Νίκος
Βατόπουλος
Από
το Μουσείο στην Κυψέλη
Διαδρομές
στην Αθήνα
Εκδόσεις
Μεταίχμιο
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Νίκος Βατόπουλος: «Από το Μουσείο στην Κυψέλη»
Η αστική περιπλάνηση για τον Νίκο Βατόπουλο είναι πρωτίστως μια διαδικασία αυτογνωσίας. Το γράφει ο ίδιος ολοκληρώνοντας την αφήγησή του γύρω από την ευρεία περιοχή από το Μουσείο στην Κυψέλη, στο πρόσφατο ομώνυμο βιβλίο του. Οδηγώντας σε στοχαστικό εσωτερικό μονόλογο, καθόσον η περιπλάνηση είναι μια μοναχική πορεία, συχνά φέρει μέσα της και τη νοσταλγία για τις εικόνες που κάποτε ήταν και τώρα πλέον έχουν χαθεί. Εικόνες από γνώριμους δρόμους, με την απουσία πλέον όσων κτηρίων έπεσαν στον βωμό του κέρδους, την απουσία όμως και προσώπων που κάποτε διαβιούσαν σε γειτονιές γεμάτες από ζωή, αλλά και από βαθιά γνώση αισθητικής. Σκέφτομαι πως κυρίως αυτή η αισθητική των χώρων διαβίωσης, που ανακαλεί μέσα της, πέρα από τη γνώση, το ήθος των ανθρώπων, είναι που προκαλεί την πιο ουσιαστική νοσταλγία. Εκτός αυτών των παραμέτρων, βέβαια, η συγκεκριμένη περιπλάνηση προσφέρεται για μια κοινωνιολογική προσέγγιση, καθώς μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του αστικού ιστού, σε γειτονιές όπως αυτές της Κυψέλης και εν μέρει αυτές γύρω από τη Πατησίων, που αποτέλεσαν για δεκαετίες (από την καρδιά του εικοστού αιώνα μέχρι περίπου τις αρχές του ’80) πόλο έλξης της μεσαίας τάξης.
Ο Βατόπουλος αναζητεί τα ίχνη αυτής
της αστικής πολυτέλειας στις σωζόμενες πολυκατοικίες με το μάρμαρο και τις
περίτεχνες εισόδους, ενδεικτικά στοιχεία ευμάρειας αλλά και μιας προκαταβολικής
προσέλκυσης των κατάλληλων ενοίκων που θα τις κατοικούσαν. Πού και πού
αποτυπώνει όσα νεοκλασικά κτήρια γλίτωσαν από τη λαίλαπα της αντιπαροχής.
Στέκομαι σε μια περιγραφή μιας μονοκατοικίας που είναι σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο
μοντέρνες πολυκατοικίες και, σε μια αντίστροφη εικόνα, θυμάμαι πως στις αρχές
της δεκαετίας του ’60, όταν είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση της Κυψέλης, από τον
πρώτο όροφο του σπιτιού που τότε στέγαζε την οικογένειά μου, έβλεπα κάθε μέρα
τη σημαία να κυματίζει στον βράχο της Ακρόπολης. Ανοιχτός ορίζοντας, μια που η
πολυκατοικία μας ήταν η μόνη εν μέσω μονοκατοικιών. Ας μου επιτραπεί αυτή η
προσωπική μνήμη, καθώς, όπως γράφει και ο ίδιος, «το βλέμμα ενός περιηγητή
φέρει τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας του». Μιλάει για τους πολλούς
κινηματογράφους, χειμερινούς και θερινούς στην Πατησίων και στην Κυψέλη, τα
ζαχαροπλαστεία τους, τα θέατρα, τα πολλά εμπορικά, σε μια αστική ζώνη που
έσφυζε από ζωή, και στη διάρκεια της ημέρας αλλά και της νύχτας. Για τη
Φωκίωνος Νέγρη (για τους παλιούς Κυψελιώτες, απλώς Φωκίωνος), το «βουλεβάρτο,
όπως το ονομάζει ό ίδιος, τότε τον κοινό τόπο αναφοράς και συνάντησης όλων μας.
Για την Πατησίων (Πατησίων πάνω κάτω, όπως έλεγε η Γώγου, κυκλοφορώντας μέσα
της), με την παλιά της λειτουργικότητα ως πεμπτουσία της τότε αστικής ζωής. Μιλάει
μέσα από εικόνες της μνήμης για ό,τι έχει χαθεί, αλλά και με εικόνες τωρινές,
σε εξαιρετικής απόδοσης φωτογραφίες για ό,τι ακόμα ζωντανό.
Για όσους ζήσαμε σ’ αυτές τις
περιοχές (τότε που ήταν στην ακμή τους) το βιβλίο του Βατόπουλου προξενεί μια
σωρεία από μνήμες, ταυτόχρονα έναν σκεπτικισμό για την απολεσθείσα αισθητική,
για την απουσία σεβασμού στον περιβάλλοντα χώρο –χώρο ανάσας για την ίδια μας
τη ζωή–, για την ευκολία της μεταποίησης των πάντων με γνώμονα το συμφέρον, το
κέρδος, ή και μια κακώς νοούμενη αίσθηση της συμπόρευσης με ό,τι μοντέρνο και
νεωτερικό. Γιατί η αισθητική του χώρου μπορεί να διαμορφωθεί και με στοιχεία
νεωτερικά, ακόμα και τα πιο σύγχρονα υλικά (κάποτε αδιανόητα για χώρους
οίκησης) μπορούν να αποδώσουν την
αίσθηση του ωραίου. Κι όμως, υπάρχει και τώρα, ίσως για λίγο ακόμη, η ευκαιρία
της διάσωσης όσων στοιχείων αυτής της ζωής επιμένουν να στέκονται όρθια.
Γράφει:
«Αν ο διαβάτης πάρει μία προς μία
τις πολυκατοικίες επί της οδού Πατησίων και τις φανταστεί συντηρημένες και με όλα τα αρχιτεκτονικά και αισθητικά
στοιχεία τους τονισμένα και προβεβλημένα, εύκολα θα αντιληφθεί πως βρίσκεται
αντιμέτωπος με ένα ορυχείο το οποίο είναι ανάγκη να διασωθεί. Για να γίνει όμως
αυτό, θα πρέπει πρώτα να κατανοηθεί. Να γίνει δηλαδή κοινώς αποδεκτό πως μία
πόλη αξιολογείται, αγαπιέται και αποδίδει όχι μόνο μέσα από τα διάσπαρτα
μνημεία της ή από τα μεμονωμένα κτίρια-έργα τέχνης ή ιδιαίτερης ιστορικής
αξίας, αλλά και από το σύνολο που έχει αφήσει ως αποτύπωμα η αστική ζωή στην
πόλη». (σσ. 87-88).
Και ακριβώς στην παραπάνω
επισήμανση, θεωρώ πως βρίσκεται η αξία του έργου του Βατόπουλου, στις πολλές
καταθέσεις που έχει μέχρι τώρα κάνει στα περιηγητικά βιβλία του. Όχι μόνο,
δηλαδή, να καταγράφει ό,τι αξίζει να περισωθεί στη μνήμη, ό,τι εμπλουτίζει το
τώρα με το τότε και τη δική του αξία, αλλά, κυρίως, να επισημαίνει ακατάπαυστα
τι θα μπορούσε έστω και τώρα να γίνει· είναι μια μορφή «διδασκαλίας», μια μορφή
ένταξης του προσωπικού στο κοινό, μια πρόταξη του ενός, του ιδιώτη, που νιώθει
επάνω του, ίσως και ως μη όφειλε να το επωμιστεί αυτούσιο, όλο το βάρος μιας
συλλογικής ευθύνης. Είναι, σε κάθε περίπτωση, πάντως, διαλεκτική η σχέση
ανάμεσα στους, συχνά απροσδιόριστης έννοιας, «υπεύθυνους» των επάνω στρωμάτων
του κοινωνικού (και πολιτικού) οικοδομήματος και στον ιδιώτη-μονάδα του
συνόλου.
Πρόκειται, εν τέλει, για ένα βιβλίο που αφορά
το τότε αλλά και το τώρα, εν δυνάμει και το αύριο:
«Εμείς οι πολίτες του 21ου
αιώνα έχουμε το προνόμιο να βιώνουμε μια πολυεπίπεδη κατανόηση όλων αυτών των
στρώσεων της Ιστορίας και της συνείδησης και να αναλογιζόμαστε το τώρα σε μια
οθόνη του χθες και του αύριο». (σ. 25).
Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου