Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά Δοκιμιακές ανιχνεύσεις Θανάσης Μαρκόπουλος εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr

 

Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά

Δοκιμιακές ανιχνεύσεις

Θανάσης Μαρκόπουλος

εκδόσεις Μελάνι

η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr

Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά – γράφει η Διώνη Δημητριάδου – frear

 

 


Ένα παράθυρο ανοιχτό στον  ποιητικό κόσμο του Μιχάλη Γκανά

 

Πρώτα γνώρισα τα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά. Και τ’ αγάπησα. Μιλούσαν μια γλώσσα οικεία για πράγματα γνώριμα κι ανθρώπους απλούς και ταπεινούς σαν τους δικούς μου. Ύστερα γνώρισα τον άνθρωπο. Και είδα την αλήθεια της γραφής και στην αλήθεια του προσώπου.

Έτσι προλογίζει ο Θανάσης Μαρκόπουλος την Εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, μια συλλογή που περιλαμβάνει όλα τα δοκίμια που έχει γράψει για τον ποιητή, αρχής γενομένης από το 2006, καθώς και ένα πλούσιο σε υλικό Παράρτημα με μεταγενέστερες δοκιμιακές αναφορές.

Η οικειότητα που νιώθει προς τη γραφή αρχικά του ποιητή θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητη, καθώς ανήκουν και οι δύο στη γενιά του ’70. Μια γενιά εμβληματική σε ουσία και πλήθος εκπροσώπων, που λογικά έχει αναγνωριστικά κοινά γνωρίσματα. Ωστόσο, πρόκειται για μια ομάδα ποιητών τόσο ετερογενή, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ανίχνευση των εξωγενών παραγόντων (από το κοινωνικό και πολιτικό κυρίως περιβάλλον) που τους διαμόρφωσαν. Έτσι, είναι επόμενο να συνυπολογίσουμε την εποχή μέσα στην οποία οι ποιητές αυτοί συνειδητοποίησαν (ο καθένας ακολουθώντας τα προσωπικά του βιώματα) για πρώτη φορά τον ρόλο της ποιητικής έκφρασης ως δραστικού αντίδοτου στην ανελευθερία, στη στρεβλή πολιτική καθοδήγηση, αλλά και στην απανθρωποποίηση της κοινωνίας. Στη διαμόρφωση της συνειδητής πλέον θέσης τους ήρθαν ως αρωγοί τα κινήματα αμφισβήτησης,  στην Ευρώπη κυρίως, την ταραγμένη δεκαετία του ’60, τον ακόμη έντονο απόηχο των οποίων βίωσαν οι ίδιοι στη δεκαετία του ’70. Ένα εκρηκτικό μείγμα των σύγχρονων με αυτούς γεγονότων αλλά και του απόηχου από την προηγούμενη γενιά της πολιτικής ήττας που διοχέτευσε στο έργο τους το αίσθημα της διάψευσης. Οι ποιητές της γενιάς του ’70 δεν αναζήτησαν στηρίγματα της δικής τους θεώρησης του κόσμου στους προηγούμενους, πιστεύοντας πως κάτι καινούργιο όφειλαν να φέρουν στην ποιητική έκφραση, ως προς τη βαθύτερη ουσία της και αναπόφευκτα ως προς τη μορφή της. Η οπτική αυτή οδήγησε στην πολυμορφία και στη διαφορετική προσωπική έκφραση του καθενός από τους ποιητές της γενιάς τους.



Φανερό, επομένως, ότι πέρα από την κοινή συναρίθμηση στη γενιά αυτή, ο οικείος τόπος του Μαρκόπουλου με τον Γκανά απαιτούσε πρόσθετα στοιχεία συνάντησης των δύο. Αυτά βρέθηκαν στη θεματική των ποιημάτων τους (θάνατος, ιστορική μνήμη, έρωτας, αίσθηση χρέους απέναντι στους επόμενους), όσο και (κυρίως) στον τρόπο παρουσίασης. Εκκινώντας από τον ρεαλιστικό λόγο οι ποιητικές εικόνες εξελίσσονται συχνά σε υπαινικτικές, που απέχουν από τη ρεαλιστική εκδοχή των πραγμάτων άλλοτε ελάχιστα και άλλοτε αρκετά, ώστε να προκαλέσουν μια πολλαπλή ερμηνεία. Η δημώδης παράδοση, ζωντανή και στους δύο, δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο για να εκφραστούν οι σύγχρονες ανησυχίες και να δοθεί η αίσθηση της συνέχειας. Περισσότερο, όμως, και από τη συνειδητοποίηση των κοινών αναφορών, θα πρέπει να λειτούργησε η προσωπική γνωριμία τους, καθόσον η αίσθηση που αποπνέουν τα δοκίμια του Μαρκόπουλου δεν αφορά μόνον τη γραμματολογική προσέγγιση ενός μελετητή αλλά την αγάπη προς τη γραφή του ποιητή και προς τον άνθρωπο Μιχάλη Γκανά. Και αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά ξεχωριστή αυτή τη συλλογή και προκαλεί τον αναγνώστη να τη διαβάσει εισχωρώντας με τον καλύτερο τρόπο στον κόσμο του έργου του – κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με τέτοιου είδους μελετήματα, τα οποία μοιάζει να προορίζονται για όποιον έχει ειδικό ενδιαφέρον. Η ποίηση, όμως, πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλους, άρα και τα σχετικά πονήματα να διευκολύνουν την πρόσβαση στα πεδία της. Ο Μαρκόπουλος φαίνεται καλά να το γνωρίζει αυτό, έτσι τα δοκίμιά του αποτελούν ένα ανοιχτό πέρασμα για μια απρόσκοπτη πρόσβαση στο έργο (όπως αυτό συγκεντρώνεται στον τόμο Ποιήματα 1978-2012, στις σελίδες του οποίου γίνονται και οι σχετικές παραπομπές) αλλά και στην προσωπικότητα του Γκανά.

Με το πρώτο κεφάλαιο «Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά – Μια γενική θεώρηση του ποιητικού corpus» να λειτουργεί ως οδηγός για τα υπόλοιπα, ο Μαρκόπουλος καταθέτει την προσωπική του εκτίμηση για το έργο του ποιητή σχολιάζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων (επτά συλλογές) τοποθετώντας τον ποιητή στην εποχή του, επισημαίνοντας τους «προγόνους» του και τους «συνομιλητές» του, ποιητές αλλά και φίλους που επηρέασαν τον ποιητικό του τρόπο, και τη θεματική του. Σ’ αυτά τα τελευταία επιμένει, προκριμένου να δώσει με καθαρότητα την επιλογή της φόρμας, της γλώσσας και του ρυθμού, χαρακτηριστικά που, όπως γράφει, τον ανέδειξαν σε μια από τις πιο διακριτές και διακεκριμένες φωνές του καιρού μας (σ. 30). Η επιλογή του τίτλου του κεφαλαίου αλλά και όλου του βιβλίου (αντλημένος ο όρος από τον στίχο Εύφορη λύπη μέσα μου, «Παραλογή») στοχεύει στο πιο κομβικό σημείο γύρω από το οποίο αρθρώνεται όλο το έργο του ποιητή, το πώς, δηλαδή, αντιδρά στις κοινωνικές συνθήκες, πώς εσωτερικεύει το κοινό πάθος ενοποιώντας το λειτουργικά με το προσωπικό, ώστε να βιωθούν ομοίως. Και όλο αυτό το φορτίο λύπης να μεταλλάσσεται σε έναν ποιητικό λόγο ευαίσθητο όσο και προκλητικό σε αναγνωστική μέθεξη, με έναν πόνο που αναζητά τις ελάχιστες έστω ρανίδες ελπίδας, καθώς μιλώντας για θάνατο εμπεριέχει ταυτόχρονα τη ζωή και την αγάπη.

Θα συνεχίσει στα επόμενα κεφάλαια με το πολύ ενδιαφέρον θέμα της κριτικής απέναντι στο έργο του (ο Γκανάς ευτύχησε σε θετικό καλωσόρισμα της ποίησης του από τους κριτικούς)  κατόπιν θα μείνει στις πρώτες γραφές του ποιητή, ενδεικτικές ήδη μιας ωριμότητας, καθόσον όπως θα πει: Ευτυχώς ο ποιητής δε βιάστηκε κι έτσι η πορεία του εξαρχής είχε να επιδείξει μια αξιοσημείωτη ωριμότητα (σ. 70). Ακολουθεί ανάλυση δύο συλλογών («Ακάθιστος Δείπνος» και «Άψινθος») και δύο δοκίμια θεματικά, το ένα να ανιχνεύει τα πουλιά στην ποίηση του Γκανά, με προεξάρχουσα τη θέση του μαύρου κοτσυφιού – τόσο ταιριαστού με το συνολικό ύφος της ποίησής του, και το άλλο να μιλάει για τη θέση της μάνας στη γραφή του· γύρω από το θέμα αυτό δημιουργούνται μερικά από τα πιο σπουδαία ποιήματα. Αξίζει εδώ η αναφορά στο [Μια μάνα γύρευα να βρω] της «Παραλογής», όπου ο διάλογος με τη μάνα στο παλαιό της παράδοσής μας Του νεκρού αδελφού συνιστά μια συνέχεια όσο και μια ανατροπή:


Μια μάνα γύρευα να βρω/μ’ εννιά μαχαίρια στο πλευρό/και με τη μια της κόρη.//Τη βρίσκω στα βασιλικά/σε πέντε όνειρα κακά/και μες στα καρυοφύλλια.//Να ’πιανε μια νεροποντή/να ξύπναγε τον Κωνσταντή/να πάει βρεγμένος σπίτι.//Να του φορέσει τα στεγνά/να τον μαλώνει σιγανά . . .

Θα ολοκληρώσει με το κεφάλαιο που επισημαίνει τις έμμετρες εκβολές στην ποίηση του Γκανά, για να δείξει πώς ο ποιητής δίπλα στον νεωτερικό του στίχο σεβάστηκε τον παραδοσιακό έμμετρο προσθέτοντας στους στίχους του ρυθμό ξεχωριστό. Στο Παράρτημα θα βρεθούν τέσσερα κείμενα κριτικής τα οποία αφορούν άλλες δημιουργίες του ποιητή. Η έκδοση συμπληρώνεται από ένα αναλυτικό χρονολόγιο, πρώτες δημοσιεύσεις των δοκιμίων, καθώς και κριτικογραφία σχετική και ευρετήριο ονομάτων.



Μια έκδοση πλήρης, σημαντική για το έργο του σπουδαίου ποιητή, από τον Θανάση Μαρκόπουλο που γράφοντας αναδεικνύει πέρα από το γνωστό και αναγνωρισμένο κριτικό του τάλαντο και μια απαραίτητη συχνά παράμετρο του έργου της κριτικής: παράλληλα με τη θεωρητική κατάρτιση απαιτείται και το προσωπικό  ενδιαφέρον αλλά και η αγάπη για το εξεταζόμενο έργο.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου