Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Δίφορη μνήμη Γιώργος Χ. Θεοχάρης εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Δίφορη μνήμη

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η διπλή ανθοφορία της μνήμης | Fractal (fractalart.gr)

 



Η διπλή ανθοφορία της μνήμης

 

«Η μνήμη είναι χρόνος κι ο χρόνος θάνατος»,

James Baldwin, Το κουαρτέτο του Χάρλεμ.

 

Μνήμη που επιστρέφει, άλλοτε βασανιστικά και άλλοτε ιαματικά, μνήμη αποθησαυρισμένη μέσα από προσωπικά βιώματα και μνήμη «δανεική» από τις αφηγήσεις των άλλων, μνήμη που ανυπομονεί να καταγραφεί, να διασωθεί πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, έχοντας ως τώρα υπηρετήσει πιστά την ποίηση όσο και τη γραφή του χρονικού και της μαρτυρίας (βραβευμένος άλλωστε σ’ αυτό το είδος), προχωράει εδώ στο πρώτο πεζογραφικό του βιβλίο επιλέγοντας μια ποικιλία μορφών, που όλες ωστόσο εκβάλλουν στον κοινό τόπο της μνήμης.

Μοιρασμένο το βιβλίο σε ενότητες ήδη, όμως ας μου επιτραπεί μια διαφορετική διάταξη του υλικού, με γνώμονα το πρόσωπο του αφηγητή που άλλοτε πηγαίνει προς τα πίσω για να βρει παλιούς συντοπίτες του, υπό την ευρεία έννοια που επιτρέπει η λογοτεχνία, όπως τον Μακρυγιάννη,  άλλοτε αυτοσυστήνεται μέσα από φωτογραφίες, μνήμες και αφηγήσεις των άλλων που έγραψαν στη μνήμη του με τα χρόνια, ή μέσα από όσα ο ίδιος ανακαλεί από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, και άλλοτε αφήνει τους άλλους να μιλήσουν μέσα από καταγεγραμμένες δικές τους αφηγήσεις. Και ως επιστέγασμα όλων αυτών έρχονται οι οικογενειακές φωτογραφίες, φαινομενικά άφωνες μνήμες, κι όμως τόσο εύγλωττες μέσα στην ασπρόμαυρη σιωπή τους, να τεκμηριώσουν όσα γράφονται με τις λέξεις.

Ένα τέτοιο βιβλίο δεν περιορίζει, όπως ίσως δημιουργεί την εντύπωση, το αναγνωστικό ενδιαφέρον μόνο σε όποιον έχει κοινές τις μνήμες με τον συγγραφέα, για παράδειγμα το συγγενικό ή φιλικό του περιβάλλον ή τους συντοπίτες του της Δεσφίνας, για την οποία μιλάει. Στις αφηγήσεις του προβάλλουν πίσω από τις προσωπικές καταγραφές όσα σημάδεψαν τον τόπο, κοινωνικές συνθήκες και πολιτικά γεγονότα, που ο συγγραφέας έζησε και που διαμόρφωσαν τον τρόπο να βλέπει τα πράγματα, να τα βιώνει, να τα ερμηνεύει και εν τέλει να τα καταγράφει. Καμία μνήμη δεν αποκόπτεται από το περιβάλλον στο οποίο αποτυπώθηκε φέροντας μέσα στις εικόνες της την ατμόσφαιρα, τις αντιδράσεις των προσώπων, όπως οι συνθήκες τις διαμόρφωσαν. Έτσι διαβάζοντας τη Δίφορη μνήμη, νιώθεις και την εποχή, μεταφέρεσαι σ’ εκείνα τα δύσκολα κατοχικά, εμφυλιακά και κυρίως τα μετεμφυλιακά χρόνια, όταν μια πληγωμένη Ελλάδα πάσχιζε να σταθεί στα πόδια της με τις πληγές ανοιχτές, με τους νικητές να εγκαθιδρύουν ένα κράτος ανομίας και αδικίας και με τους ηττημένους να αρκούνται (όσοι το μπόρεσαν) στην επιβίωσή τους. Στις μορφές που αποτυπώνονται εδώ αναγνωρίζεις ανάλογες από δικούς σου τόπους· κοινή η μοίρα παντού.



Σκέφτομαι τον τίτλο που επέλεξε ο Θεοχάρης. Γιατί, αλήθεια, η μνήμη να είναι δίφορη; Ποια διπλή ανθοφορία υπονοεί; Και λέω πως όσα η μνήμη έχει αποθηκεύσει,  και από αυτά κάθε φορά ανασύρει όσα και με όποια μορφή αυτή επιθυμεί (ας μη λησμονήσουμε την αυτονομία της) δεν μπορεί παρά να υφίστανται διπλή επεξεργασία σαν πρόκειται να καταγραφούν. Κι ας είναι η πρώτη τους ανθοφορία με την πιο ανεπεξέργαστη μορφή, κι ας είναι η δεύτερη όπως ανθίζουν μαζί με τις μνήμες των υπολοίπων προσώπων που έρχονται να συμπληρώσουν τις πρώτες. Όσα αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας δένουν με τη φωνή της μητέρας του, στη συνέχεια με τις φωτογραφίες, με τις δημοσιεύσεις εφημερίδων της εποχής,  για να αποδοθεί συνολικά το τοπίο μια μνήμης που ανθίζει ξανά και ξανά.

 

Αποσπάσματα:

 

Θυμάμαι το παιδί του σκοτωμένου από χίτη συγχωριανό, μήνες νωρίτερα, να κρατά την ανάσα του πίσω από την αυλόπορτα του σπιτιού του. Θυμάμαι τον φονιά να σέρνεται με την κοιλιά, κρατώντας χυμένα τα σπλάχνα του από την ελασίτικη χειρομβομβίδα. Τον φονιά να ζητάει βοήθεια στην αυλόπορτα, θυμάμαι, του θύματός του. το αίμα, θυμάμαι, του φονιά να στραγγίζει στο ρείθρο τη πόρτας του σκοτωμένου. Θυμάμαι το παιδί του ελασίτη άφωνο πίσω από την πόρτα ν’ ακούει του φονιά το ψυχορράγημα, να μην ανοίγει την πόρτα. (σελ. 117)

 

Ήταν μικρός και δεν τον έπαιζαν στο δίτερμα. Μαζεύοντας την μπάλα πίσω από το τέρμα λαχτάραγε του αρχηγού το περιβραχιόνιο.

Του το φορέσανε νωρίς το πένθος στο μανίκι και πολύ καιρός για δίτερμα ο αρχηγός οικογενείας. (σελ. 163-164)

 

Θυμάμαι το θύμα και τον θύτη.

Τον θύτη ως θύμα,

και το θύμα ως θύτη,

θυμάμαι.

Τη μαύρη μοίρα

των Λαβδακιδών του χωριού μου,

θυμάμαι. (σελ. 121)


Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου