Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ

 

Ο ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

ΑΡΕΤΗ ΠΑΝΟΥ




 

Στο δημοτικό είχα έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Σταμάτη. Ήταν γειτονόπουλο και παίζαμε μαζί στους χωματόδρομους και στις αλάνες της γειτονιάς. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, αλλά οι πατεράδες που ήταν ναυτικοί τότε, και γνώριζα μερικούς, ήταν πολύ ανοιχτόκαρδοι και φιλικοί απέναντι σε μας, τα παιδιά, πρόθυμοι να μας πουν αστεία και ιστορίες από τα ταξίδια τους. Ίσως τα ταξίδια τους αυτά και η γνωριμία με πολλές και τόσο διαφορετικές  χώρες και φυλές και γλώσσες και θρησκείες τούς είχε κάνει πολίτες του κόσμου, τότε που οι γειτονιές της Αθήνας μύριζαν ακόμα επαρχία. Ίσως πάλι νόμιζαν ότι αυτός ήταν ένας τρόπος να έρθουν πιο κοντά στα δικά τους παιδιά, να αναπληρώσουν τον χρόνο που στερούνταν και νοσταλγούσαν το σπίτι τους όσο ταξίδευαν. Επίσης,  όλοι τους είχαν ιδιαίτερα ωραίες γυναίκες. Ούτε κι αυτό ξέρω αν ήταν τυχαίο. Ίσως ήταν άλλη μια αναπλήρωση, μια αποζημίωση που επιζητούσαν, χωρίς κι οι ίδιοι να το καταλαβαίνουν, γι’ αυτή τη στέρηση. Ίσως πάλι ήταν οι γνωριμίες τους με τις εξωτικές καλλονές της φαντασίας μας στα μακρινά λιμάνια.

Αυτά, φυσικά δεν τα σκεφτόμουν τότε, που ήμουν παιδί, τα σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα. Και ομολογώ πως φταίει κι η λογοτεχνία γι’ αυτό. Η λογοτεχνία ως υποκατάστατο, ως πλασέμπο για την αγιάτρευτη νοσταλγία και τη λαχτάρα των μακρινών ταξιδιών που δεν κατάφερα, ή δεν τόλμησα να κάνω.

Ο Σταμάτης, ο μεγάλος γιος του καπετάνιου, ήταν ένα παιδί πολύ σοβαρό για την ηλικία του και κάπως μοναχικό. Μια μέρα, προς τη μέση του δημοτικού, την ώρα των θρησκευτικών, όταν ο δάσκαλος μάς μιλούσε για τον Αδάμ και την Εύα και τα μυστήρια της δημιουργίας, ο Σταμάτης σήκωσε το χέρι του και με φωνή δυνατή και καθαρή είπε, «ο άνθρωπος προέρχεται από τους πιθήκους». Στην τάξη έπεσε σιωπή. Ο δάσκαλος αιφνιδιάστηκε. «Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου τα λέει;». «Ο Δαρβίνος τα λέει», είπε ο Σταμάτης και ξανακάθισε ήσυχος στο θρανίο του

Ο δάσκαλός μας ήταν ένας άνθρωπος σκυφτός, αγχωμένος και νευρικός που στεκόταν πάντα σούζα μπροστά στον διευθυντή και με κάθε ευκαιρία, στην Ιστορία, στα Θρησκευτικά ή στη Γεωγραφία προσπαθούσε να μας αγχώσει κι εμάς. Όταν τον έπιανε ο οίστρος του, μας έλεγε για τους απαίσιους κομμουνιστές που μπορεί να κρύβονται παντού κι ανάμεσά μας και θα έπρεπε να προσέχουμε πολύ για να μην μας κάνουν κακό. Ήταν η πρώτη φορά που με απειλούσε κάτι πολύ διαφορετικό από τους παιδικούς μου φόβους, το σκοτάδι ή τους δράκους των παραμυθιών. Κάτι άγνωστο που ορμούσε καταπάνω μου από τον ακατανόητο κόσμο των μεγάλων. Όταν συγκρίνω εκείνον τον φόβο με τους φόβους των σημερινών παιδιών, τη βία, τη μοναξιά,  την κακοποίηση, δεν ξέρω τι να κάνω, να κλάψω ή να γελάσω;

Δεν καταλάβαινα ούτε τι ήταν αυτοί οι κομμουνιστές, ούτε τι κακό θα μας έκαναν. Στο μυαλό μου, η μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα που αναπνέαμε μικροί μεγάλοι στο σπίτι, στο σχολείο, στην πόλη και στην εξοχή ανακατευόταν με τον φόβο για την πυρηνική βόμβα που έσκαγε στα πρωτοσέλιδα των καθημερινών εφημερίδων. Ήταν οι εποχές του ψυχρού πολέμου  και της κρίσης με την Κούβα, βλέπεις, αλλά όχι ότι οι σημερινές εποχές είναι και πολύ διαφορετικές. Ρώτησα τον πατέρα μου για τα λεγόμενα του δασκάλου. «Δεν είναι κακός άνθρωπος, αλλά έχει πάθει ζημιά. Τρομαγμένος είναι», μου είπε. Και πάλι δεν κατάλαβα. Ο πατέρας μου τσιγγουνευόταν πάντα τις απαντήσεις και τις εξηγήσεις του. Έπρεπε μόνοι μας να συνεχίσουμε το ψάξιμο. Γι’ αυτό πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι η «εξοχή», όπου είχαν συναντηθεί και παραθερίσει πολλοί από τους συγγενείς και φίλους και για την οποία μιλούσαν με συναισθήματα αμήχανα κι ανάμικτα μπροστά σε μας τα παιδιά, σήμαινε και κάτι άλλο εκτός από «διακοπές στη φύση». Ότι εξοχή σήμαινε και εξορία στα οικογενειακά συμφραζόμενα. Αλλά υπάρχει λέξη που να έχει μόνο μία σημασία;

Ο δάσκαλός μας, λοιπόν, είπε στον Σταμάτη να έρθει με τον κηδεμόνα του. Την άλλη μέρα, η μητέρα του Σταμάτη διέσχισε το προαύλιο καμαρωτή και αγέρωχη, αντάλλαξε δυο κουβέντες με τον διευθυντή και τον δάσκαλο και έφυγε το ίδιο αγέρωχη και χαμογελαστή, με εκείνη τη σπίθα πονηριάς και ειρωνείας που είχα δει πολλές φορές στο βλέμμα της. Ακόμα θυμάμαι την κομψή της σιλουέτα, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της. Δεν έμαθα ποτέ τι είπανε. Φαντάζομαι θα της συνέστησαν να προσέχει τις κακές επιρροές στον γιο της.

Κανένα άλλο παιδί δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο, πριν το φωνάξει ο Σταμάτης στην τάξη. Ακόμα και οι πιο μοντέρνες οικογένειες στη γειτονιά δεν αμφισβητούσαν και δεν αψηφούσαν τα ιερά και τα όσια. Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τον Επιτάφιο και την Ανάσταση, τη μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά, τον τακτικό σχολικό εκκλησιασμό, τη δύναμη της προσευχής και φυσικά τον Αδάμ και την Εύα, τον προπροπροπαππού και την προπροπρογιαγιά όλων μας.

Έτρεξα πάλι στον πατέρα μου. Έλεγε λίγα, αλλά αληθινά πάντα. Ποτέ δεν τον είχα πιάσει να ψεύδεται, να λαθεύει, να υπεκφεύγει ή να πάει να με ξεγελάσει. Ήταν τότε για μένα το γκουγκλ και όλοι οι τόμοι του Πάπυρου Λαρούς μαζί. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη. Άσχετο που αργότερα, στην εφηβεία μου, τον απέρριψα και έκανα χρόνια να του ξαναμιλήσω ή να τον ακούσω με την ίδια εμπιστοσύνη.

«Καταγόμαστε από τον πίθηκο;», τον ρώτησα. Με κοίταξε καλά, σαν να ζύγιζε κάτι στο μυαλό του και είπε «ναι». «Κι αυτός ο Δαρβίνος ποιος είναι;», ξαναρώτησα. «Ένας σπουδαίος επιστήμονας που έκανε έρευνες και μελέτες και πειράματα και το απέδειξε». «Κι εσύ πού τον ξέρεις;». «Τον γνώρισα στην εξοχή. Εκεί είχα λίγο καιρό να σκεφτώ και να διαβάσω γι’ αυτά τα πράγματα».

Αυτό το ελάχιστο επεισόδιο που συνέβη στην τάξη δεν άλλαξε κάτι στην παιδική μας καθημερινότητα, στη συμπεριφορά και στις συνήθειές μας. Σαν ένα βότσαλο που πέφτει στα ακύμαντα νερά μιας λίμνης και, μετά το πλαφ και τους λιγοστούς ομόκεντρους κύκλους στην επιφάνειά της, εξαφανίζεται αθόρυβα στον βυθό της. Στον δικό μου τον βυθό στάθηκε και έμεινε πάντως. Συνέχισα να κάνω την προσευχή μου στα δύσκολα και να σπαράζω στο κλάμα στο Σινεάκ, στα «Πάθη του Χριστού» κάθε Πάσχα. Δεν αισθανόμουν καμία αντίφαση σ’ αυτό. Τι σημασία είχε αν ο άνθρωπος κατάγεται από τον Αδάμ και την Εύα ή από τον πίθηκο; Κι αν ο Χριστός είναι γιος του Θεού ή του Ανθρώπου. Αλλάζουν μήπως τα βάσανα και οι καημοί  και οι φόβοι τους; Σε κάθε περίπτωση, σημασία δεν έχει από πού ξεκινάει κανείς, αλλά πού πάει και πού θα φτάσει.

Κι αυτά δεν τα σκεφτόμουν τότε, αλλά αργότερα που μεγάλωσα. Και φταίει και γι’ αυτά η λογοτεχνία. Όπως φταίει και για τις ατελείωτες παρεκβάσεις και τις παρεμβολές και τα λοξοδρομήματά μου, για τα οποία θα πρέπει να ζητήσω συγγνώμη κάποτε. Από ποιον αλήθεια όμως, από τον Σταμάτη, από σένα ή από μένα; Ξεκινάω να μιλήσω για τον συμμαθητή μου τον Σταμάτη κι όλο ξεφεύγω και απλώνομαι, και η ιστορία που θέλω να πω γίνεται δέντρο πολυπλόκαμο, με ρίζες και κλαριά που διακλαδώνονται και μπερδεύονται και δεν μπορώ ούτε να το κλαδέψω, ούτε να το ξεριζώσω. Κι εξάλλου, τι είναι ο κορμός σκέτος, χωρίς τις ρίζες του και χωρίς τα κλαδιά του, χωρίς τα πουλιά που φωλιάζουν πάνω τους και χωρίς τον αέρα που περνάει ανάμεσά τους Ένα κούτσουρο είναι, ένα ξύλο απελέκητο.

Στο σχολείο δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο που κάποια παιδιά φώναζαν τον Σταμάτη, Δαρβίνο και κάποια άλλα, πίθηκο. Εκείνος δεν έδινε καμία σημασία. Αλλά κι αυτό δεν κράτησε πολύ, ξεχάστηκε γρήγορα. Την επόμενη χρονιά κάποιοι συμμαθητές έφυγαν, άλλοι καινούριοι ήρθαν. Στο γυμνάσιο άλλαξα κι εγώ σχολείο. Τον Σταμάτη τον συναντούσα αραιά και πού στη γειτονιά. Όταν μιλούσαμε, μου φαινόταν ότι συνεννοούμασταν διαφορετικά από ό,τι με τα άλλα γειτονόπουλα. Οι λέξεις αποκτούσαν άλλη ειλικρίνεια και βάρος. Τον γνώριζα από μακριά από το βάδισμά του. Ένα βήμα σταθερό και γρήγορο, με μαζεμένους τους ώμους, σαν να ήξερε πού πήγαινε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει. Κι αυτό ήταν παράξενο για παιδί της ηλικίας μας, στο κατώφλι μιας εφηβείας που ερχόταν κατά πάνω μας με φόρα, φυσώντας ανησυχίες κι αβεβαιότητες. Καθώς μεγάλωνε και το οστεώδες πρόσωπό του άλλαζε γωνίες και μετασχηματιζόταν σιγά σιγά σε αντρικό, έμοιαζε όλο και πιο πολύ στον Ιβ Μοντάν, στο «μεροκάματο του τρόμου». Κι αυτό αργότερα το σκέφτηκα, όταν είδα την ταινία.

Προς το τέλος του λυκείου τον ρώτησα πού θα δώσει εξετάσεις.

«Θα πάω στη σχολή μηχανικών του ναυτικού».

«Νόμιζα ότι σε ενδιαφέρουν οι φυσικές επιστήμες».

«Θέλω να ταξιδέψω. Βιάζομαι να ταξιδέψω».

«Στο καλό και στέλνε μας καμιά καρτ ποστάλ, ιδίως άμα πας κατά Γκαλαπάγκος μεριά».

Γέλασε και γέλασα κι εγώ, αλλά ένιωσα κι ένα τσίμπημα ζήλιας καθώς περνούσαν απ’ το μυαλό μου εξωτικές εικόνες, γκέισες και χαβανέζες. Πάντως του ευχήθηκα «καλά και ωραία ταξίδια» και το εννοούσα με όλη μου την καρδιά.

Μετά το λύκειο δεν τον ξαναείδα με σάρκα και οστά. Τον έβλεπα καμιά φορά στον ύπνο μου, άυλο και με το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν. Κι αλήθεια, πώς μπορείς να πεις «βλέπω» κάποιον, έστω και στον ύπνο σου, όταν έχεις ξεχάσει το πρόσωπό του; Αλλά εδώ βλέπω ακόμα στον ύπνο μου, καμιά φορά, τον άνθρωπο που σταμάτησε τα αυτοκίνητα που σφύριζαν γύρω μου στη λεωφόρο Κηφισίας, να με λιώσουν σαν χαλκομανία πάνω στην άσφαλτο, κατέβηκε από το δικό του, με έπιασε από το χέρι, το έσφιξε, με ξεκοκκάλωσε, με τράβηξε, και με άφησε ασφαλή στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο πανικός που με είχε παραλύσει, μικρό παιδί στη μέση του δρόμου, δεν  με άφησε να ρίξω ούτε μια ματιά στο πρόσωπό του, ούτε να του πω ευχαριστώ. Και όμως τον «βλέπω» πολύ καθαρά, ιδίως όταν η πίστη μου στους ανθρώπους κλονίζεται σοβαρά.

Από τους γονείς του μάθαινα πού και πού νέα του, ότι ο Σταμάτης είναι καλά, τελείωσε τη σχολή, μπάρκαρε στο πρώτο του ταξίδι, είναι κάπου στην Άπω Ανατολή. Και δώστου απέραντες θάλασσες, ανθισμένες κερασιές και γκέισες με κιμονό να κυματίζουν στο μυαλό μου. Κάποτε ο πατέρας του, που είχε βγει πια στη σύνταξη και στη στεριά, μου είπε, «Γιατί δεν του γράφεις ένα γράμμα; Εσείς είσαστε φίλοι από μικρά παιδιά. Καμιά φορά η μοναξιά γίνεται αποπνικτική στο καράβι».

Μετά από πολλές σκέψεις και αμφιβολίες και πισωγυρίσματα, αποφάσισα  να του γράψω. Κόλλησα όμως στην πρώτη πρόταση, στην πρώτη λέξη. Πώς να τον αποκαλέσω; Το «αγαπητέ Σταμάτη» ήταν τυπικό και ψυχρό, το «αγαπημένε μου Σταμάτη» ήταν υπερβολικό, σαν να του υπέβαλα και να του επέβαλα κάτι με το έτσι θέλω, το «καλέ μου Σταμάτη» ήταν γλυκανάλατο, το «φίλε μου» δεν μου έφτανε και ούτω καθεξής. Όταν κατέληξα στο σκέτο «Σταμάτη» δεν μπορούσα να προχωρήσω παρακάτω. Έγραψα και έσβησα και ξανάγραψα και τσαλάκωσα και έσκισα αρκετά φύλλα χαρτί και πέρασα αρκετές άγρυπνες νύχτες. Κι ενώ εγώ πάλευα με το πρώτο μου συγγραφικό μπλοκάρισμα, έφτασε στη γειτονιά η είδηση του θανάτου του.

Είχε ανέβει στην αντένα του ασυρμάτου του πλοίου για να την επιδιορθώσει και από εκεί πάνω γλίστρησε, έπεσε και έσκασε στο κατάστρωμα. Είπανε ότι στο καράβι υπήρχε μια αναταραχή, μια ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη του πληρώματος και ο θάνατός του μπορεί να οφειλόταν σε κακόβουλη ενέργεια. Κάποιοι από τους αντίπαλους μπορεί να έστριψαν απότομα την αντένα με έναν λάθος, αλλά εγκληματικό στην πραγματικότητα χειρισμό, και να τον έστειλαν να βουτήξει στο κενό, από κει ψηλά. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον Σταμάτη να συμμετέχει σε οποιονδήποτε καυγά, όμως ο πατέρας του δεν διέψευσε αυτή την εκδοχή, όταν τον ρώτησα. «Στα πληρώματα υπάρχει κάθε καρυδιάς καρύδι, σάπιοι άνθρωποι, ουραγκοτάγκοι και μαχαιροβγάλτες», είπε.

Οι γονείς του Σταμάτη κατέπεσαν γρήγορα μετά από αυτό. Για κάποιο καιρό τους έβλεπα καθισμένους στη βεράντα του σπιτιού τους, σαν να περίμεναν κάτι που δεν ερχόταν. Δεν κατάλαβα πότε έφυγαν. Είχα φύγει πριν εγώ από το πατρικό μου σπίτι. Όσο κι αν έφυγα όμως κι όπου κι αν πήγα, εγώ που ζήλευα τα μακρινά ταξίδια, δεν απομακρύνθηκα ποτέ από εκείνη την παιδική μου γειτονιά.

Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να πηγαίνω στο τοπικό νεκροταφείο  για δικούς μου λόγους, συνήθιζα να τριγυρίζω ανάμεσα στους τάφους διαβάζοντας τα χαραγμένα ονόματα και τις ημερομηνίες. Αναγνώριζα και θυμόμουν παλιούς συμμαθητές και φίλους και γείτονες, τους γονείς τους, και μερικές φορές αποτρόπαιες τα παιδιά τους. Ο Σταμάτης  ήταν ο δεύτερος που είχε φύγει από εκείνη την τάξη του δημοτικού. Πρώτο είχε φύγει ένα κορίτσι που στο τέλος του λυκείου είχε εκδηλώσει μια σπάνια αρρώστια, και όλη σχεδόν η τάξη είχαμε πάει στην κηδεία της. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει τίποτα για την κηδεία και την ταφή του Σταμάτη, πού και πότε έγινε. Επειδή οι γονείς του είχαν πεθάνει, ρώτησα τον μικρότερο αδελφό του, όταν τον συνάντησα. Έτσι έμαθα ότι το σώμα του κάηκε σε ένα λιμάνι της Ιαπωνίας, όπου επιτρεπόταν η αποτέφρωση, που τότε απαγορευόταν στην Ελλάδα, και η στάχτη του ρίχτηκε στη θάλασσα, όπως ακριβώς είχε προλάβει να ζητήσει από την πλοιοκτήτρια εταιρία να γίνει. Φαντάστηκα μια γκέισα να παρακολουθεί την τελετή της αποτέφρωσης από μια γωνιά και να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Φαντάστηκα το πλήρωμα συγκεντρωμένο στο κατάστρωμα να τον αποχαιρετά τελετουργικά. Φαντάστηκα τον Σταμάτη να συνεχίζει  το ταξίδι που τόσο λαχταρούσε στην απέραντη θάλασσα.

 

Καμιά νύχτα τον βλέπω στον ύπνο μου. Όλο και πιο σπάνια. Μόνο όταν ένα πλαφ της ημέρας υπόκωφο κι απαρατήρητο ταρακουνήσει εκείνο το βότσαλο στον βυθό μου, ένας ήχος ανεπαίσθητος, μια λέξη, μια φευγαλέα εικόνα. Δεν έχει σώμα και έχει το πρόσωπο του Ιβ Μοντάν στο «μεροκάματο του τρόμου». Πώς μπορείς να λες ότι βλέπεις κάποιον όταν η μορφή του έχει σβήσει από τη μνήμη σου; Τον βλέπω σ’ εκείνη τη βουτιά από το μεσιανό κατάρτι που διέκοψε τόσο πρόωρα και άδικα το δικό του μεροκάματο του τρόμου. Κι αναρωτιέμαι τι να περνούσε άραγε από το μυαλό του ενώ έπεφτε σαν να πετούσε, την τελευταία στιγμή, μόλις πριν σκάσει στο κατάστρωμα ή κάνει αναστροφή κι αρχίσει να πετά προς τα πάνω απελευθερωμένος από τη βαρύτητα κι από την όποια καταγωγή του.

  

Αρετή Πάνου

(Φωτογραφία: Rodney Smith, Collin with Magnifying Glass, Alberta, Canada, 2004)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου