Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Ο Κάφκα μέσα από τα μάτια της Μίλενα

Ο Κάφκα μέσα από τα μάτια της Μίλενα




(με διορατικότητα και διαύγεια η Μίλενα Γιέσενσκα δίνει εδώ ένα πορτρέτο του Κάφκα, σε μια επιστολή της προς τον Μαξ Μπροντ) 



[…]

Όλος ο κόσμος είναι και θα παραμείνει αίνιγμα γι’ αυτόν. Ένα μυστηριώδες μυστικό. Ένας κόσμος πέρα από τις δυνάμεις του.

[…]

Αλλά ο Φραντς δεν μπορεί να ζει. Δεν έχει την ικανότητα να ζει. Ο Φραντς δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Ο Φραντς σύντομα θα πεθάνει.
Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανένα άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανένα καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό,τι λέει, ό,τι είναι και ό,τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο. Αφ’ εαυτού και δι’ αυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο. Και ο ασκητισμός του δεν έχει τίποτε το ηρωικό, αν κι ακριβώς γι’ αυτό είναι ακόμη μεγαλύτερος κι ευγενέστερος. Κάθε είδους ‘ηρωισμός’ είναι ψεύδος και δειλία. Όποιος κατασκευάζει τον ασκητισμό του ως μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού δεν είναι άνθρωπος, άνθρωπος είναι εκείνος που τον ωθούν αναγκαστικά στον ασκητισμό η φοβερή του οξυδέρκεια, η αγνότητα κι η ανικανότητα συμβιβασμού.

[…]

Τα βιβλία του είναι καταπληκτικά. Αλλά ακόμη πιο καταπληκτικός είναι ο ίδιος[…]

(αποσπάσματα από το βιβλίο της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν «Η Μίλενα από την Πράγα», εκδόσεις «Κίχλη» και «Τα πράγματα», σε μετάφραση της Τούλας Σιετή)


(Το κείμενο διασώζει ο Max Brod « Franz Kafka» – γράμμα στα τσέχικα της Μίλενα προς τον Μαξ Μπροντ, μεταφρασμένο από τα γερμανικά από τον Μπροντ, Αύγουστος 1920)

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

«το απατηλό της συν-ύπαρξης»

(με αφορμή δύο ποιήματα της Χριστίνας Καραντώνη





«Ασυμφωνία»

Ασυμφωνία προέκυψε, ως φαίνεται, χαρακτήρων
Έτσι το θέμα, χωρίς κατάληξη, παρέμεινε ανοιχτό
Ακρωτηριασμένο μετεωρίζεται έκτοτε
Σε ενικό ανάμεσα
Και δυικό αριθμό

(Χριστίνα Καραντώνη, από τη συλλογή «Πάθη συμφώνων», «Οι εκδόσεις των φίλων»)


«Το συν»

Εάν στης συγκίνησης
στεκόμασταν
το συν, το μαζί
θα μπορούσε η στιγμή
 να γινόταν αιωνιότητα
κι όχι σταυρός από ξύλο
στο αιμόφιλο κόκκινο
ήδη γραμμένο
της μνήμης χαρτί

(Χριστίνα Καραντώνη, από τη συλλογή «Ακόμα χρόνος», «εκδόσεις ΑΩ»


Σαν να ήρθε εκείνο το συν και κόλλησε προκλητικά και αυθαίρετα το ελάχιστο βάρος του πάνω στην ουσία της ύπαρξης, και τη μετάλλαξε σε συμπόρευση, σε συνύπαρξη, θελκτική και παντοδύναμη, μια αυτονόητη συνθήκη. Κι όμως, αυτό το σταθερό και ασάλευτο σύνθετο της λέξης  ίσως υπονομεύεται από το αναπόφευκτο και θεμελιώδες των σχέσεων. Ο άλλος απέναντί σου, όσο κι αν θέλεις να πιστεύεις το αντίθετο, βρίσκεται πάντοτε σε μια παράλληλη πορεία με σένα. Στιγμές στιγμές το παράλληλο καταργείται και στο σημείο τομής πατάει η ελπίδα. Αρκεί, όμως, αυτό το τυχαίο σημείο επαφής για να διατηρηθεί το ελπιδοφόρο συν της σύμπλευσης;

Είναι κι αυτός ο δυικός αριθμός, να υπογραμμίζει με την (καταργημένη πια) σοφία του ότι η σχέση των δύο καθόλου δεν ταυτίζεται με την πολύβουη σχέση των πολλών, αυτή του ανώνυμου πληθυντικού.

(August Macke, couple in the forest)


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Φωτεινή Βασιλοπούλου «Τα μάγια» διήγημα σε πρώτη δημοσίευση

Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 

φιλοξενεί 

τη Φωτεινή Βασιλοπούλου

«Τα μάγια»

διήγημα σε πρώτη δημοσίευση
         



Έβαλε στην τσαλατίνα κάνα δυο πρόχειρα ρούχα κι ένα σώβρακο, κείνο με τα πολλά μπαλώματα, φόρτωσε τον Τζουρνούκαλο1  με τα κασμαδοξίναρα, δίπλωσε καλού κακού στο τουβαλιθάκι2  του λίγο ψωμοτύρι για τον δρόμο και κίνησε μπονόρα για τα Γυαλόσκοπα, αφού τ’ ανίψι του ο Μπότης θα ’ρινε μπετά κι έπρεπε να τόνε βοηθήσει.
          Δεν είχε καλά καλά σκαπετήσει απ’ το χωριό σαν ξεπετάχτηκε πίσω από κάτι σφάλαχτρα ένα κρούσμα. Ήτανε έτοιμος να βιτσίσει το γαϊδούρι όταν η χαρακτηριστική φωνή της τον έφερε στα συγκαλά του.
- Πού πας μωρέ ξεπάντουλε, μες στα μαύρα μεσάνυχτα; Δεν άφηνες να ξημερώσει;
          Το παλιονεραϊδόπιασμα, σκέφτηκε. Ήταν ανάγκη να βρεθεί πρωί πρωί στο δρόμο του η προσωποποίηση της γκαντεμιάς; Αλίμονο σ’ όποιον έβαζε στο στόμα της. Κακά ξεμπερδέματα θα ’χουμε, μαθές, είπε και σταυροκοπήθηκε τρις.
          Μετά από μιας ώρας πορεία, μόλις που είχε χαράξει, έδωσ’ έναν πήδο και κατέβηκε στο μαγαζάκι του Μπότη. Μέχρι να του φκιάσει ο ανιψιός έναν καφέ σκέτο, μπήκε στο παλιοσπιτάκι, έβγαλε τα πρόχειρα ρούχα του κι έβαλε τα πιο πρόχειρα, της δουλειάς. Και το σώβρακο με τα μπαλώματα. Ήπιε νια καυτή καταψιά κι ανακάτεψε το τσιμέντο με το νερό, αφού το σταύρωσε πρώτα. Ένας σταυρός ποτέ δεν είναι περιττός. Σώζει από αναποδιές, από ατύχημα, μάτι, είπε κι έξυσε το δεξί του μάτι. Κάποιονε θα ιδώ, σκέφτηκε κι αμέσως μετά έξυσε το δεξί του αυτί. Καλό χαμπέρι θα πάρω, μουρμούρισε χαρούμενος. Έριξε κι άλλο νερό στη λάσπη κι έξυσε τη δεξά παλάμη του και χάρηκε που θα ’παιρνε λεφτά, μα ακόμα περισσότερο που ούλα σήμερα τελικά του πηγαίνανε δεξά. Όταν έξυσε και τ’ απαυτά του, η καρδιά του φλετούρησε. Μωρ’ τούτη κι αν είναι χαρά, συλλογίστηκε και λύθηκε στα γέλια, γιατί δε θυμόταν ούτε καν πόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά. Όχι που το ’κανε με την κυρά του, αλλά που τόνε τρώγανε τ’ απαυτά του. Μετά από λίγο άρχισε να ξαναξύνεται. Στην αρχή αραιά και πού, κι αργότερα όλο και πιο έντονα και πιο συχνά.
          Με το στανιό έβγαλε τη μέρα του. Ξεματώθηκε απ’ το ξύσιμο. Τούτο που του ’τυχε να πάει και να μη ματαγυρίσει. Προφασίστηκε σοβαρή δουλειά στο χωριό κι έφυγε νια ώρα αρχύτερα. Στο δρόμο του γυρισμού ούτε που σκέφτηκε ν’ ανοίξει το τουβαλίθι. Μα την καΐλα, μα τη φαγούρα. Και το είδε το όνειρο. Είχε φάει μπακαλέο αξερμύριστο κι είχε γκανιάξει στη δίψα ούλο το βράδυ.
          Ανάθεμα την ώρα που υποσκέθηκε στον ανιψιό του να τόνε βοηθήσει στα μπετά! Ανάθεμα τη μέρα που του ξημέρωσε, ωρυόταν κι έχωνε τα νύχια όλο και πιο βαθιά και με μεγαλύτερη μανία στο κορμί του που ήτανε κατακόκκινο, έτοιμο να ξεσφερτσιαστεί απ’ το γδάρσιμο. Δεν αντεχότανε η φαγούρα. Έτσι του ’ρχότανε να βουτήξει το πιο φουντωτό σφάλαχτρο και ν’ αρχίσει να ξύνεται με δαύτο. Να βγει απ’ το πετσί του.
          Σφάλαχτρο; Αμ πώς δεν το ’χε σκεφτεί τόσην ώρα! Το κρούσμα. Πρωί πρωί του το σβούριξε το ξόρκι. Αχ μανούλα μου, μάγια. Μου ’χουν κάνει μάγια. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, βόγκηξε και χτύπησε τα πλαϊνά του ζωντανού να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στην κυρά του.
          Σαν έφτασε στο σπίτι, της έσκουξε να πάει να φέρει την ξεματιάστρα την ίδια στιμή.
- Μου ’χουν κάνει μάγια. Μάγια, σου λέου, μάγια.
- Ποιος, ρε παλιοχυμένο γάλα, να σου κάνει μάγια; Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου.
          Όταν της εξιστόρησε το κάζο του, τον πέρασε από γενεές δεκατέσσερες βγάζοντας από πάνω της άχτι σαράντα χρόνων.
- Το παλιοσπιτάκι πρέπει να ’ταν τίγκα στους ψύλλους από τους άπλυτους τους τουρίστες που ξεκαλοκαιριάζουνε στο γυαλό. Που ’ρχόνται απ’ ούλες τις φυλές του Ισραήλ για να μας κολλήσουνε τα ζούδια τους. Οι ψωραλέοι κι οι ψυλλαλέοι!
          Το ξεσταύρι του! Ανάθεμα το παλιοσπιτάκι, βλαστήμησε. Τούτο μο ’λειπε! Γλύτωσα τους ψύλλους της Αλβανίας και θα μου πιουν το αίμα οι ευρωπαϊκοί!
- Κάτσε μωρέ κουτρούλη, ν’ ανάψω το καζάνι και να σου φέρω νια πλάκα σαπούνι να κάνεις ένα μπάνιο να ξεβρομίσεις τι θα μας εύρη η νύχτα με το λακριντί.
- Τι λες, μωρή; Καζάνι; Δεν αντέχω ούτε στιμή. Πάω να κάνω ένα μπάνιο κι ας είναι και μπούζι. Και μετά να μ’ αλείψεις λάδι για να μου περάσει. Και φέρε μου και ρούχα. Και το νου σου, να ’ναι καθαρά.



          
Αυτό δεν έπρεπε να το πει. Την πλήγωσε βαθύτατα. Καθαρά; Μα ούλα τα ρούχα του ήταν πάντα πεντακάθαρα, με σαπούνι χωριάτικο, όχι από φτούνα του εμπορίου, τις παλιομούργες. Βουτημένα και σε σταχτόνερο μάλιστα.
- Άει σαπέρα, μωρέ, που σ’ έχω στα όπα όπα κι εσύ ούλο μου τη λες. Συ κοίτα να μου φέρεις τα πρωινά σου ρούχα να στα πλύνω. Πού τα ’χεις βαλημένα και δεν τα βρίσκω;
- Μες στην τσαλατίνα τη μπλάβη. Κείνη με νια κίτρινη γραμμή στη μέση.
- Πού; Μη μου πεις ότι τη βρήκες…
- …στα κάγκελα.
- Στα κάγκελα; Αχ χριστιανέ μου, εκεί βρήκες να τα βάλεις; Τόσες τσαλατίνες έχουμε; Μαύρε μου, εφτούνη την είχα για πέταμα. Κει μέσα είχα βάλει τα φραγκόσυκα. Αχ η καλιακούδα με σένα που ’μπλεξα! Τι μάγια και ψύλλοι ευρωπαϊκοί! Σε ’φάγαν τα φραγκάγκαθα, μαγκούφη μου. Κι άιντε τώρα να τα βγάλω ένα ένα. Σουβή μου μαύρη, τι με βρήκε πάλε την ερμούλα! Στάκα νια στιμή να φωνάξω την ξεματιάστρα να φέρει κι ένα τσιμπίδι γιατί πώς να προκάνω να στα βγάλω ένα ένα μοναχή μου που μέχρι και στ’ απαυτά σου έχεις γιομίσει, παλιοκουϊούφα!

  1 όνομα γαϊδάρου
  2 πετσέτα

Φωτεινή Βασιλοπούλου



Η Φωτεινή Βασιλοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμάτα. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων της "Για μια χούφτα ζωή". Στις Κριτικές ‘αναγνώσεις’ σ’ αυτό το  blog μπορείτε να διαβάσετε μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου της

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/search/label/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%27%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82%27%20%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AE%20%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85%20%22%CE%93%CE%B9%CE%B1%20%CE%BC%CE%B9%CE%B1%20%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1%20%CE%B6%CF%89%CE%AE%22
Θα μπορούσε να είναι μια "ανάγνωση" σε ένα ποίημα. Είναι όμως μια νέα γραφή στα ίχνη ενός ποιήματος.


"Ἡ Μαρίνα τῶν βράχων" 
(διήγημα του Σταύρου Τρικαλιώτη)*






Τά καλοκαίρια πάντα ἡ ἀνθρώπινη φαντασία ἀφήνεται νά καλπάζει σέ μέρη πού  τά ξαναζωγραφίζει ὁ λαμπερός χρωστήρας τοῦ ἥλιου, πού τά δροσίζει τό αὐγινό ἀεράκι, πού τά ἀνασταίνει ἡ γλύκα πού δίνει ἡ ἡσυχία  τοῦ ἀπομεσήμερου. Ἐκείνη τήν ὥρα ὁ κουρασμένος διαβάτης ἔχει γευματίσει κι ἔχει παραδοθεῖ νωχελικά  στή βαλσάμικη σκιά ἑνός γηραιοῦ πλάτανου. Πρίν λίγο  κάτω στήν ἀκροθαλασσιά ὁ ἴδιος  διαβάτης εἶχε δεῖ τή Μαρίνα νά προσπαθεῖ  σά μεθυσμένη νά βρεῖ ἀναπαμό σ᾽ ἕνα σκιερό μέρος. Ὅλη τήν ἡμέρα ἔτρεχε σάν ἀγριοκάτσικο πότε ἀκροβατώντας σέ ἀπόκρημνους βράχους καί πότε κολυμπώντας στά βαθιά κι ἐπικίνδυνα νερά τοῦ μικροῦ μας νησιοῦ.
   «Μά ποῦ γύριζες, Μαρίνα, ὁλημερίς;»  Δέν σέ άναζήτησαν οἱ δόλιοι γονιοί σου ἤ ἤσουν ἕνα ὀρφανό πλάσμα ξεχασμένο στήν ἄγρια φύση; Ὅταν ὁ ἄνεμος φυσοῦσε ὁρμητικός καί παρέσυρε μαζί του τίς ὑπέροχες θαλασσινές μυρωδιές, ἐρχόταν καί ξέμπλεκε τά μαλλιά σου καί τότε φαινόσουν σάν πλάσμα ἐξωτικό, σάν τή μυθική γοργόνα πού ρωτοῦσε μέ ἀγωνία γιά τήν τύχη τοῦ χαμένου ἀδερφοῦ της. Τά μάτια σου ἀπό τό φάγωμα τῆς ἁρμύρας καί τά χτυπήματα τῆς ἄμμου εἶχαν γίνει κατακόκκινα.
  Τί ἔψαχνες νά βρεῖς τόσες μέρες χοροπηδώντας  σέ μέρη ἀπάτητα καί ματώνοντας τίς ἄκρες τῶν ποδιῶν σου, Μαρίνα; Ἴσως ποτέ δέν θά μᾶς  τό πεῖς γιατί ξέρεις πολύ καλά νά σφαλίζεις τά μυστικά σου καί δείχνεις νά φοβᾶσαι τίς ὕποπτες ἐρωτήσεις τῶν στεριανῶν. Ἴσως καί νά φοβᾶσαι μήπως σέ φυλακίσουν – ξέρουν αὐτοί, ἄν θέλουν, νά βροῦν τούς λόγους καί τίς αἰτίες- στά σκοτεινά καί ἀνήλιαγα μπουντρούμια τους. Γι᾽αὐτό κι ὅταν τούς βλέπεις ἀπό μακριά, τρέχεις μέ ὅση δύναμη ἔχεις νά κρυφτεῖς στά θαλασσινά σου καταφύγια. Ἔτσι ἐξηγεῖται πού ἐλάχιστοι σέ ἔχουν δεῖ τόν τελευταῖο καιρό.
   Μόνο πρίν δύο χρόνια, ἕναν  μικρό Σεπτέμβρη, ἦρθες ἀντιμέτωπη μέ ἕναν χωριάτη,  σιμά σέ μιά ἀνηφόρα. Κι ἐκεῖνος – τί θράσος, Θεέ μου- ἄρχισε νά σέ περιεργάζεται ἀπό τήν κορφή ὥς τά νύχια  καί νά σοῦ κάνει ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις. Γιά μιά στιγμή ἔνιωσες ν᾽ ἁπλώνει τά βέβηλα χέρια του πάνω σου, ἀλλά σύ  σάν ἔμπειρο χέλι  πρόλαβες καί τοῦ γλίστρησες! Ἔκτοτε δέν σέ ματαεῖδε ἀνθρώπινο μάτι. Πῆρες μέ φόβο τούς ἀνθρώπους κι ἔγινες σάν  θαλασσινό ἀγρίμι πού σφυρίζει σάν πέφτει τό βράδυ λυπητερά. Τρέφεσαι μέ ἀγριόχορτα, πεταλίδες καί μύδια.  Μέ τόν καιρό συνήθισες τό κρύο. Στά μεγάλα χιόνια κουρνιάζεις σέ μιά μυστική σπηλιά, πού μόνο ἐσύ κι ὁ Θεός τήν ξέρει.
   Ποῦ καί ποῦ ἀναπολεῖς τίς φίλες σου καί θυμᾶσαι τίς χαρούμενες φωνές σας, τά παιχνίδια σας, τούς κοινούς σας πόθους καί τά κοινά σας ὄνειρα,  πού γιά σένα ἔμειναν ἀπραγματοποίητα. Ἀναρωτιέσαι τί νά ἔγιναν καί τί τάχα νά σκέφτονται τώρα γιά σένα. Ὕστερα σέ μεθάει τό θαλασσινό ἀεράκι, σέ ξανανιώνει καί τά ξεχνᾶς ὅλα. Τό καλοκαιράκι εἶναι σάν νά ξυπνᾶς ἀπό χειμερία νάρκη. Βγαίνεις ἀπό τό κρυσφύγετό σου σάν μικρή πεταλουδίτσα κι ἀφήνεσαι νά σέ ὁδηγήσει ὁ ἀγέρας σέ μέρη ἀπάτητα καί παραδεισένια. Ἡ τρικυμία ἔγινε ἕνα μέ τήν ὕπαρξή σου. Ἡ ζωή σου κατάντησε ἕνα πελώριο ἀφρισμένο κύμα πού χτυπιέται ἀπό βράχο σέ βράχο καί βυθίζεται ὁρμητικά  στό ἀνοικτό πέλαγο. Φορᾶς ἕνα κόκκινο σάν τό αἷμα φόρεμα πού ἀπό τά πολλά σκισίματα ἔχει χάσει τό χρῶμα του καί μοιάζει πλέον σάν σάπιο μῆλο. Μόνο οἱ ζέστες καί τό χρυσαφί τοῦ καλοκαιριοῦ τό κάνουν νά μοιάζει μέ ὁλόχρυση τουαλέτα,  πού τό ἐκτυφλωτικό της χρῶμα διακόπτουν δαντέλες ἀπό βαθύ μπλέ κι ἀνοικτό γαλάζιο. Πολλές φορές κάθεσαι καί χαζεύεις τό καινούργιο σου φόρεμα κι εὐχαριστεῖς τόν Θεό γιά τό ἀναπάντεχο δῶρο πού σοῦ ἔκανε. Μοναδική σου διασκέδαση εἶναι νά παίζεις ἀχόρταγα σέ ἀπρόσιτους γιαλούς, πού τούς στολίζουν  πολύχρωμα βότσαλα καί νά φτιάχνεις κάστρα, παλάτια καί πολιτεῖες, στίς ὁποῖες κάποτε ὀνειρεύεσαι ὅτι θά ζήσεις.
   Μερικές φορές, ὅταν - ὅπως εἶναι φυσικό- σέ πιάσει τό παράπονο, ἀρχίζεις νά ρωτᾶς μέ ἀγωνία «τό κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο». Ἔχετε γίνει φίλοι ἐδῶ καί καιρό καί εἶναι τό μόνο πού τό ἐμπιστεύεσαι καί τοῦ ἀνοίγεις τήν πολυκύμαντη κι εὐαίσθητη  ψυχή σου. Κι ἐκεῖνο σά σοφό κι ἐπειδή ἔχουν δεῖ πολλά τά μάτια του, σοῦ ἀποκρίνεται μέ μιά μυστική γλώσσα πού μοιάζει μέ τούς ἤχους ἁρμονικῆς μουσικῆς. Στήν ἀρχή δέν τό καταλάβαινες. Ὅταν ὅμως τό ἀγάπησες, ἄρχισες ν᾽ ἀποκρυπτογραφεῖς τά μηνύματά του. Σοῦ δίνει κουράγιο νά συνεχίσεις τό ἀσταμάτητο τρέξιμό σου κι ἀναπτερώνει μέσα σου τήν ἐλπίδα γιά ἕνα καλύτερο αὔριο. Θέλεις νά ξεφύγεις κάποτε ἀπό αὐτή τή θλιβερή μοναξιά τῆς θαλασσινῆς ζωῆς. Μερικές φορές ἀκοῦς τήν καρδιά σου νά χτυπᾶ μέ ἤχους ταραγμένους καί εἶναι αὐτές οἱ ὧρες πού νοσταλγεῖς τό σπιτικό σου, τούς γονεῖς σου καί τίς ἀγαπημένες σου φίλες. Ὅμως δέν ἀφήνεις γιά πολύ τίς ἀναμνήσεις νά σέ πληγώνουν. Τρέχεις, χοροπηδᾶς, βουτᾶς στά ζεστά θαλασσινά νερά καί χάνεσαι στά κρυστάλλινα  νερά τους. Τότε αὐτό «τό αἴσθημα πού σέ μάτωνε», ἐξαφανίζεται. Ἀρχίζεις νά ζεῖς πάλι, ἀνάλαφρη σάν μικρός ἀετός, πού ἀρχίζει ν᾽ ἀνακαλύπτει τήν ὀμορφιά τοῦ πετάγματος.
   Ἄλλοτε, τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ, ἀνεβαίνεις σέ ἕναν  ψηλό καί ἀπόκρημνο βράχο, ἁπλώνεις τά χέρια σου σέ σχῆμα σταυροῦ κι ἀγναντεύεις τόν ἥλιο πού ἀποχαιρετᾶ τή θάλασσα. Ἐκείνη τήν ὥρα εἶναι πού σέ ἀκούω νά κάνεις τήν προσευχή σου  μέ λόγια πού εἶχες μάθει ἀπό τό σπίτι σου, ἀλλά τίς περισσότερες φορές μέ αὐτοσχέδιες προσευχές.
   Μέ τόν καιρό ἀπέκτησες μιά ἀξιοζήλευτη φρόνηση. Τώρα βλέπεις τούς ἀνθρώπους καί τά ἀνθρώπινα πράγματα  μέ πιότερη ἀγάπη καί κατανόηση. Ἔχεις ἀρχίσει καί δικαιολογεῖς πρόσωπα καί καταστάσεις πού στό παρελθόν σέ εἶχαν πληγώσει καί ἀναστατώσει. Ὁ χρόνος πού πέρασε σμίλευσε τήν ψυχή σου σάν περίτεχνος γλύπτης. Ἔχεις πλέον ἀποκτήσει μιά σπάνια εὐαισθησία καί λεπτότητα. Καθώς ἀνοίγεις τά χέρια σου σέ προσευχή τά δειλινά νιώθεις μιά  ἀπέραντη ἀγάπη γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Θέλεις νά ἐπιστρέψεις στήν Πολιτεία πού γεννήθηκες, ἀλλά διαρκῶς τό ἀναβάλλεις.  «Ἔχεις μιά πικρή γεύση τρικυμίας στά χείλη σου» καί θέλεις κάποτε νά τήν ἀποβάλεις. Ψάχνεις νά βρεῖς τόν τρόπο καί τόν κατάλληλο καιρό. Δέν θέλεις νά ζεῖς πλέον ἀπομονωμένη «δίχως χθές καί αὔριο». Σέ φοβίζει πλέον ἠ παρατεινόμενη διαμονή σου στά βράχια καί στά γαλανά νερά. Ὅσο κι ἄν ἀγάπησες αὐτήν τήν ἐρημική ζωή, βλέπεις πλέον καθαρά σέ τί ἀδιέξοδα σέ ὁδηγεῖ. Περιμένεις τήν κατάλληλη στιγμή πού θά ἀποχαιρετήσεις  τό ἀγαπημένο σου «κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο», τήν κρυφή σπηλιά σου, τήν ἀγαπημένη σου θάλασσα, τά ἄγρια βράχια, τούς ἀχώριστους  αὐτούς φίλους σου,  πού  τούς ἔμαθες πλέον μέ τό ὄνομά τους.
   Τί εἶσαι τελικά, Μαρίνα; Κορίτσι; Ξωτικό; Αἴνιγμα; Ἤ μήπως ἕνα τρεμάμενο σπουργιτάκι, πού ἔχασε τόν προσανατολισμό του καί θέλει νά ξαναγυρίσει στή ζεστή φωλιά του καί στή στοργή τῆς μητέρας του;
   «Μά ποῦ γύριζες πάλι, ὁλημερίς, Μαρίνα τῶν βράχων»;

Σταύρος Τρικαλιώτης

* Ἀφορμή ἔμπνευσης στάθηκε τό ὁμὠνυμο ποίημα τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, μέ διαφορετικές ὅμως μυθοπλαστικές διαστάσεις καί μηνύματα.

Ἁγία Παρασκευή 
Κυριακή Πεντηκοστῆς,  19 / 06 / 2016

Ο αἰδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Σταῦρος Τρικαλιώτης εἶναι ἐφημέριος τοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ  ῾Αγ. Παρασκευῆς ᾽Αττικῆς. ῎Εχει  σπουδάσει  Θεολογία καί τή Φιλολογία στό Ἔθνικό καί Καποδιστριακό Παν/μιο ᾽Αθηνῶν.) Εἶναι   Πρόεδρος τῆς Διαχειριστικῆς ᾽Επιτροπῆς τοῦ παρεκκλησίου τῶν ῾Αγίων ᾽Αναργύρων Πευκακίων Ἁγ. Παρασκευῆς καί  ὑπεύθυνος τῆς Σχολῆς Γονέων τῆς ἐνορίας τῆς ῾Αγ. Παρασκευῆς. ῎Εχει συγγράψει τό ἑρμηνευτικό πόνημα:  ῾Τά ῞Ενδεκα ῾Εωθινά Εὐαγγέλια´´, τό ὁποῖο καί ἔτυχε εὐμενῶν κριτικῶν,
 ἀρθρογραφεῖ στόν ᾽Εκκλησιαστικό καί τόν τοπικό Τύπο καί τόν τελευταῖο καιρό δραστηριοποιεῖται στήν τοπική ἱστοσελίδα 
www.aganargyroi.gr  τῆς ὁποίας τυγχάνει Διαχειριστής.

(J.J. Brown, Waiting for William, 1879)

Θα μπορούσε να είναι μια "ανάγνωση" σε ένα ποίημα. Είναι όμως μια νέα γραφή στα ίχνη ενός ποιήματος.


"Ἡ Μαρίνα τῶν βράχων" 
(διήγημα του Σταύρου Τρικαλιώτη)*






Τά καλοκαίρια πάντα ἡ ἀνθρώπινη φαντασία ἀφήνεται νά καλπάζει σέ μέρη πού  τά ξαναζωγραφίζει ὁ λαμπερός χρωστήρας τοῦ ἥλιου, πού τά δροσίζει τό αὐγινό ἀεράκι, πού τά ἀνασταίνει ἡ γλύκα πού δίνει ἡ ἡσυχία  τοῦ ἀπομεσήμερου. Ἐκείνη τήν ὥρα ὁ κουρασμένος διαβάτης ἔχει γευματίσει κι ἔχει παραδοθεῖ νωχελικά  στή βαλσάμικη σκιά ἑνός γηραιοῦ πλάτανου. Πρίν λίγο  κάτω στήν ἀκροθαλασσιά ὁ ἴδιος  διαβάτης εἶχε δεῖ τή Μαρίνα νά προσπαθεῖ  σά μεθυσμένη νά βρεῖ ἀναπαμό σ᾽ ἕνα σκιερό μέρος. Ὅλη τήν ἡμέρα ἔτρεχε σάν ἀγριοκάτσικο πότε ἀκροβατώντας σέ ἀπόκρημνους βράχους καί πότε κολυμπώντας στά βαθιά κι ἐπικίνδυνα νερά τοῦ μικροῦ μας νησιοῦ.
   «Μά ποῦ γύριζες, Μαρίνα, ὁλημερίς;»  Δέν σέ άναζήτησαν οἱ δόλιοι γονιοί σου ἤ ἤσουν ἕνα ὀρφανό πλάσμα ξεχασμένο στήν ἄγρια φύση; Ὅταν ὁ ἄνεμος φυσοῦσε ὁρμητικός καί παρέσυρε μαζί του τίς ὑπέροχες θαλασσινές μυρωδιές, ἐρχόταν καί ξέμπλεκε τά μαλλιά σου καί τότε φαινόσουν σάν πλάσμα ἐξωτικό, σάν τή μυθική γοργόνα πού ρωτοῦσε μέ ἀγωνία γιά τήν τύχη τοῦ χαμένου ἀδερφοῦ της. Τά μάτια σου ἀπό τό φάγωμα τῆς ἁρμύρας καί τά χτυπήματα τῆς ἄμμου εἶχαν γίνει κατακόκκινα.
  Τί ἔψαχνες νά βρεῖς τόσες μέρες χοροπηδώντας  σέ μέρη ἀπάτητα καί ματώνοντας τίς ἄκρες τῶν ποδιῶν σου, Μαρίνα; Ἴσως ποτέ δέν θά μᾶς  τό πεῖς γιατί ξέρεις πολύ καλά νά σφαλίζεις τά μυστικά σου καί δείχνεις νά φοβᾶσαι τίς ὕποπτες ἐρωτήσεις τῶν στεριανῶν. Ἴσως καί νά φοβᾶσαι μήπως σέ φυλακίσουν – ξέρουν αὐτοί, ἄν θέλουν, νά βροῦν τούς λόγους καί τίς αἰτίες- στά σκοτεινά καί ἀνήλιαγα μπουντρούμια τους. Γι᾽αὐτό κι ὅταν τούς βλέπεις ἀπό μακριά, τρέχεις μέ ὅση δύναμη ἔχεις νά κρυφτεῖς στά θαλασσινά σου καταφύγια. Ἔτσι ἐξηγεῖται πού ἐλάχιστοι σέ ἔχουν δεῖ τόν τελευταῖο καιρό.
   Μόνο πρίν δύο χρόνια, ἕναν  μικρό Σεπτέμβρη, ἦρθες ἀντιμέτωπη μέ ἕναν χωριάτη,  σιμά σέ μιά ἀνηφόρα. Κι ἐκεῖνος – τί θράσος, Θεέ μου- ἄρχισε νά σέ περιεργάζεται ἀπό τήν κορφή ὥς τά νύχια  καί νά σοῦ κάνει ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις. Γιά μιά στιγμή ἔνιωσες ν᾽ ἁπλώνει τά βέβηλα χέρια του πάνω σου, ἀλλά σύ  σάν ἔμπειρο χέλι  πρόλαβες καί τοῦ γλίστρησες! Ἔκτοτε δέν σέ ματαεῖδε ἀνθρώπινο μάτι. Πῆρες μέ φόβο τούς ἀνθρώπους κι ἔγινες σάν  θαλασσινό ἀγρίμι πού σφυρίζει σάν πέφτει τό βράδυ λυπητερά. Τρέφεσαι μέ ἀγριόχορτα, πεταλίδες καί μύδια.  Μέ τόν καιρό συνήθισες τό κρύο. Στά μεγάλα χιόνια κουρνιάζεις σέ μιά μυστική σπηλιά, πού μόνο ἐσύ κι ὁ Θεός τήν ξέρει.
   Ποῦ καί ποῦ ἀναπολεῖς τίς φίλες σου καί θυμᾶσαι τίς χαρούμενες φωνές σας, τά παιχνίδια σας, τούς κοινούς σας πόθους καί τά κοινά σας ὄνειρα,  πού γιά σένα ἔμειναν ἀπραγματοποίητα. Ἀναρωτιέσαι τί νά ἔγιναν καί τί τάχα νά σκέφτονται τώρα γιά σένα. Ὕστερα σέ μεθάει τό θαλασσινό ἀεράκι, σέ ξανανιώνει καί τά ξεχνᾶς ὅλα. Τό καλοκαιράκι εἶναι σάν νά ξυπνᾶς ἀπό χειμερία νάρκη. Βγαίνεις ἀπό τό κρυσφύγετό σου σάν μικρή πεταλουδίτσα κι ἀφήνεσαι νά σέ ὁδηγήσει ὁ ἀγέρας σέ μέρη ἀπάτητα καί παραδεισένια. Ἡ τρικυμία ἔγινε ἕνα μέ τήν ὕπαρξή σου. Ἡ ζωή σου κατάντησε ἕνα πελώριο ἀφρισμένο κύμα πού χτυπιέται ἀπό βράχο σέ βράχο καί βυθίζεται ὁρμητικά  στό ἀνοικτό πέλαγο. Φορᾶς ἕνα κόκκινο σάν τό αἷμα φόρεμα πού ἀπό τά πολλά σκισίματα ἔχει χάσει τό χρῶμα του καί μοιάζει πλέον σάν σάπιο μῆλο. Μόνο οἱ ζέστες καί τό χρυσαφί τοῦ καλοκαιριοῦ τό κάνουν νά μοιάζει μέ ὁλόχρυση τουαλέτα,  πού τό ἐκτυφλωτικό της χρῶμα διακόπτουν δαντέλες ἀπό βαθύ μπλέ κι ἀνοικτό γαλάζιο. Πολλές φορές κάθεσαι καί χαζεύεις τό καινούργιο σου φόρεμα κι εὐχαριστεῖς τόν Θεό γιά τό ἀναπάντεχο δῶρο πού σοῦ ἔκανε. Μοναδική σου διασκέδαση εἶναι νά παίζεις ἀχόρταγα σέ ἀπρόσιτους γιαλούς, πού τούς στολίζουν  πολύχρωμα βότσαλα καί νά φτιάχνεις κάστρα, παλάτια καί πολιτεῖες, στίς ὁποῖες κάποτε ὀνειρεύεσαι ὅτι θά ζήσεις.
   Μερικές φορές, ὅταν - ὅπως εἶναι φυσικό- σέ πιάσει τό παράπονο, ἀρχίζεις νά ρωτᾶς μέ ἀγωνία «τό κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο». Ἔχετε γίνει φίλοι ἐδῶ καί καιρό καί εἶναι τό μόνο πού τό ἐμπιστεύεσαι καί τοῦ ἀνοίγεις τήν πολυκύμαντη κι εὐαίσθητη  ψυχή σου. Κι ἐκεῖνο σά σοφό κι ἐπειδή ἔχουν δεῖ πολλά τά μάτια του, σοῦ ἀποκρίνεται μέ μιά μυστική γλώσσα πού μοιάζει μέ τούς ἤχους ἁρμονικῆς μουσικῆς. Στήν ἀρχή δέν τό καταλάβαινες. Ὅταν ὅμως τό ἀγάπησες, ἄρχισες ν᾽ ἀποκρυπτογραφεῖς τά μηνύματά του. Σοῦ δίνει κουράγιο νά συνεχίσεις τό ἀσταμάτητο τρέξιμό σου κι ἀναπτερώνει μέσα σου τήν ἐλπίδα γιά ἕνα καλύτερο αὔριο. Θέλεις νά ξεφύγεις κάποτε ἀπό αὐτή τή θλιβερή μοναξιά τῆς θαλασσινῆς ζωῆς. Μερικές φορές ἀκοῦς τήν καρδιά σου νά χτυπᾶ μέ ἤχους ταραγμένους καί εἶναι αὐτές οἱ ὧρες πού νοσταλγεῖς τό σπιτικό σου, τούς γονεῖς σου καί τίς ἀγαπημένες σου φίλες. Ὅμως δέν ἀφήνεις γιά πολύ τίς ἀναμνήσεις νά σέ πληγώνουν. Τρέχεις, χοροπηδᾶς, βουτᾶς στά ζεστά θαλασσινά νερά καί χάνεσαι στά κρυστάλλινα  νερά τους. Τότε αὐτό «τό αἴσθημα πού σέ μάτωνε», ἐξαφανίζεται. Ἀρχίζεις νά ζεῖς πάλι, ἀνάλαφρη σάν μικρός ἀετός, πού ἀρχίζει ν᾽ ἀνακαλύπτει τήν ὀμορφιά τοῦ πετάγματος.
   Ἄλλοτε, τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ, ἀνεβαίνεις σέ ἕναν  ψηλό καί ἀπόκρημνο βράχο, ἁπλώνεις τά χέρια σου σέ σχῆμα σταυροῦ κι ἀγναντεύεις τόν ἥλιο πού ἀποχαιρετᾶ τή θάλασσα. Ἐκείνη τήν ὥρα εἶναι πού σέ ἀκούω νά κάνεις τήν προσευχή σου  μέ λόγια πού εἶχες μάθει ἀπό τό σπίτι σου, ἀλλά τίς περισσότερες φορές μέ αὐτοσχέδιες προσευχές.
   Μέ τόν καιρό ἀπέκτησες μιά ἀξιοζήλευτη φρόνηση. Τώρα βλέπεις τούς ἀνθρώπους καί τά ἀνθρώπινα πράγματα  μέ πιότερη ἀγάπη καί κατανόηση. Ἔχεις ἀρχίσει καί δικαιολογεῖς πρόσωπα καί καταστάσεις πού στό παρελθόν σέ εἶχαν πληγώσει καί ἀναστατώσει. Ὁ χρόνος πού πέρασε σμίλευσε τήν ψυχή σου σάν περίτεχνος γλύπτης. Ἔχεις πλέον ἀποκτήσει μιά σπάνια εὐαισθησία καί λεπτότητα. Καθώς ἀνοίγεις τά χέρια σου σέ προσευχή τά δειλινά νιώθεις μιά  ἀπέραντη ἀγάπη γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Θέλεις νά ἐπιστρέψεις στήν Πολιτεία πού γεννήθηκες, ἀλλά διαρκῶς τό ἀναβάλλεις.  «Ἔχεις μιά πικρή γεύση τρικυμίας στά χείλη σου» καί θέλεις κάποτε νά τήν ἀποβάλεις. Ψάχνεις νά βρεῖς τόν τρόπο καί τόν κατάλληλο καιρό. Δέν θέλεις νά ζεῖς πλέον ἀπομονωμένη «δίχως χθές καί αὔριο». Σέ φοβίζει πλέον ἠ παρατεινόμενη διαμονή σου στά βράχια καί στά γαλανά νερά. Ὅσο κι ἄν ἀγάπησες αὐτήν τήν ἐρημική ζωή, βλέπεις πλέον καθαρά σέ τί ἀδιέξοδα σέ ὁδηγεῖ. Περιμένεις τήν κατάλληλη στιγμή πού θά ἀποχαιρετήσεις  τό ἀγαπημένο σου «κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο», τήν κρυφή σπηλιά σου, τήν ἀγαπημένη σου θάλασσα, τά ἄγρια βράχια, τούς ἀχώριστους  αὐτούς φίλους σου,  πού  τούς ἔμαθες πλέον μέ τό ὄνομά τους.
   Τί εἶσαι τελικά, Μαρίνα; Κορίτσι; Ξωτικό; Αἴνιγμα; Ἤ μήπως ἕνα τρεμάμενο σπουργιτάκι, πού ἔχασε τόν προσανατολισμό του καί θέλει νά ξαναγυρίσει στή ζεστή φωλιά του καί στή στοργή τῆς μητέρας του;
   «Μά ποῦ γύριζες πάλι, ὁλημερίς, Μαρίνα τῶν βράχων»;

Σταύρος Τρικαλιώτης

* Ἀφορμή ἔμπνευσης στάθηκε τό ὁμὠνυμο ποίημα τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, μέ διαφορετικές ὅμως μυθοπλαστικές διαστάσεις καί μηνύματα.

Ἁγία Παρασκευή 
Κυριακή Πεντηκοστῆς,  19 / 06 / 2016

Ο αἰδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Σταῦρος Τρικαλιώτης εἶναι ἐφημέριος τοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ  ῾Αγ. Παρασκευῆς ᾽Αττικῆς. ῎Εχει  σπουδάσει  Θεολογία καί τή Φιλολογία στό Ἔθνικό καί Καποδιστριακό Παν/μιο ᾽Αθηνῶν.) Εἶναι   Πρόεδρος τῆς Διαχειριστικῆς ᾽Επιτροπῆς τοῦ παρεκκλησίου τῶν ῾Αγίων ᾽Αναργύρων Πευκακίων Ἁγ. Παρασκευῆς καί  ὑπεύθυνος τῆς Σχολῆς Γονέων τῆς ἐνορίας τῆς ῾Αγ. Παρασκευῆς. ῎Εχει συγγράψει τό ἑρμηνευτικό πόνημα:  ῾Τά ῞Ενδεκα ῾Εωθινά Εὐαγγέλια´´, τό ὁποῖο καί ἔτυχε εὐμενῶν κριτικῶν,
 ἀρθρογραφεῖ στόν ᾽Εκκλησιαστικό καί τόν τοπικό Τύπο καί τόν τελευταῖο καιρό δραστηριοποιεῖται στήν τοπική ἱστοσελίδα 
www.aganargyroi.gr  τῆς ὁποίας τυγχάνει Διαχειριστής.

(J.J. Brown, Waiting for William, 1879)




«Η τέχνη που μας φοβίζει» (μια σκέψη με αφορμή τη «Δύσκολη τέχνη» του Δημήτρη Ελευθεράκη)

«Η τέχνη που μας φοβίζει»

(μια σκέψη με αφορμή τη «Δύσκολη τέχνη» του Δημήτρη Ελευθεράκη)





Μια τριανταφυλλιά που ανθίζει στον ακάλυπτο, είπε ο δάσκαλος. Ένας λόγος για να ελπίζεις και να απελπίζεσαι, είπε ο δάσκαλος. Ο μαύρος, ναι ο γκρίζος ακάλυπτος, η κατοικία του βλέμματος, το χωνί της καθημερινότητας, το σιφόνι των συνειδήσεων, το σύμβολο των ελπίδων. Το γκριζόμαυρο, ναι το γκριζόασπρο γκράφιτι είναι το προσχέδιο του ακάλυπτου, ο καθρέπτης της γκριμάτσας του προσώπου μας, η τέχνη που μας φοβίζει. Ναι, είναι μια δύσκολη τέχνη. Το γκράφιτι είναι μια δύσκολη τέχνη, είπε ο δάσκαλος. Η Ελλάδα είναι μια δύσκολη τέχνη, είπε ο δάσκαλος.
(Δημήτρης Ελευθεράκης, απόσπασμα από τον μονόλογο «Η δύσκολη τέχνη», εκδόσεις Αντίποδες)


Επειδή η τέχνη (με μικρό ή με κεφαλαίο, αδιάφορο) πάντοτε κάτι αντικατοπτρίζει, ακόμη και όταν, ως προάγγελος, σημαίνει τα ακόμη αφανή.
Επειδή συχνά, κι ας μη μας αρέσει, δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από το πρόσωπό μας.
Επειδή οι ακάλυπτοι χώροι, διαρκώς εκτεθειμένοι στα ασεβή βλέμματα,  ζητούν εναγωνίως την κάλυψή τους.
Τέλος, επειδή η τέχνη και η ζωή αλληλοκαλύπτονται  – πανάρχαιο αυτό – γι’ αυτό και συχνά η τέχνη αποβαίνει δύσκολη, όσο και η ζωή.


Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Ο Καραγάτσης που αγάπησα




Τα βιβλία του είναι από τα πιο πολυκαιρισμένα της βιβλιοθήκης μου. Τα εξώφυλλά τους έχουν πια πεταχτεί (τα βιβλία του βιβλιοπωλείου της Εστίας κυκλοφορούσαν παλιά με σκληρό χαρτονένιο εξώφυλλο και επιπλέον είχαν και απλό χάρτινο, με εικόνα, που καταστρεφόταν πρώτο) μια που είχαν πια κουρελιαστεί. Πώς αλλιώς να γίνει, αφού τρία διαφορετικά χέρια (του πατέρα, του αδελφού μου και το δικό μου) τα είχαν χιλιοανοίξει. Μικρά σε μέγεθος, τοποθετημένα στη σειρά στην οικογενειακή βιβλιοθήκη, μου τράβηξαν το ενδιαφέρον από πολύ νωρίς, δέκα έντεκα χρονών, μια που ακολουθούσα στα διαβάσματα τις επιλογές του αδελφού μου, που μου μετέφερε όλα τα πολύ ενδιαφέροντα που πρώτος αυτός διάβαζε. Με τα συγκεκριμένα, βέβαια, είχα υποστεί και μια… λογοκρισία. Έπιανε, για παράδειγμα, ο αδελφός μου τον «Γιούγκερμαν» και με περισπούδαστο ύφος έλεγε: «μμμ, αυτό εσύ θα το διαβάσεις όταν πας…  δεκαπέντε χρονών». Και αμέσως μετά το τοποθετούσε στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης, ξέροντας, ο πονηρός, ότι είχα μια φοβία με τα ύψη. Ανάλογες απαγορεύσεις έβαζε και για τα υπόλοιπα. Κάτι όμως στον τρόπο που φυλλομετρούσε το βιβλίο, κάτι στο ξαναμμένο του πρόσωπο… έπαιρνα κρυφά καρέκλα και με φόβο Θεού ανέβαινα και το κατέβαζα. Κρυφά το διάβαζα, το ξανάβαζα στη θέση του και περίμενα υπομονετικά, κατά την άποψή του, να μεγαλώσω. Με τον ίδιο τρόπο διάβασα και όλα τα υπόλοιπα βιβλία του, έτσι ώστε να μπορώ να πω ότι ο Καραγάτσης για μένα ήταν τα παιδικά μου αναγνώσματα.
Όλο αυτό το θυμήθηκα τόσες φορές, όταν ως καθηγήτρια πια δίδασκα σε αποσπάσματα τον «Γιούγκερμαν» και αντιμετώπιζα την άγνοια των παιδιών για τον συγγραφέα. «Μα, τι; Δεν τον έχετε διαβάσει, ούτε τον έχετε ακούσει ποτέ; Πώς γίνεται;» Μου φαινόταν τόσο ανοίκειο ανάλογα με τα δικά μου δεδομένα.
Τα μυθιστορήματά του τα ξαναδιάβασα και αργότερα. Πάντα όμως στο μυαλό μου έχω την πρώτη περιπετειώδη ανάγνωση, απολύτως συνδεδεμένη με την παιδική μου ηλικία, καλά φυλαγμένη στη μνήμη μου. Και όπως συμβαίνει με όλα τα πολύ αγαπημένα, τα γραπτά του τα θεωρώ αξεπέραστα. Υπερβάλλω; Ίσως ναι. Αλλά η αγάπη είναι συχνά και υπερβολική και πληθωρική.


Για όποιον θα ήθελε να θυμηθεί ή να γνωρίσει τη γραφή του Καραγάτση, εδώ δύο αποσπάσματα από τον «Γιούγκερμαν». Τελείως διαφορετικοί τύποι, ο Γιούγκερμαν και ο Καραμάνος συζητούν και ανακαλύπτουν και οι δύο κάτι παραπάνω από τις βεβαιότητές τους.





- Αν δε βαριέσαι, έλα να φάμε μαζί, στο σπίτι μου. Ζω μόνος, δεν έχω υπηρέτρια. Θα ψωνίσουμε φρούτα, τυρί και τα χρειώδη για μια καλή σαλάτα. Αυγά έχω, θα φτιάσω μια ομελέτα από κείνες που έκανα στον πόλεμο, στις ίσμπες των μουζίκων. Μου μένει κι ένα μπουκάλι χαλκιδέικης ρετσίνας. Κρεβάτι για να ξαπλωθείς υπάρχει. Κοιμάσαι το μεσημέρι;
Ο Καραμάνος χαμογέλασε με πικρό σαρκασμό.
- Ω, κοιμάμαι!... Αν κοιμόμουν το μεσημέρι, πώς θα κατόρθωνα να κοιμηθώ το ταχτικό μου τρίωρο της νύχτας;
- Λοιπόν, σύμφωνοι;
Έμειναν σύμφωνοι. Γίνηκαν γρήγορα τα ψώνια, κι ένα ταξί τους πέταξε στην Καστέλα. Ο Καραμάνος ξαπλώθηκε στην πολυθρόνα, πλάι στο ανοιχτό παράθυρο, και κοιτούσε τη θάλασσα, κουρασμένος κι άκεφος, όπως πάντα. Στο αναμεταξύ ο Βάσιας ντύθηκε μιαν άσπρη ποδιά κι ετοίμαζε το φαγητό με τέτοια σβελτέτσα και κεφάτο μπρίο που ο θλιβερός Μιχάλης καταδέχτηκε να χαμογελάσει.
- Όρεξη που την έχεις, Βάσια, μουρμούρισε...
- Και γιατί να μην έχω; αποκρίθηκε ο Γιούγκερμαν τοποθετώντας συμμετρικά τα σερβίτσια στο μικρό τραπέζι. Νέος είμαι, βλάκας δεν είμαι, το ψωμί μου το βγάζω, τις γυναίκες τις κανονίζω. Τι μου λείπει;
Ο Καραμάνος χαμογελούσε βαριεστημένα.
- Εσύ Μιχάλη, δεν έχεις ποτέ κέφια;
- Πώς! Όταν τύχει, καμιά φορά, κι έχω χορτάσει ύπνο... Μα αυτό γίνεται τόσο σπάνια.
Ο Γιούγκερμαν τον κοίταξε με απορία:
- Δεν καταλαβαίνω. Εγώ, άμα πέσω στο κρεβάτι, κοιμάμαι αμέσως.
- Είσαι ευτυχισμένος, εσύ...
Το είπε αυτό ο Καραμάνος με ζήλεια, με μοχθηρία ανθρώπου που στερείται το μεγαλύτερο αγαθό της ζωής: τον ύπνο...
Έφαγαν γερά· δεν άφησαν τίποτα στα πιάτα. Κανόνισαν την μπουκάλα της χαλκιδέικης. Ο Βάσιας σηκώθηκε για καφέ, δηλώνοντας πως ο «μέτριος ψιλό καϊμάκης» του είναι άφθαστος πως προκαλεί όλους τους ταμπήδες της Ανατολής σε διαγωνισμό, αν τους βαστάει! Και, σαν γίνηκε ο περίφημος αυτός καφές, τον ήπιαν παρέα με τσιγάρο μυρωδάτο. Είχε φτάσει η ώρα των εκμυστηρεύσεων.
Ο Γιούγκερμαν πήρε απ' την εταζέρα τις «Θέσεις και Αντιθέσεις», φυλλομέτρησε τις σελίδες σιωπηλός, συλλογισμένος, και σταμάτησε σ’ ένα σημείο.
-«Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος. Η Μοίρα των Θεών είναι η Λήθη». Το πρώτο, το καταλαβαίνω. Μα τι θέλεις να πεις με το δεύτερο;
- Είναι τόσο απλό αυτό που θέλω να πω. Μα φαίνεται πως δε συλλογίστηκες ποτέ σου, Βάσια. Δεν άφησες ποτέ το μυαλό σου να καλπάσει μακριά...
Ο Γιούγκερμαν αναστέναξε:
- Αυτή είναι η αλήθεια. Σαν ήμουν νέος, κι οι δάσκαλοι θέλαν να μου μάθουν όλ’ αυτά, εγώ τους κορόιδευα. Από τα μαθήματα αποστήθιζα τόσο, όσο να μη μ’ απορρίψουν. Αργότερα έκοψα κάθε σχέση με τα βιβλία. Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα. Κι αν διάβασα τη φυλλάδα σου, είναι γιατί την έγραψες εσύ. Μα μου γέννησε αμέσως τέτοιες απορίες, μου μισάνοιξε την αυλαία από τόσα μυστικά, που από προχτές το βράδυ είμαι άλλος άνθρωπος. Δεν ξέρω, βρε Μιχάλη, τι ξύπνησε μέσα μου! Θα ήθελα να τα ήξερα όλα, μονομιάς.
- Ποια «όλα»;
Στην ειρωνική ερώτηση του Καραμάνου, ο Βάσιας δε βιάστηκε ν’ απαντήσει.
- Πώς να σ’ το εξηγήσω... Να, όταν λες «η Μοίρα των Θεών είναι η Λήθη», μέσα σ’ εφτά λόγια κλείνεις κάτι μεγάλο. Θα ήθελα, με μιας, να νιώσω τα εφτά λόγια σου. Και καταλαβαίνω πως ούτε με χίλιες λέξεις δεν μπορείς να μου τα εξηγήσεις.
- Κι όμως πέφτεις έξω. Αυτό, το δυσνόητο για σένα, δεν είναι τίποτα. Μια απλή ιστορική αλήθεια, που της έδωσα μια κούφια, φιλοσοφική τάχα μορφή. Με δυο λόγια θα καταλάβεις. Πού είναι σήμερα οι θεοί των πατεράδων σου, Βάνδαλε Σκανδιναβέ; Πού είναι ο Βόταν; Πού είναι οι Βαλκυρίες του;
- Αυτά είναι παραμύθια των παλιών...
- Ακριβώς. Οι θεοί ξεχνιούνται μέσα σ' ένα παραμύθι. Μα εκείνο που θα ήθελα να μου πεις - αφού λες πως το κατάλαβες - είναι το άλλο· γιατί εγώ, που το ‘γραψα, δεν το 'χω νιώσει καλά: «Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος...» Τι πάει να πει αυτό, Βασίλη Γιούγκερμαν;
- Πώς όλοι θα πεθάνουμε...
- Μη δίνεις επιπόλαιες απαντήσεις. Σκέψου καλά...
Τα μάτια του Βάσια παίζαν ανήσυχα. Και, τέλος, καρφώθηκαν μ’ επιμονή στα μάτια του Καραμάνου.
- Μου φαίνεται πως νιώθω... Μα είναι τρομερό αυτό...
- Είναι θαυμάσιο!
- Μιχάλη, αλήθεια; Το πιστεύεις αυτό;
Ο Καραμάνος κοίταξε τη γαλάζια θάλασσα, με κούραση υπέρτατη.
- Σε τι θέλεις να πιστεύω; Στη ζωή; Στις ηδονές της; Βρήκες εσύ ηδονές στη ζωή σου;
- Βρήκα· και πολλές μάλιστα.
- Δε θα ξανάβρεις. Ως τα σήμερα ήσουν ανόητος. Μα άρχισες να συλλογιέσαι. Δε θα ξανάβρεις ηδονές...
Σώπασαν για λίγο. Μες στο κεφάλι του Γιούγκερμαν γινόταν μια τρομαχτική εργασία.
- Αυτά που λες δεν είναι καθαρά. Μα σα να νιώθω τι θέλεις να πεις. Ή, καλύτερα, το διαισθάνομαι. Είναι κάτι σαν απροσδιόριστη αλήθεια, που πάντα βρισκόταν μέσα μου' μα κοιμόταν.
- Θα ξυπνήσει. Ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις. Πέντε χρόνια τώρα σε παρακολουθώ, μέρα με τη μέρα. Πέντε ολόκληρα χρόνια, καθισμένος πλάι σου σιωπηλός σε μελετώ και περιμένω.
- Τι περιμένεις;
- Εκείνο που περίμενε ο Εγγλέζος: τη στιγμή που το λιοντάρι θα ‘τρωγε το θηριοδαμαστή. Πού θα πας; Θα σε φάει κι σένα το λιοντάρι, αν δεν κόψεις τη μανία να βάζεις το κεφάλι σου μέσα στο στόμα του. Και τότε θα πεις: είχε δίκιο ο Μιχάλης Καραμάνος. Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος...
Ο Γιούγκερμαν ήταν ωχρός. Μέσα του ξύπνησε μια παλιά εικόνα: κάποτε, στο Κίεβ, πάνω στην Επανάσταση, μια τσιγγάνα τού είπε τη μοίρα του. Ήταν μεθυσμένος, σ' ένα βρώμικο τρακτίρι, γεμάτο καπνούς και μισοσκότεινο. Έξω, οι στρατιώτες του ντουφέκιζαν δυο ντουζίνες μπολσεβίκους αιχμαλώτους. Το χρησμό της γύφτισσας τον έκοβαν πυροβολισμοί, ουρλιάγματα πόνου, λόξυγγες αγωνίας και χάχανα των μπόγηδων «Συ, του είπε η γύφτισσα, θα γίνεις κάτι σα βασιλιάς σε κάτι πολύτιμο. Μα κάλλιο να μη γινόσουν. Θα σου πιει το αίμα αυτό το πράμα, το βασιλεμένο...»
Έτσι και τώρα, τα λόγια του Καραμάνου του φάνηκαν το ίδιο προφητικά. Περισσότερο μάλιστα. Γιατί δεν ήταν βγαλμέν’ απ' τον απόκοσμο των δαιμόνιων, μα από χείλη ανθρώπου με νοημοσύνη που ξεμάκραινε ως τα βάθη της ζωής...
- Άμα ήρθες απ' τη Ρωσία, είπε ο Καραμάνος, είχες φέρει κάτι λεφτάκια. Τα ‘χεις ακόμα;
- Όχι μόνο τα ‘χω, μα τα τριπλασίασα με διάφορα κόλπα στο Χρηματιστήριο.
- Θυμάσαι τα παλιά σου τα σχέδια; Όταν πρωτοήρθες;
Ο Γιούγκερμαν τινάχτηκε ολόκληρος.
- Ποια σχέδια; Δε σου μίλησα ποτέ για τίποτα!
- Δεν ήταν λόγος να μου μιλήσεις ούτε τα ξέρω τα σχέδιά σου. Μα δεν μπορεί παρά να είχες. Ν’ ανοίξεις ένα χαρτοπαίγνιο, λόγου χάρη. Ή να σκαρώσεις μια μεγαλόσχημη και μπαταξίδικη εταιρεία. Κάτι τέτοιο, ε;
Ο Βάσιας έσκυψε το κεφάλι κι ομολόγησε πως ο καημός του ήταν ν’ ανοίξει πανσιόνα. Πράμα που έκανε τον Καραμάνο να σκάσει στα γέλια...
 […]
Τέλειωσε τη διήγησή του σηκώνοντας τους ώμους μ' αδιαφορία. Ο Καραμάνος χαμογελούσε κοιτώντας την κάφτρα του τσιγάρου του:
- Με τη διαφορά, Βάσια, πως σήμερα κάνεις τη βρωμοδουλειά σου με την πεποίθηση πως κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει επίσημα, εξόν από σένα. Ενώ, τότε, οι ύποπτες επιχειρήσεις σου προκαλούσαν την αγανάχτηση όλου του κόσμου. Μόνο συ τις έβρισκες σωστές...
Αναστέναξε με λεπτή ειρωνεία:
- Ζούμε μέσα στην κοινωνική πρόληψη, Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν (όπως θα 'λεγε ο Ντοστογιέφσκι). Και πρέπει να τη σεβόμαστε, μια και δεν έχουμε το κουράγιο να πάρουμε το δρόμο της μοίρας μας. Και ‘γω, ο Μιχάλης Καραμάνος, που σιχαίνομαι τα πάντα, ως κι αυτή τη ζωή, σε βοηθάω στη βρωμερή κατασκοπεία σου για εφτά χιλιάρικα το μήνα. Τέτοιο χαμένο κορμί είμαι· τέτοιος μικρός παλιανθρωπάκος τέτοιος αισχρός υποκριτής. Και δε βρέθηκ’ ένας άνθρωπος, απ' όλους αυτούς που ακούν και διαβάζουν τις μπούρδες μου, να ‘ρθει στο σπιούνικο γραφείο μου και να με φτύσει κατάμουτρα...


Είχε σηκωθεί πολύ ταραγμένος. Το πρόσωπό του κουνιόταν ολόκληρο από υποδόρεια νευρική εργασία.
- Πώς να μασήσεις την κάνη του πιστολιού, όταν έχεις μια μητέρα που σε υπεραγαπάει; Πώς να της δώσεις, της έρμης της γριούλας, την εικόνα του ματωμένου κουφαριού σου, όταν έχει μόνο σένα στον κόσμο για χαρά, για ελπίδα, για προϋπόθεση της μαύρης ζωής της; Όταν ξέρεις πως η σφαίρα που θα σου τσακίσει το καύκαλο, θα σφηνωθεί και στην καρδιά της μάνας σου;
Πλησίασε στο παράθυρο, να δροσίσει το φλογισμένο μέτωπό του.
- Και στο τέλος, πρόσθεσε με μουντή φωνή, πρέπει να τη ζήσεις, τη δόλια τη γριούλα. Και πώς να τη ζήσεις; Με τα κέρδη των βιβλίων σου;
Γέλασε ανόρεχτα, κουρασμένα, δίχως να γυρίσει το κεφάλι. Κοιτούσε τον ουρανό, που έπαιρνε βαθυγάλαζους τόνους όσο ο ήλιος προχωρούσε στο βασίλεμα. Ο Γιούγκερμαν καθόταν στην καρέκλα του, με το μυαλό σε μακρινούς στοχασμούς. Και είπε σιγά και βαριά, αρθρώνοντας τα λόγια:
- Εμένα, ο πατέρας μου ήταν ένας ασελγής μέθυσος η μάνα μου, μια ασυνείδητη ερωτομανής. Δεν μπορώ να καταλάβω τα αισθήματά σου. Ίσως να 'χεις δίκιο...
- Απ’ ό,τι μου είπες, φαίνεται πως δε γνώρισε ς ποτέ τη γλύκα του σπιτιού· το ευτυχισμένο αίσθημα του αιμάτινου δεσμού. Αμφιβάλλω, Βάσια, αν αγαπήθηκες ποτέ κι αν αγάπησες.
Ο Γιούγκερμαν αντέδρασε σ' αυτή την υπόνοια:
- Όχι δα! Ίσως μες στην οικογένειά μου να μη βρήκα κανένα τρυφερό
αίσθημα. Μα απ’ έξω...
- Είχες φίλους γκαρδιακούς;
Σήκωσε τους ώμους του μ' αδιαφορία:
- Ω, φίλους... Μόνο γνωριμίες... Μα είχα γυναίκες. Πολλές γυναίκες...
- Πάρα πολλές για να προφτάσεις ν’ αγαπήσεις έστω και μια. Ή και να προφτάσει να σ' αγαπήσει...
- Εσύ, Μιχάλη, πρέπει να ‘χεις αγαπήσει. Τι είναι αυτή η αγάπη;
Είδε το πρόσωπο του Καραμάνου να παίρνει έκφραση σκληρή· το αριστερό του βλέφαρο να μισοσκεπάζει μια ματιά ατσαλένια· οι άκρες των χειλιών να τραβιούνται σ’ αδιόρατο σπασμό.
- Η αγάπη; Θέλεις να μάθεις τι είναι η αγάπη; Μη βιάζεσαι! Μια κι έφυγες απ’ τα χασίσια και τα χαμαιτυπεία σου, για να γίνεις καθώς πρέπει κύριος, θα το μάθεις κι αυτό...

("Γιούγκερμαν" του Μ. Καραγάτση, "Εκδόσεις του βιβλιοπωλείου της Εστίας"*)
*δυστυχώς οι εκδότες παλαιότερα δεν έκριναν πάντοτε απαραίτητο να δώσουν κάποιες πληροφορίες για τα βιβλία τους, έτσι δεν αναφέρεται πουθενά ο χρόνος της έκδοσης. Γράφει, όμως, "τρίτη έκδοση οριστική", πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη ήταν εν ζωή ο Καραγάτσης, που προφανώς είχε διαφοροποιήσει κάποια πράγματα από τις δύο πρώτες εκδόσεις. Επίσης στο εσώφυλλο έχει και στους 2 τόμους τη σφραγίδα του συγγραφέα. Η πρώτη έκδοση πάντως ήταν το 1938. Πιθανολογώ ότι ο "Γιούγκερμαν" θα είχε φθάσει στο σπίτι μας, σ' αυτή την τρίτη έκδοσή του, αρχές της δεκαετίας του 1950.