Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

2 ανέκδοτα ποιήματα του Βαγγέλη Αλεξόπουλου μαζί με τρεις πίνακες του Mark Rothko


2 ανέκδοτα ποιήματα

του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

μαζί με τρεις πίνακες του Mark Rothko








[8 Νοεμβρίου 1969]




8 Νοεμβρίου 2017




Δήλωσα στην αστυνομία


την εξαφάνιση των 48 μου χρόνων.





Την επομένη


κατέβηκα στο λεβητοστάσιο


να μετρήσω τη στάθμη του πετρελαίου


και τα βρήκα κρεμασμένα πάνω από τον καυστήρα


εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται


η κόκκινη φούσκα με την ξηρά σκόνη.





Ώστε έγιναν σκόνη λοιπόν.


Ούτε καν καπνός.







[Ο Μαραθώνιος δρόμος]






Η κλασική διαδρομή του μαραθωνίου δρόμου


από τον τύμβο στο Καλλιμάρμαρο.


Κάθε Νοέμβριο στην Αθήνα.


Πιάνω θέση στο παγκάκι


της στάσης των λεωφορείων, επί της


λεωφόρου Μεσογείων


απέναντι από το άλσος του νοσοκομείου «Η Σωτηρία»


εκεί που η Πολυδούρη πέθανε.





Παρακολουθώ τον πολύχρωμο χείμαρρο


-νωρίτερα ήταν ποτάμι-


και σκέπτομαι,


Μπροστά στην αιωνιότητα του σύμπαντος


Τη διαφορά,


Να πεθαίνεις στην Αθήνα ή στην Νέα Υόρκη.


Να πεθαίνεις στα 9 ή στα 99.





Να είσαι ο Ρόθκο ή ο άγνωστος στρατιώτης.




Βαγγέλης Αλεξόπουλος




(Οι πίνακες του Mark Rothko, Light red over black, Black on maroon, Mural for end wall)


Παρουσίαση της 1ης ποιητικής συλλογής του Τάσου Σ. Μάντζιου «Τα οξέα του ποιήματος» από τις εκδόσεις Έλευσις και Υδράνη


Παρουσίαση της 1ης ποιητικής συλλογής
του Τάσου Σ. Μάντζιου
«Τα οξέα του ποιήματος»
από τις εκδόσεις Έλευσις και Υδράνη


Κυριακή, 22 Απριλίου 2018


Παρουσίασαν:

Μαρία Μαραγκουδάκη

Νίκος Ταβουλάρης

Διώνη Δημητριάδου

Διάβασαν:

Κατερίνα Κολιοφώτη

Βασιλική Σιαφάκα

Στις κιθάρες:

Κατερίνα Μαλλίρη

Γιώργος Βλαγκούλης











Σάββατο 21 Απριλίου 2018

"Τα οξέα του ποιήματος" ποιητική συλλογή του Τάσου Μάντζιου


"Τα οξέα του ποιήματος"
ποιητική συλλογή του Τάσου Μάντζιου

Επειδή για τα καλά βιβλία και πρέπει αλλά και θέλουμε να μιλάμε, ελάτε αύριο (22-4-18) να δούμε μαζί την πρώτη ποιητική συλλογή ενός πολύ αξιόλογου ποιητή: "Τα οξέα του ποιήματος" του Τάσου Μάντζιου. Στο "Έλευσις και Υδράνη". Ευμολπιδών 9Α, στο Γκάζι, στις 8.30 μ.μ.

Όμορφες συναντήσεις χθες (20-4-18) στο Επί Λέξει με αφορμή την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη "Λιγοστεύουν οι λέξεις", εκδόσεις Μελάνι. Η ποίηση ενώνει! Μίλησαν οι: Δήμητρα Χριστοδούλου, Γιώργος Ρούσκας, Διώνη Δημητριάδου. (οι φωτογραφίες της Δήμητρας Καραχάλιου και του Δημήτρη Μπουρνού)



Όμορφες συναντήσεις χθες (20-4-18) στο Επί Λέξει με αφορμή την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη "Λιγοστεύουν οι λέξεις", εκδόσεις Μελάνι. Η ποίηση ενώνει! Μίλησαν οι: Δήμητρα Χριστοδούλου, Γιώργος Ρούσκας, Διώνη Δημητριάδου. 

(οι φωτογραφίες της Δήμητρας Καραχάλιου και του Δημήτρη Μπουρνού)







Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

Τη νύχτα που αγκάλιασε το Ginkgo biloba μυθιστόρημα του Γιάννη Μανέτα εκδόσεις Αιώρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9674-ti-nixta-pou-agaliase


Τη νύχτα που αγκάλιασε το Ginkgo biloba

μυθιστόρημα του Γιάννη Μανέτα

εκδόσεις Αιώρα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9674-ti-nixta-pou-agaliase






ένα ελληνικό campus novel με πολλές προεκτάσεις



Δύο η ώρα και είχε πάρει να βραδιάζει, ίσα που προλάβαιναν να δουν τα δέντρα στο κοκκινωπό φως του δειλινού. Τη βοήθησε να βάλει το παλτό της. Έξω είχε παγωνιά. Φόρεσαν ένα γάντι ο καθένας, αυτός στο δεξί, εκείνη στο αριστερό και έμπλεξαν πάλι αυθόρμητα τα χέρια που περίσσευαν. Μπροστά στο γιγάντιο και γυμνό από φύλλα δέντρο, της ζήτησε να γυρίσει το πρόσωπό της αλλού, να μην τον βλέπει την ώρα που αγκάλιαζε και φιλούσε τον παγωμένο κορμό.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος του Γιάννη Μανέτα, ο Φώτης Καραδήμος, νιώθει πως χρωστά αυτή την αγκαλιά στο εμβληματικό πανάρχαιο δέντρο, το Ginkgo biloba, που εξακολουθεί να επιβιώνει με ελάχιστες γενετικές αλλαγές μέσα σε εκατομμύρια χρόνια. Κι ας μη γνωρίζει ακόμη πολλά γι’ αυτό, καθώς η σχετική διάλεξη του καθηγητή του στο πανεπιστήμιο της Αθήνας διακόπηκε και σηματοδότησε ταυτόχρονα και τη δική του διακοπή σπουδών, όπως και την αναγκαστική του εξορία στη Στοκχόλμη, κυνηγημένου από τη Χούντα. Όλα όμως ίσως γίνονται για κάποιο λόγο, αδιόρατο αρχικά. Έτσι θα αρχίσει η ακαδημαϊκή καριέρα του, και σε κάποια χρόνια θα γίνει καθηγητής αναγνωρισμένος για το έργο του από τη διεθνή κοινότητα.  Έτσι θα ξεκινήσει και το campus novel, το ακαδημαϊκό μυθιστόρημα του (επίσης καθηγητή) Γιάννη Μανέτα, με όλη την πλοκή του να διαδραματίζεται γύρω από τον χώρο των πανεπιστημίων, τις φιλοδοξίες και τις ραδιουργίες του καθηγητικού κατεστημένου αλλά και τη σθεναρή αντίσταση που θα προβάλει απέναντί του ο (καθηγητής πλέον στο Αθήνησι πανεπιστήμιο) Φώτης Καραδήμος, όταν μετά από εικοσιπενταετή απουσία από την Ελλάδα θα επιστρέψει για να μείνει έκπληκτος από όσα θα συναντήσει να συμβαίνουν στον ακαδημαϊκό χώρο. Σε μια αναλογία με το δέντρο, που τιτλοφορεί και το μυθιστόρημα, ο ήρωας αποδεικνύεται ανθεκτικός (μαζί με ελάχιστους ακόμη) απέναντι σε ένα περιβάλλον που απειλεί να τον ενσωματώσει ή αλλιώς να τον περιθωριοποιήσει, ώστε να καταστήσει ακίνδυνη την ηθική του στάση.

Προλαμβάνω την πιθανή απορία για την εν δυνάμει απήχηση ενός ειδικού ως προς το θέμα μυθιστορήματος, που μοιάζει να απευθύνεται σε περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Η ιστορία διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον -θα της ταίριαζε σε πολλά σημεία ο χαρακτηρισμός θρίλερ- και διατρέχει τη χρονική περίοδο από τη χούντα ως τη σημερινή εποχή σχηματίζοντας κομμάτι κομμάτι όλη την τοιχογραφία όχι μόνο  του ακαδημαϊκού χώρου αλλά και των παραγόντων που εξέθρεψαν το θολό του τοπίο, την αδιαφάνεια, την αναξιοκρατία και την αναρρίχηση στα αξιώματα προσώπων με πολιτικές συνδέσεις και οικονομικές σκοπιμότητες, εστιάζοντας έτσι στον μικρόκοσμο των πανεπιστημίων αφήνοντας όμως το τοπίο ανοικτό στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική κατάσταση.  Ταυτόχρονα με ένα απολύτως διακριτό χιούμορ αντιμετωπίζονται οι καταστάσεις, που διαφορετικά θα προκαλούσαν μόνο θλίψη, καθιστώντας έτσι προκλητικά ενδιαφέρουσα την ανάγνωση· η χιουμοριστική αντιμετώπιση ίσως κρύβει μέσα της και τη δυναμική μιας αισιόδοξης οπτικής, που αλλιώς θα άφηνε τη θέση της στη στάση παθητικής αποδοχής μιας κατάστασης που δεν επιδέχεται αλλαγές.  Η επιφανειακή αφέλεια του ήρωα απέναντι στη στοχευμένη δράση των άλλων δεν υπονοεί καμία ρομαντική διάθεση, αντιθέτως αποκαλύπτει τη διαφορετική οπτική του καθώς και τον ανοίκειο τρόπο δράσης, προκειμένου να πετύχει τον δικό του στόχο και να καταξιώσει τις αγαθές του προθέσεις. Για παράδειγμα, μας ξαφνιάζει η επιλογή να προχωρήσει σε απεργία πείνας κλεισμένος στο γραφείο του μέσα στην πανεπιστημιακή σχολή που τελεί υπό κατάληψη από τους φοιτητές. Ποιος, και μάλιστα καθηγητής,  προβαίνει σήμερα σε μια ανάλογη πράξη;

Αναρωτιόταν γιατί αυτή η μορφή διαμαρτυρίας που κάποτε ανθούσε παγκοσμίως, όχι μόνο εγκαταλείφθηκε, αλλά προκαλεί και θυμηδία στις μέρες μας. Είναι η νέα γενιά που ανατράφηκε μέσα στη γυάλα, να μην της λείψει τίποτα  από αυτά που στερήθηκαν οι γονείς; Μήπως άραγε η υλική στέρηση του παρελθόντος υπέσκαψε και υποτίμησε την αρετή της εγκράτειας;

Επίσης τον βλέπουμε να προσεγγίζει καθηγητές με τις ίδιες ή παρόμοιες αντιλήψεις με τις δικές του, προκειμένου να εμποδίσει υποψήφιο για πανεπιστημιακή έδρα, ο οποίος είναι εμφανέστατα ακατάλληλος για τη θέση και πολύ κατώτερος του συνυποψηφίου του  που παραμερίζεται, γιατί οι γνωριμίες του με το καθηγητικό κατεστημένο και τα πολιτικά πρόσωπα δεν επαρκούν. Χάος χωρίζει τις αντιλήψεις των πανεπιστημιακών δασκάλων. Από τη μια μεθόδευση για να αναδειχθεί ο ανίκανος οικείος, από την άλλη η αξιοκρατία να προσπαθεί να δικαιωθεί με κάθε τρόπο.

[…] θεωρούσαν ντροπή ακόμα και να σκεφτούν την εκ των προτέρων συμφωνία στον υποψήφιο που θα υποστηρίξουν, θεωρούσαν ότι η επιλογή θα γίνει με κριτήρια αξιοκρατίας που είναι πάγια και αυτονόητα, και έτρεμαν την κατηγορία ότι αποτελούν ομάδα – κατηγορία την οποία συχνά εκτόξευαν εναντίον τους οι ομαδοποιημένοι.

Να επισημανθεί εδώ ότι το σχετικό κεφάλαιο, με έκδηλη τη διάθεση του συγγραφέα για διακωμώδηση των ανάλογων διαδικασιών, είναι από τα πλέον απολαυστικά του βιβλίου.


Μας δίνει λοιπόν ο Μανέτας, ομότιμος καθηγητής πλέον του πανεπιστημίου της Πάτρας, ένα μυθιστόρημα πολύ καλό στη γραφή του, μια ιστορία που με την πλοκή της, με την αγωνία της εξέλιξης αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Μια ιστορία που διαβάζεται ακόμη και από αυτούς που η τύχη δεν τους έφερε ποτέ  στα πανεπιστημιακά έδρανα, ωστόσο κατανοούν απολύτως τις συνθήκες που επικρατούν· ο τρόπος προσέγγισης του θέματος διευκολύνει την κατανόηση, η σαφήνεια των στοιχείων που παραθέτει καθιστά εύκολα τον αναγνώστη συμμέτοχο της πλοκής και έτσι κερδίζεται το στοίχημα της μεγάλης αφήγησης: ο αναγνώστης εγκλωβίζεται στις παραμέτρους της ιστορίας, ταυτίζεται με τον κεντρικό ήρωα, αγωνιά για την τύχη του  και συμπαρίσταται.

Ωστόσο, δεν είναι το μόνο που επιτυγχάνει με το βιβλίο του ο συγγραφέας. Τοποθετώντας (με απολύτως συνειδητή επιλογή) την ιστορία του στο χρονικό διάστημα από τα χρόνια της χουντικής δικτατορίας και φθάνοντας κοντά στη σημερινή εποχή, ξετυλίγει και το ιδεολογικό υπόβαθρο της μεταπολίτευσης. Αυτή η πολυσήμαντη περίοδος (και στα μηνύματά της και στις καταβολές της και, κυρίως, στις επιρροές που άσκησε σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου βίου) έχει ελάχιστα εκτιμηθεί στις πραγματικές της διαστάσεις. Για όσους βρεθήκαμε τότε σε ηλικία ικανή για να βιώσουμε συνειδητά τα γεγονότα, έχει καταγραφεί η σημασία της στην προσωπική μας ζωή, έχει επίσης αναπόφευκτα επηρεαστεί η πολιτική μας τοποθέτηση – όχι τόσο ως προς την οργανική μας ενσωμάτωση σε κομματικούς σχηματισμούς όσο ως προς την αναλυτική προσέγγιση των ιδεολογιών, που είτε προέκυψαν ακμαίες στη διάρκεια αυτών των χρόνων είτε πανηγυρικά επανέκαμψαν μετά από τα χρόνια της παρανομίας. Κυρίως στον πανεπιστημιακό χώρο οι ιδεολογίες αυτές δοκιμάστηκαν (με επιτυχία ή όχι) θέτοντας ταυτόχρονα σε δοκιμασία την αντοχή τους αλλά και την ικανότητά τους να διαφυλάξουν ακέραιες τις αρχές τους. Ο Μανέτας έχοντας ζήσει από πρώτο χέρι καταστάσεις ακραίες, δυσάρεστες, ανέξοδες και αδιέξοδες μέσα στα πανεπιστήμια, εστιάζει στον ρόλο των φοιτητικών παρατάξεων, στην εκβιαστική τους λογική, στη συμπόρευσή τους με τους κομματικούς μηχανισμούς και στην εξυπηρέτηση των πολιτικών τους επιδιώξεων, δείχνοντας την τεράστια απόσταση από τη γνήσια επαναστατική λογική των χρόνων της χούντας. Κατάληψη τότε, κατάληψη και τώρα. Όμως η διαφορά τεράστια.

«Τι είπατε ότι έχουμε και ποιοι ακριβώς το έχουμε;»

«Κατάληψη. Με απόφαση του φοιτητικού συλλόγου».

«Υποθέτω ότι η αιτία της καταλήψεως θα είναι πολύ σημαντική, αν κρίνω από την πληθώρα των φοιτητών που τη  υλοποιούν» σχολιάζει ο Καραδήμος, περιφέροντας επιδεικτικά το βλέμμα στον άδειο προθάλαμο μήπως και εντοπίσει και τέταρτο φοιτητή.

Ο ήρωάς του, καθηγητής Φώτης Καραδήμος, αυθεντικά δημοκρατικός στην ιδεολογία του θα απορήσει με τον ξεπεσμό των ιδεολογιών, θα προσπαθήσει να ανοίξει διάλογο με τους φοιτητές, θα δείξει τη διαφορετική του νοοτροπία από το κατεστημένο (απέναντι στο οποίο υποτίθεται πως και αυτοί στρέφονται), θα εννοήσει τελικά πώς παίζεται το παιχνίδι της εξουσίας από τη νεαρή ήδη ηλικία. Η αντίθεσή του θα βρει πολλές ευκαιρίες για να φανεί. Ποια θα είναι, όμως η κατάληξη; Η ευρηματικότητα της συγκεκριμένης γραφής θα δώσει μια λύση απρόσμενη, αποδεικνύοντας ότι η περιπέτεια και η ανατροπή των δεδομένων συνιστούν την ιδιαιτερότητα της μεγάλης αφήγησης, ιδιαίτερα αγαπητής στο αναγνωστικό κοινό, ωστόσο με ελάχιστα πολύ καλά μυθιστορήματα να γράφονται σήμερα υπηρετώντας τις προδιαγραφές του είδους.

Μια παράλληλη σκέψη: δεν έχουμε άλλα δείγματα «ακαδημαϊκών μυθιστορημάτων» που να αφορούν την εποχή αυτή· ίσως είναι από τα θέματα που δεν αγαπούν οι συγγραφείς, δεν τα αγγίζουν γιατί αν δεν τα αγνοούν (οι νεότεροι) τα φοβούνται (οι μεγαλύτεροι σε ηλικία) ακριβώς για την πολυσημία τους και την άκρη του νήματος που φθάνει μέχρι τους ίδιους. Είναι διαφορετικό εντελώς πράγμα να διαβάζεις, για παράδειγμα, τον «Στόουνερ» του John Williams και να ενθουσιάζεσαι με την πορεία του Αμερικανού καθηγητή μέσα από τις ίντριγκες του εκεί κατεστημένου, και άλλο πράγμα να εντοπίζεις τον εαυτό σου και τις δικές σου διαψεύσεις στο ελληνικό ανάλογο μυθιστόρημα.



Διώνη Δημητριάδου


Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

"Του ανέμου" (της Πουπερμίνα blogger) μαζί με έναν πίνακα του Pino Daeni




"Του ανέμου" 

(από το Μηχανικό Μολύβι)


μαζί με έναν πίνακα του Pino Daeni




Στο πατρικό το σπίτι θα επέστρεφα

Αν η ίδια δεν το είχα μόνη μου από παλιά ξεφορτωθεί

Στην αγκαλιά σου θα επέστρεφα

Αν δεν είχα υπάρξει εγώ που σ' αποθάρρυνα

Να την κρατήσεις διάπλατα ανοιγμένη

Στα παιδικά τα χρόνια

Θα επέστρεφα∙

Πώς όμως  που - όχι αλλιώτικα απ' τους άλλους -

Με νομοτέλεια στριμώχτηκα να ανδρωθώ (χμμ)

Μες στο σκοτάδι της σπηλιάς της μήτρας της

Θα επέστρεφα

Αν ήταν μπορετό στο διηνεκές  το φως να σβήνω

Στης ανοιξιάτικης ημέρας το χαμόγελο

Πίσω απ' το χρονικό σημείο μηδέν, μα ναι, θα επέστρεφα

Για να γινώ - σάμπως κι αλλιώς;

Ανεμογκάστρι



Μα όλα τούτα έχουν πια συντελεστεί

Μεγάλωσα, ορφάνεψα

Κι οι αγκαλιές κλεισμένες.

Κι ωστόσο υπάρχει αυτής

Τούτης σου λέω της μέρας του Απρίλη

Το χαμόγελο

Που συντροφιά στον άγριο λίβα του Αύγουστου κρατάει

Κι αυτός για να τον ανεχθεί η άνοιξη

Σε αεράκι μεταμφιέστηκε και άκου τον

Πώς μυστικά

Με άγει και με φέρει

Σα φτερό




[Μηχανικό Μολύβι, Απρίλης 2018]


Ο πίνακας του Pino Daeni


Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Λαχτάρα που περίσσεψε από χτες Γιάννης Σκαραγκάς εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/skaragkas-giannis-kritiki-lachtara-pou-perissepse-apo-chtes-dimitriadou


Λαχτάρα που περίσσεψε από χτες

Γιάννης Σκαραγκάς

εκδόσεις Κριτική
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/skaragkas-giannis-kritiki-lachtara-pou-perissepse-apo-chtes-dimitriadou






η νέα γυναίκα-η νέα γλώσσα-ο νέος αιώνας

[…] προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο και έχουμε δίπλα μας το ίδιο σκοτάδι που σκοτώνει και καταστρέφει τα πάντα εδώ και αιώνες.

Διαχρονική η παραπάνω διαπίστωση της Καλλιρρόης Παρέν, χαρακτηριστικής ηρωίδας (αληθινής και ταυτόχρονα μυθοπλαστικής) στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαραγκά. Κι όμως, όσο κι αν είμαστε έτοιμοι να παραδεχθούμε τη βαθύτερη αλήθεια που εμπεριέχει (και που φυσικά σχετίζεται με τις αντοχές των κεκτημένων στερεότυπων που δομούν και υποστηρίζουν τους κοινωνικούς ρόλους), τόσο ανακαλύπτουμε πως ένα από τα  ισχυρότερα στηρίγματα βρίσκεται στην ενσωμάτωση της αλήθειας αυτής στη ζωή μας, στην παθητική αποδοχή της ως αναλλοίωτης και μη ανατρέψιμης. Κοινωνικό το πρόβλημα, με ρίζες στις αναπόφευκτες συμβάσεις της κοινωνικής συνύπαρξης/συμβίωσης,  αλλά και ψυχολογικές οι προεκτάσεις του, με τις δικές τους ρίζες να ανιχνεύονται στην παντοδύναμη συνήθεια και στη συνακόλουθη απροθυμία ανατροπής του εσωτερικού οικοδομήματος της προσωπικότητάς μας. Ωστόσο, η λογοτεχνία βρίσκει τον τρόπο να μιλά με τη δική της γλώσσα και να ανατέμνει την πραγματικότητα δείχνοντας κάθε φορά και το ευρύτερο αλλά και το επιμέρους τοπίο, εύκολα αντιληπτό στις διαστάσεις του, προσπελάσιμο στις δυσκολίες του. Προσφέρεται η μεγάλη αφήγηση γι’ αυτόν τον σκοπό (αν δεχθούμε έστω και την ελάχιστη σκοπιμότητα στις προθέσεις των δημιουργών) κυρίως στα χέρια ικανών συγγραφέων.

Ο Γιάννης Σκαραγκάς επέλεξε μια μεταβατική εποχή για να τοποθετήσει τους ήρωές του, έχοντας έτσι την ευκαιρία να ερευνήσει την αλληλεπίδραση της κοινωνίας (που αλλάζει) και των ανθρώπων που είτε υφίστανται τις αλλαγές αυτές ή (στην καλύτερη περίπτωση) τις καθοδηγούν. Το ξάφνιασμα μπροστά στις επαπειλούμενες θεμελιακές αλλαγές, η αδυναμία να αντεπεξέλθουν τα υποκείμενα απέναντι στις νέες απαιτήσεις, η διαφοροποίηση στο περιεχόμενο των διεκδικήσεων· από την άλλη, πολιτικές ανακατατάξεις, οικονομικές ανατροπές, η προετοιμασία του κόσμου για μια σύρραξη υπερμεγέθη. Οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και η πρώτη του νέου αιώνα, που μέσα τους θα κυοφορήσουν τον Μεγάλο Πόλεμο. Ο τόπος αρχικά η Αλεξάνδρεια της μεγαλοαστικής ζωής, κατόπιν η Αθήνα της αίγλης των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων, της οικονομικής κρίσης, του ατυχούς πολέμου του ’97 και του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Ταυτόχρονα, τα Ευαγγελικά και το γλωσσικό ζήτημα, οι πρώτες απόπειρες των γυναικών για διεκδίκηση δικαιωμάτων, μια αθηναϊκή λογοτεχνική άνθηση με έντυπα που για πρώτη φορά θα διευθύνονται από γυναίκες και θα απευθύνονται κυρίως σ’ αυτές. Δίπλα στην εμβληματική προσωπικότητα της Καλλιρρόης Παρέν η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Δανάη, μια λογοτεχνική περσόνα διαγραφόμενη με πληρότητα, ικανή να αποτελέσει το κέντρο του ενδιαφέροντος συγκεντρώνοντας γύρω της τους άλλους χαρακτήρες. Πλάθεται με ακρίβεια από τον συγγραφέα ο τύπος της, η σταδιακά διαμορφούμενη προσωπικότητά της, με τις ανασφάλειες, τις συναισθηματικές της ανακατατάξεις, τα καλά κρυμμένα μυστικά της, τη σταδιακά επίσης αποκτημένη ικανότητά της να χειρίζεται τους ανθρώπους του στενού της περιβάλλοντος, να τους περιθάλπει, να τους καθοδηγεί, να τους αναδεικνύει, να τους απελευθερώνει όταν πρέπει. Πάνω απ’ όλα με την ικανότητα να ακούει τους ανθρώπους, να τους ακούει να της εξομολογούνται. Ίσως από εκεί να ξεκινούν όλα τα άλλα. Και η ίδια να διακατέχεται από τον ενδόμυχο φόβο μιας ματαίωσης του ρόλου της.

Αυτή ήταν η δική της ζωή. Αν μπορούσε να κάνει κάτι καλά, ήταν να συσπειρώνει ανθρώπους που μπορούσαν να πουν και να μοιραστούν τα πάντα, χωρίς να κρίνουν  τίποτα – μικροσκοπικές πόλεις ευσεβών, οι οποίοι ήθελαν να εξομολογηθούν, όχι για ευλογία αλλά για συντροφιά.

[…] αν σταματούσε να επενδύει στη ζωή των αγαπημένων της, θα έχανε τις δυνάμεις της. Ήταν ένα διαρκές αίσθημα κενού. Ένιωθε σαν μυθικό τέρας που το εγκατέλειψαν οι ήρωες των ιστοριών που γέννησε. Ήταν ένα από αυτά τα έντομα που πέφτουν ανάσκελα και δεν καταφέρνουν ποτέ ξανά να σηκωθούν μόνα τους. Αυτό φοβόταν η Δανάη. Ότι δεν είχε τίποτα να κουβαλήσει στους ώμους της. Ότι θα πέθαινε κοιτάζοντας τον ουρανό σε έναν άδειο καμβά χωρίς πιθανότητες.

Ο Σκαραγκάς θέλησε να γράψει μια ιστορία πολυπρόσωπη και ενδιαφέρουσα παρεμβάλλοντας στους επινοημένους ήρωές του τα αληθινά πρόσωπα της εποχής (κυρίως πρόσωπα των Γραμμάτων και του Τύπου) και να δραματοποιήσει ως φόντο τη διαμάχη γύρω από το γλωσσικό ζήτημα (μία πτυχή του που συνέπεσε  με τη μετάφραση των ευαγγελικών κειμένων στη δημοτική). Το κεντρικό του θέμα δεν γίνεται από την αρχή αντιληπτό· αν εξαιρέσουμε κάποιες σκόρπιες αναφορές που οπωσδήποτε δεν θεωρούνται κάτι παραπάνω από στοιχεία συμπληρωματικά των πλέον σημαντικών κομβικών σημείων της πλοκής, καθυστερεί να τοποθετηθεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος το θέμα της γλώσσας. Και πάλι μετά θα χαθεί μέσα στα τόσα άλλα ενδιαφέροντα κομμάτια της συνολικής εικόνας. Σκόπιμη αυτή η  σκηνοθεσία του υλικού; Ναι, γιατί όχι; Παρακολουθούμε από την αρχή τη διαμόρφωση της Δανάης, τη σταδιακή της ωρίμαση μέσα από τις προσωπικές της περιπέτειες (λέει σε συνέντευξή του άλλωστε ο συγγραφέας: Μου αρέσουν οι άνθρωποι που καταφέρνουν μικρές αλλαγές στον κόσμο επειδή αλλάζουν οι ίδιοι) αλλά και μέσα από τις συναναστροφές της, μέχρι το σημείο που θα κατανοήσει πως μπορεί να διεκδικήσει μια δική της ξεχωριστή φωνή, άρα και διακριτή ζωή. Η φωνή προϋποθέτει τη γλώσσα, τον κώδικα επικοινωνίας που θα κατορθώσει να μεταμορφώσει τη γυναικεία παρουσία από δευτερεύουσα και υποδεέστερη σε αξιοπρόσεκτη προσωπικότητα, σε μοχλό εξελίξεων. Σε κάποιο σημείο η Καλλιρρόη Παρέν θα δώσει το ιδιαίτερο στίγμα της δυναμικής μιας συνειδητής φωνής:

Αμέτρητες γενιές πήγαν χαμένες γιατί έμαθαν να πιστεύουν ότι η μοναδική μας ισχύς απέναντι στους άντρες είναι η φύση. Είναι, αλλά όχι η μοναδική. Όχι τόσο απελευθερωτική όσο η φωνή μας.

Για να ακουστεί όμως αυτή η φωνή, ο κώδικας πρέπει να μπορεί να φτάσει ως το τελευταίο ευήκοον ους, πρέπει να μιλά τη γλώσσα του με όσο πιο απλό και κατανοητό τρόπο γίνεται. Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει (και μάλιστα με τον πλέον επώδυνο τρόπο) έχει, λοιπόν, θέση η ενασχόληση με τα γράμματα, με τη γλώσσα;

[…] κάθε φορά που διαλύεται ο κόσμος, ξαναφτιάχνεται με λεφτά και συναίνεση· τα λεφτά κάποιου άλλου και τη συναίνεση τη δική σου. Χωρίς όμως τα γράμματα και τις τέχνες δεν μπορείς να εξαφανίσεις τη δυσωδία από αυτό που πεθαίνει.

Με τον εύστοχο χειρισμό του υλικού του ο Σκαραγκάς δίνει το πολυεπίπεδο μυθιστόρημά του: αρχικά το ευρύ τοπίο/πλαίσιο (αυτή είναι η μεταβατική  εποχή με όλα τα πραγματικά της ιστορικά στοιχεία), μέσα στο οποίο εντάσσει την επινοημένη ιστορία των ηρώων του (με κεντρικό πρόσωπο τη γυναίκα/Δανάη) και σε επόμενο, βαθύτερο τοπίο, ερευνά τους κώδικες της επικοινωνίας, τη γλώσσα στις διαφορετικές μορφές της που οδήγησε στη σταδιακή απελευθέρωση του σκεπτόμενου ανθρώπου, επιδιώκοντας σε ακόμη βαθύτερο χώρο έρευνας να ανιχνεύσει τις ρίζες του κοινωνικού ιστού, να δείξει τους ρόλους που καθορίζουν τη σκέψη και την πρακτική των κοινωνικών όντων, αντρών και γυναικών. Κάτω από αυτή την οπτική της ανάλυσης, δεν ξαφνιάζει η δευτερεύουσα αρχικά παρουσία της γλώσσας και η ανάδυσή της μόνο όταν έχει προχωρήσει αρκετά η πλοκή ως κυρίαρχου θέματος. Ο κώδικας είναι ο άνθρωπος, που ανακαλύπτει τη δυναμική των λέξεων πρώτα στην προσωπική του ζωή (μια λέξη παρερμηνευμένη ίσως οδηγεί σε εσφαλμένες αποφάσεις, σε διαφορετική πορεία ζωής), και κατόπιν δοκιμάζει τη χρήση της γλώσσας ως  κινητήριου μοχλού εξελίξεων.


Δεν συναντάμε συχνά στη μεγάλη αφήγηση μια ανάλογη ενορχήστρωση των επιμέρους στοιχείων, ώστε αυτά να αποτελέσουν ένα σύνολο τόσο άξιο λόγου. Κυρίως έχουμε έλλειψη από το ιδεολογικό υπόβαθρο που να έχει τη δύναμη να υποστηρίξει μια ενδιαφέρουσα πλοκή. Εδώ βρίσκουμε και τα δύο αυτά στοιχεία που κάνουν τη διαφορά και ξεχωρίζουν ένα μυθιστόρημα ανάμεσα στο πολλά φιλόδοξα ομοειδή. Το στοχαστικό εξώφυλλο συμπληρώνει τη συνολική, απολύτως θετική,  εικόνα της ανάγνωσης, τονίζοντας το κυρίαρχο συναίσθημα του ανθρώπου των αρχών του 20ου αιώνα. Αναμονή, αναλογισμός, και μια αναπόφευκτη μελαγχολία.



Διώνη Δημητριάδου