναζητά τις ελάχιστες έστω ρανίδες ελπίδας, καθώς μιλώντας για θάνατο εμπεριέχει ταυτόχρονα τη ζωή και την αγάπη.

Θα συνεχίσει στα επόμενα κεφάλαια με το πολύ ενδιαφέρον θέμα της κριτικής απέναντι στο έργο του (ο Γκανάς ευτύχησε σε θετικό καλωσόρισμα της ποίησης του από τους κριτικούς)  κατόπιν θα μείνει στις πρώτες γραφές του ποιητή, ενδεικτικές ήδη μιας ωριμότητας, καθόσον όπως θα πει: Ευτυχώς ο ποιητής δε βιάστηκε κι έτσι η πορεία του εξαρχής είχε να επιδείξει μια αξιοσημείωτη ωριμότητα (σ. 70). Ακολουθεί ανάλυση δύο συλλογών («Ακάθιστος Δείπνος» και «Άψινθος») και δύο δοκίμια θεματικά, το ένα να ανιχνεύει τα πουλιά στην ποίηση του Γκανά, με προεξάρχουσα τη θέση του μαύρου κοτσυφιού – τόσο ταιριαστού με το συνολικό ύφος της ποίησής του, και το άλλο να μιλάει για τη θέση της μάνας στη γραφή του· γύρω από το θέμα αυτό δημιουργούνται μερικά από τα πιο σπουδαία ποιήματα. Αξίζει εδώ η αναφορά στο [Μια μάνα γύρευα να βρω] της «Παραλογής», όπου ο διάλογος με τη μάνα στο παλαιό της παράδοσής μας Του νεκρού αδελφού συνιστά μια συνέχεια όσο και μια ανατροπή:


Μια μάνα γύρευα να βρω/μ’ εννιά μαχαίρια στο πλευρό/και με τη μια της κόρη.//Τη βρίσκω στα βασιλικά/σε πέντε όνειρα κακά/και μες στα καρυοφύλλια.//Να ’πιανε μια νεροποντή/να ξύπναγε τον Κωνσταντή/να πάει βρεγμένος σπίτι.//Να του φορέσει τα στεγνά/να τον μαλώνει σιγανά . . .

Θα ολοκληρώσει με το κεφάλαιο που επισημαίνει τις έμμετρες εκβολές στην ποίηση του Γκανά, για να δείξει πώς ο ποιητής δίπλα στον νεωτερικό του στίχο σεβάστηκε τον παραδοσιακό έμμετρο προσθέτοντας στους στίχους του ρυθμό ξεχωριστό. Στο Παράρτημα θα βρεθούν τέσσερα κείμενα κριτικής τα οποία αφορούν άλλες δημιουργίες του ποιητή. Η έκδοση συμπληρώνεται από ένα αναλυτικό χρονολόγιο, πρώτες δημοσιεύσεις των δοκιμίων, καθώς και κριτικογραφία σχετική και ευρετήριο ονομάτων.



Μια έκδοση πλήρης, σημαντική για το έργο του σπουδαίου ποιητή, από τον Θανάση Μαρκόπουλο που γράφοντας αναδεικνύει πέρα από το γνωστό και αναγνωρισμένο κριτικό του τάλαντο και μια απαραίτητη συχνά παράμετρο του έργου της κριτικής: παράλληλα με τη θεωρητική κατάρτιση απαιτείται και το προσωπικό  ενδιαφέρον αλλά και η αγάπη για το εξεταζόμενο έργο.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

«ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ» διήγημα ΤΗΣ ΜΕΝΗΣ ΠΟΥΡΝΗ

 

 

 «ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ»

διήγημα

ΤΗΣ ΜΕΝΗΣ ΠΟΥΡΝΗ

 


Θα προκαλούσα σκάνδαλο. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο, όσο κι αν οι συνέπειες παρέμεναν άγνωστες. Η υπομονή μου είχε τελειώσει, εδώ και καιρό και μετρούσα τις μέρες για να θέσω το σχέδιο σε εφαρμογή.

Η αρχή του κακού είχε γίνει πριν λίγους μήνες στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Η πρώτη φάση των τοπικών σχολικών αγώνων είχε οριστεί για τα μέσα Νοεμβρίου. Δεν είχα ασχοληθεί καθόλου με το θέμα πέρα από την υποχρεωτική συμμετοχή στο μάθημα της γυμναστικής ούτε είχα καν ενδιαφερθεί για να παρακολουθήσω ως θεατής με τους υπόλοιπους φίλους και συμμαθητές, που το έβλεπαν ως μια ευκαιρία για χάζι και πειράγματα.

Τότε ήρθε το  χτύπημα της μοίρας…

Μία επιδημία διάρροιας αποδεκάτισε το σύνολο σχεδόν της ομάδας και τρεις μέρες πριν δεν υπήρχαν παρά δύο από τα επτά μέλη. Ο διευθυντής, που ήθελε οπωσδήποτε να ενισχύσει το γόητρο του δραστήριου και σύγχρονου εκπαιδευτικού, που «ακούει και αφουγκράζεται τις προκλήσεις της εποχής και των νέων», έδωσε εντολή να συμπληρωθεί η ομάδα όπως-όπως, αρκεί να κατέβει το σχολείο με πλήρη σύνθεση. Ήμουν σίγουρος πως δεν υπήρχε περίπτωση να με καλέσουν. Δεν έπαιζα ποδόσφαιρο, δεν παρακολουθούσα καν αγώνες στην τηλεόραση και η περίπτωση να βρεθώ σε γήπεδο, έμοιαζε απλά αστεία.


-Πρέπει να έρθεις κι εσύ, Παπαγεωργίου!

-Μα, κύριε…

-Δεν έχουν να κάνουν όλα με την δύναμη και την ταχύτητα. Χρειαζόμαστε και ήθος. Κι εσύ εκπροσωπείς αυτό ακριβώς!

Για μην τα πολυλογώ, βρέθηκα να συμμετέχω στην τριήμερη εντατική, αποτυχημένη προπόνηση, όπου τα σαλιγκάρια έτρεχαν πιο γρήγορα από μένα! Ξανά, ξανά και ξανά επέμεναν σε κάτι που ήταν εξορισμού καταδικασμένο σε αποτυχία.

Την ημέρα των αγώνων δεν μπορούσα, πραγματικά, να πάρω τα πόδια μου. Με είχαν δηλώσει στις σύντομες αποστάσεις. Είχαν κουβαλήσει μαζί όλο το σχολείο, δήθεν για να μας εμψυχώσουν, αλλά είχα πάρει πια απόφαση ότι την Δευτέρα δεν θα είχα πού να κρυφτώ.

-          Πιο γρήγορα, Παπαγεωργίου! Μην πας σαν σταματημένος! Ούτε για την τιμή των όπλων δεν θα τρέξουμε έτσι…

-          Δεν έφαγες το πρωί; Ένα κορίτσι να βάλω πιο γρήγορα από σένα θα πάει!

-          Αν πάρει φωτιά το σπίτι σου, δεν σε βλέπω να γλιτώνεις!

Αυτά κι άλλα πολλά «εμψυχωτικά» λόγια άκουγα τις τρεις μέρες των εντατικών προπονήσεων. Δεν μιλούσα, αλλά μέσα μου είχα αρχίσει να σιγοβράζω.

Την ημέρα των αγώνων είδα πως με είχε δηλώσει σε όλα τα σύντομα και μεσαίων αποστάσεων δρομικά αγωνίσματα που είχαν κρίσιμη βαθμολογική σημασία. Δεν είπα τίποτα και πάλι. ακολούθησα την ομάδα για την προθέρμανση και άκουγα επί ένα τέταρτο την φλύαρη στρατηγική του για τη νίκη. Αφού κάναμε ένα ομαδικό ζντο, φύγαμε για να κυνηγήσουμε τη δόξα!

Οι επιδόσεις των συμμαθητών μου στα περισσότερα αθλήματα ήταν από συμπαθητικές ως καλές. Στα 60 μέτρα έφερα προς έκπληξη όλων (και δική μου) την τέταρτη θέση και την έκτη στα 150. Ο γυμναστής δεν μου είπε το παραμικρό, ενώ έδινε πλούσια συγχαρητήρια στους άλλους παρά το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Στη σκυταλοδρομία έκανα λάθος στην αλλαγή και ακυρωθήκαμε, κάτι που παραλίγο να μας κοστίσει την πτώση από την κατηγορία, αν δεν παίρναμε την πρώτη θέση στο άλμα εις μήκος.

Τις επόμενες εβδομάδες δεν πέρασα ένα μάθημα που να μην μου υπενθυμίσει το λάθος μου.

-Πώς αλλάζουμε σκυτάλη, Παπαγεωργίου; Χέρι με χέρι! Χέρι με χέρι! Άσε κάτω για λίγο το βιβλίο!

Μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων επανήλθε δριμύτερος.

-Κλείσε το βιβλίο και πιάσε μία σκυτάλη! Ναι , αυτή που γράφει το λεξικό. Δεν σε κοροϊδεύουμε!



 Κάποιοι συμμαθητές μου με συμπόνεσαν και ήρθαν για να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους.

Στο τέλος της χρονιάς διοργανώθηκε η καθιερωμένη γιορτή για την λήξη του σχολικού έτους. Οι περισσότεροι ανέλαβαν κάποιο καθήκον. Εγώ παρέμεινα παγερά αδιάφορος διότι είχε αναλάβει εκείνος την γενική επιστασία και επιπρόσθετα δεν με κάλεσε.

Θέλοντας να τονίσει την θεωρητική παιδεία που μας παρείχε έβαλε τα παιδιά να γράψουν αρχαία ρητά που σχετίζονταν με τον αθλητισμό και να τα κολλήσουν στον τοίχο πίσω από την κύρια σκηνή της γιορτής. Μετά τον λόγο του-απολογισμό της χρονιάς, άρχισαν να ανεβαίνουν με την σειρά αποσπάσματα από αρχαίους συγγραφείς που μιλούσαν για αθλήματα. Τα περισσότερα παιδιά δεν τα πήγαιναν καλά με την ανάγνωση, γιατί ήταν καλύτεροι αθλητές , έκαναν τον διευθυντή να τον στραβοκοιτάξει και να με καλέσει να ανέβω το γρηγορότερο δυνατό στην σκηνή για να σώσει ό,τι μπορούσε, καθώς στο κοινό υπήρχαν και πολλοί γονείς. Γνωστός για την στεντόρεια απαγγελία μου απέσπασα ένα δυνατό χειροκρότημα.

Τότε πέρασα από μπροστά του αγέρωχος λέγοντας:

Των οικιών υμών εμπιπραμένων υμείς άδετε.

Στοιχηματίζω πως ακόμη το θυμάται!

 

Μένη Πουρνή

[στις φωτογραφίες ο Τζέσε Όουενς]

Η Γραμμένη-Ελένη (Μένη) Πουρνή είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πάνω στη λογοτεχνία και το παιδικό βιβλίο από το Παιδαγωγικό Τμήμα του ΕΚΠΑ. Έχει λάβει μέρος σε πανελλήνια και διεθνή συνέδρια. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί κατά διαστήματα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστοσελίδες.

 

Κώστας Θ. Ριζάκης - Γιώργος Δελιόπουλος Κατά ανεφίκτου γλυφές, 1 Της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις ΑΩ εκδόσεις Εισαγωγικό κείμενο: Ευσταθία Δήμου "Ποίηση σε δύο πράξεις" Εικαστική παρέμβαση: Γλύκα Διονυσοπούλου

 

Κώστας Θ. Ριζάκης - Γιώργος Δελιόπουλος

 Κατά ανεφίκτου γλυφές, 1

Της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις

ΑΩ εκδόσεις

 

Εισαγωγικό κείμενο: Ευσταθία Δήμου "Ποίηση σε δύο πράξεις"

Εικαστική παρέμβαση: Γλύκα Διονυσοπούλου



 

Δείγμα ποιητικού λόγου:

 

ἐπίγειος μαγγελάνος

 

– πῶς παροπλίστηκε ἡ θεὰ στὰ χώματα σὲ λάσπες;

ψέμμα τριανταὲξ μηνῶν γκάστρωσες τὴν γκορτσιὰ

ἀλλὰ τ’ ἀχλάδια ὅλα στυφὰ σκληρότατα διαβόλου

κέρατα τρισκατάρατα τὸ πάθος σοῦ ἀφαιρέσαν

μεζὲ τὸ αἴσθημα σούβλισες φτύνοντας τὸ κατάπιες

νὰ φύγεις θέλω; τί νὰ πῶ; πάλι ὅμως θὰ τὸ ἀντέξω;

νυχτώνει κάποτε ὁ καιρὸς μαῦρα κρεμώντας κρόσσια

κι ἕνα πρὸς ἕν’ ἂν τὰ τραβῶ τὸ δίλημμα ἀπευθύνω

πένθους ριπὰς καθέλκυσα· ποῦ ξώφαλτση μι’ ἀλήθεια;

 

μεθόρια

 

Τὰ βλέμματά μας κυλιόμενα μπαλόνια

συναντηθήκαμε πρὶν χωριστοῦν

καθὼς ἀνέβαινες τὴν τύχη σου

γιὰ τὴν ἐξέδρα μὲ τὶς παρελάσεις

τὸ πεπρωμένο μου ξεφούσκωνε

σ’ ἕνα ὑπόγειο κελὶ

μὰ καὶ οἱ δύο ἀκροβατήσαμε

πάνω στὰ σύνορα τοῦ Ἀνθρώπου

ἕνα λεπτὸ κενὸ ἀέρος

πρὶν ἐπιλέξουμε γιὰ τὴν καρδιά μας

στρατόπεδο πρὸς τὸ παρόν.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Διώνη Δημητριάδου Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2021 Γράφει ο Γιώργος Βέης

 

Διώνη Δημητριάδου

 Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή

 Εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2021

Γράφει ο Γιώργος Βέης

[η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr Για τη Διώνη Δημητριάδου – γράφει ο Γιώργος Βέης – frear]

«Αυτός ο κόσμος δεν θα τελειώσει ούτε μ’ έναν βρόντο ούτε μ’ έναν λυγμό,

 αλλά μ’ έναν τίτλο εφημερίδας, μ’ ένα σλόγκαν, μ’ ένα μυθιστόρημα της πεντάρας

πιο χοντρό και από κέδρο του Λιβάνου».

Τζορτζ Στάινερ


Ομιλεί και στοχάζεται. Ταξινομεί τα ζωτικά ψεύδη του. Κωδικοποιεί πλάνες κι αυταπάτες. Αποδομεί, όπως νομίζει, ψευδαισθήσεις. Τις δικές του ή τις εμφανείς συλλογικές. Οργανώνει δηλαδή λίγο πολύ, κατά το δοκούν πάντα, την τάξη της πραγματικότητας. Ό,τι δηλαδή κι αν συνιστά αυτό το διακριτό «προϊόν της πιο μεγαλειώδους φαντασίας», σύμφωνα με τον Γουάλας Στίβενς. Τα αρχέτυπα, ως οφείλουν, είναι παρόντα κι εδώ. Άλλωστε η μελέτη τους συνιστά καθήκον. Το κείμενο έπεται. Προλαβαίνει ασφαλώς να αποτυπώσει ένα μέρος των κρίσιμων ορατών, αλλά και των κατ’ ανάγκην υπεραισθητών. Πρόκειται για ένα ακόμη προσεκτικό, όπως θα φανεί σε λίγο, τέχνασμα εαυτού. Ποιητικού de facto. Η παραγωγή μεταφορών εγγυάται με τη σειρά της την επιτυχία του εγχειρήματος: να δούμε δηλαδή, μαζί με τον γραφόμενο, οίκοθεν νοείται, πρωτοπρόσωπο δράστη εικόνων, την όποια αλήθεια. Ή έστω το ειλικρινές απείκασμά της. Η ταυτότητα είναι εν τω μεταξύ δεδομένη. Καμιά αμφισβήτηση της θέας του τέλους (ή και της αρχής ενδεχομένως). Ήτοι:
«Καθένας και μια θάλασσα / προσωπικός πνιγμός» (βλ. σελ. 53). Σημειώνω ότι η προσωπική αντωνυμία του τίτλου συνιστά έμβλημα τοπίου.

Ο χωρόχρονος προσδιορίζεται εύκολα: είναι το χάος της στέρησης. Η εξ όνυχος προοπτική του είναι, ήτοι ένα ακόμη το χωρίο της άρνησης, έχει ως εξής: «Πότε θεριό πότε σκυλί ο Διγενής του νόστου / στεγνές στο στόμα του σαλεύουν προφητείες / για όλο το αίμα που κάποτε θα πνίξει/όσους λαθέψανε γυρεύοντας αναίτια τη φυγή» (βλ. σελ. 36). Ο ζόφος τείνει να εξαλειφθεί μέσα στην ίδια του την υπερβολή. Η επανάληψη του πανικού επιφέρει εξοικείωση με το τραγικό. Υποδηλώνεται άλλωστε, εμμέσως πλην σαφώς στην προκειμένη περίπτωση, ότι η τριβή με τον διάχυτο ή κεκρυμμένο πόνο τεκμηριώνει εκ του ασφαλούς, το τονίζω αυτό, επίγνωση. Γι’ αυτό κι ο «Λύκος», ένα προσωπείο ενστίκτου προς διατήρηση των κεκτημένων του εαυτού, δεν ξεχνά να γράφει. Να επι-γράφεται. Μπορεί δηλαδή να είναι ο συνειδητός φορέας των μύθων (του), ενώ «η ανθρωπότητα συνολικά δεν φαίνεται να έχει βγει ακόμη από την προϊστορία της σκέψης», όπως του ψιθυρίζει στο αυτί ο Μάρτιν Χάιντεγκερ.

Διακρίνω κατά λέξη τα εξής ενδεικτικά από τις εισαγωγικές σελίδες του παρόντος έργου, διεισδυτικού δοκιμίου σε ακριβολόγους στίχους, της Διώνης Δημητριάδου: «Κρατιέμαι από τον ήχο των βουνών, το σάλεμα των δέντρων, σαλοί όλοι σας κι ας μην το μάθατε από μένα, υπόγειοι ποταμοί βουίζουν στο κεφάλι μου και προκαλούν να ακούσετε, μα εσείς άηχοι σαν τους τόπους σας, μέσα στα μάτια μου ιριδίζουν οι παλιές σκιές, εσείς δεν τις γνωρίσατε ποτέ, κι ας είναι η μήτρα μας κοινή, μόνο η γνώση εδώ μετράει, αλλιώς το μαύρο φίδι κατατρώει αργά τις σάρκες μας, δεν το φοβάμαι, ποτέ δεν το φοβήθηκα όσο ανατριχιάζω στη ματιά σας, λύκοι εσείς Λύκος εγώ… /είπε ο Λύκος και σώπασε – έπεφτε κι η νύχτα» (βλ. σελ. 14). Ισχυρίζομαι ότι τα τριάντα τέσσερα (34) σίγμα του κειμένου, αυτός ο επίμονος συριστικός, εμφανώς παλίντροπος ρόχθος, παραπέμπει με βεβαιότητα στους «μεγάλους υπόγειους ανέμους», τους οποίους ισχυριζόταν ότι άκουγε συχνά πυκνά ο Φραντς Κάφκα.

Φαίνεται πάντως ότι ο εν λόγω διηθητής της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, ο λόγιος «Λύκος», έχει μελετήσει, εκτός των άλλων, και εμβληματικά έργα του Ιμμάνουελ Καντ. Γνωρίζει λοιπόν κι αυτός ότι «την πραγματικότητα δεν την αντιλαμβανόμαστε απλώς, αλλά τη συνιστούμε οι ίδιοι». Εξ ου και η τόλμη του να πράττει, να αντιτίθεται, να διαρθρώνει «πιστεύω», να κρίνει, να παρασκευάζει κολάφους, να αναδιπλώνει ομοιοπαθητικά θεραπείες ένδον τραυμάτων, να μεταθέτει επιθυμίες, να αναλύει υστερικά σύνδρομα. Κοντολογίς, να ανακεφαλαιώνει μη υστερικές άμυνες της ύπαρξης. Αν μάλιστα «ο άνθρωπος είναι πραγματικά μια δαρβίνεια παραλλαγή καταδικασμένη να παράγει πολιτισμό, ένας «λύκος» που πρέπει να ευχόμαστε να εξημερωθεί», όπως δίδαξε ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, τότε το ποιητικό υποκείμενο δεν κάνει τίποτε άλλο εδώ παρά να ομολογεί δημιουργικές αναβαθμίσεις του εγώ. Θα ισχυρισθεί μάλιστα κι από την πλευρά του ότι «για να περισωθούν οι πολιτισμικές αξίες, ο λύκος πρέπει ν’ αφήσει την αυθεντικότητά του να γίνει απουσία και μνήμη, δηλαδή γλώσσα και συνείδηση» (βλ Μάριος Μαρκίδης, Η ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου, εκδόσεις Έρασμος, 1980, σελ. 77).

Το ζώο-νους-ψυχή δεν παύει να είναι ενίοτε ενσάρκωση, στο μέτρο που μπορεί βέβαια, του καλού καγαθού. Κατά το πάγιον συμφέρον του εννοείται. Πάντως εξακολουθεί να διαπιστώνει κι αυτό ότι, όπως διαισθάνθηκε ο άλλος εκείνος λύκος, ο μονήρης της Δρέσδης και της Φρανκφούρτης, «παντού στη φύση βλέπουμε αγώνα, πάλη και διακύμανση της νίκης –και αυτό είναι το αποτέλεσμα εκείνης της εσωτερικής διάστασης που είναι ουσιώδης για τη βούληση. […] Επομένως η βούληση για ζωή γενικά τρέφεται από τον εαυτό της, και είναι σε διαφορετικές μορφές η τροφή του εαυτού της, μέχρις ότου το ανθρώπινο είδος, επειδή καθυποτάσσει όλα τα άλλα, θέτει κατά νου πως η φύση κατασκευάστηκε για δική του χρήση. Παρά ταύτα […] το ίδιο το ανθρώπινο είδος αποκαλύπτει με τρομακτική σαφήνεια αυτή τη σύγκρουση, αυτή τη διάσταση της βούλησης με τον εαυτό της, και καταλαβαίνουμε ότι homo homini lupus, ήτοι ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο»(βλ. Άρτουρ Σοπενχάουερ Ο Κόσμος ως βούληση και ως παράσταση).

Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό υποδόριο-ψηλαφητό-ορατό διακείμενο. Πράγματι συνιστά μια ακόμη ένδειξη των λεκτικών προσχώσεων, οι οποίες συναπαρτίζουν το σώμα της Παλίμψηστης του Λύκου μου μορφής.

Το δε δαιμονικό στοιχείο, του οποίου η παρουσία υπογραμμίζεται αρκούντως σε όλη σχεδόν την έκταση του βιβλίου, υποχωρεί δεόντως, όταν το ποιητικό κινούν καταφέρει να το εξημερώσει. Προσωρινά έστω. Ο εξορκισμός του κακού προωθεί άλλωστε κατά πολύ τη δράση. Απομονώνω τα εξής χαρακτηριστικά από τη μέση του έργου: «Σκιάχτηκε ο Λύκος πόσα θεριά γεννούσε το τοπίο κι έπιασε να ξηλώνει από τη γωνία το άθλιο κατασκεύασμα ώσπου σουρούπωσε κι είδε ότι ακόμη στην αρχή του ήταν κι ακόμη πως κάθε θηλιά που ξήλωνε άλλη γεννιότανε στη θέση της ακόμη πιο μπλεγμένη κι είπε τότε:/ετούτο μόνο με φωτιά θα νικηθεί / να πέσει φλόγα επάνω τους /στάχτη να γίνουν όλα /τα πρόσωπα του τέρατος»(βλ. σελ. 30). Συγκρατώ ότι ο «Λύκος» της κειμενικά έμπειρης Διώνης Δημητριάδου προσπαθεί να μην πέσει στην παγίδα της ναρκισσιστικής εμμονής. Νομίζοντας φέρ’ ειπείν ότι, μεταξύ άλλων, έχει συν τω χρόνω καταστεί μάλλον ο δικαιότερος των παρατηρητών του κοσμοειδώλου, κοιτά συστηματικά προς τα έξω. Είναι πεπεισμένος άλλωστε ότι είναι κι αυτός μάρτυς-μέτοχος-ήρωας εκών άκων «στην περιπέτεια του μυαλού», όπως ομολογείται ευθέως, κλείνοντας μάλιστα την αυλαία, στο κρίσιμο απόσπασμα από το ημερολόγιο ψυχανάλυσης ή αλλιώς «ποίημα της σελίδας 33».

Γιώργος Βέης



Δίφορη μνήμη Γιώργος Χ. Θεοχάρης εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Δίφορη μνήμη

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η διπλή ανθοφορία της μνήμης | Fractal (fractalart.gr)

 



Η διπλή ανθοφορία της μνήμης

 

«Η μνήμη είναι χρόνος κι ο χρόνος θάνατος»,

James Baldwin, Το κουαρτέτο του Χάρλεμ.

 

Μνήμη που επιστρέφει, άλλοτε βασανιστικά και άλλοτε ιαματικά, μνήμη αποθησαυρισμένη μέσα από προσωπικά βιώματα και μνήμη «δανεική» από τις αφηγήσεις των άλλων, μνήμη που ανυπομονεί να καταγραφεί, να διασωθεί πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, έχοντας ως τώρα υπηρετήσει πιστά την ποίηση όσο και τη γραφή του χρονικού και της μαρτυρίας (βραβευμένος άλλωστε σ’ αυτό το είδος), προχωράει εδώ στο πρώτο πεζογραφικό του βιβλίο επιλέγοντας μια ποικιλία μορφών, που όλες ωστόσο εκβάλλουν στον κοινό τόπο της μνήμης.

Μοιρασμένο το βιβλίο σε ενότητες ήδη, όμως ας μου επιτραπεί μια διαφορετική διάταξη του υλικού, με γνώμονα το πρόσωπο του αφηγητή που άλλοτε πηγαίνει προς τα πίσω για να βρει παλιούς συντοπίτες του, υπό την ευρεία έννοια που επιτρέπει η λογοτεχνία, όπως τον Μακρυγιάννη,  άλλοτε αυτοσυστήνεται μέσα από φωτογραφίες, μνήμες και αφηγήσεις των άλλων που έγραψαν στη μνήμη του με τα χρόνια, ή μέσα από όσα ο ίδιος ανακαλεί από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, και άλλοτε αφήνει τους άλλους να μιλήσουν μέσα από καταγεγραμμένες δικές τους αφηγήσεις. Και ως επιστέγασμα όλων αυτών έρχονται οι οικογενειακές φωτογραφίες, φαινομενικά άφωνες μνήμες, κι όμως τόσο εύγλωττες μέσα στην ασπρόμαυρη σιωπή τους, να τεκμηριώσουν όσα γράφονται με τις λέξεις.

Ένα τέτοιο βιβλίο δεν περιορίζει, όπως ίσως δημιουργεί την εντύπωση, το αναγνωστικό ενδιαφέρον μόνο σε όποιον έχει κοινές τις μνήμες με τον συγγραφέα, για παράδειγμα το συγγενικό ή φιλικό του περιβάλλον ή τους συντοπίτες του της Δεσφίνας, για την οποία μιλάει. Στις αφηγήσεις του προβάλλουν πίσω από τις προσωπικές καταγραφές όσα σημάδεψαν τον τόπο, κοινωνικές συνθήκες και πολιτικά γεγονότα, που ο συγγραφέας έζησε και που διαμόρφωσαν τον τρόπο να βλέπει τα πράγματα, να τα βιώνει, να τα ερμηνεύει και εν τέλει να τα καταγράφει. Καμία μνήμη δεν αποκόπτεται από το περιβάλλον στο οποίο αποτυπώθηκε φέροντας μέσα στις εικόνες της την ατμόσφαιρα, τις αντιδράσεις των προσώπων, όπως οι συνθήκες τις διαμόρφωσαν. Έτσι διαβάζοντας τη Δίφορη μνήμη, νιώθεις και την εποχή, μεταφέρεσαι σ’ εκείνα τα δύσκολα κατοχικά, εμφυλιακά και κυρίως τα μετεμφυλιακά χρόνια, όταν μια πληγωμένη Ελλάδα πάσχιζε να σταθεί στα πόδια της με τις πληγές ανοιχτές, με τους νικητές να εγκαθιδρύουν ένα κράτος ανομίας και αδικίας και με τους ηττημένους να αρκούνται (όσοι το μπόρεσαν) στην επιβίωσή τους. Στις μορφές που αποτυπώνονται εδώ αναγνωρίζεις ανάλογες από δικούς σου τόπους· κοινή η μοίρα παντού.



Σκέφτομαι τον τίτλο που επέλεξε ο Θεοχάρης. Γιατί, αλήθεια, η μνήμη να είναι δίφορη; Ποια διπλή ανθοφορία υπονοεί; Και λέω πως όσα η μνήμη έχει αποθηκεύσει,  και από αυτά κάθε φορά ανασύρει όσα και με όποια μορφή αυτή επιθυμεί (ας μη λησμονήσουμε την αυτονομία της) δεν μπορεί παρά να υφίστανται διπλή επεξεργασία σαν πρόκειται να καταγραφούν. Κι ας είναι η πρώτη τους ανθοφορία με την πιο ανεπεξέργαστη μορφή, κι ας είναι η δεύτερη όπως ανθίζουν μαζί με τις μνήμες των υπολοίπων προσώπων που έρχονται να συμπληρώσουν τις πρώτες. Όσα αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας δένουν με τη φωνή της μητέρας του, στη συνέχεια με τις φωτογραφίες, με τις δημοσιεύσεις εφημερίδων της εποχής,  για να αποδοθεί συνολικά το τοπίο μια μνήμης που ανθίζει ξανά και ξανά.

