Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2023

Ανθούλα Δανιήλ: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, ΑΩ Εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Περί ου"

 

Ανθούλα Δανιήλ: 

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, 

ΑΩ Εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Περί ου"

Ανθούλα Δανιήλ: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Εκδόσεις ΑΩ, 2023 – Περιοδικό Περί Ου (periou.gr)



ΑΩ, 2023

Τι είναι θεός; τι  μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;  αναρωτιέται ο Γιώργος Σεφέρης, αλλά και ο πριν 2500 χρόνια Ευριπίδης:

ό,τι θεός ή μη θεός ή το μέσον,/ τις φησ’ ερευνήσας βροτών/ μακρότατον πέρας ευρείν/ ος τα θεών εσορά /δεύρο αύθις εκείσε/ και πάλιν αντιλόγοις/ πηδώντ’ ανελπίστοις τύχαις;…

Πράγμα που σημαίνει ότι κανείς δεν ξέρει τι είναι ο θεός, τι δεν είναι, τι βρίσκεται ανάμεσα, κανείς θνητός δεν έψαξε και βρήκε, αφού βλέπει πως τα έργα των θεών αλλάζουν πότε έτσι και πότε αλλιώς και πάντοτε ανέλπιστα (Ελένη, στίχ. 1137-1143).

Αυτή η ιδέα με παραλλαγές επανέρχεται σε αρκετά έργα του Ευριπίδη και παντού αλλού και αυτή είναι η ραχοκοκαλιά της νουβέλας της Διώνης Δημητριάδου, της οποίας ο ήρωας,  συγκλονισμένος από μια απώλεια, αρχίζει να φιλοσοφεί, να στοχάζεται βαθιά, επειδή το τραύμα είναι βαθύ.

Το βιβλίο απαρτίζεται από 25 κείμενα. Από αυτά, τα πέντε είναι δοκίμια με τίτλο «Θηρίο ή θεός – ο χώρος ανάμεσα» και το θέμα τους αφορά την τραγωδία· στην ουσία, αφορά τη μοίρα του ανθρώπου, όπου η συγγραφέας, με το προσωπείο του ήρωά της, θα σκύψει με μεγάλη προσοχή για να βρει αυτό που φυσικά δεν μπορεί να απαντηθεί, αφού, όσες φορές και όποια απάντηση και αν δοθεί,  θα είναι ανεπαρκής, και πάντα, κάθε εποχή θα χρωστάει τη δική της ανάγνωση και τη δική της απάντηση.

Το κείμενο με τον τίτλο «Σημείωμα για τους συντρόφους μου» προβάλλει τον πολιτικό του χαρακτήρα. Από τα άλλα,  εννέα κείμενα,  με μορφή Ημερολογίου, από τις 2 έως τις 23 Μαΐου, φέρουν τον  τίτλο «εδώ που είμαι ακόμα» (με ελαφρές χρονικές παραλλαγές: «ξημερώματα, εδώ που είμαι ακόμα»  ή «Εγώ ακόμη εδώ, για πόσο όμως;).  Το εικοστό πέμπτο προκύπτει «Από τις σημειώσεις του Γεράσιμου». Τα υπόλοιπα είναι αριθμημένα και άτιτλα.

Αυτή η σταυρολεξική σύνθεση μοιάζει να παραπέμπει στο πυκνό δίχτυ των αόρατων διαδρομών της σκέψης ή των συναισθημάτων, που με δοκίμια, για την τραγωδία και κυρίως με το παράδειγμα του Οιδίποδα, ζητά απάντηση στα καθ’ ημάς. Παράλληλα με το Ημερολόγιο δείχνει τον αμείλικτο χρόνο που εξαντλείται, οσονούπω.

Στο εναρκτήριο ερώτημα, «Πώς γίνεται, ό,τι έχω χάσει, πάλι μέσα μου να είναι, πάλι να το νιώθω σαν το πιο “δικό μου”, σαν μια απώλεια κερδισμένη;»,  εμφανίζεται η αντίφαση μέσα στα ανθρώπινα· «απώλεια κερδισμένη». Και η συνέχεια των προβληματισμών εξελίσσεται δαιδαλικά, αναζητώντας απαντήσεις, σε περίεργες συνθέσεις αντιθέτων,  όπως «Μια εικόνα πολλαπλών αναμετρήσεων: το “εγώ”  του πολιτισμού και του ορθού λόγου με το “εγώ”  του κόσμου των ενστίκτων»…

H Δημητριάδου δράττεται από τον τραγικό λόγο, έχει επισημάνει εκείνο το «αντιλόγοις» που συναντήσαμε πριν λίγο στον Ευριπίδη, έχει νιώσει τη μεγάλη, έστω και φαινομενική, αντινομία που διέπει τη ζωή, τη συνύπαρξη του εσωτερικού τοπίου και την ταυτόχρονη συμμετοχή στο ευρύ εξωτερικό…

Ο ήρωας του βιβλίου, ο Ευγένιος, είναι ένας μοναχικός ξεχωριστός άνθρωπος, καθισμένος σε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο και κοιτάζει έξω, χωρίς κάτι ιδιαίτερο να κεντρίζει το βλέμμα του. Και να που κάποτε άνοιξε η απέναντι πόρτα· ένα κορίτσι φάνηκε για λίγο και έπειτα τρέχοντας έστριψε στη γωνία και χάθηκε από το κάδρο… Θα το ξαναδούμε στο τέλος και αισθάνομαι πως αυτό το κορίτσι λειτουργεί σαν σύμβολο, που εμφανίζεται για λίγο και χάνεται, σαν τη ζωή, τη νιότη, τον αγώνα, τον έρωτα, την ευτυχία. Χάνεται όμως γρήγορα και, στα μέτρα μιας ζωής, σαν αστραπή.

Όπως είδαμε από τα μέρη της νουβέλας, εκείνο που αφορά   την τραγωδία με παράδειγμα τον Οιδίποδα, το αίνιγμα της Σφίγγας, τον χρησμό του Μαντείου, τις κινήσεις του ήρωα που νόμιζε πως ήξερε -αφού έλυσε το αίνιγμα-  συμπεραίνουμε πως ό,τι και να ξέρουμε, η ζωή έχει νόμους που δεν μας τους γνωστοποιεί. Και οι χρησμοί του θεού των Δελφών δεν λέγουν αλλά σημαίνουν μόνο. «Που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής πάλι ο ήλιος γέρνει κι είναι ολόγυρά σου/ …/ Σα να πήραν τέλος οι άνθρωποι και να μην έχει μείνει άλλο τίποτα καίριο να ειπωθεί», λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, υποστηρίζοντας «Εκείνο που δεν γίνεται».

Η συγγραφέας, με όχημα την τραγωδία, εξασφάλισε έναν εύσχημο τρόπο για να διευκρινίσει τι είναι τραγωδία και τι δραματική ένταση, π.χ., αλλά και να συνδέσει το αρχαίο δράμα με το σύγχρονο. Να μας πει δηλαδή ότι δεν βλέπουμε τραγωδία χωρίς να συνειδητοποιούμε το μήνυμά της στο διηνεκές. Οπότε, με  οδηγό πάντα το αρχαίο δράμα, θα διερευνήσει πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του κακού, όπως είναι «αρχαία τα Λαβδακιδάν»… Θα μπορούσαμε βεβαίως να επαναλάβουμε πως όλα τα έχουν πει οι αρχαίοι μας, όλα τα έχει ξαναπεί ο Σαίξπηρ και έπειτα, όλα  τα έχουν επαναλάβει οι νεότεροι μεγάλοι. Ωστόσο, το ερώτημα «Θηρίο ή θεός»  δεν έχει απαντηθεί και είναι  πολλά τα «ανάμεσα» που παραμένουν σκοτεινά.

Όσο, κι αν ο ήρωας προβληματίζεται πάνω στο θέμα του Οιδίποδα που  δεν ήξερε τι  θα ακολουθούσε, φεύγοντας από τους Δελφούς, ή αφού απάντησε στο αίνιγμα της Σφίγγας επιτυχώς, δεν θα καταλήξει κάπου. Τα ερωτήματα είναι πολλά και όλα δύσκολα. Εκ των υστέρων και 2500 χρόνια μετά μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε, αλλά την ψυχή του Οιδίποδα, μετά την απάντηση του Μαντείου, ποιος μπορεί να την υπολογίσει. Εύκολες οι απαντήσεις, όταν οι ερωτήσεις αφορούν τους άλλους. Ο θεός πάντως δεν βοηθάει, το σύμπαν παραμένει βουβό, οι θεοί και οι άγιοι δεν υποκύπτουν στις ανθρώπινες παρακλήσεις, ο ήρωάς μας θα ξανακοιτάξει το κείμενό του, αλλά  τα «δυσνόητα του κόσμου» θα παραμείνουν άλυτα.

Άσε που ο επί σκηνής έχει άλλη αίσθηση της κατάστασης από τον θεατή στην κερκίδα (να προσθέσουμε εδώ και τον ποιητή τον ίδιο και τον  σκηνοθέτη). Τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο;

Η Δημητριάδου θα επικαλεστεί έναν φωτογράφο και τη δουλειά του, την αποτύπωση της εικόνας που βλέπει, ενώ ο ηθοποιός υποδύεται τον ρόλο. Ας το πούμε πιο απλά. Ο φωτογράφος μας δείχνει το απέξω μιας στιγμής φευγαλέας, ο ηθοποιός προσπαθεί να μιμηθεί το από μέσα μόνιμο, να μας δώσει το ήθος και το ύφος, αφού αυτό χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Ο φωτογράφος αποτυπώνει τη ζωντανή πραγματικότητα σε νεκρό χαρτί, ενώ ο ηθοποιός ζωντανεύει τον ρόλο από το νεκρό χαρτί και μας εξαπατά, παρουσιάζοντάς τον ως πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι η  τέχνη με τα ψέματά της λέει αλήθειες. Κι έτσι οι δύο κόσμοι συμφύρονται. Η φωτογραφία είναι μια στροφή προς τα πίσω, ένα καταφύγιο… «μια απόπειρα να μην βλέπω την αλήθεια», τώρα.

«Πάει πολύς καιρός που άφησε τη σηκωμένη του γροθιά στο σπίτι του. Καιρός πολύς που “κουράστηκε” και αποφάσισε να συζητάει το περισσότερο παρά να ζητάει το δίκιο του στους δρόμους … Είναι και η μοναξιά που χτίζει τείχη… είναι και οι επιλογές που είχε κάνει».

Ο ηρωικός του αντίλογος του με τις Ευμενίδες έχει ξεχαστεί, «μας πήρε ο ύπνος», λέει ο Σεφέρης,  και, ο Ρίτσος, μπαίνοντας  στην Τέταρτη διάσταση ασκεί αυτοκριτική. Δεν είναι πια η ώρα της δράσης, αλλά της κριτικής, της σκέψης και της απελπισίας.

Ο άνθρωπος δεν διαλέγει ελεύθερα αυτό που διαλέγει και κανείς δεν εγγυάται ότι διάλεξε σωστά. Είναι η πανίσχυρη Μοίρα που έχει τον πρώτο λόγο· το βλέπουμε  στον Αισχύλο –η Αίσα, η Μοίρα που κανείς δεν μπορεί να την νικήσει· πρώτη αυτή, μετά ο θεός και μετά ο άνθρωπος. Όπως λέει και ο Σεφέρης «αλλιώς η μοίρα το βουλήθη, πρέπει να στρίψεις σε μια κώχη». Μια ανώτερη δύναμη υπερβαίνει τις ανθρώπινες πράξεις,  προαιρέσεις, βουλήσεις και σου επιβάλλει πού να στρίψεις και να αλλάξεις ζωή. Η ανθρώπινη γνώση σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Το βιβλίο κλείνει με την φράση: «σε κάθε ερώτηση η απάντηση μοιάζει να είναι ο Άνθρωπος. Ή, μήπως, όχι;». κι εμείς ρωτάμε: Αυτό είναι το «ανάμεσα»;  Ο άνθρωπος είναι κάτι ανάμεσα; Ούτε θηρίο ούτε θεός; Η φράση βεβαίως μας θυμίζει την καταληκτική παράγραφο της Ομιλίας του Σεφέρη στη Σουηδική Ακαδημία:

Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα.

Η Σφίγγα ρώτησε, ο Οιδίπους απάντησε, ο Σεφέρης  κατένευσε. Η  Δημητριάδου όμως, με τον τρόπο που διατύπωσε το δικό της ερώτημα, σαν τη Σφίγγα, άφησε πολύ «ανάμεσα» στο θηρίο και στον θεό, ενισχύοντας  την αμφιβολία, γιατί κάθε εποχή οφείλει τη δική της απάντηση στη δική της  απορία.

Τέλος, ας μη μας διαφύγει ότι ο θεωρούμενος πεζός λόγος της Διώνης Δημητριάδου είναι ήδη ποιητικός και, πίσω από τον μύθο της νουβέλας της, βαθιά στοχαστικός· όπως τότε, στην Αρχαία Ελλάδα, ποιεί μουσικήν και εργάζεται  φιλοσοφία και ποίηση …

 

Ανθούλα Δανιήλ

 

Λίλια Τσούβα: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Εκδ. ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό 'Περί ου"

 

Λίλια Τσούβα: 

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Εκδ. ΑΩ

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό 'Περί ου"

Λίλια Τσούβα: Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, Εκδ. ΑΩ – Περιοδικό Περί Ου (periou.gr)

 


[…] και εκείνος που δεν μπορεί να είναι μέλος μιας κοινωνίας λόγω της αυτάρκειάς του δεν την χρειάζεται την κοινωνία, αυτός δεν είναι μέρος της πόλεως και είναι κατά συνέπεια είτε θηρίο είτε θεός.

(Αριστοτέλης, Πολιτικά, Α, 1253a 1-5 και Α, 1252b – 1253a 33)

 Η φύση του ανθρώπου είναι τέτοια, ώστε μόνο σε μια πόλη να μπορεί αυτός να επιτύχει την ολοκλήρωσή του, υποστήριξε ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά.

Με όχημα την αντίληψη αυτή η Διώνη Δημητριάδου συνέγραψε τη νουβέλα της Θηρίο ή Θεός (ΑΩ, 2023). Ο ήρωάς της, ο Ευγένιος, επιλέγοντας τη μοναχικότητα, αποκομμένος από την άλλοτε ενεργή κοινωνική δράση, διάγει βίο μονήρη, μακριά από «προσμείξεις περίεργες, που υπαγορεύονται από τις σχέσεις». (σελ. 16)

Ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το δοκίμιο, με στοιχεία ημερολογίου, το έργο της Διώνης Δημητριάδου γίνεται εφαλτήριο για τα μεγάλα προβλήματα της ζωής και του πολιτισμού. Την ιστορία του Ευγένιου αφηγείται ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής/αφηγήτρια. Persona της συγγραφέως o Ευγένιος, στα πέντε δοκιμιακά σχεδιάσματα που συγγράφει με τίτλο Θηρίο ή Θεός – Ο χώρος ανάμεσα, αφήνει να εκδιπλωθεί ένας βαθύς φιλοσοφικός προβληματισμός. Τα σχεδιάσματα συνομιλούν με την αρχαία ελληνική σκέψη και τέχνη, ο ίδιος ωστόσο συνομιλεί και με τους συντρόφους του σε ένα σημείωμα που υπογράφει για εκείνους, ενώ στην όλη διάρθρωση παρεμβάλλονται τα ημερολόγια που διατηρεί από τις 30 Απριλίου έως τις 23 Μαΐου. Εκτός του χρονικού προσδιορισμού, αναγράφουν τη φράση: εδώ που είμαι ακόμα. Στο τελευταίο: 23 Μαΐου, εγώ ακόμη εδώ, για πόσο όμως;

Η αρχαία ελληνική τραγωδία και ιδιαίτερα ο Σοφοκλής με τα έργα του Οιδίπους τύραννος και Οιδίπους επί Κολωνώ βρίσκονται στον κεντρικό προβληματισμό του Ευγένιου. «Όταν στον δρόμο για τη Θήβα ο Οιδίποδας συνάντησε τη Σφίγγα και αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας αναλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα» γράφει ο Σεφέρης.[i] «Ο Οιδίπους είναι το κατεξοχήν ελεύθερο άτομο. Παιδί του πέμπτου αιώνα, παιδί του λόγου, λύνει το ένα μετά το άλλο τα προβλήματα του ανθρώπου με τον ορθό λόγο, όχι με την οιωνοσκοπία».[ii]

Είναι ο Οιδίποδας ωστόσο και η τραγική προσωπικότητα που με δική της προαίρεση πέρασε από την άγνοια στην οδυνηρή γνώση, στην αλήθεια. Η Δημητριάδου, αναλύοντας τον όρο «τραγική ειρωνεία», όπως και το ζήτημα γνώση-άγνοια, υπεισέρχεται σε θέματα που αφορούν τις θρησκείες και τη φθαρτότητα, τον διακαή πόθο του ανθρώπου για αιωνιότητα και ανάσταση, τη μνήμη, την επικοινωνία μας με τους άλλους. Φορτικές οι σχέσεις με φίλους και γνωστούς, ενίοτε καταδυναστευτικές, όμως η απομάκρυνση από τον κοινωνικό περίγυρο συνιστά έλλειψη ανοχής, οδηγεί στην επιθετικότητα. Ένας «ιδιότυπος ρατσισμός». Σπάνια ανεχόμασταν κάποιον άνθρωπο δίπλα μας, αν αυτός ξέφευγε κάπως από τις πρότυπες εικόνες που φτιάχναμε στο κεφάλι μας για το ποιος θα έπρεπε να είναι ο σύντροφός μας, ο συνοδοιπόρος μας, ο συνομιλητής μας, έστω. (σελ. 24)

Δουλεύοντας με τα δίπολα, (παλαιό-σύγχρονο, κοινωνία-ερημιά, μνήμη-λήθη, ζωή-θάνατος, παρουσία-απουσία, κλπ.), η Δημητριάδου ερευνά φιλοσοφικά, αλλά και καλλιτεχνικά θέματα, όπως είναι η γραφή, η αναγνωστική πρόσβαση, η σχέση φωτογράφου-ηθοποιού, φύσης-τέχνης. Το punctum της φωτογραφίας, οι ανεπιστρεπτί στιγμές, ο χρόνος που φεύγει. Συζητά επίσης για τον έρωτα, τα απωθημένα, τα όνειρα.

Ο Ευγένιος, στην εσωτερική του αναμέτρηση με τα περασμένα, ανακαλεί τους πολιτικούς αγώνες. Πάει πολύς καιρός που άφησε τη σηκωμένη γροθιά στο σπίτι του. Καιρός πολύς που «κουράστηκε» και αποφάσισε να συζητάει το περισσότερο παρά να ζητάει το δίκιο του στους δρόμους ανάμεσα σε σύνολο ανομοιογενές και αλλοπρόσαλλα συνθήματα. (σελ. 39) Στο σημείωμα που αφήνει για τους συντρόφους του εκδηλώνει συμπάθεια για το δικό του, όπως και εκείνων, αγωνιστικό παρελθόν. Διακρίνει ωστόσο την αλλαγή στην ώριμη ηλικία, (πολλοί συμβιβάστηκαν, παροπλίστηκαν ή άλλαξαν πλευρά), αλλά και την απουσία της νεολαίας.

[…] Τον πονούσε η μνήμη, τον έθλιβε και η αλλοίωση της εικόνας των πραγμάτων, όπως την είχε διατηρήσει στο μυαλό του. Έβλεπε γύρω του όλο άγνωστα πρόσωπα, πράγμα βέβαια φυσικό με δεδομένη την απουσία του για τόσα χρόνια. Όχι, όμως, δεν ήταν αυτό. Τα πρόσωπα που έβλεπε δίπλα του δεν ήταν μόνον άγνωστα. Ήταν αδιάφορα, άλλα ύποπτα, με κάθε τρόπο εχθρικά. Παιδιά πουθενά. […] (σελ. 41)

Η πολιτική δράση του μάς μεταφέρει (flash back) στη δεκαετία του 80: αγώνες, ακμαίο πολιτικό αίσθημα. Η συγγραφέας θίγει ζητήματα κομμάτων και πολιτικής αυτογνωσίας, λαϊκισμού. Μέσα από τις περιγραφές των περιπάτων του ήρωα στις γειτονιές και τα πάρκα της Αθήνας αφήνει να διαφανεί η περιγραφική της δυνατότητα: γλωσσική ακρίβεια, ανάγλυφες και παραστατικές εικόνες. Μέσα από τα δοκιμιακά σχεδιάσματα και τα ημερολόγια του Ευγένιου ξετυλίγει έναν σπουδαίο φιλοσοφικό λόγο πάνω στα μεγάλα και διαχρονικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: βούληση, θεοί, πεπρωμένο, ευτυχία, αλήθεια, γνώση· το αρχαίο ελληνικό μέτρο και το ξεπέρασμά του, το εξωανθρώπινο, η απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου, (είμαστε τραγικά ελεύθεροι, διακήρυττε ο Σαρτρ), η αυτοχειρία ως πράξη βούλησης, (αναφορά στο ποίημα του Σικελιανού Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα)), ο θρίαμβος της «καταχθόνιας μηχανής» (διατύπωση του Κοκτώ για τη «συντριβή του πάσχοντος όντος»).

Αριστοτέλης, Όμηρος, Σικελιανός, Σαρτρ, Κοκτώ, Καβάφης, Καρυωτάκης, Γκαρωντύ, Σεφέρης (τ’ είναι θεός; τί μη θεός; και τί τ’ ανάμεσό τους;). Διακειμενικότητα επίσης με Έλληνες στιχουργούς, τραγουδιστές. Ένας πλούσιος λόγος περί ύπαρξης και η ανεπάρκεια, η μηδαμινότητά μας μέσα στο σύμπαν και την αιωνιότητα. Ο Οιδίποδας δεν είναι παρά ο ίδιος ο άνθρωπος.

[…] Πότε ήταν ευτυχής ο σοφός άνθρωπος, ο Οιδίποδας; Όταν αγνοούσε την πραγματική του ταυτότητα, όταν βίωνε μια «αλήθεια» κατασκευασμένη και ψεύτικη; Μήπως όταν άρχισε να του παιδεύει το μυαλό η υποψία της άλλης καταγωγής, και τον καθοδηγούσε στην έρευνά του η δύναμη του μυαλού του; Όταν, παρερμηνεύοντας τα δίσημα και σκοτεινά λόγια του θεού, που «ούτε λέγει ούτε κρύπτει, αινίττει», προσπαθώντας να αποφύγει τη μοίρα του, ίσα ίσα βάδιζε κατευθείαν επάνω της; Πότε ήταν ευτυχής; Μήπως τώρα που επιτέλους έφθασε στο τέρμα της επίπονης αναζήτησης και έμαθε το τρομερό μυστικό της γενιάς του; […] (σελ. 61)

Το τέλος που δίνει στη νουβέλα της Θηρίο ή Θεός η Διώνη Δημητριάδου, οι προβληματισμοί που θέτει, φέρνουν στην επιφάνεια το βαθιά ανθρώπινο, αυτό που όλοι αναζητούμε και έχουμε ανάγκη πέρα από την ύλη και την τεχνολογία, πίσω από τα κόμματα και τις θρησκείες: το άγγιγμα, την επικοινωνία. Ο άνθρωπος βρίσκεται πίσω και πάνω από όλα. Αδύναμος μέσα στη φθαρτότητά του, με τα αναπάντητα ερωτήματά του.

Οι αισθήσεις συμμετέχουν ενεργά στη γλαφυρή αφήγηση. Μπολιάζοντας την αρχαία, βυζαντινή και σύγχρονη πνευματικότητα με τις διαχρονικές αναζητήσεις του ανθρωπίνου όντος, η Διώνη Δημητριάδου αφήνει να αναδυθεί ένας ώριμος συγγραφικά και φιλοσοφικά προβληματισμός. Το βιβλίο από τα αξιανάγνωστα.

[i]https://prosvasimo.iep.edu.gr/Books/Eidikh-Agwgh-PI/books/c_likeiou/l_c_arial-28b/l_c_ekfrasi_ekthesi_arial_28b/l_c_ekfrasi_ekthesi_bm_(231-265)_28b.docx (Τελευταία πρόσβαση 3.12.2023)

[ii] «γνώμῃ κυρήσας οὐκ ἀπ’ οἰωνῶν μαθών»: ό.π.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

 

 

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

Μια απέραντη ματιά Ποιήματα 2018-2023 Ασημίνα Ξηρογιάννη εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Μια απέραντη ματιά

Ποιήματα 2018-2023

Ασημίνα Ξηρογιάννη

 εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μια ενδιαφέρουσα ποιητική πορεία χρόνων • Fractal (fractalart.gr)

 

 


Μια ενδιαφέρουσα ποιητική πορεία χρόνων

 

Πάντα υπάρχει ενδιαφέρον σε μια συγκεντρωτική έκδοση που περιλαμβάνει την ποιητική πορεία χρόνων, καθώς δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμηθεί η γραφή στην εξέλιξή της, επηρεασμένη από εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες που διαμορφώνουν τον τρόπο έκφρασης αλλά και τη θεματική.  Η Ασημίνα Ξηρογιάννη ήδη έχει εκδώσει μια πρώτη συγκέντρωση των ποιημάτων της (Ποιήματα 2009-2017, Βακχικόν, 2021). Τώρα, σε μια συνέχεια από την προηγούμενη συλλογή, αποδεικνύει πως διαρκώς υπηρετεί με συνέπεια τον ποιητικό λόγο, παρουσιάζοντας τα ποιήματα που γράφτηκαν από το 2018 έως τα πλέον πρόσφατα του 2023.

Χωρισμένη η συλλογή σε τρία μέρη. Το πρώτο (Τα θεατρικά) αποτυπώνει την ενασχόληση της ποιήτριας με τα θεατρικά πράγματα, με τις επιλεγμένες θεατρικές μορφές να σχολιάζονται με ποιητικό τρόπο, επιτρέποντας, πέρα από τον αποστασιοποιημένο εν είδει «κριτικής» ματιάς λόγο (απότοκο της θεατρικής παιδείας της Ξηρογιάννη) να διακρίνεται μια  αδιόρατη ενσωμάτωση των προσωπικών της βιωμάτων στο δικό τους δράμα (δύσκολα, άλλωστε, θα μπορούσε να αποφευχθεί η προσωπική σύγκλιση με τα επιλεγμένα πρόσωπα, όσο το επιτρέπει, φυσικά, η επιθυμία του κάθε δημιουργού να υποκρύπτεται πίσω από τους «ήρωές» του) με τον έντονο συμβολισμό τους: Συντρίβεσαι Οιδίποδα,/ πάνω στους βράχους/ της μοίρας/ της από τον θεό σταλμένης/ της εξοικειωμένης με τη φρίκη («Οιδίπους τύραννος»).


Το δεύτερο (Σημείο σύγκλισης)  έχει ευθείες αναφορές στην ποίηση: Ξέρω ότι το ποίημα με περιμένει/ Φροντίζω να μην αργήσω («Πριν τη γραφή»), θέμα στο οποίο η ποιήτρια επανέρχεται συχνά (όπως στο Δοκιμάζοντας το ποίημα, Βακχικόν, 2017), αλλά ανιχνεύονται και πιο προσωπικά βιώματα, σε περισσότερο εξομολογητικό ύφος, και αυτό χαρακτηριστικό της ποιητικής της: Στένεψε η λωρίδα πολύ/ Το σώμα λικνίζεται/ Αβέβαιη κίνηση/ Τα γόνατα έχουν πυρετό/ Μπάλες φωτιάς/ Απωθημένα, συμπλέγματα/ Όλα εκεί/ Δρόμοι οι μύες/ Δρόμοι τραχείς/ Βουνά κακοτράχαλα/ Η ζωή μου («Σώμα ΙΙ»).

Το τρίτο (Η κοιλιά-δραματικός μονόλογος), αφήνει το σώμα να μιλήσει με τον δικό του γήινο τρόπο –πάντα η ποίηση της Ξηρογιάννη αποπνέει την αίσθηση των  σωματικών αγγιγμάτων, ό,τι κι αν γράφει, γεγονός που αποδίδει στη γραφή της το ρεαλιστικό στοιχείο, δίπλα στα συχνά υποφαινόμενα υπερρεαλιστικά ίχνη γραφής –  γιατί […] ο ποιητής σκάβει τα τραύματα/ ψαχουλεύει τα ράμματα/ αναπαλαιώνει τις ρωγμές. Ο συμφυρμός του γήινου στοιχείου, εκφρασμένου με τη σωματική αίσθηση, με τον έτσι κι αλλιώς απογειωτικό, μεταφορικό χαρακτήρα του ποιητικού λόγου,  δημιουργεί μια ποιητική φωνή πλήρη τόσο στην αισθητική της όσο και στο νοηματικό της περιεχόμενο. Όλα «δένουν» αρμονικά στο ποιητικό αποτέλεσμα, ήδη, μετά από τόσα χρόνια, αναγνωρίσιμο στα σημεία του.

Διαβάζοντας την ποιητική πορεία της Ξηρογιάννη, όπως ξεδιπλώνεται στη δεύτερη συγκεντρωτική αυτή έκδοση, συνειδητοποιείς πως ένα στοιχείο που μοιάζει να αγκαλιάζει αναπόφευκτα, εν τέλει, όλα τα ποιήματα είναι η ποιητική μοναξιά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είτε απροκάλυπτη στα πιο προσωπικά ποιήματα είτε καλυμμένη πίσω από λογοτεχνικές περσόνες που λειτουργούν ως μανδύας για το ποιητικό υποκείμενο, ταυτισμένο συχνά με την ίδια την ποιήτρια. Σπασμένη/ Δεν μεταφράζεται σε πάθος/ αλλά σε πόνο/ η απώλειά μου αυτή/ Δεν είμαι βλάσφημη/ τώρα πια/ ούτε ηδονική/ Είμαι κυρίως μόνη. («Μαγδαληνή»).  Μια παρουσία διακριτή στην αξία της, με διαρκώς ανανεούμενη την έμπνευση, με συνέπεια και σοβαρότητα απέναντι στην ποιητική υπόθεση. 

 Διώνη Δημητριάδου

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γράφει για τη νουβέλα της Διώνης Δημητριάδου «ΘΗΡΙΟ ή ΘΕΟΣ» εκδόσεις ΑΩ, 2023 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γράφει 

για τη νουβέλα της Διώνης Δημητριάδου 

«ΘΗΡΙΟ ή ΘΕΟΣ»

 εκδόσεις ΑΩ, 2023

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

Μια διαρκής διάζευξη • Fractal (fractalart.gr)

 

 



Μια διαρκής διάζευξη

Μεσήλικας και μονήρης, στοχαστικός, γραφιάς και φωτογράφος. Ευγένιος στο όνομα. Ζει κλεισμένος σε διαμέρισμα. Έχει έναν και μόνο φίλο, που μάταια προσπαθεί να τον ξεκουνήσει. Αποφεύγει τις εξόδους. Ένα μπαλκόνι ο έξω κόσμος του. Κάθεται και παρατηρεί όσο καπνίζει. Τίποτα το αδιάκριτο δεν υπάρχει στο βλέμμα του. Μια κυρία από απέναντι έχει βγάλει έξω το σκρίνιο και καθαρίζει με φροντίδα τις μινιατούρες. Μία άλλη καπνίζει στο σκοτάδι και σκέφτεται να της χαμογελάσει αλλά αντιλαμβανόμενος το μάταιο της χειρονομίας αποφεύγει να το κάνει. Αραιά και πού βγαίνει βόλτα μέχρι το παρακείμενο πάρκο με την υποτυπώδη παιδική χαρά. Πιάνει ένα παγκάκι και συνεχίζει να παρατηρεί τα παιδάκια που παίζουν, τους υπερήλικες που συνοδεύονται από γυναίκες.

 

Τι μεσολάβησε από τον πληθωρισμό των κοινωνικών του σχέσεων μέχρι τη μοναξιά της τωρινής του ζωής; Πώς εξηγείται η παραίτηση; Από ποια ανάγκη προέρχεται τούτη η αποστασιοποίηση, τούτη η απομάκρυνση απ’ όλους και απ’ όλα; Υπάρχει βεβαίως το θέμα της απώλειας αγαπημένου γυναικείου προσώπου. Όπως επίσης και το ζήτημα της πολιτικής και ιδεολογικής ήττας της αριστεράς. Εν ολίγοις μια προσωπική και μια συλλογική πληγή: το πρόσωπο που έφυγε οριστικά και η γενιά των οραμάτων που αποχωρεί με σκυμμένο το κεφάλι. Ωστόσο δεν κατέχουν κεντρικό ρόλο στην αφήγηση, αναφέρονται άπαξ και πλανώνται από κει και πέρα σαν σκιές, δικαιολογώντας μόνο εν μέρει τη βαρυθυμία του ήρωα. Απ’ ό,τι φαίνεται είναι πολύ πιο βαθιά, πολύ πιο υπαρξιακή, πολύ πιο ενδογενής η κούραση που τον βαραίνει.

 

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι με ψυχιατρικούς όρους θα μπορούσε εδώ να γίνει λόγος για κατάθλιψη: ο ήρωας χάνει την επιθυμία για ζωή, κατεβάζει τα ρολά και κλείνεται στον εαυτό του, είναι αγέλαστος, μελαγχολεί βαθιά και μειώνει στο ελάχιστο τις λειτουργίες του. Αναρωτιέμαι όμως πόσο πιο σοφούς θα μπορούσε να μας κάνει η ψυχιατρικοποίηση της περίπτωσής του, πόσο ωφέλιμη θα ήταν για τη βαθύτερη εννόησή του. Γιατί σε αντίθεση με την επιστήμη που έχει την τάση να συνομαδώνει, να εργαλειοποιεί και να αναζητά πρακτικές λύσεις, η τέχνη, και δη η λογοτεχνία, στέκεται στη μονάδα, κινείται στη διάσταση του βάθους και αρέσκεται να θέτει ερωτήματα.

 

Θαρρώ ότι το σπουδαιότερο ανάμεσά τους είναι το ερώτημα του θανάτου. Και πιο συγκεκριμένα: Ποια προετοιμασία μπορεί να κάνει κανείς; Με ποιους τρόπους μπορεί να διαχειριστεί την ιδέα της αποδημίας του; Πόσο ήρεμος μπορεί να σταθεί απέναντί στον φόβο της; Αποσυρόμενος ο ήρωας έρχεται κατά πρόσωπο αντιμέτωπος με το τέρας. Αδειάζει τον χώρο και τον χρόνο για να μην αποσπάται από τίποτα και από κανέναν. Εν ολίγοις, δεν συναινεί στις κοινές λύσεις, στα κοινά ξόρκια και στις κοινές φρίκες. Και μάλιστα κάνει δυο ακόμη βήματα παραπέρα.

 

Αφενός δεν προβαίνει στον απολογισμό της ζωής του. Δεν βάζει στο ζύγι τις καλές και τις κακές στιγμές, τις χαρές και τις πίκρες. Το βιβλίο δεν κλείνει με το αναμενόμενο χαμόγελο της ωριμότητας. Κανένα κλισέ από τη Δημητριάδου, ούτε καν η δικαιολογημένη συγκατάβαση απέναντι στον ήρωά της, πολύ δε περισσότερο το στοργικό χάιδεμα του αναγνώστη. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια αναλογική μίμηση των μυθιστορημάτων ενηλικίωσης, ενός μεσήλικα στην προκειμένη που προετοιμαζόμενος να διαβεί το τελευταίο κατώφλι θα κάνει την προσωπική του άρση για να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, τα λάθη του και τελικά με την ιδέα του θανάτου. Ο Ευγένιος της Δημητριάδου φεύγει το ίδιο απορημένος, συγκεχυμένος, απελπισμένος και μόνος – όπως υποθέτω ότι συμβαίνει με τους περισσότερους όταν θα φύγουμε.

 

Αφετέρου συγκεντρώνει όλες τις διανοητικές του δυνάμεις στο μείζον θέμα της ανθρώπινης τραγωδίας, τουτέστιν στην ελευθερία και τη μοίρα, στη ζωή και το θάνατο, στη βούληση και την ανάγκη, στον λόγο και το άλογο  – ιδωμένα υπό τον πυκνό συμβολισμό του Οιδίποδα. Καταγράφοντας μέχρι τέλους τις σκέψεις του γύρω από το θέμα συστήνει μια άλλη, πιο γενναία, πιο πνευματική στάση ζωής και θανάτου, αυτή του ανθρώπου που ως την τελευταία του στιγμή επιμένει να αίρεται στο επίπεδο του φιλοσοφικού στοχασμού με την τραγική επίγνωση ότι καμία οριστική και σίγουρη απάντηση δεν υπάρχει σε όσα ερωτήματα θέτει.

 

Μια δεκαετία τώρα παρακολουθώ τη Δημητριάδου, στα ποιητικά της, στους πειραματισμούς της, στα υβριδικά της. Θεωρώ ότι ο Λύκος της ήταν ένα από τα καλύτερα ποιητικά βιβλία τής τότε εσοδείας, απορώ δε με τα κριτήρια της κριτικής που δεν το αναγνώρισε όσο και όπως θα έπρεπε. Εν πάση περιπτώσει, η μείζων δικαίωση της γραφής το πιστεύω και το εννοώ ότι είναι η ίδια η γραφή, εφόσον είναι στα αλήθεια απολαυστική και λυτρωτική, πάει να πει δεν τυποποιείται, δεν επαναλαμβάνεται, δεν επαναπαύεται και δεν ευχαριστεί. Όπως ακριβώς ισχύει κι εδώ.

Η πρόζα της Δημητριάδου είναι άκρως ποιητική, αλλά δίχως εκβιασμούς και ποδηγετήσεις. Η ποίηση ενυπάρχει στην οικονομία και τη ρυθμικότητα, στην πύκνωση και στην αφαίρεση. Είναι πανταχού παρούσα, ωσάν η διαρκής απάντηση στο αίνιγμα της Σφίγγας, αλλά με τη διορατική επίγνωση της τραγωδίας που επίκειται στη Θήβα, τουτέστιν μη συστήνουσα μια καινούρια μυθολογία της ελπίδας.

 

Η μόνη ίσως ελπίδα, καταργημένη και αυτή, αλλά υπαρκτή όσο ασκείται είναι η ίδια η τέχνη, αλλά από την καρυωτακική αντίληψη του καταφυγίου που μισούμε. Αποσυρόμενος ο Ευγένιος από την κοινωνική ζωή, τους περισπασμούς και τις συναναστροφές, ξαναπιάνει το γράψιμο, υπό τη μορφή των ημερολογιακών καταγραφών, του δοκιμιακού-φιλοσοφικού λόγου, των σημειωμάτων-επιστολών προς την ηττημένη γενιά του, και τη φωτογραφία.

 

Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη σε εκείνο το παγκάκι του πάρκου, όπου άφησε την τελευταία του πνοή, και χαίρομαι που η τριτοπρόσωπη αφηγήτρια δεν μου χαρίζεται με εύκολες απαντήσεις κι ούτε καν μπαίνει στον κόπο να ερεθίσει την περιέργειά μου. Εικάζω ότι όλα όσα σχεδίαζε ο Ευγένιος έμειναν στη μέση, αλλά επιμένω να θαυμάζω το κουράγιο του.

 

Όθεν και η απάντηση που δίνω στη διάζευξη του τίτλου, θηρίο ή θεός; Ιδού στην τελική το ένα και μόνο το πιο κρίσιμο ερώτημα για τον καθένα μας.

 Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

 

 

 

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2023

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ: ΛΙΑ ΣΙΩΜΟΥ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΩΣΕΙ ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ"

 

 ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΛΙΑ ΣΙΩΜΟΥ

ΠΟΙΗΜΑ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟ*

ΣΕ ΔΥΟ ΓΛΩΣΣΕΣ

(στις φωτογραφίες ο ποταμός Αχέροντας, η "πύλη για τον Κάτω κόσμο") 



ΠΑΡΕ ΜΕ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

 

Πάρε με μαζί σου....

 

 Θα ακολουθήσω 

ήρεμη στο πλευρό σου,

στο μοναχικό το μονοπάτι

που τόσο θλιβερά τώρα διαβαίνεις.

Δεν μου ανήκεις πια, το ξέρω.

Πάρε με όμως σαν παλιά

για ένα περίπατο στη λίμνη.

 

 

Είναι ιερός ο δρόμος π᾽ απόψε

διαβαίνεις μοναχός

Θλίψεις παλιές, αβεβαιότητες,

χάνονται μακριά.

Το μονοπάτι αυτό φοβάμαι,

θα χωρίσει για πάντα

τώρα τις ζωές μας.

 

 

Κάτω από φύλλα

να σιγοψιθυρίζουν στον άνεμο

Κάτω από την ασημένια

σκόνη των αστεριών,

τη μυστικότητα του σεληνόφωτος

οι καρδιές μας θε να  θυμηθούν

και αναμνήσεις γλυκές στον νου

         ξανά θα ’ρθούν

 

 

Περπάτησε για λίγο σιμά μου,

τα δάκρυα κάπως να δω

 από τα μάτια να κυλούν.

 

 

Άγνωστος πια σε με,

πιο πολύ τώρα από παλιά.

Απόμακρος, τόσο απόμακρος

Μη με ξεχάσεις

 

Μες στην πυκνή ομίχλη

της ήρεμης νυχτιάς

γύρισε να με δεις

για άλλη μια φορά.

Τη γλύκα της μορφής,

αγάπη της ματιάς

Σ᾽ εκλιπαρώ, Για ακόμα

μία φορά,

γύρισε να με δεις, για μια

στερνή φορά.

 

 

Πάρε με μαζί σου στη βάρκα

που ήρεμα διασχίζει

της λίμνης τα κρύα νερά.

 

 

Τα κουπιά τόσο αθόρυβα,

τα νερά τόσο ατάραχα

Κι εσύ τόσο αόρατος, τόσο

απαθής σε όλα.

Ατενίζεις τον Χάροντα

να παίρνει σιωπηλός

το παρελθόν σου, το παρόν σου

μακριά, τόσο μακριά

 

 

Γύρισε και δες με

για άλλη μια φορά

Μην κοιτάς τη λίμνη..

Στον βυθό της χρόνια

έχουν πνιγεί

τόσα της ζήσης μυστικά.

 

 

Κύκνοι λευκοί μας

περιμένουν εκεί

καταμεσής στη νυχτιά.

 

 

Φύκια μαζέψαν τα νερά,

στολίδια στα μαλλιά σου.

Ανεμώνες  θαλασσινές

στόλισαν με χάρη

τη σάπια πλώρη

που τόσο αθόρυβα κυλά.

Στολισμένη η βάρκα

που σε παίρνει

στην πέρα ακρολιμνιά.

 

 

Γύρισε και δες με,

για μια στερνή φορά

Θα σ᾽ ακολουθήσω…

 

μα μόνο να το πεις...

Μακριά....

 

21 Νοεμβρίου 2008

*Προδημοσίευση από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή τηςΛίας Σιώμου  Ωσεί Άνθος του Αγρού

 



TAKE ME WITH YOU

 

 Take me with you

I will follow silently

by your side,

to the lonely path

you so sadly take.

You belong to me no more, I know.

Take me though,

for a walk by our Lake.

 

 

It’s a sacred lane, this one

you are starting tonight.

Past worries, uncertainties

will dissipate afar.

This one, I am afraid

will take our lives apart.

 

 

In the whispering leaves, under

silver stardust and mystic moonlight

our hearts will remember,

and sweet memories only

will come to mind.

 

 

Walk by me,

The tears, I want so to see,

run from your eyes.

Unknown to me, even more

now you are

Distant so distant,

Forget me not at once.

 

 

Amidst the thick fog

of the silent night

turn around and look

once more at me now

The sweetness on the face,

the expression in the eyes,

Once more, I plead you;

Turn around and look

at me now.

 

 

Take me, on the old boat

that softly traverses

the cool, Lake waters

to the shore across.

The ores are so silent,

the waters so still...

And you, so invisible,

so motionless to all.

You stare at the Hades

navigating in calm

Your past and your present

far away, so far.

 

 

Turn around and look

once more at me now

Don’t look at the Lake

where the secrets are drowned.

The white swans are waiting for us

in the midst of the night

The waters have gathered

sea weeds for your hair.

Anemones of the sea

are gracefully placed

on the old, rotten, silently gliding bow.

Adorned is the vessel that

will take you across to the shore.

 

 

Turn around and look

once more at me now.

I will follow you far

if you only allow.

 

 

November 21, 2008

[το ποίημα στην πρώτη του γραφή ήταν στην αγγλική γλώσσα]

 

Greek Poet among Featured Artists at Field Museum’s Upcoming Celebration of Art, Poetry, Music and Dante

CHICAGO—Lia Siomou, a Greek poet living in Chicago, will be showcased along with poets representing six other nations on June 24, 2013 at the Field Museum’s event “Field of Light.” World renowned Italian artist Marco Nero Rotelli will illuminate the Field Museum with poetry from these artists and more beginning at 9:30 pm.

“Poetry joins those far apart....Art, Poetry, Music and Architecture mix their wisdom in order to create a new illuminating harmony capable of telling the deepest sense of Italian Culture,” described Rotelli.

Rotelli will transform the exterior of the Field Museum into an enormous illustrated masterpiece inspired by Dante Alleghieri’s 14th century epic poem, “The Divine Comedy,” widely considered the preeminent work of Italian literature. Colorful projected images and poetry will interact with the building’s classical architectural elements, taking attendees on a voyage that delves into the mind of the medieval Italian poet and his struggle through the sinful circles of hell in the “Inferno,” the first section of the poem. During the luminous event, the massive projection on the north and west façade of the Field Museum will be visible on nearby streets, buildings, parks and even aircrafts. Planned to correspond with the summer solstice, the hour-long light and music spectacular will begin at 9:30 pm.

Every installation by Rotelli within urban context, is awe-inspiring, almost as a suspension of space and time leading the spectator through a journey made of colors, music and poetic verses when projected will resemble itineraries.

Encompassing the building, these visual narratives also evoke the natural histories preset within the Field Museum, bringing together cultural pasts and present on the site where the density of Chicago’s skyline meets the infinite horizon of Lake Michigan. Rotelli will adapt an array of text, numerology and symbols from Dante’s masterwork, “The Inferno.”

A selection of unique compositions of elite contemporary poets and musicians will shape “Divine Natura” and add to Rotelli’s already spectacular visual display. The poets, selected by artist/poet Arica Hilton, have each chosen a key verse from Dante to develop a contemporary work that resonates with today’s audience. The sonic atmosphere will also include musical performances by soprano Karolina Dvorakova-Marchetti and a soundtrack by Adrian Leverkuhn and Thomas Masters.

The poets were selected according to their excellence in poetry. They will read their works in English as well as in their native language. Poets include Ana Castillo (Spanish), Osama Esber (Arabic), Arica Hilton (Turkish), Reginald Gibbons (Portuguese), Elise Paschen (French), Lia Siomou (Greek) and Thomas Haskell Simpson (from Northwestern University) will be featured.

.“I feel very honored to be part of this celebration. I have always treasured Italian culture and music,” said Siomou, who also serves as president of the Hellenic Literary Circle of Chicago.

Her poem, “Take Me With You,” (“Pare me mazi sou” in Greek), tells about her husband’s passing; a poem about traveling to another form of life.

 

Lia Siomou was born and raised in Athens, Greece. A scientist, she came to the States to finish her graduate studies. Her resume includes research at two prestigious universities, and 18 years as a scientist with the U.S Department of Energy (DOE) at Argonne NationalLaboratory, in the Chicago suburbs.

She has published 8 poetry collections that have been very well-received. Her poetry has been set to music by Dr. Athanasios Zervas professor and dean of the University of Macedonia in Thessaloniki. Her CD Lia’s songs was out in 2022 and her songs have been presented at the Athens and Thessaloniki’s Conservatories, at the Megaron of Music in Athens, at ERT echo and on Jan. 30, 2024 will be presented in concert at Carnegie Hall, New YorkCity.

[άρθρο από την ελληνική εφημερίδα του Σικάγου Greek Srtar, τον Ιούνιο του 2013]