Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Νέες κυκλοφορίες Όταν χάθηκε ο Σαίξπηρ (1585 - 1592) Συγγραφέας: Ελέας, Δημήτρης Εκδόσεις Γκοβόστη

 

Νέες κυκλοφορίες

Όταν χάθηκε ο Σαίξπηρ (1585 - 1592)
Συγγραφέας: Ελέας, ΔημήτρηςΕκδόσεις Γκοβόστη

Αν μελετήσει κανείς τη ζωή του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, ώστε να αντιληφθεί καλύ­τερα τη δύναμη των έρ­γων του ως προς τα παντοτινά ζητήματα με τα οποία αυτά κατα­πιάνονται, με έκπληξη θα ανακαλύψει ότι οι «σαιξ­πηρολόγοι» απο­κα­­λούν το διάστημα 1585 - 1592 «χαμέ­να χρό­­νια» («lost years»).

Κανείς δεν γνωρίζει πού ή­ταν και τι έκανε ο Σαίξπηρ από την ηλικία των 21 μέχρι την ηλικία των 28 ετών! Το έργο αυτό είναι ένα μυθιστόρημα για τα χρόνια εκείνα, που κατά πάσα πιθανότητα διαδραμάτισαν κάποιον ρόλο στο να εξελιχθεί ο Γουίλιαμ στον τρανό Σαίξπηρ, που γνωρίζουμε σήμερα. 

Ο Σαίξπηρ πάντα ξάφνιαζε με την ευρηματικότητά του, όπως φιλοδοξεί να κάνει και το βιβλίο αυ­τό. Παράλληλα ο συγγραφέας προσπαθεί να αξιο­ποιήσει το σαιξπηρικό έργο, ακολουθώντας τα χνά­ρια του μεγάλου Σαίξπηρ, προκειμένου να αναδείξει σύγχρονα ζητήματα.



Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

Πού καιρός για τέτοια 14 νανοδιηγήματα Γιώργος Α. Μουτσινάς ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Πού καιρός για τέτοια

14 νανοδιηγήματα

Γιώργος Α. Μουτσινάς

 ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | 14 νάνοι σε πείσμα του χρόνου, που δεν του καίγεται καρφί • Fractal

 


14 νάνοι σε πείσμα του χρόνου, που δεν του καίγεται καρφί

 

Έτσι κι αλλιώς η γραφή στη μικρή της φόρμα είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, δύσκολη αναμφίβολα, παρά τη συντομία της. Πρέπει μέσα σε μικρό σώμα κειμένου να στηθεί μια στοιχειώδης πλοκή, να βρει τον χώρο του ο ένας ήρωας, να μην περισσέψει τίποτα από τον χρόνο, να καταναλωθεί όλος γύρω από ένα γεγονός, ένα συμβάν ή κάποιες στιγμές. Πολύ περισσότερο ασφυκτικά τα όρια, άρα και η δυσκολία μεγαλύτερη, αν πρόκειται για διήγημα μπονζάι ή νανοδιήγημα, όπως προτιμά ο Γιώργος Μουτσινάς. Θα «προλάβει» να κερδίσει τον αναγνώστη ένα κείμενο λίγων αράδων; Κάθε λέξη είναι πολύτιμη, μοναδική και αναντικατάστατη. Δεν είναι λίγοι όσοι απέτυχαν στις συγγραφικές τους προσδοκίες.

Διάβασα με ενδιαφέρον τα 14 νανοδιηγήματα (όλο κι όλο το βιβλίο αριθμεί «ωφέλιμες» σελίδες κάτι πιο πάνω από τριάντα). Πρόκειται για αποτυπώσεις στιγμών, στις οποίες το πρόσωπο κάθε φορά μιλά για να ακουστεί ή για να ακούσει τον εαυτό του. Στιγμές βιωμένης απόγνωσης, όταν το κέλυφος σπάει και ξεχύνεται ο λόγος. Στιγμές που βαθαίνει ολοένα και περισσότερο η επίγνωση μιας ζωής που κατασπαταλήθηκε. Στιγμές που κάποιος θέλει να σταματήσει το τραίνο για να κατεβεί, αλλά σταθμός δεν υπάρχει. Ακόμη και στιγμές που κρατούν μαχαίρι, που στάζουν αίμα, όταν στο χείλος του γκρεμού πρέπει να αποφασίσεις όχι αν θα γκρεμιστείς εσύ, αλλά αν θα πάρεις και κάποιον άλλο μαζί σου.

Ο Μουτσινάς, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, ξέρει να γράφει, ξέρει να ζυγίζει σωστά τον χώρο και τον χρόνο του μικρού, του ελάχιστου κειμένου του, ώστε να προλάβει να πει το ουσιώδες, να παραδώσει μετά τη σκυτάλη στον αναγνώστη για τη συνέχεια. Μια μικρή ατέλεια στο «ΑΙΘΕΡΟΒΑΜΟΝ ΠΛΟΙΟ», όταν καταναλώνεται άσκοπα σε πολλά επίθετα, όταν και από μόνα τους τα ουσιαστικά είναι πλήρη νοήματος – άλλωστε αυτό δηλώνει και το όνομά τους. 


Ξεχωρίζω το «ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΦΤΩΧΥΝΑΝ», γιατί μέσα σε μόνο τριάντα αράδες μπόρεσε να χωρέσει δύο θαύματα. Το ένα το έκανε η εικόνα του Βαφτιστή που δάκρυσε. Μόνο που αυτό σήμαινε πως η εικόνα θα μετακόμιζε στην πόλη, με όλα της τα τάματα, η μισοτελειωμένη εκκλησία που στέγαζε την εικόνα θα άλλαζε χρήση, αφού το θαύμα θα ήταν για τους πολυπληθείς πιστούς και όχι για το μικρό χωριό.  Κι όμως, η γραφή εδώ επιφύλαξε το δεύτερο θαύμα, το μεγαλύτερο – εξαρτάται, φυσικά, από ποια μεριά το κοιτάζεις: 


[…] Κι αφού διαλύθηκαν τα κανάλια, οι πλανόδιοι και οι καντίνες, δε βρέθηκε πια κανείς στην κατάμονη πλατεία να βεβαιώσει το αληθινό θαύμα:  Μια μαυροφορεμένη γριά μαγκούφα, που ’χε τρυπώσει στα κλεφτά στη εκκλησία, βγήκε λίγο αργότερα βαστώντας στις σκελετωμένες της παλάμες σαν φυλαχτό, τυλιγμένο σ’ αλουμινόχαρτο, ένα κανελί γαρίφαλο κι ένα μισολιωμένο κερί που ’χαν παραπέσει απ’ το εικόνισμα πάνω στη μεταφορά. (σ. 29).


Ο Μουτσινάς εξηγεί σε ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα το «πώς» και το «γιατί» αυτής της γραφής, αλλά και το «γιατί τώρα», αφού αυτά τα διηγήματα πάνε πίσω δέκα χρόνια. «Στις ανάπαυλες του τετριμμένου που στήνει καρτέρι στη γωνία να τσακίσει κάθε μας πρωτοτυπία», θα πει, ονομάζοντας τα διηγήματα «σύντομα παράπονα», με τον χρόνο να τρέχει, αδιάφορος για όλους τους αγωνιούντες, συγγραφείς και μη. Σε πείσμα, λοιπόν, αυτού του αδιάφορου, που δεν του καίγεται καρφί, γράφει ο Μουτσινάς τα νανοδιηγήματά του, σαν η γραφή να είναι το δικό του σταμάτημα της χρονικής διάρκειας, σαν να είναι οι δικές του μικρές στιγμές που αιχμαλώτισαν τον χρόνο με τις λέξεις τους.

Στο εξώφυλλο ένα ράμφισμα (έργο της Φωτεινής Χαμιδιελή), από αυτά που σε αγριεύουν, εκτός αν προλάβεις να γράψεις γι’ αυτά, ας πούμε 14 νανοδιηγήματα.

 Διώνη Δημητριάδου

Γιάννης Ξανθούλης Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα Εκδόσεις Διόπτρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Γιάννης Ξανθούλης

Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα

Εκδόσεις Διόπτρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Γιάννης Ξανθούλης: «Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα

 


 

Έχει πάντοτε ενδιαφέρον η λογοτεχνική αποτύπωση κοινωνικών καταστάσεων μέσα από τη λυτρωτική λειτουργία του χιούμορ. Η αποδόμηση συχνά στερεοτυπικών αντιλήψεων, η απομυθοποίηση, με τη σειρά της, απέναντι σε ό,τι φαντάζει δύσκολο στην αντιμετώπισή του, ακόμη και με την ελευθερία που παρέχει η συγγραφική ευελιξία, συνιστούν δύο «εργαλεία», με τα οποία ο συγγραφέας διευκολύνει την αναγνωστική πρόσληψη να εισχωρήσει τόσο σε καθημερινές όσο και σε ξεχωριστές συνθήκες ζωής, χωρίς το βάρος της θλίψης που γεννά μια ζοφερή πραγματικότητα, ενθαρρύνοντας μια πιο ομαλή και απρόσκοπτη διαμάχη με τις αντιξοότητες.  Το χιούμορ, αναποδογυρίζοντας καμιά φορά το πραγματικό τοπίο, αναδεικνύει μια διαφορετική όψη της ζωής, χωρίς την επίπλαστη σοβαρότητα. Θα λέγαμε μάλιστα πως όσο μεγαλύτερες οι δυσκολίες, τόσο πιο αποτελεσματική η αρωγή του.

Προσωπικά θεωρώ πως ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αποκτά η χρήση του χιούμορ, όταν εστιάσουμε στον γράφοντα και όχι στον αποδέκτη. Είναι τότε που ανακαλύπτουμε πόση απόγνωση για όσα μας περιτριγυρίζουν κρύβεται πίσω από τη διακωμώδηση, πώς ξορκίζεται η παντελής έλλειψη χειροπιαστής ελπίδας από την ανατροπή των δεδομένων του καιρού μας. Με άλλα λόγια, και ο συγγραφέας αυτοκαθαίρεται από ό,τι τον απελπίζει.

Η περίπτωση του Γιάννη Ξανθούλη είναι η συνισταμένη αυτών των δύο συνιστωσών: από τη μια η διάθεση να δώσει την άλλη όψη του τραγικού, δηλαδή το κωμικό, με τη βαθιά επίγνωση της αλληλοτροφοδότησης, προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητός ο ζόφος, και από την άλλη η δική του ζωτική ανανέωση, μέσα από την καταβύθιση του  στην τραγικότητα, προκειμένου να αναδυθεί με τρόπαιο το θαυματουργό γέλιο. Και, φυσικά, με τη βαθιά συνειδητοποίηση της σοβαρότητας του κωμικού στοιχείου.

Η οικογένεια Γαργάρα, φτωχή οικονομικά και πνευματικά, δεσπόζει στη νέα του ιστορία, στην κωμόπολη Ροδόσταμη της Ανατολικής Μακεδονίας, με τις πολλές θαυματουργές τριανταφυλλιές από ένα σπάνιο είδος, φερμένο από την Περσία. Μια οικογένεια που ισορροπεί ανάμεσα στην ανηθικότητα και στο όνειρο, ακόμα και αν πρόκειται για φαντασίωση. Από τη μια ο πατέρας, ο «μασίστας» Ηρακλής και ο μεγάλος γιος, ο Σούλης, ισχυρά αντρικά πρότυπα της ένδοξης επαρχίας, με τους δικούς τους ηθικούς κανόνες. Από την άλλη η μητέρα Κατίνα, ταλαίπωρη και μόνη (μέχρι να κάνει τη δική της ηρωική έξοδο από τον περίκλειστο οικογενειακό χώρο), οι δυο κόρες της, Φιλοθέη και Μαγιοπούλα, και ο αποσυνάγωγος, ο «εξορισμένος» από τον οικογενειακό κλοιό, ο μικρότερος όλων, ο Χαράλαμπος ή Σους, επειδή, μόλις πήγαινε να μιλήσει όλοι τον απόπαιρναν: «Σους!». Είναι, όμως, αυτός που μέσα στην παιδική του αθωότητα βρίσκει τη δική του διέξοδο, αφού μπορεί να συνομιλεί με τους πεθαμένους.

Ξεχωρίζει η Φιλοθέη που ονειρεύεται την πρωτεύουσα, την Αθήνα, και θα παρασύρει στο όνειρό της και τη μικρότερη αδελφή της, φθάνοντας στο σημείο να φαντασιώνεται πως περπατάει στην αγαπημένη, ονειρική πόλη· στην πραγματικότητα, η Φιλοθέη επινοεί μια ζωή διαφορετική από αυτή τη μίζερη στη Ροδόσταμη και τη «ζει» με όλη της τη δύναμη.

 

«Μην κλαις… Εμείς θα πάμε στας Αθήνας…»

«Όχι στη μία Αθήνα; Πόσες είναι οι Αθήνες;»

«Σσσςς… Μία είναι, αλλά έχει και μερικές αδερφές. Όπως εσύ κι εγώ… Τις μικρότερες Αθήνες, τις Αθηνούλες…» Κατάλαβες;»

«Όχι». Και ξανάρχισε να κλαίει η μικρή Μαγιοπούλα. (σ. 11).

 

Η Ροδόσταμη, ως χώρος, μπορεί να ανήκει στη συγγραφική επινόηση, όμως ο χρόνος της ιστορίας είναι αληθινός πέρα ώς πέρα. Το πέρασμα από τη δεκαετία του ’50 στην πολλά υποσχόμενη δεκαετία του ’60, δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο για να στηθεί το σκηνικό και να αναλάβουν δράση οι ήρωες. Όσο κι αν είναι μια σκόπιμη, ιαματική ωστόσο, ψευδαίσθηση ότι κάθε που αλλάζει ο χρόνος ή οι δεκαετίες αλλάζει μαζί και η ζωή μας –καιρός για υποσχέσεις και δεσμεύσεις–, η συγκεκριμένη δεκαετία σήμανε την απομάκρυνση από τα κατάλοιπα του Εμφυλίου (άλλο τώρα αν αυτά ποτέ δεν ξεχάστηκαν), την ελπίδα για μια ανανεωμένη Ελλάδα, που, φυσικά, δεν έγινε πράξη. Αυτή η ελπίδα, στην περίπτωση της Φιλοθέης, σημαίνει αλλαγή στη ζωή της, παίρνει τη μορφή της ονειρικής φαντασίωσης· θα μπορούσαμε να πούμε πως το όνειρό της «εκπληρώθηκε»  πολύ πιο πριν από την αληθινή του πραγμάτωση, πολλά χρόνια μετά – στο κάτω κάτω τη γραφής,  τι μετράει πιο πολύ, η «άφιξη» ή το «ταξίδι»;


 

Μέσα από αυτό το ασυνάρτητο τσίρκο ξεπήδησαν πλήθος επετείων και κανόνων μια αθεράπευτα αφυδατωμένης ηθικής, πασπαλισμένης με τη λέξη «Ζήτω». Έτσι όλοι πίστεψαν ότι κυκλοφορούσαν ευρέως κάθε είδους σωτήρες, μ ε στοιχεία αναγνωρίσιμα από τους ήρωες του προσφιλούς θεάτρου σκιών. Στον τάχα πάνσοφο αλλά παντοιοτρόπως εξαπατημένο «αγνό λαό» αρκούσε που βρισκόταν μόλις ένα σκαλί ψηλότερα από τη γραφική μιζέρια του Κολλητηριού, του Σβούρα και του Πιστικόκου, των γιων δηλαδή του Καραγκιόζη. (σ. 271)

 

Κάτω από αυτό το πρίσμα, του αθηναϊκού ονείρου, αυτή την άλωση των Αθηνών, όπως γράφεται στον τίτλο, μπορεί ο τακτικός και συνεπής αναγνώστης των βιβλίων του Ξανθούλη να εννοήσει και άλλες στιγμές του έργου του, σαν η Αθήνα να βρισκόταν, φανερά ή όχι, ως αληθινό πλαίσιο ή φανταστικό, πίσω και από άλλες ιστορίες του. Ίσως να πρόκειται για μια προσωπική του «άλωση» των Αθηνών, ένα δικό του πέρασμα από τη μια δεκαετία στην άλλη, για τη δική του ενηλικίωση. Η Φιλοθέη, εν προκειμένω, είναι μια από τις πιο αληθινές του ηρωίδες, κι ας είναι επινοημένη. Και ίσως πάλι (η αναγνωστική αυθαιρεσία είναι ανεξάντλητη!), να πρόκειται για το πιο «δικό» του έργο. Η αίσθηση, πάντως, καθώς το διαβάζεις, είναι πως η ίδια η ιστορία μοιάζει να τον παρασέρνει σε μια ατελείωτη σειρά επινοήσεων, σαν η μία να γεννάει την επόμενη ακόμη πιο ακραία φανταστική. Ένας χείμαρρος λέξεων, εικόνων, γεγονότων, που χτίζει περισσότερο αυτόματα και όχι προσχεδιασμένα την πιο  «φανταστική», μέσα στην αλήθεια της, ιστορία του.

Την έκδοση  συμπληρώνουν δεκατρείς ζωγραφιές δικές του (γνωστή η εικαστική ενασχόληση του Ξανθούλη), που αποτυπώνουν πώς φαντάστηκε κάποιους από τους ήρωές του, κάποιους από τους τόπους της ιστορίας. Στο εξώφυλλο μια φωτογραφία δύο κοριτσιών που θα μπορούσαν να είναι η Φιλοθέη και η Μαγιοπούλα, κι ας μην  είναι.

 

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

ΟΙΝΟΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ ΝΟΥ ΦΩΤΗΣ ΙΩΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ της Παναγιώτας Π. Λάμπρη πεζογράφου - ποιήτριας

 


ΟΙΝΟΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ ΝΟΥ

ΦΩΤΗΣ ΙΩΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

της Παναγιώτας Π. Λάμπρη

πεζογράφου - ποιήτριας


 

Μόλις ολοκλήρωσα τη μελέτη του βιβλίου του Φώτη Ιωάν. Δημητρόπουλου, ΟΙΝΟΣ ΚΑΤOΠΤΡΟΝ ΝΟΥ - Οίνος και Συμπόσια στην Ελληνική Αρχαιότητα - Ποιητικές και άλλες μαρτυρίες (Πάτρα 2019), ένιωσα βαθιά ικανοποίηση και χαρά. Και τούτο, διότι, πέραν του ότι αγαπώ τις μονογραφίες διαφόρων επιστημονικών πεδίων, εν προκειμένω είχα απολαύσει μια ξεχωριστή μελέτη για τον οίνο, η οποία ήταν αποτέλεσμα πολύ μόχθου, καθώς ο συντάκτης της, πέραν άλλων, διέτρεξε πλήθος πηγών, που στη συνέχεια αριστοτεχνικά τις σύνθεσε, προσφέροντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο, τη συγγραφή του οποίου καθόρισε «ο οίνος ως γεύση και απόλαυση και ο οίνος ως ηδύγευστον σύνδρομον ενός πολιτισμού (ενν. του ελληνικού) από τη χαραυγή της παρουσίας του ως τις μέρες μας» (σ. 7).

    Και όπως ορθά επισημαίνεται στον Πρόλογο, η κληρονομιά των αρχαίων προγόνων δεν αφορά μόνο σε «αγάλματα και μαρμαροκολόνες ενός ηρωικού μεγαλείου ή  συγγράμματα λογοτεχνίας επιστημονικής σκέψης και φιλοσοφικού στοχασμού, αλλά και ήθος ανθρώπου που η κοινωνικότητα του επεκτεινόταν πέρα από το βουλευτήριο και την εκκλησία του δήμου και ολοκληρωνόταν σχεσιοδυναμικά στην ελεύθερη συναναστροφή της αγοράς, της γιορτής και του συμποσίου.» (σ. 8)

    Σε τέτοιες εκφάνσεις του πολιτιστικού βίου μάς μυεί σταδιακά ο συγγραφέας και με πλήθος κειμένων της ελληνικής γραμματείας, τα οποία παραθέτει στην πρωτότυπη μορφή τους για ευνόητους λόγους, αλλά και σε μετάφραση προς διευκόλυνση των αναγνωστών. Και είναι αλήθεια πως διαβάζοντας τα κείμενα και στις δύο μορφές τους, εκτός από τη συνάφεια που παρατηρείς, γοητεύεσαι από πολλές λέξεις του αρχαίου λόγου, οι οποίες γεννήθηκαν, για να περιγράψουν τη ζωή, όπως τότε δημιουργείτο και αναπτυσσόταν, ενώ πλείστες εξ αυτών τις συναντάς ίδιες ή κάπως παραλλαγμένες στις μέρες μας.

    Η οργάνωση της γραφής σε κεφάλαια βοηθά τον μελετητή, ο οποίος δεν χάνεται στη ροή ενός συνεχούς κειμένου, αλλά και μπορεί εύκολα να επανέρχεται σ’  όποια σημεία τον εντυπωσίασαν κι επιθυμεί να τα ξαναδεί, ενώ πολλοί από τους τίτλους, εκτός που προϊδεάζουν για το περιεχόμενό τους, προσφέρουν ξεχωριστή αρχοντιά, θα έλεγα στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα, «Οίνος ηδύποτος», «Προσκεκλημένοι και απρόσκλητοι», «Η ταξιθέτηση», «Εταίρες περιωπής και ποταγωγίδες», κ.λπ. Επίσης, σημαντικές για την πρόκληση ενδιαφέροντος και την κατανόηση του κειμένου είναι το πλήθος σχετικών εικόνων που το συνοδεύει. Αξιοσημείωτο είναι ακόμα και το ότι ούτε στιγμή δεν ξεχνά να υπενθυμίζει στον αναγνώστη και ταυτόχρονα να τον διδάσκει για το ιδιότυπο DNA που μας συνδέει με τους αρχαίους προγόνους μας σε πλείστες όσες εκφάνσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου, γι’ αυτό και πρέπει να πίνουμε κρασί όχι σαν πότες αλλά σαν συμποσιαστές Έλληνες, που έπιναν κρασί στα συμπόσια.

    Άλλωστε, στην Εισαγωγή, καλώντας μας στη γνωριμία με το βιβλίο του, γράφει χαρακτηριστικά: «Για να διαβάσει κανείς ένα κείμενο για το κρασί, ή για να το απολαύσει δεν χρειάζονται πολυτελείς προσκλήσεις και πολυδάπανες επισημότητες των διαφόρων φορέων και εκφορέων. Είναι αρκετοί δυο-τρεις φίλοι, ένα ποτήρι κρασί με τη μυρωδιά του σταφυλιού και τη γλυκιά του γεύση, καθώς και ανάλογο… μεζεδάκι! Γιατί το να ξέρει κανείς να πίνει «ευ και επισταμένως» σημαίνει ότι ξέρει να ζει. Το κρασί είναι το ποτό του τραπεζιού και της συντροφιάς. Είναι το «αντιοξειδωτικό» για τις τριβές των ανθρώπινων σχέσεων. Σε αντίθεση με τη μοναξιά του ξενόφερτου σκληρού ποτού, δρα ψυχολυτρωτικά και ασκεί θετική επίδραση στην υγεία ψυχική και σωματική. Ο Πλάτων θεωρεί «τον οινον επίκουρον της του γήρως αυστηρότητος και φάρμακον ώστε ανηβάν». Και πρέπει να πίνουμε κρασί όχι σαν πότες αλλά σαν συμποσιαστές Έλληνες, που έπιναν κρασί στα συμπόσια∙ εκεί όπου επικρατούσε η απόλαυση, η συντροφικότητα, το μέτρο και το πνεύμα. Εκεί όπου ο οίνος ήταν κάτοπτρον όχι μόνο του νου αλλά και ενός ολόκληρου λαού.» (σ. 12)

    Με λίγα λόγια, ο Φώτης μας καλεί να γίνουμε συμποσιαστές και κατά τη διάρκεια της μελέτης του βιβλίου του, διότι έτσι θα νιώσουμε τι σημαίνει οίνος και απόλαυσή του. Ως εκ τούτου, ως καλός συμποσίαρχος μας οδηγεί σταδιακά στη γνώση και στη μέθεξη, μιλώντας μας για την ετυμολογία της λέξης οίνος, για τα είδη των οίνων κατά την αρχαιότητα, για την καλλιέργεια της αμπέλου, για τα αναγκαία για την οινοποίηση αντικείμενα, για τα έθιμα που σχετίζονται με τη συγκομιδή των σταφυλιών και την επεξεργασία τους, κ.λπ., κι αυτά μέσα από σχετικά κείμενα δημιουργών, οι οποίοι εμπνεύστηκαν και τα αποτύπωσαν σε διάφορα είδη λόγου καταλείποντάς μας πολιτιστικούς θησαυρούς.

    Από τη μελέτη του βιβλίου, «ΟΙΝΟΣ ΚΑΤOΠΤΡΟΝ ΝΟΥ - Οίνος και Συμπόσια στην Ελληνική Αρχαιότητα - Ποιητικές και άλλες μαρτυρίες», εκτός άλλων, προκύπτει πως ο συντάκτης του δημιούργησε ένα άρτιο έργο για τον οίνο, το οποίο θ’ αποτελεί, αν μη τι άλλο, σημείο αναφοράς για τη βιβλιογραφία. Το μόνο, που με θλίβει, είναι ότι αυτό το εξαίρετο από πολλές απόψεις σύγγραμμα δεν τυγχάνει της δημοσιότητας και της αναγνωσιμότητας που του αναλογεί, αφού δεν υπάρχει στις προθήκες και στις προτάσεις των βιβλιοπωλείων και, όπως σημειώνεται (σ. 4), διατίθεται μόνο από το βιβλιοπωλείο HAPPY HOUSE (haphouse@otenet.gr), το οποίο διαπίστωσα πως βρίσκεται στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς! Τόσο μακριά και τόσο κοντά για όποιον ενδιαφέρεται!   

    Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στο εν λόγω βιβλίο, σημειώνω πως ό,τι και να γράψει κάποιος γι’ αυτό είναι λίγο! Ταιριάζει κάθε έπαινος στον δημιουργό του για πολλούς λόγους και αξίζει στο βιβλίο να ταξιδέψει στο πνεύμα και την ψυχή πολλών Ελλήνων, και όχι μόνο, διότι αποτελεί αξιολογότατο πολιτιστικό αγαθό και μιας μορφής αντίσταση στην ποικιλόμορφη ευτέλεια που μας κατακλύζει.

Παναγιώτα Λάμπρη



   

   

   

   

   

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Σκοτεινά φλας «ενός» πολέμου Αγγελική Πεχλιβάνη ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Σκοτεινά φλας «ενός» πολέμου

Αγγελική Πεχλιβάνη

 ΑΩ εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το διαχρονικό σκηνικό της φρίκης • Fractal


 

Το διαχρονικό σκηνικό της φρίκης

 

[…] Χρόνια μετά θα καίω το Χαλέπι και τη Βηρυτό. Θα φτάσω στην Παλμύρα. Κανείς δεν θα με σταματήσει. Ούτε ο Ευφράτης, ούτε κανένας ποταμός. Η αναζωπύρωσή μου στους αιώνες είναι η μοίρα μου. Και η δικιά σας. (VIII).

 

«Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο. Με τη φιλοσοφική, φυσικά, διάθεση κατανοούμε αφενός την πάλη όλων των αντιθέτων, σε μια διαλεκτική ανταλλαγή, προκειμένου να προκύψει η σύνθεση, η δημιουργία του νέου, αφετέρου κατανοητή επίσης και η φυσική διαδοχή στη βάση της ισχύος. Σε μία παρεξηγημένη, ωστόσο, εκδοχή, μοιάζει ο πόλεμος των όπλων και της απροκάλυπτης βίας να βρίσκει στον «σκοτεινό» φιλόσοφο το άλλοθι που χρειάζεται για να αθωωθούν οι άνομες και ανήθικες πράξεις του.

Και η ποίηση, πώς τοποθετείται απέναντι στον «πόλεμο», που, όπως σωστά γράφει στον τίτλο του πρόσφατου ποιητικού πονήματός της η Αγγελική Πεχλιβάνη,  ένας είναι, ίδιος παντού και πάντοτε, κι ας θέλουμε να τον βαφτίζουμε με τίτλους-μάσκες, μήπως και τον αποενοχοποιήσουμε. Μέσα σε δεκαεννέα κείμενα πεζόμορφα, αφηγηματικού ποιητικού ρυθμού και ποιητικής πρόθεσης, η Πεχλιβάνη εξιστορεί τον πόλεμο με τις διαφορετικές του μορφές, που όμως μία εν τέλει είναι, αυτή που σκορπίζει θάνατο, που κατακαίει και αφανίζει, που καθιστά την αδικία κυρίαρχη. Καθώς ποιητικά θα περιηγηθεί σε χώρο και χρόνο (συνυπάρχουν οι βίαιες μεθοδεύσεις του «πατερούλη» Στάλιν με το δικό μας Δίστομο και την Καισαριανή, οι φονικές μάχες των δύο μεγάλων πολέμων, με το δράμα της Ουκρανίας, της Παλαιστίνης, ο  Μικρασιατικός πόλεμος των δύο όψεων και των δύο λαών με τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα, η συμφωνία του Σοστακόβιτς στο πολιορκημένο Λένινγκραντ με την Ίβο Τζίμα, το Ημερολόγιο καταστρώματος του Σεφέρη με τη σονάτα του Προκόφιεφ) θα φέρει στο προσκήνιο στιγμές και γεγονότα, σύντομα φλας της φωτογραφικής της μνήμης και ματιάς για να δείξει τραγικές αποτυπώσεις της ιστορίας. Πρόκειται για ξεκάθαρη, άμεση τοποθέτηση, καθιστώντας την ποίηση, πέραν της αισθητικής της αξίας (αναμφισβήτητη στην περίπτωση της Πεχλιβάνη), έναν τρόπο παρέμβασης στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα. Και αυτό χωρίς να έχει ανάγκη πολιτικής ταμπέλας. Ο πολιτικός σκοπός, όπως υπηρετείται από την ποίηση, δεν καθορίζεται από εύκολα συνθήματα, ούτε περιορίζεται από πολιτικές «γραμμές».

Αλλά και η αισθητική αυτής της ποίησης καταδεικνύει το ήθος της. Ο τρόπος που η ποιήτρια προσεγγίζει την τραγικότητα, χωρίς υπερβολές αλλά με την επιλογή του λιτού περιεκτικού λόγου, με τη δύναμη των λέξεων να αποτυπώνουν πολύ περισσότερα από όσα ως κώδικες συμβατικοί αντέχουν, φανερώνει μια ποίηση ξεχωριστής αξίας.


Σκέφτομαι αν αυτή η ποίηση έχει μέσα της φως. Τα φλας, σκοτεινά στον τίτλο απηχούν το σκοτάδι που καλύπτει τη βία και το αίμα. Σε όποια από τις δεκαεννέα ποιητικές της ιστορίες κι αν κοιτάξουμε αντικρίζουμε ένα σκοτεινό αδιέξοδο. Κι όμως, τα πρόσωπα αναζητούν το φως να έρθει έστω και για ένα δέκατο του δευτερολέπτου,  όσο διαρκεί η στιγμιαία λάμψη, από ένα ανοιχτό παράθυρο ανάμεσα στα αναχώματα, από τα τριαντάφυλλα που εξακολουθούν να ανθίζουν, γιατί οι νεκροί εδώ και πενήντα χρόνια στην Κερύνεια τα έχουν ανάγκη να τα βλέπουν έτσι, ένα φλας που θα τους βρει καταπρόσωπο, να σταθεί αντιστικτικά απέναντι στα άλλα, τα σκοτεινά του «ενός» πολέμου. Διαβάζω το εξαιρετικό XIII και διακρίνω ένα μικρό φως σαν λειψή ελπίδα:

 

Το κακό το βλέπεις καθώς πλησιάζει. Χιλιάδες αρουραίοι ξεχύνονται στην πόλη, και τα τραμ σταματούν να περάσουν οι ορδές τους. Οι νεκροί μένουν άταφοι –ο πάγος σκάβεται δύσκολα–, τους τυλίγουν σε κουρτίνες και χράμια, τους αφήνουν στους δρόμους ή τους ρίχνουν στον Νέβα.

Το κακό το μυρίζεις σαν έρχεται, (Όχι, αυτοί οι νεκροί δεν μυρίζουν, μήτε σαπίζουν. Τα μέλη τους είναι φρέσκα και τραγανά.) Μυρίζει δέρμα που βράζει, λίπος καμένο και «βότκα του κομισάριου», δεύτερη.

 Τις μέρες αυτές, ο θάνατος είναι απλώς μια διάσταση, όπως ο χώρος και ο χρόνος· ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου και δεν ξανασηκώνεσαι ποτέ. Παρακολουθείς τα ίχνη του αρχαίου φόβου, χωρίς να φοβάσαι. Μόνο πεινάς (η πείνα υπερισχύει του φόβου). Ακούς τον θρήνο του αίματος –το ακούς το κακό– ακούς Σοστακόβιτς και τον πάγο να σπάει στη λίμνη Λατόγκα.

 

Τότε, σ’ ένα παράθυρο βλέπεις μια γάτα με τα γατιά της και αίφνης νιώθεις την άνοιξη· ξέρεις πως θα νικήσεις κι αυτή τη φορά. (XIII, σ. 26).

 

Λειψή ελπίδα, γιατί ξανά και ξανά οι σκοτεινοί μηχανισμοί της βίας θα αναζητήσουν νέο αίμα. Η ποίηση, όμως, έκανε το χρέος της.

 

Ανάμεσα στα ποιήματα φωτογραφίες ασπρόμαυρες (Ιωάννα Φραγκοστεφανάκη) υπογραμμίζουν τα σκοτεινά τοπία. Σε εξώφυλλο και οπισθόφυλλο έργα της Αρετής Κατσιγιάννη. Από τις ΑΩ εκδόσεις με κλασική βιβλιοδεσία, που δεν τη συναντάμε πια συχνά.

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

ΔΙΠΛΑΝΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 ΔΙΠΛΑΝΟΙ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



Κι αυτός που δίπλα μου σωπαίνει,
συνωμοτώντας με συνήθειες κι εμμονές,
κι εκείνος που ωρύεται πιο πέρα,
διαβάλλοντας αρετές και μαρτυρίες,
ξέρουμε πως είμαστε διπλανοί στο ίδιο ψέμα,
ανύποπτοι σε ελεγχόμενα περιθώρια
και προγραμμένοι σε κατάστιχα ζηλωτές.

Κι αυτός με τους δογματισμούς του,
που βεβαιώνει ποιος είναι απέναντί μας,
κι εκείνος με τις αναγωγές του
που πρεσβεύει σε διαλεκτική συμμετοχή,
ξέρουμε πως είμαστε διπλανοί χωρίς ιστορία,
έρμαια στη μοναξιά και τη μονοχρωμία,
κι ασπόνδυλοι σε κάθε πείραμα και χρήση.

Χάνει η ζωή τα υπάρχοντά της
και μένει η φωνή χωρίς προσανατολισμό.
Κι αυτός που αποτελεί κατηγορία,
κι εκείνος που είναι αριθμός,
ξέρουμε πως είμαστε διπλανοί στην αλήθεια,
λόγος και πρόσωπο, αναφορά κι αξία,
το μέγεθος μη χάσουμε στο ύψος του ανθρώπου.

Απολογία και εξιλέωση οι καιροί,
σε κάθε τέλος και μια αισιόδοξη αρχή.
Κι αυτός που έχει παραιτηθεί,
κι εκείνος που επιμένει στην οργή,
προλαβαίνουμε να είμαστε διπλανοί στα όριά μας,
το αύριο στην ομορφιά να ορίσουμε
και η ζωή γητεύτρα να μας αρέσει.

Γιώργος  Αλεξανδρής
(Φωτογραφία: Josef Koudelka / MAGNUM photos, Πράγα, 22 Αυγούστου 1968)



Νέες κυκλοφορίες Αλέξανδρος Αδαμόπουλος Η Μονίκ Φιλέλλην ή μήπως το αντίθετο Εκδόσεις Οδός Πανός

Νέες κυκλοφορίες


Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Η Μονίκ

Φιλέλλην ή μήπως το αντίθετο

Εκδόσεις Οδός Πανός