 

Αποσπάσματα:

 

Θυμάμαι το παιδί του σκοτωμένου από χίτη συγχωριανό, μήνες νωρίτερα, να κρατά την ανάσα του πίσω από την αυλόπορτα του σπιτιού του. Θυμάμαι τον φονιά να σέρνεται με την κοιλιά, κρατώντας χυμένα τα σπλάχνα του από την ελασίτικη χειρομβομβίδα. Τον φονιά να ζητάει βοήθεια στην αυλόπορτα, θυμάμαι, του θύματός του. το αίμα, θυμάμαι, του φονιά να στραγγίζει στο ρείθρο τη πόρτας του σκοτωμένου. Θυμάμαι το παιδί του ελασίτη άφωνο πίσω από την πόρτα ν’ ακούει του φονιά το ψυχορράγημα, να μην ανοίγει την πόρτα. (σελ. 117)

 

Ήταν μικρός και δεν τον έπαιζαν στο δίτερμα. Μαζεύοντας την μπάλα πίσω από το τέρμα λαχτάραγε του αρχηγού το περιβραχιόνιο.

Του το φορέσανε νωρίς το πένθος στο μανίκι και πολύ καιρός για δίτερμα ο αρχηγός οικογενείας. (σελ. 163-164)

 

Θυμάμαι το θύμα και τον θύτη.

Τον θύτη ως θύμα,

και το θύμα ως θύτη,

θυμάμαι.

Τη μαύρη μοίρα

των Λαβδακιδών του χωριού μου,

θυμάμαι. (σελ. 121)


Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

Ξεσκούφωτο ουσιαστικό Νίκος Αντ. Πουλινάκης [φωτογραφία: Michel Kirch]

 

 Ξεσκούφωτο  ουσιαστικό  

Νίκος Αντ. Πουλινάκης

[φωτογραφία: Michel Kirch]

 


Σαν  ξεσκούφωτο  διπλοκατάληκτο  ουσιαστικό

προτιμώ  την αγιάτρευτη  μελαγχολία  μου

να  μην  με  κλίνετε  ξώπετσα 

σύμφωνα  με  τις  εγωκεντρικές  ορέξεις

των  βαθύριζων  γραμματικών  σας  προσδοκιών.

Επειδή  κάθε  άνοιξη  πρασινίζουν

ψυχωμένες  αμεριμνησίες  συνωνύμων.

Ίσα  ίσα  για  ν’ αντέξουν  το  γινάτι

αριστερόχειρου   δυσλεκτικού  φωνήεντος.

Επιτέλους! Αφήστε με  να  δυσπιστώ!

Αφού  οι  άσπαστες  φλέβες

στα  περιπαικτικά  μελίγγια  μου  

δεν  μπορούν  πια  να  ειρηνέψουν  μια  στάλα

προκειμένου  να  καλωσορίσουν

μια  ορθή  κρίση  γεμάτη  φακίδες

με  στόχο  να  εκπληρώσει

την  υποχρεωτική  της  θητεία.

Και  τώρα, εσείς  οι  σπουδασμένοι, πείτε μου

σφίγγοντας  στα  δάχτυλά  μου  

πολεμοφόδια  ανισόρροπων  ρημάτων 

 πώς  μπορώ  να  βαθμολογήσω

 με  ύφος  μυστηριώδες    

 την  ερωτική  πορεία 

μιας  στοχαζόμενης  κραυγής 

στο  εφήμερο  τεφτέρι

τούτης  της  μαινόμενης  ζωής  μου; 

 

2/5/2021

Νίκος  Αντ.  Πουλινάκης

[φωτογραφία: Michel Kirch]

 

Ο Νίκος Πουλινάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Εργάστηκε ως  τραπεζικός υπάλληλος. Κείμενα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Από τις εκδόσεις ΑΩ κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές του Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας και Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων.